Φυγη, μη-φυγή, φυγή προς τα εμπρός

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
Χρήστος Κολτσίδας
Η καρδιά του Σαμουράι
Θράκα, 2024

Πέμπτη συλλογή για τον Χρήστο Κολτσίδα που διαθέτει μεν ένα πνευματικό και ποιητικό ένστικτο, πλην όμως του αρέσει —απ’ τα Ορεινά του ακόμη— να εμμένει σε γνωστά εμπειρικά μονοπάτια, αρέσκεται στην καταγραφή των ηττημένων της ζωής, έχοντας πάνω του μια μαχόμενη ειλικρίνεια, έστω και ηττημένη κατά καιρούς.

Η έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός, βασικό χαρακτηριστικό του ιμπρεσιονισμού, είναι συνώνυμη με το ιαπωνικό komorebi. Ο τρόπος που το φως του ήλιου περνά μέσα από τα φύλλα των δέντρων είναι για τους Ιάπωνες ένα παιχνίδι ανάμεσα στη σκιά και το φως —το είδαμε (κάποιοι από εμάς) φέτος στην ταινία του Βιμ Βέντερς Υπέροχες μέρες— κι έτσι όπως στην ταινία ο πρωταγωνιστής το αποτυπώνει αυτό και το εμφανίζει από το φιλμ της παλιάς του φωτογραφικής μηχανής, έτσι κάπως και ο Κολτσίδας προσπαθεί να απαθανατίσει μια εσωτερική συνθήκη, με 16 ασκήσεις ηρεμίας, σαν φωτογραφικά, καλά σκηνοθετημένα, στιγμιότυπα με μια παλιά Zenit. Αυτή η αναφορά στις φωτοσκιάσεις υπάρχει και στο προηγούμενο βιβλίο του, τους Νεροφόρους (2021): «Κάτω απ’ τα πόδια μας χτυπά η όμορφη αρτηρία της αιωνιότητας… / Κι εμείς, / μ’ ένα καθήκον φωτοσκιάσεων, / αναδεύουμε το νερό / στο μεγάλο πηγάδι του κόσμου».

Τι κι αν όλα στην τέχνη γίνονται χάριν του φωτός, —ακόμη και του προσωρινού— για να μοιράζεται ισάξια «λίγο η απειρία της Ζωής, λίγο η πείρα του Θανάτου», σε όλη τη συλλογή του υπάρχει αυτό το δίπολο φως/σκοτάδι —σαν να είναι στα δυο κομμένη· όποιο μισό νικά ή τον διαολίζει και τον αλλάζει σε δηλητήριο ή γλυκαίνει την ψυχή του—, δίπολο που μεταφράζεται στο αντίστοιχο θανάτου/ζωης. «Κάθε πρωί πεθαίνουνε, πλήρη κι εύθραυστα, / τ’ άνθη της κερασιάς… / Κάθε νύχτα, της κερασιάς τα άνθη / σαν φαναράκια ανάβουνε…», του φόβου και του θάρρους, της τόλμης και της ατολμίας, «ο Σαμουράι έχει ένα ξίφος βρόχινο / καλά ακονισμένο /. Το τραβάει απ’ τη θήκη, κόβει με μιαν ανάσα το κενό, / ξαναθηκώνει…».

Ο Βαγγέλης Μπριάνας, συντοπίτης και ομόσταυλος, αφιερώνει το προοιμιακής λειτουργίας ποίημα «Ντελάλης» στον Χρήστο Κολτσίδα: «με βήματα πάντοτε κοφτά / προχωρά μπροστά η γκλίτσα / να το βλέμμα της στραμμένο προς τα πίσω / κοιτάζει τη σκιά / τόσο τη φοβάται / που το χέρι μας ζητά να γίνει προσωπίδα». Και ο Κολτσίδας γράφει στην «Κραυγή» του: «Για να τρομάξει τους εχθρούς του / ο Σαμουράι βγάζει μια κραυγή. / Αλλά απ’ την κραυγή / τρομάζει κι ο εαυτός του». (περισσότερα…)

Ἡ μυρωδιά τῆς βροχῆς

*

Ἡ φρέσκια μυρωδιά τῆς βροχῆς
Τόσο γλυκειά, τόσο πυκνή,
Νιώθω στό πρόσωπό μου τή βροχή,
Καί τήν ἐπιδερμίδα μέ τόν ἄνεμο,
Δροσίζουν οἱ χοντρές σταγόνες,
Καί ρίγη φέρνουνε στήν ράχη μου,
Κλείνω τά μάτια καί στά σύννεφα σηκώνω τό κεφάλι μου,
Νέα καί τόσο ἀνήσυχα, τόσο ζωή γεμάτα,
Γαλήνια τόσο καί συγκεντρωμένα, καθώς ὁ ἄνεμος μιλᾶ σέ μένα,
Γιά τή ζωή διηγήσεις, καί τή θλίψη, γιά τήν ἀγάπη καί γιά τή χαρά,
Γιά πράγματα πολλά, ἐκπληκτικά μαζί καί λυπηρά,
Γιά τόσες ἀπαντήσεις, μακάρι νά τίς εἶχα πιό παλιά,
Γιά τήν ἀπελπισία, καί τήν ἀβεβαιότητα.
Φεύγει ὁ ἄνεμος μακριά,
Ὅμως ἀκόμη ἀκούω τή φωνή του,
Μέ τῆς βροχῆς τήν φρέσκια μυρωδιά,
Τόσο πυκνή, τόσο γλυκειά,
Τόν κόσμο μου ἀφήνει πάλι
Κάποιου ἄλλου νά σταθεῖ παρηγοριά.

K. N. SHELDON
Durham, North Carolina, U.S.A.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

Στόν Κώστα Κουτσουρέλη καί ὅλους τούς μετέχοντες στό Πρῶτο Συμπόσιο τῶν Ἡμερῶν Παπαδιαμάντη (τῆς Μαριλίκας συμπεριλαμβανομένης !) γιά νά θυμόμαστε τίς πρωϊνές Σκιαθίτικες Βροχές. – Η μεταφράστρια.

*

*

*

Η εξαιρετική περίπτωση του Dominique de Roux

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Γνωστός στην ελληνική βιβλιογραφία μόνον από τις «Συνομιλίες» του με τον Βίτολντ Γκομπρόβιτς (Β. Γκομπρόβιτς, Διαθήκη, Νεφέλη 2014), ο Ντομινίκ ντε Ρου υπήρξε ένας σπουδαίος συγγραφέας και χαρισματικός εκδότης που κατέλιπε, στο σύντομό του πέρασμα από τη ζωή (1935-1977), μια πολύτιμη πνευματική διαθήκη. Μια διαθήκη που συνέταξε με το έργο, τον βίο και την κοσμοθεωρία του, η οποία περιφρονούσε εξίσου την αλαζονική δεξιά του χρήματος, την τάχα άσπιλη αριστερά του ηθικού πλεονεκτήματος, αλλά και την ακροδεξιά της αγανάκτησης και του αυταρχισμού.

Προερχόμενος από μια οικογένεια αριστοκρατών του Λανγκεντόκ και ηγετικών μορφών της μοναρχικής Action Française (παππούς του ο νομικός και ιστορικός Μαρί ντε Ρου και θείος του ο μεταπολεμικός ηγέτης της οργάνωσης Λουί-Ολιβιέ ντε Ρου), ο Ντομινίκ ντε Ρου θα μπορούσε να είχε παραμείνει ένας άνθρωπος της απόλυτης δεξιάς, πιστός στις αρχές της μοναρχίας και του καθολικισμού, ταγμένος στην υπεράσπιση των αξιών μιας αρχαίας τάξης. Θα μπορούσε επίσης να γίνει ένα είδος δεξιού αναρχικού, με ύφος δανδή, με ελαφρά ειρωνεία και επιφανειακή αυθάδεια. Θα ήταν έτσι δημοφιλής και επί της ουσίας ακίνδυνος, όπως τόσοι και τόσοι, παίζοντας τον ρόλο φιλικού ταραξία που σοκάρει μικροαστούς και τροφοδοτεί τα φτηνά μέσα ενημέρωσης. Όμως ο Ντε Ρου, από τα πρώτα του χρόνια, αναζήτησε την υπαρκτική ελευθερία, την οποία συνέδεσε με την επιθυμία του να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία, όπου πολύ γρήγορα ανήλθε σε άλλο ύψος, αρνούμενος τις νεκρές μορφές, στις οποίες επιμένουν συντηρητικοί και προοδευτικοί με δουλοπρεπείς επαναλήψεις κανόνων και δογμάτων. Πιστεύοντας πως «ύπαρξη θα πει το ον να στέλνει στην εξορία μιαν ορισμένη εμπειρία του εαυτού του, η οποία στη συνέχεια γίνεται ανάμνηση, μνήμη και θέληση επιστροφής και αναγέννησης», αισθάνθηκε γρήγορα πως το να υπάρχεις αυθεντικά στον μοντέρνο κόσμο σημαίνει να είσαι σε εξορία σε σχέση με το Είναι μα να το θυμάσαι πάντα και «όλα να τα θυσιάζεις για μιαν επιστροφή, για να αναστήσεις νεκρά πράγματα, για την ολική ανάκτηση μέσω της τέχνης ενός πνεύματος αναγέννησης».

Αναγνώστης σε βάθος του Σαρλ Πεγκύ, του Ζωρζ Μπερνανός, του Ρενέ Γκενόν και του Ιούλιου Έβολα, ο Ντομινίκ ντε Ρου ήταν κατ’ αρχήν αντιμοντέρνος. Εχθρικός προς τη βασιλεία της ποσότητας, τη θρησκεία του φράγκου και την παγκόσμια δημοκρατία της αγοράς (μια παρωδία αυτοκρατορίας που θεωρεί ότι κλείνει την Ιστορία, αντικαθιστώντας τους λαούς με ξεριζωμένες μάζες παραγωγικών μονάδων ικανών μόνο για κατανάλωση), ο Ντομινίκ ντε Ρου δεν ήθελε να γίνει ένας ακόμη αντιδραστικός ή συντηρητικός, αν κατανοήσουμε αυτούς τους δύο όρους ως επιθυμία για αυταρχική παλινόρθωση ή υπεράσπιση των ηθών και των προνομίων της αστικής τάξης. Περιφρονούσε τη δεξιά που έχει εμμονή στη διαχείριση και την ανάπτυξη αλλά και την ακροδεξιά που ονειρεύεται την στρατιωτική/αστυνομική τάξη. Για την επίσημη αριστερά ούτε λόγος. Εκτός από μερικές αυθεντικά αντισυμβατικές προσωπικότητες, δεν άντεχε την πεπεισμένη οίκοθεν για την ηθική και πνευματική της υπεροχή αριστερά, αυτή την αστική προσομοίωση των επιδοτούμενων από το καθεστώς διανοητών-ιερέων της νεωτερικότητας που μονίμως καταγγέλλουν και ηθικολογούν. Ασυγχώρητη επιλογή σε μιαν εποχή που δέσποζε ο θίασος της κατά φαντασίαν (στην εξουσία) επανάστασης, ο οποίος και τον έθεσε σε καραντίνα πριν αλλά και μετά τον πρόωρο θάνατό του. Μάταιος κόπος. Το έργο του είναι εδώ. (περισσότερα…)

Διαγνώσεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Τον έβλεπα στη γειτονιά, πάντα μόνο του, το πρόσωπό του μια πληγή. Κάθε βράδυ έβαζε την τηλεόραση στη διαπασών, ανοιχτή η μπαλκονόπορτα στο δυαράκι του ισογείου, ακουγόταν σε όλη την πολυκατοικία, σε όλη τη γειτονιά. Οι γείτονες διαμαρτύρονταν. Χαμογελούσα πικρά, καταλάβαινα τη μοναξιά του, την αβάσταχτη σιωπή των πραγμάτων γύρω του. Κάποτε έφυγε από την πολυκατοικία. Ο απόηχος της τηλεόρασης πλανιέται ακόμα στον αέρα, θυμίζοντας τη μοναξιά που δεν τελειώνει ποτέ, τη δική μας μοναξιά. (Μια εκδοχή ενός βιώματος του τελευταίου καιρού).

///

Είναι νύχτα. Ακούω τις κραυγές του «παιδιού» που μένει σε ένα από τα κοντινά σπίτια. Τον ακούω συχνά, νύχτα ή ξημέρωμα. Τον έχω δει κάποια πρωινά. Είναι γύρω στα σαράντα. Περπατά σκυφτός και καπνίζει. Τις μέρες είναι αμίλητος, τις νύχτες ουρλιάζει. Κραυγές ακατανόητες, τρομερές σε ένταση και βάθος – σαν να ακούω τα σωθικά του. Ουρλιάζει κι απόψε. Τον φαντάζομαι ολομόναχο, στους δρόμους της πόλης, στην καρδιά της αιώνιας νύχτας. Αναρωτιέμαι: απελπισμένος ή απελευθερωμένος; (Μια ερμηνεία ενός ακόμα βιώματος του τελευταίου καιρού).

///

«Συγγραφέας είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί ποτέ να βρει τις κατάλληλες λέξεις». Αυτός είναι ο ορισμός του Πωλ Βαλερύ για τον συγγραφέα – εξωφρενικά λογικός.

///

Ανάμεσα στο βίωμα και στην αφήγηση υπάρχει ένα κενό που δεν θα γεμίσει ποτέ. Το πραγματικό δεν μπορεί να γίνει γλωσσικό ούτε στη μορφή ούτε στην ουσία του. Η γλώσσα δεν αναπαριστά την αλήθεια. Η γλώσσα εκφράζει σημασίες και ερμηνείες. Ανάμεσα στα γεγονότα και στην αφήγησή τους η σχέση είναι πάντα λειψή, παραπλανητική ή ανύπαρκτη. Κάθε αφήγηση, ακόμα και η πιο σύντομη, μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση μιας άλλης πραγματικότητας από αυτήν που υπάρχει ή που υπήρξε. Σε κάθε περίπτωση, το πραγματικό δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις λέξεις που το περιγράφουν: η καθαρότητα των λέξεων δεν είναι ποτέ ξεκάθαρη. (περισσότερα…)

Ένας δάσκαλος

Μνήμη Αριστόξενου Σκιαδά (1932-1994) 

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Όλοι σχεδόν οι φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου της Αθήνας έχουμε συνδέσει δύο ονόματα καθηγητών με την Α΄ έδρα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας: Βουρβέρης και Σκιαδάς. Ο πρώτος έχει τη φήμη του αυστηρού και απαιτητικού καθηγητή, επιμένει σχεδόν απειλητικά να απομνημονεύσουμε όλη τη βιβλιογραφία, ξένη κυρίως, για τα αρχαία ελληνικά κείμενα. ΄Ομως τον εκτιμάμε, γιατί μας έχει ανοίξει τα μάτια να βλέπουμε πίσω από την αρχαία ελληνική γλώσσα, τη σκέψη του συγγραφέα. «Ένα κείμενο», διακηρύσσει συχνά πάνω από την έδρα, «δεν είναι μόνο για να διδαχτείτε ή να διδάξετε Γραμματική και Συντακτικό». Και σχολιάζει πικρόχολα: «Αν τα βγάλουμε αυτά, οι σημερινοί φιλόλογοι στα γυμνάσια δε θα ξέρουν πώς να περάσουν την ώρα στην τάξη τους… Εσείς  να μη γίνετε τέτοιοι φιλόλογοι. Τα αρχαία κείμενα στάζουν ιδέες, μιλούν για όλα τα θέματα του ανθρώπινου βίου, μην τα καταδικάσετε στην άψυχη γραμματοσυντακτική ανάλυση».

Πρώτη φορά ακούμε για ανθρωπιστική ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας. Γεμίζει το αμφιθέατρο, για να παρακολουθήσουμε μια τέτοια  ερμηνεία  του «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή, που μας διδάσκει φέτος.

Ο δεύτερος, ο Σκιαδάς, δεν μας εμπνέει μόνο εμπιστοσύνη και σιγουριά με την άρτια επιστημονική κατάρτισή του, κυρίως μας εντυπωσιάζει με τη διάθεσή του για συντροφικότητα, με την απλότητα και την προσήνεια προς τους φοιτητές, που θα θελήσουν να τον πλησιάσουν, πράγμα άλλωστε όχι και πολύ δύσκολο για μας, ίσως λόγω και της σχετικά μικρής ηλικιακής διαφοράς μας.

Θυμάμαι την εκδρομή στη Λίμνη της Βουλιαγμένης στο Λουτράκι τον Οκτώβρη που πέρασε και την τριήμερη τον Νοέμβρη στους Δελφούς, που είχε οργανώσει η «Ελληνική Ανθρωπιστική Εταιρεία». Η Εταιρεία, δημιούργημα του Βουρβέρη, είχε προγραμματίσει διαλέξεις εκεί, για να προωθήσει στην επαρχία, στο πλαίσιο του καταστατικού της, τα ανθρωπιστικά ιδεώδη. Ο Σκιαδάς ήταν ένας από τους βασικούς ομιλητές.

Οι φοιτητές τού φροντιστηρίου του Βουρβέρη συμμετείχαμε στις εκδρομές αυτές, που ήταν κάτι σαν πανηγύρι. Είχαμε την ευκαιρία, σε μια ατμόσφαιρα οικογενειακή, να ζήσουμε από κοντά τις προσπάθειες της Εταιρείας και των δύο καθηγητών μας, που ήλθαν μαζί με κάποιους φίλους τους ξένους καθηγητές και με τις γυναίκες τους, την κυρία Πιπίτσα ο Βουρβέρης και την ωραία νεαρή φιλόλογο Αγγελική Στασινοπούλου ο Σκιαδάς. Αυτόν αισθανόμασταν πιο κοντά μας απ’ όλους. Γιατί δεν ήταν ο ελεγκτής ή ο τιμητής των εκδηλώσεών μας, ήταν ο  αγαπημένος φίλος. Ήταν ένας από μας. Έπαιζε μαζί μας, γελούσε, τραγουδούσε και χόρευε. Αστειευόταν και συμπεριφερόταν νεανικά, όπως εμείς. (περισσότερα…)

Το τέλος της Νεωτερικότητας

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ως λέξη η Νεωτερικότητα είναι φορτισμένη με ποικίλες, όχι πάντοτε συμβατές μεταξύ τους, έννοιες. Προσωπικά, προτιμώ τον όρο Νέοι Χρόνοι γιατί έχει το προτέρημα να μην κάνει διάκριση μεταξύ της διαφωτιστικής και της αμέσως πρότερης περιόδου. Τα περισσότερα γνωρίσματα της νεωτερικής εποχής, όπως η εκκοσμίκευση, η πρωτοκαθεδρία του Λόγου και ιδίως της επιστήμης, το ενιαίο, κεντρικά οργανωμένο κράτος, η επικράτηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, ακόμη και η πρώτη αποκρυστάλλωση των εθνικών μορφωμάτων έχουν τις καταβολές τους στην περίοδο που προηγήθηκε του Διαφωτισμού, ανατρέχουν στον όψιμο Μεσαίωνα. Από τότε έως τις μέρες μας επικρατεί χρονικό συνεχές.

Το συνεχές αυτό έχει βεβαίως σταθμούς, και ο Διαφωτισμός είναι ένας από αυτούς. Ωστόσο, δεν θα ήταν συνετό να τον υπερτιμούμε, αποδίδοντας στη διαπάλη των κοσμοεικόνων και των ιδεών αξία μεγαλύτερη εκείνης που πράγματι διαθέτει. Για να γίνω σαφέστερος, η βιομηχανική επανάσταση υπήρξε κατά την κρίση μου ιστορικό γεγονός σημαντικότερο της Γαλλικής Επανάστασης και του διαφωτιστικού κινήματος. Στον πλανήτη υπάρχουν σήμερα πολιτικές οντότητες –κράτη, κόμματα, κινήματα– που δεν συμμερίζονται τους θεσμούς και τα οργανωτικά σχήματα που η Επανάσταση του 1789 εγκαινίασε. Όμως δεν νοείται οργανωμένος συλλογικά βίος που να μην εξαρτάται από τη βιομηχανία και την τεχνική.

Εν προκειμένω, θα περιορίσω τις παρατηρήσεις μου στην περίοδο των τριών τελευταίων αιώνων, στην νεωτερικότητα επομένως υπό την στενή της έννοια. Φτάνει να συγκρατήσουμε ότι τα φαινόμενα για τα οποία μιλάμε έχουν παρελθόν κατά πολύ απώτερο. Το σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα, λ.χ., ανατρέχει στην Τοσκάνη του 13ου αιώνα, στην επινόηση της λογιστικής και την ίδρυση ενός θεσμού που το κοσμοϊστορικό του βάρος επιβεβαιώνεται στην εποχή μας καθημερινά: των τραπεζών. (περισσότερα…)

Η «Νέα Κριτική»: (Περι)γραφικά ήθη

*

του ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ

Ένα σύντομο σημείωμα περί κριτικής που προέκυψε εντελώς αναπάντεχα. Καθώς διάβαζα σήμερα το πρωί ένα μεγάλο διεθνές θεατρικό περιοδικό έπεσε το μάτι μου επάνω στις «οδηγίες προς συγγραφείς» όπου έγραφε, μεταξύ άλλων, ότι προτιμώνται κυρίως οι κριτικές που περιγράφουν (descriptive) μια παράσταση, παρά οι κριτικές που επικρίνουν ή αξιολογούν (judgemental – η λέξη που χρησιμοποιεί).

Δεν θα έδινα σημασία εάν το περιοδικό αυτό ήταν μια αδιάφορη, μικρή σε εμβέλεια έκδοση χωρίς κάποιο εκτόπισμα. Όπως δεν θα έδινα σημασία εάν η θέση του περιοδικού ήταν μια μεμονωμένη τοποθέτηση. Όμως συμβαίνει το διαμετρικά αντίθετο. Το περιοδικό βρίσκεται, όπως και πολλά άλλα, στην καρδιά του πνεύματος της εποχής. Είναι ένα καταξιωμένο περιοδικό με πολύ σπουδαίους και επιδραστικούς θεατρανθρώπους στη διεύθυνση του και οι θέσεις που εκφράζει αφορούν πάρα πολλούς. Φυσικά και δεν πρόκειτα για κεραυνό εν αιθρία.

Εδώ και καιρό η τάση αντικατάστασης του κριτικού λόγου από έναν ανώδυνο, περιγραφικό λόγο γίνεται ολοένα και εντονότερη. Ζούμε σε μια ιστορική στιγμή όπου ναι μεν όλοι θέλουν να κάνουν ομελέτα (με τα δικά τους υλικά), όμως κανείς δεν θέλει να σπάσει αυγά. Και σκέφτομαι: Υπάρχει κριτικός λόγος χωρίς τη δυνατότητα (και την «επικινδυνότητα») κάποιας κριτικής τοποθέτησης; Κι αν ναι, ποιος αλήθεια κερδίζει με τον αφανισμό, την αποδυνάμωση, την «ενοχοποίηση» ή την απαξίωσή του και τι; Μήπως κερδίζουμε περισσότερη δημοκρατία; Περισσότερη ισότητα; Περισσότερη δικαιοσύνη; Περισσότερη ελευθερία έκφρασης; Περισσότερο σεβασμό; Τι, τέλος πάντων;

Και το πιο περίεργο: Γιατί άραγε η τάση αυτή βρίσκει τόσους υποστηρικτές ανάμεσα στους καλλιτέχνες του θεάτρου; Τι θα κερδίσουν εάν εξαφανιστεί ή ισοπεδωθεί ο κριτικός λόγος; Θα γίνουν καλύτεροι; Σοφότεροι; Δημιουργικότεροι; Πώς φαντάζονται άραγε ότι μπορεί να σφυρηλατηθεί ο εποικοδομητικός διάλογος του κριτικού με την καλλιτεχνική κοινότητα; Με τις περιλήψεις, τις περιγραφές ή τα εγκώμια; (περισσότερα…)

Οι μεταμορφώσεις ενός καλλιτέχνη  

Έργο της Παγώνας Ξενάκη (λεπτομέρεια)

*

τoυ ΝΙΚΟΥ ΞΕΝΙΟΥ

Λίλα Τρουλινού, Μύρων η Αράχνη –
Μεταμορφώσεις ΙΙ, Περισπωμένη 2024
Ο έρωτας ανυφαντής με πανουργιά εγίνη
αράχνη έστησε ψηλά και πιάστηκα σ’ εκείνη

Στη νέα νουβέλα της Λίλας Τρουλινού Μύρων η Αράχνη ένας έφηβος μεγαλώνει σε μια οικογένεια της κρητικής επαρχίας καταπιεσμένος από τον αυταρχισμό του πατέρα του και την παθητική στάση της μητέρας του. Στις σκληρές αυτές συνθήκες έρχεται να προστεθεί η απώλεια της αδερφής του, για την οποία αισθάνεται υπεύθυνος. Έτσι ο Μύρωνας, φέροντας το περίβλημα της σκοτωμένης/θυσιασμένης του αδελφής και αποτελώντας αδιαχώριστο δίδυμο μαζί της, μεταπηδά από την παλιά του, συντεθλιμμένη ταυτότητα, σε μια προοπτική ελευθερίας και μεταπλάθεται σε ζωντανό σύμβολο της απανταχού πάσχουσας, απανταχού αποτροπαϊκής για τις μάζες, απανταχού περιθωριοποιημένης και ιδιάζουσας, απανταχού ασυμβίβαστης και, κυρίως, απανταχού πρωτεϊκής καλλιτεχνικής συνείδησης, διατηρώντας ρευστή ταυτότητα φύλου.

Το φάσμα του φύλου και της σεξουαλικότητας είναι τόσο διευρυμένο που η λογοτεχνία δεν μπορεί παρά να εξεικονίσει τις νέες ταυτότητες, δεν μπορεί παρά να παραγάγει πρωτόγνωρες εικόνες, πολιτιστικά πολυσήμαντες. Κάποιες απ’ αυτές έχουν υπερβατικό έρεισμα και κάποιες έχουν ψυχαναλυτικές προεκτάσεις, υπάρχουν όμως και αποκαλυπτικής φύσεως μεταμορφώσεις, όπως αυτές που συμβαίνουν στη νουβέλα Μύρων η Αράχνη: αυτές –τις τελευταίες– η λογοτεχνία τις παρακολουθεί ανά τους αιώνες, ξεκινώντας από αφηγήματα της αρχαιότητας (Οβίδιος, Ευριπίδης) για να φτάσει έως τον όψιμο Μεσαίωνα (Δάντης) και την Αναγέννηση (Σαίξπηρ) και έως τη νουβέλα της κεντρικής Ευρώπης (Κάφκα). (περισσότερα…)

«Κεντροαριστερά» ή ανασύνθεση του λαϊκού πόλου;   

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Υπάρχουν καλοντυμένες ηλιθιότητες, όπως
υπάρχουν και ηλίθιοι ντυμένοι στην τρίχα.
ΣΑΜΦΟΡ

1.

Στο περιβάλλον της προχωρημένης μετανεωτερικότητας, όπου η ιδεολογία ζει και βασιλεύει και τους ανθρώπους κυριεύει, παρά τα όσα αντίθετα λέγονται, η πολιτική ως κυβερνητικό φαινόμενο, δηλαδή ως άσκηση της εξουσίας και «διαχείριση» της κυριαρχίας από το πολιτικό προσωπικό των ελίτ, παράλληλα με την εξάρθρωση της γνήσιας υφής της λαϊκής υποκειμενικότητας, αδυνατεί να προκαλέσει την γνήσια εκδίπλωση συγκρουσιακών καταστάσεων που αποτελούν τον πυρήνα της Δημοκρατίας.

Το πολιτικό προσωπικό των ελίτ που ηγείται σήμερα, μετριέται στην ικανότητα να «αλλάζει γήπεδο», να φαντάζεται και να εφευρίσκει νέες ευκαιρίες για σύγκρουση, μέσω όμως των οποίων επιτυγχάνεται πάντοτε η συναίνεση στα προκαθορισμένα σημεία εντός ενός δεδομένου πλαισίου. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο μεταξύ της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας του εκλογικού σώματος, αλλά και εντός της ίδιας της πλειοψηφίας, των κομμάτων –ή τα ρεύματα– τεστάροντας συνεχώς τα αναχώματα του αντιπάλου, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τη ροή των εξερχόμενων ψήφων.

Η πολιτική, στο αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό φιλελεύθερο καθεστώς, θεμελιώνεται στην αδιαφορία της πλειονότητας των ενδιαφερομένων, χωρίς την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα πολιτικής. Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δομικό στοιχείο της πολιτικής σε αυτό το καθεστώς είναι η τέχνη να εμποδίζονται οι άνθρωποι από το να αναμειγνύονται σε ό,τι τους αφορά. Αποτέλεσμα το δομικό χαρακτηριστικό της πολιτικής, να λαμβάνει την εξής μορφή: να εξαναγκάζονται οι άνθρωποι να αποφασίζουν για πράγματα με τα οποία δεν συμφωνούν. Με απλά λόγια καλούνται να συμμετάσχουν σε μια διαδικασία επικύρωσης ήδη προαποφασισμένων λύσεων ή επιλεγμένων με προσεκτικά κριτήρια εναλλακτικών προτάσεων, που όμως καταλήγουν στον ίδιο παρονομαστή. Ο εγκλωβισμός είναι απόλυτος και θανατηφόρος. (περισσότερα…)

Κριτικά σχόλια στο κείμενο του Διονύσιου Σκλήρη για τον Χρήστο Γιανναρά

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Αγαπητέ Διονύση

Μου δίνεις την αφορμή, μια και δεν έγραψα τίποτε για την πρόσφατη εκδημία του φίλου Χρήστου Γιανναρά, να διευκρινίσω κάποια σημεία σχετικά με ορισμένες πλευρές του έργου του αλλά και τις κρίσεις που περιέχει το δικό σου κείμενο. Είναι αλήθεια, ότι δεν μπορεί κανείς σε λίγες σελίδες να καλύψει τα θέματα, καθώς ο Χ.Γ. απλώθηκε σε ποικίλες περιοχές όχι μονάχα θεολογικές αλλά και φιλοσοφικές και πολιτικές. Ωστόσο, μένω μέσα στις δικές σου προκείμενες.

Πολλοί, όπως κι εσύ, υπογραμμίζουν το γεγονός ότι ο Χ.Γ. διηύρυνε την θεολογική περιοχή όπως ίσως κανείς άλλος στα χρόνια του, και άνοιξε διάλογο ουσίας με φιλοσόφους και θεωρητικούς Έλληνες και προπαντός ξένους. Αλλά υπάρχουν ζητήματα. Εδώ και χρόνια όταν γίνεται λόγος για Θεολογία με κεφαλαίο ή μικρό γράμμα, το βάρος πέφτει στην επιστημονική θεολογία και τους επιστήμονες θεολόγους παρά το γεγονός ότι έγινε προσπάθεια από πρόσωπα όπως ο Ν. Νησιώτης, ο Π. Νέλλας, και γενικότερα η λεγόμενη θεολογία του 60 να «γυρίσουμε» στην πατερική θεολογία και να εμπνευστούμε από αυτήν προωθώντας μια αποκατάσταση νοημάτων και σημασιών που στο πέρασμα των αιώνων είχαν παρανοηθεί, παραμορφωθεί ή διαστρεβλωθεί. Υπογράμμιζαν έτσι τη σημασία της αποκαλυπτικής θεολογίας και του χαρίσματος. Και συνέδεαν την θεολογία με το εκκλησιαστικό γεγονός.

Ο Χ.Γ. παρά το ότι διαλέχθηκε με σειρά Δυτικοευρωπαίων φιλοσόφων, και μάλιστα με τον Χαϊντέγγερ, δεν άφησε στο περιθώριο ούτε λησμόνησε την περίπτωση Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και τον αποφατισμό του (βλέπε και το βιβλίο του Χαιντέγγερ και Αρεοπαγίτης) που έτσι κι αλλιώς συνδέεται με το σύνολο των πατερικών θεωρήσεων. (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #6 Μάνος Ελευθερίου

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
1938 – 2018

-> Από πού να ξεκινήσω;

Η κυριότερη ιδιότητα από τις πολλαπλές που έφερε ο Μάνος Ελευθερίου (ποιητής, πεζογράφος, ερευνητής, συλλέκτης, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός κ.ά.) και σίγουρα εκείνη που τον ανέδειξε ως μείζονα δημιουργό αφήνοντας το όνομά του στην ιστορία του νεότερου μας πολιτισμού υπήρξε σαφέστατα η στιχουργική. Από το τεράστιο, τώρα, σε όγκο στιχουργικό του έργο, κρίνουμε πως το καλύτερο δυνατό σημείο αφετηρίας αποτελούν τόσο οι κύκλοι τραγουδιών όσο και αρκετά από τα μεμονωμένα τραγούδια του που κυκλοφόρησαν κατά τη δεκαετία του 1970 (Άγιος Φεβρουάριος, Τα λαϊκά, Θητεία, Τροπάρια για φονιάδες, συμμετοχή σε δίσκους όπως οι: Σεργιάνι στον κόσμο, Γράμματα στον Μακρυγιάννη, Μικρές Πολιτείες κ.α.). Εδώ συναντούμε τη στιχουργική φωνή του Ελευθερίου έτοιμη και ώριμη να διαλέγεται με τα πλέον ιστορικά και κομβικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής Ιστορίας (Δικτατορία, μετεμφυλιακή Ελλάδα, Μικρασιατική Καταστροφή, Επανάσταση του 1821), ανιχνεύοντας το αποτύπωμα και τις συνέπειές τους τόσο στο σώμα του λαού ως σύνολο όσο και στο κάθε άτομο ξεχωριστά ως μονάδα. Ο αναγνώστης / ακροατής θα αναγνωρίσει ορισμένα από τα διασημότερα τραγούδια του στιχουργού που ντύνουν έκτοτε παλλαϊκές συναυλίες και σχολικές επετείους, ενώ, παράλληλα, θα εξοικειωθεί με ορισμένες από τις βασικές θεματικές του κοινωνικού και πολιτικού τμήματος της προσωπικής του γραφής, διαμορφώνοντας μια αρκετά αντιπροσωπευτική πρώτη εικόνα της συνολικής του παρουσίας. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Ὁ σκεπτικιστής καί ὁ βάρβαρος

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

 

Ἄν μᾶς εἶναι εὔκολο νά φανταστοῦμε σύνολη τήν ἀνθρωπότητα νά συγκλονίζεται ἀπό σπασμούς ἤ, ἔστω, νά τή διαπερνᾶ ἕνα ρῖγος, ἀπό τήν ἄλλη, θά τῆς ἐπιδαψιλεύαμε ὑπερβολικά μεγάλες τιμές ἄν τή θεωρούσαμε ἱκανή νά ἀρθεῖ ὡς σύνολο στό ὕψος τῆς ἀμφιβολίας, ἡ θέση τῆς ὁποίας γενικά φυλάσσεται γιά λίγους ἐκλεκτούς παρίες. Ὡστόσο, τήν προσπελάζει σέ κάποιο βαθμό, σέ αὐτές τίς σπάνιες στιγμές ὅταν ἀλλάζει θεούς, ὅταν οἱ νόες τῶν ἀνθρώπων εἶναι γεμᾶτοι σύγχυση καί ἀντίφαση καί δέν ξέρουν ποιά ὑπόθεση νά ὑπερασπιστοῦν ἤ ποιά ἀλήθεια νά ἀκολουθήσουν. Ὅταν ὁ χριστιανισμός εἰσέβαλε στήν Ρώμη οἱ δοῦλοι τόν ἐγκολπώθηκαν ἀνενδοίαστα∙ οἱ πατρίκιοι ἐναντιώθηκαν ἀρχικά, τούς πῆρε κάποιο χρόνο μέχρι νά περάσουν ἀπό τήν ἐχθρότητα στήν περιέργεια, κι ἀπό ἐκεῖ στήν θέρμη τῆς προσευχῆς. Ἄς δοκιμάσουμε νά φέρουμε στόν νοῦ μας ἕναν ἀναγνώστη των Πυρρώνειων ὑποτυπώσεων πού ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ τά Εὐαγγέλια. Τίνι τρόπῳ θά μποροῦσε νά συνταιριάξει, ὄχι δύο δόγματα, ἀλλά δύο ἐντελῶς ἀνόμοια σύμπαντα; Πῶς θά ἐνδιατρίψει στήν ἐξέταση αὐτῶν τῶν νερόβραστων παραβολῶν, ὅταν διαγωνίζεται στό μάθημα τῶν ἔσχατων ἀποριῶν τῆς διάνοιας; Οἱ πραγματεῖες, ἀρχές τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ., στίς ὁποῖες ὁ Σέξτος Ἐμπειρικός ἀποδελτίωσε ὅλες τίς μαρτυρίες τῶν ἀρχαίων περί ἀμφιβολίας, συνιστοῦν ἕνα ἐξαντλητικό ἀπάνθισμα ἀπό τά πιό ἰλιγγιώδη, τά πιό ἀνυπόφορα, ἀλλά καί βαρετά πρέπει νά ποῦμε, πράγματα πού ἔχουν ποτέ γραφτεῖ. Πρόκειται γιά λεπτεπίλεπτες, ἰδιαίτερης δεξιότητας καί μεθοδικότητας, πραγματεῖες· συνεπῶς, εἶναι τέτοιας λογῆς πού δέν μποροῦν νά ἀνταγωνιστοῦν τίς νεοφερμένες δεισιδαιμονίες· ἀποτελοῦν τήν ἔκφραση ἑνός κόσμου πού ἔχει ὁριστικά ἐκπνεύσει, πού τό μέλλον δέν τοῦ ἀνήκει. Ἐν τούτοις, ὁ σκεπτικισμός, τίς προτάσεις τοῦ ὁποίου αὐτές οἱ πραγματεῖες εἶχαν κωδικοποιήσει, κατάφερε νά διατηρήσει γιά κάποιο διάστημα τή χαμένη θέση του, μέχρι τήν ἡμέρα που οἱ χριστιανοί καί οἱ βάρβαροι συντόνισαν τίς προσπάθειές τους γιά νά τόν συρρικνώσουν καί στό τέλος νά τόν καταργήσουν. (περισσότερα…)