ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Howard Nemerov (1920-1991), Δέντρα

*

Δέντρα

Γίγαντας νά εἶσαι καί νά σιωπᾶς γι’ αὐτό,
Νά παραμένεις στή θέση σου·
Νά ὑπερασπίζεσαι τή σταθερή παρουσία τῆς διεργασίας
Καί πάντοτε νά μοιάζεις ἴδιο·
Νά εἶσαι ἀκίνητος σάν βράχος καί πάντοτε τρεμουλιάζοντας,
Ἔχοντας τήν σκληρή ἐμφάνιση τοῦ θανάτου
Μαζί μέ τή μαλακιά, ρέουσα φύση τῆς ἀνάπτυξης,
Ὕπαρξη ὄντας παραπλανητικά ὁπλισμένη,
Κάποιου πού Γίνεται παραπλανητικά τρωτός·
Νά εἶσαι τόσο ἄκαμπτος καί νά δέχεσαι τόσο καλά τό φῶς,
Δωρεάν προσφέροντας ἀπαγορευμένη γνώση
Τόσων πολλῶν πραγμάτων γιά τόν ουρανό καί τή γῆ
Γιά τά ὁποῖα διαφορετικά δέ θά εἴχαμε καμιά λέξη –
Ποιήματα ἤ ἄνθρωποι σπανίως εἶναι τόσο ἀξιαγάπητοι
Ἀκόμη κι ὅταν ἔχουν ὑπέροχες ποιότητες
Τείνουν ἀντί νά σοῦ δίνουν παράδειγμα νά διηγοῦνται
Ἐκεῖνα πού οἱ ἴδιοι πιστεύουν πώς εἶναι,
Ἐνῶ ἀπό τήν συγκινητική σιγή τῶν δέντρων,
Σέ θύελλα ἤ γαλήνη, φυλλωμένα ἤ γυμνά
Μέρα ἤ νύχτα, συνάγουμε τά δικά μας συμπεράσματα,
Ὑποστηρικτικά κι ὅπως ἡ ἀναπνοή μας ἀπαρατήρητα
Κι ἐπίσης κινδυνώδη – ἄν καί οὐδέποτε ὑπῆρξε
Δέντρο ἀποφασιστικῆς σημασίας – γιά τή φύση τῶν πραγμάτων. (περισσότερα…)

Ο αυτόχειρας

*

Είμ’ ένας απ’ αυτούς που ναυαγήσαν
Και σιωπούν μέσα σε χίλια δάση.
Είμ’ ένας απ’ αυτούς που έχουν πνιγεί
Και άλλη οδύνη πια δεν θα γεννήσουν.

Μας εσείς για το καράβι κάνετε τέτοια χαρά ;
Λεκιάζει τη θάλασσα με το πανί του.
Εγώ σε βαθύτερο θέλω βυθό
Να γίνω λιώμα, κομμάτια, αόμματο χιόνι.

(περισσότερα…)

Emmy Hennings, Η τελευταία χαρά

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΤΖΑΚΟΣ

~.~

Σύμφωνα με τον Χέρμαν Έσσε, τα βιβλία της προκαλούσαν ενθουσιασμό, συγκίνηση και αγάπη. Κι όμως το λογοτεχνικό έργο της Έμμυ Χέννιγκς (1885-1948) πέρασε στη σκιά κι αν μνημονεύεται πια είναι ως μούσα των πρώτων εξπρεσιονιστών και ως συνιδρύτρια του κινήματος DADA και του Cabaret Voltaire από κοινού με τον σύζυγό της Ούγκο Μπαλ. «Μια φωνή, που μπορεί να πηδήξει πάνω από πτώματα και να τα περιγελάσει με ψυχωμένο κελάηδημα, όπως ένα καναρίνι», έγραφε μια κριτική της εποχής για την περφόρμανς της.

Γεννημένη στο Φλένσμπουργκ, υπήρξε ηθοποιός σε περιοδεύοντα θίασο ώσπου να καθιερωθεί στα καλλιτεχνικά καμπαρέ του Μονάχου και, κατόπιν, του Βερολίνου. Εθισμένη στη μορφίνη και τον αιθέρα, έζησε την μποέμικη ζωή μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο πιστή στην καθαρά αντιαστική ιδεολογία της –δεν μεγάλωσε η ίδια το παιδί της–, δούλεψε επίσης ως μοντέλο για ζωγράφους και, περιστασιακά, ως πόρνη.

Ερωμένη και πηγή έμπνευσης πολλών εξπρεσιονιστών, το όνομά της συνδέθηκε με ονόματα όπως του Γιοχάννες Ρ. Μπέχερ, για τον οποίο ήταν «η ξανθιά μούσα» του, του Γκέοργκ Χάυμ, του Φέρντιναρντ Χάρντεκοπφ (Siurlai), του αναρχικού Έριχ Μύζαμ, που την αποκάλεσε «ερωτική ιδιοφυΐα» και του «προστατευομένου» της Γιάκομπ φον Χόντις, στον οποίο πιστώνεται η επινόηση των πρώτων εξπρεσιονιστικών τρόπων. Η πολύχρονη ενασχόλησή της με τον καθολικισμό εξάλλου, ώθησε αυτόν τον τελευταίο στα πρώτα συμπτώματα της τρέλας που έβαλαν τέλος στην καριέρα του. Και η ίδια όμως κατέληξε δύο φορές στην φυλακή, βοηθώντας φίλους της να αποφύγουν την υποχρεωτική στράτευση και να μεταναστεύσουν από τη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Με τον Ούγκο Μπάλ συναντήθηκε γύρω στο 1913, όταν εκείνος αγόρασε την πρωτόλεια ποιητική της συλλογή, που κυκλοφορούσε χειρόγραφη, δεμένη σε μετάξι. Η Τελευταία χαρά είναι η πρώτη της τυπωμένη συλλογή και εκδόθηκε τον ίδιο χρόνο. Σ’ αυτήν κυριαρχεί ο εξομολογητικός τόνος που χαρακτηρίζει όλα τα γραπτά της, ακόμα και τα πεζά.

Το ζευγάρι μετακόμισε στη Ζυρίχη το 1915. Τον επόμενο χρόνο βρίσκουμε τη λέξη DADA για πρώτη φορά στο ημερολόγιο του Μπαλ. Με τη συνεργασία των Τριστάν Τσαρά, Χανς Αρπ κ.ά. ιδρύουν το Cabaret Voltaire. Το 1920 παντρεύτηκαν, επτά χρόνια πριν το θάνατο του Μπαλ. Την καλλιτεχνική τους περιπέτεια διέσωσε η Έμμυ Χέννιγκς σε μια σειρά αυτοβιογραφικών κειμένων, με αρκετές όμως – προφανώς ηθελημένες– ανακρίβειες. Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο εκδοτικός οίκος Wallstein επανέκδοσε το έργο της (πεζά, ποίηση και αλληλογραφία) σε 4 τόμους.

*

*

~.~

ΑΙΘΕΡΑ ΣΤΡΟΦΕΣ

Τώρα πρέπει να πέσω απ’ την μεγάλη σφαίρα.
Εξάλλου είναι μεγάλη γιορτή στο Παρίσι.
Το Gare de l’ Est ο κόσμος έχει πλημμυρίσει,
πολύχρωμες, μεταξωτές σημαίες κυματίζουν στον αέρα.
Ανάμεσα τους όμως δε συχνάζω.
Στο μεγάλο διάστημα πετώ.
Σε κάθε όνειρο τρυπώνω εγώ
και χίλια πρόσωπα διαβάζω.
Μεσ’ στη μιζέρια, κάποιος άρρωστος είναι ξαπλωμένος.
Το τελευταίο του βλέμμα με υπνωτίζει.
Μια καλοκαιρινή μέρα λαχταράμε, που δε γυρίζει…
Μαύρος σταυρός στην κάμαρα είναι απλωμένος. (περισσότερα…)

Ελίζαμπεθ Τζέννινγκς (1926-2001), Οἱ Ἐχθροί

*

Χτές τή νύχτα διέσχισαν τόν ποταμό καί εἰσβάλανε στήν πόλη.
Οἱ γυναῖκες ἀγουροξυπνημένες
μέ φῶτα ἀναμμένα καί φαγητό. Διασκέδασαν τή μπάντα,
δίχως ἐρωτήσεις τί εἶχαν ἔρθει νά πάρουν οἱ ἄντρες
ἢ ποιά ἄγνωστη γλώσσα μιλοῦσαν
ἢ γιατί μπῆκαν τόσο αἰφνίδια μέσ’ ἀπό τήν ξηρά.

Τώρα τό πρωί ὁλόκληρη ἡ πόλη βρίθει
ἱστοριῶν γιά τήν ξαφνική καί σκοτεινή εἰσβολή·
οἱ γυναῖκες λένε πώς κανείς ξένος δέν εἶπε
τήν αἰτία τοῦ ἐρχομοῦ του. Ἡ κατάληψη
δέν εἶχε σκοπό τήν ἐρήμωση:
ἐπιπλέον ἡ εἰρήνη εἶναι φανερή σέ ἑστίες καί ἀγρούς.

Ὡστόσο ἡ πόλη ὁλόκληρη εἶναι στοιχειωμένος τόπος.
Ἄνθρωπος συναντάει ἄνθρωπο μιλώντας καχύποπτα. Παλιοί φίλοι
ἐξαφανίζουν τά εἰλικρινῆ βλέμματα ἀπό τά πρόσωπά τους.
Στίς χειραψίες καμιά θέρμη·
καθένας συλλογᾶται, «Καλύτερα νά κρυφτῶ μήπως
οἱ ξένοι τοῦτοι δά στήσουν τά σπιτικά τους στό νοῦ ἐκεινῶν
πού στά σπίτια τους ἔμπαινα. Καλύτερα νά τραβήξω τά στόρια
μπάς καί οἱ ἄγνωστοι στοιχειώσουν καί τό δικό μου σπίτι».

Poems, 1953

~.~

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

*

*

*

Αλεξάντρ Μπλοκ, Στον ναό των χρυσών ονείρων

*

Τρία ποιήματα από την ομώνυμη συμφωνική καντάτα

Μετάφραση-Επίμετρο: ΞΕΝΙΑ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΟΥ

~.~

«Στους αγρούς δια παντός αποσύρθηκες»

Στους αγρούς δια παντός αποσύρθηκες.
Αγιασθήτω τ’ Όνομά Σου!
Του λιογέρματος κόκκινα δόρατα
Ξανατείναν επάνω μου λόγχες.
Μοναχά στο χρυσό Σου σουραύλι,
Μαύρη μέρα, τα χείλη αποθέτω.
Κι αν παράκληση άλλη δε μένει,
Άπελπις, στον αγρό θα ξαπλώσω.
Θα διαβείς, με τη χρυσή πορφύρα,
Κάποιου άλλου πια, μάτια ν’ ανοίξεις.
Στον ενύπνιο κόσμο, μια πνοή άφησέ μου,
Τη θαμβώδη σου οδό ν’ ασπαστώ…
Την ψυχή μου, ω! πάρε, σκουριά την τρώει!
Με αγίους να με ενταφιάσεις,
Συ, στεριών και πελάγων κρατούσα
Σταθερά, με τη Χείρα λεπτή!

16 Απριλίου 1905

(περισσότερα…)

Αναλογισμοί για την παρούσα κατάσταση του κόσμου

*

Ι

Τόσα και τόσα εκπληκτικά έχουν χαθεί
που για τα πλήθη θαύματα φαντάζαν
αλώβητα απ’ τους κύκλους της σελήνης
που τα κοινά και τα μικρά σκορπούν. Νά εκεί
μες σε μαρμάρινα και χάλκινα στολίδια
στεκόταν ένα ξόανο απ’ αρχαία ελιά,
πια η ελεφάντινη θεά πάει του Φειδία,
παν και τα ολόχρυσά τζιτζίκια στα μαλλιά.

Νέοι παιχνίδια είχαμε ωραία κι εμείς·
αρχές αδιάφορες για εγκώμια και ψόγους,
ρεγάλα κι απειλές· ζέση ικανή να λειώσει
σαν ήλιος το κερί κάθε αδικία της γης·
λέγαμε η γνώμη η κοινή θέλει καιρό
για να μας κρίνει, όμως θα ωριμάσει.
Τι ιδέα λαμπρή η ιδέα μας πως πια έχουν λείψει
μπράβοι, κακούργοι και ζαβοί απ’ τον κόσμο αυτό.

Ξεδοντιασμένοι ξαφνικά, γυμνοί διαμιάς
κι όλη η φριχτή στρατιά τους για το θεαθήναι·
τι κι αν υνιά δεν γίναν τα κανόνια ώς τώρα;
δεν βλάπτει, πίστευαν βουλή και βασιλιάς,
λίγο μπαρούτι πού και πού, χαρά στο πράμα,
για να ξεσκάν κι οι καημένοι οι σαλπιγκτές.
Μα και των ίππων της φρουράς μπορεί έτσι κάπως
να ξεμουδιάσουνε οι νυσταλέες οπλές.

Τώρα τις μέρες μας δράκοι τις κατοικούν,
διαρκώς στον ύπνο μας καλπάζουν εφιάλτες:
μες στο μεθύσι του μια μάνα ένας στρατιώτης
σφάζει στην πόρτα της και δεν τον ενοχλούν·
ιδρώνει η νύχτα από τον τρόμο όσο και πριν,
προτού συλλάβουμε την υψηλή θεωρία
περί ειρήνης που εφεξής το παν θα διέπει,
σαν τις νυφίτσες μες στον λάκκο ούτως ειπείν.

Αυτός που βλέπει τα σημάδια και τυφλά
στην ημιπλάνη δεν βουτά μιας κούφιας νάρκης·
αυτός που ξέρει ότι απ’ τα έργα μας κανένα
δεν διαρκεί, όση προσπάθεια και δουλειά,
όσα λεφτά κι υγείες κι αν χαραμιστούν,
αφού καμιά τιμή ή μνημείο δεν αντέχει,
παρηγοριά έχει μια μονάχα: οι θρίαμβοι όλοι
στης μοναξιάς το φάσμα πάνω ναυαγούν.

Κι ωστόσο, την παρηγοριά πού να τη βρεις;
Ερωτευόμαστε εκείνο που πεθαίνει,
τι άλλο να ειπωθεί; Στη χώρα αυτή μια μέρα,
το ’χεις κι εσύ σκεφτεί κι ας μην τ’ ομολογείς,
φανατισμένα χέρια, χέρια εμπρηστικά
στη ρημαγμένη Ακρόπολη φωτιά θ’ ανάψουν,
την ελεφάντινη θεά θα κομματιάσουν,
θα ξεπουλήσουν τα τζιτζίκια τα χρυσά. (περισσότερα…)

Ουίλλιαμ Σ. Μέργουιν, Βροχή Φωτός


*

Ὁλημέρα τ’ ἄστρα παρακολουθοῦν ἀπό πολύ παλιά
ἡ μητέρα μου εἶπε Φεύγω τώρα
ὅταν εἶσαι μόνος θά εἶσαι καλά
εἴτε τό γνωρίζεις εἴτε ὄχι θά γνωρίσεις
κοίταξε τό παλιό σπίτι στήν αὐγινή βροχή
ὅλα τά λουλούδια εἶναι μορφές νεροῦ
ὁ ἥλιος μέσα ἀπό ἕνα λευκό σύννεφο τίς θυμίζει
ἀγγίζει τίς συρραφές ἀνάμεσα σέ διάσπαρτα μπαλώματα πάνω στό λόφο
τά πλυμένα θαμπά χρώματα τῆς πέραν τοῦ θανάτου ζωῆς
πού ζοῦσαν ἐκεῖ πολύ πρίν ἀπό την γέννησή σου
δές πῶς ξυπνοῦν δίχως καμιά ἐρώτηση
ἀκόμα κι ἄν ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἀναφλέγεται

The Shadow of Sirius, 2008

Γυρισμένο στά Ἑλληνικά ἀπό τήν Νατάσα Κεσμέτη, Ιανουάριος 2024.
Στήν Μνήμη τῆς ἀδελφῆς της Ἀγαθονίκης.

*

Το ΝΠ σας εύχεται Καλά Χριστούγεννα με ένα ποίημα του William Blake

*

~.~

*

Μπέντζαμιν Ζεφανάια, Γαλοπούλες σταράτες

*

Μετάφραση Δήμητρα Φιλιπποπούλου

~.~

Γαλοπούλες σταράτες

Φερθείτε όμορφα στις γαλοπούλες σας τα Χριστούγεννα που ’ρχονται.
Απλά θέλουν κι αυτές να περάσουν καλά.
Οι γαλοπούλες είναι τέλειες, είναι απίθανες οι γαλοπούλες
και κάθε γαλοπούλα έχει μια Μαμά.
Φερθείτε όμορφα στις γαλοπούλες σας τα Χριστούγεννα που ’ρχονται.
Μην τις φάτε, κρατήστε τες στην ζωή,
Θα μπορούσες να είσαι συ, φίλε, άδειο το πιάτο σου στείλε,
πες «Γιο!», Γαλοπούλα, είμαι για σένα εκεί.
Είναι φίλοι πολλοί, γαλοπούλες κι αυτοί
και όλοι τους φοβούνται τα Χριστούγεννα.
Θέλουν να τα απολαύσουν, λένε, γιατί οι άνθρωποι να τα χαλάσουν;
Και οι άνθρωποι τα μυαλά τους έχουν χάσει.
Ναι, είναι φίλοι πολλοί, γαλοπούλες κι αυτοί,
όλοι έχουν δικαίωμα να έχουνε ζωή,
όχι μετάλλαξη γενετική, για πάντα σε κλουβί,
από έναν αγρότη και την κυρά μαζί. (περισσότερα…)

Ματσούο Μπάσο, Χάικου (Μετάφραση Ηλίας Κεφάλας)

*

Η καλή μετάφραση, και δη η ποιητική, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο κατ’ εξοχήν ορισμός της απιστίας. Ξεκινάω έτσι το σχόλιό μου, έχοντας μπροστά μου κάποια από τα χάικου του Ματσούο Μπάσο(1644-1694), για να καταδείξω τη ματαιότητα της όσο το δυνατόν πιο πιστής μετάφρασης και μάλιστα μέσω μιας άλλης γλώσσας. Κι αυτό συμβαίνει επειδή πολλές λέξεις και πολλές χειρονομίες δεν ταιριάζουν νοηματικά ή ηχοχρωματικά από τη μία γλώσσα στην άλλη. Όσον αφορά στη διάσωση των υπαινιγμών και την έκταση των συλλαβών τους, θα χρειαστεί πολλές φορές είτε να αφαιρεθεί κάτι ή να προστεθεί, ώστε το ποίημα να διαφυλάξει την ορατή και αόρατη αρτιμέλειά του και να έχει, εν τέλει, κάτι να πει στη νέα γλωσσική του εκδοχή. Θέλω να πω ότι δεν μεταφέρονται μόνο οι λέξεις από τη μία γλώσσα στην άλλη, αλλά και οι αισθήσεις του ποιήματος, η εν γένει ατμόσφαιρα, η οποία θα πρέπει να προσαρμοσθεί στην αντίληψη και την ευαισθησία του μεταφραστή. Επί πλέον στη μεταφορά του ποιήματος στη νέα γλώσσα θα πρέπει να διασωθεί πρωτίστως η πηγή του, δηλαδή η έμπνευση του ποιητή, το βαθύ ποιητικό κύτταρο, και, αν θελήσουμε να διατηρήσουμε το απαραίτητο ειδολογικό χαρακτηριστικό των πέντε-επτά-πέντε συλλαβών, τότε θα μας επιτραπεί να θυσιάσουμε πολυλογίες και άλλα σχήματα που δεν χωρούν στο θεσπισμένο καλούπι, για να προστατεύσουμε έτσι την αρχική ποιητική στιγμή. Γι’ αυτό μιλώ για μεταμόρφωση του αρχικού ποιήματος σε μια νέα θεώρηση και προβολή με λίγες ή πολλές απιστίες στην εκφορά των καταβολών του. Η τιμή, όμως, ανήκει πάντα στον αρχικό ποιητή, στον μεταφραζόμενο, και η δοκιμασία στον μεταφραστή, ο οποίος παραδίδει ένα νέο κείμενο, που τίθεται κι αυτό μέσα στα λογοτεχνικά κεκτημένα του. Γνωρίζω πως πολλά από αυτά τα χάικου έχουν μεταφραστεί θαυμάσια στη γλώσσα μας από έγκυρους μεταφραστές, αλλά εδώ ας μου επιτραπεί να παραθέσω τη δική μου εκδοχή.
Η μεταφορά και μετα-μόρφωση των ως άνω ποιημάτων έγινε από την αγγλική έκδοση του μεταφραστή Hart Larrabee, Haiku illustrated, Amber books, London 2020.  — ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

(περισσότερα…)

Χάρλεμ και Γάζα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Κλωντ ΜακΚαίυ γεννήθηκε στην Τζαμάικα το 1890 και αναδείχθηκε στις ΗΠΑ ως ποιητής και πεζογράφος. Συνδέθηκε με το Χάρλεμ της Νέας Υόρκης και συνέβαλε στο καλλιτεχνικό πνεύμα των Αφροαμερικανών της συνοικίας, το οποίο έγινε γνωστό αργότερα ως η «Αναγέννηση του Χάρλεμ». Ο ΜακΚαίυ δημοσίευσε το σονέτο «If we must die» το 1919 στο αριστερό περιοδικό The Liberator. Ήταν την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου κι ο ποιητής έβλεπε τους μαύρους κληρωτούς να γυρίζουν τότε στις ΗΠΑ μόνο και μόνο για να βρεθούν αντιμέτωποι με ρατσιστικές διακρίσεις και φονικά πογκρόμ. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, το «If we must die» έγινε από τα δημοφιλέστερα σημεία αναφοράς του αφροαμερικάνικου κινήματος.

Ο Ρεφάτ Αλαρίρ γεννήθηκε στη Γάζα το 1979, όπου και δίδαξε φιλολογία και δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο. Συνέγραψε λογοτεχνικά έργα και άρθρα σχετικά με το παλαιστινιακό. Τον Νοέμβριο του 2023 ανάρτησε στο Τουίτερ το ελευθερόστιχο ποίημα του «If I must die», εν μέσω της σύγκρουσης μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων.

Ο Κλωντ ΜακΚαίυ πέθανε το 1940 έχοντας αναγνωριστεί ως σημαντικός λογοτέχνης. Ο Ρεφάτ Αλαρίρ σκοτώθηκε τον Δεκέμβριο του 2023 από βομβαρδισμό του ισραηλινού στρατού.

(περισσότερα…)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Τέσσερα σονέτα

*

Απόδοση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

127

Το μαύρο στους παλιότερους δεν άρεσε πολύ,
κι αν άρεσε της ομορφιάς τ’ όνομα δεν του δίναν·
μα τώρα έχει του θρόνου της την πλήρη κατοχή,
οι νέοι σκηπτούχοι τ’ όμορφο το νόθευσαν, το αισχύναν.

Στο άσχημο η Τέχνη δάνεισε πρόσωπο νέο, πλαστό,
της Φύσης σφετερίστηκε τη νόμιμη εξουσία
και πια δεν έχει η ομορφιά όνομα ή ιερό
και μέσα στην ασέβεια ζει ή και στην ατιμία.

Έχει η κυρά μου ίσως γι’ αυτό σαν πένθιμα πουλιά
μάτια και φρύδια ολόμαυρα: για να πενθεί κι εκείνη
όσους αλαζονεύονται με κάλλη τεχνητά
και δυσφημούν την πλάση αυτή με την ψευδή τους φήμη.

Μα τόσο τούτο το βαρύ το πένθος τής ταιριάζει
που όλα τα χείλη έχουν να πουν: η ομορφιά έτσι μοιάζει. (περισσότερα…)