Γιάννης Υφαντής, Από το ημερολόγιό μου

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1994:
ΤΟΥ ΝΤΟΥΛΑ ΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ

Οι Τούρκοι παιδομάζωμα έκαμαν στο Πυργί.
Πρόκριτοι, δημογέροντες, παπάς και χωριανοί
κρύψαν τους γιους τους κι έδωσαν της χήρας το παιδί,
τον Ντούλα τον μονάκριβο και μήτε η Παναγία
μήτε ο Χριστός σταμάτησαν αυτή την αδικία.
Δέρνεται η μάνα σέρνεται και τους παρακαλεί
κι ανυπεράσπιστο θρηνεί φωνάζει το παιδί.
Μα ούτε οι πέτρες άκουγαν ούτε και οι καρδιές.
Πήραν τον Ντούλα κι έφυγαν σε στράτες μακρινές.
Γενίτσαρο τον κάμανε, τσαούση στρατολάτη,
μ’ αυτός ποτέ δεν λησμονεί, του έμεινε γινάτι.
Διαβαίνουν χρόνοι και καιροί κι ένα πρωί προβαίνει
καβάλα με στρατό πολύ, στην εκκλησιά πηγαίνει
κεφάλια σκίζει αγίων, καίει την εκκλησιά
κι έξω μαχαιρωμένη σέρνει την Παναγιά.
Όλους τους άντρες μάζωξε, κοπάδι να τους κάμει
και στο γκρεμό τους έριξε, μες στο βαθύ ποτάμι.

~.~

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ, 1996:
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΩ

Δεν είναι πως περιφρονώ
τον κάθε μέτριο ποιητή
είναι που για ν’ αντέξω εγώ
τη φρίκη πού ’χει η ζωή
ήθελα δόσεις δυνατές
από μεγάλους ποιητές
κι έγινα ποιητομανής
όσο ποτέ άλλος κανείς
κι αδιάφορος στο κάθε τι
που δεν γιατρεύει τη ζωή.

~.~ (περισσότερα…)

Η τέχνη της πληκτικής απαγγελίας

«—Όλο; — Μάθε το μισό! Σάμπως ξέρει κανείς πού αρχίζει και πού τελειώνει;… Το μόνο που ενδιαφέρει είναι να το απαγγείλεις με μια φωνή άχρωμη, συρτή και μελαγχολικιά»… Ο Ντίνος Ηλιόπουλος κάνει μάθημα απαγγελίας στην Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου Το δόλωμα  (1964).

~.~

*

Παράξενο να το σκέφτεσαι, αλλά υπάρχουν ακόμα ποιητές εκεί έξω που αποδίδουν τα ποιήματά τους με την πιο μονότονη μονοτονία. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι άνω των πενήντα. Τον περασμένο (κυριολεκτικά) αιώνα ήταν του συρμού να διαβάζεις στίχους μονότονα. Υποθέτω ότι ήταν μια αντίδραση στον τρόπο με τον οποίο πολλοί ηθοποιοί κατακρεουργούν ένα ποίημα καθώς το απαγγέλλουν.

Οι περισσότεροι ποιητές μισούν τον τρόπο με τον οποίο οι περισσότεροι ηθοποιοί διαβάζουν ποίηση. Κάποιος σοφός παρατήρησε κάποτε ότι οι περισσότεροι ποιητές, όταν λένε δυνατά ένα ποίημα, το κάνουν μετακινούμενοι από σύμφωνο σε σύμφωνο, ενώ οι περισσότεροι ηθοποιοί μετακινούνται από φωνήεν σε φωνήεν. Ο Τζέρεμυ Άιρονς είναι υπέροχος άνθρωπος, αλλά είναι η στερεότυπη περίπτωση ηθοποιού που ξέρει πώς να καταστρέψει ένα ποίημα, ιδίως του Γέητς, επιμηκύνοντας κάθε φωνήεν σαν ουρλιαχτό σκύλου.

Εν πάση περιπτώσει, τον περασμένο αιώνα ο τρόπος με τον οποίο οι περισσότεροι ποιητές επούλωναν κάπως αυτό το τραύμα ήταν να μην βάζουν καθόλου συναίσθημα ή κύμανση φωνής στις δημόσιες αναγνώσεις του. Το συναίσθημα σε ένα ποίημα πιστευόταν ότι έμπαινε ανάμεσα στο κοινό και το ποίημα – ότι επέβαλλε μια ερμηνεία. Πολλοί νόμιζαν ότι αν απέδιδαν ένα ποίημα μονότονα, το κοινό θα είχε την ευκαιρία να συγκεντρωθεί στις λέξεις και να αντιδράσει με τον τρόπο που θα επέλεγε εκείνο, όπως το κάνει κάποιος ρουφώντας τις λέξεις κατευθείαν από τη σελίδα.

Είναι γνωστό ότι ο Πάουλ Τσέλαν χλευάστηκε κάποτε όταν διάβασε τα ποιήματά του με το παραδοσιακό ανατολικοευρωπαϊκό σαμανιστικό ύφος (πάει να πει, με συναίσθημα) σε μια ομάδα Γερμανών ποιητών στο Αμβούργο το 1952. Ένας ακροατής του είπε ότι ο Τσέλαν ακούστηκε σαν τον Γκέμπελς, ένας άλλος είπε ότι ήταν σαν να έψαλλε στη συναγωγή. Παραδόξως, ο μονότονος τρόπος ανάγνωσης της ποίησης δεν έμεινε στα σύνορα της Γερμανίας. Ήταν πολύ διαδεδομένος επίσης σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο και υπήρξε το κυρίαρχο στυλ ανάγνωσης μέχρι τις αρχές του αιώνα μας.

Η slam και η performance poetry έφεραν τα πάνω κάτω – αποδεικνύοντας ότι τα μεγάλα ακροατήρια αντιδρούν καλύτερα στη ζωηρή απαγγελία. Δυστυχώς, υπάρχουν ακόμη παλαιότεροι ποιητές που διαβάζουν σαν να βρισκόμαστε στο 1983. Είναι συχνά λαμπροί, βαθείς, συναρπαστικοί ποιητές, που όμως καταστρέφουν την ίδια τους τη φήμη μόλις ανοίξουν το στόμα τους εμπρός σε ένα ευρύ ακροατήριο. Το αποτέλεσμα είναι ότι σπανίως πλέον προσκαλούνται επανειλημμένα αφού και οι οργανώτες πια έχουν κουραστεί να ακούν πόσο μονότονοι και πληκτικοί είναι.

ΠΑΤΡΙΚ ΚΟΤΤΕΡ
μετάφραση Βασίλης Πράτσικας

*

*

*

Στις ακρογιαλιές των ομήρων

*

Τ’ ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο του 2024. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

1: Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν ένας κομματάρχης, ένας μαφιόζος κι ένας Κινέζος μεσίτης. Που σημαίνει: με άλλους τόσους την ξαναφτιάχνεις.

2: Το γινόμενο της αναγραφόμενης τιμής επί τον βασικό μισθό δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου καρτέλ.

3: Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις κιλοβατώρες (του κλιματισμού) και στα τιμολόγια (πράσινα, κίτρινα και μπλε). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά της η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού.

4: Όπου υπάρχουν καμένα υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει επενδυτής. Η ηδονή είναι αφαιρετέα.

5: Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά το μοχίτο.

ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

*

*

*

 

«Ο επιστήμονας δεν υποκλίνεται δεξιά και αριστερά»: Μια ανέκδοτη επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη

Πηγή φωτογραφίας: Αιμίλιος Καλιακάτσος, facebook

*

Εισαγωγή-Μετάφραση Σωκράτης Βεκρής

Ο Stefan Breuer (1948) είναι ομότιμος καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου και εκ των σημαντικότερων μελετητών του βεμπεριανού έργου. Στο βιβλίο του Ανατομία της συντηρητικής επανάστασης (Anatomie der konservativen Revolution, 1993) επεξεργάστηκε με συστηματικό τρόπο ορισμένες βασικές θέσεις του Κονδύλη για τον συντηρητισμό. Στην επιστολή που ακολουθεί, την οποία παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στη δημοσιότητα, ο Κονδύλης σχολιάζει εν συντομία μερικά βασικά πορίσματα του βιβλίου. Πέρα από ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις τεχνικής φύσεως, σημαντική είναι η διαπίστωσή του πως «κανείς δεν μπορεί να συγγράψει με επάρκεια γερμανική ιστορία, και γερμανική ιστορία ιδεών, αν δεν απαγκιστρωθεί από τα διάφορα μυθολογήματα και ιδεολογήματα περί γερμανικού ‘‘ξεχωριστού δρόμου’’». Κι αυτό διότι ο Κονδύλης υπήρξε, μεταξύ πολλών άλλων, ένας από τους δριμύτερους και συνεπέστερους πολέμιους κάθε θεωρητικού λόγου που, ρητώς ή αρρήτως, υποβαστάζεται από μια εξελικτικής υφής φιλοσοφία της ιστορίας. Θα ήταν ενδιαφέρον να εξεταστεί κάποτε πόσες διαφορετικές θεωρίες του 20ού αιώνα απέρριψε και εν συνεχεία κατέρριψε ο Κονδύλης με κύριο γνώμονα αυτό το κριτήριο.

Η επιστολή προς τον Μπρώυερ είναι η τρίτη και τελευταία ανέκδοτη επιστολή του Κονδύλη που εντοπίσαμε σε γερμανικά αρχεία και παρουσιάζουμε σε δική μας μετάφραση αυτόν τον Ιούλιο στο Νέο Πλανόδιον. Προηγήθηκε εκείνη προς τον ιστορικό Έρνστ Νόλτε και ακολούθησε μία ακόμη προς τον καθηγητή Michael Theunissen. Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά για μία ακόμη φορά την κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη.

Επιλέξαμε να συνοδεύσουμε την επιστολή με την μετάφραση μιας συνέντευξης που έδωσε ο Μπρώυερ στον Harald Dietz τον Δεκέμβριο του 2014 στo πλαίσιo πρωτοβουλίας του «Κύκλου Φίλων Παναγιώτη Κονδύλη» (Freundeskreis Panajotis Kondylis e.V.).

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΒΕΚΡΗΣ
υποψήφιος διδάκτωρ φιλοσοφίας
των Πανεπιστημιών Βόννης και Σαιντ Άντριους

~.~ (περισσότερα…)

Η αφομοιωτική δύναμη, κάποτε, του ελληνισμού

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Άλλαξαν γλώσσα κι έθιμα της Κρήτης οι Λατίνοι,
οι Αρκολέοι οι τωρινοί λέγονταν πρώτα Ursini,
Saturi οι Χορτάτσηδες, Columni οι Κολόνες,
Κλάδοι οι Ramuli γίνανε εδώ και κάτι αιώνες,
παλιότερα οι Μελισσηνοί λέγονταν Vespasiani,
οι Agliati είν’ πια Σκορδίληδες, Βλαστοί οι Papiniani.»

Ο Bartolomeo dalli Sonetti, Ενετός ναυτικός αγνώστων λοιπών στοιχείων, έζησε περί τα τέλη του 15ου αιώνα. Περιηγήθηκε το Αιγαίο και τα ελληνικά νησιά και γύρω στα 1480 τύπωσε στη Γαληνοτάτη το Isolario, ένα βιβλίο με 49 χάρτες και 67 περιηγητικά σονέτα, πλούσια σε ιστορικές και γεωγραφικές πληροφορίες. Το παραπάνω απόσπασμα, στιχηρή μαρτυρία για την αφομοιωτική δύναμη, κάποτε, του ελληνισμού, εδώ σε δική μου μετάφραση, είναι από το έβδομο εκ των οκτώ συνολικά ποιημάτων που αφιερώνει στην Κρήτη. Πηγή μου το εξαίρετο μελέτημα της Μάρθας Αποσκίτη «Τα περί Κρήτης σονέτα του Bartolomeo dalli Sonetti», από τον τόμο Κρητολογικά: Αναγεννησιακά και νεώτερα, Στιγμή, 2003.

~.~

Το 1,5% του παγκόσμιου πληθυσμού, 58 εκατομμύρια άνθρωποι, έχουν και κατέχουν το 47,5% του πλούτου του πλανήτη: συνολικά 213,8 τρισ. δολλάρια, κατά την τελευταία μέτρηση της ελβετικής UBS. Απέναντί του, το 82,2% του παγκόσμιου πληθυσμού, πάνω από 3.000.000.000 άνθρωποι, τα φέρνει βόλτα με το 13,1% του διαθέσιμου πλούτου.

«Ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο οικονομικά, αλλά και ηθικά και αισθητικά ανώτερος», συνηθίζει να διακηρύσσει ο λέων της Αργεντινής, πρόεδρος Μιλέι. Και γιατί μόνον αυτά, μπαίνει στον πειρασμό να του αντιτείνει κανείς. Όταν μια ελάχιστη μειοψηφία έχει τόσο άφθονα μέσα, όταν με την ισχύ της χειραγωγεί ΜΜΕ και θεσμούς, ιδεολογία και πολιτική, δεν υπάρχει «πραγματικότητα» που να μην μπορεί να κατασκευάσει. Ο κόσμος όλος είναι φτιαγμένος κατ’ εικόνα και ομοίωσή της. Αν θελήσει να αυτοανακηρυχθεί αύριο μεθαύριο και επιστημονικά ή θεολογικά ανώτερη, ποιος θα τολμήσει να της το αρνηθεί;

~.~

«Βομβιστής» υπέγραφεν ο Μανωλάκης
κι έκανε –παλιά, απ’ τ’ ΑΝΤΙ– κρότο πλειστάκις.
Τώρα σ’ έναν ματσαράγκα
κανταδίζει ντρίγκι-ντράγκα:
κλακαδόρος είναι πια ο Μανωλάκης.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ
(Από τη σειρά «Λιμερίκια μπινελίκια».)

~.~ (περισσότερα…)

Τρεις σεστίνες εν Αθήναις

*

Ι.

Αγιάτρευτη Αθήνα,
λιώνει ο πάγος και σαν να πέφτω
θύμα της αβύσσου, διασχίζω
τόσες υπάρξεις κι είναι όμορφο
θέαμα τα φώτα μες στη σκόνη,
οι ωχρές εκλάμψεις του αύριο.

Φυλλοβόλο αύριο,
τον Άνεμο φέρε στην Αθήνα
και πρόσφερε σε μένα τη σκόνη,
συνήθισα στην άμμο να πέφτω
μήπως και χτίσω κάτι όμορφο.
Μόνος την έρημο διασχίζω.

Στα κρυφά διασχίζω
τις ανύποπτες λέξεις, αύριο
ίσως τις πάω σ’ ένα όμορφο
διαμέρισμα κάπου στην Αθήνα,
ίσως μάθουν γιατί όλο πέφτω,
ίσως εθιστούν κι αυτές στη σκόνη. (περισσότερα…)

Στὸ χῶρο τῆς τραγωδίας

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Μέσα ἀπὸ τὰ παρασκήνια ἀκούστηκε τὸ χτύπημα τοῦ γκόγκ. Μονομιᾶς ἡ χλαλοὴ ποὺ γέμιζε τὸ τεράστιο πέτρινο κύπελο τ’ ἀκουμπισμένο στὸ κοίλωμα τοῦ λόφου κατάπεσε. Ἡ σιωπὴ κατέβηκε κι ἅπλωσε τὶς φτεροῦγες της ἀπάνω ἀπὸ τὶς χιλιάδες τῶν ἀνθρώπων ποὺ κάθουνταν ἀραδιασμένοι στὶς ἀρχαῖες πέτρες, ζεστὲς ἀκόμη ἀπὸ τὸν καλοκαιριάτικο ἥλιο.[1]

Τὸ φῶς ἀπὸ τοὺς προβολεῖς, χλωμὸ κι ἀδύναμο, γιατὶ ἡ μέρα δὲν εἶχε φύγει ἀκόμη πίσω ἀπὸ τὰ βουνὰ τοῦ Ἀραχναίου,[2] χύθηκε ὣς κάτω στὴ στρογγυλὴ ὀρχήστρα καὶ σταμάτησε μπρὸς στὴν πόρτα τοῦ χωματόχρωμου παλατιοῦ. Ἐκεῖ σταμάτησε κι ἡ ματιά μας καὶ περίμενε.

Μὲ βήματα ἀργὰ μιὰ ἀντρικὴ φιγούρα βγαίνει ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ ἄνοιγμα. Φαντάζει μικρή, ἀσήμαντη μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς σκηνῆς.[3] Ἡ ἀπόσταση μόλις σ’ ἀφήνει νὰ ξεχωρίζεις τὰ χαρακτηριστικά της: Τὸ κοντὸ ξανθὸ γενάκι, τὰ μακριὰ μαλλιὰ στεφανωμένα μὲ κισσό, τὸ θύρσο[4] στὸ δεξὶ χέρι. Σιωπή.  Κι ἄξαφνα τινάζεται σὰ συντριβάνι ὁ Λόγος:

Ἦρθα σ’ ἐτούτη τῶν Θηβαίων τὴ χώρα
τοῦ Δία ὁ γιός, ὁ Διόνυσος , ἐγώ… [5]

Τὰ ρυθμικὰ κύματα τῶν στίχων πλημμυρίζουνε τὸ «κοῖλον», φτάνουν ὣς ἀπάνω στὶς τελευταῖες σειρὲς τῶν ἑδωλίων. Στὸ «λογεῖον» δὲν ὑπάρχει πιὰ τὸ ἀπογοητευτικὰ μικροκαμωμένο ἀνθρώπινο σχῆμα. Ἕνας θεὸς εἶναι ποὺ στέκει ἐκεῖ, δυνατὸς καὶ περήφανος κι ἐκδικητικός, σὰν ὅλους τοὺς θεοὺς ποὺ τολμήσανε νὰ τοὺς προσβάλλουνε θνητοί.  Κι ὅλο ψηλώνει παίρνοντας δύναμη ἀπὸ τὴν ποίηση ποὺ ρέει ἀπὸ τὸ στόμα του. (περισσότερα…)

Τα δύο αδέρφια

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Το αίμα νερό δε, γίνεται…

«Το μήλο κάτω απ’ την μηλιά θα πέσει», έλεγαν οι παλαιοί. Αλλά δεν μένει πάντα εκεί, καμιά φορά κυλάει κι ανάμεσα στα βάτα.

Ο Στάθης ήταν το μήλο που έπεσε κάτω απ’ την μηλιά, και μάλιστα χρυσό. Όχι τόσο για το επάγγελμα χρυσοχόος, όσο γιατί ήταν επαγγελματίας άνθρωπος.   Ερχόντανε στο σπίτι μας για να μας δει και κουβάλαγε τα ελέη του Θεού: ως επάνω το ντουλάπι απ’ τις ζάχαρες, τους καφέδες και τα μανεστριακά· παπούτσια, κάλτσες και παντόφλες για την μάνα· γαριδάκια και σοκολάτες για τα παιδιά.

Ζήλεψα κάποτε το ρολόι με τους φωσφοριζέ δείχτες που έφερε στον αδερφό μου. Κι όταν ξανάρθε σπίτι μας, κυκλοφορούσα μ’ ένα ρολόι σχεδιασμένο με στιλό στο αριστερό μου χέρι.

«Τι ώρα είναι κόκορα;» ρώτησε, μιμούμενος το παιδικό παιχνίδι με τις ερωτήσεις, κι εγώ πέταξα βιαστικά την προσχεδιασμένη απάντηση:

«Ώρα… να φορέσω ένα αληθινό!»

Στην επόμενη επίσκεψη μού έφερε ένα ρολόι με βαθύ γαλάζιο καντράν, σαν τον ουρανό καθώς ανοίγει να κατεβούν οι άγγελοι, και δεν το έβγαζα ούτε στον ύπνο μου!

Όταν έφευγε ο μπάρμπας μου, η μάνα μου σήκωνε απ’ το τραπέζι το φλιτζάνι του καφέ κι έβρισκε κάτω απ’ το πιατέλο λεφτά. Τα έκρυβε εκεί ο Στάθης για να μην την φέρει σε δύσκολη θέση δίνοντάς της τα χρήματα στο χέρι.

«Ξάδερφε, να μην το ξανακάνεις αυτό!» τον γλυκομάλωνε η μάνα μου την επόμενη φορά που τον έβλεπε. Κι εκείνος τα έκρυβε σε άλλη μεριά, και τα βρίσκαμε ακόμα κι ύστερα από μέρες.

«Τι είπαμε, Στάθη;» του υπενθύμιζε εκείνη, όταν έρχονταν και πάλι.

«Τι είπαμε, ξαδέρφη;» έλεγε αυτός. «Είπαμε να μην ξαναβάλω λεφτά στο πιατέλο του καφέ. Ξαναβρήκες τίποτα στο πιατέλο; Ε; Ξαναβρήκες;» και της πάταγε χαμογελώντας το μάτι.

Ένα καλοκαίρι ο μπάρμπας μου δεν ήρθε για διακοπές στο χωριό. Μάθαμε πως είχε καρκίνο. Ράγισε ο κόσμος. Ο Στάθης καρκίνο; Μα δεν υπάρχει Θεός; Σε λίγο καιρό δεν υπήρχε κι ο Στάθης μαζί με τον Θεό. Κι ο ήδη ραγισμένος κόσμος, γκρεμίστηκε πάνω μας. (περισσότερα…)

Μια χώρα που τη λένε Χιροσίμα

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Μπερδευόμαστε καμιὰ φορὰ ὅσοι σπουδάσαμε φιλολογία ὅταν πιάνουμε ἕνα βιβλίο στὰ χέρια μας, ἐπειδὴ ἐθιστήκαμε νὰ ψάχνουμε τί ἐνδεχομένως εἶναι ἀξιερεύνητο κι’ ὄχι τί εἶναι ἀξιανάγνωστο σ’ αὐτό. Ἀλλιῶς, θὰ τὸ ἔλεγα ὡς ἑξῆς: ψάχνουμε νὰ βροῦμε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν τελικὰ σὲ μιὰ κρίση ἢ σ’ ἕνα κείμενο βασισμένο πιθανότατα σὲ ἕνα θεωρητικὸ/ἑρμηνευτικὸ κοστουμάκι, κι’ ὄχι στὴν ἀπόλαυση ποὺ μπορεῖ —ἢ δὲν μπορεῖ— νὰ μᾶς δώσει τὸ λογοτεχνικὸ ἔργο ποὺ πιάσαμε νὰ διαβάσουμε. Τελικά, καταλήγουμε σὲ μιὰν ἀξιολόγηση ποὺ συχνὰ εἶναι παραπλανητικὴ τόσο γιὰ ἐμᾶς ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἀναγνώστη, διότι ἑδράζεται σὲ ἐπισφαλῆ κριτήρια. Ὅταν παρουσιάζουμε ἕνα βιβλίο καλούμαστε νὰ κάνουμε δύο πράγματα: κατὰ πρῶτον νὰ κρίνουμε τὸ βιβλίο σιωπηρά, μιᾶς καὶ ἡ ἀποδοχή μας νὰ συμμετέχουμε στὴν παρουσίασή του δηλώνει κάτι ἐξ’ ὑπαρχῆς (ἐκτὸς κι’ ἂν κάνουμε 20 παρουσιάσεις τὸν χρόνο, ἄρα ἐκεῖ μιλᾶμε γιὰ παροχὴ ὑπηρεσιῶν)· κατὰ δεύτερον νὰ παρουσιάσουμε τὸ βιβλίο αὐτὸ κατὰ τὸν ἑλκυστικότερο δυνατὸ τρόπο ὥστε ὁ κόσμος ποὺ ἔχει ἔρθει, νὰ βρεῖ κάτι σ’ αὐτὸ ποὺ τελικὰ θὰ τὸν ὁδηγήσει νὰ τὸ ἀγοράσει ‒ διότι, κάπου-κάπου ἂς τὸ λέμε, πέρα ἀπὸ πολιτιστικὴ συμβολὴ κι’ ὅλα αὐτὰ τὰ σωστὰ πλὴν γλυκερά, τὸ βιβλίο εἶναι κι’ ἕνα προϊὸν ποὺ ζεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνεται ὅταν τὸ κοινὸ τὸ ἀγκαλιάζει ‒ κι’ ὅταν λέω «τὸ ἀγκαλιάζει» ἐννοῶ «τὸ ἀγοράζει». Αὐτὰ γιὰ ἀρχή, ὥστε νὰ διευκρινίσω ἐκ προοιμίου ὅτι ὅλα ὅσα καταλογίστηκαν παραπάνω στὸ μετιέ μου, θὰ τὰ κάνω κι’ ἐγὼ δίχως φόβο καὶ πάθος, ἐλπίζω ὡστόσο κάπως πιὸ συγκρατημένα. (περισσότερα…)

Από πού έρχεσαι δέντρο

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 27.vii.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

 

ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΡΧΕΣΑΙ ΔΕΝΤΡΟ

Από πού έρχεσαι δέντρο και ξέρεις το σκοτάδι;
Από πού βουνό και κόπηκαν τα πόδια σου
Και χρόνια πια δεν περπατάς;
Από πού λίμνη ουρανοπρόσωπη
Κι εσύ μικρό σαράκι ασίγαστε φονιά του ξύλου;

Από πού έρχεσαι δέντρο κι έμεινες άφωνο;
Ξέρω καλά τα υπόγεια βήματά σου
Τις φλέβες του αίματος τις μνήμες ηφαιστείων
Γνωρίζω τις ανθοφορίες που φέρνει η νύχτα
Με χιόνι μαύρο κι εγκατάλειψη

Από πού ήρθες λοιπόν δέντρο
Και οι φίλοι σου της ακινησίας από πού;
Τάχα το φοβισμένο μέλλον βλέπεις
Ή το πικρό σαν δάκρυ παρελθόν;

* (περισσότερα…)

Σάββατο 27 Ιουλίου | Μια βραδιά για τον Αργύρη Χιόνη (1943-2011)

*

Σάββατο 27 Ιουλίου | Αφιέρωμα

«Ό,τι περιγράφω με περιγράφει»
Μια βραδιά για τον Αργύρη Χιόνη (1943-2011)

Σε σύμπραξη με τις Εκδόσεις Κίχλη

Ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, ο Αργύρης Χιόνης σφράγισε με το έργο του την ελληνική λογοτεχνία των τελευταίων δεκαετιών. Το Θέατρο Κυδωνία, του οποίου υπήρξε βασικός συνεργάτης και σταθερό σημείο αναφοράς, και οι Νύχτες του Ιουλίου τον τιμούν με μια βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του.

Για τον Αργύρη Χιόνη μιλούν η πεζογράφος και κριτικός Μαρία Στασινοπούλου, ο ποιητής και κριτικός Δημήτρης Δασκαλόπουλος και η Γιώτα Κριτσέλη, εκδότρια και μελετήτρια του έργου του. Προλογίζει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία, σκηνοθέτης και ερμηνευτής έργων του Χιόνη. Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του τιμώμενου ερμηνεύουν οι ηθοποιοί του Θεάτρου.

~.~

Δυο γέροι σ’ ενός καφενείου τα μέρη…

*

Δυο γέροντες με ποιητικές ανησυχίες κουβεντιάζουν σ’ ένα καφενείο, εν μέσω κυνικών καυμάτων.

Προχθές το πρωί που έπινα τον εσπρέσσο μου στη δροσιά μιας κλιματιζόμενης καφετερίας διαβάζοντας τον Πολιτισμό της Αναγέννησης του Γιάκομπ Μπούρκχαρτ, έπιασε το αυτί μου δυο γέροντες να συνομιλούν από το διπλανό τραπέζι. Από το σημείο που τους άκουσα, ό,τι πάνω-κάτω συγκράτησε η μνήμη μου σας μεταφέρω εδώ.

―Μα ας πάψουν πια επιτέλους τις δημόσιες επικρίσεις! Ας σταματήσουν να μιλούν διαρκώς προσβλητικά, με εμπάθεια και μίσος. Έχει δίκιο ο εκδότης! Γιατί συνεχίζεται ξανά και ξανά όλη αυτή η συζήτηση για τη λογοκλοπή; Μόνο αυτός είναι ένοχος ή βρήκαν τον αποδιοπομπαίο τράγο;

―Γιατί, μήπως κι αυτός έχει σταματήσει μες στα χρόνια την τακτική του; Κάθε τρεις και λίγο δεν παρουσιάζει όλο και καινούργια δείγματα της νοσηρής του συνήθειας;

―Αρκετά όμως! Ο λογοκλόπος κι ο λογοκλόπος! Μας έχουν πρήξει! Δεν μας λένε δα και κάτι καινούργιο. Τον ξέρουμε όλοι τόσα χρόνια. Εμείς γιατί δεν παθιαζόμαστε και δεν φωνάζουμε; Εντάξει, δε λέω, είναι γραφική η περίπτωσή του, τα ίδια κάνει πάντα. Αλλά θα στήσουμε και λαϊκά δικαστήρια; Ιερά Εξέταση; Ρωμαϊκή αρένα είναι εδώ ή Κολοσσαίο; (περισσότερα…)