Οι συμβιβασμένοι και οι ασυμβίβαστοι

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

«Ὑπάρχουνε δυὸ φυλὲς πλασμάτων», λέει ἕνας ἥρωας τοῦ Ζὰν Ἀνούιγ. «Μιὰ φυλὴ πολυάριθμη, γόνιμη, εὐτυχισμένη, χοντρὴ πάστα γιὰ ζύμωμα, ποὺ τρώει ἥσυχα ἥσυχα λουκάνικα, φτιάχνει παιδιά, δουλεύει μὲ τὰ ἐργαλεῖα, μετρᾶ τὶς δεκάρες ἀφρόντιστα, παρ’ ὅλες τὶς ἐπιδημίες καὶ τοὺς πολέμους, ἴσαμε τὸ ἔσχατο ὅριο τῆς ζωῆς, ἄνθρωποι δηλαδὴ καθημερινοί,  ποὺ δὲν τοὺς φαντάζεσαι νεκρούς. Κι ὕστερα ὑπάρχουν οἱ ἄλλοι, οἱ εὐγενικοί, οἱ ἥρωες. Αὐτοὶ ποὺ τοὺς φαντάζεσαι κάλλιστα πεσμένους χάμω, χλωμούς, μὲ μιὰ κόκκινη τρύπα στὸ κεφάλι τους γιὰ νὰ θριαμβεύουνε, γιὰ μιὰ στιγμή, μὲ μιὰ τιμητικὴ φρουρὰ γύρω τους ἢ κι ἀνάμεσα σὲ δυὸ χωροφύλακες, ἀναλόγως. Ἡ ἀριστοκρατία».[1]

Δὲν εἶναι λίγοι αὐτοὶ  ποὺ στὰ νιάτα τους λαχταρήσανε νὰ γίνουνε μέλη τούτης τῆς τραγικῆς ἀριστοκρατίας. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὁλάκερη ἡ ὕπαρξή τους ἤτανε πυρωμένη ἀπὸ ἰδανικὰ γιὰ δικαιοσύνη, γιὰ ἀγάπη, γιὰ ὀμορφιά. Καὶ τὰ ὑπερασπίζονταν μὲ πάθος ἀληθινὸ ἐνάντια σ’ ὅποιον ἤθελε νὰ τὰ χτυπήσει, ἀκόμη καὶ νὰ τὰ εἰρωνευτεῖ. Κι ἐπίστευαν ὁλόψυχα πὼς τίποτα δὲ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ τοὺς κάμει νὰ ἐγκαταλείψουνε τὴν ὡραία ἀδιαλλαξία τους. Ἦταν εὔκολο τότε νά ’χει κανεὶς ἕνα ἰδανικὸ καὶ νὰ τοῦ μένει πιστός. Μὰ σὰν ἐπήρανε κι αὐτοὶ μιὰ θέση ὑπεύθυνη μέσα στὴ κοινωνικὴ ζωή, εἴδανε νὰ ὀρθώνεται ἀδυσώπητο μπροστά τους τὸ δίλημμα: Ἢ νὰ κρατήσουνε τὸν ἰδεαλισμό τους καὶ νά ’ρθουνε σὲ σύγκρουση μὲ τοὺς πανάρχαιους, ἀλύγιστους νόμους τῆς κοινωνίας, ἢ νὰ τὸν ἀπαρνηθοῦνε καὶ νὰ βολευτοῦνε κι αὐτοὶ μέσα σ’ ἕνα ἐπάγγελμα καὶ σὲ μιὰ οἰκογένεια, ὅπως ὅλοι οἱ γύρω τους. Κι οἱ πιὸ πολλοὶ προτιμήσανε τὸ δεύτερο. Ἴσως ὄχι χωρὶς λύπη, χωρὶς κάποια πίκρα, ὅμως δὲ μπορούσανε νὰ κάμουνε διαφορετικά. Ὁ ἄλλος δρόμος ζητοῦσε θυσίες κι αὐτοί ‒τώρα μόνο τὸ βλέπανε‒ δὲν ἦταν ἀπὸ κείνους ποὺ ἀνταλλάζουνε τὴν ἐχτίμηση τοῦ κόσμου καὶ τὶς χίλιες δυὸ μικρὲς χαρὲς τῆς ζωῆς μ’ ἕνα στεφάνι «ἀπὸ δάφνες κι ἀγκάθια». (περισσότερα…)

Διάλογος με την ποίηση

*

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗ

«Βάλε τη ζωή σου σε στίχους. Και πάλι σου λέω: βάλε τη ζωή σου σε στίχους, εάν θέλεις να αισθανθείς τη ζωή συμπαντική και να είσαι με το σύμπαν σε σχέση και αρμονία. Μπορείς να είσαι αναλυτής του ποιήματος, όμως μην ξεχάσεις να τραγουδήσεις το ποίημα. Οι κριτικοί των ποιημάτων ζουν ήρεμα, ενώ οι ποιητές μόνο ζουν. Η ανάλυση νεκρώνει, το ποίημα ζωντανεύει. Μόνο η ποίηση μπορεί να αναστήσει την πεζογραφία. Η ποίηση φύτρωσε από το δένδρο της ζωής, ενώ η πεζογραφία από το δένδρο της γνώσης. Όλοι λέμε: Το ψέμα είναι μικρής διάρκειας, ενώ η αλήθεια είναι αιώνια. Γιατί η ποίηση ζει πιο πολύ από την πεζογραφία; Επειδή βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια, πιο κοντά στη ζωή! Κι έτσι αν βάλεις τη ζωή σου σε στίχους, θα είσαι πιο κοντά στην αλήθεια, πιο κοντά στη ζωή.»
Άγ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, Η ζωή και η ποίηση [1]

 

1 . «Βάλε τη ζωή σου σε στίχους.»

Καθόσον αποκάλυψη των εσώψυχων η ποίηση. Αντικατοπτρισμός του ποιητή το ποίημα. Ποιητής γίνεσαι όταν δίνεσαι, σαν ανοίγεσαι. Η ποιητική έκθεση του εαυτού οδηγεί στη θέασή του καθώς εστί. Αρκεί τα μάτια να θέλουν να δουν, να ποθούν το αντίκρισμα κάθε κατάστασης στην πραγματική της διάσταση. Δίχως ναρκισσιστικά κάτοπτρα, παραμορφωτικές ειδωλοποιήσεις, εγωπάθεια, αλαζονεία…

«Η αλαζονεία ενός καλλιτέχνη θα του βγει στο έργο. Θα τιμωρηθεί μέσα στο έργο η αλαζονεία. Θα του βγει σαν πλαστογραφία, σαν εγκεφαλικότητα, σαν αισθητικό λάθος.» [2]

Βάλε τη ζωή σου σε άσπρο χαρτί, περνώντας από την καλοδιακοσμημένη βιτρίνα στο σκληρό μα ειλικρινές καθρέφτισμα, από τη σκηνοθετημένη στην αυθεντική παρουσίαση της ζωής:

«Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν

Τ’ άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ’ αρέσει.» [3]

 

(περισσότερα…)

Ο φετινός παράδεισος

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Αναζητεί τη διαφορά ανάμεσα στο αλπικό τοπίο και το παράθυρό της και δεν τη βρίσκει. Βιντεοσκοπεί με το κινητό της τα έλατα που έχουν ακόμα πάνω τους τις στάλες της χθεσινής βροχής, τα ανεβάζει στο Instagram και κοιτάζει τα σχόλια από κάτω. Οι άλλοι βλέπουν λεπτομέρειες που η Άννα δεν μπορεί να εντοπίσει. Κάθε καλοκαίρι, κάθε τοπίο της φαίνεται το ίδιο, μια δοκιμασία. Τα συνέδρια και οι εαρινές ημερίδες είναι η δική της κατασκήνωση, κάθε χρόνο περιμένει την ετυμηγορία, πού θα βρεθεί μαζί του, σε ποιον παράδεισο. Φέτος είναι οι Ελβετικές Άλπεις. Προσκεκλημένος ομιλητής σε ένα συνέδριο με τίτλο Golden Visa: Ένα ζήτημα συνταγματικότητας. Τι σε χρειάζονται εσένα εκεί, τον ρώτησε πριν ξεκινήσουν. Δεν ξέρω, πάμε διακοπές. Κλειδωμένη σε ένα ακριβό δωμάτιο με υπέροχη θέα, πλήττει. Αντιλαμβάνεται ότι δεν διαφέρει από τους ομαδάρχες της (δικηγόρους, μεσίτες, συμβολαιογράφους), όταν αναγκάζεται να μπει στην αίθουσα συνεδριάσεων. Όλοι κοιτάζουν με ανυπομονησία το πρόγραμμα, το ρολόι τους, πόσοι ομιλητές έμειναν, πόσος χρόνος πέρασε, πότε μπορούν να βγουν από εκεί, να διασκεδάσουν, να φάνε και να πιούνε από το μπαρ του ξενοδοχείου. Πριν ο τελευταίος ομιλητής κλείσει την ομιλία του, πριν καν το προεδρείο απευθύνει χαιρετισμό, σκορπίζουν, βγαίνουν τρέχοντας από την αίθουσα.

Το σημερινό πρόγραμμα ξεκινάει με εκδρομή στη φύση πριν τις απογευματινές ομιλίες, μια ιδέα ενός από τους χορηγούς του συνεδρίου. Μια δύναμη που δεν την κατανοούν και μια όρεξη που σβήνει γρήγορα τους βγάζει από το δωμάτιό τους, τους φέρνει πιο κοντά στη θέα που η Άννα βλέπει άυπνη από το παράθυρό της όλη τη νύχτα. Όταν συναντιούνται στη σάλα τα μάτια τους λάμπουν από χαρά, συζητούν για το τοπίο, τα έλατα. Αν μείνουν για λίγο μόνοι, χωρίς συνομιλητή, χωρίς κάποιον για να ανταλλάξουν ένα βλέμμα, μια προσδοκία, βουλιάζουν στον καναπέ και περιμένουν μια κουβέντα για να λάμψουν τα πρόσωπά τους πάλι. Επιτέλους ο ξεναγός δίνει το πρόσταγμα. Πρέπει να ξεκινήσουμε. Την εντολή του την αντιλαμβάνονται ως σύνθημα για να συνεχίσουν τις συζητήσεις τους για την εκδρομή. Θα είναι υπέροχα.

Ο πατέρας της τη σέρνει από το χέρι κακοδιάθετος. Είναι πιο κακοντυμένος από όλους. Φοράει μια ξεθωριασμένη γκρι βερμούδα και ένα κίτρινο πόλο μπλουζάκι και μουρμουρίζει, λάθος, λάθος, λάθος. Ίσως την κρατάει έτσι δεμένη, για να νομίζουν ότι μιλάει σε κάποιον. Βλέπουν ένα ζευγάρι που κατηφορίζει το ίδιο μονοπάτι. Αυτοί δεν μιλούν καθόλου, ούτε κοιτιούνται, δεν τους έφερε κάποιο πρόγραμμα εδώ. Έχουν έναν σκύλο, έναν ποιμενικό, αυτόν φαίνεται να ακολουθούν. Όταν ο σκύλος τους πλησιάζει ο πατέρας της Άννας του κάνει χαρούλες, απλώνει το μπατόν, δήθεν για να τον χαϊδέψει, ξέρει ότι δεν επιτρέπεται εδώ αυτό, παρόλα αυτά προσποιείται το χάδι, πλησιάζει το χέρι στο ζώο και ύστερα το απομακρύνει. Αρκετοί από το γκρουπ που βρίσκονται πίσω του τον μιμούνται, απλώνουν χέρια ή μπατόν στον αέρα, χαμογελάνε, τα παίρνουν πίσω. Το σκυλί συνεχίζει το δρόμο του. Από πίσω το σιωπηλό ζευγάρι. (περισσότερα…)

Το βυζαντινό χρονικό του Παρθενώνα

Η δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα το 1819, έργο του Δανού αρχιτέκτονα Jørgen Hansen Koch.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #6
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Το βυζαντινό χρονικό του Παρθενώνα

Η δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα, που δεσπόζει στις περισσότερες απόψεις του βράχου της Ακρόπολης, αποτελεί την κατεξοχήν εικόνα-σύμβολο του κλασικού πολιτισμού. Οι κίονές της, μαζί με εκείνους της δεύτερης, εσωτερικής σειράς, φέρουν την πατίνα της φθοράς του χρόνου και τα σημάδια των κανονιοβολισμών που δέχτηκαν κατά την Ελληνική Επανάσταση. Η αθέατη στους επισκέπτες πίσω πλευρά τους, κρύβει το λίθινο χρονικό της βυζαντινής Αθήνας: περισσότερες από διακόσιες πενήντα επιγραφές χαραγμένες επάνω στις ραβδώσεις των δωρικών κιόνων, εξιστορούν τη ζωή και την κοινωνία της πόλης από τον 7ο ως τον 14ο αιώνα. Πρόκειται για τα λεγόμενα χαράγματα (ή αλλιώς graffiti, στη διεθνή ορολογία), σύντομα κείμενα που αποτυπώθηκαν με αιχμηρό αντικείμενο επάνω στην επιφάνεια του μαρμάρου, χωρίς να λαξευτούν κανονικά, αλλά και δίχως να υστερούν ως προς την ποιότητα της γραφής. (περισσότερα…)

Νίκος Καζαντζάκης, Μέγας Αλέξαντρος

*

Στης Νίκης το σγουρό κεφάλι ανοίγει
το ροδαλό σκουλήκι του θανάτου·
στο διάφανο κορμάκι του τυλίγει,
τυφλό, βουβό, τους νιους, τις νιες, και κάτου
βαθιά η ψυχή κατασταλάζει αγάλια
κοπριά αλαφριά στην άπατη κοιλιά του.
Κι απόψε ορθό στα ξακουστά μασγάλια,
στα λασπερά, πηχτά νερά του Εφράτη,
μες στης αθανασιάς την ούρια αγκάλια,
θωράει να ξεψυχάει τον κοσμοκράτη.
Κλαιν στις αυλές, βογκούν οι βετεράνοι
στο βραδινό, το μυρωδάτο μπάτη,
οι ρηγικές γαλέρες στο λιμάνι,
οι αϊτοί οι μακεδονίσιοι οι κοσμογύροι,
τ’ αλόγατα, οι γυναίκες, οι βαρδιάνοι,
κλαιν και κοιτούν ψηλά στο παραθύρι.
Στους σκοτεινούς θεούς της γης θυσία
το ιερό ξανθό κεφάλι του έχει γείρει
κι η χήρα το χαδεύει αθανασία.
Μες στη βαριά του ανέλπιδου ζαλάδα
το αδρό μελαχρινό της στήθι η Ασία
χτυπάει κι αναγερτή κρατάει λαμπάδα·
κι αμίλητη, κλιτή στ’ ορθό κοντάρι,
αιώνια το γιο ’ποχαιρετάς, Ελλάδα! (περισσότερα…)

Σένριου περί μεταφράσεων χάικου

*
Στον άγνωστο καλλιτέχνη
του Τσόζου ζίνμπουτσου γκίγκα
*

Άλλα αντί
άλλων:
οποία θλίψη!

~

Τρία πουλάκια
κάθονταν
σε χάικου.

~

Ο συκοφάντης
είναι φυσικό
να παραφράζει.

~

Τουλάχιστον
τελειοποίησε
την ημιμάθεια.

~

Τον Σίκι,
σικιμπούμ
σικαμπούμ.

~

Άσ’ το να πάει
στο διάολο,
είπε ο Μπασό.

~ (περισσότερα…)

 Αμερικανικό τραύμα: Ο τρόπος του Σκορσέζε

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Η τελευταία ταινία του Σκορσέζε Οι δολοφόνοι του ανθισμένου φεγγαριού αποτελεί και μιαν από τις σπάνιες «εξόδους» του στην ιστορία, στην αμερικάνικη ιστορία. Βέβαια, όταν λέμε ιστορία εδώ δεν εννοούμε την αυστηρή επιστημονική ιστοριογραφία με τις συγκεκριμένες πηγές και τα τεκμήρια· έχουμε μάλλον ό,τι αποκαλείται «δημόσια ιστορία», ιστοριογραφία δηλαδή προορισμένη για το ευρύ κοινό που δεν δεσμεύεται απολύτως από την τήρηση των επιστημονικών προαπαιτουμένων αλλά κινείται παρορμητικά και με σκοπό την πρόκληση αίσθησης, η οποία δεν αρνείται τον ωφελιμιστικό, εμπορικό της χαρακτήρα. Παρά ταύτα όμως δεν είναι απορριπτέα· εκφράζει ένα είδος «άποψης» της κοινής γνώμης που αποτελεί απαραίτητο συστατικό της «επίσημης» ιστοριογραφικής θεώρησης.

Η ταινία του Σκορσέζε προέρχεται από ένα είδος τέτοιας ιστορίας, εφόσον βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα και υπακούει στη λογική της δραματοποίησης και της μυθοπλασίας, και, από την άλλη, ως κινηματογραφική μυθοπλασία παράγει με τη σειρά της «δημόσια ιστορία» προκαλώντας στους θεατές, βάσει της συγκίνησης κυρίως, μιαν άποψη για το ιστορικό παρελθόν, ιδίως όταν αυτό είναι τραυματικό και βεβαρημένο. Μπορεί να θυμηθεί κανείς την τομή που αποτέλεσαν ταινίες όπως το Δειλινό της μεγάλης σφαγής του Τζων Φορντ ή το Μεγάλο Ανθρωπάκι του Άρθουρ Πεν για τη συνείδηση της αμερικανικής κοινής γνώμης. Η ιστοριογραφία, η ανθρωπολογία είχαν ήδη ξεχερσώσει το έδαφος, έτσι ώστε να έρθει η δύναμη της κινηματογραφικής εικόνας για να ανατρέψει τα στερεότυπα που είχαν θρέψει τη μυθολογία του γουέστερν και του κακού κοκκινομούρη. (περισσότερα…)

Πολυτεχνείο: 50 χρόνια μετά

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Όταν τις πρώτες ημέρες της μεταπολίτευσης άκουσα τους συμπολίτες μας να μιλάνε, με πολύ τρυφερότητα και στοργή για «τα παιδιά του Πολυτεχνείου», κάτι αντέδρασε με σφοδρότητα μέσα μου. Αργότερα κατάλαβα πως μ’ αυτή την φράση είχε αρχίσει η αποδόμηση της εξέγερσης της 17ης Νοεμβρίου του 1973. Οι άνθρωποι που συμμετείχαν στην αντιδικτατορική πάλη από το 1972 μέχρι το 1974, φοιτητές των πανεπιστημίων της χώρας, δεν ήταν παιδιά. Είχαν ωριμάσει και μάλιστα απότομα αντιμετωπίζοντας την χούντα των συνταγματαρχών, τις σκληρές διώξεις, τους φόβους αλλά και έχοντας αποκτήσει μια πολύτιμη αίσθηση τιμής για το βάρος που είχαν σηκώσει. Αίσθηση που θα διαπερνούσε το υπόλοιπο της ζωής τους.

Το Πολυτεχνείο αποτελεί σταθμό στην μεταπολεμική μας πολιτική ιστορία. Ήδη η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο προετοιμαζόταν, έλειπε η αφορμή και η χούντα έδινε εγγυήσεις υποχωρήσεων. Τέλη του 1967 ο Παπαδόπουλος απέσυρε την Μεραρχία του Ελληνικού στρατού από την μεγαλόνησο που είχε στείλει ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964. Υπήρξαν απλοί άνθρωποι που είχαν καταλάβει και προβλέψει τις θλιβερές εξελίξεις, και που δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν με το πραξικόπημα των χουντικών στην Κύπρο τον Ιούλιο του ’74, την εισβολή των Τούρκων και την κατοχή μέρους του νησιού. Ακόμη συλλογίζομαι γείτονά μου κάποιας ηλικίας, που πολύ νωρίς μου είχε πει: Αυτοί παιδί μου (οι χουντικοί) δεν θα τσακιστούν να φύγουν παρά μόνο αφού ξεπουλήσουν την Κύπρο. Η χούντα των συνταγματαρχών παρέπαιε, η προδοσία καιροφυλακτούσε. Έμενε το τελευταίο κακό· το ξεπούλημα. Κι από κοντά η συντήρηση του εμφυλιοπολεμικού κλίματος που αποτελούσε γνώμονα και καθοδηγητικό πνεύμα των επίορκων τεράτων της 21ης Απριλίου. (περισσότερα…)

Πού οδήγησε το «εκσυγχρονιστικό» πείραμα της περιόδου 1996-2004

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Α.

Η πολιτική θεωρία που κυριάρχησε στην Ελλάδα την οκταετία 1996-2004 στηριζόταν στην έννοια του «εκσυγχρονισμού»[1]. Το περιεχόμενο της έννοιας αυτής τη συγκεκριμένη περίοδο συνίστατο στο να επέλθουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας με στόχο αυτή να πλησιάσει και τελικά να καταστεί ισάξια των υπολοίπων ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Στόχος του εκσυγχρονισμού ήταν η σύγκλιση με το φαντασιακό μοντέρνο που αντιπροσωπεύει η Δύση. Κατά συνέπεια η όλη προσπάθεια θα έπρεπε να λειτουργεί εντός του νεωτερικού-μοντερνιστικού πλαισίου, το οποίο κυριάρχησε για μια μεγάλη χρονική περίοδο στη Δύση με την επικράτηση της αστικής τάξης και με κύριο χαρακτηριστικό την επιβολή του εναρμονιστικού-συνθετικού σχήματος σκέψης.[2]

Ο εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μια μάχη της προόδου κατά της υστέρησης, του ορθολογισμού κατά του λαϊκισμού, του Διαφωτισμού κατά του σκοταδισμού, της ανεκτικότητας κατά της μισαλλοδοξίας, μέχρι την επίτευξη του «οικουμενικού οράματος»[3] του Διαφωτισμού.[4]

Οι ντόπιοι «εκσυγχρονιστές»[5] θεωρούν ότι η παραπάνω άποψη συνάδει στην πράξη, με την ολοκλήρωση του αστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, δεδομένου ότι ο μετασχηματισμός αυτός έχει παραμείνει ανολοκλήρωτος και ό,τι έχει συμβεί στην ελληνική κοινωνία δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια νόθα κατάσταση[6] η οποία χρειάζεται πάση θυσία να ξεπερασθεί. (περισσότερα…)

«Επισκεφθείτε το τέλος»

*

Ένας νέος εφιάλτης γυρνάει
το βλέμμα σε όσα δεν είδαˑ
μια φράση σαν από λάθος
ανασταίνει την άγνωστη μνήμη
σ ε  έ ν α ν  τ ό π ο  δ ι κ ό  μ α ς  π ο υ  δ ε ν  υ π ή ρ ξ ε
απάτη – μιας άνυδρης χώρας το τάμα.
Με ξυπνάει ένα νεύμα σε άγνωστη γλώσσα
την κοιτάω στα μάτια —για δες πώς
μου μοιάζει ετούτη η ξένη— μου λέει welcome, attention
ανοίγει την μπάρα, περνάω.

Ξενοδοχεία ξεδοντιασμένα, μαραζωμένοι
τσιμεντόλιθοι, ένας γερανός γερασμένος
και στο άγκιστρό του το θαύμα ετοιμοθάνατο:
αιώνιο βαρίδι ή δαμόκλειος σπάθη.
Νοέμβριος, κι ο ήλιος καίει σα να ’ναι Ιούλης·
σάπιοι καρποί σε ξεραμένα χορτάρια
κολλάνε, βρομάνε, προνύμφες γεννάνε

ένα φάντασμα που κλαίει
γυμνό μες στους δρόμους

τρυπάνια σειρήνες τις κραυγές στραγγαλίζουν
κλείνουν οι εργάτες τις ρωγμές της ασφάλτου
με πίσσα και σκυρόδεμα λείο
μαύρο, στιλπνό. (περισσότερα…)

Άνθρωποι

*

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Απόψε ξεκινώ για τις αθάνατες πορείες
θα διηγούμαι στους θεούς ηρώων ιστορίες
θα λάμπει σμαραγδένιο το πεπερασμένο σώμα
μα αν με ρωτάς τι λαχταρώ: να μείνω λίγο ακόμα.

~.~

Η ΝΥΜΦΗ

Περνά περνά μια νύμφη,
αδράξτε τον αέρα
γευτείτε το απαλό της πάτημα·
σπάει σαν ρόδι ο θόλος του ουρανού
για μια βραδιά και μόνο
κι όποιος τη χάσει χάνει την πνοή του.

(Το δέρμα που αγαπάς
σωστά στην άνοιξη το ζήτησες,
αν είναι αλήθεια οι μύθοι των Ελλήνων
κι η ζάλη που τρυγά τη φαντασία σου.)

Προσπέρασε· στα διχασμένα φύλλα
στα ανήσυχα νερά τη νιώθω ακόμα.
Είχαν πλαγιάσει τα παιδιά μας
είχαν τα αλεπουδάκια κοιμηθεί
δεν ήρθαν νέα απ’ τα πουλιά
και ποιος μπορεί να δει
στο κάτω κάτω της γραφής τα αερικά;

~.~ (περισσότερα…)

Ξενοζηλία καί ὑποτέλεια: Σκέψεις γιά τό παρόν καί τό μέλλον τῆς ἑλληνικῆς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Σέ μιά πρώτη ματιά, ἡ σημερινή μας συνάντηση φαντάζει πράγμα ἀταίριαστο. Ἡ κρίση πού διέρχεται ἡ χώρα εἶναι ὁλοκληρωτική. Τίποτε δέν μαρτυρεῖ ὅτι θά ξεπεραστεῖ σύντομα. Τί θέλουν λοιπόν οἱ συζητήσεις γιά τά ἑλληνικά καί τήν ὀρθογραφία τους αὐτή τή στιγμή πού ἄλλα, στοιχειωδέστερα, διακυβεύονται;

Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ συζήτησή μας μοιάζει, εἰδικά αὐτή τή στιγμή, ὡς ἀπολύτως προσήκουσα – θά ἔλεγε κανείς ἀναγκαία. Στό μέτρο πού τούς ἀναλογεῖ, οἱ περιπέτειες τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀποτελοῦν κι αὐτές μέρος τῆς γενικῆς κακοδαιμονίας μας, συνιστοῦν μιά ὄψη, μιά πλευρά τῆς πολυεδρικῆς μας κρίσης. Δίπλα στήν οἰκονομική καί τήν κοινωνική, δίπλα στή θεσμική καί τήν ἠθική, ὑπάρχει δηλαδή καί ἡ γλωσσική κρίση, καί αὐτή δέν εἶναι διόλου ἀμελητέα.

Μιλῶ γιά γλωσσική κρίση, προσοχή, ὄχι γιά γλωσσικό ζήτημα ἤ γλωσσικό πρόβλημα. Οἱ ὅροι αὐτοί, οἱ ἐπιβεβαρημένοι ἀπό τό παρελθόν, εἶναι παντελῶς ἀκατάλληλοι γιά νά περιγράψουν τή σημερινή μας κατάσταση. Συντελοῦν στή συσκότιση, ὄχι στόν φωτισμό της. Ὅταν φέρ’ εἰπεῖν κάνουμε λόγο γιά τίς τύχες τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας σήμερα, ειδικότερα τοῦ ἱστορικοῦ τονισμοῦ, καί ἐπιχειρηματολογοῦμε ὡσάν νά ἐπρόκειτο γιά συνέχεια τῆς διαμάχης μεταξύ καθαρολόγων καί δημοτικιστῶν, χάνουμε ἐντελῶς ἀπό τό ὀπτικό μας πεδίο τήν εἰδοποιό διαφορά τῆς σημερινῆς κρίσης ἀπό τά προβλήματα πού μᾶς ταλάνισαν κατά τό παρελθόν. Ὡστόσο, εἶναι σαφές. Ἡ δισχιλιετής ἔριδα ἀττικιστῶν καί ὀπαδῶν τῆς δημώδους ἔχει ὁριστικά λήξει. Ὅσοι τή διατηροῦν στή ζωή, ἀναρριπίζοντας σκουριασμένα ἐπιχειρήματα ἤ ἐφευρίσκοντας φανταστικούς ἀντιπάλους, λ.χ. τήν τάση τοῦ λεγόμενου «νεοκαθαρευουσιανισμοῦ», τό κάνουν συνήθως ἀπό κεκτημένη ταχύτητα – ἤ καί ὑπολογισμένη ἰδιοτέλεια. Βλέπετε, τό ἀντικείμενο τοῦ παλαιοῦ διαξιφισμοῦ ἐξέλιπε, μερικοί ὅμως ἀπό τούς πάλαι ποτέ ξιφομάχους μακροημερεύουν καί ἐξακολουθοῦν νά διεκδικοῦν τήν προσοχή τῆς δημοσιότητας.

Ἐπιπλέον, στό διχαστικό αὐτό σχῆμα πού κληρονομήσαμε ἔχει προστεθεῖ τελευταῖα καί ἕνα ἄλλο, εἰσαγόμενο καί ἐξίσου ἄσχετο, τό δίπολο ἐθνικιστῶν καί ἀντεθνικιστῶν. Κατά τή γνώμη τῶν πιό μονολιθικῶν ἀπ’ αὐτούς τούς δεύτερους, ὅποιος σήμερα διατυπώνει ἀνησυχία γιά τό μέλλον τῆς ἑλληνικῆς, εἶναι φανερός ἤ κρυφός θιασώτης τοῦ ἐθνικισμοῦ. Καί ἐνῷ οἱ ἴδιοι κόπτονται, καί ὀρθά, γιά τήν ἐξαφάνιση τῶν μειονοτικῶν γλωσσῶν καί ἰδιωμάτων, τούς κινδύνους πού ἀφοροῦν τίς ἐθνικές γλῶσσες τούς ἀποσιωποῦν. Τήν ἴδια στιγμή ἀντιμετωπίζουν τήν ἐπέλαση τῆς ἀγγλικῆς στήν καλύτερη περίπτωση μέ συγκαταβατική ἀπάθεια, ἄν ὄχι μέ διεθνιστική χαιρεκακία. Ὅσο γιά τούς πρώτους, τούς «ἐθνικόφρονες», γραφικοί καί ἀσόβαροι ὅπως εἶναι στήν πλειονότητά τους, μόνο στό νά κρατοῦν ζωντανή τήν κινδυνολογία καί τόν φανατισμό τῶν σταυροφόρων τοῦ ἀντεθνικισμοῦ χρησιμεύουν. (περισσότερα…)