Θέρετρα

*

Φριχτά μαντέματα λεν για τα γηρατειά:
Το κύμα, λεν, αφρούς στ’ αστέρια δεν θα υψώνει.
Χωρίς χαμόγελο η χλόη, τα νερά
χωρίς καρδιάς παλμό, χωρίς Θεό οι κλώνοι.
ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ (μετάφραση Γ. Κοροπούλης)

Και τώρα αρχίζει το φθινόπωρο:
Πού θα μας βγάλει αυτό; Ποιος ξέρει;
Η μέρα χάραζε πρωτόφαντη
κι ήταν η πλάση καλοκαίρι.

Κάποτε νόμισα μας μίλησαν,
Χαλκιδική, τα κύματά σου,
για μια στιγμή το σύμπαν άνοιξε…
Καιρέ, γιατί πια τρέχεις; Στάσου!

Ο ήλιος στην κορφή του ανέμιζε
κι εμείς, μικροί, δεν ξέραμ’ ότι
(καθώς χωρίς σκοπό γυρνούσαμε)
δεν είν’ αιώνια η νιότη.

Και τώρα αρχίζει το φθινόπωρο:
Αργά τα θέρετρα θ’ αδειάσουν.
Θα ’ρθούν βροχές, βροντές κι αγέρηδες
σωρούς τις μνήμες ν’ αραδιάσουν. (περισσότερα…)

Συντροφεύγοντας τόν ἑαυτό: Συστάσεις ἐν θερμῷ

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~

Μέρος A΄:  Συστάσεις ἐν θερμῷ

1.   Ἕνα γλυκό ἀστεῖο, μιά κοντομάνικη παρουσία πού λίγο παραδίπλα ἀπό τή σοβαρότητα χαϊδεύει τα μπρατσάκια της. Καί νά γίνω… νά γίνω τί;

2.   Κρῖμα, κι ἐγώ πού νόμιζα πώς σέ κάθε ἀναμαλλιασμένο ἄνθρωπο ἀντιστοιχεῖ κι ἕνα ἔργο. Αὐτοδικαίως. Αὐτομάτως. Αὐτονοήτως. Αὐτοπαθῶς.

3.   Ἕνας ἄνθρωπος πού οἰκουρεῖ, δέν μπορεῖ νά βρίσκεται ἀλλοῦ· θά εἶναι στά ἅπαντα τῆς σοφίας, ἐν τῷ συνόλῳ, ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ.

4.   Ἄν ἤμουν γιατρός, λ.χ., θά ἤμουν στόν τελευταῖο ὄροφο τοῦ τελευταίου νοσοκομείου, στό τελευταῖο γραφεῖο τοῦ τελευταίου ὀρόφου. Θά ἤμουν ὁ τελευταῖος! Γιά νά ἔρθεις σέ μένα θά ἔπρεπε νά μέ φθάσεις. Θά ἐρχόταν ὁ συγγενής, ἡ μάνα, ὁ θεῖος, ὁ γιός καί θά μοῦ ἔλεγε: ὅλα ἔγιναν καί τίποτε δέν ἔγινε. Ὅλα τελειώνουν. Κι ἐγώ, Κόπτης γιατρός ἐξ Αἰγύπτου πού κάποτε βρέθηκε στίς ἐρήμους της Νιτρίας, θά ἔλεγα: δῶστε του νά πιεῖ λίγο νερό! Ἰδού πῶς ξεκινοῦν τά λόγια τῆς ὑστεροφημίας νά ταξιδεύουν. Τί νά λέμε τώρα, τίποτα ἄλλο δέν χρειάζεται. Καί λίγη τύχη βέβαια, νά γίνει καλά ὁ ἄνθρωπος.

5.   Ἀγοροφέρνω. Εἶμαι ἀγόρι παπουδένιο. Τί νά τούς κάνω τούς ἄντρες, αὐτοί εἶναι σοβαροί καί χρήσιμοι… Κι ὅμως, τούς παπποῦδες θά τούς πέρναγα… Μοῦ τό ζήτησε ὁ παπποῦς καί περάσαμε μαζί, βῆμα-βῆμα, ἀργά-ἀργά, στό ἀπέναντι πεζοδρόμιο. Χάρηκα πολύ. Δέν κόστισε καί τίποτα. Τό μόνο πού ἔκανα ἦταν νά καθυστερήσω τό βῆμα μου. Καί μόλις φθάσαμε στό ἀπέναντι πεζοδρόμιο τόν ἄφησα νά στηριχτεῖ πάνω μου γιά νά ἀνεβεῖ στήν ἄκρη τοῦ πεζοδρομίου… Τόν ἴδιο δρόμο πήραμε· λίγο πιό μπροστά ἐγώ, νεαρός Ἕλληνας ἀπό τήν ἐπαρχία, καί πίσω μου ὁ σαπιοδόντης Ἰταλός παπποῦς. Ἡ δικαιοκρισία τῆς ζωῆς. Τόν ἴδιο δρόμο παίρνουμε. Στόν ἴδιο δρόμο εἴμαστε σκορπισμένοι. Ἀνάλογα μέ τήν ἡλικία, ἀνάλογα μέ τήν ὑγεία. Μόνο πού θά περάσουμε ἀπ’ ὅλες τίς ἡλικίες κι ἀπ’όλες τίς ὑγεῖες. Καί εἰς ἄλλα μέ ὑγεία. Ξεμακραίνουμε ξεμανίκωτοι, χωρίς νά κοιτᾶμε πίσω, κι ὅμως, ἔρχονται πίσω μας ξεκούρδιστα ρολόγια. Ἔρχονται τά ξεκουμπίδια μας. Τρεχάτε μωρέ, τρεχάτε.

(περισσότερα…)

Πέτρα

*

Τις νύχτες τα τεισιά τσακρούν σώπα τειχοραΐζουν
Ξεβαίννουσιν φαντάσματα αιώνες ξεκολλούσιν
Ασώματοι ψεματινοί βρίσκουν φωνήν μιλούσιν.

Την Κάντια, την πυργοδέσποινα, τη φρουρούσε ένα σώμα επίλεκτο, κάτι αγέλαστοι βιγλάτορες, που δεν θωρούσαν ποτέ χαμαί. Πρώτοι στη μάχη, μα και στη σύνεση, που, όποτε δέχονταν να μάθουν ο ένας από τον άλλον κι ο καλός τον καλύτερο, κι όλοι τους από εκείνους που πολέμησαν πριν απ’ αυτούς, συνιστούσαν μαζί ένα ακατάβλητο σύνολο. Μ’ ένα νεύμα της θαρρείς πως άνοιγαν πόρτες κρυφές, κάνοντάς τους να μαντεύουν απ’ τον αέρα κάθε της πρόσταγμα. Κι εκείνων που νόμιζαν ότι μπορούσαν να παραβούν τους ορισμούς της ο μικρός, ελάχιστος δισταγμός έμοιαζε να περιέχει κιόλας την απολογία του.

Ήταν οι στιγμές που η όψη της αποσπαζόταν κι αποκτούσε την κόψη του λεπιδιού. Κανείς δεν ήθελε τότε να την ενοχλήσει, κανείς δεν επρόκειτο να της απευθύνει καμία ερώτηση. Κι ας ήξεραν πως δεν υπήρχε ποτέ, στ’ αλήθεια, απάντηση στην ερώτηση· έτσι, μόνο για να ρωτήσουν, στη χάση της. Ν’ ακουστεί μια φωνή.

Σκληρή, άτονη, ανήλεη, απρόσιτη στα μάτια του κόσμου. Κανείς δεν ήξερε πως η καρδιά της κυράς, της Αρσενάλιας, ήταν φτιαγμένη από μαλακά, θερμά πετρώματα, ίδια με τον πυρήνα της γης, που διατηρούσε την υπαρξή της ζωτική και φλογώδη. Τα βράδια το βουνό τη σκέπαζε στην αγκάλη του. Ίσως αυτό να καταλάβαινε.

Στο βλέμμα της, όμως, παρέμενε μια ανεξήγητη έξαρση, τόνοι ανέκφραστοι μιας αμεταμέλητης ομορφιάς. Η αυστηρή περηφάνεια της. Η αντίστασή της στη στενότητα και σ’ εκείνους που μόλυναν την ευπρέπεια του οίκου της. Η αυτοπεποίθησή της, που σκάει σαν ρόδι. Η αδικαίωτη οργή της, το θεμέλιο της ελευθερίας της.

Όταν εκτίζαν το παλάτι, οι δουλευτές της έκαναν γούστο ν’ ανεβαίνουν για χάρη της εκείνα τα τριακόσια-τόσα σκαλοπάτια, τα σκαλισμένα στον βράχο. Κι όταν έφταναν στην κορφή, μιλούσαν μόνο για το παράθυρο της βασίλισσας, κι όλοι στοχάζονταν μέσα τους, χωρίς να τ’ ομολογούν, από ντροπή ή από την περφάνεια του φύλου τους, πως θα ’θελαν να είναι ο βασιλιάς. (περισσότερα…)

Θα μπορούσε να ’χε φορέσει τις πυτζάμες του…

Νίκος Λεβέντης (1947-2024)

~.~

Μια πραγματική εκ των προτέρων βίωση
του θανάτου ενός συγγραφέα

της ΗΡΩΣ Τ.

~.~

Αλλά και τι θα άλλαζε, αφού πήγαινε κατευθείαν κατά Εκεί!

Ρούχο (σλαβ. ruho), ένδυμα, φόρεμα, ιμάτιο… Ήξερε, είχε έρθει η ώρα να απεκδυθεί κάθε κάλυμμα του σώματός του. Τώρα πια δεν χρειαζόταν τίποτε από αυτά. Ήταν γραφτό να πάρει πάλι τη μορφή με την οποία μπήκε από την πόρτα της μάνας του στον κόσμο, νυμνός[i].

Όταν είχε τηλεφωνήσει στη Χλόη να έρθει να του κάνει παρέα, δεδομένης της σε πλήρη εξέλιξη μετακόμισής του σε νέα γειτονιά, δεν ήταν και πολύ στα καλά του. Μετά από παρακλήσεις της φίλης του υποσχέθηκε ότι την επομένη θα πήγαινε στο Νοσοκομείο να κάνει τις απαραίτητες εξετάσεις, μια που ανάσαινε με μεγάλη δυσκολία. Την είχε ωστόσο παρακαλέσει να του φέρει πυτζάμες για να έχει να φορέσει εκεί που θα πήγαινε.

Εκεί που πήγε τελικά, μα και σε Νοσοκομείο να είχε προλάβει να πάει, η Νοσοκόμα θα του έλεγε ή θα έλεγε στη συνοδό του, ότι τα ρούχα ήταν πια περιττά. Και όπως συνήθιζε, μετά από τα θέσφατα της λειτουργού του Νοσοκομείου, θα έφερνε στο μυαλό του τις συγκεκριμένες σχετικές γραμμές της επιστολής του Ρομπέρ Ντεσνός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης de Flöha en Saxe στην αγαπημένη του Youki:

«Στείλε μου πακέτα πολλά πακέτα… γέμισέ τα με τρόφιμα, κάλτσες, σαπούνι, καπνό… Όχι ρούχα…»

και στα τελευταία του (1945), τότε που πήγαν να τον βρουν καλλιτέχνες, ποιητές, ανάμεσά τους ο Ελυάρ, συνεχίζοντας να της γράφει:

«Μόνο τροφές, ταμπάκο, σαπούνι… Όχι ενδύματα πολιτικά… Το μόνο καταφύγιο που μου μένει είναι η ποίηση».

Τον Γάλλο ποιητή τον βασάνιζαν οι ναζί, ετούτον εδώ, τα βάσανα της καθημερινότητάς του που τον έκαναν να μετακομίζει μια ζωή από σπίτι σε σπίτι και να μην βρίσκει παρηγοριά. Η μόνη του ανάσα ήταν και σ’ αυτόν τα βιβλία και η ποίηση, που συνοδευόταν πάντα και από την αγάπη της ζωγραφικής κυρίως, αλλά και της μουσικής.

Οι τελευταίες δοξαριές της ζωής του ήταν η αγκαλιά με αυτά τα σπάνια βιβλία που συντρόφευαν τα τελευταία του χρόνια, τους τελευταίους μήνες, τις τελευταίες στιγμές. Ίσως και οι γυναίκες. Αλλά δεν είχε άλλο κουράγιο, ίσως και να ήθελε να μείνει στη μία, αλλά και αυτή είχε απομακρυνθεί. (περισσότερα…)

Το 13ωρο

*

Σε δεκατρείς ώρες κάποιοι έχουν φτάσει Νέα Υόρκη
πίνουν καφέ στη Βία Βένετο στη Ρώμη
Σε δεκατρείς ώρες το φως το έχει φάει το σκοτάδι
ένα παιδί κουράστηκε να περιμένει και νυστάζει
Σε δεκατρείς ώρες τα φρούτα έχουν πλέον ωριμάσει στο καλάθι
η πρωινή βροχή έχει ψηλώσει το χορτάρι
Σε δεκατρείς ώρες η θάλασσα έχει αλλάξει δέκα γνώμες
ο πλανητάρχης έχει ειρηνεύσει δέκα χώρες
Σε δεκατρείς ώρες κάποιοι έχουν φάει κι έχουν πιει κι έχουνε σιέστα
Σε δεκατρείς ώρες κάποιοι είναι ακόμα στη δουλειά,
μα συναινέσαν

Σε δεκατρείς ώρες
κάποιοι απολύθηκαν, μα φταίξαν.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

*

*

*

Τα μυστικά εργαλεία της ανθρώπινης φωνής

*

Τα όργανα γραφής ως ανάθημα και βίωμα
στα αρχαία ελληνικά επιγράμματα

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΙΑΠΛΕ

~.~

Πλησιέστατα, δεξιά που μπαίνεις, στην βιβλιοθήκη
της Βηρυτού θάψαμε τον σοφό Λυσία,
γραμματικόν. Ο χώρος κάλλιστα προσήκει.
Τον θέσαμε κοντά σ’ αυτά του που θυμάται
ίσως κ’ εκεί — σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
γραφές, εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία.
Κ’ επίσης έτσι από μας θα βλέπεται και θα τιμάται
ο τάφος του, όταν που περνούμε στα βιβλία.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, «Λυσίου Γραμματικού τάφος» (1914)

Πριν από την ανακάλυψη της τυπογραφίας η διαδικασία της γραφής ήταν μια αργή και επίπονη χειρωνακτική διαδικασία. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά υλικά που τους χορηγούσε με αφθονία η φύση: καλάμια, πέτρες, μεταλλικά ή ξύλινα εργαλεία. Το μελάνι παραγόταν από φυτικές ή ζωικές ουσίες, ενώ το υλικό γραφής μπορούσε να είναι οτιδήποτε: από φύλλα και φλοιούς δέντρων, πηλό, λινάρι και κηρωμένες πινακίδες μέχρι πάπυρο, περγαμηνή και χαρτί. Η τυπογραφία, ωστόσο, όπως αναπτύχθηκε τον 15ο αιώνα από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο, άλλαξε ριζικά τόσο τη λειτουργία της γραφής όσο και τα μέσα με τα οποία αυτή πραγματοποιείται: από το χειρόγραφο περάσαμε στο έντυπο βιβλίο, η γραφή έπαψε να είναι προνόμιο των λίγων. Αυτή η ριζική μεταβολή δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανεπηρέαστα και τα όργανα γραφής.

Η γραφή δεν συνιστούσε απλώς έναν πρακτικό μηχανισμό καταγραφής, αλλά μια πολύπλοκη τελετουργία λόγου και ύλης, στην οποία η σχέση του γραφέα με τα όργανα γραφής διαμορφωνόταν μέσα από ένα δυναμικό πλέγμα εξάρτησης και ελέγχου. Η αποτύπωση του λόγου στο υλικό υπόστρωμα δεν αποτελούσε ουδέτερη ή απλώς μια διεκπεραιωτική διαδικασία· αντιθέτως, ήταν έκφραση σωματικής επιτέλεσης και τεχνικής δεξιότητας, όπου ο γραφέας λειτουργούσε ως μεσολαβητής ανάμεσα στο άυλο νόημα και την ένυλη ενσάρκωσή του.

Τα εργαλεία γραφής —ο κάλαμος, το μελάνι και ο πάπυρος— δεν προσφέρονταν ως άψυχα και ομοιογενή μέσα, αλλά ως ενεργά υλικά, με περιορισμούς και δυνατότητες που απαιτούσαν συνεχή διαχείριση. Ο κάλαμος για παράδειγμα, όργανο από φυσικό καλάμι, έπρεπε να τροποποιηθεί κατάλληλα: να κοπεί, να ξυστεί, να ακονιστεί, ώστε να εξασφαλίσει την επιθυμητή ροή του μελανιού και την καθαρότητα των γραμμάτων. Ο γραφέας, με άλλα λόγια, δεν ήταν απλός χειριστής του εργαλείου του·ήταν κατασκευαστής του, υπεύθυνος για τη βελτιστοποίηση της υλικής του συμπεριφοράς. Η ελάχιστη παρέκκλιση στη γωνία κοπής ή στην υφή της άκρης μπορούσε να διαταράξει ολόκληρη την πράξη της γραφής.

Παρομοίως, το μελάνι απαιτούσε γνώσεις παρασκευής, διατήρησης και χρήσης. Δεν υπήρχε σταθερή, εμπορική σύνθεση· η ποιότητά του εξαρτιόταν από τοπικές παραδόσεις, υλικά και εμπειρική γνώση. Η χειροποίητη του φύση καθιστούσε τον γραφέα όχι μόνο καταναλωτή, αλλά και συμμέτοχο στην ίδια την παραγωγή του μέσου. Όμοια, ο πάπυρος, ως οργανικό υλικό με ποικίλη υφή, πάχος και απορροφητικότητα, απαιτούσε ιδιαίτερη εξοικείωση· δεν ήταν απλό υπόβαθρο, αλλά ενεργός συνομιλητής στη διαδικασία της εγγραφής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση του γραφέα με τα εργαλεία του χαρακτηριζόταν από μια διαλεκτική αλληλεξάρτηση: εξαρτιόταν απολύτως από τις ιδιότητες των υλικών του, αλλά ταυτόχρονα επεδίωκε και συχνά κατόρθωνε να επιβάλει πάνω τους το προσωπικό του ύφος, την τεχνική του ιδιοσυγκρασία και την αισθητική του πρόθεση. Η γραφή μετατρεπόταν έτσι σε ενσώματη εμπειρία, όπου η υλικότητα του μέσου διαμόρφωνε –αλλά και διαμορφωνόταν– από την πνευματική εργασία του γραφέα. Εν τέλει, ο γραφέας δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένος από τα εργαλεία του. Η πνευματική του λειτουργία τελούσε υπό συνεχή υλική διαπραγμάτευση, γεγονός που αναδεικνύει την προτυποποίηση του γραπτού λόγου όχι ως στατικής μορφής, αλλά ως ζωντανού και δυναμικού συμβάντος, όπου ο τεχνίτης και τα τεχνήματα συνδιαμορφώνουν την έκφραση του νοήματος.

Η σύνδεση ανάμεσα στον γραφέα και τα όργανα εργασίας του δεν διακοπτόταν μετά την απόσυρση του από την ενεργό δράση: τα εργαλεία της τέχνης τους εξακολουθούσαν να διατηρούν έναν σχεδόν ιερό χαρακτήρα: γίνονταν αντικείμενα μνήμης, φορείς ταυτότητας και σύμβολα ενός βίου αφιερωμένου στη γραφή. Αυτή η σχέση επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα όργανα γραφής αποτυπώνονται στον διάκοσμο των επιτύμβιων στηλών ως σημαντικός δείκτης της ταυτότητας, της κοινωνικής θέσης και της εγγραματοσύνης του νεκρού ή αποτελούν μέρος του κτερισματικού συνόλου που συνόδευαν τον θανόντα στην τελευταία του κατοικία.[1] Το έθιμό μάλιστα αυτό δεν αφορούσε αποκλειστικά τους άνδρες: όργανα γραφής (γραφίδες, ξέστρα, μελανοδοχείο) έχουν εντοπιστεί ακόμη και σε γυναικείες πριγκιπικές ταφές.[2] (περισσότερα…)

Διπρόσωπος εαυτός

Η συλλογή Εσύ που νομίζω της Αντωνίας Γουναροπούλου αποτελεί μια σύνθεση που κινείται ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη, ανάμεσα στην καθημερινή εμπειρία και στη συμβολική της μεταμόρφωση. Ο λόγος της ποιήτριας δεν επιδιώκει την ευθύγραμμη αφήγηση αλλά κατασκευάζει έναν κόσμο θραυσμάτων, όπου οικογενειακές φιγούρες, ιστορικά ίχνη και προσωπικά βιώματα διασταυρώνονται για να συγκροτήσουν έναν ποιητικό χάρτη ταυτότητας. Η γραφή της Γουναροπούλου συλλαμβάνει την αμφισημία του εαυτού και την αποτυπώνει με γλώσσα ελλειπτική, μουσική και συχνά οδυνηρή, δημιουργώντας μια συλλογή που λειτουργεί ταυτόχρονα ως τόπος μνήμης και ως άσκηση αυτογνωσίας.

Από τα σημαντικότερα ποιήματα της συλλογής είναι «Η μητέρα» (σελ. 4), αλληγορία για τη μνήμη, τη γυναικεία ταυτότητα και τη σχέση μάνας και κόρης μέσα στον χρόνο. Η μητέρα οδηγείται από «ξεναγούς» σε λεωφόρους, πλατείες, οικοδομές και μαιευτήρια. Μια πορεία που συμπυκνώνει τις φάσεις της ζωής της, από τη γέννα ως την κοινωνική της παρουσία. Η κορύφωση έρχεται όταν φτάνειΚριτική στη ποιητική συλλογή «Εσύ που νομίζω» της Αντωνίας Γουναροπούλου στην «Ωραία Πύλη», εικόνα που συνδυάζει το ιερό με το απειλητικό, καθώς πίσω από τον καθρέφτη διακρίνεται μια «σκαλιστή λαιμητόμος». Η μητέρα εδώ στέκει μπροστά σε ένα όριο ανάμεσα στο παρελθόν και στη λήθη.

«Στράφηκε τότε η μητέρα
και με αναζήτησε,

αλλά εγώ είχα γίνει
η γυναίκα που ήμουν»

Το απόσπασμα αυτό συνιστά την κορύφωση μιας πορείας που ξεκινά με τη μητέρα ως καθοδηγούμενη φιγούρα και καταλήγει σε μια στιγμή αναγνώρισης που όμως έρχεται πολύ αργά. Το στρέψιμο της μητέρας είναι κίνηση τρυφερότητας και αναζήτησης, αλλά η κόρη, έχοντας ήδη «γίνει η γυναίκα που ήταν», έχει απομακρυνθεί ανεπιστρεπτί από τον μητρικό δεσμό. Εδώ βρίσκεται το τραγικό στοιχείο του ποιήματος: η στιγμή που θα μπορούσε να σημαίνει την επανένωση, φανερώνει αντίθετα την οριστική απομάκρυνση. Το ποίημα λειτουργεί ως μεταφορά της ενηλικίωσης αλλά και της απώλειας. Η μητέρα δεν είναι απλώς πρόσωπο αλλά συμβολίζει τη μήτρα της μνήμης, τον τόπο της αρχής. Η κόρη, αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ως «τη γυναίκα που ήταν», κλείνει τον κύκλο. Για να υπάρξει ως αυτόνομο υποκείμενο πρέπει να αφήσει πίσω της τη μητρική σκιά. Η φράση αποκτά ιδιαίτερη δύναμη μέσα από την επανάληψη: το να γίνεις «αυτό που ήσουν» σημαίνει ότι η ταυτότητα δεν οικοδομείται ως πρόοδος αλλά ως επιστροφή σε έναν πυρήνα που περιμένει να επιβεβαιωθεί. Η ένταση ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη εδώ δεν είναι αμιγώς προσωπική αλλά υπαινίσσεται μια ευρύτερη συνθήκη, δηλαδή τη μόνιμη διαπραγμάτευση ανάμεσα στο παρελθόν που μας συγκροτεί και στην ανάγκη να σταθούμε έξω από αυτό. Το ποίημα μετατρέπεται έτσι σε στοχασμό για τη μνήμη και την αυτονομία, φωτίζοντας την πικρή αλλά αναγκαία στιγμή όπου η αναζήτηση του άλλου συναντά την επιβεβαίωση του εαυτού. (περισσότερα…)

Το δάχτυλο της σιωπής

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Να βρεις γυναίκα στην Αθήνα μοιάζει εύκολο, μα λίγα πράγματα είναι εύκολα όταν φαίνονται εύκολα. Εννοώ γυναίκα για σχέση, όχι απλώς για πήδημα. Αν και το «απλώς» δεν είναι καθόλου απλό άμα πρόκειται για γυναίκα, και το «πήδημα» εμπεριέχει την πτώση: απ’ τον παράδεισο, από ύψος, απ’ οπουδήποτε μπορείς να τραυματιστείς, τέλος πάντων – όμως το πήδημα εις βάθος είναι το τρομακτικότερο, αλλά στον τρόμο εμπεριέχεται και η ανατριχίλα, η ξαδέρφη του πόθου και μητέρα της ηδονής. Εκεί, στα άδυτα των αδύτων της γυναίκας, στους κοραλλιογενείς υφάλους των επιθυμιών, δύτης παράτολμος ο άντρας αλιεύει διάπυρα μαργαριτάρια, κλεισμένα στο σαρκοφάγο στρείδι του κορμιού της.

Γυναίκες υπάρχουν πολλές στην Αθήνα, διαλέγεις και παίρνεις. Τρόπος του λέγειν, δηλαδή, το «διαλέγεις». Βασικά παίρνεις ό,τι πιάνει το χέρι σου. Και πιάνει ό,τι φτάνει η τσέπη σου κι ό,τι αξίζει το ταλέντο σου. Γιατί αλλοίμονο αν δεν ήθελε και ταλέντο η κατάκτηση ενός σάρκινου ποιήματος: της γυναίκας, του πολυπλοκότερου μηχανισμού της φύσεως, του άλυτου γρίφου της ζωής, μετά του χάσματος της μάζας στην θεωρία των Yang-Mills και των εξισώσεων Navier-Stokes, που παραμένουν άλυτοι 43 και 150 χρόνια αντίστοιχα.

Η γυναίκα μυρίζει το ταλέντο από μακριά, όπως τα λεφτά, και τα λεφτά όπως τα κεφτεδάκια στην κουζίνα.

Εσύ, αν ήσουν εμπόρευμα, πόσο θα πλήρωνες να σε αποκτήσεις; Κι αν δεν θα πλήρωνες, γιατί να (την) πληρώσει εκείνη; Πιστεύουμε πως αξίζουμε περισσότερο απ’ όσο αξίζουμε. Κι όσοι λένε πως δεν αξίζουν, πιστεύουν πως αξίζουν περισσότερο απ’ όσους πιστεύουν πως αξίζουν. Είμαστε υπερτιμημένα προϊόντα, δεν μας προτιμά το κοινό και βγαίνουμε σε προσφορά στις εκπτώσεις.

Να βρεις γυναίκα είναι δύσκολο, είτε στην Αθήνα είτε στην Ανδρομέδα, που να μην νιώθεις μόνος όταν δεν είσαι μόνος, που ν’ αδημονείς να την συναντήσεις κι όχι ν’ ανυπομονείς να την αφήσεις, που να δένετε σαν κόμπος ναυτικός, να κουμπώνετε σαν παλτό χειμωνιάτικο και να κολλάτε σαν μαγνητάκια στο ψυγείο.

Τέλος πάντων, το κουράσαμε το θέμα.

Ας μείνουμε στην αρχική πρόταση:

«Να βρεις γυναίκα στην Αθήνα μοιάζει εύκολο». Αλλά δεν είναι! Κι επειδή δεν είναι, χρειάζονται διαμεσολαβητές: Να μου γνωρίσεις μια φίλη σου, να σου γνωρίσω έναν φίλο μου και πάει λέγοντας.

Έτσι προέκυψε το ραντεβού που μου ’κλεισε ο Γιάννης με την Τούλα, αλλά με προειδοποίησε:

«Έχει ένα τικ!» (περισσότερα…)

Λεκτικά πολεμοφόδια, θεολογικές γομώσεις

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τι σημαίνει ιδεολογική ηγεμονία; Να εξαναγκάζεις και τον εχθρό σου ακόμη να χρησιμοποιεί τη δική σου γλώσσα, τις δικές σου έννοιες, τη δική σου ρητορική.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης εντοπίζει την συμβολική οριστικοποίηση της ήττας του Ancien Régime στην υιοθέτηση από τους αριστοκράτες απολογητές του της γλώσσας του κοσμικού διαφωτισμού. Γύρω στα 1800, ακόμη και οι οπαδοί της ελέω θεού μοναρχίας επιχειρηματολογούν κοσμικά και πεφωτισμένα. Αν θέλουν να ακουστούν, δεν μπορούν να κάνουν κι αλλιώς…

Η εξαέρωση της αριστεράς δηλώνεται καθαρά μετά το 1989 με τη νέα ρητορική των σοσιαλιστικών και εργατικών κομμάτων: εγκαταλείποντας την ταξική ανάλυση και την κριτική κατά του πλούτου, οι διάφοροι Μπλαιρ αρχίζουν να πιθηκίζουν το φιλελεύθερο ζαργκόν περί «ευκαιριών» και «ατελεύτητων δυνατοτήτων» του καπιταλισμού.

Σήμερα, ζούμε μια παρόμοια ιστορική στιγμή. Σε μια κυκλική κίνηση, το φιλελεύθερο ζαργκόν ξαναδίνει τη θέση του στην ωμή θεολογία. Δεν υπάρχει θέση για πολιτική λεπτολογία και ανάλυση. Στην κονίστρα δεν πολεμούν πλέον σκληρά συμφέροντα ή εξωραϊσμένες προσδοκίες: γιγαντομαχούν αυτοπροσώπως το Αγαθό και το Πονηρό, οι μάρτυρες και οι εγκληματίες, ο Θεός και οι εχθροί του.

Φυσικά οι ΗΠΑ, η Δύση ολόκληρη, έχουν μακρά παράδοση στην εκκοσμίκευση της θεολογικής γλώσσας του μεσσιανισμού. Όλα τα πολιτικά κινήματα των Νέων Χρόνων είναι μασκαρεμένες θρησκείες. Όμως αυτή η νέα πολιτική η ασκούμενη ουσιαστικά από του άμβωνος είναι ποιοτικά ένα σημείο καμπής.

Ήδη ο γουοκισμός και η πολιτική ορθοέπεια άνοιξαν τον δρόμο προς αυτή την αποκοσμίκευση της πολιτικής και έγιναν άθελά τους η Κερκόπορτα για την εν θριάμβω επιστροφή των ιεροκηρύκων. Οι δικαιωματιστές, μεθυσμένοι από την ισχύ τους, έφτιαξαν μια γλωσσική Ιερά Εξέταση όπου, κατά το πρότυπο της παλαιάς βλασφημίας των θείων, μια και μόνο λέξη κάποτε αρκούσε για να στείλει κάποιον απευθείας στο κολαστήριο. Θυμίζω το προφητικό Ανθρώπινο στίγμα του Φίλιπ Ροθ.

Τώρα λαμβάνουν τα επίχειρα. Διότι τα λεκτικά τους πολεμοφόδια όσο κι αν είναι θεολογικής γομώσεως, απέναντι στην γνήσια, την γυμνή, την φωναχτή θεολογία είναι ανίσχυρα. Τι να σου κάνει η διαρκής δαιμονολογία κατά της «ακροδεξιάς», όταν οι άλλοι σου μιλούν ευθέως για τον Σατανά τον ίδιο; (περισσότερα…)

Τροφή νεφών

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 28.ix.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΤΡΟΦΗ ΝΕΦΩΝ

«Μη μου προσφέρετε βράχια για μεσημεριανό, δεν μπορώ να τα μασήσω», παρακάλεσε το προσγειωμένο πάνω στον βραχώδη λόφο νέφος με τον σχηματισμό σιαγόνας και ικετευτικού ματιού. Και, τότε, αφού νόμιζα ότι μου είχε απευθυνθεί, του υπέδειξα κάποιες μακρινές ομίχλες που φωσφόριζαν και κάτι σκόρπια βαμβακοχώραφα που άνθιζαν μέσα στις βελουτέ άχνες τους, για να σκύψει και να τραφεί. Αναζήτησα το λευκό ως σύμμαχο και συμμέτοχο της ανάερης παρουσίας του. Και είπα, ναι, δεν υπάρχει τίποτα ομορφότερο από αυτά τα περίεργα συμβάντα ενός θεσσαλικού μεσημεριού.

*

* (περισσότερα…)

Seamus Heaney, Ὑστερόγραφο

*

Καί κάποια στιγμή βρές χρόνο νά ὁδηγήσεις δυτικά
Στήν κομητεία Clare, κατά μῆκος τῆς Ἀκτῆς Flaggy,
Σεπτέμβρη ἤ Ὀκτώβρη, ὅταν ὁ ἄνεμος
Καί τό φῶς αλληλοσυμπληρώνονται
Ἔτσι πού ὁ ὠκεανός ἀπ’ τή μιά πλευρά εἶναι ἄγριος
Μέ ἀφρούς και λάμψη, καί στήν ἐνδοχώρα ἀνάμεσα στίς πέτρες
Ἡ ἐπιφάνεια μιᾶς γκρίζας τοῦ σχιστόλιθου λίμνης ἀνάβει
Ἀπό τό γήϊνο ἄστραμμα ἑνός κοπαδιοῦ κύκνων
Μέ τά φτερά τους τραχιά καί ἀνακατωμένα, λευκό πάνω στό λευκό,
Τά πλήρως ἐνήλικα πεισματάρικα, ὅπως μοιάζουν, κεφάλια τους
Χωμένα ἤ ὀρθά στήν κορυφή τους ἤ ἀπασχολημένα κάτω ἀπ’ τά νερά.
Μάταιο νά σκεφτείς πως θά παρκάρεις καί θά τό ἀπαθανατίσεις
Πιό βαθιά. Δεν εἶσαι οὔτε κεῖ οὔτε ἐδῶ
Μιά βιασύνη ἀπ’ ὅπου γνωστά καί παράξενα πράγματα περνοῦν
Λές ἔρχονται μεγάλα μαλακά ραπίσματα ἀπ’τίς πλευρές τοῦ ἁμαξιοῦ
Καί ἀδράχνουν τήν καρδιά ἀφρούρητη καί τήν παρασύρουν ὀρθάνοιχτη.

(Ἀπό τήν συλλογή Τhe Spirit Level, 1996)

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

*

*

*

Ο ασκητής Μακάριος και το κηποτάφιο στη μέση της ερήμου

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Η πρωτοβυζαντινή συλλογή Λαυσαϊκὴ ἱστορία του Παλλαδίου (5ος αι.) περιέχει θαυμαστές αφηγήσεις για ασκητές και μοναχούς της περιοχής της Αιγύπτου. Το παρακάτω διήγημα προέρχεται από το κεφάλαιο για τον Μακάριο Αλεξανδρέα (4ος αι.). Όπως συμβαίνει με παρόμοιες ιστορίες από αυτή ή από άλλες συλλογές, συνδυάζεται ελεύθερα το ρεαλιστικό (ενίοτε νατουραλιστικό) με το φανταστικό στοιχείο. Παρότι φαινομενικά τέτοια μικροαφηγήματα έχουν διδακτικό σκοπό, η ωμή αποτύπωση της σκληρής ασκητικής δοκιμασίας μέσα σε τόπους άνυδρους και εχθρικούς αναδεικνύει τελικά και το υπαρξιακό στοιχείο και τον δύσκολο αγώνα του ανθρώπου απέναντι στα στοιχεία της φύσης.

Τρεις προκαταρκτικές σημειώσεις: α) Διατήρησα την ωραία λέξη «κηποτάφιο(ν)», που σημαίνει πολύ απλά: «τάφος μέσα σε κήπο». β) Τα ονόματα Ιαννής και Ιαμβρής απαντούν στη δεύτερη επιστολή προς Τιμόθεο (3,8) και αναφέρονται σε δύο μάγους οι οποίοι «αντιστάθηκαν στον Μωυσή».  γ) Ο «στύλος της νεφέλης» απαντά στην Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο της Εξόδου (13,21).

///

Κάποια στιγμή [ο Μακάριος] θέλησε να μπει μέσα στο κηποτάφιο των Ιαννή και Ιαμβρή, όπως μας αφηγήθηκε ο ίδιος. Αυτό το κηποτάφιο δημιουργήθηκε από τους παντοδύναμους μάγους εκείνης της εποχής, που ασκούσαν μεγάλη επιρροή στον Φαραώ. Καθώς λοιπόν αντλούσαν την εξουσία τους από μία μακρά χρονική περίοδο, ανέγειραν το κτίσμα σε τετραποδικούς λίθους, και κατασκεύασαν το μνήμα τους εκεί ακριβώς, εναποθέτοντας μαζί πολύ πλούτο. Φύτευσαν μάλιστα και δέντρα, διότι ο τόπος έχει σχετική υγρασία, και σκάβοντας έφτιαξαν και μία δεξαμενή νερού. (περισσότερα…)