σάτιρα

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

Don_Quijote.png

Μπουρνάζι

Σε γνώρισα ένα βράδυ δακρυσμένο
(βροχή είχε αρχίσει)
Είχες παράνομα το αμάξι σταθμευμένο
και με είχες κλείσει

Άφησα post it στον υαλοκαθαριστήρα
νεύρα γεμάτο
μα όταν σε είδα έδειξα άλλο χαρακτήρα
πιο πιπεράτο

Γέλασα και σου είπα δεν πειράζει
θα περιμένω
Έτσι όπως έχει γίνει το Μπουρνάζι
καταλαβαίνω

Μου γέλασες κι εσύ πίσω απ’ το τζάμι
(κόπηκε η ανάσα)
Βρήκατε κίνηση καθόλου στο ποτάμι;
(ρίχνω την πάσα)

Δείχνεις διάθεση να συνεχίσεις την κουβέντα
(Τράβηξα άσσο!
Κοίτα να δεις που απόψε έχω ρέντα
μη με ματιάσω…)

Σκοπεύετε να βγείτε από το αμάξι;
(Θεέ μου ευφράδεια!)
Πριν απαντήσεις ήδη είχα αρπάξει
χωρίς καν άδεια

την πόρτα και τραβούσα σαν τανάλια
που είχε σφίξει
Δεν άνοιγε… Αν δε βγάλω την ασφάλεια
λες δε θ’ ανοίξει…

Α! Η ασφάλεια λέω αμήχανα λιγάκι…
Και κοκκινίζω
Βλέπεις εγώ οδηγάω μηχανάκι
Πού να γνωρίζω…

–Τι!!! Δεν είναι δικιά σου η SLK?
Σε άλλον ανήκει;
–Σε άλλον ασφαλώς. Εγώ έχω χρέη
Κι ούτε για… νοίκι…

Αααα λες εσύ απότομα με ύφος
σκοτεινιασμένο
και αφού το έπιασα το νόημα πως τζίφος
δεν επιμένω

Γυρίζω σπίτι. Βρέχει! Ματαιώθηκε
το όνειρο πως θα ’μαστε μαζί
Και το παπάκι σάμπως να πληγώθηκε
με άφησε στο δρόμο από μπουζί…

~ . ~

Passa Tempo

Δεν τον ενδιέφερε τι θ’ απογίνει
Όλοι του λέγανε να κάνει κράτει
μα εκείνος νόμιζε πως είχε σμήνη
μπροστά τα χρόνια του και ασέλωτο άτι

για να καλπάσει στης γης τα πέρατα
και να γνωρίσει άλλους ανθρώπους
(λες και δεν το ’ξερε πως απ’ τα κέρατα
ο ταύρος πιάνεται σ’ όλους τους τόπους…)

Θεριό ανήμερο! Χέρια τεράστια
και με ένα πείσμα που λυγίζει ατσάλι
Απ’ τα παράλια ως τα προάστια
ολοι τον ξέρανε. Τον μάθαν κι άλλοι…

Τα βράδια σέλωνε το μαύρο άλογο
Και το ξημέρωμα άραζε λίγο
Έκανε μόνος του κάποιο διάλογο
Κι ύστερα έλεγε: «ώρα να φύγω»

Θέριζε θάλασσες, όργωνε όρη
Ετρωγε γλένταγε χόρευε κι όταν
σπάνια έφτανε στο «μη προχώρει»
σαν τους ληστές κι αυτός λαγοκοιμόταν

Σπηλιές κατοίκησε και ουρανοξύστες
Το κρύο ρούφαγε κι έβγαζε λίβα
«Κόλλησε» κάποτε με κάτι αρτίστες
(μάλιστα τα ’μπλεξε και με μια diva)

Παιδιά δεν έκανε (ή δεν του το ’πανε)
–και να του λέγανε, αυτός χαμπάρι–
(κάποτε του ’πε μια «δικό σου κόπανε»
μα έλεγε ψέματα να τον τουμπάρει)

Μα αυτά τα ζόρικα γίναν’ παλιότερα
Τα χρόνια φύγανε σαν τους τουρίστες
Κι αυτός –στον κάμπο πια– θυμάται κότερα
Και τους που είπαμε –πιο πριν– αρτίστες

Σε κάποια -ήντα του στροφή επιτόπια
Και τόσο που άντεξε; – τι λέτε τώρα!–
καλλιέργεια έβαλε με ηλιοτρόπια
«Το πα-σα-τέ-μπο σου να φεύγει η ώρα…»

Και ψάχνει μόνος του να βρει το φταίξιμο
Φταίει που δεν άκουσε τι λέγαν’ οι άλλοι;
Όμοια κατάσταση (Θε μου τι μπλέξιμο)
Κι εμένα σήμερα με βρήκε πάλι…

Εκεί που μόνος μου έτρωγα ηλιόσπορους
(παππού τα τσίμπησες πάλι στο αλάτι…)
πώς αναζήτησα θάλασσες, Βόσπορους
κι ένα ξεσέλωτο που είχα άτι…

~ . ~

Θησαυρός

Είχα παλιά ένα θησαυρό.
Τον έχω χάσει.
Ψάχνοντας χρόνια να τον βρω
έχω γεράσει.

Ανοίγω χάρτες και κοιτώ
τα άστρα πάνω.
Τόσο, που μοιάζει περιττό
ό,τι κι αν κάνω.

Έχω στα χέρια μου σφιχτά
–σα να φοβάμαι–
φανό. Και φώτα ανοιχτά
όταν κοιμάμαι.

Διανύω ασθμαίνοντας κι εγώ
όνειρα, λύπες
και ψάχνοντας φωταγωγό
ανοίγω τρύπες…

Τρύπες στα χέρια. Στο κορμί.
Στο πρόσωπό μου.
Μέχρι να έρθει μια  ρωγμή
σα ριζικό μου.

Να καταπιεί όσα μπορεί
ώστε ένα βράδυ
να εκβάλει ο Αχέροντας με ορμή
καίγοντας λάδι

καίγοντας μνήμες καταργώντας
μέλλον κάποιο
να με εκβάλει εκεί γελώντας
τρύπιο. Σάπιο.

Κι εκεί μετά την εκβολή
σε κάθε τρύπα
λουλούδι –σαν παραβολή–
για ό,τι δεν είπα.

Είχα παλιά ένα θησαυρό.
Φωτιές μου βγάζει.
Τώρα, ακόμα κι αν τον βρω
πια δε με νοιάζει…

~ . ~

Τι τού κάναν του Μάη

Στην απέναντι όχθη
κάποιοι απρόσωποι μόχθοι παράμερα
δε γκρινιάζουν καθόλου
και γιορτάζουν του κώλου τα εννιάμερα

(Οι σιωπές ολοένα
με φλερτάρουν –ωϊμένα– αδυσώπητα
την καρδιά μου θα σφίξω
και μετά θα τους ρίξω χυλόπιτα)

Κι ένα ολόμαυρο πλοίο
σαν του Απρίλη αστείο (ε)μπάρκαρε
μα με άφησε –άκου–
να φωνάζω του κάκου «μια βάρκα ρε!»

Τα υπερπόντια ταξίδια
θα τα κάνω με ξύδια στο σπίτι μου
κι όταν γίνω κουρούπα
θα περάσω δυο ούπα στη μύτη μου

να κρεμάσω στεφάνι
–Αχ! βρε Μάη ποιος σε πιάνει και χαίρεται;–
Ποιος αγύρτης ζητιάνος
Ποιος θεός τσαρλατάνος. (Τον ξέρετε; )

(Η σιωπή περισσεύει
Όλο λέξεις μου κλέβει και πάει
Τις σκορπάει τις πετάει
κι έτσι δεν απαντάει
τι του κάναν’ του Μάη και βρομάει…)

~ . ~

Αχ Πατέρα!

Θα ανέβω ψηλά να κοιτάξω καλά προς τα κάτω
Ο καιρός πάει αλλιώς μη γνωρίζοντας ποιος πιάνει πάτο
Το δικό μου σταυρό καρφωμένο όταν βρω σε ένα λόφο
Με σκισμένο βρακί να ανέβω εκεί έχω στόχο

Από κάτω οι πιστοί –κάποιοι θα ’χουν πιαστεί– κάποιοι άλλοι
Θα κοιτάζουν ψηλά για να δούνε καλά ποιο κεφάλι
ποιο κεφάλι αδειανό –αιωνίως κενό– με στεφάνια
δίνει τόπο εκεί που ο –ποιος λες;– κατοικεί στην αφάνεια

Κι όταν όλοι μαζί –άντε πάλι χαζοί– βγάλουν άκρη
Το ένα μάτι μου θα επιλέξει ορθά κάποιο δάκρυ
να αφήσει να βγει μπας και ανθίσει στη γη άλλο χρώμα
που τα τόξα αυτηνής δεν αρκούν –τι να πεις μάταιο στόμα…–

Με τα χέρια ανοιχτά τα ποδάρια πλεχτά σαν κουλούρι
Την κοιλιά μου γυμνή –τέτοιο ωραίο κορμί κελεπούρι–
Ταλαντώσεις στο φως η εντολή του πατρός μία κι έξω
Δεν το ήθελα μα κοίτα τώρα –που να!– πάω να μπλέξω

Το στεφάνι εκεί. Βασιλιάς –μου αρκεί τόσο λίγο;–
Με ένα θαύμα μικρό –πριν με πάρουν νεκρό– λέω να φύγω
Δίπλα δυο –κι εγώ τρεις– σχηματίζουμε ευθύς μια τριάδα
Τρεις σταυροί –κι όποιος βρει τι σημαίνει– θα πιει λεμονάδα

Το ποτήρι βαθύ –τώρα πώς και γιατί να το αδειάσω–
με μια μπίρα ξανθιά –πιο καλά θα ’ταν να– ξεδιψάσω
Μα εσύ δυστυχώς μια ζωή αυστηρός δε με αφήνεις
Τι κατάλαβες –πες– –Έχεις μάτια; Για δες πού με δίνεις–

Μαλακία εντολή και αυτή η στολή που φοράω
με ενοχλεί αρκετά γιατί πρέπει σφιχτά να κρατάω
το πανί που εκεί έχω αντί για βρακί πέρα ως πέρα
Τι θα πουν οι πιστοί -αν ότι έχω χεστεί– δουν πατέρα;

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ)

cf83cf84ceb9cf87ceaccebaceb9ceb1cf82-ceb3ceb9ceaccebdcebdceb7cf82-cebccf80ceb5cebbceb5cf83ceb9cf8ecf84ceb7cf821

Advertisements

Ξάνθος Μα·ι·ντάς: Εν Κνίδω, Δ΄ π.Χ. αιώνας

afroditi

~ . ~

Στην πόλη έγινε γνωστό πως συνευρέθη με το άγαλμα της Αφροδίτης.
Αξιοθαύμαστη, του νέου επισκέπτη, η τρέλα και το πάθος
να αισθανθεί την ιερή σάρκα, όμως η θεϊκή η δύναμή της
κι η σύνεση της πολιτείας τιμώρησαν το ανίερό του λάθος.

Καμία έπαρση στην πράξη του αυτή
σαν θέλησε να νοιώσει δική του την άψυχη την πέτρα
και ν’ απολαύσει ολύμπια ηδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχέ της καλλιπύγιας εραστή, του κάτεργου τις μέρες τώρα μέτρα.

Ω! πόσο βέβηλοι οι αιώνες που πέρασαν αλλάζοντας τα ήθη.
Φάνηκε, ναι φάνηκε αυτό στο ξέφραγο των Παρισίων Λούβρο
στην ξιπασιά μεσήλικα που χάιδευε χλευαστικά της απαράμιλλης θεάς τα στήθη.

Και δεν κατάλαβε κανείς πως άλλο ο θλιβερός του αιώνα μας επιδειξίας
(που είχε κακάσχημο το απαράδεκτό του μούτρο)
και άλλο ο ερωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιάς της θεϊκής Κνιδίας.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Κωνσταντίνα Γεωργαντά: Punch 1922, Το εμπορικό μονοπώλιο ως casus belli

της ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑ

Η σάτιρα, γράφει ο Matthew Hodgart, δεν είναι μόνο η πιο συνηθισμένη μορφή πολιτικής λογοτεχνίας, αλλά, στο ποσοστό που προσπαθεί να επηρεάσει την κοινή γνώμη, είναι το πιο πολιτικό πρόσωπο όλης της λογοτεχνικής παραγωγής. [1] Το Βρετανικό σατιρικό περιοδικό Punch ήταν ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια σκιτσογράφων και σατιρικών συγγραφέων από τη στιγμή της γέννησής του το 1841. Στη Βικτωριανή Αγγλία το κοινό του περιοδικού ήταν η ολοένα αυξανόμενη σε μέγεθος και σημασία μεσαία τάξη που ανέδειξε τα σκίτσα και την πολιτική σάτιρα καλλιτεχνών όπως ο Charles Keene, ο George di Maurier και ο Sir John Tenniel (ο εικονογράφος της Αλίκης στη χώρα των Θαυμάτων του Lewis Carroll το 1865 και το 1871). [2] Αυτή η δημοφιλής μορφή τέχνης μας άφησε σημαντική κληρονομιά, παρατηρούσε ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και ιστορικός τέχνης Iolo A. Williams το 1933, αφού κατέγραψε κάποιες πλευρές της εθνικής ζωής οι οποίες, καθώς ήταν παραγνωρισμένες από τους ‘σοβαρούς’ καλλιτέχνες της εποχής ή ακόμη και από συγγραφείς, θα είχαν πλήρως ξεχαστεί.

Το Punch ήταν περιοδικό της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας και ξεκίνησε ως πατριωτικό περιοδικό, παρόλο που άλλαξε τόνο και έμφαση αρκετές φορές. [3] Την εποχή του Tenniel (από το 1850 και για περίπου μισό αιώνα) το Punch είχε γίνει εθνικός θεσμός και επηρέαζε την κοινή γνώμη σε τέτοιο βαθμό που υπουργοί της κυβέρνησης ήθελαν να έχουν το περιοδικό με το μέρος τους. [4] Η σημασία της οπτικής σάτιρας καταδεικνύεται στην αυξημένη σημασία των πολιτικών αφισών από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τουλάχιστον το 1914 και στο γεγονός ότι αυτές παράγονταν κυρίως από πολιτικούς γελοιογράφους. Όπως σημειώνει ο James Thompson, τα στερεότυπα και οι μεταφορές που αποτυπώνονταν οπτικά στις πολιτικές αφίσες είχαν την πηγή τους στα συνήθη μοτίβα της πολιτικής γελοιογραφίας όπου οι πολιτικοί άλλαζαν φύλο, γίνονταν παιδιά ή κτήνη. [5] Kατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το περιοδικό συνέχιζε να είναι δημοφιλές (φθάνοντας τα 150.000 τεύχη εβδομαδιαίως τον Ιανουάριο του 1915), παρόλο που είχε κατηγορηθεί για απάθεια και για αδυναμία να μεταλλάσσεται ανάλογα με τις ανάγκες των καιρών. [6]

Το τέλος του Πολέμου και η οικονομική κατάσταση στην οποία βρέθηκε ως συνέπεια η χώρα, με αποκορύφωμα τη γενική απεργία του 1926, συνδέθηκε στο φαντασιακό που προωθούσε το Punch με την οπτική απεικόνιση και αντίδραση στα γεγονότα γύρω από τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο στη Μικρασία την περίοδο 1919-1922.

Η ωραία Ελένη

Το 1922, τέσσερα χρόνια μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το πρώτο θέμα στις Βρετανικές εφημερίδες ήταν τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα και στις 2 Αυγούστου 1922 βρίσκουμε στις σελίδες του Punch ένα σκίτσο του L. Raven Hill για τη ‘Γερμανική Απειλή’. [7] Το 1914 η απειλή ερχόταν μέσα από μία σκούρα ομίχλη με τη μορφή μιας σιδηρούς γροθιάς (‘mailed fist’) αλλά το 1922 ένα χέρι φορώντας ένα υφασμάτινο γάντι (‘the fabric glove’) σχεδόν καλωσόριζε το κοινό με φόντο μια βιομηχανική πόλη ή μια σειρά εργοστάσια.

εικ1

εικ. 1: L. Raven-Hill, ‘The German Menace’, August 2, 1922

Από το 1920, όπως διαβάζουμε στους Times του Λονδίνου, η ανάγκη για μια νέα εμπορική πολιτική (‘Need for a Trade Policy’) είχε γίνει επιτακτική: ‘Αυτό που έγινε σαφές εξαιτίας του πολέμου είναι ο βαθμός στον οποίο εξαρτώμαστε βιομηχανικά από άλλα έθνη’. [8] Το εμπόριο υφασμάτων, που μέχρι πρότινος εξαρτιόταν από Γερμανικές βαφές, έπρεπε να αναβαθμιστεί: ‘η διαφύλαξη της παραγωγής βαφών δεν έχει μόνο οικονομικές βάσεις αλλά και στρατιωτικές […] ο χημικός πόλεμος πρόκειται να γίνει πιο έντονος και κτηνώδης και το έθνος το οποίο έχει χημικά εργοστάσια καθώς και μία καλά δομημένη χημική βιομηχανία θα κάνει ανυπολόγιστες ζημιές στους εχθρούς του στον επόμενο πόλεμο.’ [9] Το ‘Θέμα του Υφασμάτινου Γαντιού’ (‘Fabric Glove Issue’), λοιπόν, αφορούσε την πράξη του 1921 για τη Διαφύλαξη της Βιομηχανίας (1921 Safeguarding of Industries Act), σύμφωνα με την οποία θα επιβαλόταν αυξημένος εισαγωγικός φόρος στα υφασμάτινα γάντια που είχαν παραχθεί στη Γερμανία, [10] αλλά στην πραγματικότητα εκμεταλλευόταν τον πόλεμο και το φόβο ενός άλλου πολέμου για να προωθήσει τα συμφέροντα της χώρας και να αποδυναμώσει τους πιθανούς αντιπάλους. Τον Απρίλιο του 1922 το θέμα συζητήθηκε στη βουλή. Το μέτρο είχε πάρει τον τίτλο ‘Η απόρριψη των Γερμανικών Γαντιών’ (‘The Dumping of German Gloves’) και, καθώς οι συζητήσεις συνεχίζονταν χωρίς να λαμβάνεται κάποια τελική απόφαση, οι Times ονόμασαν το ζήτημα ‘Το μυστήριο του Γερμανικού Γαντιού’ (‘The German Glove Mystery’). [11] Τελικά, τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, η Πράξη πέρασε κάτω από έντονες φήμες ότι είχε αρχίσει να κλωνίζεται ο συνασπισμός των φιλελεύθερων κομμάτων που ήταν στην εξουσία πριν από τον πόλεμο με αρχηγό τον Lloyd George. [12]

Το Punch, εκμεταλλευόμενο αυτό το κλίμα, παρουσίαζε συχνά θέματα, σκίτσα ή μικρά ποιήματα που σχολίαζαν τους νέους δεσμούς που δημιουργούνταν ανάμεσα σε εμπόριο και παιχνίδια εξουσίας. Για παράδειγμα, ένα μικρό ποίημα του P.R. Chalmers με τον τίτλο ‘Ελένη’ (2 Αυγούστου 1922) έδινε τον τόνο με την επιγραφή του δανεισμένη από την εφημερίδα Morning Post: ‘Η Ελένη ως casus belli εξαφανίζεται και τη θέση της παίρνει το εμπορικό μονοπώλιο.’ [13]  Στο ποίημα, η ωραία Ελένη της Τροίας έχει βρει μια νέα πίστη και νέους λόγους να υπάρχει (‘new faith and reasons new’): ‘Κάτω τα παλιά ιδανικά / το Εμπόριο είναι η μόνη νέα πίστη, / το Χρήμα η νέα αλήθεια’ (‘Down with each old ideal; / Say that Trade is the one thing true, / Money the one thing real’). Το Φεβρουάριο του 1923, καθώς το συνέδριο της Λωζάνης σημείωνε το τέλος τριών ετών έντονης δραστηριότητας στη Μικρά Ασία, ο αρθρογράφος του Punch E.V. Nox θα γύριζε και πάλι σε αυτό το ιδανικό με ένα κείμενο-απάντηση, όπως έγραφε, στην ανάγκη της εποχής για όλο και περισσότερα ‘σχέδια προτάσεων’ (‘still more Outlines’). Εκεί διευκρίνιζε σατιρικά το ποια ήταν η ωραία Ελένη. Για όσους αναρωτιούνταν ακόμη για το λόγο που η Ελένη έγινε αιτία πολέμου, ο Νοξ σημείωνε πως η Ελένη ήταν η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο και ο Πάρης την πήρε στην Τροία και, όταν οι άρχοντες της Τροίας την αντίκρυσαν από τα τείχη της Τροίας, ήταν αναμενόμενο να γίνει τελικά πόλεμος για μια τέτοια γυναίκα. [14] Η επανάληψη της λέξης ‘Τροία’ στη σατιρική περιγραφή του Νοξ καθώς και η φαινομενική απλοποίηση της ιστορίας καταφέρνει να σχολιάσει την ανάμειξη της Βρετανίας στον πόλεμο αλλά και τα υποφαινόμενα αίτια ενός μοντέρνου πολέμου.

Η θεατρική σκηνή

Ο φαντασιακός χώρος του Punch παρουσιαζόταν συχνά σαν μια θεατρική σκηνή που σκοπό είχε να δείξει πως ο κόσμος που αναπαριστούσε ήταν μυθοπλασία μαζί και πραγματικότητα. Τα σκίτσα βασίζονταν έτσι σε πραγματικά γεγονότα αλλά αναδείκνυαν όψεις τους που δεν εδύνατο να καλύψει ο υπόλοιπος τύπος με τόση αμεσότητα. Την ίδια περίοδο που εμφανίστηκε η ‘Γερμανική απειλή’, τον Αύγουστο δηλαδή του 1922, ένα ολοσέλιδο σκίτσο του L. Raven Hill παρουσίαζε το βασιλιά Κωνσταντίνο ως ‘Τίνο’ να δείχνει την Κωνσταντινούπολη και να τη θέλει για δική του, ως σχόλιο για την προοπτική να εισβάλλει ο ελληνικός στρατός στην Κωνσταντινούπολη για να δώσει ένα τέλος στον πόλεμο. [15] Απέναντί του στεκόταν η προσωποποίηση της Βρετανίας ως ναύτη του Βασιλικού Ναυτικού (British Tar), σημάδι του κύρους που προσπαθούσε να κρατήσει η Βρετανική αυτοκρατορία στη Μικρά Ασία.

εικ2

εικ.2: L.Raven-Hill, ‘Tinopolis’, August 9, 1922

εικ3

εικ.3: Bertrand Partridge, ‘The Asia Minor Duet’, September 6, 1922

Τον Σεπτέμβριο, σε άλλο ένα ολοσέλιδο σκίτσο του Bertrand Partridge με τον τίτλο ‘Το ντουέτο της Μικράς Ασίας’ (‘The Asia Minor Duet’), παρουσιάζονταν σαν ηθοποιοί ενός μιούζικαλ-παρωδία ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Lloyd George και ο John Bull, άλλη μια προσωποποίηση της Βρετανίας στις σελίδες του περιοδικού. Μπροστά σε ένα μικρασιατικό σκηνικό, οι προσφωνήσεις των δύο χαρακτήρων πάνω στη σκηνή ήταν έτσι σχεδιασμένες ώστε να είναι σαρκαστικά πολυφωνικές, δηλαδή να εκφράζουν μια άποψη και μετά το αντίθετό της για να σχολιάσουν έτσι τις κινήσεις της κυβέρνησης. Ενώ, λοιπόν, ο πρωθυπουργός λέει ‘Δε θέλουμε να πολεμήσουμε’, ο John Bull προσθέτει ‘Αλλά θα το κάνουμε εξαιτίας του Τίνο’. [16]

εικ4

εικ.4: L. Raven-Hill, ‘The “Reconciliation” Scene’, May 30, 1923

Η τελευταία σκηνή της Μικρασιατικής ‘παράστασης’ δόθηκε στις 30 Μαΐου 1923 με μια σκηνή συμφιλίωσης (Raven-Hill, ‘The “Reconciliation” Scene, From the famous Entente Drama, lately revived at Lausanne’) όπου δύο ηθοποιοί δρουν επί σκηνής με τις παραδοσιακές τους φορεσιές ενώ πίσω από τη σκηνή οι σκηνοθέτες σχολιάζουν ότι ‘αυτό δεν είναι καθόλου αυτό που γράψαμε. Καταστρέφουν το έργο. Δε θα έπρεπε να κάνουμε κάτι για αυτό;’ Ο σαρκαστικός τόνος της σκηνής βρίσκεται στο τελικό σχόλιο, που εμφανίζεται σε μια παρένθεση στο τέλος σαν ένα σχόλιο εκτός σκηνής, όπου μας αποκαλύπτεται πως, παρά τις αντιδράσεις τους, εκείνοι μένουν μόνο στις υποθέσεις. [17]

The «sultana»

Παράλληλα με τα παραπάνω γεγονότα –τη διαφύλαξη της βρετανικής βιομηχανίας και τον ελληνοτουρκικό πόλεμο στη Μικρασία– στις σελίδες του Punch παιζόταν κι άλλο ένα μικρό δράμα, αυτό της έλλειψης της σταφίδας της Σμύρνης μετά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1922. Το θέμα είχε πάρει αρκετά μεγάλες διαστάσεις στον τύπο (με κέντρο κάποια γράμματα που στάλθηκαν στην εφημερίδα The Times με αφορμή την αύξηση τιμής της σταφίδας και με αναφορά στο ελληνικό μονοπώλιο στο εμπόριο σταφίδας στη βρετανική αγορά) έτσι ώστε στις 18 Οκτωβρίου 1922 ένα σύντομο κείμενο του N.R. Martin φανταζόταν ένα τροπικό Λονδίνο το έτος 1952 όπου οι παλιές μέρες του 1922 είχαν χαθεί για πάντα πέρα από τη βρετανική κουζίνα αναπόσπαστο μέρος της οποίας ήταν η αποξηραμένη σταφίδα. [18] Καθώς το εμπόριο είχε αναβαθμιστεί στις σελίδες του Punch ως το νέο απόλυτο ιδανικό, η «sultana» (σουλτανίνα) της Σμύρνης γινόταν ένα νέο σύμβολο, η αντιπροσώπευση μιας εισβολής όχι με χερσαίες δυνάμεις αλλά μέσω της αγοράς και των τραπεζών.

Τον Αύγουστο του 1922, ο αρθρογράφος του περιοδικού R.J. Richardson παρουσίαζε τον κ. Ιππόλυτο Μπακδεόλδο (M. Hippolytus Baktheoldos), τον Έλληνα λάτρη των ιπποδρομιών (‘the Greek Turfite’), που σημείωσε νίκη στους πρόσφατους αγώνες, με το επώνυμο του χαρακτήρα αυτού ένα λογοπαίγνιο της φράσης ‘back the old horse’ να αναδεικνύει την αρένα της σύγχρονης πολιτικής σαν ένα ιππόδρομο με μόνο στόχο το οικονομικό κέρδος. [19] Η κάλυψη της κυβερνητικής πολιτικής της περιόδου 1920-23 στις σελίδες του Punch περιελάμβανε έτσι και αυτόν που θα επωφελούνταν οικονομικά από τη ζήτηση της αγοράς για σταφίδα Σμύρνης σχολιάζοντας με αυτόν τον μικρό τρόπο τη σημασία του εμπορίου ως casus belli. [20] Η Σμύρνη, σημαντικό εμπορικό κέντρο στη Μικρά Ασία, ενδιέφερε άμεσα τη Βρετανική κυβέρνηση, η οποία μετά την κρίση στο Τσανάκ στις αρχές Σεπτεμβρίου 1922, είχε δεχθεί σοβαρό πλήγμα. [21]

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο η οικονομία της Βρετανίας είχε ανάγκη αναδιάρθρωσης και οι διαφορετικές κουλτούρες και ράτσες είχαν γίνει ένα ισχυρό μέσο για τη μετατόπιση εθνικών και ταξικών εντάσεων σε προστατευτισμό, ακραίο εθνικισμό και ξενοφοβία. [22] Στην Έρημη Χώρα (1922) του Θ.Σ. Έλιοτ βλέπουμε την αντίδραση του ποιητή στην πολιτική κατάσταση της Βρετανικής πρωτεύουσας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα στο ποίημα, διάφοροι ξένοι έρχονται στο Λονδίνο και χάνονται «μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού» (μτφρ. Γιώργος Σεφέρης). Μέσα σε αυτούς και ο κύριος Ευγενίδης, ο Σμυρνιός έμπορας, «αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες», ξένος μέσα στην πόλη, ένας μεσάζοντας που συνδέει τις σταφίδες με τις φορτωτικές στη Λόντρα και κατά συνέπεια αντιπροσωπεύει άλλο ένα εισαγωγικό εμπόριο στη Βρετανική μητρόπολη. Θα έλεγε κανείς πως ο κύριος Ευγενίδης θα μπορούσε να είναι άλλη μια από τις μονολιθικές φιγούρες του Punch, μια προσωποποίηση του εμπορίου από ανατολάς με πρόφαση αυτή τη φορά την αύξηση στην τιμή της σταφίδας αμέσως μετά τα τραγικά γεγονότα της Σμύρνης (‘Food Prices: Shortage of Smyrna Sultanas’, The Times, 23 September 1922). Παρόλο τον αναχρονισμό, καθώς η ‘Έρημη Χώρα ολοκληρώθηκε προτού όλα αυτά συμβούν, η σύνδεση δε θα ήταν άστοχη καθώς ο κος Ευγενίδης είναι μια σατιρική φιγούρα (το όνομά του είναι ο συνδυασμός των όρων ‘ευ’ και ‘γένος’), ο οποίος θυμίζει επίσης χαρακτήρες των προπολεμικών λονδρέζικων μιούζικ χολ, που με την ιδιότητά του σαν έμπορος σταφίδας θα μπορούσε να συνδεθεί με τον κίνδυνο να μολυνθεί τάχα η βρετανική πρωτεύουσα από μεικτές ράτσες. [23]

Τέλος πράξης

Το 1922, οι διπλωματικές και οικονομικές συνέπειες της συνθήκης των Βερσαλλιών (1919) είχαν αρχίσει να φαίνονται, ενώ η δημιουργία του κράτους της Ιρλανδίας και του Βασιλείου της Αιγύπτου άλλαζαν τα δεδομένα της Βρετανικής αυτοκρατορίας. [24] Ο αφοπλισμός της Γερμανίας που υπογράφτηκε το 1919 επρόκειτο να λειτουργήσει σαν το πρελούδιο ενός γενικότερου αφοπλισμού που συζητιόταν έντονα το 1923 αλλά τελικά κατέρρευσε το 1934. [25] Το κύριο μέλημα της Βρετανίας μετά το 1919 ήταν να συντηρήσει την πρώτερή της θέση ως εμπορική δύναμη και το 1922 υπήρχαν φόβοι σχετικά με διάφορα μονοπώλια ανά τον κόσμο που επιθυμούσε να ελέγξει το Βρετανικό Γραφείο Αποικιών. [26] ‘Έχουμε ένα τεράστιο αριθμό υποχρεώσεων αυτή τη δεδομένη στιγμή,’ σημείωνε ο Winston Churchill στη βουλή το Μάιο του 1920, ‘Κολωνία, Κωνσταντινούπολη, Ιρλανδία, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Ινδία. Συντηρούμε όλες αυτές τις επιχειρήσεις Βρετανικού ενδιαφέροντος με μόνο το μικρό στρατό που είχαμε πριν τον πόλεμο.’ [27] Κι έτσι, ερχόμαστε ξανά στα θέματα διαφύλαξης της βρετανικής βιομηχανίας και της εμπορικής της δύναμης, καθώς και στις γενικότερες προκλήσεις του ελεύθερου εμπορίου που προωθήθηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σαν την Έρημη Χώρα του Έλιοτ, όπου το νόημα δε βρίσκεται μόνο σε αυτό που κάνουν οι χαρακτήρες αλλά και στον τρόπο με τον οποίο σχηματίζουν κάποιο μοτίβο, ο κόσμος του Punch δεν αντανακλά μόνο τον υπαρκτό κόσμο που βλέπουμε αλλά και κάποιες, κατά τον Έλιοτ, ‘αντικειμενικές συσχετίσεις’ [28] του πραγματικού με το φαντασιακό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Matthew John Caldwell Hodgart, Satire (London: Weidenfeld & Nicolson, 1969), 33.
2. Iolo A. Williams, “English Comic Art – II”, The Listener, 9:208 (4 Ιαν. 1933), σσ. 16-7 (σ. 16).
3. R. G. G. Price, A History of Punch (London: Collins, 1957), σσ. 74, 81.
4. Price (1957), σ. 159: as late as 1897 “Cabinet Ministers and Field Marshals still thought it worth taking trouble to have Punch on their side”.
5. James Thompson, ““Pictorial Lies”? – Posters and Politics in Britain c. 1880-1914”, Past & Present 197 (November, 2007), σσ. 177-210 (σσ. 189-190).
6. Price (1957), σσ. 133, 224.
7. Punch, 163 (2 Αύγ. 1922), σ. 99.
8. The Times, “Need for a Trade Policy” (10 Νοέμ. 1920), σ. 13.
9. “The case for the safeguarding of dye-making rests not only on economic, but on military grounds … Chemical warfare is bound to become of increasing intensity and horror, and the nation which has chemical factories within its boundaries and a well-established chemical industry will do incalculable damage to its opponents in the next war.”
10. The Times, “Fabric Glove Duty” (07 Ιούλ. 1922), 16. Βλ. επίσης “The Fabric Glove Issue” (29 Ιούλ. 1922), σ. 16.
11. The Times, “The Dumping of German Gloves” (18 Απρ. 1922), σ. 12; The Times και “The German Glove Mystery” (19 Απρ. 1922), σ. 12.
12. The Times, “A Duty on Fabric Gloves” (14 Ιούν. 1922), σ. 10; The Times, “A Hybrid Measure” (11 Ιούλ. 1922), σ. 10; The Times, “Glove Duty Carried” (01 Αύγ. 1922), σ. 10.
13. Punch, 163 (2 Αύγ. 1922), σ. 113.
14. Punch, 164 (21 Φεβρ. 1923), σ. 186-87.
15. Punch, 163 (9 Αύγ. 1922), σ. 123. Βλ. επίσης D. Dakin, “The Importance of the Greek Army in Thrace During the Conference of Lausanne 1922-1923”, in Greece and Great Britain During World War I (1985), σσ. 211-32.
16. Punch, 163 (6 Σεπτ. 1922), σ. 229.
17. Punch, 164 (30 Μάιος 1923), σ. 507.
18. Punch, 163 (18 Οκτ. 1922), σ. 379.
19. Punch, 163 (16 Αύγ. 1922), σ. 146.
20. Owen Seaman, “Smyrna and the Profiteer”, “Punch, 163 (11 Οκτ. 1922), σ. 338, as a response to W.H. Clarke, “Profiteering in Dried Fruit”, The Times (5 Οκτ. 1922), σ. 8. Βλ. επίσης “Food Prices: Shortage of Smyrna Sultanas”, The Times (Σεπτ. 23, 1922): “The situation in Smyrna is responsible for an impending rise in the price of sultanas.” (σ. 5), Sultana, “Profiteering in Dried Fruit”, The Times (7 Οκτ. 1922), σ. 6, και “Dried Fruit Prices: High Quotations for New Season’s Crop”, The Times (6 Οκτ. 1922), σ. 13.
21. Για την κρίση στο Τσανάκ βλ. A.L. Macfie, “The Chanak Affair (Σεπτ. – Οκτ. 1922)”, Balkan Studies, 20:2 (1979), σσ. 309-41.
22. Gary B. Magee and Andrew S. Thompson, Empire and Globalisation: Networks of People, Goods and Capital in the British World, c. 1850-1914 (Cambridge: Cambridge University Press, 2010), σσ. 111, 238.
23. David Roessel, In Byron’s Shadow: Modern Greece in the English and American Imagination (Oxford: Oxford University Press, 2002), σ. 219. Currant trade, a profession for “Levantines” and “mixed breeds”, was combined in his case with him coming from a city considered by Eliot one of the dozen “potential Sarajevos” created after the convention of Versailles.
24. Michael North, Reading 1922: A Return to the Scene of the Modern (Oxford: Oxford University Press, 1999), σσ. 6-8, 24.
25. The Times, “Disarmament” (24 Ιούλ. 1923), σ. 13.
26. Carolyn Kitching, Britain and the Problem of International Disarmament, 1919-34 (London: Routledge, 1999), σ. 20. The problem of Russia’s State monopoly, fears of monopolies created around the Imperial Wireless Scheme as well as the Rutenberg monopoly regarding power stations on both sides of the Jordan, a scheme supported by the British Colonial Office, were all issues frequently discussed in 1922.
27. The Times, “Mr. Churchill and Sir H Wilson’s Speech” (21 Μάιος 1920), σ. 9.
28. Jerome Meckier, “T. S. Eliot in 1920: The Quatrain Poems and ‘The Sacred Wood’”, Forum for Modern Language Studies, 5:4 (Οκτ., 1969), σσ. 357-59.

Το σατιρικό έργο του Γιάννη Μπελεσιώτη, αλλέως «Στιχάκια»

Στιχάκιας (Γιάννης Μπελεσιώτης)

Η παρακμή της σατιρικής ποίησης στην Ελλάδα ξεκίνησε με τον μοντερνισμό. Τίποτα δεν αντιστρατεύεται το πνεύμα της σάτιρας περισσότερο από το ιδεώδες της «καθαρής ποίησης» που μέσω του συμβολισμού σφράγισε και τους νεωτερικούς. Η σάτιρα είναι εξ ορισμού «ακάθαρτη», επικαιρική, βέβηλη και γειωμένη – πολύ μακριά από το αποσαρκωμένο ίνδαλμα της Ιδέας που λάτρεψαν οι poètes puristes. Επιπλέον, η μοντέρνα στροφή στον ελεύθερο στίχο στέρησε από τους σατιρικούς το σπουδαιότερο ίσως όπλο τους – τη διαβρωτική ομοιοκαταληξία.

Με πρώτα της δείγματα τα «μανουσοφασσικά» του Μανόλη Αναγνωστάκη και την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, τα τελευταία χρόνια η σατιρική ποίηση έχει εντυπωσιακά ανακάμψει. Ποιητές όπως ο Γιώργος Κεντρωτής, ο Νίκος Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Ευσταθιάδης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Ηλίας Λάγιος, ο Νάσος Βαγενάς, η Αριστέα Παπαλεξάνδρου κ.ά. έχουν δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής που ανανεώνουν κατά τρόπο γόνιμο το είδος. Σημαντική είναι η συμβολή μιας ομάδας νεώτερων που είτε πρωτοξεκίνησε να δημοσιεύει απευθείας στο διαδίκτυο είτε έχει και διατηρεί σ’ αυτό αξιόλογη παρουσία. Ο Δημήτρης Σολδάτος, ο Θεοδόσης Βολκώφ, η Σοφία Κολοτούρου και ο Στιχάκιας ανήκουν σ’ αυτήν.

Στο επικείμενο τρίτο τεύχος του το Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει για πρώτη φορά εκτενώς «επί χάρτου» έναν από αυτούς τους ποιητές, τον Στιχάκια, κατά κόσμον Γιάννη Μπελεσιώτη. Ο Κώστας Κουτσουρέλης ανθολογεί το έργο του ενώ ο Γιώργος Πινακούλας το σχολιάζει στο επίμετρο.

Ρομαντικό δείπνο

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
σ’ αγαπώ και σε θέλω πολύ
μια κουβέντα κακιά δε σου λέω
γιατί ξέρω αυτό σε ενοχλεί

Καθισμένοι κι οι δυο στο τραπέζι
ομορφούλα μου εσύ προκομμένη
με φατσούλα γλυκιά πετιμέζι
και κορμί που νεκρούς ανασταίνει

Με κεριά, πορσελάνινα πιάτα
με χεράκια λεπτά και δραστήρια
μού προσφέρεις εσύ τη σαλάτα
κι εγώ βάζω κρασί στα ποτήρια

Τι έχεις φτιάξει μικρή μου για μένα!
– η καρδιά μου ανοιγμένη βεντάλια –
τόσα πιάτα ωραία, στολισμένα
τα κοιτώ και μου τρέχουν τα σάλια

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
Τρέχει η μύτη… Σου πιάνω το χέρι
σ’ αγαπώ και γι’ αυτό δε σου λέω
πως γαμάς το φαΐ στο πιπέρι