*
Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 3 / 4 ]
Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ
Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.
~.~
*
~.~
*
*
*
Δυὸ πόδια βατράχου καὶ μία ἀράχνη,
λάχανο κόκκινο καὶ ζάχαρη ἄχνη,
τὸ δόντι τῆς κόμπρας κι ἑπτὰ μανδραγόρες
βρασμένοι σὲ γάλα γιὰ δώδεκα ὧρες.
Δαγκάνα σκορπιοῦ στὸ ἴδιο καζάνι
καὶ λάδι ἀπὸ τρούφα μισὸ φλιτζάνι,
μπισκότα βουτύρου χωρὶς γλουτένη
σιρόπι ἀγαύης, μιὰ πρέζα τσιμένι.
Πλοκάμια σουπιᾶς καὶ γλῶσσα ἰγκουάνα
– μ’ ἂν εἶσαι βῆγκαν ἀρκεῖ μιὰ μπανάνα –
λίγο ἁλάτι, καγὲν πιπέρι,
κινόα μιὰ φοῦχτα καὶ γκότζι μπέρρυ. (περισσότερα…)
*
Καθώς κοντεύουμε πια στο έβγα του Έτους Αναγνωστάκη και των ποικίλων τιμητικών εκδηλώσεων που το συνόδευσαν, προσωπικά συγκρατώ το παράδοξο. Ο προ της «σιωπής» ποιητής, αυτός που το έργο του κατακλείεται, όπως μας είπαν, με τον Στόχο, άντε και με το Περιθώριο ’68-’69, αυτός ο λάλος ποιητής, ο πολυδιαβασμένος και πολυμελετημένος και πολυτραγουδισμένος, επιγόνους σήμερα ποιητικούς δεν διαθέτει. Το ίχνος του στους στίχους που γράφονται στις μέρες μας είναι δυσδιάκριτο, αν υπάρχει καν. Με μία έννοια, ο τελευταίος σημαντικός μαθητής του, μεταστάς πια κι εκείνος, ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Αντιθέτως, ο μετά τη «σιωπή» Αναγνωστάκης, ο εν πολλοίς παραγνωρισμένος σατιρογράφος «Μανούσος Φάσσης» δηλαδή, και ο προσωπικός ανθολόγος της Χαμηλής φωνής, έχει και παραέχει συνεχιστές και επιγόνους. Μαζί του συνδέονται αναπόσπαστα οι δύο σημαντικότερες συλλογικές τάσεις της μετά το 1980 ποίησής μας: αφενός μεν, η επιστροφή των έμμετρων μορφών, αφετέρου δε, η αναβίωση της σάτιρας.
Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του πρωτοεκδίδεται (σε 3.000 αντίτυπα, παρακαλώ, που εξαντλήθηκαν γρήγορα) το 1987. Η Χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς το 1990 (επίσης σε 3.000 αντίτυπα). Και η επιρροή που άσκησαν σε μια μεγάλη ομάδα νεώτερων ποιητών, αλλά και σε μερίδα των φιλολόγων και των μελετητών της παλαιότερης ποίησής μας, είναι προφανής. (περισσότερα…)
*
Ι.
Ἐκεῖνοι ποὺ ἀνακήρυξαν πατέρες
τοὺς ἑαυτούς τους δίχως νἄχουν σπείρει,
χειρότεροι εἶναι ἀπὸ κάποιες μητέρες
ποὺ τριγυρνοῦν στὰ ἄνθη γιὰ τὴ γύρη
γιατὶ δίχως ἀπόγονους νομίζουν
πὼς πλήθυναν τὴ γῆ μὲ φωτοκόπιες.
Πτηνὰ ἐνδημικὰ ποὺ ἀλληθωρίζουν
σὲ πτήσεις διεθνεῖς, μὰ μόνο ἐντόπιες
μικρὲς κι’ ἀδέξιες διαδρομὲς πετᾶνε
θυμίζοντας φραγκόκοτα ἢ κότα
λειράτη, γερασμένη. Μὲ τὰ χνῶτα
τὸ ἀνάστημα τοῦ ἀετοῦ μετρᾶνε.
Κι’ αὐτὸ ποὺ ἴσως γιὰ γάλα τοὺς μυρίζει
ἡ νιότη εἶναι ποὺ τοὺς κατακρημνίζει.
ΙΙ.
Ἀρνητικὸ ἀντὶ φωτοτυπία
ἐπέλεξα νὰ εἶμαι ‒ νὰ τὸ ξέρεις.
Καὶ τῆς καριέρας σου ἡλιοτυπία
διορθώνω ἀργά, γι’ αὐτὸ καὶ ὑποφέρεις. (περισσότερα…)
*
Τα γηρατειά έχουν ανάγκες
κι εμείς που κάναμε τους μάγκες
κάπως κουλάραμε
Οι τσαμπουκάδες έχουν πέσει
(λένε ο γέρος άμα χέσει,
τη σκαπουλάραμε)Ακούς; Θ’ αλλάζαμε τον κόσμο
Και τώρα; Τσάι μέντα-δυόσμο
(Καλή ανάσταση!)
Ας αναλάβουνε τα νιάτα
(να τα ’χαμε πανάθεμά τα)
την επανάσταση (περισσότερα…)
*
Πάνω σὲ ἕνα ποίημα τοῦ Ζ. Παπαντωνίου
Σὰν ἔμαθε τὴν φράσι «εἶναι φασίστας»
ὁ παπαγάλος εἶπε ξαφνικά:
«εἶμαι ἀνώτερος ἀπ’ ὅλους φυσικά!
Τί κάθομαι ἔτσι ἄπραγος τουρίστας;»Τὴν πράσινη μετάβασι φορεῖ
καὶ στὶς Βρυξέλλες τὶς φτεροῦγες του ἀνοίγει
νὰ δώσῃ ἀπ’ τὴν σοφία του ὀλίγη·
παίρνει μιὰ στάσι κάπως σοβαρή
–κάτι ἐν μέσῳ κατανύξεως καὶ νύστας–
καὶ λέει μὲ προφορά: «εἶναι φασίστας!»Ὁ λόγος του εὐθὺς χειροκροτήθη,
κατέρρευσαν μεμιᾶς ὅλοι οἱ μῦθοι,
«τί διαβασμένος!» λένε εὐλαβῶς,
«ἂς προχωρήσουμε λοιπὸν γιὰ τὸ Νταβός!
Μ’ αὐτὸν ἀέρα θἄχουμε στὰ ἱστία,
τοῦ Χάρβαρντ παπαγάλος, ὄχι ἀστεῖα!
Τῶν πιὸ καινούργιων θεωριῶν μεγάλος ῥέκτης
καὶ στὴν ὁμάδα μας πολύτιμος ὡς παίκτης!
Κὺρ παπαγάλε μας, γιά πὲς καὶ παρακάτω,
στὰ σίγουρα θὰ πᾷς γιὰ νομπελίστας!»Κι ὁ παπαγάλος, τί νὰ πῇ στὸ ἐκλεκτορᾶτο;
Ξανάπε μοναχά: «Εἶναι φασίστας!»ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ
*
**
~.~
Πέτρος. Αλλά αν ο Χριστός είχε κάνει το ίδιο, τότε αυτή η εκκλησία, για την οποία είσαι τόσο περήφανος που την κυβέρνησες, δεν θα υπήρχε τώρα. Και δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ο άνδρας που χαίρεται να αποκαλείται Βικάριος του Χριστού να βαδίζει σε τόσο διαφορετικά μονοπάτια από εκείνον. Εξήγησέ μου, τώρα, με ποιο τέχνασμα κατάφερες να αποτρέψεις εκείνη τη «σχισματική» -όπως την αποκάλεσες- σύνοδο.
Ιούλιος. Πολύ καλά, λοιπόν, θα σου πω. Μόνον φρόντισε να με ακούσεις προσεκτικά. Παρόλο που ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός (αυτό είναι το όνομά του, αν και στην πραγματικότητα ο άνθρωπος αυτός με έχει δυσκολέψει ελάχιστα[1], και λιγότερο από κάθε άλλον) είχε συγκαλέσει με κάθε επισημότητα τη σύνοδο, εντούτοις τον κατάφερα να υποχωρήσει -δεν θα σου πω τι μεθόδους χρησιμοποίησα. Πάντως παρόμοιες μεθόδους χρησιμοποίησα για να μεταπείσω ορισμένους καρδιναλίους. Τούτοι είχαν θέσει σε ισχύ τη σύνοδο με δημόσια πρακτικά, ωστόσο εγώ τους έκανα να τα ανακαλέσουν με τη βοήθεια δικηγόρων και μαρτύρων.
Πέτρος. Μα γίνεται αυτό;
Ιούλιος. Γιατί να μην γίνεται, αφού το εγκρίνει ο ανώτατος ποντίφικας; Αν το θέλει αυτός, ο όρκος δεν είναι όρκος, μιας και έχει όλη τη δύναμη να απαλλάξει κάποιον από τη δέσμευσή του. Βέβαια, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, στην προκειμένη περίπτωση το παρατράβηξα, αλλά δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Αντιλαμβανόμουν ξεκάθαρα τι θα γινόταν: θα βρίσκονταν ορισμένοι να πουν ότι αντιμετώπιζα κακόπιστα τη σύνοδο, ιδίως αφού τούτη είχε συγκληθεί κατά τρόπο που δεν με απέκλειε. Άλλωστε, με είχαν προσκαλέσει και μου είχαν ζητήσει να προεδρεύσω. Άκου, λοιπόν, τι τέχνασμα χρησιμοποίησα. Ακολουθώντας το παράδειγμα των προκατόχων μου, ανήγγειλα με τη σειρά μου σύνοδο, προφασιζόμενος ότι ο χρόνος και ο τόπος που είχαν επιλεγεί ήταν ακατάλληλοι. Συγκάλεσα άρον άρον σύνοδο στη Ρώμη[2], θεωρώντας ότι δεν θα ερχόταν κανείς που να μην ήταν φιλικά διακείμενος προς τον Ιούλιο, ή, τουλάχιστον κανείς που θα του εναντιωνόταν (τους το είχα διαμηνύσει αυτό με πολλούς τρόπους) και ευθύς όρισα νέους καρδιναλίους που θα συμβάδιζαν με τα σχέδιά μου.
Πνεύμα. …μιλάμε για τα μεγαλύτερα λαμόγια… (περισσότερα…)
*
Όλος ο κόσμος φιλόσοφος. Ουάου! Δέν ξέρεις με πόση,
πόση στʼ αλήθεια χαρά τις σοφές-του μοιράζει ο καθένας
σκέψεις τόσο σʼ αυτούς που τις ζήτησαν όσο σʼ εκείνους
που προτιμάν τη σιωπή – τη δική-τους μαζί με των άλλων.
«Τί, δέν μπορείς να πετάξεις; Τρέξε λοιπόν.» «Θα σε βλάψει
πιό πολύ το πάρα πολύ παρά το καθόλου.»
«Μάθε να βλέπεις παντού κάποιο νόημα. Μόνο τυχαία
δέν είναι αυτά που σου τύχαν.» «Θυμήσου τα χόρτα στις στέγες
κάθε που βρέχει, τ’ αστέρια την ώρα που πέφτει σκοτάδι.»
«Πίσω απʼ τον άντρα η γυναίκα. Και πίσω απʼ αυτήν η μαμά-της.»
«Πές το όπως θέλεις: κύκλο, ροή, φτεροκόπημα, κύμα.
Πάντως για μένα λέγεται αγάπη.» «Μέσα απʼ το μίσος
ο άνθρωπος βγαίνει μισός.» «Τα δόντια σου βούρτσιζε τώρα
πού ʼναι γερά. Θα σʼ τα βγάλουν και τότε τί θα βουρτσίζεις;»
«Κάθε, μα κάθε νιφάδα κολλάει ακριβώς όπου πέφτει.»
— Τί, δέ σʼ αρέσει το Φέιζμπουκ; — Μʼ αρέσει. Και δέν αμφιβάλλω
διόλου πως κάθε λάικ κολλάει ακριβώς όπου πέφτει.
///
Όλος ο κόσμος απόπατος. Πίφ! Τα μάτια-σου κράτα
πάντα ανοιχτά, ζηλωτή, κι άν δείς την κουράδα να πέφτει
φρέσκια, σφιχτή σάν γροθιά, το χέρι-σου φέρε στη μύτη
πρίν σου θολώσει τον νού της βαριάς ανθρωπίλας η μπόχα. (περισσότερα…)
*
Οι Τούρκοι παιδομάζωμα έκαμαν στο Πυργί.
Πρόκριτοι, δημογέροντες, παπάς και χωριανοί
κρύψαν τους γιους τους κι έδωσαν της χήρας το παιδί,
τον Ντούλα τον μονάκριβο και μήτε η Παναγία
μήτε ο Χριστός σταμάτησαν αυτή την αδικία.
Δέρνεται η μάνα σέρνεται και τους παρακαλεί
κι ανυπεράσπιστο θρηνεί φωνάζει το παιδί.
Μα ούτε οι πέτρες άκουγαν ούτε και οι καρδιές.
Πήραν τον Ντούλα κι έφυγαν σε στράτες μακρινές.
Γενίτσαρο τον κάμανε, τσαούση στρατολάτη,
μ’ αυτός ποτέ δεν λησμονεί, του έμεινε γινάτι.
Διαβαίνουν χρόνοι και καιροί κι ένα πρωί προβαίνει
καβάλα με στρατό πολύ, στην εκκλησιά πηγαίνει
κεφάλια σκίζει αγίων, καίει την εκκλησιά
κι έξω μαχαιρωμένη σέρνει την Παναγιά.
Όλους τους άντρες μάζωξε, κοπάδι να τους κάμει
και στο γκρεμό τους έριξε, μες στο βαθύ ποτάμι.
~.~
Δεν είναι πως περιφρονώ
τον κάθε μέτριο ποιητή
είναι που για ν’ αντέξω εγώ
τη φρίκη πού ’χει η ζωή
ήθελα δόσεις δυνατές
από μεγάλους ποιητές
κι έγινα ποιητομανής
όσο ποτέ άλλος κανείς
κι αδιάφορος στο κάθε τι
που δεν γιατρεύει τη ζωή.
~.~ (περισσότερα…)