ελληνική ποίηση

Χάριν ευταξίας

Λεζάντες-για-τ-αόρατα

~ . ~ 

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ ~ . ~

Ηλίας Κεφάλας,
Λεζάντες για τ’ αόρατα,
Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016

Με τα χρόνια έλαβα τις απαντήσεις για όσα ανεξάντλητα ρώτησα. Απέκτησα τις βεβαιότητές μου ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Κι αυτό με γαλήνεψε. Μια από τις βεβαιότητές μου είναι ότι για τα ίδια ερωτήματα οι επόμενοι θα λάβουν διαφορετικές απαντήσεις, αποκτώντας τις δικές τους βεβαιότητες ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Αγνοώ το αν θα γαληνέψουν ή όχι. Με αυτό το φίλτρο διάβασα την ποιητική συλλογή Λεζάντες για τ αόρατα του Ηλία Κεφάλα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης», και εστίασα σε συγκεκριμένα ποιήματα, επιχειρώντας, μάλλον διά της λογικής, την ου μην αλλά ανέφικτη αποτύπωση του αοράτου. Άλλωστε, αυτό είναι δουλειά των ποιημάτων: «Γιατί το ποίημα πάντα / Θέλει / Μπορεί / Και δένεται στο αόρατο» («Αρμοί»).

Η θεολογία του ποιητή περνά, καθέτως, μέσα από την κοσμοθεωρία του. Η φύση είναι μεγαλειώδης, ωστόσο όχι αξιολάτρευτη. Οι ιεροί και οι καθαγιασμένοι τόποι απαιτούν αποκλειστικά την περισυλλογή και τον θαυμασμό μας: «Θέλει μοναξιά και σιωπή το βουνό / Και βέβαια περίσκεψη – προτείνει / Ο μονήρης ιέραξ σε μένα τον καλυβίτη» («Εικόνες του αμίλητου βουνού») ή «μαγεμένος καμαρώνω τον κώνο του τον ιερό» του Ολύμπου («Όλυμπος»).

Η κοινωνία με τον θείο ουρανό συνιστά τον σκοπό της ύπαρξής μας. Ο ουρανός, διαμέσου της φύσης, «ολημερίς με αποκαθαίρει συνεχώς / Και μ’ εμβαπτίζει στων αχράντων τα μυστήρια», («Ο ουρανός»), ο ουρανός έχει τη δυνατότητα να «Με μεταφέρει στα εντευκτήρια του θόλου» («Ο ουρανός») οπότε, στο παρόν (ή από το παρόν), «Όπου κι αν βρίσκομαι αισθάνομαι πλήρης ουρανού / Και το στερέωμα των άστρων με αναγγέλλει» («Ο ουρανός»).

Ο θεός γίνεται αντιληπτός μέσα από την τάξη στη φύση, ενάντια στην εντροπία της, και κατανοείται με τις αισθήσεις μας, μέχρι, γ.π., «να πέσει το τελευταίο φύλλο της λεύκας» («Περίμενα»). Τότε μόνο ο άνθρωπος νιώθει ασφαλής, βέβαιος ότι όλα υπόκεινται στον «οίστρο της άμεμπτης δημιουργίας» («Αγροτόπαιδες»): «Και όταν όλα έγιναν σηκώθηκα να φύγω / Με την αίσθηση ότι τηρήθηκαν οι φυσικοί νόμοι / Ότι εκπληρώθηκαν οι υποσχέσεις ενός άγρυπνου θεού» («Περίμενα»).

Η μνήμη, αυτή η «ζωοποιός αιχμή και χρονομάχος δίνη» («Κήποι και μνήμη») συγκεφαλαιώνει τις μέρες μας: «Κι όλα εν τέλει μεταπηδούν / Και γίνονται άσαρκες ιδέες», («Προπόρευση»), γίνονται ποίημα, γίνονται το ξεφάντωμα του πεπρωμένου, αφού όμως η καθημερινότητα το επιτρέψει: «Τότε τι φως / Του γεγραμμένου η κορύφωση» («Το ποίημα έρχεται απ’ τη μνήμη»). Υπάρχουμε κυρίως διά της μνήμης μας, μέχρι να επιστρέψουμε, ολοκληρώνοντας το ταξίδι μας προς την ομορφιά, «για τ’ άδυτα που περιμένουν» («Ξεκίνημα») εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: «Μες στο αμνιακό υγρό της νοσταλγίας / Εκεί που ακραίο ξύπνημα είναι ο θάνατος / Και καλωσόρισμα η μήτρα των αγγέλων» («Η ομορφιά»).

Ένας ένας με τη σειρά του αναχωρεί: «Σε μένα μόνο έγνεψε το διάφανο άλογο» («Τα μαύρα λούστρα») για το μακρινό ταξίδι. Ο κύκλος των αισθήσεων ολοένα κλείνει, ο άνθρωπος παύει να αγωνιά «Από ποια μεριά δεν θα συναντήσω τον θάνατο;» («Δύσκολο πρωί») και νιώθει έτοιμος να τον αντιμετωπίσει: «Όμως τα χρόνια πέρασαν, η σκάλα γέρασε μαζί με μας κι όταν γυρίσαμε απ’ τη ματαιότητα κανένα σκαλοπάτι δεν εμπόδισε την κάθοδό μας […] στο μουχλιασμένο υπόγειο κι εκεί στη σύναξη παρόντων και απόντων» («Ο τρόμος της σκάλας»).

Στο επέκεινα οι νεκροί, αν και «γλίτωσαν τις συμφορές» («Κάθοδος») του κόσμου τούτου, στερήθηκαν διαπαντός τα ευεργετήματά του: «Κλάψε γιατί ο λόφος και η αρχαία νύχτα δεν έχουν τελειωμό» («Το τραγούδι του μικρού Ευκλείδη»). Οι νεκροί πορεύονται «σε δίνες / Αφού ταξιδεύουν με Θεούς / Και Αγίους» («Κατακλυσμός») και λησμονιούνται από τους ζωντανούς παραδομένοι σε αιώνια μοναξιά. Ωστόσο, «Των σκελετών η αναλαμπή κρυφά θα μας θαμπώνει» («Του μεταστάντος») και θα απαλαίνει τον βίο μας διαρκώς.

Η αντίπερα όχθη σε κάποιους προξενεί τρόμο: «τρομερά σκυλιά αλυχτούν / Στο βάθος του περάσματος», («Γέφυρες»), καταβροχθίζοντας τον ταξιδιώτη στην ανυπαρξία. Όμως ο Ηλίας Κεφάλας το επιθυμεί διαφορετικά: «Εμένα θα μου έφτανε κι ένα παγκάκι» «Θα μου ήταν αρκετό / Κι ένα φτωχό στρωσίδι / Κάτω από μιαν ιτιά» «Πλην όμως μέσα απ’ τον περίβολο / Στη βέβαιη επικράτεια του Παραδείσου» («Στον Παράδεισο»).

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ι. ΤΖΑΝΟΣ

 

Για την δήθεν παρακμή της σύγχρονης ποίησης

%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bc%ce%ae~  .  ~

~ . ~

του ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΕΗ

Διαβάζω τελευταία διάφορα σχόλια τάχα μου για την τεχνική παρακμή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ότι η ποίηση απαιτεί άσκηση, ότι ο καθένας πλέον μπορεί να βγάλει ένα βιβλίο από το πουθενά, ότι οι νέοι ποιητές είναι επί της ουσίας ποιητικά αστοιχείωτοι, δεν έχουν δείξει δείγματα κατάρτισης, δεν έχουν δομήσει ποτέ για να νομιμοποιούνται να αποδομούν, ότι ακόμα και ο στίχος τους δεν είναι στ’ αλήθεια ελεύθερος στίχος, παρά πεζόμορφος, πρόζα άκομψα στοιχισμένη σε στίχους, ήτοι κακή πρόζα και κακή ποίηση ταυτόχρονα.

Δεν τους κατηγορώ· αν και με λύπη μου διαπιστώνω πόσο εύκολα μπορεί κανείς στην εποχή μας να χαθεί στους λαβυρίνθους της πληροφορίας. Η απάντηση βέβαια, όπως πάντα, βρίσκεται στους ορθούς μηχανισμούς αναζήτησης και εντοπισμού, αλλά και την μη προκατειλημμένη προσέγγιση και αξιολόγηση· όχι στις γενικόλογες ισοπεδώσεις.

Ας πάρουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα σύγχρονης ελληνικής ποίησης, για να δούμε πόσο εύκολα μπορεί κανείς να εκφύγει της ουσίας και να πλανάται εκτροχιασμένος σε χώρους στείρας κριτικής.

Ω, στον Περαία το λιμάνι είναι βαθύ,
ξύλο και ξεβράκωμα σε κάθε Παοκτζή,
ρίξτε τον στη θάλασσα να πάει να γαμηθεί.

Το απόσπασμα αυτό κατά κοινή ομολογία πραγματεύεται κάτι απλό, έως θα έλεγα και απλοϊκό: τις απειλές των υποστηρικτών μιας ανώνυμης εταιρείας απέναντι στους φιλικά διακείμενους προς μιαν άλλη ανώνυμη εταιρεία. Και βρίσκει κανείς στον τάδε και στο δείνα ιστότοπο φωνασκίες του τύπου “ναι μεν, η αφαίρεση εσωενδύματος καθιστά την πράξη της συνουσίας πιο ευπροσέγγιστη, αλλά πώς θα μπορούσε ποτέ το βάθος ενός λιμανιού να συνεισφέρει σε αυτή;”. Και δώστου οι μομφές και οι κατακεραυνώσεις για το περιεχόμενο του έργου.

Κύριοι, θα σας θέσω ένα απλούστατο ερώτημα. Διαλέξτε εσείς ένα τρίστιχο απόσπασμα από ποιητή της αρεσκείας σας, οσοδήποτε “μεγάλο”, και ας με ενημερώσει κάποιος αν κατάφερε να βρει κάτι το νοηματικά πυκνότερο. Τι απαιτήσεις έχετε πια από τρεις στίχους ποίησης: να σας αποκαλύψουν το νόημα της ζωής; Και πάμε στο τεχνικό κομμάτι –γιατί περί αυτού γίνεται ο λόγος εν προκειμένω–, και βλέπουμε μιαν ομοιοκαταληξία να διατηρείται σε όλη την έκταση του ποιήματος με συνέπεια (για να γίνω συγκεκριμένος, και οι τρεις στίχοι τελειώνουν με τον ήχο “ι”, μάλιστα δύο εξ αυτών μοιράζονται τον καταληκτικό ήχο “θι”). Ο πρώτος στίχος μοιάζει με τέταρτο πέονα, με συγχωρείτε, τέταρτο παίονα ήθελα να γράψω, και οι δύο επόμενοι είναι γραμμένοι σε άπταιστο τροχαϊκό δεκατρισύλλαβο. Πού είναι λοιπόν η περιβόητη “προζο-ποίηση” στην οποία αναφέρεστε;

Η θέση μου γίνεται πιο σαφής αν πάμε σε ένα τεχνικά άρτιο δείγμα σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Και α και ου· και α.
Και ΔΑΠ Νου-Δου-Φου-Κου.

Πείτε μου, έχετε δει πιο στιχουργικά καθαρό ιαμβικό ημιτρίμετρο; Ξέρω, θα διαμαρτυρηθείτε, πώς είναι δυνατόν ένα δίστιχο να αποτυγχάνει να φέρει εις πέρας μια ομοιοκαταληξία· το κατανοώ. Είναι πράγματι απορίας άξιον πώς με μόνο δύο στίχους αστοχεί κανείς στο κομμάτι της ομοιοκαταληξίας. Θα μπορούσα να προτείνω, χωρίς να έχω πρόθεση να αλλοιώσω το περιεχόμενο του έργου, ότι ο πρώτος στίχος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι “Και ου και α· και ου.” Έχω όμως κάτι που λείπει από εσάς, όταν με ευκολία αποφθέγγεστε, όταν φιλτράρετε ιεροεξεταστικά τα έργα των νεαρών επίδοξων δημιουργών: ταπεινοφροσύνη. Για να μη μιλήσει κανείς για τη νοηματική διαύγεια του παραπάνω –παρακαλώ να σημειωθεί– αυτοτελούς έργου, που καταφέρνει από τις κραυγές των ανωτέρων πιθήκων μέχρι το πολυσύνδετο σχήμα της Αγίας Γραφής να αγγίξει την ουσία της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε δυο γραμμές. Πρόκειται για ένα μπονζάι της ποίησης· ένα έργο που μόνον ο χρόνος –και σίγουρα όχι εσείς από τις αναπαυτικές σας πολυθρόνες– έχει το δικαίωμα να κρίνει.

Και για να πειστείτε ότι η εν λόγω αποτυχία ομοιοκαταληξίας δεν είναι παρά μεμονωμένο περιστατικό, ιδού μια ακόμα σύντομη (αλλά περιεκτική) νεοελληνική ποιητική δημιουργία.

Που-Κου-Σου, Που-Κου-Σου, Που-Κου-Σου οέ οέ,
μες στον κώλο σας χορεύει η ψωλή του Κου-Κου-Έ.

Παρά την μίξη μέτρων εντός του ποιήματος, όπου βλέπουμε μια συνύπαρξη, ένα πάντρεμα μεταξύ αναπαίστου, ιάμβου και τροχαϊκού (ενδεχομένως μια μεταμοντέρνα μετρική εισήγηση;), η ομοιοκαταληξία είναι κρυστάλλινη. Αλλά και πέραν αυτής, το ποίημα διέπεται από μουσικότητα, εντεταγμένο κραυγαλέα στη λυρική μας παράδοση. Ε λοιπόν, όχι! Δεν δικαιούται ο κριτικός λογοτεχνίας “του σαλονιού” να χαρακτηρίσει αυτή την ποίηση πεζόμορφη· και ο τελευταίος γραφειοκράτης της ποίησης οφείλει να ομολογήσει ότι τούτο το ποίημα δεν απαγγέλλεται: τραγουδιέται!

Πριν κλείσω, για να προλάβω ορισμένους από τις διαλεκτικές ατασθαλίες στις οποίες βιάζονται να υποπέσουν, σε μια τέτοια εμπεριστατωμένη σπουδή δεν αξίζουν επικλήσεις σε αυθεντίες. Μην αρχίσουν ορισμένοι λοιπόν “μα ο Ελύτης…” Όχι! Όποιος επιθυμεί να πει κάτι, να το πει στηρίζοντάς το με τα ανάλογα επιχειρήματα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΗΣ

Ξάνθος Μαϊντάς, Εν Κνίδω, Δ΄ π.Χ. αιώνας

afroditi

~ . ~

Στην πόλη έγινε γνωστό πως συνευρέθη με το άγαλμα της Αφροδίτης.
Αξιοθαύμαστη, του νέου επισκέπτη, η τρέλα και το πάθος
να αισθανθεί την ιερή σάρκα, όμως η θεϊκή η δύναμή της
κι η σύνεση της πολιτείας τιμώρησαν το ανίερό του λάθος.

Καμία έπαρση στην πράξη του αυτή
σαν θέλησε να νοιώσει δική του την άψυχη την πέτρα
και ν’ απολαύσει ολύμπια ηδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχέ της καλλιπύγιας εραστή, του κάτεργου τις μέρες τώρα μέτρα.

Ω! πόσο βέβηλοι οι αιώνες που πέρασαν αλλάζοντας τα ήθη.
Φάνηκε, ναι φάνηκε αυτό στο ξέφραγο των Παρισίων Λούβρο
στην ξιπασιά μεσήλικα που χάιδευε χλευαστικά της απαράμιλλης θεάς τα στήθη.

Και δεν κατάλαβε κανείς πως άλλο ο θλιβερός του αιώνα μας επιδειξίας
(που είχε κακάσχημο το απαράδεκτό του μούτρο)
και άλλο ο ερωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιάς της θεϊκής Κνιδίας.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Σελάνα Γραίκα: Ποιήματα

3722410319_428ed975c3

~ . ~

Τι είναι η ποίηση, Γιώργο;

Στην Ασκληπιού μεσημέρι
βάδιζε, βιαστικός.
Γύρω του κανέναν δεν κοιτούσε.
Βάλθηκα να τον πάρω στο κατόπι.

[ Σ’ αυτόν τρέχω
ή απ’ αυτόν απομακρύνομαι;
Την άβυσσο φέρνω μέσα μου,
την άβυσσο, σκιά μου…]

Στο φανάρι τον ρώτησα:
– Τι είναι Ποίηση;

« –Για μένα, είναι ο πόνος της φυλής,
της γλώσσας τ’ αποστεωμένα.
Αν με ακούς, μην ακολουθείς,
θα σε σκοτώσει…»

– Τι με νοιάζει αυτό (αντιλέγω)
εγώ θέλω την δόξα, την ηδονή,
το ιντερνεκτουάλ της άδειας καπαρτίνας.

Μ’ ακούς;
Γιώργο;

« – Για σένα θα λέγομαι, πάντοτε, Σεφέρης.»

~ . ~

Ανοιχτές παπαρούνες

Κάποτε, θα μιλήσουμε
ξαπλωμένοι σ’ ένα παχύ χαλί
των χρυσανθέμων.
Θα υπάρχει μια δυνατή φωτιά
που δεν θα καίει τα άνθη.
Κι ανάσες μας ανάκατες,
κοφτές,
ηδονικές,
καυτές
θα κάνουν το χαλί αυτό
κι άλλους σπόρους να βγάζει.

Κάποτε, θα μιλήσουμε
σ’ έναν ουράνιο θόλο
που θα’ χει τον ήλιο δίσκο
ενός πικ-απ με αλμυρές σταγόνες.

Κάποτε, θα μιλήσουμε
μα τώρα δεν είναι ώρα
μόλις που έριξα το λίπασμα
να βγούνε τα λουλούδια
ενώ εσύ – ακόμα,
ψάχνεις τις εκτάσεις
με την ψυχή στο στόμα.

Κάποτε, θα μιλήσουμε
μα είναι νωρίς ακόμα.

~ . ~

Το παλιοθήλυκο (του Βάρναλη)

Τσακωνόμαστε αρκετά με τον Κώστα.
Είναι που μοιάζουμε πολύ – το δίχως άλλο.
Πήρα το θράσος κάποτε,
για να με προγυμνάσει!
Τι το θελα η κακογλωσσού,
όλο φωνές μου βάζει…

«Το μέτρο δεν βαστείς
που το ’χεις μαθημένο,
απ’ τους παλιούς ιερείς
και όλους τους μεγάλους.
Ήρθες εδώ τα νεύρα να μου σπάσεις;

Καλογνωμίζεσαι, γράφεις καλά
και δεν ακούς κανένα
όλο του κεφαλιού σου
κάνεις,
φωνήεντα κρατείς στα χέρια σου
μα τα μυαλά ανοιγμένα…»

Και σηκώνεται ευθύς
και κει που λέω θα φύγει
πιάνει απ’ το ντουλάπι, το ψηλό
φλασκί μικρό
γεμάτο κοκκινέλι.

«Βάλε να πιω! Εσύ θα με τρελάνεις.
Αντίς να κάτσεις σπίτι σου
να κάνεις και φαμίλια,
να αραδιάσεις δυό παιδιά
και να προσέξεις άντρα…
…λες θ’ αγαπάς τα γράμματα
κανέναν δεν θα πάρεις.

Ε μα είσαι παλιοθήλυκο! Το έχω καταλάβει!
Βαστάς τα φύλλα της καρδιάς
κλειστά
και ανοιχτά τα πόδια, ίσα και μόνο
να βρίσκεις σου τα σύμφωνα
που θα τα κάμεις ποίημα.

Μα και σε συμπαθώ λιγάκι
– Παραδοχή μεγάλη!
Θα γίνεις σίγουρα τρανή
μα θ’ απομείνεις μόνη…»

Κουβέντα δεν πρόλαβα να πω
ούτε καν μια λέξη
χείμαρρος ο Κώστας μου
και ποιος δεν θα πιστέψει!

~ . ~

Σχέδιο Πόλεως

Όσο μεγαλώνω, σιγουρεύουμαι,
πως σαν θα ρυτιδιάσω,
θέλω ένα χαρέμι δίπλα μου
από Ωραίους νέους και κοπελιές
με μάτια γαλανά, αφτιασίδωτα,
να με κοιτούν κατάσταυρα
και να ρουφάω ζωή.

Να λέω τις ιστορίες μου
κι αυτών τα στόματα να χάσκουν.

Πως ήτανε ο άντρας μου
κωλόπαιδο, Ιρλανδός,
με βλέμμα καπνοκαθαριστή
κάθε ζωή, πως συναντιόμασταν
τυχαία, στα αδειανά βαγόνια τρένων
και συστηνόμασταν απ’ την αρχή.

Μα πάντα καταλήγαμε,
αυτός σε πόλεμο αντάρτικο
κι εγώ να γιατροπορεύω
ανάπηρους πολέμου…

Και με το δάχτυλο του άφηνε,
μια καρδιά-φακίδα για διαθήκη.

~ . ~

Ο Στρατιώτης Ποιητής 2

Όταν ο πόλεμος από την πόρτα μου έξω
φτάσει, υπόσχομαι
να ετοιμάσω άρματα και μυδραλιοβόλα
για να ριχτώ με θάρρητα στη μάχη.

Γιατί του πόλεμου τη συμφορά
τελειώνεις, μονάχα, με τη Βία!
Θα σχεδιάσω μηχανές και θα χαρτογραφήσω
χάρτες, του πιο ψηλού βουνού
ως την ψυχή του Ανθρώπου.

Κι όπου βρίσκω μάνητα κατά των αδυνάμων
θα γίνομαι η δύναμη εγώ, κι όμοιοί μου.
Αλίμονο λοιπόν, σ’ αυτούς που θα στρατοπεδεύσουν
πάνω στον ρόγχο της γριάς
στο κλάμα ενός νηπίου.

Μα σαν κοπάσει ο σπαραγμός
κι ο πόλεμος σταματήσει, πάλι
τ’ ορκίζουμαι,
θα βολιδοσκοπήσω λυρισμό
να σας ταΐσω ποιήματα.

Γιατί είναι της μοίρας ξέσπασμα,
της ιστορίας μαράζι
να στέκει ο ποιητής βουβός
όταν η φύσις «οργιάζει».

~ . ~

Felix domestica

Πως κουνάω ρυθμικά, σα μουσική,
την λεπτή και χνουδωτή ουρά μου
κι όλο σας λέω «σηκωθείτε»
ένα χάδι να αφήσετε, επάνω
στη σταχτιά ριγέ μου πλάτη.

Όχι, δεν θα έρθω εγώ
αν το θέλετε, να πάρετε ένα σκύλο!
Να σας κάνει γλύκες, όλο σάλια
να σας φέρνει τις παντούφλες,
να ξαπλώνει μπρος στα πόδια σας, στη σάλα!

Κι όχι χαϊδέματα πολλά
δεν είμαστε δα και φίλοι.

Και να το ξέρετε, δεν ήρθα εδώ
για να σας κυνηγάω ποντίκια.

Αφού νομίζω πως το είπα,
πως αν χάδια το σώμα μου θελήσει
την ούρα του ρυθμικά θα την κουνήσει.

Και θα γείρω το κεφάλι μου
– νωχελικά, στο χέρι
αν θέλετε φωνάχτε με και Παλιοθήλυκο,
όλος ο ντουνιάς το ξέρει.

~ . ~

Σατυρικόν

Αν έχεις σοφιλιάσει τρεiς,
σαφώς θα ονομάζεσαι και μέγας ποιητής,
ενώ αν έχεις σοφιλιάσει έξι
όλο και κάποιος θα συντρέξει
– από αυτούς τους έξι,
και σε ανθολογία να μπεις.

Κι εμείς, που δεν πηδάμε
γιατί φαλλό δεν καταδεχτήκαμε
ποτέ μας, να φοράμε,
θα καταντήσουμε στιχάκια αιρετικά
ανάμεσα σε φοιτητές
κι ανθρώπους που πεινάνε.

Και μέγιστος ποιητής που θα ’σαι·
θ’ ακούς τους νέους ποιητές,
αρσενικούς χώρια
από τους θηλυκούς,
– αχ! πού να πιάσω και πού να το αφήσω,
που θα διαλέγεις
κείνους που ’χουν το αιδοίο τους
αντί για κάθετο, ίσιο…

~ . ~

Ερωτικό

Ας υπάρχεις το λοιπόν
στα μάτια των ανθρώπων
ως ο ασκότεινος και λατρευτός
σπόρος, ελεύθερος και πλάνος κλέφτης.

Κι εμείς, που αγαπάμε τους νεκρούς
σα λήθαργος μας έρχεσαι – σε ύπνο
για να συνομιλούμε,
φαντασίας περίσσιας και σάρκα χωρίς.

Χαρούμενη που δείχνεις ύπαρξη,
της Κύπρου κόρη εσύ,
προς την ενσάρκωσή σου
γιατί λες: είναι ανόητο
να μη γευτείς τον έρωτα, τα χάδια.

Είμαι άχρηστη εγώ, που σου μιλάω τώρα!

Ο κόσμος είναι μικρός.
Ξεστήθωτος και τραγικός.

Η επαγγελία μιας χαμένης ενότητας

kalogerop_paideia_ep

~ . ~

του ΣΠΥΡΟΥ ΧΩΡΑΦΑ

Άγγελος Καλογερόπουλος, Ανακομιδή. Ακολουθία ποιημάτων & τραγουδιών, Εν Πλω, 2016

Η παρατεταμένη οικονομική κρίση που ζούμε στη χώρα μας μας εμποδίζει να αντιληφθούμε το γεγονός ότι η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι πρωτίστως οικονομική, αλλά πνευματική και δεν περιορίζεται στη χώρα μας∙ είναι διεθνής. Με αυτό το δεδομένο είναι ευτύχημα ότι αρκετές πνευματικές φωνές επισημαίνουν αυτή την αλήθεια και είναι υπολογίσιμες οι δημιουργικές απόπειρες για μια ουσιαστική ανανέωση της πνευματικής μας ζωής ως μια ελπίδα εξόδου από αυτή τη βαθιά κρίση.

Στο πλαίσιο αυτής της δημιουργικής ανανέωσης θα πρέπει να υποδεχθούμε την καινούργια δουλειά του Άγγελου Καλογερόπουλου, Ανακομιδή, Εν Πλω, 2016, και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη μορφή. Ο υπότιτλος της συλλογής είναι μια υπόδειξη του δημιουργού της για τον τρόπο που μας προτείνει να την προσεγγίσουμε: Ακολουθία ποιημάτων & τραγουδιών. Πρόκειται πράγματι για ένα βιβλίο που συνοδεύεται από ψηφιακό δίσκο. Στο βιβλίο διαβάζει κανείς τα ποιήματα και τους στίχους των τραγουδιών και στον δίσκο ακούει τις απαγγελίες των ποιημάτων από τον ποιητή, τα οργανικά ιντερμέδια και τα τραγούδια, αφού «η ποίηση δεν διαβάζεται μόνο, αλλά ακούγεται κιόλας και τα τραγούδια δεν ακούγονται μόνο, αλλά διαβάζονται κιόλας», όπως εξηγεί στο επίμετρο του βιβλίου του. Η σύνθεση της μουσικής υπογράφεται από τον ίδιο τον Άγγελο Καλογερόπουλο, ενώ συνεργάζονται μαζί του εξαιρετικοί μουσικοί (Χρ. Τσιαμούλης, ούτι, Βασίλης Καπανίκης, κιθάρα, Δημήτρης Κωστής, κόρνο, Γιώργος Ανδρόνικος, ηλεκτρονικός προγραμματισμός) και εξαιρετικοί ερμηνευτές (Καίτη Κουλλιά, φωνή, Γιώργος Καλκάνης, φωνή και πιάνο) οι οποίοι συνέβαλαν στο τελικό μουσικό αποτέλεσμα.

Τόσο η Ανακομιδή όσο και η Ακολουθία του τίτλου μας παραπέμπουν στην εκκλησιαστική παράδοση, μάλλον σκόπιμα αν κρίνει κανείς απ’ το περιεχόμενο. Ο όρος «ακολουθία» δεν επιλέγεται μόνο επειδή στη δομή της συνυπάρχουν «επί τω αυτώ» μέρη που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, αλλά επειδή και το ύφος των ποιημάτων και των τραγουδιών του Α.Κ. επιδιώκουν να επαναφέρουν στην τέχνη της ποίησης και της μουσικής την ανάγκη του ιερού. Εδώ βρίσκεται η κεντρική –και συνέχουσα- ιδέα της ποιητικής αυτής εργασίας. Η Ανακομιδή επιχειρεί να επαναφέρει στο φως μια θαμμένη ελπίδα, έναν θαμμένο κόσμο του πνεύματος. Το πρώτο τραγούδι της συλλογής («Τα μολυβένια σύννεφα» με τη θρηνητική ερμηνεία της Καίτης Κουλλιά προαναγγέλλει ένα ζοφερό μέλλον που αφήνει όμως μια χαραμάδα αισιοδοξίας καθώς το ούτι και η κιθάρα αυτοσχεδιάζουν σε μια κλίμακα μεταξύ του μπλουζ και της παραδοσιακής μας μουσικής πάνω στη μελαγχολική συνοδεία του κόρνου. Τα δύο επόμενα ποιήματα («Σχεδόν ποιήματα πήλινα» και «Κάπως αλλιώς») αναδεικνύουν το αδιέξοδο της τεχνολογικής ουτοπίας και τον παγωμένο παράδεισο που μας υπόσχεται, κουβαλώντας κάτι από την αίσθηση των Στοιχειωδών Σωματιδίων του Ουελμπέκ. Η καταιγίδα που έχει προαναγγελθεί με το πρώτο τραγούδι ξεσπάει στο νεοκυματικού ύφους «Αυτό το καλοκαίρι», όπου η θαλπωρή της αγάπης προβάλλει σαν η μόνη οδός σωτηρίας. Ωστόσο, η πραγματική στροφή του κλίματος πραγματοποιείται με το έμμετρο ποίημα «Πομπή», όπου η απατηλή ευτυχία της θερινής ραστώνης υπονομεύεται από την παρουσία του θανάτου, ο οποίος όμως λειτουργεί εν τέλει ως μια πραγματική πηγή ελπίδας.

en-plo3Τα δύο επόμενα ποιήματα («Το λίγο νερό» και «Ανακομιδή») συνδυάζουν την απώλεια αγαπημένων προσώπων με μια λιτή επισκόπηση της πρόσφατης ιστορίας του τόπου, αναδεικνύοντας ως βασική αιτία του πνευματικού μας αδιεξόδου έναν επιπόλαιο και ανερμάτιστο εκσυγχρονισμό που μας κάνει να αποστρέψουμε το πρόσωπό μας από τη βαθιά πνευματική σημασία του θανάτου («ημιμαθείς της προόδου * παραδίδουμε τον θάνατο στα ειδικά συνεργεία» και «παχιές μαύρες σκιές * π’ αφήνουνε το θάνατο στη λήθη») καθώς μόνο η «μελέτη θανάτου» μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή μας, είτε όπως το λέει η αρχαία σοφία, είτε όπως το θέλει η χριστιανική ελπίδα («παχιές μαύρες σκιές * π’ αφήνουν την ανάσταση στη λήθη»). Αλλά αυτή η αναστάσιμη ελπίδα δεν θα γίνει κήρυγμα στην ποίηση του Α.Κ.. Θα την αναζητήσει με μια προσδοκία ερωτικής έντασης σε μια δική του «έξοδο» προς το φως. Η εκφραστική ερμηνεία του Γιώργου Καλκάνη στο τραγούδι που ακολουθεί («Αυτή τη μέρα») έρχεται να τονίσει την ανάγκη μιας τέτοιας ριζικής μεταστροφής της ζωής μας και παρ’ όλο που ακούγεται σαν ερωτικό τραγούδι θα πρέπει κανείς να αναζητήσει το υπαρξιακό βάθος μιας κιρκεγκωριανής «επανάληψης». ( Για να τη ζήσω πάλι / αυτή τη μέρα / θα τα τινάξω όλα/ στον αέρα). Η συλλογή κλείνει με δύο ποιήματα που βασίζονται στην τελική νίκη του φωτός επί του σκότους, της ζωής επί του θανάτου («Αυτή η μέρα θάχει και σήμερα συνέχεια / καταπίνοντας τον άπειρο θάνατο / έριξε πάνω της το φως») και με ένα ελπιδοφόρο τραγούδι («Ατλαντίδα») που επαναφέρει την επαγγελία κάποιας χαμένης πατρίδας.

Η ιδιαιτερότητα της εργασίας του Α. Καλογερόπουλου έγκειται τόσο στην εμμονή του να επαναφέρει στην πνευματική μας ζωή το γόνιμο πνεύμα μιας παράδοσης χωρίς όμως καμιά γραφικότητα ή νοσταλγική καταφυγή σε ένα τάχα ιδανικό παρελθόν, όσο και στο να υπηρετήσει τη στενή σχέση της ποίησης με τη μουσική. Η δεύτερη εμμονή του Α.Κ. ξεκινάει από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 με το Σύρραμμα και αργότερα με τα Αργά Μαθήματα (και οι δύο αυτές εργασίες αποσπασματικά μόνο είχαν παρουσιαστεί σε ένα περιορισμένο κοινό από το συγκρότημα «Τα μέλη του λόγου»), ενώ η μορφή της ανά χείρας εργασίας του προετοιμάζεται με το αφήγημά του «Ο Αυδής και η Μέλπω» που περιέχεται στο αμέσως προηγούμενο βιβλίο του Αφηγήσεις ενός επόμενου κόσμου ( Αρμός, 2013). Η πρόσφατη βράβευση του σπουδαίου τραγουδοποιού Μπομπ Ντύλαν από τη Σουηδική Ακαδημία με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, συντείνει στο να αντιμετωπίσουμε την εργασία του Α.Κ. όχι ως μια ατομική ιδιαιτερότητα, αλλά ως απόπειρα εκφραστικής ανανέωσης ευρυτέρων διαστάσεων. Και στη μορφή και στο περιεχόμενο.

ΣΠΥΡΟΣ ΧΩΡΑΦΑΣ

Αθανάσιος Β. Γαλανάκης: Σονέτα

Schrodinger's cat, illustration

~ . ~ 

Ι

Πάει καιρὸς ποὺ τὸ ἀπρόβλεπτο λησμόνησα.
Μιὰ βόλτα ἔκτακτη, μιὰ τρέλα, ἕνα γήπεδο…
Μοιάζω μὲ κώνους σταθεροὺς ποὺ στέκουν μόνοι σὰ
φυλακισμένους πλαστουργούς. Κι ἀκόμη εἶμ’ ἐδῶ

μὲ μιὰ καρδιὰ πού ’ναι γιὰ πάντα χαλασμένη.
Τὸ πρῶτο ἔμφραγμα στὰ εἴκοσι καὶ δύο.
Μοιάζω μὲ διάττοντες ἀστέρες· σαστισμένοι,
προτοῦ νὰ ποῦνε «ἀνατέλλω» λένε «δύω».

Εἶν’ ἡ ζωή μου σὰν τοῦ Schrödinger τὴ γάτα
πάνω ποὺ λέω πὼς ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει!
Τρέμω τὴν ὧρα ποὺ τὰ ὡραῖα μου τὰ νιάτα

θὰ μοῦ ζητήσουνε τὸ λόγο τῆς ταφῆς τους.
Μὰ ὅ,τι θ’ ἀφήσω πιὰ στὴ μνήμη τῆς ἀφῆς τους
ἡ αἴσθηση εἶναι τῆς μ(π)ανιέρας τοῦ Πετράρχη.

~ . ~

ΙΙ

Καπνοί, σκόνη, γραφεῖα, κονδυλοφόροι
τὸ λάθος γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει.
Λέξεις, νωθροὶ κομπάρσοι, ἀχθοφόροι.
Ρουτίνα ζοφερή, ποὺ ἔχει ἀλλάξει.

Στοὺς ὤμους, τὸ φεγγάρι πανωφόρι.
Μὲ διαφορὰ περίπου μία τάξη.
Μᾶς τσάκισαν ξανὰ τοῦ Θεοῦ οἱ φόροι.
Τὸ πανωφόρι πού ’πα πρίν· μετάξι.

Σονέτο γράφω γιὰ ἐσὲ Ὥραία.
Μὲ χασμωδία μὴ λειτουργική.
Τὸ μέτρο τὸ ἐρωτικὸ ἴσως θά ’ναι

γιὰ μένα τῆς ζωής μου ἡ αὐλαία.
Μιὰ πάλη μὲ τὴ λέξη ταξική.
Ὁ ἐραστής σου νά ’μαι Ἔμμα κᾶνε.

~ . ~

ΙΙΙ

Πῆγα νὰ γράψω δύο σὲ μιὰ νύχτα
καὶ εἶδα πὼς ἡ ἔμπνευση ἐχάθη.
Δὲν εἶναι τὰ σονέτα ζάρια· ρίχ’ τα!
Θέλουν δουλειά, ἐπιμονὴ καὶ πάθη.

Στὶς τέσσερις καὶ δέκα τὶς ἀράδες
τὸ «διόλου» πρέπει «μάλιστα» νὰ γίνει.
Δὲν εἶναι σὰν τοῦ Κάλβου τὶς δορκάδες·
Εἶναι τοῦ πόθου ὁ στίχος ναφθαλίνη.

Ὅλο σκουπίδια μάζεψε ἡ ὁκτάβα
καὶ ἦρθε ἡ ὥρα ἐδῶ νὰ σταματήσει
ἡ ἀπόπειρα αὐτὴ γιὰ ἕνα ποίημα.

Μᾶλλον πρέπει νὰ ξαναπάω στὴν κάβα
νὰ φτάσω στὸ ὑπέρτατο μεθύσι.
Μὴν εἶναι τὸ σονέτο ἄλλο ἕνα θύμα.

~ . ~

IV

Κάτι σὰν «Summertime sadness» γιὰ ἀγόρια
Κάτι σὰν αἴσθημα ἀπώλειας μὲ δονεῖ.
Κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἀτόφια στεναχώρια
Κάτι ποὺ μοιάζει μ’ ἕνα «μὴ» χωρὶς τὸ νί.

Κάτι σὰν κρέας σὲ ταβερνεῖο στὰ ψαροχώρια
Κάτι σὰν ἕνα βρώμικο καὶ γκρὶ χωνί.
Κάτι ποὺ δὲ ζεσταίνει σὰν τὰ πανωφόρια
Κάτι ποὺ μοιάζει μ’ ἕνα δόντι ποὺ πονεῖ.

Σὰν ὅλ’ αὐτὰ καὶ ἄλλα τόσα κι ἄλλα τόσα
Ὅπως κατάλογοι φθηνῆς patisserie
Σὰν μιὰ προσπάθεια νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ γλώσσα

Σὰν τὰ τσιγάρα σου· – Καρέλια θέλω. – Πόσα;
Ὅπως μιὰ νύχτα ποὺ τὴν τράβηξες σερί.
Ἔτσι μικρὸς θὰ γράφω πάντα μπρὸς στὴ Λόσα.

~ . ~

V

Τοῦ αἰδοίου τοῦ ἐρυθροῦ σου τὸ χεῖλος,
τριαντάφυλλο μυριστικό.
Σὰν προβάλλω νερὸ βγάζει – Νεῖλος·
τὸ βυζαίνω σὰν θηλαστικό.

Τοῦ πρωκτοῦ ἡ ὠπὴ σὰν στολίδι
θὰ ζηλεύει τὰ τόσα φιλιά.
Τοῦ σφιγκτήρα τὸ σθένος σὰ στρείδι
θὰ ἀνοίξω τὴν πρωταπριλιά.

Σὲ σονέτο τὰ τόσα βρωμόλογα
εὐτελίζουν τὴν φόρμα τὴν πρώτη.
Μᾶλλον πρέπει νὰ μπεῖ στὸ συρτάρι.

Θά ’ταν ὄμορφα ἀντὶ νὰ σοῦ τό ’λεγα
νὰ σὲ ξάπλωνα ὅπως οἱ πιερότοι.
Στάλες σπέρμα σὰν μαργαριτάρι.

~ . ~

VI

Κι ἂν δὲν εἶναι ὁ μύθος φενάκη;
Κι ἂν τὸν ἔζησε ὁ ποιητής;
Κι ἂν τὸ εὐχάριστο παραμυθάκι
εἶναι ἀπαύγασμα βίου-εἰρκτῆς;

Ποιός μπορεῖ μὲ μιὰ σίγουρη γνώμη
τοῦ ἀναγνώστη ποὺ θέλει νὰ βρεῖ
ἂν τῆς ζήσης οἱ αἰώνιοι νόμοι
εἶναι βίωμα κάποιου ποὺ βρί-

θει ἐμπειρίας καὶ οἴησης θεϊκῆς;
Στὸ πεντάστιχο ποὺ άπομένει
θὰ τελειώσω τὸ ποίημα γλυκὰ

σὰν ποιητής ζαχαροπλαστικῆς.
Τὸ σονέτο μου νά!, πῶς πεθαίνει
σὰν τὴ λάμψη ἀπὸ βεγγαλικά.

~ . ~

VII

Μὲ τὴ βάρκα μου πλέω στὸ διάστημα
τῆς σελίδας ποὺ γράφω καὶ σβήνω.
Γιὰ τὴν ποίηση μοῦ λέν’ ὅλοι «ἄσ’ τη» μὰ
ἔχω χρέος νὰ γράφω γιὰ κεῖνο

τὸ χαμόγελο. Γιὰ μιὰ χλωρόφθαλμη
κορασίδα ποὺ ὀνόμασα Μούσα.
Ὅσο σκέφτομαι ρίμες οἱ ὀφθαλμοί
μου διαστέλλονται ὡς ν’ ἀγαποῦσα.

Ὅσο κι ἄν προσπαθήσω τὸ ἀνείπωτο
τοῦ μοντέρνου μοῦ φέρνει τὴ θλίψη.
Κι ἂν ἡ ποίηση μιὰ μέρα ἐκλείψει

σὰν μπουκάλι στὸ σπίτι ἀπὸ ἡδύποτο
θά ’χω χάσει τὴ Μούσα γιὰ πάντα.
Ν’ ἀποφεύγονται τέτοια συμβάντα.

Σελάνα Γραίκα: Η φεγγαροντυμένη, πεζή

womthon

Θα πρέπει ο κόσμος κάποτε να παραδεχτεί πως για να
λάβει σώμα η ψυχή είναι απαραίτητη μια κάποια υγρασία.
Δάκρυα ή ιδρώτα νομίζω, δεν έχει σημασία.
Κι η φεγγαροντυμένη που αναφέρει ο Ποιητής, μόνο τότε,
θα πάρει την ικανοποίηση που της ανήκει.

Θα πρέπει ο κόσμος – κι αυτοί ειδικά που χτυπούν
καμπάνες μιας κηδείας στο ξωκλήσι του όρμου, να
καταλάβει πως ήταν ορθαγορίσκος εκείνη η γυναίκα,
με σάρκα από σαπουνάδα και κολυμπούσε γρήγορα
στο πλάι σα μεθυσμένη. Αλλιώς την θέλησε ο Ποιητής,
αλλά υποψιάζομαι πως η εμπειρία των θαλασσινών θα ήταν
απόλυτα χρήσιμη προς αναγνώριση της αλήθειας,
άλλωστε οι αρμενιστές είναι ονομαστοί αστροναύτες, απλά
καθυστερήσαν.

Η φεγγαροντυμένη, επομένως, δεν βούλιαξε, απλώς κολυμπά.
Κι οι ορθαγορίσκοι θεωρούνται ανέκαθεν κεριά, που φωτίζουν
τη μνήμη ναυαγών.

Κάποτε άκουσα, δεν έχει σημασία πού και πλέον δεν θυμάμαι,
πως οι κινήσεις των ζώων και του ανθρώπου συγκεκριμένα
δια της εναλλαγής των κινήσεων υμνολογούν τον θεό,
γι’ αυτό

θα πρέπει να εκτιμώνται περισσότερο τα μισοκατεστραμμένα
πρόσωπα από τα ακέραια των ανασκαφών, που τα στολίζουν
οι πολιτισμοί της ζωής και της ενότητας.
Ανασταίνουν τα νεκρά, εις βάρος της ψευδούς κατηγόριας
των συντριμμάτων αυτών και περί των υποθέσεών τους.
Εδώ θα πρέπει να ευχαριστήσω νομίζω τον κάποιο, που
είχε βρει παρά πέρα, σκάβοντας τον φτωχό του αγρό, λυχνάρι,
σημάδι τάφου προγονικού· και του νεκροταφείου.
Κι εμείς που βρεθήκαμε εδώ, για απασχόληση ως υπηρέτες
της μνήμης, άμισθοι, αδέλφια του πόνου,
επωμιστήκαμε έργο βαρύ, να ταυτίσουμε αυτή και τον θάνατο,
να ευθειάσουμε τις σπειροειδείς ευξελίξεις προς αναγέννηση
καθέτων γραμμών.

Ομολογούμε, έργο καθ’ όλα κοπιαστικό.
Αυτό που θέλω να πω, φαντάζομαι, είναι ότι έναν
Σεπτέμβρη μαλακό, κατά το τέλος του, συνάντησα
σ’ έναν περίπατό μου τoν σωσία εκείνου που είχα κηδέψει
προ αμνημονεύτων ετών.

Εδώ να σημειώσω πως το σύστημα της ζωής, μας εμπαίζει
ενδεχομένως κι άτσαλα «καθαρίζει¨ το νου
με τις θολές του εικόνες.

Και το λυχνάρι κρατώντας εκείνο, βρέθηκα να παρατηρώ
τις λεπτές αντικνημίδες και τις ηδονικές κλειδώσεις των γονάτων.
Φευ! πως ήταν το φως του λυχναριού μου που του
αλλοίωνε το πρόσωπο σχηματίζοντας στα μάτια εκείνου
δακρυδόχη και μια ορειχάλκινη βελόνα, αφήνοντάς μας
να μαντέψουμε όλη την απαισιοδοξία ενός μελλοντικού γίγνεσθαι.

Διότι αν αφεθώ ελεύθερη, αγαπητέ αδελφέ του πόνου,
θα σας τρομάξει η έκρηξις!

Τέλος πάντων, λέω να τραβήξω για το σπίτι σιγά-σιγά·
να ρίξω λίγο νερό στο αποτέτοιο μου, να πλύνω πόδια και λαιμό,
να ετοιμάσω τον καφέ μου – γλυκύ βραστό μετά μανίας,
να διασκεδάσω και ν’ ανοίξω το ραδιόφωνο
στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού.

Εντυπώσεις από τον Δημήτρη Αρμάο

Εικόνα 118

Αλεξάνδρεια, 2005, στο Σπίτι του Κ. Καβάφη. Από αριστερά: Ηλ. Παπαγιαννόπουλος, Κ. Πουλής, Σπ. Γιανναράς, Κ. Κουτσουρέλης, Ν. Μαυρίδης και ο Δημήτρης Αρμάος.

~   ~   ~  

Τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος του ΝΠ στον Δημήτρη Αρμάο. Προηγήθηκαν τα κείμενα του Α. Κ. Χριστοδούλου και του Γιάννη Πατίλη.

~   ~   ~  

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η έκπληξή μου που είμαι απόψε εδώ, φίλοι και φίλες, είναι διπλή. Το πρώτον, διότι ειλικρινώς δεν περίμενα ότι το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε, θα έβλεπε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Τέτοια ήταν η πίστη μου στην ακράδαντη αναβλητικότητα ή στην ανυποχώρητη τελειοθηρία, αν το προτιμάτε, του ποιητή. Την πίστη μου αυτή την έβλεπα άλλωστε να ανανεώνεται κάθε φορά που άκουγα τους δισταγμούς του. Ακόμη και τις ρητές διαβεβαιώσεις του ότι το πράγμα βαίνει καλώς, και ότι η έκδοση επίκειται, είχα μάθει να τις παίρνω για ξεγλίστρημα απ’ τις πιέσεις των γνωστών, κάτι σαν φιλική στάχτη στα μάτια.

Είμαι όμως έκπληκτος, τόσους μήνες τώρα, και για έναν άλλον λόγο. Τον Αρμάο τον είχα ανέκαθεν για ολιγογράφο. Όσες σκόρπιες δημοσιεύσεις του είχα κατά νου, αυτό μου εδήλωναν. Οι Βίαιες εντυπώσεις του, περιτυλιγμένες ειρωνικά το φιλήσυχο γαλανό τους εξώφυλλο, με διαψεύδουν πανηγυρικά. Τετρακόσιες τόσες σελίδες, διακόσια και βάλε ποιήματα, κάποια τους μακρόσυρτα και άλλα πολυμερή: παραγωγή όπως και να το κάνουμε βιαίως εντυπωτική, ακόμη κι όταν πρόκειται για θησαύρισμα τριάντα και πλέον ετών.

Τώρα, για το ποιος ο ποιητής και ποιο το βιβλίο του, τα πολλά εισαγωγικά μού φαίνεται περισσεύουν. Ο Αρμάος παίζει στα δάχτυλα την ποιητική παράδοση, είτε είναι επιχώρια είτε εισαγωγής. Τρόπους, τόνους, ρυθμούς, είδη, μορφές, όλο το βαρύ της νόου-χάου το ξέρει απ’ την καλή και την ανάποδη. Επιγραμματοποιός, ελεγειογράφος, σατιρικός, τραγουδιστής διαδοχικώς ή εν τω άμα, όλα του είναι προσιτά. Γλωσσικά, ανεβοκατεβαίνει με άνεση τσιρκολάνου ή πειρατή όλο το μακρύ σκοινί της ελληνικής. Στα θέματά του απλώνεται απ’ τη μυστική πηγή της ιδιωτικότητας ώς την πιο ελευθερόστομη πολιτικολογία. Με δυο λόγια, κι εδώ ας σταθώ, γιατί πολλούς τους παρασύρει η προσήνεια του ανδρός και το στεντόρειο, πηγαίο του γέλιο, ο Αρμάος είναι ποιητής γερά αρματωμένος, τουτέστιν δικαίως φιλόδοξος. (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης: Δημήτρης Ἀρμάος – Πρόσωπο καὶ Ἔρ­γο

ArmaosStoGrafeioTou(Mesologgiou16,27-05-2014)

Με­ρο­λη­πτι­κὴ Ἐξ Ὄ­νυ­χος Κα­τά­θε­ση Σὲ Τριά­ντα Μί­α Στη­μέ­νες Ἐ­ρω­τα­πο­κρί­σεις

*    *    *

Τὸ δεύτερο μέρος τοῦ διαδικτυακοῦ ἀφιερώματος τοῦ ΝΠ στὸν Δημήτρη Ἀρμάο.  Προηγήθηκε τὸ κείμενο τοῦ Α. Κ. Χριστοδούλου καὶ ἕπεται αὐτό τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη.

*    *    *

Πό­τε ἄ­κου­σες γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο;

Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες στὰ βι­βλί­α καὶ ψά­χνει στ’ ἀ­ζή­τη­τα ἢ ψύλ­λους πο­λυ­τι­μό­τε­ρους ἀ­πὸ τ’ ἄ­χε­ρα ποὺ τοὺς πε­ρι­βάλ­λουν, βρί­σκε­ται ἐ­πὶ τὰ ἴ­χνη τοῦ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου…

Πό­τε τὸν γνώ­ρι­σες;

Ἀ­δύ­να­τον νὰ θυ­μη­θῶ, εἶ­μαι καὶ βρα­χυ­μνή­μων, ἡ γνω­ρι­μί­α μας, πάν­τως, με­τροῦ­σε πα­ρελ­θόν… Τὸ ἀρ­χεῖ­ο μου, ποὺ θυ­μᾶ­ται μὲ ἀ­κρί­βεια, λέ­ει: πρώ­τη ἐ­πι­στο­λή του στὶς 21 Ὀ­κτω­βρί­ου 1998… Μπο­ρῶ, ὅ­μως, νὰ σοῦ πῶ πό­τε συν­δε­θή­κα­με κα­λύ­τε­ρα, ἔ­χει σχέ­ση καὶ μὲ τὴν πα­τρί­δα του, τὴν Ἄμ­φισ­σα…  

Πό­τε;…

Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τὶς τρί­της χι­λι­ε­τί­ας, ὅ­ταν συ­στά­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ ὁ κύ­κλος τῶν δη­μο­σι­ο­γρα­φούν­των «Ἐ­πι­σκε­πτῶν» τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Αὐ­γή καί, κυ­ρί­ως, ὅ­ταν ἀ­νέ­λα­βε, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ πα­ρέμ­βα­ση δι­κή μου καὶ ἄλ­λων φί­λων, τὴν ἔκ­δο­ση ἁ­πάν­των τῶν εὑ­ρι­σκο­μέ­νων ἑ­νὸς ση­μαν­τι­κοῦ λο­γο­τέ­χνη, μὲ προ­σω­πι­κὴ ἀ­συ­νή­θι­στη σφρα­γί­δα στὰ γράμ­μα­τα μας, τοῦ Τά­κη Παυ­λο­στά­θη (1946-1999), ποὺ κα­τα­γό­ταν καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴν Ἄμ­φισ­σα καὶ ἔ­ζη­σε στὴν ἴ­δια πό­λη με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του…

Ἔ­χει ση­μα­σί­α ὁ τό­πος γιὰ τέ­τοι­ου εἶ­δους συ­ναν­τή­σεις;…

Γιὰ μέ­να, ναί· γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο, μᾶλ­λον ὄ­χι… Μοῦ ἔ­γρα­φε γιὰ τὸν Παυ­λο­στά­θη σὲ ἐ­πι­στο­λή του: «Καὶ ἡ δι­κή μου ἐ­κτί­μη­ση δὲν ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ τὴν κοι­νὴ κα­τα­γω­γή: ἀλ­λοῦ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ τὴν γρα­φή του.»

Πῶς ἦ­ταν ὡς ἄν­θρω­πος ὁ Ἀρ­μά­ος;…

Συν­τρο­φι­κός, ἀ­νοι­χτό­καρ­δος καὶ πάν­τα δο­τι­κός· τῆς πα­ρέ­ας, τοῦ πο­τοῦ καὶ τοῦ τσι­γά­ρου, μὲ ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον βρον­τῶ­δες πα­ρα­τε­τα­μέ­νο γέ­λιο…, καὶ μιὰ μα­τιὰ —θε­έ μου!— ἀ­λη­θι­νὰ τα­πει­νή, σὰν νὰ τοῦ ἔ­κα­νες χά­ρη ποὺ μι­λοῦ­σες μα­ζί του – καμ­μιὰ σχέ­ση μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τέ­ρας με­θο­δι­κό­τη­τας καὶ γνώ­σε­ων, ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν μό­λις ἔ­κλει­νε τὴν πόρ­τα πί­σω του γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ μο­νιά του…

Ὑ­πῆρ­ξε πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο τέ­ρας;…

Ναί, μὲ τὴν πα­λιὰ ση­μα­σί­α, ποὺ λέ­γα­νε «ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα», γιὰ κά­θε τι τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ ἀ­συ­νή­θι­στο –­ κι εἶ­χε, γιὰ τοῦτο, στὰ θέ­μα­τα αὐ­τὰ τα­κι­μιά­σει, ὅ­σο δὲν παίρ­νει, μὲ ἕ­να ἄλ­λο “τέ­ρας” τοῦ εἴ­δους του, ποὺ “φω­λιά­ζει” αὐτὸ στὸν Βό­λο, τὸν Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου… Τί νὰ λέ­με τώ­ρα… Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­χε ἀ­πὸ τὴ φτια­ξιὰ ἑ­νὸς Μάρ­κου Μου­σού­ρου κι ἑ­νὸς Δη­μη­τρί­ου Χαλ­κο­κον­δύ­λη, καὶ ζοῦ­σε τὸ βι­βλί­ο σὰν νὰ ἐ­φευ­ρέ­θη­κε μό­λις χθὲς ἡ τυ­πο­γρα­φί­α… Καὶ τὸ τα­ξί­δι του στὴν Ἰ­τα­λί­α, καὶ ἡ πα­ρα­μο­νή του τρί­α χρό­νια σὲ Ρώ­μη καὶ Σι­έ­να, σὰν συμ­βο­λι­κὴ με­τεμ­ψύ­χω­ση αὐ­τῶν τῶν σπου­δαί­ων λο­γί­ων τοῦ πα­ρελ­θόν­τος καὶ τῶν τα­ξι­δι­ῶν τους, μοῦ φαί­νε­ται· γιὰ νὰ φέ­ρει δῶ­ρα μᾶλ­λον ἀ­χρεί­α­στα σ’ ἕ­ναν λα­ὸ κα­τα­κτη­μέ­νο ξα­νά, ὄ­χι ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους (ἀ­κό­μη), ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ σου­περ­μάρ­κετ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας καὶ τὰ σκα­λα­θύρ­μα­τα τοῦ πο­δα­ριοῦ…

Καὶ ποι­ά ἦ­ταν αὐ­τὰ τὰ δῶ­ρα;…

Δῶ­ρα καὶ γιὰ τοὺς πολ­λοὺς καὶ γιὰ τοὺς λί­γους, γιὰ κεί­νους τοὺς λί­γους ποὺ ἀν­τέ­χουν νὰ κά­νουν τό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὰ σὲ σκευ­ὴ καὶ δύ­σκο­λα σὲ ἀ­πό­φα­ση προ­σο­χῆς καὶ ὑ­πο­μο­νῆς τα­ξί­δια στὰ ἔγ­κα­τα τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ μεῖ­ζον ἔρ­γο του Προ­σφο­ρὰ τῆς Ξε­ρι­ζω­μέ­νης Καρ­διᾶς: Προ­ϊ­στο­ρί­α καὶ Λει­τουρ­γί­α τοῦ Θέματος στὴν Ἐ­ρω­φί­λη τοῦ Χορ­τά­τση – πρω­τό­τυ­πη αὐ­τὸ συ­νει­σφο­ρὰ ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο, ποὺ ξε­κί­νη­σε ὡς ἐκ­πό­νη­ση δι­α­τρι­βῆς τὸ 1990, ἐγ­κρί­θη­κε μὲ ἄ­ρι­στα τὸ 2004, καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ 1013 σε­λί­δες τὸ 2011 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Gutenberg… Ἢ τὴν πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη του Ὁ­μι­λο­ύ­σα Κε­φα­λὴ στὴν Ἔ­ξο­δο τοῦ Ὀρ­φι­κοῦ Μύθου: Ἐ­να­τέ­νι­ση μιᾶς Πτυ­χῆς ἀ­πὸ τὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Τύχη τοῦ Ὀρ­φέ­α σὲ Συ­νάρ­τη­ση μὲ Κάποιες ἀ­πὸ τὶς Εἰ­κα­στι­κές της Ἀ­πο­τυ­πώ­σεις στοὺς Νε­ό­τε­ρους Κυ­ρί­ως Χρό­νους… Καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα, γραμ­μα­το­λο­γι­κὰ καὶ συγ­κρι­το­λο­γι­κά: γιὰ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς με­τα­φρά­σεις, φε­ρει­πεῖν, τῆς Θεί­ας Κω­μω­δί­ας, πα­ραλ­λη­λί­ες ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα Κα­ζαν­τζά­κη καὶ Μα­κι­α­βέλ­λι, Κα­βά­φη καὶ Ἔν­τγαρ Λῆ Μά­στερς…

Καὶ γιὰ τοὺς πολ­λούς;…

Ἔ, πιά, αὐ­τὰ κι ἂν ἦ­ταν τὰ δῶ­ρα, πού, γιὰ μᾶς τοὺς πολ­λούς, δη­λα­δὴ τοὺς φι­λο­λό­γους ἐκ­παι­δευ­τι­κούς, ποὺ δου­λειά μας ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι νὰ τὰ με­τα­δω­ρί­ζου­με σὲ ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρους, δὲν ξέ­ρα­με κὰν ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἐρ­χό­ντου­σαν!… Καὶ ἀ­να­φέ­ρο­μαι, βέ­βαι­α, ὄ­χι μό­νον στὴν συ­νει­σφο­ρά του γιὰ τὴν σύν­θε­ση τοῦ σχο­λι­κοῦ βι­βλί­ου κα­τεύ­θυν­σης Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α τῆς Γ΄ Ἑ­νι­α­ί­ου Λυ­κε­ί­ου, ὅ­που ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε τὶς ἑ­νό­τη­τες γιὰ τὸν Δι­ο­νύ­σιο Σο­λω­μὸ καὶ τὸν Γιά­ννη Ρί­τσο, ἀλ­λὰ καὶ στὰ ἀ­συ­νή­θι­στα γιὰ τὰ μέ­τρα τῆς ἀ­γο­ρᾶς λί­αν ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου πο­λύ­το­μα δι­δα­κτι­κὰ βο­η­θή­μα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πὸ τὸν γε­νι­κὸ τί­τλο Κε­ί­με­να Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας: Ἕ­να Δι­δα­κτι­κὸ Βο­ή­θη­μα συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὴν Ζω­ὴ Μπέλ­λα καὶ ἄλ­λους

Καὶ αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ μί­α ὄ­ψη τῆς δου­λειᾶς τοῦ ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ, ἡ δη­μό­σια καὶ πιὸ φα­νε­ρή…

Για­τί, ὑ­πῆρ­χε καὶ ἄλ­λη κρυ­φή;…

Ἀ­στει­εύ­ο­μαι… Ἐν­νο­ῶ τὴν στά­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ τῆς κρα­τι­κῆς Ἐκ­παι­δευ­τι­κῆς Πο­λι­τι­κῆς καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νων παι­δα­γω­γι­κῶν πρα­κτι­κῶν, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς συ­να­γω­γὲς κει­μέ­νων ποὺ δη­μο­σί­ευ­ε μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Δη­μή­τρης Πτο­λε­μαί­ου…

Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ θαυ­μά­ζω, καὶ τώ­ρα ποὺ λεί­πει, εἶ­ναι τὸ πάν­τρε­μα τοῦ ἀ­γώ­να μέ­σα ἢ πλά­ι στὸ χα­ρά­κω­μα τῆς σχο­λι­κῆς τά­ξης (ἐ­κεῖ ὅ­που συ­ναν­τοῦ­σε κα­νεὶς —ἐ­πι­τέ­λους— «τὸν πραγ­μα­τι­κὸ λα­ό», ποὺ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Παυ­λο­στά­θης) μὲ ἀ­πό­ψεις γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση σὰν αὐ­τὲς ποὺ δι­α­τύ­πω­νε σὲ συ­νέν­τευ­ξή του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Αὐ­γὴ τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2004:

­

«Ἡ ἐκ­παί­δευ­ση, κι ὄ­χι μό­νο στὴ χώ­ρα μας (ἀλ­λὰ γνω­ρί­ζω κα­λὰ μό­νο τὴ φρί­κη τοῦ τό­που μας), ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Ὑ­πάρ­χει ξε­κά­θα­ρη βού­λη­ση σὲ ἐ­πί­πε­δο κο­ρυ­φῆς γιὰ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­σή της καὶ ὅ­σοι ὀ­νο­μά­ζου­με “στε­λέ­χη ἐκ­παί­δευ­σης” ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν τὸ ἔρ­γο τους μὲ τὸν ἀ­πο­λί­τι­κο τρό­πο ἑ­νὸς κα­θη­γη­τά­κου ποὺ προ­ε­τοι­μά­ζε­ται —στὴν “ρο­μαν­τι­κό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση”— νὰ δι­εκ­πε­ραι­ώ­σει τὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του στὴν αἴ­θου­σα. Γιὰ τοὺς συν­δι­κα­λι­στὲς δὲν μι­λῶ, ἐ­πει­δὴ ἡ θέ­ση τους εἶ­ναι δει­νὴ κα­θώς, σή­με­ρα του­λά­χι­στον, τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῆς ἐκ­παί­δευ­σης δὲν ταυ­τί­ζον­ται σὲ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ βαθ­μὸ μὲ τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν. Ἔ­πει­τα, μπο­ρεῖ­τε νὰ ὑ­πο­θέ­σε­τε τί χα­μη­λὴ ποι­ό­τη­τα ἐκ­πέμ­πει ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς μὲ μι­σθὸ γύ­ρω στὰ 1200 εὐ­ρώ; Τὸ το­πί­ο, κα­τὰ συ­νέ­πεια, εἰ­δι­κὰ στὴν κρί­σι­μη γιὰ τὴ μα­ζι­κὴ παι­δεί­α Μέ­ση Βαθ­μί­δα, εἶ­ναι το­πί­ο θα­νά­του. Νι­ώ­θω ὅ­λο μου τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον (πο­λυ­ε­τές, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­τε) νὰ ἔ­χει μα­ται­ω­θεῖ…»

Τὸν κα­τα­λα­βαί­νω, ὅ­μως, κα­λά, ἐ­πει­δή, στὰ θέ­μα­τα προ­σφο­ρᾶς, ἔ­χω λί­γο κι ἐ­γὼ τὴν πα­ρα­πλή­σια ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α ἐ­κεί­νου ποὺ θέλ­γε­ται νὰ γε­μί­ζει μὲ ὡ­ραῖ­α ναυά­για τοὺς γυα­λούς!…

Θὰ εἶ­σαι κι ἐ­σύ, φαν­τά­ζο­μαι, τὸ ἴ­διο ρο­μαν­τι­κός…

Τὸ ἴ­διο, δὲν θὰ ἔ­λε­γα… Ἐ­γὼ ὑ­πάρ­χω καὶ ὀ­λί­γον “μνη­μο­νια­κός”… Θυ­μᾶ­μαι τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ὑ­πη­ρε­τού­σα­με σὲ κο­ντι­νὰ νυ­χτε­ρι­νὰ σχο­λεῖ­α στὴν ἀ­μυν­τι­κὴ γραμ­μὴ Βά­θης-Σε­πο­λί­ων… Δι­α­φω­νού­σα­με στὸ θέ­μα τῆς συγ­χώ­νευ­σης γει­το­νι­κῶν ἑ­σπε­ρι­νῶν σχο­λι­κῶν μο­νά­δων, ποὺ τό­τε, δύο-τρία χρό­νια πρὶν τὸ ξέ­σπα­σμα τῆς κρί­σης, εἶ­χε τε­θεῖ πι­ε­στι­κὰ ἐ­πὶ τά­πη­τος ἀ­πὸ τὴν δι­οί­κη­ση… Ἐ­γὼ σκαν­δα­λι­ζό­μου­να ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις τῶν πέν­τε καὶ δέ­κα μα­θη­τῶν, κι ἔ­βλε­πα κα­χύ­πο­πτα στὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα «νὰ μὴν χα­θοῦν θέ­σεις ἐρ­γα­σί­ας» τὸν φό­βο γιὰ τὸ ἐ­πα­πει­λού­με­νο ξε­βό­λε­μα με­ρι­κῶν… Ὁ Ἀρ­μά­ος ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τὸ θέ­μα μὲ ἦ­θος… Πα­τρο­κο­σμᾶ: Ἂς κό­ψουν αὐ­τοὶ τὸ λαι­μό τους· δὲν κλεί­νου­με πο­τὲ καὶ γιὰ τί­πο­τα ἕ­να σχο­λεῖ­ο!

Ἀλ­λὰ για­τί μᾶς εἶ­πες πα­ρα­πά­νω ὅ­τι τὰ δῶ­ρα του «δὲν ξέ­ρα­με κὰν ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἐρ­χό­ντου­σαν»· δὲν τὸ κα­τά­λα­βα αὐ­τό…

Ἐ­δῶ, γιὰ νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις κα­λύ­τε­ρα, θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὴν τρί­τη πτυ­χὴ τῆς ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας τοῦ Ἀρ­μά­ου, αὐ­τὴ ποὺ συγ­κρο­τεῖ τὸ κε­φά­λαι­ο τῆς Ἐκ­δο­τι­κῆς… Σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ψί­χου­λο “ἔρ­γου” στὸν κό­σμο τῶν “ἐ­πω­νύ­μων” ἀ­λέ­θε­ται γιὰ νὰ ἐκ­θρέ­ψει τὴν θη­ρι­ώ­δη του ἰ­δι­ο­τέ­λεια, ὁ Ἀρ­μά­ος εἶ­χε τὴν “ἐ­ξω­φρε­νι­κὴ” ἰ­δέ­α πὼς κά­θε δου­λειὰ —καὶ ἡ ἐκ­δο­τι­κὴ αὐ­το­νο­ή­τως— θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νε­ται σω­στά σύμ­φω­να μὲ δο­κι­μα­σμέ­να αὐ­στη­ρὰ κρι­τή­ρια (de lege artis, ποὺ λέ­γα­νε οἱ πα­λιοί), ἀ­σχέ­τως μὲ τὸ ποι­ός τε­λι­κὰ θὰ τὴν ὑ­πο­γρά­ψει ἢ θὰ τὴν καρ­πω­θεῖ καὶ σὲ ποι­όν βαθ­μό!… Ἰ­δοὺ ἕ­να ἄλ­λο, πιὸ ἀ­πρό­σμε­νο αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ars gratia artis!… Ἐ­πει­δὴ γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο ἡ Ἐκ­δο­τι­κὴ δὲν ἦ­ταν μί­α ἀ­κό­μη ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ δε­ξι­ό­τη­τα στὸ στά­τους ἔ­στω τῆς “ἐ­πι­στή­μης”, ἀλ­λὰ καλ­λι­τε­χνί­α πο­λι­τι­σμοῦ: μιὰ ἀ­πὸ τὶς Κα­λὲς Τέ­χνες τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης! Θυ­μᾶ­μαι, μά­λι­στα, πού, ὅ­ταν ἱ­στο­ρι­κὸ ἐκ­δο­τι­κὸ τῆς ἀ­γο­ρᾶς «γύ­ρι­σε σε­λί­δα» (γιὰ ἄλ­λου εἴ­δους “τι­μὲς” ἀ­πὸ τὴν “τι­μὴ” τῶν γλωσ­σι­κῶν ἰ­δα­νι­κῶν) καὶ ἐ­πέ­βα­λε σὲ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νο ποι­η­τή, ποὺ γρά­φει ἀ­κό­μη χει­ρο­γρά­φως στὸ πο­λυ­το­νι­κό, τὴν ἔκ­δο­ση συγ­κεν­τρω­τι­κῆς τῶν ποι­η­μά­των του στὸ μο­νο­το­νι­κό, ὁ Ἀρ­μά­ος προ­σφε­ρό­ταν ἐ­πι­μό­νως νὰ κά­νει ὁ ἴ­διος ἀ­μι­σθὶ τὴν δου­λειὰ τῆς ἐ­πι­μέ­λειας τοῦ πο­λυ­το­νι­σμοῦ…

Ἔ­τσι, γιὰ πλεῖ­στα ὅ­σα βι­βλί­α, ἔ­χει βά­λει γεν­ναῖ­α καὶ συ­χνό­τα­τα ἀ­φι­λο­κερ­δῶς τὸ χέ­ρι του σὲ ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­στη­ρι­κτι­κὰ στοι­χεῖ­α τοῦ κει­μέ­νου: σὲ εἰ­σα­γω­γές, ὑ­πο­μνή­μα­τα, ἐ­πί­με­τρα, σχό­λια, βι­βλι­ο­γρα­φί­ες, εὑ­ρε­τή­ρια (γιὰ νὰ μὴν ἀ­να­φερ­θοῦ­με σὲ ἄλ­λα δῆ­θεν πε­ρισ­σό­τε­ρο “ἀ­ό­ρα­τα”, ὅ­πως σὲ οἰ­κο­γέ­νει­ες γραμ­μα­το­σει­ρῶν καὶ τρό­πους σε­λι­δώ­σε­ων): δη­λα­δὴ σὲ πλῆ­θος κρί­σι­μων γιὰ τὸ βι­βλί­ο πραγ­μά­των ποὺ συ­χνὰ οἱ ἀ­δα­εῖς προ­σπερ­νᾶ­νε, γιὰ νὰ πᾶ­νε —ἂν πράγ­μα­τι πᾶ­νε πο­τέ— κα­τευ­θεῖ­αν στὸ ὑ­πο­τι­θέ­με­νο «ζου­μί»…

Ἀ­πό­σταγ­μα τῆς με­γά­λης του πεί­ρας ἦ­ταν καὶ ἡ σει­ρὰ δύ­ο σε­μι­να­ρί­ων ποὺ ἔ­δω­σε τὸ 2011, ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Gutenberg στὸν χῶ­ρο τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου τους, μὲ θέ­μα «Ὀρ­γά­νω­ση καὶ Σύν­τα­ξη Ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς / Ἐ­ρευ­νη­τι­κῆς Ἐρ­γα­σί­ας (μὲ Ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὶς Θε­ω­ρη­τι­κὲς Σπου­δές)» καὶ «Μορ­φο­λο­γί­α Ἐκ­δό­σε­ων» (ἐ­πι­μέ­λεια κει­μέ­νου —γλωσ­σι­κή, δο­μι­κὴ κλπ.— καὶ τυ­πο­τε­χνι­κὴ δε­ον­το­λο­γί­α μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὸ βι­βλί­ο)…

Πε­ριτ­τό, ἴ­σως, νὰ προ­στε­θεῖ ὅ­τι τέ­τοι­α με­ρά­κια δὲν μα­κρο­η­με­ρεύ­ουν, ἂν δὲν βροῦν καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὲς πόρ­τες ἀ­νοι­χτές· τό­σο, ποὺ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ πῶ μὲ βε­βαι­ό­τη­τα στὴν πε­ρί­πτω­σή μας, ποι­ός ἦ­ταν ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο τυ­χε­ρὸς ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους συ­νάν­τη­ση: οἱ ἐκ­δό­σεις Gutenberg ἢ ὁ Δη­μή­τρης Ἀρ­μά­ος;…

Καὶ σκέ­φτο­μαι συ­χνά, ἐν κα­τα­κλεί­δι, πὼς μό­νο στὰ χεί­λη ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀν­θρώ­που, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ λά­βει ὅ­λο της τὸ βά­ρος ἡ πα­ρα­κά­τω κου­βέν­τα, στὴν συ­νέν­τευ­ξη ποὺ ἔ­δω­σε ὁ Ἀρ­μά­ος στὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ τὸ 2004, μι­λών­τας, ὡς ποι­η­τὴς πιά, γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α: «Ὅ­σο κι ἂν λα­τρεύ­ω τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φή της, ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι ἀ­σή­μαν­τη γιὰ τὴν ἀ­ξί­α τῶν κει­μέ­νων…» Ἂς τὸ πῶ: ὁ Ἀρ­μά­ος δὲν ἦ­ταν φι­λό­λο­γος καὶ στὰ ποι­ή­μα­τά του, ὅ­πως λαν­θα­σμέ­να νο­μί­ζουν ἀρ­κε­τοί, ἦ­ταν ποι­η­τὴς καὶ στὰ φι­λο­λο­γι­κά του!…

Τέ­λει­ω­σες μὲ τὸ ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κό του τρί­πτυ­χο;… Για­τὶ σὰν νὰ μοῦ φαί­νε­ται πὼς ἀ­πο­φεύ­γεις νὰ μι­λή­σεις γιὰ τὸν ποι­η­τή…

Ἴ­σα-ἴ­σα γι’ αὐ­τὸ θὰ ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σου­με… Ἀ­φοῦ, ὅ­πως μό­λις ὑ­παι­νί­χθη­κα, ἡ ἀ­ξί­α τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἄλ­λοι σπεύ­δουν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν προ­θυ­μό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο του εἶ­ναι ἡ φι­λο­λο­γι­κή του δει­νό­τη­τα καὶ ἡ πε­ρὶ τὰ ἐκ­δο­τι­κά…

Καὶ για­τὶ συμ­βαί­νει αὐ­τό;…

Οἱ μὲν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὶ δι­ό­τι τρῶ­νε ἀ­πὸ τὰ γνω­στὰ καὶ τὰ ἕ­τοι­μα καὶ δὲν ψά­χνουν γιὰ “νέ­ες” φω­νές, οἱ δὲ ποι­η­τὲς ἐ­πει­δὴ βα­ρι­οῦν­ται νὰ δι­α­βά­ζουν συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις (ἄλ­λων), καὶ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο νὰ εἶ­χαν συ­ναν­τή­σει ἀλ­λοῦ ποι­ή­μα­τα τοῦ Ἀρ­μά­ου – ὁ ἴ­διος ἦ­ταν πο­λὺ φει­δω­λὸς σὲ δη­μο­σι­εύ­σεις… Σπά­νια δη­μο­σί­ευ­ε καὶ σχε­δὸν πο­τὲ με­μο­νω­μέ­να ποι­ή­μα­τα, μό­νον ἑ­νό­τη­τες… Ἔ­τσι, ὅ­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2009 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὕ­ψι­λον, σὲ ἕ­ναν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ φρον­τι­σμέ­νον ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τό­μο, τὸ corpus τῶν ποι­η­μά­των του, βρῆ­κε τὴν μι­κρὴ κοι­νό­τη­τα τῶν ἀ­να­γνω­στῶν τῆς ποί­η­σης ἀ­νέ­τοι­μη νὰ μπεῖ στὸν κό­πο νὰ τὰ γνω­ρί­σει καὶ νὰ τὰ δε­χθεῖ… Ἀλ­λὰ καὶ ὡς ἔκ­δο­ση συγ­κεν­τρω­τι­κὴ τριά­ντα δύ­ο ἐ­τῶν δου­λειᾶς βρι­σκό­ταν μα­κριὰ ἀ­πό τὴν “πε­πα­τη­μέ­νη”…

Armaos-MitropoliΤί τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο εἶ­χε, δη­λα­δή;…

Τὰ ποι­ή­μα­τα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ἐ­κεῖ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε μό­νο οὔ­τε ὅ­λα ὅ­σα δη­μο­σί­ευ­σε· οὔ­τε ὅ­πως τὰ δη­μο­σί­ευ­σε, οὔ­τε μὲ τὴν χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α γρά­φτη­καν ἢ δη­μο­σι­εύ­τη­καν… Ἀλ­λὰ καὶ μέ­σα στὶς ἑ­νό­τη­τες ποὺ εἶ­χε ἤ­δη δη­μο­σι­εύ­σει, ἡ ὕ­λη ἀ­να­δι­α­τά­χθη­κε κι αὐ­τή, ὅ­πως δή­λω­νε σὲ συ­νέν­τευ­ξή του ὁ ἴ­διος, «μὲ κρι­τή­ριο θε­μα­το­λο­γι­κὸ κυ­ρί­ως». Στὴν οὐ­σί­α τὸ ὑ­λι­κὸ ἀ­να­συγ­κρο­τή­θη­κε κα­τὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τά­ξη τοῦ βα­θύ­τε­ρου νο­ή­μα­τος ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου ποὺ θέ­λη­σε ὁ ἴ­διος γιὰ τὴν τέ­χνη του, ὅ­ταν ἔ­λα­βε τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἀ­πό­στα­ση καὶ ἀ­πό­φα­ση γιὰ νὰ τὸ δεῖ συ­νο­λι­κά – κά­τι ποὺ ἀ­να­τρέ­χει πί­σω, στὸ 2004, του­λά­χι­στον… Ἔ­τσι ὁ τό­μος αυ­τὸς τῶν 219 ποι­η­μά­των καὶ τῶν 416 σε­λί­δων θὰ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς ἡ μο­να­δι­κὴ κι ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α καὶ μό­νον θὰ πρέ­πει νὰ κρι­θεῖ…

Ἐ­ξάλ­λου, μὲ τὴν ἴ­δια αἴ­σθη­ση συ­νό­λου, χα­ρα­κτή­ρι­σε τὸν τό­μο του «Βι­βλί­ο Στί­χων», καὶ τοῦ ἔ­δω­σε τὸν τί­τλο «Βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν ἐ­τῶν 1975-2007». Πα­ρέ­δω­σε δὲ τὶς ποι­ή­σεις του σὲ κά­θε μέλ­λον­τα ἀ­να­γνώ­στη «ἄ­νευ ὅ­ρων», ὅ­πως γρά­φει ὁ ἴ­διος κλεί­νον­τας τὴν προ­λο­γι­κή του «Σύ­νο­ψη», ὅ­πως πα­ρα­δί­νον­ται «ὅ­λοι οἱ νι­κη­μέ­νοι κα­τὰ κρά­τος»…

Ἐ­σὺ πῶς τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις αὐ­τό, τὸ «ἄ­νευ ὅ­ρων» καὶ τὸ «νι­κη­μέ­νοι κα­τὰ κρά­τος»;

Ἐ­μέ­να δὲν μὲ δυ­σκο­λεύ­ει νὰ κα­τα­λά­βω τὴν “ἥτ­τα” τῆς ποί­η­σης· κι ὁ ἴ­διος τὴν ἐ­ξη­γεῖ: «σ’ αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δὲν μι­λά­ει κά­ποι­ος “ὥ­ρι­μος” ἄν­θρω­πος. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α ποὺ εἰ­σπράτ­τει τὸν πλήτ­τει ὡς στα­θε­ρὴ δι­ά­ψευ­ση…» Γιὰ τὸ «ἄ­νευ ὅ­ρων», ὡ­στό­σο, θὰ πρέ­πει νὰ δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὴν κρί­ση γιὰ τὸ ποί­η­μα, ποὺ εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ δὲν ὑ­πό­κει­ται σὲ κα­νε­νὸς εἴ­δους ἐ­ξα­ναγ­κα­σμό, καὶ στὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τῆς τῆς κρί­σε­ως, δη­λα­δὴ τὴν ἀ­νά­γνω­ση· αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου «ἄ­νευ ὅ­ρων»…

Δὲν σὲ κα­τα­λα­βαί­νω…

Ἐν­νο­ῶ πὼς κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ ἀ­δι­κή­σου­με σφό­δρα τὴν ποί­η­ση τοῦ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου, ἐ­ὰν δὲν γί­νου­με οἱ προ­σή­κον­τες ἀ­να­γνῶ­στες της…

Καὶ ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι;…

Ὁ ἴ­διος τοὺς προ­ε­ξό­φλη­σε, ὅ­ταν ἔ­λε­γε ὅ­τι ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς ἤ­δη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να «ἡ πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κὴ φι­λο­λο­γι­κὴ σκευ­ὴ εἶ­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου», συ­νε­πῶς καὶ τῆς ἀ­νά­γνω­σής του, σκέ­φτο­μαι ἐ­γώ…

Καὶ συμ­φω­νεῖς μὲ μιὰ τέ­τοι­α ἄ­πο­ψη;… 

Ὄ­χι! Ἔ­τσι γε­νι­κὰ δι­α­τυ­πω­μέ­νη, σὰν νὰ ἀ­φο­ρᾶ σὲ κά­θε λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο· ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να ἔρ­γο σὰν τοῦ Ἀρ­μά­ου, ναί!… Ὅ­σο πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ σκευ­ὴ τό­σο πιὸ ἔν­τι­μα θε­με­λι­ω­μέ­νο καὶ τὸ δι­καί­ω­μα τῆς κρί­σε­ως…

Αὐ­τὸ τί ση­μαί­νει;… Ὅ­τι ἐ­ὰν δι­α­θέ­τει κα­νεὶς στὸ ἔ­πα­κρον αὐ­τὴν τὴν «φι­λο­λο­γι­κὴ σκευή», δι­και­ώ­νε­ται ὡς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο ἔρ­γο τέ­χνης καὶ τὸ κά­θε ποί­η­μα ποὺ τὴν προ­ϋ­πο­θέ­τει;…

Ὄ­χι, βέ­βαι­α… Δι­και­ώ­νε­ται πι­θα­νό­τα­τα τὸ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ κύ­ρος τῆς κρί­σης… Ἀλ­λὰ ἂς κά­νου­με ἕ­να βῆ­μα πρὸς τὰ πί­σω. Τί εἶ­ναι στὸ με­γα­λύ­τε­ρό της μέ­ρος ἡ ποί­η­ση τοῦ Ἀρ­μά­ου κοι­ταγ­μέ­νη σὲ μιὰ πρώ­τη πρό­χει­ρη ἀ­νά­γνω­ση… Ἕ­να ἀρ­χι­πέ­λα­γος πο­λι­τι­σμι­κῶν δει­κτῶν πά­σης φύ­σε­ως (τμή­μα­τα φι­λο­λο­γι­κῶν πα­ρα­θε­μά­των ἀ­πὸ νε­κρὲς καὶ ζων­τα­νὲς γλῶσ­σες, ὅ­ροι μου­σι­κῆς ἢ ζω­γρα­φι­κῆς, τί­τλοι λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἢ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῶν ται­νι­ῶν, πρό­σω­πα τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἢ ἥ­ρω­ες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, συ­νή­θως δεύ­τε­ρης καὶ τρί­της σει­ρᾶς σὲ ἀ­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα), ποὺ ξε­προ­βάλ­λουν ὡς πα­ρά­ξε­νες νη­σί­δες πά­νω ἀ­πὸ τὸ continuum μιᾶς γλώσ­σας ρέ­ου­σας καὶ λαμ­πε­ρὰ ἐκ­φρα­στι­κῆς, πλού­σιας σὲ κοι­τά­σμα­τα ἑλ­λη­νι­κῆς κά­θε λο­γῆς καὶ τέ­λεια ρυθ­μι­σμέ­νης, ὅ­που ὁ ἴα­μβος, κυ­ρί­αρ­χος, πο­τὲ δὲν χά­νει τὸν βη­μα­τι­σμό του… Ποι­η­τι­κή, ἀ­σφα­λῶς, ποὺ χρω­στᾶ πολ­λὰ καὶ στὸν τρό­πο συν­θέ­σε­ως τῶν Cantos τοῦ Ἔζ­ρα Πά­ουντ…

Ὅ­μως, βά­ζον­τας στὴν πάν­τα τὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δου­λε­μέ­να καὶ μὲ γνώ­ση ποι­κί­λων μορ­φῶν ἔμ­με­τρά του, ὑ­πάρ­χει καὶ ἕ­να ση­μαν­τι­κὸς ἀ­ριθ­μὸς ποι­η­μά­των, ἴ­σως καὶ τὸ ἕ­να τρί­το τοῦ συ­νό­λου, γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση καὶ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῶν ὁ­ποί­ων δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν κα­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη φι­λο­λο­γι­κὴ σκευ­ή.

Ἂς δι­α­βά­σου­με ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τά:

ΖΕΥΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΣΕ ΓΡΑΝΙΤΗ

Ζών­τας αὐ­τὴ κάμ­πο­σα χρό­νια ὑ­στε­ρι­νά του
Κα­τόρ­θω­σε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς κοι­νές τους ἔ­ρευ­νες
Καρ­πο­φο­ρί­α ποὺ τῆς προ­σκό­μι­σε
Δι­ό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­τη δό­ξα      ἐ­πί­και­ρη      ἔγ­και­ρη
Δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­ο πὼς ἂν ζοῦ­σε κι ὁ λε­γά­με­νος
Θὰ ξε­κολ­λού­σα­νε μα­ζὶ ὅ­πως τὰ κα­τά­φε­ρε μο­νά­χη
Ἦ­ταν δι­στα­κτι­κὸς ἀμ­φί­θυ­μος τε­λει­ο­μα­νὴς γε­μά­τος φό­βους
Τε­ρα­το­λό­γος σὲ ζη­τή­μα­τα κοι­νά
Τά ’ξε­ρε αὐ­τὰ καὶ πρὶν νὰ τὸν γνω­ρί­σει στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το
Ἔ­ψα­χνε ἀλ­λοῦ τὴν λύ­ση κι ὄ­χι στὴν «πε­πα­τη­μέ­νη»
Ἀλ­λὰ ἡ πε­πα­τη­μέ­νη ἀ­μέ­σως ἔ­δω­σε καρ­ποὺς
Σὰν πῆ­ρε αὐ­τὴ τὰ ἡ­νί­α στὰ χέ­ρια της
Τὸ δί­χως ἄλ­λο θὰ τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­ζε      ἐ­ὰν εἶ­χε μέ­ρες
Τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα ποὺ ν’ ἀ­χτι­νο­βο­λή­σει τό­τε δὲ λευ­τέ­ρω­νε
Καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν ἀ­γά­πη της
Ποὺ ἐ­κλι­πα­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι πιὸ θερ­μὴ κι ἐκ­φρα­στι­κή
Ἀ­φοῦ με­ρί­μνει της κυ­κλο­φο­ρή­θη­καν ὅ­λες του οἱ ἐρ­γα­σί­ες
Opera Omnia καὶ Opuscula καὶ Spuria
Τί εἶ­χε κά­νει ὁ ἴ­διος ὅ­σο ζοῦ­σε; φύλ­λα καὶ φτε­ρά!
Καὶ μα­ζε­μέ­να φά­νη­καν κα­λύ­τε­ρα τί ἀ­ξί­ζα­νε
Μπρὸς στὸ δι­κό της ἔρ­γο      θά ’χε
Τὴν ἴ­δια γνώ­μη ὅ­μως κι ἐ­κεῖ­νος;
Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ Κέν­τρου Ἐ­ρευ­νῶν ὁ γλύ­πτης δὲν ἀ­πέ­δω­σε
Μὲ ἀρ­κε­τὴ σα­φή­νεια
Τὸ βλέμ­μα τῆς λα­τρεί­ας ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σουν.

Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­χει γρά­ψει ἕ­να τέ­τοι­ο ποί­η­μα —ἀ­δι­α­φο­ρῶ ἂν ὑ­παι­νίσ­σε­ται τὸ ζεῦ­γος Κι­ου­ρί, ἢ ὅ­ποι­ο ἄλ­λο, ποὺ ὡ­στό­σο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα αὐ­τὸ γί­νε­ται “ἀρ­χε­τυ­πι­κό”— δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι οὔ­τε μέ­τριος οὔ­τε ἀ­δι­ά­φο­ρος ποι­η­τής… Καὶ πα­ρό­μοι­ας πά­νω-κά­τω ἀ­ξί­ας εἶ­ναι καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ποι­ή­μα­τά του αὐ­τῆς τῆς πλέ­ον εὔ­λη­πτης —ἂς τὴν ὀ­νο­μά­σου­με ἔ­τσι— κα­τη­γο­ρί­ας, τό­σο ποὺ ἂν ἐ­πρό­κει­το νὰ τὸν κρί­νου­με ἀ­πὸ αὐ­τὸ καὶ μό­νο τὸ μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του, ἡ ποί­η­ση τοῦ Ἀρ­μά­ου δὲν θὰ εἶ­χε σὲ τί­πο­τα νὰ ζη­λέ­ψει ἐ­κεί­νη τῶν κα­λύ­τε­ρων ποι­η­τῶν τῆς γε­νιᾶς του…

Αὐ­τὰ ὡς πρὸς αὐ­τό – κι ἡ πα­ρα­πά­νω πα­ρα­τή­ρη­ση ἔ­στω γιὰ ὅ­σους, πρω­τί­στως ὁ­μό­τε­χνους, προ­σχη­μα­τι­ζό­με­νοι τὸ δύσ­λη­πτο πολ­λῶν ποι­η­μά­των του, ἀ­πο­φεύ­γουν νὰ ἀ­να­με­τρη­θοῦν ἐν συ­νό­λῳ μὲ τὴν ποί­η­σή του.

Armaos-MythologimaἘ­σύ, δη­λα­δή, δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σες πα­ρό­μοι­ες δυ­σκο­λίες κα­τανό­η­σης;…

Τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα ἀ­πὸ πα­λιὰ καὶ ὡς ἐκ­δό­της τοῦ Πλα­νό­διου, ὅ­ταν ὁ Ἀρ­μά­ος ἔ­δω­σε νὰ δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ἡ ποι­η­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τά του «Μυ­θο­λό­γη­μα», ἕ­να σύν­θε­μα ποὺ ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ἀν­τι­στέ­κε­ται στὴν πλή­ρη καὶ λει­τουρ­γι­κὴ κα­τα­νό­η­σή μου… Ἡ ἑ­νό­τη­τα ἔ­τυ­χε μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρης με­τα­χεί­ρι­σης στὴν σύν­θε­ση τῆς συγ­κεν­τρω­τι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν ποι­η­μά­των του: το­πο­θε­τή­θη­κε στὸ τέ­λος της γιὰ νὰ κλεί­σει ὁ ποι­η­τὴς μα­ζί της τοὺς λο­γα­ρια­σμούς του μὲ τὸν προ­η­γού­με­νο αἰ­ώ­να. Ἀ­να­τρέ­χον­τας τώ­ρα στὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α μας τῆς ἐ­πο­χῆς κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κό, τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή μου ἕ­νας ἀ­στε­ρί­σκος στὴν ἐ­πι­στο­λή του τῆς 18ης Νο­εμ­βρί­ου 1999: Γρά­φει ἐ­κεῖ ὁ Ἀρ­μα­ός: «Ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων πρό­σε­ξα καὶ τὴ σύμ­πτω­ση: αὐ­τὸ τὸ ποί­η­μα, ποὺ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἀ­πο­τε­λεῖ χαι­ρε­τι­σμὸ πρὸς τὸν βι­ω­μα­τι­κὸ χρό­νο [ὑ­πο­γράμ­μι­ση δι­κή μου], δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ τε­λευ­ταῖ­ο τοῦ αἰ­ώ­να (καὶ τῆς χι­λι­ε­τί­ας βέ­βαι­α) τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου.» Ἡ ση­μεί­ω­ση αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ἀρ­γό­τε­ρα γιὰ μέ­να ἕ­να ἀ­κό­μη κλει­δὶ στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ τί­τλου ποὺ ἔ­δω­σε ἀρ­κε­τὰ χρό­νια με­τὰ στὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των του, κι ἀ­κό­μη: μιὰ ἐ­πι­πλέ­ον μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὸ εἶ­δος τοῦ ρι­ζώ­μα­τος τῆς ποι­η­τι­κῆς του…

Ἐν­νο­εῖς τὸν τί­τλο «Βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν ἐ­τῶν 1975-2007» – ἀ­λή­θεια, ἔ­χει ὁ τί­τλος μιὰ πα­ρά­ξε­νη ὀ­μορ­φιά…

Ναί, μοῦ ἄ­ρε­σε (καὶ μὲ πα­ρα­ξέ­νι­σε) ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν ἀν­τί­κρι­σα στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τοῦ βι­βλί­ου του, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χα πο­τὲ φαν­τα­στεῖ ὅ­τι κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο «Πε­ρὶ ἁ­μαρ­τη­μά­των καὶ ποι­νῶν» τοῦ Καί­σα­ρος Μπε­κα­ρί­α, ὅ­πως ἐ­ξη­γοῦ­σε ὁ Ἀρ­μά­ος σὲ συ­νέν­τευ­ξη σχε­τι­κὴ μὲ τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ βι­βλί­ου του… Ἀ­ξί­ζει νὰ με­τα­φέ­ρω ἐ­δῶ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο: «Ἐ­κεῖ ὁ Ἰ­τα­λὸς δι­α­φω­τι­στὴς ἐ­ξη­γεῖ για­τί προ­τι­μᾶ τὴν τι­μω­ρί­α ἀ­πὸ τὸ θά­να­το (σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­ξι­ό­ποι­νων πρά­ξε­ων) καὶ λέ­ει πὼς οἱ “βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις” δὲν ἔ­χουν ἀν­το­χὴ ὡς βι­ώ­μα­τα στὴν κοι­νω­νί­α. Φυ­σι­κὰ ἡ γνώ­μη μου εἶ­ναι, ὅ­πως θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης, δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἂν καὶ ὄ­χι ὡς πρὸς ὅ,τι αὐ­τός ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται.»

Ὁ «βι­ω­μα­τι­κὸς χρό­νος» τὸν ὁ­ποῖ­ο χαι­ρε­τοῦ­σε μὲ τὸ ποί­η­μα ποὺ ἔ­κλει­νε τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να καὶ μα­ζὶ τὴν ποι­η­τι­κή του δι­α­θή­κη ὁ Ἀρ­μά­ος, δὲν ἦ­ταν γιὰ μέ­να τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴν δρα­μα­τι­κὴ ἔν­τα­ση τῶν πνευ­μα­τι­κῶν βι­ω­μά­των ποὺ ὡς καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο ἄν­θρω­πο καὶ πρω­τί­στως ὡς καλ­λι­τέ­χνη τὸν ση­μα­δέ­ψα­νε βα­θιὰ σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μῆ­κος τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς του. Για­τὶ ὁ Ἀρ­μά­ος ζοῦ­σε τὸν πο­λι­τι­σμὸ σὰν νὰ ἐ­ξαρ­τι­ό­ταν ἡ ὕ­παρ­ξη καὶ ἡ συ­νέ­χι­σή του ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἴ­διο, καί, συ­νά­μα, ὡς προ­σω­πι­κό του ἀ­γώ­να ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­πι­βί­ω­σης μέ­σα σὲ ἕ­ναν ἄ­θλιο καὶ τραυ­μα­τι­κὸ γιὰ τὴν φι­λο­τι­μί­α του κό­σμο!

Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ τὸ πλη­σί­α­σμα τῆς ποί­η­σής του θὰ πρέ­πει νὰ γί­νε­ται μὲ τοὺς δι­κούς της ὅ­ρους, ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τουν τὴν δι­ά­κρι­ση στὴν πη­γὴ τῆς δυ­σκο­λί­ας…

Καὶ πῶς γί­νε­ται μιὰ τέ­τοι­α δι­ά­κρι­ση;…

Ἂν μπο­ρέ­σου­με νὰ δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὸ «κρυ­πτι­κὸ» καὶ τὸ «δύσ­λη­πτο» ποί­η­μα. «Κρυ­πτι­κὸ» εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα ποὺ συν­τη­ρεῖ σκό­πι­μα στὴ γρα­φὴ τὸν ἰ­δι­ω­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ προ­σω­πι­κοῦ βι­ώ­μα­τος… Ἐ­δῶ, ἂν τὸ ψυλ­λια­στοῦ­με ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ δυ­σκο­λί­α —ὅ­ση μᾶς πε­ρι­μέ­νει— γί­νε­ται πιὸ εὔ­κο­λα ἀ­πο­δε­κτή· μπαί­νει στὴ ἀ­να­γνω­στι­κὴ σύμ­βα­ση καὶ πε­ρι­μέ­νου­με ἀ­πὸ ἀλ­λοῦ τὶς χά­ρες του… Ἀν­τί­θε­τα «δύσ­λη­πτο» εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ ἄ­γνω­στά μας στοι­χεῖ­α, ἐ­κεῖ­να ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο μᾶς ἐμ­πο­δί­ζουν στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ ποι­ή­μα­τος, δὲν ἀ­νά­γον­ται στὴ σφαί­ρα τῶν ἰ­δι­ω­τι­κῶν προ­σω­πι­κῶν βι­ω­μά­των τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ, οὔ­τε σὲ κά­ποι­α ὑ­πο­τι­θέ­με­νη πρό­θε­ση τοῦ ποι­η­τῆ νὰ ἀ­πο­κρύ­ψει κά­τι ἢ νὰ μᾶς δυ­σκο­λέ­ψει στὴν κα­τα­νό­η­σή του, ἀλ­λὰ στὸν βαθ­μὸ τῆς ἀ­πὸ μέ­ρους μας γνώ­σης ἢ μὴ τοῦ πο­λι­τι­σμι­κοῦ ἀ­πο­θέ­μα­τος ποὺ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα κι­νη­το­ποι­εῖ· σὲ στοι­χεῖ­α δη­λα­δὴ ποὺ τε­λι­κῶς δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­ω­τι­κὰ ἀλ­λὰ δη­μό­σια.          

Μή­πως θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα;…

Νά, σ’ ἕ­να ποί­η­μα ὅ­που ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει τὸν κό­σμο τῆς φύ­σης καὶ τοῦ ἐν­στί­κτου μὲ τὸν κό­σμο τῆς πό­λης, συ­ναν­τᾶ­με τὴν πα­ρα­κά­τω συ­στά­δα στί­χων:

[…] Μὰ τώρα νὰ μ’ ἀφήσεις γιὰ τὸ βίωμα τῆς ἀπώλειας
Τὸν τυχοδιωκτισμὸ νὰ ὑπάρχεις καὶ νὰ ὑπάρχεις μὲς στὴν πολιτεία
Σὰν ποὺ τὸ λέει κι ὁ Ραστινιάκ       μ’ αὐτὴ τὴν πόλη καὶ μ’ ἐμένα κάτι τρέχει
Κάτι συμβαίνει ἐν γένει μὲ τὶς πόλεις μας κι ἂς μένουν
Ὅλα ἀναλλοίωτα ὅταν ἀπερχόμαστε καὶ συνεχίζει ἀκόμα κι ὁ ρυθμὸς
Ἀνεπηρέαστος στὶς πλατεῖες τοὺς δρόμους βράδι καὶ πρωί […]

δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου φταί­ξι­μο τοῦ ποι­η­τῆ, ἂν ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν θυ­μᾶ­ται ἢ δὲν δι­ά­βη­κε πο­τὲ τὸ χω­ρί­ο ἀ­πὸ τὴν Ἀν­θρώ­πι­νη Κω­μω­δί­α τοῦ Μπαλ­ζάκ, ὅ­ταν ὁ ἥ­ρω­άς του Ρα­στι­νιὰκ κοι­τών­τας τὸ Πα­ρί­σι ἀ­πὸ τὸν λό­φο τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου Πὲρ Λα­σαὶζ ἀ­να­φω­νεῖ: «Καὶ τώ­ρα οἱ δυ­ό μας»!… Καὶ πές μου ἐ­σύ, ἂν θὰ πε­τύ­χαι­νες κα­λύ­τε­ρη καὶ λει­τουρ­γι­κό­τε­ρη νο­η­μα­τι­κὴ ἐν­δυ­νά­μω­ση ποι­ή­μα­τος ἀ­πὸ τού­την τὴν ἔμ­με­ση μνεί­α ἑ­νὸς κα­τα­γω­γι­κοῦ γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο θέ­μα κλα­σι­κοῦ κει­μέ­νου;…

Ἢ γιὰ νὰ σοῦ δώ­σω ἕ­να ἄλ­λο, δευ­τε­ρό­τε­ρο, πα­ρά­δειγ­μα, βρί­σκω πο­λὺ τρυ­φε­ρὸ καὶ χα­ρι­τω­μέ­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ «λέ­ει ὁ Βλά­σης στοὺς Παν­σέ­δες του», στὸν στί­χο:

Κα­μα­τε­ροῦ σου­σού­μια παίρ­νει λέ­ει ὁ Βλά­σης στοὺς Παν­σέ­δες του […]

ποὺ ὑ­παι­νίσ­σε­ται —“ἐ­ξη­με­ρώ­νον­τας” τὴν φι­λο­λο­γι­κὴ μνεί­α— τὸ ἔρ­γο Pensées τοῦ Μπλαὶζ Πα­σκάλ, ὅ­σο καὶ ἂν δὲν μπο­ρῶ ἀ­κό­μη νὰ κα­τα­λά­βω τὸ πρῶ­το ἡ­μι­στί­χιο «Κα­μα­τε­ροῦ σου­σού­μια παίρ­νει…»…

Καὶ γιὰ τὸ «κρυ­πτι­κὸ» τὸ ποί­η­μα, δέν θὰ μοῦ πεῖς;…

Θὰ σοῦ πῶ…, ἂν καὶ στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα θὰ σοῦ σπα­ρά­ξω —δί­χως νὰ τὸ ἤ­θε­λε καὶ νὰ τὸ θέ­λω— τὴν καρ­διά…

Εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα μὲ τί­τλο «Σει­ρὰ τῆς Κλω­θῶς», καὶ ὅ­πως σὲ ὅ­λα τὰ «κρυ­πτι­κά», ποὺ ὅ­πως εἴ­πα­με ἐγ­κι­βω­τί­ζουν τὸ ἰ­δι­ω­τι­κὸ βί­ω­μα, πε­ρι­μέ­νου­με ν’ ἀ­κού­σου­με τὶς σκέ­ψεις τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ γιὰ τὴ μοί­ρα του, ποὺ μὲ ἀ­να­δρο­μι­κὴ προ­βο­λὴ ἀ­να­τρέ­χουν στὴν ὥ­ρα τῆς γέν­νη­σής του… Ὅ­ταν μά­λι­στα βλέ­που­με τὸ ποί­η­μα ἐν­ταγ­μέ­νο σὲ ἑ­νό­τη­τα μὲ τί­τλο «Ὑ­πο­τα­γὴ στὸν Λί­βα», καὶ ξέ­ρου­με, ὅ­σοι ξέ­ρου­με (κρυ­φὸ δὲν εἶ­ναι), ὅ­τι τὴν πε­ρί­ο­δο 1969-1971, ὁ συγ­γρα­φέ­ας του, παι­δὶ δε­κα­ε­τές, δι­έ­με­νε οἰ­κο­γε­νεια­κῶς στὴν Νε­ά­πο­λη Λα­σι­θί­ου, πάν­τως ὄ­χι καὶ πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ «Λι­βυ­κό», προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε γιὰ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ στοι­χεῖ­ο – ποὺ στὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ἀ­πο­τε­λεῖ γιὰ μᾶς τοὺς ἀ­φε­λεῖς (Clotho Rules!) καὶ σχῆ­μα… πα­ρὰ προσ­δο­κί­αν… 

ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΚΛΩΘΩΣ

Τὸν βλέπω κιόλας μὲ κρανίο θρυμματισμένο εἰκοσιδυὸ χρονῶ σὲ πόλεμο                                       κι ἂν ὄχι αὐτό
Πενήντα πέντε μὲ ραγδαῖες τὶς μεταστάσεις      ἢ ἄιντε
Ὀγδόντα ἐννιὰ μὲ τέλη εἰρηνικά      σάψαλο ὁλόβολο
Αὐτοὶ ποὺ ὀνόμασαν ἀθάνατα πράγματα λίγο μόνο ἀνθεκτικότερα                                                    πὲς καὶ πολύ
Ἀπ’ τὶς ἐφήμερες ζωές τους θὰ τὸν ἔχουν
Ὠθήσει σὲ πολλὲς ὧρες σπατάλης ἔξω ἀπ’ τὴν ἀπόλαυση
Τοῦ ἐλάσσονος ποὺ διαρκεῖ  ὅ σ ο  π ρ έ π ε ι

Μὰ θὰ μιλήσει      ἑφτὰ μηνῶ εἶν’ ἀκόμα
Τὸ ὑπόλοιπο ἑνὸς θαύματος τοῦ κόσμου μας φανατικὰ θὰ ὑπηρετήσει                                                καὶ τὸ σπουδαιότερο
Οἱ χάρες κι οἱ χαρὲς θὰ τὸν ἐκστασιάσουν

Καὶ πιὸ βαρὺ δὲ γίνεται ἀπ’ αὐτό      Ἕλληνας εἶναι ἀπογοήτευση.

Ναί, «Ἕλ­λη­νας εἶ­ναι ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση»… Φρί­κη!… Μοῦ ’λε­γε κά­πο­τε πὼς εἶ­χες πεῖ «Ἕλ­λη­νας οὔ­τε γεν­νι­έ­σαι, οὔ­τε γί­νε­σαι. Ἕλ­λη­νας κα­ταν­τᾶς!»… Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια;…

Μι­σή! Τὸ κα­τα­δι­α­σκέ­δα­σε… Τὸ εἶ­χα δεῖ γραμ­μέ­νο σὲ κά­ποι­ον τοῖ­χο, νο­μί­ζω… Ἀλ­λὰ δι­έ­δι­δε, ὅ­πως μοῦ ’λε­γε ὁ Χαρ­μά­νης, ὅ­τι τὸ εἶ­χα πεῖ ἐ­γώ…

Ὅ­μως, θὰ σὲ ξα­να­γυ­ρί­σω —θέ­λεις δὲ θές— στὰ «δύσ­λη­πτα»! Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ θὰ δο­θεῖ ἡ μά­χη τῆς ποί­η­σης τοῦ Ἀρ­μά­ου στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται (ποὺ τώ­ρα ἔ­γι­νε καὶ εἰ­ρω­νι­κὰ καὶ τρα­γι­κὰ καὶ ἀ­με­τά­τρε­πτα «ὅ­λος δι­κός του»!)…

Θὰ ἀρ­χί­σω μὲ ἕ­να μι­κρὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πει­δὴ ἀ­ξί­ζει νὰ δοῦ­με κα­τό­πιν τὴν ἀν­το­χὴ τῆς κρί­σι­μης κα­τη­γο­ρί­ας καὶ στὶς πιὸ φι­λό­δο­ξες συν­θέ­σεις της… Νά, ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­κά­τω τρί­στι­χο:

ΚΟΜΙΣΣΑ DE NOAILLES

Ὅταν γεννάει στ’ ἀπόνερά της Καρυωτάκη
Δὲ μπορεῖς      φίδι!      νὰ τὴ λὲς
«Αὐτὴ ἡ σάχλα».

Ἀ­θώ­α ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο τὸ ποι­η­μα­τά­κι;… “Βι­βλια­κό” ἢ “λό­γιο” καὶ δῆ­θεν κουλ­του­ρι­ά­ρι­κο ἀ­μη­χά­νως;… – δέν θὰ τό ’λε­γα… Για­τὶ αὐ­τὸ ποὺ συ­ζη­τᾶ­με ἐ­δῶ εἶ­ναι τὰ μι­κρὰ ποι­η­τι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τῶν με­τα­φρά­σε­ων τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη, ἐ­κεῖ­νο τὸ

Ὅταν πιὰ θά ’μαι κουρασμένη
ἐδῶ νὰ ζῶ μόνη καὶ ξένη
          χρόνους ἀβίωτους,
θὰ πάω νὰ δῶ τὴ χώρα πού ’ναι
οἱ ποιητὲς καὶ καρτεροῦνε
          μὲ τὸ βιβλίο τους […]

ὑ­πέ­ρο­χη ποι­η­τι­κὴ σκιὰ ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Οἱ σκιές» τῆς κό­μισ­σας-ποι­ή­τριας· καὶ ναί —φί­δι!—, καὶ μό­νον γιὰ τὴν “ἀ­νά­πλα­ση” αὐ­τὴ ποὺ γέν­νη­σε ἡ ποί­η­σή της μὲ τὴν πέν­να τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη [ὄ­χι σὰν κά­ποι­ους ποὺ μᾶς λέ­νε ὑ­πε­ρη­φά­νως «δὲν σᾶς ξέ­ρω» στὰ πρω­τό­τυ­πα!], δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὴν λὲς «Αὐ­τὴ ἡ σά­χλα»!…

Μή­πως καὶ ξέ­ρεις ποι­όν ἐν­νοῦ­σε μὲ αὐ­τὸ τὸ «φί­δι!» – ἔ­βα­λε καὶ τὸ «Αὐ­τὴ ἡ σά­χλα» σὲ εἰ­σα­γω­γι­κά…

Ὅ­ταν τὸ “ποι­η­μα­τά­κι” ἔ­χει κερ­δί­σει τὴ μά­χη γιὰ τὸ νό­η­μα τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, τί ση­μα­σί­α ἔ­χει;… Ναί, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι καὶ κά­ποι­ος “ὑ­παρ­κτός”, μὲ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο, ποὺ εἶ­πε αὐ­τὴν τὴ μπα­ρού­φα γιὰ τὴν κό­μισ­σα…

Ἀλ­λὰ σοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κα κι ἕ­να πιὸ πλού­σιο γεῦ­μα – ἔ­χεις ὑ­πο­μο­νή;…

Θὰ κά­νω…

Σοῦ δι­α­βά­ζω, λοι­πόν τὸ ποί­η­μα:

Η ΚΥΡΙΑ MASSIN ΤΑ ’ΧΕΙ ΚΟΠΑΝΗΣΕΙ
ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΕΕΙ

Ἂ τὸν χαντούμη!      ξέρω πὼς μὲ μελετάει
Μοῦ τ’ ἀκουμπάει ἀκόμα κάθε τόσο ἀλήθεια      μ’ ἔχει ἔγνοια του
Κατάφερα νὰ τοῦ ξεφύγω ὅταν δὲν εἶχα πιὰ τὰ θέλγητρά μου

Πολὺ παραπονιέται καὶ γιὰ λόγου μου
Κι ὅλο μὲ τὶς γυναῖκες τά ΄χει γενικὰ σ’ ἐκεῖνα τὰ χοντροκιτάπια του
Ποὺ δὲ μᾶς χάρισαν μέρα γλυκιὰ παρὰ τὸν ὄγκο τους
Μ’ ὅσες ἐλπίδες κι ἂν τὰ σκάρωνε ὑφαρπάζοντας συνύπαρξη
Ἐμένα δὲν μὲ ρώτησε πῶς πέρασα μέσα στὸν χάρτινό του κόσμο
Ὅπου χωρὶς καλὰ-καλὰ νὰ καταλάβω βρέθηκα θαμμένη
Παραληρῶ ἔχεις τὴν ἰδέα;      τὸν ξαναγέννησα
Θεϊκὸ ἦταν μεγαλεῖο αὐτό (γιατί τί θέλει
Ὁ ἄντρας ἀπὸ μιὰ γυναίκα;      νέα γέννηση) μὰ ἦταν μακρὰ κυοφορία
Κι ὅταν      εἶχαν κυλήσει χρόνια ἁγνείας καὶ πίστης πιὰ μᾶλλον συζυγικῆς
Ἀπαύδησα κι ἄρχισα νὰ τοῦ τὰ φοράω κι ἐγὼ μὲ κάποιο σύστημα
Τὸν ἔριχνα λέει σὲ κατάθλιψη      μὰ ἐγὼ
Μόλις ποὺ γλύτωνα ἔτσι ἀπ’ τὴν αὐτοκτονία      ναὶ τὴν αὐτοκτονία!
(Δὲ θά ΄θελες νὰ ξέρεις τί αἰσθάνεται μιὰ καθαρὴ καρδιὰ σὰ τὴν δικιά μου
Παίρνοντας κάβο τὶς πηγὲς τῆς προκατάληψης)

Pardon      καὶ τί περίμενε νὰ κάμω πλάγι του;      καριέρα;
Εἶδα κι αὐτὲς ποὺ κάνανε     εἶδα κι αὐτὸς ἂν ἔκανε
Εὐκαιρία δὲν ἔχασε νὰ πλακωθεῖ μ’ ἐκείνους ποὺ εἶχε τὴν ἀνάγκη τους
Ὅλα τά ’χω δοκιμασμένα στὴν πλατούλα μου
«Φτάνει» τοῦ ξεκαθάρισα      κι ἔστριψα δῶθε

(Ἔτσι ποῦ σοῦ μιλῶ τώρα τί σκέφτομαι;
Κάτι κοθώνια θὰ νομίσουν ἢ θὰ ὑποστηρίξουνε πὼς σ’ ἔχω γιὰ ὑπαρχτόν
Δὲν πά’ νὰ ξεδοντιάζονται)
                                                                                Μόρτη νὰ μὴ λένε Καρολίνα
Ἂν δὲ μοῦ δόθηκε τὸ ἴδιο κεφάλαιο καὶ μὲ πάρτη του καὶ μὲ τὸν κάθε παλαβιάρη
Τοῦ χαζοσιναφιοῦ του       μ ι ὰ   ζ ω ή
Καὶ νὰ σ’ τὸ καμπανίσω καὶ τὸ ρέστο;      τόνε πόνεσα
Μὲ μέτρο      ἐντάξει      φουκαράς ἠταν
Γι’ αὐτὸ καὶ ἰδίως τὰ μπούτια μου ἀποφάσισα
Νὰ μὴν τ’ ἀφήσω παραπονεμένα      μαραζώνουν
Πολὺ εὔκολα τὰ σώματα μέσα στὴ δυστροπία
Ἔχεις σκεφτεῖ πῶς ὑποφέρεται ἕνα σῶμα (ὄχι καὶ χτικιασμένο κι ἀπὸ πάνω);
Κότσι καὶ διπλοσάγονο καὶ μῆλα λέω λοιπὸν
Κάτι μετρᾶν ἅμα δὲν κουδουνᾶνε τὰ ὄβολα
Κι ὅσο γιὰ ὑστεροφημία      ἄ τὸν ἀνόητο
Ἦταν τόσο περίπλοκος ὁ τρόπος ποὺ σκεφτόταν
Ὥστε ἁπαξάπαντες θὰ δώσουνε τὸ δίκιο ἁλάκερο σ’ἐμένα
Πλάσμα φυσικό.

Νὰ πῶ ὅ­τι στὸ ποί­η­μα αὐ­τὸ κρύ­βε­ται —ἢ πιὸ σω­στά: φα­νε­ρώ­νε­ται— ὅ­λο τὸ δρά­μα τῶν ἀν­τι­φά­σε­ων τοῦ δυ­τι­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ, στὴν πιὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κή του ἔκ­φρα­ση, τὴν φι­λο­σο­φί­α τοῦ θε­τι­κι­σμοῦ, κα­θὼς αὐ­τὸ σαρ­κώ­νε­ται, ὅ­πως πρέ­πει (καὶ ὅ­πως ἕ­να ἀ­λη­θι­νὸς ποι­η­τὴς μπο­ρεῖ νὰ τὸ κά­νει), σὲ χα­ρα­κτῆ­ρες πραγ­μα­τι­κῶν ἄν­θρώ­πων – για­τὶ ποῦ ἀλ­λοῦ με­τριέ­ται πράγ­μα­τι ὁ πο­λι­τι­σμός;… Πὼς αὐ­τή ἡ γυ­ναί­κα—τὸ με­θυ­σμέ­νο πρό­σω­πο ποὺ μι­λά­ει στὸ ποί­η­μα τὴν “χυ­δαί­α” γλώσ­σα τοῦ κα­πη­λει­οῦ—, ἡ Κα­ρο­λί­να Μασ­σίν, εἶ­ναι μιὰ νό­θα κό­ρη ζεύ­γους ἐ­παρ­χια­κῶν ἠ­θο­ποι­ῶν, πόρ­νη “πο­λυ­τε­λεί­ας” τῆς βα­σι­λι­κῆς αὐ­λῆς ἕ­ναν και­ρό, μαι­τρέσ­σα, σύ­ζυ­γος με­τά, καὶ τώ­ρα “στιμ­μέ­νο λε­μό­νι” τοῦ μι­σο­γύ­νη, πο­λε­μί­ου ἀ­πό­­λυ­του τῶν προ­κα­τα­λή­ψε­ων, καὶ ἱ­δρυ­τῆ τῆς Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας ὡς ἐ­πι­στή­μης τῶν ἐ­πι­στη­μῶν καθὸ ἐ­πι­στή­μης φυ­σι­κῆς, δη­λα­δὴ τοῦ Αὐ­γού­στου Κόντ – ἡ ἄ­γνω­στη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας πλά­ι στὸν πνευ­μα­τι­κὸ κο­λο­φώ­να τῆς Δύ­σης;… Γιὰ τὴν αὐ­θε­ντι­κὴ στά­ση γυ­ναί­κας —«πλά­σμα φυ­σι­κό»—, κο­ρυ­φαί­α ἀ­λη­θι­νῆς στὴν ἀ­πό­γνω­σή της, ποὺ στὸ ἀ­γέ­ρω­χο ἦ­θος της —ἀ­πὸ βα­θειὰ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ— φέρ­νει στὸ νοῦ μαῦ­ρες “Ἀν­τι­γό­νες”, μιᾶς ἄλ­λης, κα­τα­ρα­μέ­νης, ἐ­πο­χῆς;…

ArmaosStonKapetanMichaliMeFilous(04-10-2014)-01Καὶ σὺ ὅ­λα τοῦ­τα ποῦ τὰ βρῆ­κες;…

Ἐ­κεῖ ποὺ τώ­ρα τὰ βρί­σκει ὁ κα­θέ­νας… Ἐπι­τέ­λους!… Στὸ  δί­κτυ­ο δὲν μπαί­νου­με μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δοῦ­με πό­σα like εἰ­σπρά­ξα­νε οἱ σα­χλα­μά­ρες ποὺ γρά­φου­με γιὰ τὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις μας στὸ φέ­ισ­μπουκ…

Νο­μί­ζω πὼς ἀρ­χί­ζεις νὰ μὲ πεί­θεις… Λέ­ω νὰ πά­ρω τὸν τό­μο τοῦ Ἀρ­μά­ου…

Κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρεις ἄ­δεια ἀ­πὸ τὴν δου­λειά… Δὲν ξεμ­περ­δεύ­εις εὔ­κο­λα μὲ δαῦ­τον…

Ἂν εἶ­ναι γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση τῆς ποί­η­σής του, νὰ τὸ κά­νω… Ἐ­σὺ τί λὲς ἐπ’ αὐ­τοῦ, ἔ­χει μέλ­λον ὁ Ἀρ­μά­ος ὡς ποι­η­τής;..

Τὸ προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴν τὸ κά­νεις!… Γιὰ μέ­να, δὲν «βά­ζει στοί­χη­μα ὁ ποι­η­τὴς μὲ τὸν χρό­νο», ὅ­ταν γρά­φει τὴν ποί­η­σή του, ὅ­πως μοῦ ἔ­λε­γε κά­πο­τε κά­ποι­ος λε­βέν­της “κρι­τι­κός”… Ἂς ἀ­φή­σου­με ἔ­ξω τὰ «γρα­φεῖ­α στοι­χη­μά­των», τοὺς τζο­γα­δό­ρους καὶ τοὺς ἀ­τζέν­τη­δες τῆς Τέ­χνης… Μὴ εἰ­κῆ πε­ρὶ τῶν με­γί­στων συμ­βαλ­λώ­με­θα…

Ἂν ὅ­μως συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὸ πῶς στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ τὸν πο­λι­τι­σμὸ ἀ­νοί­γε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση τὸ ποί­η­μα, ὁ Ἀρ­μά­ος εἶ­χε πεῖ κά­πο­τε μιὰ σο­φὴ κου­βέν­τα: «Ἡ “δυ­σκο­λί­α”, τώ­ρα, στὴν ποί­η­ση εἶ­ναι κά­τι ποὺ ὡς γνω­στόν, κρα­τά­ει λί­γο: μιὰ γε­νιὰ ἀ­να­γνω­στῶν με­τά, ὅ­λα ἔ­χουν γί­νει “ἐ­φη­με­ρί­δα” – μὰ ὁ ἦ­χος μέ­νει.»… Ἔ­τσι ἔ­λε­γε, ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νος ὄ­χι μό­νον τὴν ὅ­ποι­α “δυ­σκο­λί­α” της, ἀλ­λὰ —αὐ­τὸ ποὺ βα­θύ­τε­ρα γνω­ρί­ζει κά­θε πραγ­μα­τι­κὸς ποι­η­τὴς— τὴν ρυθ­μι­κὴ ἀ­γω­γὴ τῆς ποί­η­σής του καὶ τῆς ποί­η­σης γε­νι­κό­τε­ρα, τὸ μο­να­δι­κὸ σω­μα­τι­κό της ἀ­πο­μει­νά­ρι ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν αἰ­ώ­νων, αὐ­τὴν τὴν ἀπ’ ἔ­ξω κι ἀ­πὸ μέ­σα «ἀ­κου­στι­κό­τη­τά» της δη­λα­δή, κα­τε­ναν­τί­ον —μά­λι­στα!— καὶ τῆς ἔν­τυ­πης μορ­φῆς!… Κι ὅ­ταν σκε­φτό­ταν γιὰ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­φά­νεια τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ποί­η­σης στὸν και­ρό μας κι ἔ­λε­γε «Δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ καρ­ποί της ὡ­ρί­μα­σαν στὸ ὑ­πέ­δα­φος», ἐ­γὼ καὶ τὴν δι­κή του ποί­η­ση σκέ­φτο­μαι γιὰ λο­γα­ρια­σμό του…

Μπο­ρῶ νὰ φύ­γω τώ­ρα;…

Ὄ­χι, πρὶν νὰ μοῦ πεῖς τί θὰ θυ­μᾶ­σαι στὰ χρό­νια ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο Ἀρ­μά­ο;…

Νὰ σοῦ πῶ… Τὰ βουρ­κω­μέ­να μά­τια του στὸ πρό­σω­πό του τὸ κα­τα­κόκ­κι­νο, ὅ­ταν ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἕ­κτο Ἑ­σπε­ρι­νὸ Λύ­κει­ο Μι­χα­ὴλ Βό­δα καὶ Μα­κε­δο­νί­ας, μοῦ μι­λοῦ­σε γιὰ τὸ πῶς ἔ­χα­σε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του σκυ­λί…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, Πά­σχα τοῦ 2016

Πα­ρέμ­βα­ση στὴν Ἡ­με­ρί­δα τοῦ Συν­δέ­σμου Φι­λο­λό­γων Φω­κί­δας τὴν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὸν Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ο. 

Η αειθαλής πρόσληψη του Σολωμού

*

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Καταντάει κουραστικό να διατυπώνουμε συνεχώς ερωτήματα τύπου “γιατί διαβάζουμε σήμερα Σολωμό;” και τα λοιπά. Παρ’ όλα αυτά είναι αναπόφευκτο. Ο Σολωμός ανήκει στους ποιητές που γνωρίζουμε σε νεαρή ηλικία, μέσα από το σχολείο, καθώς τραγουδούσαμε ανόρεχτα τους στίχους του στον εθνικό μας ύμνο. Ανήκει επίσης σε μια κατηγορία ποιητών που απορρίπτουμε συνήθως κατά την εφηβεία μέσα στην παραζάλη του ποιητικού κυκεώνα που μας παρασύρει στην δίνη του (με συναρπαστικά διαβάσματα μοντερνιστικών καταβολών). Είναι τέλος ένας ποιητής που ανακαλύπτουμε εκ νέου μεγαλώνοντας και θαυμάζουμε τις κρυφές του χάρες. Ίσως αυτή η διαδοχή να μην έχει καθολική ισχύ. Το αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι με την ίδια περίπου διαπίστωση ξεκινάει ο Παλαμάς το δοκίμιό του για τον Σολωμό 115 χρόνια πριν. Υπάρχει προφανώς ένα διαχρονικό στοιχείο στην πρόσληψη του Σολωμού που μας κάνει να τον επανεκτιμούμε ξανά και ξανά.

Ο επιθετικός προσδιορισμός “εθνικός ποιητής” μπορεί να του προσέδωσε για δεκαετίες αίγλη, αλλά τον κατέστησε έως και απωθητικό στο μάτια του σύγχρονου αναγνώστη, για τον οποίο η έννοια “εθνικό” έχει πια ποικίλες αποχρώσεις. Αυτός ο μεγαλόσχημος τίτλος όμως συναιρεί δύο ιδιότητες. Ο Σολωμός δεν αποκαλείται εθνικός ποιητής μόνο επειδή προσέφερε δύο στροφές, από τις 158 που απαρτίζουν τον Ύμνο εις την Ελευθερία, ως στίχους του Εθνικού Ύμνου, ούτε μόνο λόγω της εθνοκεντρικής θεματικής κάποιων από τα πιο γνωστά έργα του. Αλλά και επειδή είναι ο θεμελιωτής, ο γεννήτωρ της εθνικής μας λογοτεχνίας. Πριν από αυτόν, καθώς λέγεται δεν υπήρξε παρά ο Ερωτόκριτος και το δημοτικό τραγούδι. Μετά το πέρασμά του στο μπαρουτοκαπνισμένο έδαφος της νεοπαγούς ελληνικής επικράτειας ανθίζει η ελληνική λογοτεχνία και κυρίως η ποίηση. Ο 19ος αιώνας είναι ασφαλώς ο αιώνας της ποίησης και αυτό πιστοποιείται από όλες τις εκφάνσεις της λογοτεχνικής ζωής: τις εκδόσεις, τις δημοσιεύσεις, τους διαγωνισμούς. Η λεγόμενη Πρώτη Αθηναϊκή Σχολή αυτοπροσδιορίζεται σε σχέση και σε αντιπαράθεση με την σολωμική ποίηση.

Σήμερα προτιμούμε να αντικρίζουμε τον Σολωμό ως έναν poète maudit, παρά ως τον άμεμπτο και αψεγάδιαστο (και για αυτό βέβαια ψεύτικο) εθνικό ποιητή. Ο αλκοολισμός του, η αντικοινωνικότητα, ο μισογυνισμός, η θρυλούμενη εβραϊκή του καταγωγή, η ελλιπής γνώση της ελληνικής γλώσσας, όλα αυτά τα στοιχεία τέλος πάντων που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς από τους αρνητές του ως μέσο κατακρήμνισης από το βάθρο του εθνικού ποιητή, τώρα αντιμετωπίζονται με ανεκτικότητα, με συμπάθεια, για να μη πω ότι θεωρούνται και εύσημα για έναν δημιουργό. Ο “καταραμένος» ποιητής, αυτός που άγεται και φέρεται από τα πάθη του, ασκεί πάντα μεγάλη γοητεία σε ευρεία γκάμα αναγνωστών. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν μας αφορά καν αν ο εθνικός μας ποιητής λεγόταν Salamon ή Salomone – ίσα ίσα κάτι τέτοιο δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση, ενώ προσθέτει στον μύθο του γιατί μας θυμίζει συνειρμικά τον Carl Solomon από το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ. (περισσότερα…)

Ο Νικόλαος Κάλας στα ερείπια της Ακρόπολης

NicolasCalas

*

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

~.~

«Ίχνος παρηγοριάς δε βρίσκω πια στα ερείπια».
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ

Το 1976, ο Οδυσσέας Ελύτης, προλογίζοντας την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Νικόλαου Κάλας (Οδός Νικήτα Ράντου, Ίκαρος, 1977), θα γράψει:

«Στην ιστορία όμως της Λογοτεχνίας, όχι αυτήν που καταρτίζουν οι ειδικοί αλλά την άλλη, που η πυξίδα της δεν υπάκουει πάντοτε στον βορρά, μου άρεσε ανέκαθεν να παρακολουθώ τις παλινδρομικές αποτιμήσεις του χρόνου: που τον βλέπεις να προωθεί άξαφνα μια συγκίνηση του 1931 στα 1976 και αντίθετα, μιαν ευαισθησία δήθεν σημερινή να την απωθεί –με χαιρεκάκεια θα ’λεγα– σαράντα χρόνους πίσω. Αλλά όταν η γοητεία μπαίνει στη μέση, αλλάζουν όλα. Επειδή η γοητεία μοιάζει με τη θάλασσα· κι ευτυχώς».

Για πολλούς και ποικίλους λόγους –πέρα από την αδιαφιλονίκητη γοητεία του Νικόλαου Κάλας, τόσο της προσωπικότητας όσο και του έργου του– θα μπορούσε να επιδιώξει κανείς να επιστρέψει σήμερα, άλλα σαράντα έτη μετά και την Νικήτα Ράντου, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, προσπαθώντας να ανακαλύψει κάτι από αυτήν τη συγκίνηση που θα κάνει τον Ελύτη στον ίδιο πρόλογο παρακάτω να προειδοποιήσει για τα εν λόγω ποιήματα: «Τρέμεις μην εκραγούν στα χέρια σου».

Τον Οκτώβρη του 1932, εκδίδονται στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Πυρσός» (στο εξώφυλλο αναγράφεται ως έτος έκδοσης το 1933) και με το ψευδώνυμο Νικήτας Ράντος  τα Ποιήματα του κατά κόσμον Νικόλαου Καλαμάρη. Η ποιητική ενασχόληση όμως δεν είναι παρά μόνο μία από τις πολλές πλευρές της δραστηριότητας του πολυώνυμου και πολυσχιδή Καλαμάρη. Ο λάβρος από τις σελίδες των αριστερών περιοδικών της εποχής νεαρός κριτικογράφος Μ. Σπιέρος (εμπνευσμένος από τον επαναστάτη Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο), το μαχητικό μέλος της «Φοιτητικής συντροφιάς» και υποστηρικτής του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» του Γληνού, ο αποστάτης της μεγαλοαστικής του καταγωγής ανένταχτος μαρξιστής και κατευθυνόμενος προς τον τροτσκισμό διανοούμενος, ο πρωτοπόρος υπερρεαλιστής ποιητής Νικήτας Ράντος –από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν ελεύθερο στίχο στην Ελλάδα–, ο συνοδοιπόρος των σουρρεαλιστών στους κύκλους του Παρισιού της δεκαετίας του ’30 και ο καταξιωμένος μεταπολεμικά στην Αμερική ρηξικέλευθος θεωρητικός της τέχνης Nicolas Calas, είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, αυτός που ο Αντρέ Μπρετόν στα Προλεγόμενα του τρίτου μανιφέστου του σουρρεαλισμού, θα αποκαλέσει ως ένα από «τα πιο διαυγή και τολμηρά πνεύματα» της εποχής του. Ο μοντερνιστής, αμφισβητίας και πολύ μπροστά από την εποχή του Νικόλαος Κάλας, όπως τελικά επικράτησε να λέγεται, ασφαλώς χρειάστηκε να καταβάλει και το ανάλογο κόστος που όλα αυτά συνεπάγονται: Ψόγοι, λοιδορίες, εμπαιγμοί και εν τέλει πλήρης σιωπή και απαξίωση για το ποιητικό του έργο στα καθ’ ημάς.

Ένα θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής του, όπως επισημαίνει ο Mario Vitti στη μελέτη του για τη Γενιά του ’30, είναι η «κίνηση»:

«ο Ράντος καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια, λίγο μετά το 1930, για να συγκροτήσει μία ποίηση κίνησης, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό το σκοπό ένα ανάλογο υλικό σε έντονη κίνηση, καθώς και ένα λόγο γοργά εναλλασσόμενο, σε στενή συνάρτηση με τη γενική κίνηση. Ήταν και αυτός ένας τρόπος να αντιδράσει ο νέος ποιητής στη λυρική ακινησία, στον αδρανή ναρκισσισμό που ακινητοποιεί εκείνα τα χρόνια την ελληνική ποίηση».

Μα και ο ίδιος ο Κάλας άλλωστε βρίσκεται διαρκώς εν κινήσει και εν εγρηγόρσει, όχι μόνο γιατί ταξιδεύει για πολλά χρόνια, πριν καταλήξει να εγκατασταθεί οριστικά μετά το 1940 στη «Μανχατανή Βαβυλώνα» του, με μία ταυτότητα που αδιάλειπτα μεταβάλλεται, μεταπηδώντας από το ένα πεδίο δράσης στο άλλο, αλλά κυρίως γιατί παραμένει πάντα ανήσυχος, αεικίνητος, ασυμβίβαστος, μία ρευστή ύλη που εμπεριέχει αντιφάσεις και ρήξεις, μεταπτώσεις και αντιθετικές συνθέσεις.

Στην πρώτη του συλλογή, τα Ποιήματα του 1932, (θα επανεκδοθεί μαζί με άλλα μεταγενέστερα από τις εκδόσεις Ίκαρος στη συλλογή Γραφή και Φως το 1983), που έχει έντονες μαρξιστικές και φουτουριστικές επιρροές και στην ενότητα με τον τίτλο «Βουή», θα εντάξει το ποίημα «Ακρόπολη», όπου πίσω από ένα σατιρικό προκάλυμμα χλευάζει τη στερεότυπη ωραιοποιημένη εικόνα της Ακρόπολης και την αθρόα τουριστική της εκμετάλλευση, όπως συνετέλεσαν σε αυτήν ξένοι φιλέλληνες και καλλιτέχνες, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους:

ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Στο πρώτο πλάνο
ο Παρθενός
ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη
ο ψεύτικος, ο νεκρός
ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί
από τον Μπουασονά
νεκροθάπτη της Ελλάδας –
για φόντο χέρια σταυρωμένα
μπλεγμένα
σε θέση προσευχής
εντατικής προσευχής
τα χέρια φλύαρα χοντρά
εξόχως χοντρά
στα δάχτυλα για δαχτυλίδια
σύρματα ηλεκτρικά
που τρεμοσβούν τη λέξη
Ρ ε ν ά ν
– ο επίσημος της Ακρόπολης
κανδηλανάφτης –
πάνου στα μάρμαρα
πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια
μαλλιά ξέπλεκα
της Νταλιλάς
αλλά οι τρίχες κομμένες
είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα
και πηδά
σε παλιά μάρμαρα
προκλητικά
πηδά ανάμεσα σε κολόνες
τοποθετημένες φανταστικά
από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ
τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –
κι όλα αυτά
κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας
ρεκλάμα οίκου γαλλικού
τα χτυπάει σαδικά
με μπουνιές στ’ αυτιά μας
έχει απόφαση ο αθεόφοβος
να ριμάρει με το φεγγάρι
ενώ σε νύχτες πανσελήνου
ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά
που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα
κι αφήνει σ’ αυτές
χοντρές κοιλιές
σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ
μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα
κολόνες ίσιες πεσμένες
μαρμάρινες και άλλες
ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ
νομισμάτων – τα ρέστα
αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών
κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες
ζουμερά πέφτουν
λέξεις εμπνευσμένες
από τη φρίκη που μας προξενούν
οι κανονιές του Μοροζίνη –
τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις
που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές
φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ
λέξεις που απαγγέλλει
με ρυθμό μηχανής άντλερ
κυρία ηθοποιός
εκπορνεύει τ’ αυτιά μας
μ’ αδύναμο λάρυγγα
οχετό της ψυχής της
που χύνει τελικά
σε χειροκροτήματα
– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.

Εικονοκλαστικά εδώ, ο Κάλας παρουσιάζει έναν Παρθενώνα νεκρό και ρημαγμένο και σε μία κινηματογραφικής κίνησης αλληλουχία, ξεδιπλώνει τους πρωταίτιους αυτής της καταστροφής. Διακωμωδεί τη μεταγραφή στη δημοτική «Παρθενός» του Ψυχάρη, εμφανίζει τον Φρεντ Μπουασονά ως νεκροθάφτη του Παρθενώνα, αποδοκιμάζοντας την ειδυλλιακή απεικόνισή του στις πασίγνωστες φωτογραφίες του στις αρχές του 20ού αι., και σαρκάζει τον Ερνέστο Ρενάν για την περίφημη «Προσευχή» του «πάνω στην Ακρόπολη», επιφυλάσσοντας γι’ αυτόν τη θέση του καντηλανάφτη. Ύστερα, ρίχνει τους προβολείς του στις γυμνές χορεύτριες της Νέλλης που βρήκαν καινούργιο παρκέ στα πεντελικά μάρμαρα, συμβάλλοντας ακόμη περισσότερο στη φήμη του μνημείου ενώ από την αιχμή της πένας του δεν ξεφεύγουν ούτε οι ονομαστοί οδηγοί του Καρλ Μπέντεκερ, το ταξιδιωτικό ευαγγέλιο της εποχής για τους πάσης φύσεως περιηγητές. Και εν γένει εκτοξεύει τα βέλη του προς όλους όσους είδαν τον Παρθενώνα σαν μία ευκαιρία για να προβάλουν μία λουστραρισμένη εικόνα της αρχαιότητας και τον κατέστησαν αντικείμενο επίδειξης, αξιοποίησης, προβολής.

Η Ακρόπολη είναι νεκρή κατά τον Κάλας και την θανάτωσαν όλοι αυτοί που υποτίθεται την εξυψώνουν. Αλλά η μεγαλύτερη πρόκληση στο ποίημα συνίσταται στην αντιπαραβολή της καταστροφής του Παρθενώνα από τις βόμβες του Μοροζίνι, κατά τον ενετοτουρκικό πόλεμο του 1687, όταν ο ναός είχε μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη, με την «καταστροφή» που επιφέρουν στο μνημείο τα φιλμ των φωτογράφων, οι κινηματογραφικές μηχανές και οι εκτυφλωτικοί προβολείς των εκθέσεων. Φιλέλληνες και αρχαιολάτρες που εφορμούν για να το απαθανατίσουν, το τραυματίζουν ανεπανόρθωτα, ίσως χειρότερα και από την οβίδα του Μοροζίνι. «Δεν είμαι διόλου βέβαιος εάν στην ομορφιά του Παρθενώνα δεν συνετέλεσε πάρα πολύ κι ο Μοροζίνι», προβοκατόρικα θα δηλώσει, περίπου την ίδια περίοδο, στο δοκίμιό του «Γύρω στην Μοντέρνα Τέχνη» (1931). Πολλά χρόνια πριν τον Ντάνιελ Μπούρστιν, τον αμερικανό ιστορικό που στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στο εμβληματικό έργο του για την αμερικανική –και όχι μόνο– κουλτούρα “The Image” μίλησε για τα απατηλά «ψευδο-γεγονότα» που παράγει η τουριστική βιομηχανία, ο Κάλας διαβλέπει εδώ την επερχόμενη έκρηξη της ψευδαισθησιακής πραγματικότητας που σκηνοθετεί ο τουρισμός. Οι ξένοι επισκέπτες της Ακρόπολης που ανεβαίνουν στον ιερό βράχο δεν βλέπουν τον αρχαίο ναό όπως είναι στην πραγματικότητα αλλά το παραμορφωμένο είδωλο της κατασκευασμένης εικόνας, όπως φτάνει σ’ αυτούς.

Η ιδέα της καταστροφής της Ακρόπολης και γενικά αρχαιοτήτων και μνημείων του παρελθόντος που έχουν καταλήξει αβάσταχτο φορτίο και τροχοπέδη, είναι μία μηδενιστική μεν γοητευτική δε μέσα στην αιρετικότητά της σύλληψη, με πολλούς εκφραστές· όπως στην ντανταϊστικής πνοής «Διακήρυξη Υπ. Αριθμόν 1», του Σ.Α.Σ.Α (Συνδέσμου Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων) που κυκλοφόρησε ο παραγνωρισμένος αυτόχειρας συγγραφέας Γιώργος Μακρής το 1944 και καλούσε σε «ανατίναξη των αρχαίων μνημείων, προπαγάνδα ενάντια στις αρχαιότητες και σε κάθε αντικείμενο που δε μας αρέσει». Μία προσωπικότητα και μία ιστορία που εγκιβωτίζει επιτυχώς ο συγγραφέας Χρήστος Χρυσόπουλος στην αναθεωρημένη έκδοση της νουβέλας του «Ο Βομβιστής του Παρθενώνα» το 2010. Αλλά και τα προτάγματα του φουτουρισμού, από τον οποίο επηρεάστηκε ο Κάλας, προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν. Στο ιδρυτικό του Μανιφέστο, ο Μαρινέττι μετά βδελυγμίας αποστρέφεται κάθε ένδειξη προγονολατρείας και ζητεί την κατεδάφιση μουσείων και βιβλιοθηκών.

Διαχωρίζοντας ασφαλώς τη θέση μας από όποια μηδενιστική εμπρηστική διάθεση ενυπάρχει σε τέτοια οράματα, ας επιμείνουμε στην αξία της ποιητικής μεταφοράς: τα απομεινάρια μίας παρελθούσης δόξας προβάλλουν ως άχθος βαρύ ενώ ο εκμηδενισμός τους ως εν δυνάμει όχημα αναγέννησης προκειμένου να ανακοπεί μία φθίνουσα πορεία. Η ποίηση μπορεί να φέρει το βάρος αυτού του σοκ. Η ποίηση μπορεί να αφυπνίσει, η ποίηση διαθέτει το καύσιμο υλικό για να διασπείρει «εστίες πυρκαγιάς» (όπως το ομότιτλο σημαίνον θεωρητικό έργο του Κάλας “Foyers d’ Ιncendie”), σαν αυτές που άφηνε πίσω της η ερεθιστική σκέψη του.

«Το ποίημα δεν ακούει, ούτε βλέπει. Ξαναδιαβάζεται» λέει ο Κάλας. Και η καινούρια ανάγνωση φυσικά προϋποθέτει και μία διαφορετική ερμηνεία, ένα νέο πρίσμα που θα φωτίσει ό, τι στον καιρό του υποτιμήθηκε. Το ποίημα στέκει αδιάφορο και αγέρωχο απέναντι στις κριτικές, στις εποχές, στις προθέσεις του ίδιου του ποιητή· και το έργο του Κάλας, το πλέον πρόσφορο σε τέτοιου είδους αναγνώσεις. Τον ξαναδιαβάζουμε, λοιπόν, με πλήρη συνείδηση ότι εδώ υπάρχουν πλούσια ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα σκέψης και προσδοκώντας τη στιγμή που θα κατακτήσει τη θέση που δικαιούται, σύμφωνα και με την εισαγωγική παρατήρηση του Ελύτη για τα καπρίτσια του θαυματοποιού χρόνου και την «παλινδρομική αποτίμησή» του.

Ο Κάλας, ως γνωστόν, αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση της Γενιάς του ’30, ενώ κινήθηκε αρκετά μακριά από τον ελληνοκεντρισμό της και δεν συνομολόγησε σε όλα αυτά που οι βασικοί εκπρόσωποί της συνόψισαν υπό τον όρο «ελληνικότητα». Αλλά υπάρχει ένα σημείο σύγκλισης στον στοχασμό του με τον «ελληνικό ελληνισμό» του Σεφέρη, όπως διαφαίνεται και στο ποίημα «Ακρόπολη», και αυτό είναι το αίτημα αποτίναξης ενός παρελθόντος όπως το διαμόρφωσαν οι Ευρωπαίοι κι εμείς βολικά ενστερνιστήκαμε, δίχως να το υποβάλουμε στη βάσανο της επεξεργασίας. Ο νεοκλασικισμός και ο άκριτος θαυμασμός του Βίνκελμαν για την αρχαία ελληνική Τέχνη, τα ρομαντικά ιδεώδη του Γκαίτε και του Σίλλερ, η Ελλάδα ως μούσα του Σατωμπριάν και του Χαίλντερλιν, πόση σχέση είχαν όλα αυτά με μία αυθεντική ελληνική ταυτότητα και πόσο τάχα δεν ανταποκρινόντουσαν και σε ανάλογους ευρωπαϊκούς πόθους για το κλέος της γηραιάς ηπείρου; Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν παρεμβαίνουν μόνο στη ναυμαχία του Ναβαρίνου αλλά μέσω του φιλελληνικού κύματος που ενσκήπτει στο νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος και στην αναβίωση ενός ένδοξου παρελθόντος, όχι απλώς ως ιστορική μνήμη αλλά ως συμπαγές ιδεολόγημα. Οι παραζαλισμένοι από την απότομη μετάβαση στη νεωτερικότητα Βαλκάνιοι χωριάτες έπρεπε να πεισθούν ότι όχι μόνο είναι απευθείας απόγονοι του Περικλή αλλά και Ευρωπαίοι ή άλλως «Η σύγχρονη Ελλάδα είναι ένα αποχωρητήριο χτισμένο από φιλέλληνες πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού», σύμφωνα με τον γνωστό αφορισμό του Κονδύλη.

Η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου παρελθόντος, ενός «Μεταχθές», όπως είναι ο όρος που χρησιμοποιεί σε άλλο ποίημά του, είναι μία προβληματική που απαντάται συχνά στο έργο του Κάλας και όχι μόνο το ποιητικό. «Δε μπορώ να ζήσω αν δε βρεθεί για μένα κάποιο άλλο παρελθόν» λέει στη Νικήτα Ράντου. Η σχέση μας με τον Παρθενώνα σήμερα δεν έχει διαφοροποιηθεί και πολύ από το 1932: Ένα αειθαλές σύμβολο που αντέχει κόντρα σε αλλαγές, καταστροφές, παραμορφώσεις και στην ιστορική ασυνέχεια αλλά παράλληλα παραμένει αμετακίνητο μέσα στη στασιμότητα του νοήματός του και ιερό ταμπού, ένα μέτρο τελειότητας που κανείς δεν φτάνει αλλά που δεν χάνει και ευκαιρία να το επικαλείται, ξένος ή γηγενής. Ο κοινότοπος  επαναλαμβανόμενος τρόπος θαυμασμού, η ανύψωσή του σε βάθρο που απέχει παρασσάγγας από το παρόν, εμποδίζει τη διαλεκτική με το μνημείο. Όπως δηκτικά σημειώνει σχετικά ο Αλέξανδρος Αργυρίου: «σκέπτομαι […] μήπως είναι λογικό να προσθέσουμε στα αποδεκτά συμπλέγματα και το σύμπλεγμα του Παρθενώνα».

Το μείζον ζήτημα που αναδύεται από την «Ακρόπολη» του Κάλας είναι αυτό του πολυσυζητημένου επαναπροσδιορισμού της νεοελληνικής ταυτότητας, ένα αίτημα που στα χρόνια της κρίσης ασφαλώς προβάλλει πιο επίκαιρο από ποτέ. Πολλές δεκαετίες πριν, ο μετέπειτα διανοούμενος της διασποράς, αποκαθηλώνοντας το πλέον εμβληματικό μνημείο της Αθήνας, ουσιαστικά αναρωτιέται: «Ποιοι είστε;» «Ποιοι είστε;» αναρωτιόντουσαν και οι ορδές των φιλελλήνων και περιηγητών που συνέρρεαν από όλες τις γωνιές της Ευρώπης στην επαναστατημένη οθωμανική επαρχία, συνεπαρμένοι από τα αρχαιοελληνικά ιδανικά, αλλά δεν συναντούσαν τους Κούρους και τους Απόλλωνες που φαντασιώνονταν. «Ποιοι είστε;» αναρωτιούνται σήμερα και τόσοι όψιμοι φιλέλληνες που στα χρόνια της οικονομικής κρίσης επικαλούνται τα «φώτα» της Ελλάδας για να την υπερασπιστούν, για να ζητήσουν την επιείκεια των ισχυρών και για να υπενθυμίσουν πόσα της χρωστάει η Δύση, καταφεύγοντας συχνά σε γραφικότητες, όπως το περίφημο ποίημα του Γκύντερ Γκρας, με αφορμή την ελληνική κρίση, «Η ντροπή της Ευρώπης». Πάλι ένα παρελθόν μέσα από τα μάτια των ξένων, πάλι μία αλλοτινή αίγλη, σπάνια θα ακούσει κανείς να επικαλείται το σήμερα, αυτόν τον αιώνα, το παρόν.

«Ποιοι είστε;», μοιάζει να αναρωτιέται τις νύχτες κι ο απαστράπτων Παρθενώνας, που στέκει αινιγματικός μέσα στο θάμβος που προκαλεί και ως άλλη Σφίγγα μας καλεί να λύσουμε το σύγχρονο αθηναϊκό αίνιγμα. Στην πραγματικότητα, είναι αυτός που μας παρατηρεί κι όχι εμείς αυτόν. Σε μια πόλη που κείται πάνω στα λείψανα ενός δανεικού μεγαλείου, ανυψώνεται από τα σπλάχνα της, τόσο υπεράνω, τόσο απομακρυσμένος από αυτήν, ξένο σώμα αλλά και τόσο οικειοποιημένο και σίγουρα όχι αρκετή παρηγοριά για το ζόφο μιας κοινωνίας που όζει από τη στασιμότητα. «Έχουν κατασκευασθεί για να ποτισθούν τα πέρατα της γης με τη δόξα πόλης που πλένεται σε άνυδρο ποτάμι / με ό, τι απομένει από την δόξα αυτή» γράφει στο ποίημα «Αθήνα 1933» ο Κάλας. Και τα απομεινάρια αυτής της «δόξας» είναι πια βάρος που πρέπει να αποτιναχθεί, κόμπος που πρέπει να λυθεί, αλλά και ευκαιρία για να αναγεννηθεί εκ τέφρας το νόημά της.

Ο Παρθενώνας παραμένει πάντα πεδίο πρόσφορο για κρίσεις που αφορούν τη συλλογική μας ταυτότητα, τις αγκυλώσεις και την παρελθοντολαγνεία μας, τη σχέση μας με τους ξένους, τη θέση μας στην ιστορική διαχρονία. Παραμένει όμως πάντα έδαφος γόνιμο και για το χτίσιμο μιας νέας σχέσης. Μπορούμε να διαλεχθούμε μαζί του υπό νέους όρους; Μπορούμε να οικοδομήσουμε έναν νέο συμβολισμό πάνω στα συντρίμμια της κακοπαθημένης από την υπερπροβολή εικόνας της Ακρόπολης; Μπορούμε να ορίσουμε μία νέα ταυτότητα, απαλλαγμένη από ψευδαισθησιακά ιδεολογήματα και ξενοκίνητες φαντασιώσεις; Μπορούμε να εκκινήσουμε προς το μέλλον, αν δεν απεγκλωβιστούμε από τα δεσμά ενός βαρύτιμου παρελθόντος, για το οποίο δεν κοπιάσαμε και που η προστατευτική αγκάλη του μας εμποδίζει να ενηλικιωθούμε; Μπορούμε να εφεύρουμε ένα νέο παρελθόν, όπως έλεγε ο Κάλας, παρατηρώντας πλέον εμάς στον καθρέφτη και όχι εμάς μέσα από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι; Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά και μάλλον θα παραμείνουν ως έχουν για πολύ καιρό ακόμα.

*
*
*

Λοξές ματιές: Ο ποιητής στο κλουβί

kavafis

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τόνοι μελάνι έχουν χυθεί για το παγκόσμιας ακτινοβολίας ποιητικό έργο του Κ. Π. Καβάφη. Μελέτες, μονογραφίες, άρθρα, αφιερώματα σε περιοδικά, διεθνή συνέδρια, ων ουκ έστιν αριθμός. Το έργο του ποιητή έχει αναλυθεί από πολλές και διαφορετικές πλευρές σε σημείο που αναγκαζόμαστε –πριν μιλήσουμε γι’ αυτό– να πρέπει να ανατρέξουμε στην ογκωδέστατη βιβλιογραφία που το συνοδεύει. Έχει ενδιαφέρον όμως να δούμε πως έγινε η πρόσληψη του Καβάφη από εκείνους τους διανοούμενους που πρώτοι ήρθαν σε επαφή με το έργο του, εκείνους τους φιλοπερίεργους και φιλέρευνους πρώτους περιηγητές της οδού Lepsius.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου μια διαφωτιστική σχετική συναγωγή. Τιτλοφορείται Κ.Π. Καβάφης, Κριτικές Μελέτες, σε επιμέλεια Γιώργου Πικρού. Πρόκειται για μια ετερόκλητη συλλογή δοκιμίων που απλώνεται σε χρονικό εύρος μερικών δεκαετιών. Οι συντάκτες των κειμένων, περιώνυμοι άνθρωποι των γραμμάτων μας (και όχι μόνο), θέλγονται από το αντικείμενο της σπουδής τους και μαζεύονται γύρω από αυτό σαν τουρίστες που θαυμάζουν ένα αξιοθέατο, ή σαν φιλότεχνοι μπροστά από ένα σπάνιο έκθεμα ή ακόμα σωστότερα σαν θαυμαστές μπροστά στο κλουβί κάποιου εξωτικού ζώου. Και επιδίδονται σε φλογερούς σχολιασμούς, με τον ζήλο του νεοφώτιστου.

Ως επί το πλείστον πρόκειται για διανοητές, συγγραφείς και ποιητές που γνώρισαν προσωπικά τον Αλεξανδρινό. Ο Γιώργης Πικρός στην χαρακτηριστικά ευσύνοπτη εισαγωγή του (απλώνεται σε περίπου δέκα αράδες) αναφέρει ότι οι κρίσεις που συγκέντρωσε σε αυτό το τομίδιο διίστανται. Άλλες τοποθετούνται υπέρ του ποιητή και άλλες εκφράζουν αντιρρητικές γνώμες. Ο επιμελητής υπερθεματίζει αυτή την επιλογή επικαλούμενος λόγους αντικειμενικότητας και σφαιρικής διαπραγμάτευσης. Και ορθώς το πράττει αυτό. Μπορεί στην εποχή μας, με την πάνδημη αναγνώριση της ποιητικής μεγαλοφυΐας του Καβάφη, οι αντιρρητικές κρίσεις να φαντάζουν παράταιρες ή και ενοχλητικές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αποσιωπούνται. Ανεξαρτήτως εάν φαίνονται φαιδρές και σκάνε πάνω στους κυματοθραύστες της καβαφικής ποίησης σαν μικρά, ανώφελα κυματάκια.

Κάθε συγγραφέας πιάνει το θέμα του από διαφορετική σκοπιά. Κάποιοι από αυτούς, με την άγνοια και τις προκαταλήψεις της εποχής, κάνουν, με κάποια αμηχανία και αδεξιότητα, μνεία στην “γυναικεία” πλευρά της ψυχοσύνθεσης του ποιητή. Αλλά γενικώς αυτό είναι ένα θέμα απου αποσιωπάται. Ο Βάρναλης είναι απροκάλυπτα εκθειαστικός. Με τα επίθετα «μοναδικός, ανόμοιαστος και ανεπανάληπτος» τιτλοφορεί ένα από τα κείμενά του που φιλοξενούνται στον εν λόγω τόμο. Ο ίδιος κάνει ειδική αναφορά και στο θρυλικό και διορατικότατο εκείνο κείμενο του Ξενόπουλου που δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια το 1903 και αποτελεί την πρώτη δημόσια παρουσίαση του καβαφικού έργου στην Ελλάδα. Ο Ουράνης και ο Καζαντζάκης συνεχίζουν τους διθυράμβους και τους πανηγυρικούς. «Η πιο εξαιρετική πνευματική φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης». Έτσι ξεκινάει το δοκίμιο του Καζαντζάκη. Ο Κ. Θ. Δημαράς ακολουθεί στο ίδιο ύφος, αλλά ρίχνει λίγο τους τόνους και προσπαθεί με το δοκίμιό του να μπει λίγο πιο βαθιά στην καβαφική ποίηση. Προβαίνει σε στίχο προς στίχο ανάλυση, επιμένει στην επιλογή των τίτλων των ποιημάτων (αφιερώνει παραπάνω από μιάμιση σελίδα στον τίτλο “Επέστρεφε” που με το εξόφθαλμο γραμματικό του λάθος σκανδάλισε πολύ, όπως αναφέρεται, τους φιλολόγους της εποχής) και προσπαθεί να φωτίσει το ψυχολογικό και συναισθηματικό υπόστρωμα της καβαφικής ποίησης.

Όλα βαίνουν καλώς λοιπόν μέχρι που φτάνουμε στο “πρόσκομμα” που λέγεται Τέλλος Άγρας. Εδώ η ανάλυση βαθαίνει απότομα. Ο συντάκτης αυτού του κειμένου δεν ενδίδει σε δοξαστικούς, αν και η τελική του ετυμηγορία είναι θετική απέναντι στον Αλεξανδρινό. Εξετάζει με το μικροσκόπιο την καβαφική ποίηση και αποπειράται να ξεχωρίσει την ήρα από το στάχυ. Και οι υπόλοιποι κριτικοί αυτού του τομιδίου έχουν γερή κατάρτιση, τεράστιο κύρος και εγνωσμένη οξυδέρκεια, αλλά μόνο ο Τέλλος Άγρας διηθίζει με τέτοιον εξονυχιστικό τρόπο το αντικείμενο της μελέτης του. Τι κάνει λοιπόν ο χαλκέντερος διανοούμενος και τραβάει τόσο αναπόδραστα την προσοχή μας; Τι τον κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στους υπόλοιπους γίγαντες της κριτικογραφίας;

Αρχικά προβαίνει σε μια διαπραγμάτευση και επεξεργασία του θέματός του καθαρά τεχνικού επιπέδου. Μας θυμίζει μάλιστα μια ορολογία που τείνει να χαθεί από το σύγχρονο φιλολογικό λεξιλόγιο: συνίζηση, έκθλιψη, άτμητος στίχος, διασκελισμός, ημιστίχια κ.α. Η ψύχραιμη και διαυγής ανάλυσή του επικεντρώνεται αρχικώς σε τεχνικά ζητήματα και προχωράει εν συνεχεία σε θέματα ποιητικής ουσίας. Η προσέγγισή του ξεχωρίζει από των υπολοίπων μελετητών και στο εξής: ενώ, όπως είπαμε καταλήγει στον έπαινο, δεν φαίνεται από την αρχή διατεθειμένη να ενδώσει σε αυτόν, να του χαριστεί. Διαβάζοντας το κριτικό σημείωμα του Άγρα, έχουμε αρχικά την εντύπωση ότι ετοιμάζεται κλιμακωτά να κατακεραυνώσει τον Αλεξανδρινό ποιητή. Ένα τέτοιο συμπέρασμα βγαίνει από τους αρχικούς ψόγους, την επισήμανση των αδυναμιών, των “λαθών” και των ασυνεπειών” της καβαφικής ποίησης. Το ύφος του Άγρα διέπεται από παγωμένη διαύγεια, κρυστάλλινη λογική και ψύχραιμη αντιμετώπιση. Έρχεται, κατά συνέπεια σε πλήρη αντίθεση με το ύφος των προλαλησάντων, που διακρίνεται από θυμικές εξάρσεις και εύκολες, επαινετικές κρίσεις. Το μόνο στοιχείο που θολώνει λίγο την καθαρότητα της ματιάς του, είναι η λεπτή ειρωνεία που διαποτίζει το ξεκίνημα του δοκιμίου του.

Γρήγορα όμως αφήνει κατά μέρος τα ανεκδοτολογικά σχόλια και τις προσωπικές γνώμες και προβαίνει σε στυφή γραμματολογική ανάλυση. Έτσι αναλύει το μέτρο των ποιημάτων (επικρατεί “ρυθμικός σάλος”, σχολιάζει επιτιμητικά) και προβαίνει σε χαρακτηρισμούς αρκετά οξείς. Θα λέγαμε ότι βγάζει τα μαχαίρια του εδώ. Αναφέρει χαρακτηριστικά στίχους “κακά φτιαγμένους άτμητους”, “περιττοσύλλαβους”, “κακώς παρατονισμένους”. Στην συνέχεια βρίσκει την καβαφική ποίηση απογυμνωμένη από “μεταφορές, επίθετα, παρομοιώσεις”, αλλά εντοπίζει την δύναμή της σε τέσσερα άλλα βασικά όπλα: την περίφραση, την περιγραφή, την υποβλητική εικόνα και το ρήμα. “Α, τι ανήσυχα που είναι τα ρήματά του!” αναφωνεί θαμπωμένος από την κινητοποίηση ενέργειας που αυτά προκαλούν.

Μετά την παύση του Τέλλου Άγρα οι πανηγυρικοί συνεχίζονται. Όχι όμως εντελώς απρόσκοπτα. Στην συλλογή συγκαταλέγεται και το περιβόητο πρώτο λιβελλογράφημα κατά του Καβάφη που αποτέλεσε και πρότυπο, καθώς λέγεται, για όλα τα υπόλοιπα που θα ακολουθούσαν (δημοσιεύτηκε το 1912). Το υπογράφει ο εμπαθής Ροβέρτος Κάμπος (άραγε υπάρχει κάποια μακρινή συγγένεια με τον Άλβαρο ντε Κάμπος;!), ψευδώνυμο του ποιητή Πέτρου Μάγνη που το αληθινό του όνομα ήταν Κ.Γ. Κωνσταντινίδης. Ο αληθινός συντάκτης του κατάπτυστου (για μας του καβαφολάγνους – έτσι μας αποκαλεί ο ίδιος) και ανερμάτιστου αυτού αρθριδίου, βρίσκεται εγκιβωτισμένος σαν ρωσική μπάμπουσκα μέσα σε αλλεπάλληλα λογοτεχνικά ψευδώνυμα. Κέρδισε μια θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας μας με αυτό το μικρό και ζηλόφθονο δοκίμιο. Το ποιητικό του έργο πάντως θάφτηκε μέσα στις δεκαετίες και έσβησε από προσώπου γης.

Και ο Ψυχάρης εναντιώνεται με ένα μάλλον ιταμό, ευσύνοπτο και ατεκμηρίωτο κείμενο στην “καβαφολαγνεία”. Αλλά η πολεμική του είναι πρόχειρη, αβαθής και ατελέσφορη. Ο επιμελητής παρά την αρχική του διακήρυξη δεν επιλέγει να συμπεριλάβει στη συλλογή άλλους από τους τόσους επιφανείς αντικαβαφικούς λόγιους της εποχής.

Αντίθετα το τομίδιο κατακλύζεται από κείμενα των Βρισιμιτζάκη, Νικολαρεΐζη (εντυπωσιακή η προσέγγισή του με πολύ στέρεες επαγωγικές απολήξεις), Τσίρκα, Κατσίμπαλη, Μαλάνου κ.α. προς επίρρωσιν της έκδηλα φιλοκαβαφικής τάσης. Τέλος έρχονται και δυο δοκίμια από τα πολύ υψηλά κλιμάκια της παγκόσμιας λογοτεχνίας που επισφραγίζουν τον θρίαμβο της καβαφολαγνείας: Φόρστερ και Ώντεν αποτίνουν τον δικό τους φόρο τιμής στον ποιητή της Αλεξάνδρειας.

* * *

Τι μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Τι μας νοιάζει αν κάποιοι διανοούμενοι συνάχτηκαν κάποτε για να εξετάσουν αυτό το περίεργο ζώο, τον ποιητή στο κλουβί, που αβοήθητος περιμένει την κρίση τους; Ο ποιητής στο κλουβί –πολύ ωραία, τραγικά και μοιραία σχηματοποίησε αυτή την εικόνα ο Έζρα Πάουντ κατά την αιχμαλωσία του στην Πίζα– μοιάζει να είναι στο έλεος των επικριτών, αλλά και των θαυμαστών του. Παρά ταύτα υπάρχει μια ασπίδα προστασίας απέναντι σε όλη αυτή τη σκύλευση: το ίδιο του το έργο. Ρευστό, πολυποίκιλτο, ανοιχτό σε ερμηνείες και αναλύσεις, υπερβατικό, βρίσκεται θρονιασμένο σε ενα φαντασιακό επέκεινα, σε μια δική του λογοτεχνική νιρβάνα και από κει περιγελά ή συγκατανεύει φιλικά προς όλες τις απόπειρες προσέγγισης.

Το θέμα είναι λοιπόν πως ένα κείμενο μιλάει για ένα άλλο κείμενο. Πως αποφεύγει τη γελοιότητα ή τις παγίδες που ελλοχεύουν στην όλη διαδικασία. Ο Προυστ τα είχε επισημάνει σαφώς πλην εμμέσως όλα αυτά. Προσπαθούμε να μεταδώσουμε την συγκίνησή και την αίσθηση μεγαλείου που μας προκαλεί η επαφή με κάποιο σημαντικό έργο, με αλλαλαγμούς, επιφωνήματα, πιθηκισμούς και κραυγές ενθουσιασμού. Αυτή την εικόνα έχουν πολλές φορές τα κριτικά κείμενα ή οι φιλολογικές αναλύσεις, και δη στις μέρες μας. Άλλοτε το κείμενο που μιλούσε ευμενώς για άλλο κείμενο μπορεί να διακρινόταν από λεπτότητα, ευγένεια, διακριτικότητα, ηθική σεμνότητα. Σήμερα βλέπουμε πολύ συχνά μια τάση θεοποίησης του προς εξέτασιν προσώπου να γίνεται κανόνας ύφους και περιεχομένου.

Δεν είναι ψέμα στον σύγχρονο περί λογοτεχνίας δημόσιο λόγο, όπως εκφράζεται μέσα από περιοδικά, ίντερνετ κτλ. να υπερθεματίζεται η προσωπικότητα και το έργο κάποιου (εκλιπόντος συνήθως συγγραφέα) με ορολογία που προσιδιάζει σε ροκ σταρ. Έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι συχνά με επίθετα και χαρακτηρισμούς, τύπου “μεγάλος”, “τεράστιος”, ”ανυπέρβλητος”, “αριστουγημα”, “σκοτεινή ιδιοφυΐα” που συνοδεύουν σπουδαίους κατά τα άλλα δημιουργούς όπως Μπουκόφσκι, Μπολάνιο, Μαλλαρμέ κ.ά. Η αμετροέπεια στον δημόσιο λόγο δεν είναι βεβαίως κάτι καινούργιο και δεν είναι κάτι που μπορεί να διορθωθεί ή να εκλείψει μέσα από τέτοιου είδους επισημάνσεις.

Το να γράφεις κείμενα για άλλα κείμενα είναι σαν να βάζεις έναν παραμορφωτικό καθρέφτη μπροστά σε έναν κανονικό καθρέφτη. Το αποτέλεσμα βγαίνει αναγκαστικά αλλοιωμένο. Η εικόνα του πρώτου κειμένου αποτυπώνεται στο τεθλασμένο της είδωλο με τρόπο άγαρμπα και αδέξια σοβαροφανή. Το κείμενο που μιλάει για άλλο κείμενο είτε είναι εγκωμιαστικού χαρακτήρα είτε έχει χλευαστική διάθεση δεν μπορεί να σταθεί τις περισσότερες φορές με αξιοπρέπεια απέναντι στο αντικείμενο του. Καταρρακώνεται, συντρίβεται, εκμηδενίζεται από αυτό.

Από την πλειάδα των σημαντικών λογίων που παρελαύνει στον τόμο Κ.Π. Καβάφης Κριτικές Μελέτες, αναφερθήκαμε με έμφαση στην περίπτωση του Τέλλου Άγρα γιατί αντιστέκεται πεισματικά σε αυτή την κατηγορία. Κωφεύει στις σειρήνες της ενθουσιαστικής παρουσίασης, (σαφώς σε ένα έργο σαν το καβαφικό κάτι τέτοιο είναι τρομερά δύσκολο) και επιλέγει έναν τρόπο προσέγγισης αυστηρό, αλλά εναργή, επιφυλακτικό, αλλά και γενναιόδωρο, λεπτομερειακό αλλά εν τέλει ακριβοδίκαιο.

Ασφαλώς μπορεί να καταλογισθεί σε μια τέτοια τοποθέτηση έλλειψη πάθους, άνευρη διάθεση, ψυχρότητα. Δεν πειράζει. Κάποιες φορές είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο (και) για λόγους διακειμενικής εντροπίας.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ