Ελένη Χαϊμάνη

«Μάταιη της δύναμης ιαχή»…

*

ΑΤΙΤΛΟ

Μάταιη της δύναμης ιαχή και περιττό το τέρμα
της δόξας το αθάνατο – θεέ και να το τύχω!
της φλέβας μου σαν πάλλεται όπως από το δέρμα
το τύπωμά του να φανεί ως σάρκα μες σε στίχο·

όπως στα μάτια όνειρο, ίδιος ρυθμός της φύσης
σα γλίστρημα από του φωτός ανάμεσα τα φύλλα,
δυνάμει νά ’ναι αρκετό, έτσι και οι ωθήσεις,
οπόταν σπρώχνονται κορμιά κι ανάμεσά τους κύλα,

Ζωμέ Πνιχτέ του Έρωτα, του στιγμιαίου θανάτου
–άκου το σαν επίκληση, βοήθησε και δώσ’ μου–
ένα σημάδι σταθερό, της Μοίρας, του Φευγάτου
καθώς αδειάζει μέσα μου το μάταιο του κόσμου.

Έτσι κι απόψε, κάνε το, σ’ αυτήν εδώ την κλίνη
σαν σκέψης την απόδραση, μιαν αστραπή ιδέας,
νά ’ναι του σώματος μορφή, σε σώμα που συγκλίνει
σώμα ζεστό, που δίπλα μου να το φιλά ο Μορφέας.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

*

*

*

Ο μπαρμπα-Κώστας

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Κατέβασε τα πόδια του απ’ το κρεβάτι. Έξω δεν είχε για τα καλά ακόμα νυχτώσει και το ’χε καταλάβει. Τα πουλιά τέτοια ώρα είχανε πια λουφάξει ανάμεσα στα δέντρα και κουρνιάζανε στα κλαριά μακάρια με το πτωχό τους πνεύμα.

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» σκέφτηκε και αναστέναξε. Τα είχε πριν από ώρα ακούσει που κάνανε αυτό τον ήχο όλα μαζί, σαν το ένα να τραβά το άλλο να κελαηδούν και να μαζεύονται προτού χαθεί το φως της μέρας. Ήταν ένας ήχος αλλόκοτος, του προξενούσε μια θλίψη κάθε φορά, σαν τον καλούσανε κοντά τους. Τώρα ακουγόντουσαν φωνές.

Με το που ακούμπησε τις ξεκάλτσωτες πατούσες του στο τσιμεντένιο πάτωμα ασύνειδα τις ξανασήκωσε για ένα εκατοστό. Τόσο, όσο να συνηθίσει τη παγωνιά κάτω απ’ τα ποδάρια του. Έτριψε το αριστερό του μάτι, λες, και ήθελε να του μαδήσει τα τσίνορα ενώ σηκώθηκε. Οι φωνές όλο και δυνάμωναν.

Γι’ αρχή στηρίχτηκε στη κεφαλή του κρεβατιού. Στάθηκε ευθεία, κάμποσα βήματα μπροστά του και κοίταξε τη φωτογραφία της Σοφίας, της γυναίκας του, σα να ήταν έτοιμη και πάλι να τον μαλώσει γιατί σηκώθηκε γι’ ακόμη μια φορά ξεκάλτσωτος. Τη ρώτησε φωναχτά: «Ποιος να’ ναι Σοφία έξω;» κι εκείνη λες και του ’γνέψε: «Τράβα μόνος σου να δεις!»

Τα ενενήντα τέσσερά του χρόνια τού επέτρεπαν να προχωράει αθόρυβα στηριζόμενος κάθε τόσο ανάμεσα στα έπιπλα. Πέρασε πρώτα από το δωμάτιο που κοιμόταν και ψαχούλεψε δειλά να βρει το τραπέζι στο σκοτάδι, ανάμεσα του κρεβατιού και της ανοιχτής του πόρτας. Κατέβηκε τα δυο σκαλιά που οδηγούσαν στο μικρό του σαλονάκι. Χαιρέτησε τον γιό του το Γιωργή με το που ακούμπησε το χέρι του στο διακόπτη και άνοιξε το φως. Ταυτόχρονα. Χάιδεψε μια μια τις φωτογραφίες επάνω στη τραπεζαρία του γιού του. Του Γιωργή. (περισσότερα…)

Το πανηγύρι των συγγενών

*

Με βάση κάποιες συγκεκριμένες αφορμές οι κόσμοι θ’ αναποδογυρίσουνε. Τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να συμβεί. Δεν έχει τόση σημασία ο χρόνος που θα γίνει, όσο το αποτέλεσμά του.

Καθώς ο φλοιός της γης είναι σώμα κι όπως παθαίνει κορεσμό, σαν εκείνους που συμβαίνουν στ’ άμαθα στομάχια των ανθρώπων επιφέροντας τον εμετό του ξαλαφρώματος, χρειάζεται να έρθουν τα πάνω κάτω ή τα μέσα έξω. Με όποια σειρά το θέλετε εσείς, δεν επιμένω τόσο σε αυτό. Σ’ αυτό όμως που θα επιμείνω είναι ο τρόπος.

Ένα παράδειγμα τα πανηγύρια, που παλιότερα ήταν συγκέντρωση ανθρώπων. Ξενιτεμένων, κάτοικων, μόνιμων σε μια περιοχή και συγγενών. Στηνόταν το πανηγύρι υπαίθριο, πάντοτε, γιατί βόλευε και την μουσική που θα εξαπλωνόταν μες στο δάσος που θα γίνει, ημερήσιο καθώς σε έβγαζε κι απ’ τις κακοτοπιές, γιατί φανταστείτε να πίνατε έως πνιγμού κρασιά και άλλα αμαρτωλά οινοπνεύματα και να μην βλέπατε τον δρόμο που σας γυρνάει στο σπίτι, πράγμα φριχτό και λιγάκι χλευαστικό, δεν νομίζετε; Γιατί εγώ, που σας παρατηρώ, γελάω αληθινά όταν ο ένας προσπαθεί πάνω στη σούρα του να συγκρατήσει τον διπλανό, ενώ στο τέλος, και οι δυο σας κουτρουβαλάτε στα χαντάκια. Όχι δεν μιλώ για σας. Τούτο ήταν η αρχή, για φτάσω εκεί που θέλω∙ περάστε κι εσείς μαζί μου σαν αερικά, αδιάφορα αν και λίγο φιλοπερίεργα, ανάμεσα κόκκινων παρειών κι άδειων μποτιλιών με μπύρα∙ εδώ ο τόπος είναι ζεστός, γεμάτος κυπαρίσσια.

Και θέλω να ρωτήσω κάτι προτού θα συνεχίσουμε: γιατί τα κυπαρίσσια φυτρώνουν πιο συχνά από τα άλλα δέντρα, ας πούμε πεύκα ή έλατα, δρύες ή και πλατάνια; Και αφού φυτρώνουν εκεί που φύτρωσαν, γιατί οι άνθρωποι στήνουν τα πανηγύρια ανάμεσά τους με μικρόφωνα, πλανόδιους τραγουδιστές, ηχεία, τραπέζια πλαστικά και καρέκλες οι οποίες τρίζουνε με τα τέσσερα ποδάρια τους, καθώς και τα καρφώνουνε στο χώμα; Είναι ένα σημάδι θεϊκό, συμπαντικό ή μήπως θέμα τύχης; Αν και δεν ρώτησα ποτέ αυτούς που τραγουδάνε, μήπως και σ’ άλλες περιοχές συνάντησαν το ίδιο, δεν το πολυπιστεύω, θεωρώ πως την τιμητική την έχει αυτό το πανηγύρι. Ευτυχώς που σας έκοψε και τραβήξατε τα λιόπανα καταμεσής και δεν θα μας κάψει ο ήλιος, γιατί κανείς δεν θα μπορέσει να σκεφτεί για ό,τι θα πω πιο κάτω. (περισσότερα…)

Ο «Μέγας  Αποστρέφων» και η γυναικεία ποίηση του 21ου αιώνα

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Ελένη Χαϊμάνη,
Η τρίτη βάρδια,
Σμίλη, Αθήνα 2023

To να κάνει δημόσια λόγο ένας άντρας κριτικός και δημιουργός για τη γυναικεία ποιητική παραγωγή ενέχει από μόνο του εξαρχής μια αντίφαση και θέτει δυναμικά ξανά στο προσκήνιο μια συζήτηση χιλιοφορεμένη περί της λεγόμενης «γυναικείας γραφής», περί θεματικών και τρόπων που είναι προσφιλείς στις γυναίκες ποιήτριες και περί των ορίων εντός των οποίων οι τελευταίες είθισται –ή και ορίζεται από κάποιους πως οφείλουν– να κινούνται. Πρόκειται για μια συζήτηση που έχει καταδείξει προ πολλού τα όριά της κι ωστόσο επιμένει να επαναλαμβάνεται αενάως ωσάν παραδοσιακό εορταστικό έθιμο, με την κάθε ιδεολογική γραμμή, συντηρητική, προοδευτική, προνεωτερική ή μετανεωτερική, να διαβάζει στρεβλά κι αποσπασματικά τη γυναικεία ποιητική παραγωγή και να εστιάζει μονάχα σε όσα επιβεβαιώνουν τις ήδη προκατασκευασμένες κι έτοιμες θεωρήσεις της. Και πάντοτε, φυσικά, με τη συνήθη και μεγαλοπρεπή διατύπωση με την οποία μας παρουσιάζεται κάθε φορά η εκάστοτε «λήψη του ζητουμένου». Το τελευταίο, μάλιστα, διάστημα προβάλλεται έντονα τόσο από γυναίκες δημιουργούς κάτω των 40 ετών όσο και μέσα από ορισμένες βραχύβιες συλλογικότητές τους το πρόταγμα της «αγάπης» ως ικανό από μόνο του να αποτελέσει υπόδειγμα συνεκτικής αφήγησης, καθώς και η επίταση μιας ασαφούς κι άνευ ορίων «συμπεριληπτικότητας» που εντούτοις υποκρύπτει υποδόρια μυριάδες αποκλεισμών.

Προερχόμενος από τον έμμετρο χώρο που εξ ορισμού συνειδητά και οριοθετείται και αποκλείει ώστε να είναι σε θέση να δομήσει αφήγημα ικανό να αντέξει στο χρόνο και τη μεταβολή των εποχών, στέκομαι ιδιαίτερα στα αίτια που ελάχιστες νέες ποιήτριες επιλέγουν σήμερα να εκφραστούν στον έμμετρο και κανονικό στίχο. Είτε αφορούν νεωτερικές στρεβλώσεις περί της αλλαγής του λεκτικού που συντελέστηκε δήθεν διά παντός με το πέρασμα στο μοντερνισμό, είτε έχουν να κάνουν με μια νεανική ευκολία εστίασης στο προσωπικό έναντι του συλλογικού και καθολικού και σε μια ημερολογιακή πεζολογική καταγραφή άνευ της παρουσίας του λυρισμού είτε ακόμα σχετίζονται και με ορισμένες μειοψηφικές απολήξεις μεταμοντέρνων εκφάνσεων του φεμινιστικού κινήματος που καλούν τις γυναίκες δημιουργούς να απεκδυθούν κάθε «κορσέ» δομημένο από το άλλο φύλο, οι αιτίες που στρέφουν τις νέες δημιουργούς μακριά από τον έμμετρο στίχο είναι ένα ζήτημα πέρα για πέρα υπαρκτό και άξιο προβληματισμού και συζήτησης, παρά τα διαφορετικά συμπεράσματα που μπορεί κανείς να καταλήξει. Δεν είναι λίγες, μάλιστα, οι περιπτώσεις ποιητριών των τελευταίων δεκαετιών που ξεκίνησαν να γράφουν έμμετρα –ή έστω σε επικοινωνία με μια ρυθμική ποίηση- και γρήγορα άφησαν αυτόν τον τρόπο έκφρασης στην άκρη, προσαρμοζόμενες σε εφήμερες κι επικαιρικές επιταγές που ενδεχομένως να ανοίγουν το δρόμο σε κάθε λογής «βραχείες λίστες» και στην εκτίμηση μιας κατεστημένης μερίδας του εγχώριου ποιητικού επιστητού. Αν αυτά, ωστόσο, είναι τα όρια της σκέψης και των ονείρων της εποχής μας, ποια μοίρα τότε περιμένει όποια ποιήτρια παρεκκλίνει από τη νόρμα; (περισσότερα…)

Δευτερόλεπτα πριν

*

Υπάρχουν, σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, κάποιες χρονικές συχνότητες που καθορίζουν τα πράγματα και που μόλις συμβαίνουν τα μεταλλάσσουν.

Αυτές οι χρονικές συχνότητες, λοιπόν, λαμβάνουν χώρα στον καθένα από εμάς με τρόπο δυσδιάκριτα εμφανή, αλλά μόνο όταν είναι πλέον πολύ αργά. Και για την υπεράσπιση τη δική μου και των υπολοίπων θα πρέπει να διευκρινίσω εδώ πως δεν συμβαίνουν όλες με τον ίδιο τρόπο. Δεν ανιχνεύονται όλες με τον ίδιο μεγεθυντικό φακό των γεγονότων.

Λόγου χάρη, ουδέποτε κανείς θυμάται τι έκανε τα δευτερόλεπτα πριν από κάποια ανέλπιστα ευχάριστη είδηση ή ένα γεγονός το οποίο του συνέβη. Είναι, θα παρατηρήσει κάποιος ιδιαίτερα οξυδερκής, σαν τούτα τα δευτερόλεπτα μεταξύ των στιγμών ποτέ να μην υπήρξαν. Μετά από αυτό που επιτέλους μας συμβαίνει, το υπέροχα καλό ή τραγικά κακό, το πρωτόφαντα ωραίο, είναι φυσικό κι επόμενο κανείς να μην έχει διάθεση να θυμηθεί τι έκανε πριν, ώστε να καταγράψει αυτή την αδιόρατη μικρή ρωγμή ανάμεσα στο χρόνο για να προσδιορίσει πόσο άλλαξε ανάμεσα στη στιγμή που τίποτα δεν είχε αλλάξει – και στην επόμενη, από την οποία δεν θα ’μενε ποτέ ξανά ο ίδιος.

Μπορεί να έπλενε τα πιάτα εκείνη τη φορά και το κρύο νερό να κυλούσε ανάμεσα στα δάχτυλα, ενώ σχημάτιζε μέσα στις σαπουνάδες φούσκες διάφανες και γυαλίζουσες που θα τις απελευθέρωνε στον αέρα. (περισσότερα…)

Η αγγελία

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Κάποτε ήρθε στην εφημερίδα μια αρκετά παράξενη αγγελία, τέσσερις σειρές όλες κι όλες.

«Ζητείται ικανός βιογράφος να γράψει την ζωή μου. Απαραίτητη προϋπόθεση, να διαθέτει φαντασία, χρόνο και έμφυτη ικανότητα στα ψέματα. Πληροφορίες…»

Όταν είδε ο υπάλληλος στα γραφεία της εφημερίδας το παράξενο κείμενο, γέλασε δυνατά και κοίταξε τριγύρω, μη τον έβλεπε κανείς, θα τον περνούσαν σίγουρα για τρελό ή κάπως μεθυσμένο ενώ εκείνος είχε κόψει το ποτό εφτά χρόνια πριν∙ κι αυτό γιατί του είχε απαγορεύσει το σεβαστό δικαστήριο να βλέπει, έστω και τα Σαββατοκύριακα, την κόρη του, κι έτσι δεν πρέπει να γνώριζαν, τότε, τι θυσίες είναι ικανός να κάνει ένας πατέρας για το βλαστάρι του και δεν το ξανάβαλε στο στόμα του. Εδώ και δυόμισι χρόνια, ευτυχώς, την έβλεπε πιο συχνά.

Σκούπισε στο πουκάμισο τα γυαλιά του∙ γεμίζανε δαχτυλιές κάθε τόσο κι όλο νόμιζε πως έβλεπε ορθογραφικά λάθη στο χαρτί και διόρθωνε γραπτά που δεν είχαν κανένα λάθος. Έτσι και εκείνη την στιγμή, τα σκούπισε μηχανικά και άρχισε να την ξαναδιαβάζει. Μπα! το ίδιο έλεγε. Ποιος παλαβός, σκέφτηκε, στέλνει κάτι τέτοιο να δημοσιευτεί; Και καλά, συνέχισε, άντε να βρεθεί ένας άλλος παλαβός να του γράψει την ιστορία του, ποιος θα βρεθεί να καταπιεί τόσα ψέματα; Χαμογέλασε, και την άφησε πιο πέρα στο γραφείο, ούτε καν στα υπ’ όψιν, ενώ βάλθηκε να οργανώσει τις άλλες, τις πλέον σοβαρές που είχαν φτάσει στα χέρια του.

Οι ώρες περνούσανε βασανιστικά αργά. Κάποια στιγμή σήκωσε με κούραση το βλέμμα του από τον υπολογιστή. Χρειάστηκε κάμποσα λεπτά ωσότου να ξεδιαλύνει μέσα του πόσο είχε περάσει από την προηγούμενη στιγμή που έκανε το ίδιο. Και η αλήθεια είναι πως μόλις σήκωσε τα μάτια, ψαχούλεψε επάνω στο γραφείο του, για εκείνη την αλλόκοτη αγγελία. Πρέπει να ήταν αυτή που δεν τον άφηνε διόλου να συγκεντρωθεί. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Το υποκείμενο

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Το υποκείμενο που δημιουργείται εδώ διαφέρει κατάφορα από μια ιστορική στιγμή της καθημερινότητας. Είναι φτιαγμένο μονάχα από ασχημάτιστες εικόνες που το περιγράφουν ή από  τις προτάσεις που ο συγγραφέας  θα του έθεσε στα χείλη. Δεν έχει παρελθόν, κανένα μέλλον και φορές-φορές ούτε και καμιά εξέλιξη πέρα από τη ζωή του στο χαρτί. Είναι ένα απομονωμένο μετέωρο που περνά τον ορίζοντά σας χωρίς να κατορθώνει να σχηματίσει τη δική του οικογένεια ή αν τη σχηματίσει να μην μπορέσει ποτέ να τη χαρεί. (περισσότερα…)

Ο θρύλος του τρελού

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Με τους ψυχικά απόκληρους τα πράγματα παίρνουν αναπάντεχες τροπές καμιά φορά. Για να νιώσει κανείς έναν τέτοιο, θα πρέπει να έρθει πολύ κοντά του και να αφουγκραστεί εκείνη τη ρωγμή ή μάλλον όχι τόσο τη ρωγμή, όσο τη στιγμή που αυτή η ρωγμή κατάφερε να σπάσει τον φλοιό του εγκεφάλου του και να χύσει τους νευρικούς νευρώνες του έξω.

Σ’ ένα απομονωμένο χωριό της Δυτικής Ελλάδος στα είκοσι μου χρόνια, ένα καλοκαίρι οπωσδήποτε θανατερό για την πρωτεύουσα, βρέθηκα να απολαμβάνω την ησυχία που μου παρείχε τούτο το απόμερο μέρος. Βλέπετε η ζωή, λειτουργώντας με μυστήριους τρόπους καμιά φορά, δημιουργεί μια περίεργη φούσκα, για λίγο μόνο καιρό, όσο να δημιουργήσει συνθήκες κατάλληλες για την μετέπειτα πορεία του καθενός.

Σ’ εκείνο το χωριό λοιπόν, που ουδέποτε είχα ψάξει να το βρω μέσα στα σχολικά βιβλία της Γεωγραφίας έμαθα μια ιστορία που λίγο πολύ θα σας τη διηγηθώ  όπως πάνω κάτω μου την είπε εκείνος. Δεν σκοπεύω να χρησιμοποιήσω λογοτεχνικές πινελιές για να την χρωματίσω ή να την ωραιοποιήσω, διότι φαντάζομαι, χωρίς να το ξέρω με βεβαιότητα, πως ούτε και σ’  εκείνον θα άρεσε να πειράξω το παραμικρό. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Ένας χρόνος

*

Μεγάλα σύννεφα, πελεκητά, περιδιαβαίνοντας τον κόσμο του Γενάρη ανασκαλεύουν ανθρώπινες ψυχές για τον Καινούργιο Κόσμο. Ένα παράξενο τετραδιάστατο λουλούδι ανοιγοκλείνει τα πέταλα κάτω απ’ την σκιά της θούγιας. Γεια σας κοπάδια γνώριμα, σύντροφοι της ζωής μας, εδώ που διαστέλλονται οι τρεις σας διαστάσεις, ποια μαθηματικά θα αρνηθούν τη γλύκα του μελιού πάνω στο μυ της γλώσσας; Στο μήκος σας, στο πλάτος σας, στο ύψος της Αξίας, ας προστεθεί ισάξια το τέταρτό σας Κύμα όσο μικρό κι αν φαίνεται, όσο βαθύ κι αν είναι.

Κάθε Φλεβάρη ο κουτσός καταριέται τον ουρανό για το μισό του πόδι. Αναθεματίζει όποιον τον ακούει ψηλά και γελά υστερικά μπροστά στο πρόσωπό Του. Πιστεύει βέβαια, πως όλο και Κάποιος τον ακούει, αλλά δεν του δίνει την απαιτούμενη προσοχή που ζητά κι αυτό τον κάνει να λυσσάει ακόμη πιο πολύ. Ψηλά, Αυτός που τον ακούει κάνει υπομονή και δεν δίνει σημασία. Κι έτσι για καιρό καμιά απάντηση δεν δίνεται σε κάθε βρίσιμό του. Κάθε τέσσερα χρόνια φτάνει η τιμωρία. Τότε ο κουτσός, παρακαλεί τον ουρανό, εκλιπαρεί θα έλεγε κανείς, να του ξεριζώσει από ψηλά τούτη την μία μέρα. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Η Λενιώ

*

Σηκώθηκε με κόπο απ’ το ντιβάνι, ακούγοντας τα κόκκαλα της να τρίβονται κάτω απ’ το γερασμένο της πετσί. Το σήκωσε πιέζοντας το, ανάμεσα στa δυο δάχτυλα, αντίχειρα και δείχτη, και όταν το άφησε, αυτό άργησε πολύ να επιστρέψει στην αρχική του θέση. Τα γεμάτα φολίδες απ’ την ξηροδερμία καλάμια της, πονούσαν μες στο κρύο, παρότι κοιμόταν αποβραδίς με τις μάλλινές της κάλτσες.

Η καλύβα ήταν κρύα, χειμώνας καιρός και δίπλα στη θάλασσα ήταν πολύ βαρύ να το αντέξει. Κι όμως, έμαθε να ζει σ’ εκείνες τις συνθήκες, και η αποδοχή της πραγματικότητας, της έκανε καλό. Νίφτηκε με κρύο νερό στο πρόσωπο και έσφιξε τα δόντια. Περνώντας απ’ το μικρό χολ απέναντι από την κεντρική πόρτα, κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Κωμικό πρόσωπο πάντοτε, ο Πειρασμός κι ο Διάβολος. Τα γαλανά της μάτια ήταν το μόνο νεανικό σημάδι που έφερνε απάνω της. Μεγάλα, με μια στραβή γωνία πως τα κάτω είχαν την δύναμη να τρομάξουν τον κάθε ατρόμητο που την έβλεπε. Κάνοντας να φύγει, να φτιάξει τον καφέ της, είδε στο πλάι την σηκωμένη της καμπούρα, σα κόκκαλο που έβγαινε με βία από τη βάση του κορμού και προσπαθούσε χαζά να το καλύψει με τα βαμβακερά μαλλιά της. Τα χώριζε πάντοτε στη μέση, αυστηρά, και τα χτένιζε με μανία μέχρι κάτω και αυτά κατέληγαν σαν μια ουρά στην βάση της καμπούρας. Είχε περισσότερο το φως μιας μούσας, παρά μιας χάριτος. Ήταν, ομολογώ, μάλλον άσχημη παρά ωραία στο πρόσωπο. (περισσότερα…)

Άγνωστος

 

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Χαζέψαμε πολλές φορές την υποκρισία, τη φριχτή υποκρισία σκλάβων και υποταγμένων, οι οποίοι είχαν ταχθεί στην απασχόληση της ψυχαγωγίας των ανθρώπων.

Κούκλες μελαγχολικές, μακάβριες, είχαν κάνει το ανθρώπινο κοινό να πιστεύει ότι είχαν κάποιο είδος κοσμοθεωρίας που παρουσίαζαν στον οποιονδήποτε. Δεν θελήσαμε να τους χαλάσουμε το όνειρο στο οποίο ζούσαν· άλλωστε οι ίδιοι εμείς αφήσαμε να πιστέψουν ότι τους βλέπαμε σαν το νερό που βγαίνει από την έρημο. Εμείς ψάχναμε τους ανθρώπους.

Αυτούς που θα πήγαιναν μπροστά στα μάτια μας κεντρίζοντάς μας με την βελόνα της Τέχνης τους. Ήταν καιρός για σκέψη και περισυλλογή κι αν οι άλλοι ψάχνανε στην αμμουδιά νομίσματα, βότσαλα, κοχύλια, ξύλα λιωμένα μες στο κύμα και σίδερα των καραβιών, αυτοί τίποτα! Μόνο καθώς μπαίνανε μέσα της· σε μια ματιά, της δώσανε ολόκληρη την ψυχή τους, που παρουσιαζόταν στον οποιονδήποτε, σαν άσειστο κι αδιάβατο βουνό φτιαγμένο από γρανίτη.

Και θα ’ταν σαν απολύτρωση, μια αίσθηση ευτυχίας, λες και θα ’χε εκπληρωθεί το πιο βαρύ απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό καθήκον, βρισκόμενοι έτοιμοι, βέβαιοι χωρίς τον δισταγμό και κύριοι της στιγμής τους χωρίς την παραμικρή ενόχληση για το όνομά τους, το αυθεντικά λαϊκό.

Ποτέ, κάποιος που ξέρει την τέχνη του δεν θ’ άφηνε να δουν το ξεμάγεμα του κόσμου, την κατάλυση του μυστηρίου και του θαύματος· και αν ο κόσμος θέλησε να διασκευαστούν ξανά τα αισθήματα για να τα ξαναδεί σε άλλη φόρμα, εύκολη, παλιές του συγκινήσεις, ήταν γιατί είχε μάθει στην επικαιρότητα ενός πανηγυριού και τούτο τον ξαλάφρωνε.

Η ομορφιά, όμως, που δεν ανήκει σε καιρό, που είναι μια κι αιώνια – αχ! πόσα θα δίναμε κι εμείς για να την ακολουθήσουμε από κοντά γιατί άλλο χρέος δεν μάθαμε παρά το χρέος της ομορφιάς και της μεταποίησης, αφού πάντα ήμασταν παραπονούμενοι και διψασμένοι για ομορφιά τόσο, που ψάχναμε μέχρι και στ’ άσχημα για να την βρούμε, μάθαμε πως η ομορφιά είναι μια…

Ψάχναμε αυτούς που ανακάλυψαν την διάσπαση των ατόμων και λευτέρωσαν την γιγάντια και καταστροφική δύναμή τους καιρό προτού η επιστήμη ανακαλύψει την διάσπαση των ατόμων του ουρανίου! Θα διέβλεπαν κάτω από το από το βάθος τους τον τραγικό σπαραγμό των τρομοκρατημένων που θ’ αγωνιζόταν με χιλιάδες τρόπους κρυφούς να βροντοφωνάξουν στον κόσμο απαγορευμένες αλήθειες.

Το λιγότερο θα ήταν πολύ παρηγορητικά τα χειροκροτήματα μας έστω κι αν ήταν αραιότατα, θα πει πως δεν συγκινούμασταν μονάχα με τις φάρσες μα νιώθαμε αρκετά βαθιά τον εαυτό τους, τον αυθεντικό τους χώρο με τις σκιαγραφήσεις, τους οραματισμούς, τις παραστάσεις που προβάλλουν από μέσα, όπως κάποια οστρακόδερμα δημιουργούν το περίβλημά τους από τις εσωτερικές εκκρίσεις τους.

Οι νέες μορφές φτιαγμένες από ρινίσματα, ημιτόνια κι αποχρώσεις που γκρέμισαν όλη την ύπαρξη την συμμετρική με τις ευγενικές γραμμές, χωρίς επίδειξη, χωρίς προκλητικότητα και λέξεις, θα μας τύφλωνε για λίγο όπως θα κοιτούσαμε ψηλά να βρούμε ήλιο.

Ο αυριανός κόσμος είναι κόσμος σκληρός, ένας κόσμος φτιαγμένος από μπετόν-αρμέ και γεμάτος δορυφόρους, που δεν θα φέρνει τίποτε πάνω του, παρά μονάχα τα θλιβερά ίχνη από κούκλες μακάβριες και μελαγχολικές.

Το να στρογγυλεύεις τον λόγο σου κατέληξε αδυναμία μπροστά στις μηχανές και τα κουμπιά τους κι όσοι θελήσαμε κι είχαμε τ’ όνειρο να κάνουμε τέσσερα βήματα έξω απ’ τον πλανήτη για να δούμε τι επιτέλους συμβαίνει έξω από ’δω, μας είπανε τρελούς, ονειροπόλους. Όχι με σκάφανδρο πειρατικό, κλεμμένο, όχι με διαστημόπλοια σαν αστροναύτες αλλά τέσσερα βήματα πιο έξω από την στέρεα γη, σαν τον Χριστό που περπάτησε έξω απ’ την στεριά, δίχως να πέσει μέσα ή να πνιγεί, τουλάχιστον αυτό μας είπαν να πιστέψουμε. Και το πιστέψαμε λες και εξαρτιόταν απ’ αυτό ολόκληρη η ζωή μας.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

 

 

Ελένη Χαΐμάνη, Ήλιος

~.~

Η απόφαση ν’ ανέβει κάποιος το βουνό δεν πρέπει να παίρνεται ελαφρά τη καρδία. Πρέπει να καταλαγιάζει μέσα μας η στιγμή, η σωστή ώρα που θ’ αντικρίσουμε το τραύμα.

Βλέπετε, η θάλασσα με τις μεγάλες εκτάσεις σπαρμένες τούφες θαλασσινού αφρού, με το νερό που την καλύπτει σαν αγκαλιά για τους ειδήμονες αφήνει έξω ανεξερεύνητα και αβαθή τα πιο σοβαρά σημεία· ας πούμε, το γεγονός πως όποιος χάνεται σ’ αυτήν στέκει λένε ευλογημένος γιατί η λήθη της φτάνει ίσαμε τον ουράνιο θόλο δίχως σύνορα για τους ανθρώπους, μια ευθεία γραμμή του ορίζοντα, το μόνο τίμημά της, αφού όποιος γνωρίζει από νερά εξαγνιστικά, γνωρίζει επίσης ότι σε στέλνουν απ’ ευθείας στα επάνω στρώματα χωρίς πολλά-πολλά γραφειοκρατικά. Αν θέλετε να πεθάνετε, κάντε το δίπλα σε νερό.

Γιατί τα υψώματα είναι ένα άλλο πράγμα, καθώς ανεβαίνει κανείς ψηλαφητά σε κάθε μια στροφή και βλέπει άλλη στροφή να διαδέχεται την προηγούμενη, αυτό προϋποθέτει κούραση αληθινή πρώτον και σιγουριά για την απόφασή σου να μη λιποψυχήσεις κατά την άνοδο και πόσο μάλλον κατά την πτώση…

Πάντοτε σκεφτόμουν πως να βρίσκεσαι ψηλά σημαίνει πως έχεις δεχτεί το μοιραίο που κρύβει η ύπαρξή σου. Αυτή την αδιόρατη στιγμή που θέλεις να επικοινωνήσεις με ό,τι υπάρχει πιο ψηλά από σένα. Άλλοι, πιο κοντόφθαλμοι και πέραν του δέοντος θεοσεβείς θα την ονόμαζαν ύβρη. Όμως ας πάρουμε μια βαθιά ανάσα εδώ που φτάσαμε στην κορυφή και ας παρατηρήσουμε τον αέρα, είναι περισσότερο ελαφρύς απ’ το κανονικό, αβαρής και φαντάζομαι θυμίζει λίγο τον παράδεισο· κι ας αναλογιστούμε για λίγο μόνο πόσο λίγο χρόνο χρειάζεται ένα ύψωμα να βαφτιστεί με τ’ όνομά μας!

Πλησιάζοντας πιο πολύ τον ήλιο θα βρούμε τραγικό το πάλεμα μαζί του κι αν χρειαστεί να πέσουμε, θώρακας με θώρακα, θα πέσουμε! Αλλά θα πέσουμε και η τιμή θα είναι δική μας. Δικό μας και το ύψωμα.

Όταν ήμασταν μικροί πιστεύαμε πως οι ήρωες είναι αυτοί που κραδαίνουνε στα χέρια τους τα όπλα και πάνε σε άλλες πολιτείες μακρινές για να παλέψουν για ότι πιστεύουνε πως είναι η αξία που κρεμιέται στην μύτη από το ξίφος τους. Με τα χρόνια όμως, δεν ξέρω με τι άλλο μετράται η δύναμη των ηρώων αν όχι με τις αληθινές αποφάσεις· με το απροσδιόριστο δευτερόλεπτο που ξέρεις αν είσαι ο ήρωας ή δεν είσαι.

Το ύψωμα θα παραμείνει βουβό και μετά απ’ την κατάβασή μας. Οι μικρές πινακίδες στο χώμα με ένα ονοματεπώνυμο και μια αναφορά ηλικίας με τα χρόνια σίγουρα θα ξεχαστεί, γιατί είναι η μοίρα να ξεχνιούνται τα υψώματα όταν κατεβαίνουνε σε μάχη με τις ακρογιαλιές αλλά, αν θέλετε να φύγετε σαν ήρωες να πέσετε από ψηλά.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

~.~