ελληνική ποίηση

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |43. Θοδωρής Ρακόπουλος (ΙΙ)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θοδωρῆς Ρακόπουλος

lesvos-petrified-forest01

(Ὀρυκτὸ δάσος, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2013)

Καβάλ

Διαπίστωναν μὲ τὴν πάροδο τῶν γενεῶν πὼς ἐκείνη ἡ λαμπρὴ πίστη στὸ κέρατο
ἐλάφου, ὡς τὸ δῆθεν πιὸ ἀξιόπιστο ϋλικὸ γιὰ τὴν κατασκευὴ αὐλοῦ τοῦ Πανός
καὶ καβάλ, ἦταν μία ἀπὸ κεῖνες τὶς ἱστορίες πού, πλέον ὑποψιασμένα, ἀπο-
καλοῦσαν μύθους. Ὁ κοσμολογικός τους τρόμος εἶχε νὰ κάνει μὲ τὸ εὔθραυστο
τοῦ ὀργάνου: ἂν σπάσει ὁ μελωδικὸς ἄξονας τῆς ἀνάσας, θὰ γίνει κομμάτια ὁ
κόσμος· ὅλος. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ μετανάστευση στὸν γιαλὸ μετὰ τὴν ἀποδάσωση,
τοὺς ἔπεισε ὅτι ὁ θρυμματισμένος κόσμος ἦταν θάλασσα· ἀπὸ τὰ ἐξίσου εὔθραυ-
στα κοράλλια της μποροῦσαν τώρα νὰ φτιάχνουν τὰ ἴδια ὄργανα. Καὶ τότε,
κατάλαβαν πὼς τὰ κόκαλα ἦσαν πορώδη στὸν χρόνο, κι ἡ ἀνάσα ἔχανε στὸν
συριγμὸ τῆς μουσικῆς σταδιακά – ἐνῶ τὰ κοράλλια αίώνια, καὶ πὼς τὰ κύματα
τὰ ἔχτιζαν, ἀντὶ νὰ τὰ σπᾶν.

~.~

Μπαλλάντα γιὰ τοὺς Συνοριοφύλακες

Ἐκεῖνος κάθισε ὁλόκληρος, βαρύς, καὶ σήκωσε τὸ
χέρι νὰ καλέσει πίσω ἀπὸ τὸν πάγκο τὸ γνωστὸ
κορίτσι. Ἔνιωθε, γυρνᾶ καὶ λέει στὸν σύντροφό του,
σὰν ξαφνικὰ ἀπὸ μέσα νά ‘βγε ἕνα ζῶο ποὺ εἶχα ξεχάσει νηστικὸ
γιὰ μέρες – μὲ ἁρπάζει καὶ μοῦ ψιθυρίζω: «ἄκουσέ το».
(Σιώπησε. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὸ μαγαζί, στὸ διάκοσμό του) –
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το«,

ἄκουσα νὰ μοῦ λέει. Ἡ κρύα ὑφὴ στὸ δέρμα ἀπὸ μπουκάλι,
τὸν ἔκοψε. Κοιτᾶ τριγύρω: ξεδοντιάρικα χαμόγελα. «Ἡ πρώτη
γύρα Amstel κερασμένη», κάν’ ἡ γκαρσόνα, κάπως μηχανικά.
Κάθεται πάνω σὲ στοίβα ροῦχα ματωμένα. Ἐκεῖνος ἅρπαξε τὸ
μανίκι ἀπ’ τὸ κορίτσι. Οἱ τέσσερείς τους τώρα. Ἔξω, κρότοι
καὶ φωνὲς ἀκούγονται ἀπ’ τὸ χιόνι ἡσυχασμένα, ἐπαναληπτικά:
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το».

Ἐκεῖνος ἔκλεισε τὸ μάτι (τὸ καλό του) στὸν κόσμο ὁλόγυρα,
νὰ δείξει πὼς ὅλοι (ἔξω καὶ μἐσα) σὰν Ἐκεῖνον μοιάζουνε.
Ὁ σύντροφός του θυμήθηκε τὴ λάσπη, τὸ αἷμα:»τίναξέ το,
τίναξέ το
«. Δὲν μίλαγε. Μετὰ πῆρε νὰ σκέφτεται πῶς ἔπαιξε τὸ
Ἄρσεναλ-Μίλαν. Ἡ γκαρσόνα ἔσυρε ἀπ’ τὸ μπὰρ μιὰ γύρα
άκόμη. Ὁ ἄλλος (ὁ τέταρτος) δὲν εἶχε ἀγγίξει διόλου μπύρα,
θυμόταν μόνο πότε ἄκουσε πρώτη φορὰ νὰ κράζουνε
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το».

Κι ἐκεῖ εἶχε μείνει. Τέταρτος. Ξαναχιονισμένα μίλια ἐμπρός του.
Τὰ ροῦχα του συνέχισαν, μέσα στὴ λάσπη, μέσα στὸ αῐμα,
μ’ Ἐκεῖνον, μὲ τὸν σύντροφο, τὴν Ἄρσεναλ, τὸ βλέμμα
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το«.

~.~

Τῆς Ἔψιλον, Πάλι

Δὲν σ’ ἔχω δεῖ γυμνἠ. Ἡ θάλασσα
κρύβει, σὰν περιδέραιο ὑφήλιο
τὴ χοϊκὴ δορά σου. Χάλασα
εὐκαιρία σάν (γερτὴ στὸν ἥλιο)

στάθηκες, φορώντας τὸ νερὸ ποδῆρες.
Μετά, σὲ κάλυψε ὁ ὑγρὸς μανδύας
καί, τυφλός (ἀντηλιὰ ἐνενήντα μοῖρες).
συγχρονισμένα τ’ ἄκρα σου –σχῆμα ὑδρίας–

σκέφτηκα, ὑφυδρίως. Στιλπνὸ κῦμα φῶς
στὰ ἴσια μαλλιά. Χωρὶς τὸ πῶμα
τοῦ καπέλου, λυτά: λευκὲς γραμμές, πλαίσιο

στὶς πινελιὲς τοῦ προσώπου. Οὔτε ἀφρὸς
τ’ ἄγγιξε, οὔτε χέρι, πρίν, στὸ διθέσιο
ἀμάξι. Δὲν σ’ ἔχω δεῖ γυμνή. Ἀκόμα.

~.~

talos
(Ξέρετε τὸ τέλος, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2017 [μαζὶ μὲ Στέργιο Μήτα, Ἀντώνη Ψάλτη])

Τάλως

πὺρ στοὺς ἐκτὸς ὁρίων ἄνευ δίκης

Μὲ λὲν τὸ ἀρχαῖο ρομπότ· γυρνάω τρεῖς φορὲς
τὴ μέρα τὸ νησί μας δρασκελώντας τὰ βουνά.
Πηγαίνω πάντα στὰ ὅρια τῆς ταχύτητας  –
Μὲ προσπερνοῦν Κρητίκαροι μὲ SUV + dolby λύρες.

Μὲ λένε σκουριασμένη μηχανή: κανεὶς
τριγύρω δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴ φλόγα ποὺ
ἐκτοξεύω ἐπάνω στὰ πλοιάρια
ποὺ χάσκουνε μαῦρα κορμιὰ τοῦ Λιβυκοῦ, τοῦ λίβα.

Μὲ λὲν ἀρχαῖο φασίστα, ἄνεργο φρουρό,
μιλιτσια ἀπελπισίας. Δὲν μὲ ἀπασχολεῖ. Κρύβομαι
ἀνἀμεσα στὰ ὄρη. Μιὰ μηχανὴ ὁριζόντιου ἤθους
σὲ μέλλον γαλανόλευκο, σὲ κυβικὰ χαλκοῦ.

Καὶ ξέρετε τὸ τέλος.


Ὁ Θοδωρῆς Ρακόπουλος (Ἀμύνταιο, 1981) σπούδασε Νομικὰ καὶ Κοινωνικὴ ἀνθρωπολογία στὴ Θεσ/νίκη καὶ τὸ Λονδίνο. Ἔχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Φαγιούμ (2010), Ὀρυκτὸ δάσος (2013) καὶ Ξέρετε τὸ τέλος (μαζὶ μὲ τούς: Στέργιο Μήτα καὶ Ἀντώνη Ψάλτη) (2017) καὶ τὸ ὑβριδικὸ Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας (2014). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Νυχτερίδα στὴν τσέπη (2015) ὑπῆρξε τὸ πρῶτο του πεζογραφικὸ βιβλίο. Διατηρεῖ τὸ μπλογκ Ἡ Ἀφρικὴ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα (http://thodorisrakopoulos.blogspot.com/).

Τὸ πρῶτο μέρος τῆς ἀνθολόγησης τοῦ Θ.Ρ., ἐδῶ.

Θάνος Γιαννούδης, Ατλαντίδα

Ατλαντίδα
 
Εκατομμύρια χρόνια πέρασαν,
σκορπίσατε, σβηστήκατε απ’ το χάρτη.
Μα θα ’ρθει η στιγμή και θα ενωθείτε
και πάλι στην Παγγαία την Εσχάτη.
Λ. Λαρέλης
 
Ποια τύχη μού ’δωσε το χάρισμα του λόγου
κι ήρθα σιμά σ’ εσάς τα λόγια αυτά να πω;
Πολλοί την είπανε Θεό κι εμείς Αγέρα,
μα –ο,τι κι αν είναι– το ίδιο κάνει τη φλογέρα
να παρασέρνει τον καιρό του παραλόγου
σ’ ιαμβικό κι ακαταμάχητο σκοπό.
 
Μ’ υποδεχτήκατε, ω άνδρες Αθηναίοι,
σαν πρέσβη επίτιμο ονείρου μακρινού
κι –ενώ μου δώσατε νερό κι αφρώδην οίνο–
ξέρω καλά πως στην ψυχή σας δεν θα μείνω
γιατί άλλος ήχος τη ζωή σας τώρα εμπνέει,
καινούριοι στόχοι σάς συντάραξαν τον νου.
 
Προορισμός σας τα ψηλά και τα μεγάλα
μα το παρόν σας δυστυχώς στα ποταπά.
Λαέ ξεχνάς κι έχεις μια μνήμη σαν το ψάρι
που την ακτίδα απ’ την ψυχή του έχουν πάρει
κι εκείνο ελπίζει και ποθεί μια νέα γυάλα,
καινούρια τείχη να ’χει εμπρός του ν’ αγαπά.
 
Κι ήρθα, λοιπόν, και με κοιτάζετε σαν ξένο
κι όλα είναι ξένα πια σ’ αυτή την εποχή
– μα ποιος καιρός για μας δεν ήτανε εμπόδιο,
με το στερνό φιλί της μάνας κατευόδιο
και την καρδιά μου που –είτε ζω είτε πεθαίνω–
δίπλα στο αιώνιο τραγούδι θ’ αντηχεί;
 
Σας αναγγέλλω πως ξεφτίζει η Ατλαντίδα
κι εσείς το ίδιο ανασαίνετε, θνητοί
στην εκκλησιά του δήμου, γύρω στην πλατεία,
αγιάζι στο Μπουρνάζι, τέλμα στα Χαυτεία,
κοινές ζωές – και στέκει μόνη σας φροντίδα
να μη ραγίσει τούτ’ η μοίρα η τεχνητή!
 
Σώπα, καημέ, κι εσύ, ορμή μου, συγκρατήσου!
Μίκρυν’ η πλάση και δεν κάνει πια για μας…
Στο αττικό ετούτο τ’ άχρονο τ’ αλώνι
ο θαυμαστός καινούριος κόσμος ξεσαλώνει,
με το μυαλό νωθρό και την καρδιά εξίσου,
με δυο στιχάκια που ’χει γράψει ο Σατανάς.
 
Ξέρω καλά πως θε να σβήσει η φωνή μου,
μα αυτό μονάχα σας θερμοπαρακαλώ:
να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη,
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θά ’ρθει,
μεγάλη λέξη στον καιρό του ακρωνύμου,
μακρύ καράβι σε κοντόφθαλμο γιαλό.
 
Γενιές που βγαίνουν και θα σβήσουν γύρω μέτρα,
κραυγές κι αγάπες γέφυρα στον χαλασμό.
Στον Παρνασσό με βγάζει το στρατί που πήρα,
μα πάει καιρός που ο Δευκαλίωνας κι η Πύρρα
γεννούσαν άντρες και γυναίκες απ’ την πέτρα,
όσους δεν ζήσανε ποτέ Κατακλυσμό.
 
Τώρα πια η μνήμη του Κακού παντού θ’ ανήκει,
τις αναμνήσεις του ολούθε θα γροικώ,
θα συντροφεύει τα μικρά παιδιά στην κλίνη,
θα ’ναι λαμπτήρας του φωτός που ανοιγοκλείνει,
Μοίρα μας, που ’ταν να σε πω Θεσσαλονίκη,
μα γλυκογέρνω σε λυκόφως αττικό.
 
Κατακλυσμέ, αυτός ο κόσμος δεν μου φτάνει!
Όλα μού φαίνονται πως στέργουν στο κενό:
συντρίμμια ο έρωτας, το κώνειο στον Σωκράτη,
αιώνιοι πόλεμοι ξανά στις πόλεις-κράτη
κι είναι γραμμένο η Ατλαντίδα να πεθάνει,
να γίνει θρύλος σε βαθύν ωκεανό.
 
Μα κι ο απέραντος ο πόντος θα τελειώσει
σαν άγρια τέρατα ρουφήξουν το νερό
– η Γη είν’ επίπεδη και τ’ όνειρο επίσης,
προτού μας φύγεις την πορτούλα να του κλείσεις,
μην μπει ο Αγέρας ξαφνικά και μου κρυώσει,
γιατί χωρίς αυτό να ζήσω δεν μπορώ…
 
ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |42. Χάρης Ψαρράς (ΙΙ)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Χάρης Ψαρρᾶς (ΙΙ)

Γκότα

(Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς, Ἀθήνα, Κέδρος, 2008)

Ἡ Κίρκη Πηνελόπη

Θαλάσσης μάτια, κόμη ἐβένου
νηχθημερὸν στὸ φῶς. Τριζόνια
σὰν κάνεις σὲξ τοὺς ἤχους κρένουν.
Πυρφόρα,ὁλόφωτα λαμπιόνια

φέγγουν καὶ βλέπουν οἱ ἐκλεκτοί σου
τὰ κάλλη σου καὶ τὴν ἀγκάλη.
Σὲ πῆρα ἐγὼ γιὰ προσκεφάλι
κι ἂς μ’ ἀρρωσταίνει ἡ λογική σου

νὰ δίνεσαι σ’ ὅλον τὸν κόσμο.
Φιλώντας γεύομαι τὸν δυόσμο
στὸ στῆθος σου ποὺ ἀναστατώνει

τὸ πράο μου βλέμμα. Ξημερώνει
κι ἐγὼ σὲ πῆρα στὸ κατόπι,
Κίρκη, γλυκιά μου Πηνελόπη.

~.~

Ἡ ἐπιστροφή

Ραμφίζει ὁ γλάρος στὰ παράλια τὰ σκουπίδια.
Ὁ αὐγερινὸς φωτίζει τῆς τρελῆς
γριᾶς τὸ σπίτι. Οἱ ἀστοὶ κι οἱ εὐγενεῖς
λένε πὼς εἶναι μάγισσα. Τὰ ἴδια

μοῦ λέει γιὰ κείνη τοῦ τσαγκάρη ὁ παραγιός:
«Ἀπ’ τὸ σοκάκι της νὰ μὴν περνᾶς. Ρουφῆχτρες
μὲ μάγια στήνει στοῦ δρόμου τὴ μέση.
Τὴ συνοδεύουν μάγισσες καὶ χαρτορίχτρες

ποὺ σὰν λιμάρικα σκυλιὰ σοῦ τρῶν τὸ βιός».
Ὅμως ἐμένα ἡ αὐλίτσα της μ’ ἀρέσει
σὰν τὴ φωτίζει γελαστὸς ὁ αὐγερινὸς

κι ὁλοταχῶς τρέχει ἡ γριὰ στὸ ἀκρογιάλι
τὸν γλάρο νὰ ταΐσει, νηστικὸς
μὴ φύγει ἀπὸ τὰ μέρη μας, γιὰ νὰ ξανάρθει πάλι.

~.~

Ρεβεγιόν (Ἀγρυπνία)

Εὐχὲς στὴ φιέστα ἀνταλλάσσουμε καὶ πᾶμε
μιὰ ὥρα ἀρχύτερα εὐτυχεῖς νὰ κοιμηθοῦμε.
Ναί, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον! «Πεινᾶμε»
φωνάζουν οἱ φτωχοὶ κι ἐμεῖς ἀκοῦμε

τὶς οἰμωγὲς ρακένδυτων λιμάρηδων
ἀστέγων καθημένων στὴν Κλαυθμῶνος.
Καθὼς χαράζει ἡ πρώτη μέρα τοῦ αἰῶνος
οἱ ἰαχὲς ἀμίμητων λυράρηδων

Φοίβου, Καρβέλλα καὶ λοιπῶν μᾶς κατακλύζουν.
Πὼς θά ‘κανα τὸ ρεβεγιὸν στὸν δρόμο δὲν τὸ πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονὴ διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ἕνα παγκάκι στὴ Σταδίου. Μᾶς ὁρίζουν

καὶ οἱ κλοσὰρ καὶ ἡ πὸπ καὶ ἡ κουλτούρα.
Δές, ξημερώνει ἡ πρώτη πρώτου δυὸ χιλιάδες
μὲ ὅλα της τὰ συμπράγκαλα. Κατούρα
στοῦ μέλλοντος κι ἐσὺ τὶς συμπληγᾶδες!

~.~

Στὴν Γκότα

Ὅταν ὁ ἥλιος ἔδυσε
στὸ πιὸ φτηνὸ κατέλυσα
πανδοχεῖο τῆς Γκότα.

Μὲς στοὺς πολλοὺς
ποὺ συνωστίζονταν ἐκεῖ
γνώρισα ἕναν λυπημένο.
«Σὰν καὶ πρῶτα

ἂν ἦταν οἱ καιροί, θά ‘ταν καλά
ὅμως δὲν εἶναι πιά».
Σιγοψιθύριζε ἐτοῦτο
τὸ τραγούδι.

Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἔμαθα
μονάχος πέθανε κι αὐτός.
Στὸν τάφο του ἕνα
λουλούδι

δὲν ἄφησε κανείς, ὡς λένε, ἀλλὰ
αἴφνης γιὰ χάρη του ὁ Θεὸς
χαμήλωσε τὰ φῶτα
καὶ στὸ σκοτάδι βύθισε
τὴν Γκότα.

~.~

Ἡ κάθοδος στὸν Ἅδη (Ι)

Χαιρετισμὸ στερνὸ ἀπόψε σοῦ ἀπευθύνω,
Ποιητὴ τῶν Ὅλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Τοῦ ἔργου σου τὸ μεγαλεῖο δὲν θὰ κρίνω.
Μπροστά σου ἄφωνος θὰ στέκω ὥσπου τὸ χέρι

ἑνὸς ἀπ’ τοὺς ἀγγέλους σου νὰ ‘ρθεῖ νὰ μ’ εὐλογήσει.
Θυμᾶμαι ἕναν λουθηρανὸ πάστορα
ποὺ ἔλεγε μὲ περίσκεψη πὼς σὰν ὁ ἥλιος δύσει
στοῦ πλήρους σκότους ἀποσύρεται τὰ μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα
κι ὅμως ήχοῦν πολύτιμα τώρα ποὺ ξεμακραίνω
κι ἐγὼ ἀπ’ τὴ ζωή. Στοῦ βίου μου τὴν αἰώρα
κούρνιαζα πρὶν μ’ ἀπαρνηθεῖ ἡ θνητή μου φύση.

Τοῦ Ἅδη τὴ θύρα τώρα ἀργοδιαβαίνω
μὲς στῶν νεκρῶν ψυχῶν τὴν κατηφόρα.
«Ἄρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιός ὅμως;
Ὁ θάνατος ποὺ εἶν’ τῆς ζωῆς ἡ διχοτόμος.

Στὰ δυὸ τὴν κόβει ἐν τάχει κι ἔπειτα ἀφανίζεται.
Στὴ θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι ὀδύρεται
γιατὶ πιὸ πέρα κι ἀπ’ αὐτὸν μᾶς ἀναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σὰν τὸ φεγγάρι ποὺ ὅταν γείρει ὁ ἥλιος βγαίνει
πίσω ἀπ’ τοῦ ἡσυχαστηρίου τὰ κυπαρίσσια.

~.~

αρχείο λήψης

(Τὰ ὄντως ὄντα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2012)

Χιόνι καὶ νερό

Στὸν αὐχένα τῆς νύχτας σκαλώνουν
νιφάδες, ἔκθαμβες, λευκές,
ἀπ’ τὸ καλέμι ἑνὸς
ἀγνώστου γλύπτη σμιλεμένες.

Ἂν δοκιμάσεις νὰ τὶς κλείσεις
στὰ χέρια σου, θὰ λιώσουνε μεμιᾶς.
Στὴ θέση τους ἀστράφτει μιᾶ σταγόνα
φρέσκου νεροῦ, αὐτὴ
δὲν εἶναι παρὰ ἡ σκόνη
ποὺ ἀπόμεινε ἀπ’ τὴ χειραψία σου
μὲ τὸν ἄγνωστο γλύπτη,

μ’ Ἐκεῖνον ποὺ μειδίαεκαὶ σφράγισε γερὰ
τὴν τέχνη Του ὁλόκληρη σ’ ἕνα ἔργο
ἕτοιμο ν’ ἀφανισθεῖ,
μόλις θνητὸς τ’ ἀγγίξει.


Ὁ Χάρης Ψαρρᾶς σπούδασε νομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ὀξφόρδη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικὰ βιβλία του: Σπίρτα  χειρός (2002), Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κύκλου (2004), Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς (2008), Τὰ ὄντως ὄντα (2012), Gloria in excelsis (2017). Ποιήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικὰ καὶ στὰ ρουμανικά. Ἔχει ἐπίσης δημοσιεύσει δοκίμια, μελέτες καὶ μεταφράσεις.

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών (προδημοσίευση)

working-women-peter-black

ΣΤΑ ΔΕΚΑΕΦΤΑ

Ὅταν βρέθηκε κρεμασμένη

(εἶχε ἀγαπήσει τὸν θειό της
στενὴ συγγένεια
αἷμα της)

τὸ σημείωμα στὰ πόδια της
τρεῖς στίχοι ὅλοι κι ὅλοι
ἔγραφε.

Τώρα μάνα μπορεῖς
νὰ φορέσεις
κόκκινα.

~.~

Η ΣΑΣΑ
Κατέβηκε στὸν δρόμο,
λίγο πρὶν ξημερώσει.
Ἦταν ὁ ἔρωτας ποὺ ἔδινε
ἐκεῖνο τὸ ξεχωριστὸ χρῶμα.
Ἕνα σκοῦρο,
ὄχι ὅπως τὶς ἄλλες μέρες,
ἕνα φωτεινὸ σκοῦρο τ’ οὐρανοῦ.

Τὸ Ἀλβανάκι ἦταν δὲν ἦταν εἴκοσι χρονῶν
κι ἡ Σάσα, κοντὴ καὶ χοντρούλα,
πάνω ἀπ’ τὰ ἑξήντα.

Ὅταν κατέβηκε ἀπ’ τὸ ξενοδοχεῖο,
στέκι τῶν ξενιτεμένων τῆς πόλης,
δὲν σκέφτηκε τὰ βάσανα, χρόνια τώρα,
ποὺ εἶχε σηκώσει ἡ πλάτη της,
οὔτε τὰ παιδιὰ ἢ τὰ ἐγγόνια της.
Δὲν σκέφτηκε τὴν καθημερινὴ καταφρόνια.
Μὰ μόνο τοῦ νεαροῦ τὰ λίγα λόγια
(ἐργατικὸς νέος, ὀμορφόπαιδο
ὁ συμπατριώτης της):

«Γιατί ’σαι καθαρή».

Γι’ αὐτὸ τὴν ἤθελε, ἔτσι τῆς εἶπε.
Κι ἤτανε θολωμένο τὸ μυαλό του·
καὶ ὄχι ἀπ’ τὴ ρακή.

~.~

Η ΠΑΛΙΑ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

Στέκεται στὴ γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι τοῦ σπιτιοῦ,
ἄξια γιὰ ἐργασία ἀκόμη,
ὅμως κανεὶς δὲν τὴν καταδέχεται.
Γιατὶ κανεὶς δὲν ξέρει
τὶς ἱκανότητές της.

Στέκεται μόνη,
παλιὰ σεβάσμια ὑπηρέτρια,
ποὺ ὀφείλει σύντομα νὰ πεθάνει
γιὰ νὰ ἀδειάσει τὴ γωνιά,
τὸν τόπο της.

Κι ἂς τὴ θαυμάζουν ὅλοι,
– τὰ παλιὰ ἔχουν χάρη.
Ἡ χρήση τὰ ἔχει ἐξευγενίσει.
Στέκεται μόνη
ἡ παλιά μας Singer.
Ἡ αἰωνόβια.

~.~  

Τὰ λεφτά μου τὰ ἔβγαλα,
ἕνα δαμάλι τοῦ παπποῦ τοῦ Θεοχάρη
κι ἕνα τάλιρο ἀκόμη.
Ἔραψα παντελονάκια τῶν μικρῶν
ἐσώρουχα μὲ δαντέλες
μὰ καὶ νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι ἐγγονές.
Στὴν Κατοχὴ κρύφτηκα
ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς,
μαζὶ μὲ τὸ πιστόλι τοῦ παπποῦ.
Σκέβρωσε τὸ καπάκι, τὸ ντύσιμό μου
μὰ ἐγὼ στὴ θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι ὅλα ἐντάξει.

Τοὺς ἔραψα, τοὺς ἔντυσα
κι ἀκόμα ἀξίζω,
μὰ αὐτοὶ μὲ παραπέταξαν,
γιατὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν μποροῦν
οὔτε κλωστὴ στὴν τρύπα νὰ περάσουν
–κι ἂν τὴν περάσουν, τί;–
οὔτε τὴ ρόδα μὲ τὸ χέρι νὰ γυρίσουν
οὔτε ἕνα χάδι στὸ πανί,
ἕνα γαζὶ ἢ ἕνα στρίφωμα.

Ἔτσι ἀνήμποροι,
εὔκολοι ἀγοραστὲς τοῦ ἕτοιμου,
δῆθεν ὡραίου,
χαζεύουν τὸ σχῆμα καὶ τὴ γραμμὴ
τὸ στέρεο μέταλλο τῆς ρόδας μου
καὶ τὸ ἀστραφτερὸ ἀτσάλι τῆς βελόνας,
καθὼς μὲ παίζουν καὶ μὲ περιπαίζουν,
ἐκεῖ στὴ γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ τους,

ἄχρηστη καὶ διακοσμητική.

~.~

ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ

Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες

αὐστηρὰ σκυθρωπὲς
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.

Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.

Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρὶ
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς

ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντᾶ κι ἡδονή.

~.~

ΕΝ ΚΝΙΔΩι , 4ος Π.Χ. ΑΙΩΝΑΣ

Στὴν πόλη ἔγινε γνωστὸ πὼς συνευρέθη μὲ τ’ ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης.
Ἀξιοθαύμαστη, τοῦ νέου ἐπισκέπτη, ἡ τρέλα καὶ τὸ πάθος
νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἱερὴ σάρκα, ὅμως ἡ θεϊκὴ ἡ δύναμή της
κι ἡ σύνεση τῆς πολιτείας τιμώρησαν τὸ ἀνίερό του λάθος.

Καμία ἔπαρση στὴν πράξη του αὐτὴ
σὰν θέλησε νὰ νοιώσει δική του τὴν ἄψυχη τὴν πέτρα
καὶ ν’ ἀπολαύσει ὀλύμπια ἡδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχὲ τῆς καλλιπύγιας ἐραστή, τοῦ κάτεργου τὶς μέρες τώρα μέτρα.

Ὤ! Πόσο βέβηλοι οἱ αἰῶνες ποὺ πέρασαν ἀλλάζοντας τὰ ἤθη.
Φάνηκε, ναί, φάνηκε αὐτὸ στὸ ξέφραγο τῶν Παρισίων Λοῦβρο,
στὴν ξιπασιὰ μεσήλικα ποὺ χάιδευε χλευαστικὰ τῆς ἀπαράμιλλης θεᾶς τὰ στήθη.

Καὶ δὲν κατάλαβε κανεὶς πὼς ἄλλο ὁ θλιβερὸς τοῦ αἰώνα μας ἐπιδειξίας
(ποὺ εἶχε κακάσχημο τὸ ἀπαράδεκτό του μοῦτρο)
καὶ ἄλλο ὁ ἐρωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιὰς τῆς θεϊκῆς Κνιδίας.


Τὰ ποιήματα προέρχονται ἀπὸ τὴν ὑπὸ ἔκδοση ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ, Ἀφανῶν γυναικῶν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κυκλοφορήσει σὐντομα ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη.

Ο ανολοκλήρωτος χορός του Ησαΐα

Θανάσης Γαλανάκης

Ο ανολοκλήρωτος χορός του Ησαΐα: Η Νύφη του Ιούλη του Παναγιώτη Νικολαΐδη κι η πορεία προς μια νέα πολιτική ποίηση

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη, 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

1. Εἶναι βιβλία ποὺ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκδίδονται, ἤγουν διανοίγονται στὸ κοινό, παραμένουν κλεισμένα στὸν ἑαυτό τους. Ἄλλα ἕνεκα τῆς ἐγγενοῦς ἐρμητικότητάς τους, ἄλλα ἕνεκα τῆς φυσιογνωμίας τῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία ἐξωθεῖ τὴν πλειονότητα τῶν συγγραφέων στὸν αὐτοεγκλωβισμὸ ἑνὸς στείρου ὑποκειμενισμοῦ – σὲ μιὰ λυρικὴ ἀναδίπλωση αἰσθητικὰ ἄτερπνη καὶ ἀντιπαραγωγική. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως, εἶναι καὶ κάτι ἄλλα βιβλία, ποὺ ἐπιλέγουν μὲ περίσσιο θάρρος νὰ ριχτοῦν στὸ πεδίο τῆς πάλης μὲ τὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ καὶ τὴν Ἱστορία, θεματοποιώντας τὰ μείζονα προβλήματα τῆς συγχρονίας τους καὶ διατηρώντας τὴ λεπτὴ ἰσορροπία μεταξὺ τῆς ἀτομικῆς/ὑποκειμενικῆς διάστασης τοῦ δημιουργοῦ τους καὶ τῆς δημόσιας/ἀντικειμενικῆς –δηλαδή, τῆς πολιτικῆς μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια– διάστασης τῆς ἐποχῆς τους. Ἕνα τέτοιο βιβλίο εἶναι καὶ Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη τοῦ Παναγιώτη Νικολαΐδη γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε σήμερα.

2. Δηλώνοντας τὶς προθέσεις του ἤδη ἀπὸ τὸν τίτλο, ὁ Νικολαΐδης ὁρίζει τὸ πεδίο ἀναφορᾶς τῆς συλλογῆς: ἡ Κύπρος, τὸ καλοκαίρι τῆς εἰσβολῆς (20.7.1974), ἡ ἀλγεινὴ ἐμπειρία τῆς κατοχῆς τοῦ βόρειου τμήματος, τὸ ἀτομικὸ καὶ τὸ συλλογικὸ τραῦμα. Πρόκειται –θ’ ἀναρωτηθεῖ κανείς– γιὰ μιὰ ποίηση στενὰ ἐθνικὴπατριωτική; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀναφανδὸν «ὄχι»! Κι αὐτό, διότι ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, εἶναι ἐκείνη ἡ λεπτὴ ἰσορροπία μεταξὺ προσωπικῆς ἐμβίωσης καὶ δημόσιου χώρου ποὺ κάνει τοὺς περιοριστικοὺς χαρακτηρισμοὺς τοῦ πατριωτικοῦ ἢ τοῦ ἐθνικοῦ νὰ παρέλκουν, χαιρετίζοντας ὡς καταλληλότερο χαρακτηρισμὸ ἐκεῖνον τῆς πολιτικῆς ποίησης. Εἶναι, ἑπομένως, ἡ ποίηση τοῦ Νικολαΐδη μιὰ ποίηση πολιτική μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια, ἀποτελώντας τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ μιὰ πρόταση: ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν πάλαι ποτὲ ἐκδοχὴ μιᾶς ποίησης δογματικῆς καὶ στρατευμένης σ’ ἕναν σκοπό (φτάνοντας στὸ σημεῖο νὰ ἐκφυλίζεται τὸ αἰσθητικὸ ἀντικείμενο καὶ τὸ κάλλος τῆς ποιητικῆς πράξης πρὸς τέρψιν τῆς ἰδεολογικῆς θέσης), ἔχουμε νὰ κάνουμε μ’ ἕνα ἔργο ποὺ ἐνῶ ἀποτελεῖ προσωπικὸ ὁδοιπορικὸ στὸν χρονότοπο τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος, καταφέρνει νὰ ἀφορᾶ τοὺς πάντες, ἁπλούστατα ἐπειδὴ δὲν περιορίζεται στὴν ὑποκειμενικὴ μόνωση ἢ στὴ δημόσια στράτευση τοῦ δημιουργοῦ του.

3. Περνώντας στὸ ἴδιο τὸ βιβλίο ὁ ἀναγνώστης ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τοὺς ἄξονες τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος. Στὴ λεπτὴ ἀντιμετώπιση τῆς θεματικῆς συνθήκης, ὁ Νικολαΐδης ἐπιστρατεύει μ’ ἔντεχνο τρόπο ποικίλες ρητορικὲς στρατηγικὲς καὶ ἐκφορές, ἐνῶ παράλληλα ἀπεγκλωβίζεται ἀπ’ τὴ μονοσημαντικότητα τῆς πρόθεσης τοῦ νὰ μιλήσει γιὰ τὸν Ἰούλη τῆς εἰσβολῆς ἐπεκτείνοντας τὸ πεδίο τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ποιητικῶν του σημάνσεων καὶ διατηρώντας ἕνα σφιχτοδεμένο ὀργανικὸ σύνολο.

4. Ὁ χῶρος κι ὁ χρόνος διαπλέκονται συνιστώντας τὸν χρονότοπο τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος. Ἀσφαλῶς, ὅμως, ἡ κάθε διάσταση καταλαμβάνει τὸ δικό της ξεχωριστὸ μερίδιο μὲς στὸ βιβλίο.

Ὁ χῶρος, λοιπόν, εἶναι ἡ Κύπρος, ποὺ a priori λογίζεται ὡς διχοτομημένη καὶ τραυματισμένη, καὶ τὸ νοερό –ἅμα τε καὶ πραγματικό– ὁδοιπορικὸ τοῦ Νικολαΐδη στὰ κατεχόμενα ἐδάφη. Δὲν εἶναι λίγες, βέβαια, οἱ στιγμὲς ποὺ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τοποθετεῖται στὴν ἐλεύθερη Λευκωσία, ὡστόσο ἡ δράση τῆς συλλογῆς λαμβάνει χώρα στὸ κατεχόμενο τμῆμα τοῦ νησιοῦ. Κι αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία ἐν προκειμένῳ κατὰ βάση, ἀφορᾶ κυρίως στὸ προαναφερθὲν γεγονὸς τοῦ ἀπριορισμοῦ.

Ἡ Κύπρος εἶναι διχοτομημένη κι αὐτὸ λογίζεται ὡς κάτι τὸ δεδομένο· κι εἶναι δεδομένο σὲ τέτοιον βαθμὸ ποὺ τὸ ἅλγος τῆς συνειδητοποίησης φτάνει τελικὰ νὰ εἶναι μὴ ἐπικοινωνήσιμο. Εἶναι ὅμως ἔτσι; Ὁ χῶρος ἀναπαρίσταται πάντοτε μὲ βαθιὰ ὑπαινικτικότητα, μιὰ πολὺ συχνὴ ρητορικὴ στρατηγικὴ τοῦ Νικολαΐδη, ἡ ὁποία γεννᾶ ὁρισμένες ἀπ’ τὶς δυνατότερες στιγμὲς τοῦ βιβλίου: ἔτσι, ἀπὸ τὴ θέση του στὴν Λευκωσία τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἀντικρίζει ἕνα «Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης / σὰν γάζα» ποὺ «σκέπασε τὴν πληγὴ στὸ βουνὸ / κι ὕστερα περιτύλιξε τρυφερὰ / τὴ μοιρασμένη / πόλη» («ε΄»· ἂς προσέξει κανεὶς τὸν ἐμφατικὸ διασκελισμὸ στὴ «μοιρασμένη / πόλη»…), ἐνῶ φεύγοντας ἀπὸ τὸ Μπελαπάις, κι ἐνῶ «ὁ ἥλιος ρίχνει στὴν πλατεία / προκηρύξεις», ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ἡ εὐδαιμονικὴ ἐλπίδα ὅτι ἴσως κάποτε ξαναρθεῖ τὸ φῶς στὴ σκοτεινὴ ἀπὸ τὴν κατοχὴ πλευρὰ τῆς νήσου, ἡ συντροφιὰ τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου ἔρχεται ἀντιμέτωπη μὲ τὴ μνήμη τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος κοινωνεῖ τὸ τραῦμα. Ἔτσι, ἐνῶ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τοῦ «θ΄» μᾶς λέει ὅλο νόημα (καὶ θὰ έπιστρέψουμε σ’ αὐτὸ εὐθὺς παρακάτω), ὅτι «Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά», «Ἕνα πουλὶ ὡστόσο / μᾶς κοιτᾶ καθὼς φεύγουμε / περίεργα». Τὸ πουλί, λοιπόν, κομμάτι τοῦ τοπίου, τοῦ χώρου, συνηθισμένο πλέον στὴν ξένη λαλιά, ἀκούει τὰ ἑλληνικὰ καὶ κοντοστέκεται· ξενίζεται προφανῶς ἀπὸ τὸ ἀλλότριο ἄκουσμα, τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως σὰν κάτι ἀπὸ μέσα του νὰ τοῦ ἀνακαλεῖ τοὺς νόμιμους κατόχους τῆς ἐπικράτειάς του· σὰν κάτι νὰ τοῦ θυμίζει μιὰ λαλιὰ ποὺ συνήθιζε φυσιολογικὰ ν’ ἀκούει.

Ὁ χῶρος καὶ ὅ,τι τὸν συναποτελεῖ ἀποκτοῦν μιὰ μεταφυσικὴ διάσταση, καθοριστικὴ γιὰ τὴ στοχοθεσία τοῦ Νικολαΐδη. Τὸ ἴδιο τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο γίνεται χῶρος καὶ ἀντικρίζοντας τὴν «πόρνη» Κερύνεια φτάνει νὰ ὑψώσει τὸ σπαρακτικό: «Ἄχ, νἄμουν φτιαγμένος / ἀπὸ μέταλλο ἢ πλαστικό, / κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε / μὲ λίγο τρίψιμο καὶ μπόλικο νερὸ / νὰ καθαρίσει» («η΄»). Ἐπισκεπτόμενος τὴν Ἀκανθοὺ τῆς μάνας του καὶ περνώντας τὰ ὁδοφράγματα καὶ τὶς ἀπαγορεύσεις (ποὺ μετωνυμικὰ γίνονται κομμάτι τοῦ φυσικοῦ τοπίου: «Ἄνοιξε δρόμο / ἀνάμεσα σ’ ἀγκάθια κι ἀγριόχορτα»), «[…] [τ]οῦ ψιθύρισε μιὰ λεμονιά: / “Μὲν φύεις. / Μείνε, λαλῶ σου, τζι εἶμ’ ἀθθισμένη”». Καταιγισμὸς ὑπαινικτικῶν εἰκόνων δηλώνουν ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ διαφορετικά: ὁ ἐξορκισμὸς τοῦ ξένου στοιχείου ἐν χώρῳ γίνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ χρήση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, πηγαίνοντας στὸ Ριζοκάρπασο: «Γι’ αὐτὸ στηρίζουμε τὸ τοπίο / μὲ ἀσπίδες ἠχηρές» («ιβ΄») μᾶς ἐνημερώνει τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο, ἐνῶ στὴν κατεχόμενη Καρπασία, τὴν ὁποία στολίζει ἀλγεινὰ «[…] τὸ φίδι» ποὺ «στὴν ἐξορία τοῦ πλίνθου ζεσταίνεται» («ιγ΄»), ἐπιλέγει νὰ ὀνομάσει τὸ τοπίο μὲ τὶς κυπριακές του ὀνομάσίες ἐπανεμβαπτίζοντας καί, οὐσιαστικά, ἀποκαθαίροντάς το: «μολόχες τζόχοι ἀβρόσσιλλα / στρουθκιά χωστές αναθρηκές» (ibid.)

Φυσικά, ὁ χῶρος, κι ἡ τραυματικὴ ἐμπειρία ποὺ αὐτὸς κουβαλᾶ, δὲν εἶναι ἕνας ἐξωϊστορικὸς τόπος, φανταστικός, θαυμαστός, ἀλλὰ τὸ ὑπάρχον, ἡ πραγματικότητα. Ἐνίστορα, λοιπόν, ἐξελίσσεται κι αὐτὸς μαζί της, διὰ τοῦτο κι ὁ χρόνος γίνεται μαζὶ μὲ τὸν χῶρο τὸ ἄρμα τοῦ τραύματος, ὁδηγώντας τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο νὰ ἀναφωνήσει: «[…] Θεέ μου, / κάμε νὰ σπάσει τὸ δόντι τοῦ χρόνου» («ιγ΄»). Χῶρος καὶ χρόνος, ἐν ταυτῷ, συνιστοῦν τὸ χρονοτοπικὸ γεγονὸς τῆς εἰσβολῆς καὶ τῆς κατοπινῆς κατοχῆς, ὅμως ὁ ποιητὴς ἐπιλέγει τὸ σχῆμα τῆς ἀποσιώπησης γιὰ νὰ ἐκμηδενίσει τὸ γεγονός, ἀποστερώντας του τὴν ὕπαρξη – ὄχι φυσικὰ σὲ μιὰ προσπάθεια ἐθελοτυφλίας ἢ ἄρνησης τῆς ἀλήθειας, ὅσο περιφρόνησης τῆς ὕπαρξής του. Ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος ἀδρανοῦν μπροστὰ στὸ τραῦμα: «Εἰκοσιμιὰν τοῦ Ἰούλη / Κυριακήν / ἐσταματῆσαν οὕλλα τὰ πουλιά // στὸν ἀέραν» («ιστ΄»), ὅπως ἀκριβῶς κι ἐμπρὸς στὸ ἀπόκοσμο θέαμα τῆς Ἀμμοχώστου· μιᾶς πόλης ἐξωχρονικῆς· μιᾶς μη-πόλης πόλης. Ὁ «ἀθερινόψυχος χρόνος» ποὺ σὰν τὸ σμάρι τοῦ ψιλοῦ ψαριοῦ συμπυκνώνει σὲ μιὰν ἑνιαία κίνηση μνῆμες καὶ τραύματα ποὺ κινοῦνται σὰν αὐτόματα ὅλα μαζὶ, μοιάζει «Σὰν κόκορας ποὺ περπατᾶ ἀκέφαλος / τινάζοντας παντοῦ αἷμα» («ιζ΄»). Στὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο, ἡ μὴ ἐπικοινωνήσιμη διάσταση τοῦ ἄχθους δίνει τὴν ἐντύπωση ἑνὸς δέρματος ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἀπεκδυθεῖ – κάτι ποὺ προσπαθεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχει διὰ τῆς γραφῆς: «Θεέ μου, / δίδαξέ ν’ ἀποβάλω τὸ δέρμα. / Εἶμαι μονάχα ἕνα σῶμα / ποὺ γράφει μὲ τὸ χέρι τὸ ἀνεπίδοτο […]» (ibid.).

5. Ἡ πρακτικὴ τῆς ἀποσιώπησης, τοῦ ὑπαινιγμοῦ, τῆς μη κατονομασίας τοῦ τραύματος, ἀποτελεῖ ἕνα ἔντεχνο ρητορικὸ τέχνασμα τοῦ Νικολαΐδη, ἀφενὸς δηλωτικὸ τῶν προθέσεων τοῦ βιβλίου του καὶ ἀφετέρου εἰσιτήριο γιὰ τὴν νέα συνθήκη τῆς πολιτικῆς ποιητικῆς διάστασης ποὺ ὑπαινιχθήκαμε παραπάνω. Ἔτσι, οἱ ἀναφορὲς στὴν «πληγὴ στὸ βουνό», στὴν «ξένη γλώσσα» στὴν ὁποία «σπᾶνε γλώσσα καὶ ρυθμό[ς]», στὶς «λέξεις ξένες / αἰχμηρές / μαῦρο σπαθί» ἀποτελοῦν ἐνδεῖκτες τῆς ἀνεπιθύμητης ἑτερότητας, τοῦ ἄλλου, ποὺ δὲν κατονομάζεται παρὰ μόνον ὑπονοεῖται, κι αὐτὸ ἐπειδὴ ἡ κατονομασία του συνεπάγεται τὴν ἐθελούσια νομιμοποίησή του! Κι ἐδῶ ἔγκειται ἡ πραγματικὴ καὶ οὐσιαστικὴ συμβολὴ τοῦ βιβλίου τοῦ Νικολαΐδη, ὅσον ἀφορᾶ στὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς του στοχοθεσίας. Ἡ καταβύθιση στὸ παρελθὸν τῆς εἰσβολῆς, στοὺς χαμένους τόπους καὶ στὸν σταματημένο χρόνο ποὺ ἀνακαλεῖται ἐμπαθῶς, δὲν μένει ἐκεῖ, ἀλλὰ προβάλλεται στὸ παρὸν καὶ στὸ μέλλον, ὑψώνοντας μιὰ σαφῆ κριτικὴ στάση ἀπέναντι στὰ πράγματα. Ὄχι σπάνια, λοιπόν, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο παίρνει ξεκάθαρη θέση ἀπέναντι σὲ πάσης φύσεως συμβιβασμοὺς καὶ ὑπαναχωρήσεις. Μὲ πολὺ νόημα, λοιπόν, ὁμολογεῖ ὅτι «Ὅσο κι ἀν ὀνειρεύομαι ὅμως / πολυτελῆ ἀμάξια / μιὰ στέπα στὸ δημόσιο / ἢ ἕνα ὀβὰλ γραφεῖο / ὅλο νυχτώνει στὸ λευκό», ἢ ἀλλοῦ κατονομάζει τὴ γενιά του ὡς «Τὰ παιδιὰ τῶν νεκρῶν. / Ἕνα[ν] πλανόδιο πεπτικὸ σωλήνα». Παράλληλα, τίθεται ξεκάθαρα ἀπέναντι στὴν συμβιβαστικὴ λογικὴ ποὺ ἀφορᾶ στὴ συλλογικὴ διάσταση τῆς διαχείρισης τοῦ τραύματος, ποὺ ὑπονοεῖται σὲ στίχους ὅπως «Πρέπει νὰ συνηθίσουμε νὰ ζοῦμε / καὶ μ’ αὐτό, λένε οἱ εἰδικοί,» ἢ «Οἱ στάχτες ποὺ αἰωροῦνται / θυμίζουν ἄλλη ἐποχή / ἀλλὰ θὰ τὸ ξεχάσουμε» ἢ «Μ’ αὐτὰ καὶ τ’ ἄλλα / ἦρθε ἡ ὥρα νὰ προχωρήσουμε. / Ἔτσι συμβαίνει. / Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά».

picture-063.jpgΠέρα ἀπ’ αὐτὰ ὅμως, ὁ Νικολαΐδης κλιμακώνοντας τὴν ἐμπλοκή του στὸ πεδίο τῆς πάλης, στὴ διάνοιξη τοῦ ποιητῆ στὴ δημόσια σφαίρα, στέκεται –ἐπιστρατεύοντας τὴν εἰρωνεία καὶ τὸν ὑπαινιγμό– ἀπέναντι καὶ στὴν ἐπίσημη πολιτικὴ τῆδε κακεῖσε στὴ νῆσο. Θίγεται ἔτσι ἡ ἀνίερη ἐκμετάλλευση τῶν εἰσβολέων («Στὸν πόλεμο τὸ Μπελαπάις / ἔγινε πρόχειρο νοσοκομεῖο / τραυματισμένων στρατιωτῶν. / Σήμερα εἶναι σημαντικὸ ἀξιοθέατο / (μὲ εἴσοδο παρακαλῶ) […]), ἀλλὰ καί ἡ ἀπουσία μιᾶς νουνεχοῦς ἐθνικῆς –καὶ συνάμα προσωπικῆς/ἀτομικῆς (ἕνεκα τῆς ἐξ ἄνωθεν ἀλλοτρίωσης)– στρατηγικῆς («Κι ὅλο φυσᾶ χωρὶς γραμματική»). Ἀπὸ τὸ στόχαστρο δὲν λείπει οὔτε ἡ ἔμμεση ἀναφορὰ στὸ ἀποικιοκρατικὸ παρελθόν (βλ. νύξη στὸν «ποιητὴ τῶν Bitter lemons», ἐννοώντας τὸν L. Durrell καὶ τὸ ὁμώνυμο ἔργο του). Ὕστατο σημεῖο ἐλέγχου καὶ κριτικῆς, ἡ ὅλο νόημα καταληκτήρια διακήρυξη τῆς συλλογῆς, στὴν ὁποία θὰ ἐπανέλθουμε στὸ τέλος τοῦ παρόντος κειμένου.

6. Ἡ μὴ ἐπικοινωνήσιμη διάσταση τοῦ πόνου καταφέρνει νὰ χαλιναγωγηθεῖ διὰ τῆς ποιήσεως. Ἡ ποιητικὴ πράξη per se ἀποτελεῖ ἕνα ἐνέργημα ποὺ συντείνει στὴν περιγραφή, τὴν ἐξήγηση κι ἐν τέλει τὴν κατανόηση καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος –γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ricœur–, κι ὁ Νικολαΐδης τὸ γνωρίζει αὐτό: «Ἀπὸ τὴ λέξη στὸ χέρι λοιπὸν / κι ἀπὸ τὸ χέρι στὸ μυαλό.». Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αἰσθάνεται σὰν «[…] ἕνα σῶμα / ποὺ γράφει μὲ τὸ χέρι τὸ ἀνεπίδοτο», προστρέχει στην τέχνη τῆς ποιήσεως –γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν Ἀλεξανδρινό–, κι ἔτσι γράφοντας γιὰ τὴν Ἀμμόχωστο, μιὰν ἐμπειρία ποὺ φαίνεται νὰ ξεπερνᾶ τὴν ἀντιληπτική του δυνατότητα, φτάνει νὰ παραδεχτεῖ ὅτι «Ἀγαπημένη, / αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι νάρθηκας / γιὰ τὰ σπασμένα μου / δάχτυλα».

Κι εἶναι γενικότερα ἡ διαχείριση τῶν ποιητικῶν τρόπων (τῆς εἰρωνείας, τῆς διφωνικότητας, τῆς ὑπαινικτικότητας, τῆς ἀποσιώπησης), ἀλλὰ καὶ τῆς οἰκονομίας τῆς συλλογῆς ποὺ συντείνουν πρὸς μιὰ κατεύθυνση ἀνάδειξης τῆς συνολικῆς ποιητικῆς/αἰσθητικῆς διάστασης, ἡ ὁποία συγκερνᾶ τὸ λυρικό/δραματικὸ στοιχεῖο μὲ ἐκεῖνο τῆς κριτικῆς/πολιτικῆς πράξης. Ἀπὸ τὴν πρόταξη δύο σχετικῶν μὲ τὴν παρούσα θεματικὴ ποιημάτων ἀπὸ τὴν συλλογή Παραλογή τοῦ 2016 ἕως τὸ ἀποσυμφορητικό –θά ’λεγε κανείς– «ιδ΄» μὲ τὸ ἐνσταντανὲ ποὺ λειτουργεῖ ὡς ἰντερμέδιο «γιὰ ν’ ἀδειάσουν οἱ πέτρες» (ὅπως λέει ἀλλοῦ), κι ἀπὸ τὴν ἔντεχνη χρήση τοῦ διασκελισμοῦ (βλ. ἐνδεικτικὴ ἀναφορὰ παραπάνω) ἕως τὸ διόλου τυχαῖο κόμμα στὸ «γ΄» (ὅπου σχεδιάζοντας μελλοντικὰ ἀνδραγαθήματα, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τ’ ἀπαριθμεῖ: «Νὰ περισώσω σπάνια εἴδη / δάση τροπικά / τὰ πεινασμένα παιδιὰ τῆς Ἀφρικῆς, / νὰ λευτερώσω τὴν πατρίδα μου»), ὁ Νικολαΐδης φαίνεται νὰ ἐπενδύει στὸν τερπνὸ χαρακτήρα τῆς ποίησης, θεραπεύοντας ἐξίσου μορφὴ καὶ περιεχόμενο, καταστρώνοντας ἕνα ὑπόδειγμα γι’ αὐτὴ τὴ νέα πολιτικὴ ποίηση, γιὰ τὴν ὁποία κάνουμε λόγo, κι ἡ ὁποία μιλᾶ γιὰ τὴν συγχρονία και τὴν ἐποχή της, μεταχειριζόμενη τρόπους καὶ στρατηγικὲς ποὺ δὲν τῆς στεροῦν τὴν αἰσθητικὴ διάσταση.

7. Κι ἡ Νύφη; Ποῦ βρίσκεται μέσα σ’ ὅλα αὐτά; Ποιός εἶναι ὁ ρόλος της; Ἡ φασματικὴ αὐτὴ παρουσία ποὺ πέρα ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο καὶ τὸν τίτλο, ἐντοπίζεται καὶ στὸ ποίημα «ιστ΄», λειτουργεῖ ὡς μιὰ μετωνυμία τῆς μνήμης, τοῦ ζωντανοῦ τραύματος ποὺ διαπνέει ὅλο τὸ βιβλίο. Ἄλλοτε ὡς θάλασσα κι ἀφρός, ἄλλοτε ὡς τὸ καύκαλο τῆς Ἀμμοχώστου, πάντοτε μέσ’ ἀπ’ τὴν παρουσία τοῦ λευκοῦ (ποὺ ἱστορεῖ κατὰ βάση τὰ ποιήματα, πλάι στὸ ἀναπόφευκτο καὶ διαλεκτικὸ πορφυρὸ τοῦ αἵματος), ἡ νύφη ἐνδύει μὲ τὸ ἀφόρετο νυφικό της τὴ συλλογή, ἀφήνοντας ἀνοικτὴ μιὰ ρωγμὴ γιὰ ν’ ἀνασαίνει –καίτοι ἀσθματικά– ἡ ἐλπίδα. Καταλήγει νὰ εἶναι μιὰ ἀπόκοσμη εἰκόνα τοῦ ἀνεπίδοτου, τοῦ ἐκκρεμοῦς, τοῦ ἀτελοῦς, ποὺ σὰν ἀνολοκλήρωτος χορὸς τοῦ Ἠσαΐα ἀφήνει τὰ πάντα ἀνοικτὰ στὴν ἀπειρία τῶν δυνατοτήτων τους.

Ὁ ποιητὴς στέκει μπροστὰ στὸ ἀφόρετο κρεμασμένο νυφικὸ κι ἀναρωτιέται γιὰ τὴ θέση ποὺ πρέπει νὰ λάβει ἀπέναντι σὲ ὅ,τι ἀγγίζει τὴ βαθύτερη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Γνωρίζοντας καλὰ ὅτι ἡ ποίηση δὲν ὑπάρχει μόνο γιὰ νὰ ἐξωραΐζει, ἀλλὰ οὔτε καὶ γιὰ νὰ ἐπιτείνει τὴν κακότητα μέσα σ’ ἕναν κόσμο κλιμακούμενων ἀλλαγῶν, ἀναρωτιέται γιὰ τὴ θέση της τέχνης του μὲ τοὺς παρακάτω ἐξαιρετικοὺς στίχους: «Σὲ τί χρησιμεύει λοιπόν ἡ ποίηση / ὅταν ὁ θάνατος σερβίρεται μὲ μουσικὴ / κι ὅταν μπορεῖς μονάχα μ’ ἕνα κλὶκ / νὰ δεῖς ἕνα κομμένο κεφάλι / νὰ κυλιέται στὸ χαλί σου;». Ἀναλογιζόμενος τὸ ἐρώτημα αὐτό, δίνει τὴν ἀπάντηση ἀπὸ μόνος του, ὁλοκληρώνοντας τὸ βιβλίο μ’ ἕνα σαφὲς «κατηγορῶ» κόντρα στὴν νεότευκτη ἀλλαγὴ τῶν νοημάτων (ἡ «εἰσβολή» ὡς «φτερούγισμα», ἡ «κατοχή» ὡς «οὐρανός», οἱ «νεκροί» ὡς «πλεονάζοντες σὲ κακὸ καιρό»), ὑπενθυμίζοντας ὅτι κάθε ἐνδιάμεση κατάσταση, κάθε χωροχρονικὸ μεταξύ, κάθε ἀφόρετο νυφικὸ καὶ κάθε «Ἠσαΐα χόρευε…» ποὺ διακόπτεται ἀπ’ τὰ θανατηφόρα βόλια τῆς Ἱστορίας, ἔχει πάντοτε κι ὁπωσδήποτε γιὰ πρωταγωνιστές του –εἴτε τὸ θέλουμε, εἴτε ὄχι– θύτες καὶ θύματα, δράστες καὶ ἀθώους «“πλεονάζοντες”», οἱ ὁποῖοι μοιράζονται –ἡρακλείτεια; ἑγελιανά;· ἀδιάφορο!– τὴν ἀναπόδραστη κοινὴ μοίρα τοῦ χαμοῦ, τὸ μερτικό τους ἀπὸ θάνατο κι ἀπὸ «αἷμα [ποὺ ὅπως ὑπέροχα μᾶς λέει κι ὁ ποιητής] θά ’ναι γιὰ πάντα / τὸ τελευταῖο βερνίκι τῆς ἀνθρωπότητος».

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ


* Το κείμενο εκφωνήθηκε κατα την παρουσίαση του βιβλίου στο Polis Art Cafe (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς ΒιβλίουΑθήνα) την Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

«Σαν ένας δρόμος της ψυχής»

 

Λεωνίδας Γαλάζης

«Σαν ένας δρόμος της ψυχής»

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1Η νέα ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Νικολαΐδη, υπό τον τίτλο Η νύφη του Ιούλη, εντάσσεται, κατά την άποψή μας, στην ευδιάκριτη πρόσφατη τάση για επάνοδο της λογοτεχνίας μας στη θεματική του συλλογικού τραύματος του 1974, που, όπως έχει διαπιστωθεί από τον Π. Παπαπολυβίου, εντοπίζεται και στους τομείς της ιστοριογραφίας και στα συναφή είδη της μαρτυρίας, του χρονικού, του απομνημονεύματος, των μελετών για κατεχόμενες κοινότητες κ.ά., που «αποτελούν το καθένα», όπως σημειώνει ο μελετητής, «πέρα από τη σημασία τους για την καταγραφή της σύγχρονης ιστορίας του ημικατεχόμενου νησιού μας, πολύτιμη συμβολή για τη διάσωση της συλλογικής ιστορικής μνήμης. Πάντοτε, μέσα από μια επώδυνη διαδικασία για τον αφηγητή / συγγραφέα: όσο οδυνηρή είναι η ανάξεση ενός ανοικτού τραύματος εδώ και 45 χρόνια».[1] Στην περίπτωση ενός λογοτεχνήματος, όπως είναι η Νύφη του Ιούλη, χωρίς να θεωρούμε αμελητέο τον διάλογο λογοτεχνίας και ιστορίας και τη σημασία του για τη συλλογική συνείδηση, επικεντρωνόμαστε στο κείμενο όχι ως ιστορική πηγή ή μαρτυρία για το συλλογικό τραύμα, αλλά ως ποιητική αποτύπωσή του.

Αυτή, λοιπόν, η πέμπτη ποιητική συλλογή του Π. Νικολαΐδη, παρά τη βιωματική της αφορμή και την επίκαιρη διαθεματική της αφόρμηση, δεν εγκλωβίζεται στα στεγανά της επικαιρικής ποίησης, που δύσκολα αρτιώνεται αισθητικά. Αντίθετα, και σε αυτό το βιβλίο εντοπίζονται τα οικεία στον αναγνώστη γνωρίσματα της ποίησης του Νικολαΐδη, όπως επισημάνθηκαν από την κριτική:[2] η λειτουργική αίσθηση της γλώσσας και η επίμονη γλωσσική επεξεργασία, η χρήση της κυπριακής διαλέκτου είτε σε ολόκληρα ποιήματα είτε σε μικρό ή μεγάλο μέρος τους, η συγκρατημένα αισιόδοξη ενατένιση της ζωής σε συνδυασμό με μια θυμοσοφική διάθεση, η ποιητική ενάργεια (σε αντίθεση με τη συνήθη στη νεωτερική ποίηση ερμητικότητα και σκοτεινότητα), η ειρωνεία, ως τεχνική αποστασιοποίησης από ό,τι ενοχλεί την ποιητική θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων, και ο ερωτισμός σε ποικίλες εκφάνσεις. Η ποίηση του Νικολαΐδη μετεωρίζεται ανάμεσα στο βίωμα και στην αναζήτηση του νοήματος της τέχνης χωρίς να προδίδει κανένα από τα δύο. (περισσότερα…)

Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη

Αλέξανδρος Κορδάς

Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη, 2019.

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

Η Νύφη του Ιούλη είναι το έκτο κατά σειρά ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Αποτελείται από δεκαοχτώ ποιήματα σε ελεύθερο στίχο τα οποία συνθέτουν μια ενιαία αφήγηση. Το νήμα το οποίο διατρέχει την συλλογή είναι εκείνο της κατοχής του βορείου τμήματος του νησιού από τους Τούρκους και βέβαια εκείνο της εισβολής του ‘74. Ωστόσο, ο Νικολαΐδης δεν εργαλειοποιεί το θέμα του προκειμένου να εκβιάσει το συναίσθημα του αναγνώστη. Χτίζει την αφήγησή του μεθοδικά αγγίζοντας με λεπτότητα τις διαφορετικές πτυχές του ζητήματος. Μα είναι πρώτα και κύρια η δική του πληγή που διαπραγματεύεται, ο δικός του νόστος που παραμένει εκκρεμής για να μετατραπεί σε ένα ακατάβλητο μαράζι. Γιατί, όπως μαθαίνουμε και από το επίμετρο του βιβλίου, η αφορμή για να γραφτούν ετούτα τα ποιήματα δόθηκε όταν ο Νικολαΐδης ταξίδεψε στα Κατεχόμενα, όταν είδε δηλαδή για πρώτη φορά ολόκληρο το νησί του. Η εμπειρία αυτή θα πρέπει να ήταν για εκείνον πηγή ενός εσωτερικού κλυδωνισμού, οι απόηχοι του οποίου δίνουν και τον ρυθμό στα ποιήματά του: «Μες στον πόλεμον/ η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά/ μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν». Με τούτα τα ελληνικά ξεκινά η αφήγηση του και δεν έχουμε ανάγκη από κανένα γλωσσάρι για να μας υποδείξει τι πάει να πει ετούτο το » εβούραν » το οποίο μονάχο του φαντάζει κάπως ξένο στ’ αφτιά του ελλαδίτη αναγνώστη. Μια μητέρα τρέχει με το παιδί της στ’ αγκάλια της προκειμένου να γλυτώσει από την σφαγή. Ο πατέρας θα κρατήσει για πρώτη φορά το παιδί στην δική του αγκαλιά όταν το κακό θα έχει πια συντελεσθεί κι ο τόπος θα είναι στο εξής διαιρεμένος. Εκείνο βλέποντας στο βλέμμα του πατέρα του τον φονιά θα ξεσπάσει σε κλάματα. Τί είδε όμως πραγματικά το παιδί στο βλέμμα του πατέρα; Είδε άραγε τον εχθρό που κυνηγούσε να σκοτώσει εκείνο και την μητέρα του ή μήπως το δολοφονικό μίσος το οποίο είχε αγκιστρωθεί στην ματιά του τζυρού του, μετά από τα γεγονότα της εισβολής. Το απόσπασμα διατηρεί σκόπιμα μια αμφισημία κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σε ένα συναισθηματικό πεδίο όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι ο τρόμος, ο καθαρός τρόμος του παιδιού μπροστά σε κάτι που το υπερβαίνει. (περισσότερα…)

Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη

Ανδρέας Πετρίδης

Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

Η πρώτη μου εντύπωση από την ποιητική πορεία του Παναγιώτη Νικολαΐδη ήταν ανεπιφύλακτα θετική, τουλάχιστον όσον αφορούσε την τεχνική αρτιότητα και τον έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Η λεγόμενη οικονομία της γλώσσας εύρισκε εδώ επιτυχή πραγμάτωση, στα ολιγόστιχα μεν, αλλά εντυπωσιακά στη λιτότητα και πυκνότητα ποιητικά του ολοκληρώματα. Επρόκειτο –έτσι το εισέπραττα– για έναν δημιουργό εν πλήρει επιγνώσει των αισθητικών κανόνων της τέχνης του λόγου – και συγκεκριμένα της ποίησης. Από την πρώτη του κιόλας εκδοτική εμφάνιση, με το βιβλίο Σαν Ίαμβος Καθρέφτης, ξεχωρίζει με τις προαναφερθείσες αρετές και παίρνει το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη. Από εκεί και πέρα η ανέλιξή του είναι κλιμακωτά ανοδική, όπως ανοδική διαγράφηκε κι η ανέλιξή του στον κριτικό-δοκιμιακό λόγο.

Απέναντι στη συνεχή και πολύμορφη αυτή κατάθεση, η αξιολογική στάση μου ήταν ανεπιφύλακτα υπερ-θετική… Διάβαζα κι απολάμβανα στίχους και ποιήματά του εξαιρετικής πυκνότητας και συνειρμικής δυναμικής. Χαιρόμουν τη λεπτότητα και τρυφερότητά τους, ιδιαίτερα όπου παρεισέφρεε με επιτυχία το διαλεκτικό στοιχείο.

Το νέο του βιβλίο, Η Νύφη του Ιούλη, είναι μια δυνατή κι ολοκληρωμένη στην παν-οπτική της θέαση ποίηση, ικανή να τοποθετήσει τον ποιητή στους πιο λεπταίσθητους και ποιοτικότερους καταγραφείς της πρόσφατης –χαίνουσας ακόμα– εθνικής περιπέτειας.

Όσο κι αν πρόκειται για σχετικά ολιγόστιχα ποιήματα, υποβαστάζονται δομικά και ανελίσσονται με αρμονικές διακυμάνσεις ρυθμού και συνειρμικής δυναμικής – εκλύοντας μ’ αυτό τον τρόπο αισθητικό κραδασμό, ικανό να συγκινήσει βαθιά τον αναγνώστη. Ο ποιητής τής Νύφης του Ιούλη, με ιερατικό βάδισμα κι εκτεταμένο στον ιστορικό χρόνο βλέμμα, κινείται σ’ έναν παλίμψηστο και μυθοποιημένο σχεδόν χώρο. «Μ’ ανοιχτά και ξάγρυπνα» τα μάτια της ψυχής του, προσφέρει στον επαρκή αναγνώστη έναν πυκνό κι εναλλασσόμενης έντασης ποιητικό λόγο. Τα εξαίρετα δημιουργήματά του ποτέ δεν είναι μια εύηχη περιγραφή, ποτέ δεν είναι εξεζητημένες λεκτικές συμπύκνωσεις – και κατ’ ουδένα λόγο αυτάρεσκα στεγνός στοχαστικός λόγος.

Με τους εναρκτήριους ήδη στίχους ανοίγεται κι ο προθάλαμος, θα έλεγα, ενός λυρικού Οδοιπορικού, με το πρώτο μιας σειράς ποιημάτων, που έχουν το εξής κοινό γνώρισμα: την ποιητική κατάθεση τραυματικών αποτυπωμάτων της αδιαμόρφωτης εν πολλοίς παιδικής ψυχής του ποιητή, κάτι που εκφράζεται επανειλημμένα με λιτούς, επικής χροιάς στίχους στην κυπριακή διάλεκτο:

Μες στον πόλεμον
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν.

Με λιτό βηματισμό περιγράφει στη συνέχεια την επιστροφή τού πατέρα από τον πόλεμο, σε μια φροϋδικού κλίματος υποδοχή από το ίδιο το παιδί του, καθώς περίεργα διαβάζουμε:

Εθώρουν, λαλεί η μάνα μου,
μες στα μμάθκια του
τον φονιάν,
τζι έκλαια.

Η κυπριακή ιδιωματική γλώσσα ευτυχεί ποιητικά κάτω απ’ τη λεπταίσθητη πένα του, που της δίνει έτσι τη δυνατότητα να εκφράσει με δύναμη και ευαισθησία καταστάσεις και βιώματα πέραν του λαϊκού, ηθογραφικού χώρου. Συνεχίζει έτσι να προσθέτει επάξια στην καταξιωμένη κληρονομιά των σπουδαίων προπατόρων του είδους, από τον λυρικο-επικό Βασίλη Μιχαηλίδη, μέχρι τον καθαρά λυρικό Δημήτρη Λιπέρτη – και άλλους νεότερους… Ο ποιητής καταφεύγει συχνά στη λαϊκή γλώσσα, θέλοντας να προσδώσει στον λόγο του ξεχωριστή αμεσότητα και παραστατική δύναμη.

Τον παρακολουθούμε στη συνέχεια να περιφέρεται στην κατεχόμενη πατρίδα του ως συνεπαρμένος κι αλαφροΐσκιωτος περιπατητής, πατώντας όχι «την ολόμαυρη ράχη» της, αλλά έναν τόπο ακόμα χλωρό, άσβεστης μνήμης… Δομεί έτσι με μαεστρία το ψυχογραφικό και ιστορικό φόντο, μέσα από το οποίο θα προβάλουν ως μορφές σε εικονοστάσι, οι σημερινές θρυμματισμένες εικόνες της ακόμα καλά αναγνωρίσιμης πάτριας γης του.

Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης
σαν γάζα
σκέπασε την πληγή στο βουνό –
κι ύστερα περιτύλιξε τρυφερά
τη μοιρασμένη πόλη.

 Ο ποιητής, όπως προανέφερα, είναι στη στιχουργική δομή συνθετικός, υπό την έννοια της αρμονικής ενορχήστρωσης του αφηγηματικού με το λυρικό, του περιγραφικού με το δραματικό, με κορωνίδα τον καταληκτικά πυκνό και πολύσημο λόγο.

Από την τρύπα βλέπω ένα παιδί,
κάθεται μόνο σ’ ένα κλαδί
κουνώντας ρυθμικά τα πόδια του
πέρα δώθε
στο χάος.

 Σε τέτοιες ευτυχείς στιγμές, οι αισθητικοί κραδασμοί επισυμβαίνουν με μοναδική ευστοχία και χωρίς αναφομοίωτο λεκτικό υπόλοιπο, ώστε ο αναγνώστης να μη σταματά πια σε κανένα λογικό νόημα, αλλά ν’ αφήνεται απερίσπαστος να κολυμπά ευδαιμονικά στα νερά ενός απέριττα μορφοποιημένου ποιητικού λόγου… Γιατί ακριβώς σ’ αυτό πρέπει πάντοτε να κατατείνει, στις κορυφαίες της πραγματώσεις, η καλή ποίηση: Να υποβάλλει –και όχι να ονομάζει– τα μεγάλα και υψηλά. Να προκαλεί – και όχι να περιγράφει– την ψυχική ανάταση. Κι αυτό επιτυγχάνεται ρίχνοντας την κατάλληλη εικόνα, μεταφορά ή ρυθμική νότα, που ενεργοποιεί το λανθάνον εμπειρικό απόθεμα μέσα μας… Κι ας είναι τούτο το απόθεμα στον κάθε αναγνώστη τόσο διαφορετικό, κι ας κατευθύνει την κάθε ψυχή στον δικό της συναισθηματικό δρόμο… Δεν παραβλέπει κανείς εύκολα στίχους σαν τους ακόλουθους:

Από τη λέξη στο χέρι λοιπόν
κι από το χέρι στο μυαλό.
Λες και γυρίζει ανάστροφα
κάποιος το κλειδί
στον αυχένα του χρόνου.

Σχολίασα μέχρι τώρα περισσότερο την αισθητική ιδιομορφία και τους ποιητικούς τρόπους του Παναγιώτη Νικολαΐδη, αφήνοντας σκόπιμα σε δεύτερο πλάνο το υλικό φόντο, που αιμοδοτεί καταλυτικά τη συνθετική αυτή δημιουργία. Και είναι τούτο το φόντο ένα εξαγιασμένο στη συνείδηση εικονοστάσι γνώριμων τόπων, θεμελιωμένων σε στέρεα επιστρώματα μνήμης. Μέσα από στίχους γεμάτους ευαισθησία, δίνεται σε αρκετά ποιήματα μια εν αγωνία συντελούμενη Οδοιπορία, μετά από πολύχρονο βίαιο χωρισμό:

Έτσι συμβαίνει.
Η ζωή συνεχίζει να μας σπρώχνει μπροστά.
Ένα πουλί ωστόσο
μας κοιτά καθώς φεύγουμε,
περίεργα.

Οι συνειρμοί που αναπτύσσονται κατακλύζουν ανεπαίσθητα τον αναγνώστη, αφού ο ποιητής με την τέχνη του επιτυγχάνει να μας ξαφνιάσει, υποβάλλοντας αλυσιδωτά ερωτήματα: Τι κατάλαβε το πουλί που κοιτάζει το φευγιό από το ιστορικό Μπέλλα-Πάις τόσο περίεργα; Ως να ένιωσε από ένστικτο την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης παρουσίας, αναγνωρίζοντας στο βλέμμα των επισκεπτών όχι συνηθισμένους περιηγητές, αλλά συγκινημένους προσκυνητές της εσταυρωμένης πατρίδας! Ο,τι και να συμβαίνει, ο ποιητής πέτυχε και με το παραπάνω τον στόχο του, να υπερβαίνει το κυριολεκτικά λεγόμενο, ανοίγοντας εκφραστικά χώρους στοχαστικού και συναισθηματικού βάθους.

Στο ποίημα με τον ελληνικό αριθμό η’, ανοίγεται –σαρκαστικά και με θεατρική παραστατικότητα– το σκηνικό μιας μεταλλαγμένης πόλης της Κερύνειας, όπου ο ποιητής –δίκην ψυχρού αγγελιαφόρου– επαναδιατυπώνει με τραγικούς στίχους το γεγονός της συμφοράς:

Κυρίες και κύριοι
την παρούσα επιστολή
την υπαγορεύω εν μέσω βροχής.
Οι στάχτες που αιωρούνται
θυμίζουν άλλη εποχή
αλλά θα το ξεχάσουμε.
Κι αυτό γιατί
η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας
χτυπά με δύναμη τον κερατοειδή
ζαρώνοντας όλες τις γωνιές των σελίδων.

 Ζαρώνει φυσικά, με τέτοιους αφυπνιστικούς στίχους, την επανάπαυση κι αδιαφορία κάθε εν εγρηγόρσει συνείδησης, που δεν αποδέχεται να βλέπει γκρεμισμένα τα πρότυπα του δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οδυνηρή η βίωση μιας τέτοιας αβάσταχτης πραγματικότητας, όπως ασήκωτο και το βάρος των λέξεων, όπου παρηγορητικά καταφεύγει για ν’ απαλύνει την οδύνη με εμπνευσμένο ποιητικό λόγο.

Για να τεμαχίσω τον πόνο σε δόσεις
μασώ ένα μήλο
και κρύβομαι σ’ αυτό το μπλε.
Γίνομαι πάλι ένα μικρό ψάρι
μέσα στον ωκεανό
των λέξεων.

Το Οδοιπορικό του Παναγιώτη Νικολαΐδη είναι προσωπικά επώδυνο, αλλά και καλλιτεχνικά δυσχερές κι ανηφορικό: Κι αυτό, γιατί η μετάπλαση των αισθημάτων σε λόγο ποιητικό απαιτεί τρομερή συσπείρωση δυνάμεων ψυχο-πνευματικών, που κυριολεκτικά ματώνουν κάθε επαρκή κι ευσυνείδητο δημιουργό. Ως πνευματικός Οιδίπους επί Κολωνώ, οδεύει ο ποιητής στους δρόμους και χώρους του ιστορικού μαρτυρίου, εκστομίζοντας τραγικούς στίχους, που καρφώνουνται επάνω στον αναγνώστη και τον δυσκολεύουν να προχωρήσει ανεμπόδιστα παρακάτω.

Διάστικτοι από ξένη σήμανση
προχωράμε όπως αισθάνεται κανείς
όταν πιαστεί σε ιστό αράχνης.
Γι’ αυτό στηρίζουμε το τοπίο
με ασπίδες ηχηρές:
Γαλάτεια
Γιαλούσα
Κώμα του Γιαλού…


Αυτές οι ηχηρές ασπίδες –τόποι και τοπωνύμια αρχέγονα και διαχρονικά– είναι η μικρή πικρή πατρίδα, χωρίς αρχή και τέλος, στη συλλογική μνήμη ριζωμένη βαθιά. Γι’ αυτό κι ο Οδοιπόρος ποιητής τα καταγράφει με ψυχική και καλλιτεχνική ένταση, καθώς το δηλώνει αφοπλιστικά με δυο απλούς στίχους:

Σαν δέμα ματωμένο
φτάσαμε τελικά στο Ριζοκάρπασο.

Στη χερσόνησο της Καρπασίας, παρότι το λυρικο-δραματικό στοιχείο εξακολουθεί να κτυπά κόκκινο, η αισθητηριακές κεραίες υπόκεινται στον λεπταίσθητο κραδασμό της καθαυτό φυσικής ομορφιάς, αφήνοντας αβίαστα ν’ αναβρύσουν δροσεροί στην αυθεντικότητά τους στίχοι, όπως οι ακόλουθοι:

Μακριά το φίδι
στην εξορία του πλίνθου ζεσταίνεται
κι αυτό το μπλε που ανακηρύσσεται κάθετα
λυγίζει την όραση τρεις φορές.

 Η περιοδεία τού ποιητή στο κατεχόμενο κομμάτι της πατρίδας του, αφήνει όπως είναι φυσικό και σύντομα ανοίγματα σε κάποια χαλάρωση, με «το στήθος που γέμισε πέτρες», κατά την έκφρασή του, να γεμίζει ευχάριστα με ζωογόνο αέρα… Κάτι τέτοιο προσέχουμε σε σταθμό που κάνει στο γραφικό Μπογάζι – όπου «στην αναμνηστική φωτογραφία, τα μακριά μαλλιά της Σταυρούλας», καθώς γράφει, του φαίνονται «ως να μπλέκονται στο φως».

Ραψωδεί όμως αδιάκοπα, από τόπο σε τόπο, ο στοχαστικά συγκινημένος Παναγιώτης Νικολαΐδης, ιδιαίτερη κάνοντας μνεία στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, της οποίας οι ιστορικές περιπέτειες δεν έχουν τελειωμό. Μ’ εξαίρετους καταληκτικούς στίχους απευθύνεται στην αξιολάτρευτη πόλη, εκφράζοντας με πρωτοτυπία και ένταση την αδυναμία του να της προσφέρει τη φυσική, ζεστή αγκαλιά του:

Μα πώς μπορώ μ’ ένα βλέμμα κόρη
να σ’ αγκαλιάσω;
Αγαπημένη
αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας
για τα σπασμένα μου
δάχτυλα.

Το βιβλίο Η Νύφη του Ιούλη, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, είναι μια άρτια ποιητική κατάθεση. Σ’ αυτή την αξιοπρόσεκτη επίδοση, τον οδήγησε σίγουρα η επαρκής καλλιτεχνική αρματωσιά, αλλά και το αποθησαύρισμα σοφίας στη διαχρονικότερη και βαθύτερη θέαση των συμβάντων. Αυτό φανερώνουν εξάλλου και τα τελευταία λυρικά κομμάτια, με τα οποία αποσταγματικά κλείνει τούτη την πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική δημιουργία. Παραθέτω μερικούς, αισθητικά υπερ-άξιους στίχους:

Θεέ μου,
δίδαξέ με ν’ αποβάλω το δέρμα.
Είμαι μονάχα ένα σώμα
που γράφει με το χέρι το ανεπίδοτο
σαν στρεβλωμένος
παφλασμός
από φως.

Όπως εύκολα συνάγεται από τέτοιες ποιητικές πραγματώσεις, ο ποιητής υπερβαίνει πλέον τα κατά κόσμον συντελούμενα, εκφέροντας επιφωνηματικά έναν λόγο ουσιαστικά οικουμενικότερο.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ


* Το κείμενο εκφωνήθηκε κατα την παρουσίαση του βιβλίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Πάφου την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |41. Χάρης Ψαρράς

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Χάρης Ψαρράς

3e2fa0375ab5a464c8218c96b17eae28-700

(Σπίρτα χειρός, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2002)

Στὴν Ἀθήνα

Σὲ παρακμιακὸ ἐργαζότανε café
ὅπου συχνάζανε οἱ γέροι γιὰ τὸ τάβλι
καὶ ἀνυπόφοροι ἀλλοδαποὶ ὅταν σχολοῦσαν.
Δὲν ἦταν τῆς Κοινότητας
στὸ πρόσωπό της ἔβλεπες
τὴν ἐπιβεβλημένη τιμιότητα τοῦ ξένου
ποὺ ξέρει πὼς δουλεύει γιὰ νὰ ζεῖ.
Ἀλκοολοῦχα σέρβιρε ποτά
τὶς στάχτες ἄδειαζε προσεκτικά
κρατοῦσε τὸ ταμεῖο
καὶ φρόντιζε νὰ δείχνει ἀξιοπρεπής.
Κορίτσι ξένο σὲ μητρόπολη στενή
κορίτσι πράμα σ’ ἕνα μαῦρο μαγαζὶ
πλήττει καὶ δυσανασχετεῖ
καὶ βαριαναστενάζει θά ‘λεγες
ὅμως τὴν ὀμορφιά της ἤξερε
τὴν πλήξη νὰ ἀποφεύγει
καὶ τὴν κούραση
καθὼς παραγγελίες ἔπαιρνε
καὶ ἔσκυβε ν’ ἀκούσει
ἀπὸ τὸ ἀνοιχτὸ πουκάμισο
στὸ στῆθος της περνοῦσαν
στὸ στῆθος της γλυκιές ματιές
πολλοὶ τοῦ ἔρωτα οἱ παλμοὶ
ποὺ ἔνιωθαν οἱ θαμῶνες γιὰ ὅσα ἐκείνη
ἀρνιότανε πεισματικὰ νὰ τοὺς σερβίρει.

~.~

Τραγούδι στάσιμο

Πηδάλιο  μηχανῆς  κοπέλα
φάσμα  ὁδοῦ  περαστικό
τὸ  κράνος  προστατεύει  ἀπ’  τὸ  κακὸ
ὅμως  ἡ  σέλα

στοὺς  ἀναβάτες  της  ἐπιφυλάσσει
τῆς  πτώσεως  αἰφνίδιο  συμβάν
οἱ  φίλοι  κοιμωμένη  θὰ  σὲ  πᾶν
θὰ  ἔχουν  χάσει

τῆς  ἱππασίας  σου  τὴν  ὑπὸ  προσθεσμία  αὔρα
ἀνυποψίαστη  καθὼς  κρατοῦσες  τὸ  τιμόνι
θρηνοῦν  μιὰ  μηχανόβια  ἀνεμώνη
μὲ  γκάζια  μαῦρα.

~.~

Τὸ δάσος

Τὸ δάσος δὲ χωρᾶ ἄλλους πιά.
Ἄστατο, κατσουφιασμένο, ξάστερο
μὲς  στὴ θλιβερὴ φυλλωσιά του
ἀποσύρεται σὲ μιὰ γωνίτσα.

Ἔτσι παράμερα ποὺ κουλουριάζεται
μόνο του καίει καὶ μόνο τσουρουφλίζεται.
Ψάχνει σπίρτα δὲ βρίσκει
καὶ χρησιμοποιεῖ ἀντ’ αὐτῶν τὰ ὀργανικά του ἔλατα
τὰ πυρπολεῖ.
Οἱ μέσα θάμνοι του ἀνάβουν σβήνουν ξανὰ καὶ ξανά.
Ἐδῶ ποὺ ἔφτασα κι ἀπομακρύνθηκα, λέει τὸ δάσος
ὥρα εἶναι πιὰ ν’ ἀρχίσω τὸν ἑαυτό μου νὰ μασῶ.

Μᾶς δίνει χαρτογραφημένη τώρα
πράσινη ἀνατομία
τὸ δάσος ποὺ ἦταν ἀλλοῦ
καὶ χήρεψε καὶ εἶναι ἐσωστρεφές.

~.~

Ὁ λαμπτήρας

Ὁ λαμπτήρας δὲν ἔχει βράγχια
δὲν ἀνασαίνει ὁ λαμπτήρας
μονάχα φῶς παρέχει
φῶς δοῦναι καὶ λαβεῖν.

Δὲν ἔχει μάτια ὁ λαμπτήρας
νὰ δεῖ τουλάχιστον πόσο σπινθηροβόλος εἶναι
μόνο φορέας εὐκαιριακοῦ ἠλεκτρισμοῦ
καὶ λάμψεις πότε-πότε.

Δὲν ἔχει δάχτυλα ὁ λαμπτήρας
γιὰ νὰ τὰ βάλει μὲ διακόπτες καὶ καλώδια
ἕνα ἐξάρτημα ὁ λαμπτήρας
κι ὅταν σβήνω τὸ φῶς
πάει ὁ λαμπτήρας
ὁ μύθος του τὸ ἦθος του
τὸ λίγο του τὸ πρὶν πάει

~.~

starry-sky-artmarketjapan

(Gloria in exclesis, Ἀθήνα, Κέδρος, 2017)

Belvedere

Ξενοδοχεῖο πολυτελείας. Αὔγουστος μήνας.
Ἄνθη εὐωδιαστὰ κι ἡ διαύγεια τῆς πισίνας.

Μπάτλερ΄ἐξυπηρετικοί, ὅποτε κι ὅπως θές.
Κατοπτρικὰ πατώματα. Ἀστραφτερὲς σκεπές.

Παλαιῶν ἐπαύλεων κῆποι – μιὰ τρυφηλὴ ἐνατένιση.
Πελάτες ποὺ ὑπακοῦνε στῶν γούστων τους τὴ θέληση.

Χρωμάτων κρυσταλλώσεις καὶ βλέμματα ἀπλανῆ.
Έξωτικὰ ἐνυδρεῖα. Μπουφὲς μὲ μοὺς καὶ ραβανί.

Ἀτμόσφαιρα χεορυβική. Κομψότητα καὶ τάξη.
Στρώματα πουπουλένια. Σεντόνια ἀπὸ μετάξι.

Στὸ τέρμα τῶν διαδρόμων εἰσοδοι δωματίων.
Ἀξιοζήλευτες φωλιὲς κυριῶν καὶ ἁβρῶν κυρίων.

Φόδρες φθαρτές, φαντάσματα τοῦ ἀριστοκράτη νοῦ.
Ἀϋπνίες. Χάπια. Θρόμβοι στὶς φλέβες τ’ οὐρανοῦ.

~.~

Scientia Naturalis

Κι ὅσο μακραίνουμε ἀπ’ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ,
δὲν μᾶς σκοτίζουν τῶν ἀγγέλων τὰ ἐρουρὲμ
ποὺ προκαλοῦνε στοὺς πιστοὺς μιὰ νοσταλγία καὶ θλίψη.
Φροντίζει ὁ κόσμος ὁ φθαρτὸς χαρὰ νὰ μὴν μᾶς λείψει.

Κι ἀπ’ τὴν πολλὴ χαρὰ ποὺ μᾶς κυκλώνει
βλέπουμε σ’ ὅραμα γυμνὴ τὴν Εὔα
νὰ λέει στὸν Νεύτωνα: «Φωλιά μου οἱ κλῶνοι

τῆς θρυλικῆς μηλιᾶς. Ἀνέβα
νὰ δεῖς πὼς παραμένουν ἀήττητα
τὰ στήθη μου ἀπ’ τὴ βαρύτητα».


Ὁ Χάρης Ψαρρᾶς σπούδασε νομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ὀξφόρδη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικὰ βιβλία του: Σπίρτα  χειρός (2002), Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κύκλου (2004), Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς (2008), Τὰ ὄντως ὄντα (2012), Gloria in excelsis (2017). Ποιήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικὰ καὶ στὰ ρουμανικά. Ἔχει ἐπίσης δημοσιεύσει δοκίμια, μελέτες καὶ μεταφράσεις.

Τάκης Κουφόπουλος, Ποιήματα (Μια επιλογή)

sun-dried-tomatoes-beata-czyzowska-young

ΤΑΚΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ

(Ἐπιλογὴ ποιημάτων: Θανάσης Γαλανἀκης)

(Διχθά, ἐκτὸς ἐμπορίου, 1996)

Τὸ νυφικό της μπερδευόταν στὰ πόδια της. Στὸ ἕνα χέρι κρατοῦσε τὴν ἀνθοδέσμη, μὲ τ’ ἄλλο χαιρετοῦσε. Ἐκεῖνοι τὴν ἔραιναν μὲ ρύζι. Στὴ σκάλα τῆς ἐκκλησίας ἔτρεξα καὶ τὴν ἔπιασα ἀπὸ τὸ χέρι νὰ τὴν βοηθήσω. Κατέβαινε ἀργά, ἡ παλάμη της ἔτρεμε μέσα στὴ δική μου. Στὸ τελευταῖο σκαλοπάτι ἦταν πιὰ μιὰ μαυροφορεμένη γριά. Ἡ παλάμη της ἐξακολουθοῦσε νὰ τρέμει. Στὸ ἄλλο χέρι κρατοῦσε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα.

~.~

Ὅσοι εἶχαν φάει τὴ μερίδα τους καὶ δὲν εἶχαν χορτάσει, ξαναγύριζαν. Ἦταν θυμωμένοι, τοὺς εἶχαν κοροϊδέψει, τοὺς εἶχαν πεῖ πὼς μιὰ μπουκιὰ ἀρκεῖ. Τώρα κρατοῦν στὰ χέρια τους χατζάρια. Θέλουν νὰ κόψουν μόνοι τους.

~.~

Στὸ τέλος κάθε μέρας κλείνω ἰσολογισμό: θάνατοι εἰς ἐξόφλησιν, θάνατοι εἰς πίστωσιν, θάνατοι ἐκκρεμεῖς.Κρατῶ πάντα τὸ νόμιμο ποσοστό μου.

~.~

Γιὰ χρόνια χώριζα τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων σὲ ὀμάδες. Ὀμάδες πρωινές, ὀμάδες τοῦ μεσημεριοῦ, ὀμάδες τοῦ ἀπογεύματος (ὀμάδες γιὰ τὴν νύχτα δὲν ὑπῆρχαν).Ἔτσι γέρασα.
Ὅταν ἀνακάτεψα πάλι τὰ μάτια ὁ κόσμος γέμισε χάντρες.


(περισσότερα…)

Το ποιητικό έργο του Τάκη Κουφόπουλου. Μια εξ όνυχος αναδίφηση

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Πάντοτε, σὲ ὅλες τὶς ἐθνικὲς γραμματολογίες, θὰ ἐντοπίζονται ἐκεῖνες οἱ sui generis φυσιογνωμίες, ποὺ εἴτε ἕνεκα ἱστορικῆς ἀναγκαιότητας εἴτε ἕνεκα προσωπικῆς ἀνάγκης γιὰ δήλωση τῆς διαφορᾶς τους (καμία σχέση μὲ τὴ χαμερπῆ ἐκδοχὴ τῆς ἐναγώνιας ἀναζήτησης προσοχῆς μὲ κάθε μέσο ἢ τρόπο) θὰ ξεχωρίζουν ἄλλοτε κερδίζοντας εὐρεία ἀποδοχὴ καὶ ἀναγνώριση, κι ἄλλοτε ὄχι. Μία τέτοια περίπτωση ὑπῆρξε καὶ ὁ Τάκης Κουφόπουλος.

Πλάι στὸ πεζογραφικό του ἔργο βρίσκεται –καταλαμβάνοντας σημαντικὰ μικρότερη ἔκταση– καὶ ἕνα μικρότερο ποιητικό, τὸ ὁποῖο ἀξίζει κανεὶς νὰ τὸ ἐξετάσει ξεχωριστά, μιᾶς καὶ μιὰ περιδιάβαση σ’ αὐτὸ ἀποζημιώνει τὸν ἐπίδοξο ἀναγνώστη, ἀποδεικνύοντάς του ὅτι ὁ Κουφόπουλος ἐπιδόθηκε στὸν ποιητικὸ λόγο μὲ λιγότερο ζῆλο ἀπ’ ὅ,τι στὴν πρόζα, ἐπενδύοντας ὡστόσο ἐξίσου ἀπὸ τὸ ψυχικό του ἀπόθεμα. (περισσότερα…)

Τάκης Κουφόπουλος (1927-2019)

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2019 έφυγε απ’ τη ζωή αθόρυβα, όπως αθόρυβα έζησε, ένας σπουδαίος άνθρωπος των γραμμάτων, ο Τάκης Κουφόπουλος. Ο Κουφόπουλος γεννήθηκε το 1927 στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός και άσκησε το επάγγελμα όλη του τη ζωή. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1956 με το διήγημα «Η θητεία», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Πορεία. Ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων Μικρές σύγχρονες ιστορίες (1959) και Η οδός (1962). Συμμετείχε στα Δεκαοχτώ κείμενα (1970) με το διήγημα «Ο ηθοποιός», όπως και στα Νέα κείμενα 2 (1971) με δύο ποιήματα. Το 1973 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Εκδοχές και το 1980 η νουβέλα Απόλογος. Από τότε και μέχρι το θάνατό του απείχε από την εκδοτική αγορά. Στο εξής έγραφε τα βιβλία του σε υπολογιστή ο ίδιος, τα κυκλοφορούσε εκτός εμπορίου σε λίγα αντίτυπα που τύπωνε μόνος του και, όταν πια δόθηκε η δυνατότητα, τα ανέβαζε δωρεάν στο ίντερνετ, ώστε να είναι προσιτά σε όλους. Στην προσωπική του ιστοσελίδα (www.takiskoufopoulos.net), μπορεί όποιος το επιθυμεί να διαβάσει σχεδόν όλο του το έργο. Τελευταίο του βιβλίο ήταν και πάλι μια συλλογή διηγημάτων, τα Ψήγματα, που δημοσίευσε πέρυσι (2018), και το οποίο προαισθανόταν πως θα ’ναι το τελευταίο του.[1]

Εκτός απ’ το πρωτότυπο συγγραφικό του έργο, ο Κουφόπουλος έχει επίσης μεγάλο μεταφραστικό, δοκιμιακό και φιλολογικό έργο. Μεταξύ άλλων μετέφρασε την Τετάρτη των Τεφρών και τα Τέσσερα κουαρτέτα του Έλιοτ, μέρος των Στρωματέων του Κλήμη Αλεξανδρέα, το Περί φύσεως του Παρμενίδη, μια επιλογή απ’ τους Ψαλμούς, την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, δύο κοντάκια του Ρωμανού Μελωδού, αποσπάσματα του Ηράκλειτου. Έγραψε δοκίμια για διάφορα θέματα, που εκτείνονται από παρατηρήσεις πάνω στο έργο του Ηράκλειτου μέχρι ειδικά θέματα γλωσσολογίας. Τέλος, συνέταξε λεξιλόγια της Καινής Διαθήκης και του Ομήρου, του σολωμικού και του καβαφικού έργου, του Ηροδότου, του Θουκυδίδη, των Βίων Πλουτάρχου.

Όσον αφορά το λογοτεχνικό του έργο, ο Κουφόπουλος ανήκει στη συνεπέστερη και ριζοσπαστικότερη τάση του ελληνικού μοντερνισμού. Μαζί με τον Γιώργο Χειμωνά είναι οι βασικοί εκπρόσωποι της αμιγέστερης μορφής του μοντερνισμού στη μεταπολεμική λογοτεχνία μας. Η γραφή του Κουφόπουλου είναι αφαιρετική στον έσχατο βαθμό. Στα διηγήματά του, ο ανώνυμος πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που είναι ταυτόχρονα και ο βασικός ήρωας, αφηγείται παράδοξα και παράλογα συμβάντα. Ο τόπος και ο χρόνος μένουν ασαφείς και δεν προσδιορίζονται. Τον ενδιαφέρει να αποτυπώσει την ανθρώπινη συνθήκη καθ’ αυτήν, και όχι συγκεκριμένες χωροχρονικές συνθήκες. Στις ιστορίες του το παράλογο και το ονειρικό συνυφαίνονται αξεδιάλυτα με το πραγματικό. Επίσης, βασικό στοιχείο της λογοτεχνίας του είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο των ηρώων του. Με τα λόγια του Αλέξανδρου Κοτζιά, «[π]έρα από κάθε ελπίδα απολύτρωσης βλέπει ο Κουφόπουλος την κλειστή από παντού Παγίδα, που στα κοφτερά της δόντια σπαράζει, μορφάζει, αιμάσσει, ασχημονεί, εγκληματεί, μετανοεί το πάντως εσταυρωμένο και αξιοθρήνητο σκεπτόμενο καλάμι. Η πράξη, η γνώση, η ομορφιά, όχι απλώς πουθενά δεν άγουν, εντέλει είναι ανύπαρκτες.»[2]

Ως προς τη γενικότερη στάση της ζωής του, αξίζει να τονιστεί και να αναδειχτεί ιδιαίτερα το γεγονός πως ο Κουφόπουλος απείχε πεισματικά και με συνέπεια από το αλισβερίσι της λογοτεχνικής συντεχνίας και απέφυγε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του την προσωπική προβολή. Ο τρόπος της ζωής του, ως συγγραφέα και διανοούμενου, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των ομοτέχνων του τις τελευταίες δεκαετίες. Όσο πιο πολύ καθιερωνόταν η ναρκισσιστική αυτοπροβολή και το ψυχαναγκαστικό κυνήγι της δημοσιότητας, τόσο περισσότερο ο Κουφόπουλος έμενε έξω απ’ αυτά. Ταυτόχρονα, υπήρξε πρωτοπόρος στην ηλεκτρονική και διαδικτυακή έκδοση λογοτεχνικών κειμένων, και εξερεύνησε με τόλμη αυτόν τον παρθένο ακόμα τότε χώρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συντεχνία τον αγνόησε επιδεικτικά όσο ήταν εν ζωή και «ξέχασε» να τον τιμήσει τώρα που πέθανε. Να σημειώσουμε ότι η ιδιότυπη και σπάνια φυγοκοσμία του δεν είχε να κάνει με κάποια ελιτίστικη αντίληψη για τα γράμματα, αλλά με τη γνήσια αγάπη για τη λογοτεχνία και με την απέχθεια προς την αυτοπροβολή. Αυτή η έντιμη και δύσκολη μοναξιά που διάλεξε ο Κουφόπουλος αγνοήθηκε και απαξιώθηκε από τους ομοτέχνους και από την κριτική, όπως και από την ακαδημαϊκή φιλολογία.

Δε μένει παρά να ευχηθούμε να βρεθεί σύντομα ο φιλόπονος φιλόλογος και ο θαρραλέος εκδότης που θα επιμεληθούν και θα εκδώσουν όλο το έργο του σε μορφή έντυπου βιβλίου, ώστε να διαβαστεί ευρύτερα και να πάρει τη θέση που του αξίζει στον κανόνα της λογοτεχνίας μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Στις «Σημειώσεις» του βιβλίου διαβάζουμε: «[…] το παρόν [βιβλίο] φαίνεται να είναι και το τελευταίο» (Τάκης Κουφόπουλος, Ψήγματα, Αθήνα 2018, σελ. 92, η υπογράμμιση δική μας).

[2] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Κριτική για την Οδό», εφημ. Μεσημβρινή, 4.1.1963.