ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Πάμπλο Νερούδα, ο μύθος κι ο άνθρωπος

5f8d07886f1f1808e8421c730397ece3_xl

~.~

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ ~.~

Νερούδα, δράμα, 2016, διάρκεια: 107′
σκηνοθεσία: Πάμπλο Λαραΐν
σενάριο: Γκιγιέρμο Καλντερόν

Είναι δύσκολο να κρίνει κανείς μια ταινία που προσφέρει μια διαφορετική κι αναπάντεχη ίσως οπτική για ένα τόσο αναγνωρισμένο και δημοφιλές πρόσωπο όσο ο Νερούδα. Ακόμη δυσκολότερο είναι να κατορθώσει ο θαυμαστής ή και λάτρης του Χιλιανού ποιητή να διατηρήσει μια όσο το δυνατόν νηφάλια προσέγγιση που θα του επιτρέψει μια δίκαιη και ειλικρινή ματιά στο έργο, δίχως εκ των προτέρων διαμορφωμένες κρίσεις και προκαταλήψεις.

Ομολογουμένως, στην κινηματογραφική αίθουσα προσήλθαμε με την ιδιότητα του ανθρώπου που γνωρίζει κι έχει μεταφράσει ποίηση του Νερούδα και τον αγαπά, για να διαπιστώσουμε όμως σύντομα πως αυτήν την ιδιότητα πρέπει να την αφήσουμε για λίγο στην άκρη, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την ταινία του Λαραΐν  και να ‘κερδίσουμε’ κάτι από αυτήν.

Η ταινία αναφέρεται στην περίοδο της πολιτικής καταδίωξης του Νερούδα, ξεκινώντας λίγο πριν την έκδοση εντάλματος για τη σύλληψή του και φτάνοντας ώς την επιτυχή –μετά από επανειλημμένες προσπάθειες– διαφυγή του στην Αργεντινή. Αναμειγνύοντας πραγματικά γεγονότα με αρκετή φαντασία, ‘ποιητικότητα’ και –κάποτε– σουρεαλισμό, η ταινία προκάλεσε αντικρουόμενες μεταξύ τους αντιδράσεις. Άλλοι την θεώρησαν εν πολλοίς ‘εκτός θέματος’, διατεινόμενοι πως πρωταγωνιστής γίνεται, αντί για τον ποιητή, ένα  δευτερεύον πρόσωπο. Άλλοι είδαν στον Νερούδα του Λαραΐν μια καρικατούρα του δημιουργού του Γενικού Άσματος, ενώ άλλοι, αντιθέτως, έκαναν λόγο για θεοποίησή του. Πολύ εύκολα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί κάτι από αυτά, εφόσον έμενε σε μια επιφανειακή κι αποσπασματική κρίση της ταινίας.

Είναι γεγονός ότι –αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς δεδομένου του τίτλου της ταινίας– στο προσκήνιο φαίνεται να είναι ο αστυνομικός διευθυντής και διώκτης του Νερούδα, Περουσονό. Ας προσέξουμε, εξάλλου, ότι ο Περουσονό είναι ο αφηγητής, τη δική του αφήγηση ακολουθούμε. Από την άλλη, ο σκηνοθέτης βάζει τον ίδιο το χαρακτήρα να δίνει στον θεατή το κλειδί που ξεκλειδώνει το ρόλο του στην ταινία: «ο Νερούδα, λέγοντας το όνομά μου, με έκανε από δευτερεύοντα ρόλο, πρωταγωνιστή». Στην ταινία του Λαραΐν καλούμαστε να γνωρίσουμε τον Νερούδα μέσα από τα μάτια των άλλων: των συζύγων του, των φίλων του, τυχαίων γνωριμιών του, των πολιτικών συντρόφων του, των επικριτών του, ακόμη και του διώκτη του. Στο επίκεντρο όμως είναι ο Νερούδα.

Ακόμη ευκολότερα μπορεί να παρασυρθεί κανείς και να μιλήσει για διακωμώδηση του προσώπου, βλέποντας έναν Νερούδα να συχνάζει σε οίκους ανοχής και να απολαμβάνει μεθυσμένος την παρέα γυμνών γυναικών σαν σε αρχαιοελληνικό συμπόσιο, έναν Νερούδα neruda_trailerνα μεταμφιέζεται σε Λώρενς της Αραβίας, έναν Νερούδα να πίνει και να φωνάζει σαν ‘άξεστος’ campesino ή να ντρέπεται για τη μεγάλη του κοιλιά. Ωστόσο, έχοντας ως αφετηρία αφενός τη διαπίστωση ότι καμία ταινία και κανένα έργο δεν μπορεί (πλέον) να βλάψει έναν Νερούδα, αφετέρου το ότι ο σκηνοθέτης είναι συμπατριώτης του ποιητή και δεν θα υπήρχε λόγος (πλέον) να επιχειρήσει την όποια ‘δυσφήμισή’ του, δεν μπορούμε παρά να αναζητήσουμε περαιτέρω τους λόγους μιας τέτοιας παρουσίασης. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι επιχειρείται η μετακίνηση από το Μύθο του Νομπελίστα ποιητή και διωκόμενου πολιτικού στον άνθρωπο Νερούδα, με τις αδυναμίες και τα πάθη που ως άνθρωπος θα πρέπει (κι αυτός) να είχε.

Όσο για εκείνους που κάνουν λόγο για μυθοποίηση του Νερούδα στην ταινία, εύκολα μπορεί να παραστρατήσει ο θεατής και να το υποθέσει, παρακολουθώντας μια πρώτη σύζυγο του ποιητή να παραληρεί υπέρ του, περιφρονημένους ανθρώπους των οίκων ανοχής να κλαίνε από συγκίνηση για την ανθρωπιά του, φτωχούς και αδικημένους να τον αγαπούν και να τον βοηθούν να αποδράσει ή και τον ίδιο τον διώκτη του να υποκύπτει στη γοητεία του χαρακτήρα του. Μάλιστα η δεύτερη σύζυγος του ποιητή, Ντέλια ντελ Καρρίλ, παρουσιάζεται να λέει στον αστυνόμο πως δεν την νοιάζει αν την σκοτώσουν γιατί ο Νερούδα έχει γράψει για εκείνην, επομένως είναι αθάνατη (στην ταινία οι προσωπικότητες της δεύτερης και της τρίτης συζύγου του Νερούδα συμφύρονται). Έτσι, ο ποιητής είναι εκείνος που, σαν άλλος θεός, αποφασίζει για την μελλοντική ύπαρξη ή μη των προσώπων, κάτι που δεν απέχει πολύ απ’ την αλήθεια. Ίσως λοιπόν ο σκηνοθέτης να πρόσθεσε τις κωμικές σκηνές που αναφέραμε παραπάνω, ακριβώς για να αποφύγει μια μονομερή κι εκθειαστική αποτύπωση της προσωπικότητας και  να επιτύχει μια πιο ισορροπημένη ματιά.

Αναμφισβήτητα, η ταινία συνιστά αποσπασματική προσέγγιση της προσωπικότητας του Νερούδα. Για παράδειγμα αποτυπώνει τις ιδιότητές του ως ποιητή και πολιτικού, αλλά αποσιωπά εκείνην του διπλωμάτη. Άλλος ένας λόγος ‒δεδομένων των σύγχρονων πολιτικών ηθών‒ να γίνει πιστευτή μια καρικατούρα του. Ακόμη, διπλωματικά αποφεύγεται το θέμα του αμφιλεγόμενου θανάτου του ποιητή (πιθανότατη δολοφονία κατ’ εντολή του δικτάτορα Πινοτσέτ). Ωστόσο, μια προσπάθεια πλήρους, εμπεριστατωμένης και αντικειμενικής παρουσίασης της προσωπικότητας θα αποτελούσε κάλιστα το αντικείμενο, όχι διατριβής, αλλά εγκυκλοπαίδειας.

Παράλληλα, σε μια αποσπασματική παρουσίαση δεν θυσιάζεται απαραιτήτως η Αλήθεια. Αυτήν την Αλήθεια τη μαθαίνει ο θεατής μέσα από το συμβολισμό της καλύτερης (κατά την ταπεινή μας γνώμη) σκηνής της ταινίας, τόσο από απόψη σκηνοθεσίας, όσο και ερμηνείας. Δεν είναι άλλη, από τη σκηνή όπου ένας τραβεστί ανακρίνεται από τον Πpablo-nerudaερουσονό και περιγράφει την εμπειρία του από τη σύντομη συνάντησή του με τον ποιητή: έναν ποιητή που του συμπεριφέρθηκε «ανθρώπινα», «ως ίσο προς ίσο», σε ένα διάλογο «μεταξύ καλλιτεχνών».

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πώς ήταν ο Νερούδα ως άνθρωπος. Το γεγονός όμως ότι για το καθεστώς ήταν τόσο επικίνδυνος και για το λαό τόσο αγαπητός, δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τη συνέπειά του απέναντι στην ιδεολογία του. Ο Νερούδα δεν ήταν κομμουνιστής. Ήταν ο αριστερός με το όραμα, ο ποιητής που έγραψε για τη χώρα του, τον εργάτη και τον αυτόχθονα πληθυσμό, ο πολιτικός που αγωνίστηκε εντός των συνόρων και ως εξόριστος για τους λιγότερο ή μη προνομιούχους, ο διπλωμάτης που εκπροσώπησε την πατρίδα του και φρόντισε να διαδώσει τα πάθη της στο εξωτερικό, ο άντρας που ύμνησε τον έρωτα και το γυναικείο σώμα, με μία λέξη, ο Άνθρωπος. Είναι η φωνή που συνοδεύει απαράμιλλα στιγμές προσωπικές και αγωνιστικές για γενεές επί γενεών. Είναι ο Πάμπλο και είναι ο Νερούδα.

Για έναν φιλοσοφικό ορισμό της ύλης

HyperFocal: 0

~ . ~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ   ~ . ~

Δεν είναι ίσως τόσον εύκολο να δοθεί ένας διεξοδικός ορισμός του τι είναι ύλη και όχι απλώς να αποδοθούν μερικά κατηγορούμενα σε αυτήν, εν είδει υποκατάστατου ορισμού. Κάποτε δε μπορεί να είναι και αρκούντως περιπετειώδες μέσα στο χρόνο και την ιστορία της σκέψης, από την άποψη πως όταν μέσω ενός ορισμού επιχειρείται η ανάδειξη της ουσίας της ύλης στον όσον το δυνατόν ακριβέστερο ενδοσχετισμό μιας εννοιολογίας, μένει στο τέλος -και  ακριβώς γι’ αυτό- ένα κενό και μάλιστα, θα έλεγε κανείς στο σημείο εκείνο που φαίνεται πως πληροί με μεγαλύτερη συνέπεια ο ορισμός.

Ας προσπαθήσουμε για λίγο να διατρέξουμε πίσω την ιστορία της φιλοσοφίας στον χρόνο, προτού κατασταλάξουμε σε ορισμένες βεβαιότητες όσον αφορά το πώς τελικώς ορίζεται η ύλη σε φιλοσοφικό επίπεδο, και κατά πόσον η μέση συμβατική εκφορά του όρου στην καθημερινότητα ανταποκρίνεται και σε ανάλογη επίγνωση αυτής της ουσίας της. Προς τούτο, θα σταθούμε σε επιλεγμένα «κομβικά» σημεία της δυτικής φιλοσοφίας, και θα επιχειρήσουμε να δούμε κριτικά σε τι «κερδίζει» και σε τι «χάνει» ο κάθε φιλόσοφος από αυτούς που θα αναφερθούν ως κρίσιμοι όσον αφορά έναν έμμεσο ή άμεσο εκ των σκέψεών τους ορισμό της “ύλης” σε φιλοσοφικό επίπεδο (Αριστοτέλης, Descartes, Spinoza, Kant, Hegel).

Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, εισήγαγε την έννοια «ύλη» με  φιλοσοφική προοπτική, και σε κάθε περίπτωση προσπαθώντας να την  ερμηνεύσει πραγματολογικά. Για τον Αριστοτέλη η ύλη είναι ένα είδος “υπόστασης” των όντων, με την έννοια πως συνιστά, -όπως θα μπορούσαμε να πούμε εμείς- εκείνο που χωρίς την μορφή και την τελεολογία της θα έμενε κάθε φορά  μέσα σε μια πρωταρχική χαοτική κατάσταση. Από αυτήν την άποψη, η ύλη στην πιο καθαρή μορφή της είναι «δυνάμει» στον κόσμο και απαρτίζει το απροσδιόριστο υπόστρωμα κάθε αντικειμένου, ενώ μπορεί να λάβει προσδιορισμούς μόνο στην τελική της εμφάνιση, στην έξοδό της σε «μορφή», τουτέστιν, στην υλοποιημένη μορφή.

Οι αναφορές του Αριστοτέλη έρχονται μέσα από μια θεώρηση μεταφυσικού υλισμού να αποδώσουν με όσον το δυνατόν πιο ακριβή τρόπο «αντικειμενικότητα» στην ύλη, σε πρώτη φάση, παρά και ανεξάρτητα από την αισθητηριακή πρόσληψή της. Ωστόσο μένει ένα κενό εδώ. Αν η ύλη είναι ό,τι απομένει σταθερά εν “δυνάμει”, τότε θα έπρεπε να υπάρχει μόνιμα «κάπου» (οντολογικώς), με την έννοια ότι το “είναι” της εφ’ όσον απολύει κάποια στιγμή τους προσδιορισμούς του για να λάβει άλλους (επειδή “είδος”-μορφή και “ύλη” στον Αριστοτέλη είναι έννοιες αξεχώριστες μεταξύ τους), καθίσταται γι’ αυτό ένα Είναι αδιαφοροποίητο από τον εαυτό του, μια καθαρή αφαίρεση που καίτοι (προ)υποτίθεται η ύπαρξή της, εν τούτοις δεν συναντάται, άμεσα τουλάχιστον, στην φύση.

Γνωρίζουμε, όπως και ο Αριστοτέλης, μόνο την μορφοποιημένη ύλη και αν εξ αυτής εξάγεται ως σταθερό σημείο η δυνάμει απροσδιόριστη ύλη, αυτό είναι κάτι που ανήκει στην περιοχή μιας αφαίρεσης (έστω και αν η “πρώτη ύλη”, για παράδειγμα το “μάρμαρο” σε σχέση με το “άγαλμα”-μορφή, μας προϊδέαζει σχετικώς για μια “πρώτιστη” ύλη, ή ύλη των υλών), και αν θέλουμε να είμαστε απολύτως ακριβείς, μιας αφαιρετικής εικασίας, όσο λαμπρή και αν είναι εν προκειμένω. Ο Αριστοτέλης εδώ στην πραγματικότητα εικάζει, αλλά εικάζει με ιδιοφυή τρόπο, είναι αλήθεια, ακριβώς γιατί προβαίνει σε μια αφαίρεση πολύ ουσιαστική και η υπόθεσή του εμπίπτει με μεγάλη παραστατική δύναμη στην σφαίρα της ρεαλιστικότητας και της λογικής ακολουθίας των εννοιών και αυτό την κάνει κάτι περισσότερο από μια υπόθεση: μια θεωρία της ύλης. Και μάλιστα, την πρώτη στην ιστορία της ανθρωπότητας και της φιλοσοφίας.

Ο Descartes στους Νέους Καιρούς θεώρησε πως ύλη είναι οτιδήποτε έχει μάζα και εκτείνεται στον χώρο, μια θεώρηση που επί μακρόν υπήρξε και ένα από τα βασικά δόγματα των φυσικών επιστημών. Όμως αυτός ο κλασσικός ορισμός, αν θέλουμε να τον δούμε σε ένα επίπεδο πάνω από την εμπειρική πρόσληψη σφάλλει στο ότι εκλαμβάνει στην διατύπωσή του, τις έννοιες «μάζα» και «χώρος» ως αντικειμενικές. Ότι δηλαδή μπορεί να υπάρχουν αυτονόητα και αυτόματα έξω από την συνείδησή μας, επειδή κάτι τέτοιο ταιριάζει περισσότερο στην «εντύπωση» που αποκομίζουμε από τα πράγματα του «εξωτερικού» κόσμου. Επομένως η καθολικότητα ενός ορισμού εδώ μετατρέπεται ή υπάγεται σε ζήτημα φιλοσοφικής επιλογής και προτίμησης θεωρώντας a priori την καρτεσιανή «έκταση» ως αντικειμενική. Επιπλέον ο ορισμός αυτός σφάλλει και στο εξής: το «οτιδήποτε» είναι συγκεκριμένο και ποτέ καθολικό και αφηρημένο. Οτιδήποτε μπορεί να είναι ένα κομμάτι ξύλο, ή ένα βουνό ή ένα κτήριο, ποτέ όμως η «ύλη»! Συνεπώς ο ορισμός του επιμέρους εδώ ανάγεται σε γενική αρχή.

Ο λαμπρός Spinoza υποκαθιστά λίγο πολύ την ιδέα της ύλης με την έννοια της «υπόστασης». Ωστόσο αυτή η έννοια στην σπινοζική προοπτική της ,πέρα από το ότι ανασκεύασε με σημαντική επιτυχία τον όλο προβληματισμό περί της αιτίας των πραγμάτων στον κόσμο για την σύγχρονη φιλοσοφία, εν τούτοις η ίδια ως το «κοινό» υπόστρωμα του σύμπαντος για όλα τα «τροποποιημένα» μορφικά μέσα σε αυτήν όντα, δεν συνιστά μια ποιοτική υπέρβαση αλλά μάλλον μια (πιο προωθημένη είναι αλήθεια) παραλλαγή των αριστοτελικών ορισμών και επόψεων περί της ύλης εν είδει φιλοσοφικού «πανθεϊσμού» στην συγκεκριμένη περίπτωση. Στην πραγματικότητα ο Spinoza ταυτίζοντας την υπόσταση με τον θεό, ανάγει τον δεύτερο σε υλική αιτία και αρχή, και έτσι καθίσταται ipso facto ο πρώτος πραγματικά ευρηματικός και ευφυής υλιστής (και παρά τις παν-θεϊστικές αιτιάσεις του) στην Ιστορία της Φιλοσοφίας των Νέων Καιρών.

Ο Kant θεωρεί πως η ύλη είναι οτιδήποτε στην εμφάνιση του οποίου ανταποκρίνονται οι αισθήσεις μας. Ο ορισμός αυτός καίτοι πάσχει ομοίως σε εκείνο που πάσχει και ο καρτεσιανός ορισμός (το επιμέρους -«οτιδήποτε»- ανάγεται σε γενική αρχή), ωστόσο είναι πολύτιμος από την άποψη πως συναρμόζει πρωταρχικά την ύλη στην αισθητηριακότητα. Επιπλέον δε, η σκέψη αυτή του Kant έχει το πλεονέκτημα πως ανταποκρίνεται θαυμάσια στον όλο προβληματισμό του περί “Ding an sich “και του δυνατού της γνωσιμότητάς του ή όχι, ενώ, ακόμα, «υποκειμενικοποιεί» σε μεγάλο βαθμό την έννοια της ύλης σε αντίθεση με τις «αντικειμενικές» αριστοτέλειες αρχές εν προκειμένω.

Ο Hegel από την άλλη, στην «Επιστήμη της Λογικής» του, λέει πως δεν είναι εύκολο να οριστεί η «ύλη» καθ’ εαυτή (εν δυνάμει δηλαδή) λόγω ακριβώς του ότι γνωρίζουμε την ύλη ΜΟΝΟΝ δι’εαυτήν, τουτέστιν ξέχωρη, ως ύλη για τον εαυτό της και συγκεκριμένη μορφικά. Γνωρίζουμε ή διαπιστώνουμε ένα αντικείμενο ή ένα άλλο, όχι όμως το καθαρό Είναι της ύλης, χωρίς προσδιορισμούς. Το απροσδιόριστο Είναι όμως εδώ μας ενδιαφέρει και όχι το συγκεκριμένο Είναι της ύλης.

Τι κάνει, λοιπόν, εδώ ο Hegel; Πρώτα πρώτα για να υπερβεί τις συμπληγάδες αυτής της εννοιολογίας προβαίνει σε μια δήλωση εντυπωσιακή όχι μόνο για τα φιλοσοφικά δεδομένα, αλλά και για τις φυσικές επιστήμες του καιρού του: η ύλη είναι η ταυτότητα (ενότητα αντιθέτων) του χώρου και του χρόνου. Με αυτή την ταυτότητα, ο Hegel ξεπερνάει μεν την μονόπλευρη καρτεσιανή συμμετοχή του χώρου μόνον και όχι του χρόνου στην έννοια της «ύλης», αλλά από την άλλη δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία μεσολάβησης των ανθρωπίνων αισθήσεων, ακριβώς ίσως γιατί συνειδητοποιεί την δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος, όπως προελέχθη, κυρίως όσον αφορά το ποιο τελικά είναι το κριτήριο βάσει του οποίου η ύλη μπορεί να εκληφθεί προσλήψιμη από τις αισθήσεις.

Έτσι ο Hegel, οδηγείται σε μιαν άλλη εντυπωσιακή δήλωση που κατά κάποιο τρόπο συνιστά και ένα συμβιβασμό (αν μπορεί να το πει κάποιος έτσι), ανάμεσα στο ζητούμενο του ορισμού της καθαρότητας του Είναι της ύλης και της μη διαμεσολάβησής του και στην συγκεκριμένη ύλη-αντικείμενο στο οποίο κάθε φορά διαμεσολαβείται: η ύλη, λέει ο Hegel, είναι η ταυτότητα του Καθ’ εαυτόν-Είναι (an sichs sein) και του Δι’  εαυτόν-Είναι (für sich sein). Αυτός ο ορισμός είναι τόσον αριστουργηματικός και τόσον ακριβής, που πραγματικά διστάζει να τον αγγίξει κανείς μήπως και τον λερώσει.

Τι σημαίνει αυτό ακριβώς; ας προσπαθήσουμε λίγο να το εξηγήσουμε για τον αναγνώστη που μπορεί να είναι αμύητος γενικότερα στην Φιλοσοφία και ειδικότερα στο πολύ ιδιαίτερο, σε βαθμό “ιδιώματος” θα μπορούσε να πει κανείς (και κάποτε “ακραίο” ή φαινομενικά “συγκεχυμένο”), σύστημα ορολογίας του Hegel που κάποτε αποθαρρύνει ακόμα και ευφυείς ανθρώπους από το να επιχειρήσουν να κατανοήσουν βαθύτερα αυτό το είδος σκέψης!

Όπως είδαμε παραπάνω, είναι αδύνατον να εντοπίσουμε πουθενά στον κόσμο την ύλη ως καθαρό, άμεσο και απροσδιόριστο Είναι. Οτιδήποτε μας παραπέμπει στην έννοια «ύλη» είναι συγκεκριμένο, προσδιορισμένο (πράγμα που σημαίνει πως έχει αποκλείσει ήδη άλλους προσδιορισμούς) και πεπερασμένο. Ο Hegel, συνεπώς, αντί να αγνοήσει, αναγνωρίζει αυτή την αντίθεση ανάμεσα στο καθολικό της έννοιας και το μερικοποιημένο της εμπειρίας της και δεν προσπαθεί να αναπτύξει έναν «τρίτο όρο» ξεχωριστά από αυτήν (όπως κάθε άλλος ορισμός που υπάρχει ή μπορεί να νοηθεί εν προκειμένω!) ει μη μόνον ως η ταυτότητα και ενότητα αυτών των δύο αντιθέτων.

Με άλλα λόγια, o Hegel εννοεί πως η ύλη είναι η ταυτότητα του απροσδιόριστου εν δυνάμει με το συγκεκριμένο εν ενεργεία του. Μέσα από αυτή την ταυτότητα, δεν έχει νόημα να πεις πως η ύλη είναι εκεί, στην απεραντοσύνη της· είναι κάθε φορά το εδώ στην συγκεκριμένη εμπειρία μας. Και από την άλλη, δεν έχει νόημα να την εγκλείσεις ούτε εδώ, στο πεπερασμένο αντικείμενο, εφ’ όσον κάθε αντικείμενο στο κόσμο αλλάζει, μεταμορφώνεται και γίνεται κάτι άλλο. Αυτή η διαδικασία της αλλαγής του αντικειμένου είναι ακριβώς εκείνη που αποτρέπει σε τελική ανάλυση το συγκεκριμένο και προσδιορισμένο της ύλης!

Κατά συνέπεια, εφ’ όσον δεν νοείται ύλη έξω από το αντικείμενο και εφ’ όσον δεν νοείται αντικείμενο ανεξάρτητο από την γενικότητα της ύλης (επειδή το αντικείμενο αλλάζει και μεταμορφώνεται όπως είπαμε, και ό,τι παραμένει σταθερό απ’ αυτό είναι μόνο ή έννοια της ύλης), τότε η ύλη δεν είναι τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο απ’ αυτήν ακριβώς την ταυτότητα του άμεσου και του εμμέσου, του απροσδιόριστου και του προσδιορισμένου, του σταθερού και του μεταβλητού, ή με φιλοσοφικούς όρους, η ταυτότητα του Καθ’ Εαυτόν-Είναι με το Δι’ Εαυτόν-Είναι.

Εδώ ο αντικειμενικός ιδεαλισμός του Hegel φτάνει σε ένα μεγαλοφυές όριο σκέψης από την άποψη πως δεν προϋποθέτει καθόλου την αισθητηριακότητα ως κάτι αναγκαίο για ένα ορισμό της ύλης (κάτι ας πούμε που θα φάνταζε αδιανόητο τόσο για τον ειμί-υποκειμενικό και ημι-αντικειμενικό ιδεαλισμό του Kant, όσο και για τον υποκειμενικό ιδεαλισμό ενός Berkeley ή ενός Fichte για παράδειγμα). Αν θα μπορούσε αυτό να θεωρηθεί “έλλειμμα”, συνιστά αναμφίβολα ένα προτέρημα επίσης, στο βαθμό που από την άποψη μιας ολιστικής σχολής φιλοσοφίας όπως ο εγελιανός αντικειμενικός ιδεαλισμός που επισκοπεί τoν κόσμο των αντικειμενικοποιημένων πραγμάτων σε σχέση με την μοναδική αλήθεια που εντοπίζεται όχι σε αυτά αλλά στην έννοιά τους, τότε, όντως δεν είναι αναγκαίο να συνυπολογίσουμε την ανθρώπινη αισθητηριακότητα ως όρο sine qua non για την ορισμό της ύλης. Όμως από την άλλη, είναι ένας χρήσιμος και αιτούμενος όρος, έστω και αν δεν είναι «εκ των ουκ άνευ» για τον αντικειμενικό ιδεαλισμό, και όσο και αν ο Hegel το παραβλέπει αυτό, στην συγκεκριμένη περίσταση διατύπωσης όχι χωρίς λόγο.

Το πρόβλημα, ωστόσο, όταν συνδέουμε την ύλη με την αισθητηριακότητα σε έναν ορισμό, εντοπίζεται, στο κριτήριο πρόσληψης αυτής της αίσθησης, στην υπόσταση της αισθητηριακότητας. Είναι το καρτεσιανό εκτατό που μπορεί να δώσει εδώ ένα εχέγγυο ακρίβειας, η «ανταπόκριση στις αισθήσεις» του Kant, οι «αντικειμενοποιημένες» έννοιες του χώρου και του χρόνου του Hegel; Τα δύο πρώτα, αφήνουν, όπως είδαμε ένα σημαντικό κενό ερμηνείας μιας και εκλαμβάνουν ως αυτονόητο (είτε αντικειμενικότητα της έκτασης και του χώρου, είτε αντικειμενικότητα της «αίσθησης») εκείνο που κάθε άλλο παρά αυτονόητο είναι.

Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; πρόκειται ίσως για μια έννοια-φάντασμα που δεν αφήνει πολλά περιθώρια ορατότητας της ουσίας της, τουτέστιν, να καταλάβουμε πώς ακριβώς η ύλη φαίνεται μέσα στον εαυτό της από μόνη της και όχι μέσω άλλου πράγματος, και έτσι να ορισθεί. Αν επιχειρούσαμε, ωστόσο, μέσα από τους προαναφερθέντες ορισμούς να οδηγηθούμε όχι σε έναν εναλλακτικό αλλά σε έναν τροποποιημένο και παραλλακτικό ορισμό που επικεντρώνεται περισσότερο στο ζήτημα της υπόστασης του «αισθητού» της ύλης, και, εννοείται, σε καμμιά περίπτωση με ματαιόδοξο ή υπερφίαλο σκοπό να αντιπαραβληθεί προς τους προηγούμενους ορισμούς των φιλοσόφων ή να τους αντικαταστήσει (προς θεού!), αλλά για να τεθεί ως βοήθημα για περαιτέρω σκέψη και διερεύνηση, τότε ίσως θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε κάτι όπως το αμέσως παρακάτω και να το διατυπώσουμε αναλόγως: ότι, δηλαδή, ύλη είναι η αίσθηση του απτού που υποβάλλεται προκαταβολικά στην συνείδηση από τις δοσμένες εξωτερικές παραστάσεις του κόσμου.

Κατ’ αρχάς, το «προκαταβολικά» έχει να κάνει με την διαδρομή και ενηλικίωση της αισθητηριακής εμπειρίας ώσπου να αποκτηθεί η βεβαιότητα (η προκαταβολική βεβαιότητα) του «απτού» άμα τη θέα του αντικειμένου. Γιατί από ένα σημείο και μετά ο άνθρωπος, συνήθως από το τέλος της προσχολικής ηλικίας και ύστερα έχει μια πλήρη αιτιατή συνείδηση της απτότητας και της αναπόφευκτης αισθητηριακής πρόσληψής της.

Περαιτέρω δε, επιλέγεται ο όρος «προκαταβολικά» αντί του συνήθους «a priori-εκ των προτέρων», διότι είναι πλέον δυναμικός του δευτέρου, εφ’ όσον εκείνο που «προκαταβάλει» ενεργεί και δεν «δίδεται» ή εμφανίζεται εξωτερικά απλώς και μόνον στο χρόνο και τον χώρο. Επιπλέον, προστίθεται ο όρος «δοσμένες» στις «εξωτερικές» παραστάσεις, ούτως ώστε να μην θεωρηθούν ή εκληφθούν ως «αντικειμενικές» πέραν της ανθρώπινης συνείδησης. Αν προεκτείναμε αυτόν τον όρο σε μια πιο διεξοδική προοπτική αντικειμενικού ιδεαλισμού, θα μπορούσαμε ίσως να μιλήσουμε για «αντικειμενικοποιημένες» παράστασεις και όχι «αντικειμενικές». Κάτι τέτοιο όμως θα πλάταινε πολύ τον ορισμό και θα αφαιρούσε από την συνοχή και την περιεκτικότητα που οφείλει να έχει.

Το κύριο πλεονέκτημα, ωστόσο, που μπορεί να υπάρχει, αν επιλέξουμε την πρωταρχικότητα της απτότητας ως εκκίνηση ενός ορισμού, είναι πως το «απτό» είναι πολύ πιο ουσιωδώς βιώσιμο από το «εκτατό» του καρτεσιανού ορισμού και δεν προϋποθέτει φιλοσοφική επιλογή ή προτίμηση. Πράγματι, το «εκτατό» μπορεί να αμφισβητείται στο κατά πόσο είναι «αντικειμενικό» ή όχι, το «απτό» ωστόσο αν και δεν υπερβαίνει εντελώς αυτό το πρόβλημα, εν τούτοις ενέχει μια πιο καθολική μαρτυρία της πρόσληψής του ή της αλήθειάς του. Το απτό σε αντίθεση με το εκτατό είναι μια πολύ αμεσότερη διαμεσολάβηση, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, και ενέχει ένα μεγαλύτερο βαθμό αισθητηριακής ωμότητας που υποχρεώνει αμέσως κάποιον να μην προσπεράσει εύκολα ως αναληθές το αποτέλεσμά του πάνω στην φυσική αίσθηση.

Ωστόσο δεν είναι ακριβώς στο απτό που εντοπίζεται η ύλη αλλά στην αίσθησή του (όπως αναγράφεται στον ορισμό πιο πάνω). Και ακόμα περισσότερο στην «υποβολή» αυτής της αίσθησης προκαταβολικά. Αυτό ο αναγνώστης στο βαθμό που θέλει να κατανοήσει αυτήν την σκέψη θα πρέπει να το διαφοροποιήσει μέσα στο νου του με όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένο τρόπο καθώς είναι το κυριώτερο που θα ήθελα να «κρατήσει» από εδώ: εδώ, κυρίως μας ενδιαφέρει ή εκλαμβάνουμε ή θεωρούμε πιο καίριο να συμπεράνουμε πως η ύλη είναι αίσθηση (με την έννοια της αισθητηριακής πρόσληψης ή της εντύπωσης ή της φαινομενικότητας), πάνω απ’ όλα αν όχι αποκλειστικά, και όχι υπόσταση.

Θα μπορούσε όμως να πει κάποιος εδώ, και τι γίνεται με τα υποατομικά σωματίδια της Φυσικής και την μηδαμινή αίσθηση απτότητας που υποβάλλουν προκαταβολικά. Κατ’ αρχάς, τα σωματίδια δεν είναι άμεση παράσταση αλλά διαμεσολαβημένη, πράγμα που σημαίνει απλά πως κριτήριο για την όποια «αίσθησή» τους μπορεί να εκλαμβάνεται κάθε φορά μονάχα εκείνο που μεσολαβεί για την παράστασή τους προς την συνείδησή μας (επιταχυντής, επιστημονική υπόθεση, πιθανότητα ύπαρξης) και όχι τα ίδια. Περαιτέρω δε, εφ’ όσον η παράσταση του κόσμου συναπαρτίζεται (θεωρητικά τουλάχιστον) από τα σωματίδια, τότε είναι ακριβώς αυτά τα σωματίδια που στην ολότητα και την λειτουργική σύνδεση μεταξύ τους υποβάλλουν την αίσθηση του απτού! Άρα το συγκεκριμένο πρόβλημα εδώ μπορεί να θεωρηθεί σε ασφαλή πλαίσια λυμένο.

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι προαναφερόμενες απόπειρες ορισμού της ύλης κάθε άλλο παρά εξαντλούν την αλήθειά της. Μπορούν όμως να αποτελέσουν ένα πρώτο βήμα για μια περαιτέρω επεξεργασία ενός όσο το δυνατόν πιο πλήρους ορισμού, γιατί είναι αλήθεια πως η ουσία του Λόγου, έγκειται ακριβώς εδώ: στο ορισμένο, το συγκεκριμένο, όχι εν είδει φυλάκισης της έννοιας αλλά εν είδει δυναμικής γεννήτριας όσο το δυνατόν περισσοτέρων εννοιολογιών μέσα από αυτήν.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

Για μια λιτή ευημερία

Αποτέλεσμα εικόνας για austerity

~ . ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο μεγαλύτερος μύθος που έθρεψε η κρίση είναι εκείνος της «λιτότητας». Αν λιτότητα είναι να ξοδεύεις λιγότερα απ’ όσα βγάζεις και να ξεχρεώνεις τα δανεικά, τότε τέτοια πολιτική δεν εφαρμόστηκε ποτέ και πουθενά όλ’ αυτά τα χρόνια. Κάθε άλλο μάλιστα!

Από το 2008 έως σήμερα, το παγκόσμιο χρέος εκτοξεύθηκε κατά 30%, ξεπερνώντας τα 230 τρισ. δολλάρια και αγγίζοντας το 300% του πλανητικού ακαθάριστου προϊόντος! Οι φερόμενοι ως πρωταθλητές της «λιτότητας» Γερμανοί κατάφεραν να μειώσουν μεν το δημόσιο χρέος τους κατά 1,4% το 2013 (για πρώτη φορά από το… 1950), όμως όλο και περισσότεροι συμπατριώτες τους για να διατηρήσουν ψηλά το επίπεδο της κατανάλωσης χρεώνονται ιδιωτικά. Σε μερικές χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά που καμαρώνουν ότι, σε αντίθεση με τις χώρες του Νότου, κρατούν το δημόσιο χρέος υπό έλεγχο, το ιδιωτικό τους χρέος είναι πολύ μεγαλύτερο του αντίστοιχου ελληνικού. Πάνω από 240% του ΑΕΠ χρωστούν τα δανικά νοικοκυριά, σχεδόν 220% του δικού τους ΑΕΠ τα ολλανδικά.

Τι σόι «λιτότητα» είναι αυτή λοιπόν; Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και το σκάσιμο της ιαπωνικής φούσκας των ακινήτων (τότε που τα Αυτοκρατορικά Ανάκτορα στο Τόκυο έφτασε να έχουν αγοραία αξία υψηλότερη απ’ όλα τα ακίνητα της Καλιφόρνιας μαζί!), οι κεντρικές τράπεζες του κόσμου επιδόθηκαν σε μια εξωφρενική κούρσα, πρωτοφανή στην ιστορία της οικουμένης, μ’ έναν σκοπό: να κρατήσουν την παράλογη, την εξωφρενική φυσαλίδα της κατανάλωσης άθικτη. Από τον Γκρήνσπαν ώς τον Ντράγκι σε σύμπνοια αγαστή μηδένισαν, ή και έριξαν κάτω από το μηδέν, τα επιτόκια (τιμωρώντας έτσι τους αποταμιευτές και αβαντάροντας τους άσωτους), πολλαπλασίασαν ανεύθυνα τις ποσότητες του κυκλοφορούντος χρήματος (η λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση»), έφτασαν στο σημείο να συζητούν να ρίξουν χρήμα «με το ελικόπτερο»…

Η έκβαση; Τροφοδότησαν τη μια κρίση μετά την άλλη. Το 1990 κατέρρευσε πρώτο το χρηματιστήριο στο Τόκυο. Οι Ιάπωνες έριξαν άφθονα γεν στην αγορά για να σταθεροποιήσουν την κατάσταση, τα οποία εξαγόμενα προκάλεσαν τη φούσκα της Νοτιοανατολικής Ασίας που με τη σειρά της οδήγησε στο κράχ της Κορέας, της Ινδονησίας, της Μαλαισίας και άλλων χωρών της περιοχής το 1997. Το πληθωριστικό χρήμα κατέφυγε αυτή τη φορά στις «ασφαλείς» ΗΠΑ όπου με τη βοήθεια των χαμηλών επιτοκίων της Fed έθρεψε την επόμενη φούσκα, των Dotcom και του NASDAQ, που έσκασε τον Μάρτη του 2000. Και πάλι ο Γκρήνσπαν και η Fed αντέδρασαν με τον μόνο τρόπο που ήξεραν: ρίχνοντας τα επιτόκια και πλημμυρίζοντας την παγκόσμια αγορά με φτηνό χρήμα.

Με τη βοήθεια εν τω μεταξύ και του ευρώ (που κατέστησε «αξιόχρεες» ακόμη και χώρες-παραγωγικές ερήμους όπως η Ελλάδα, μπουκώνοντάς τες με δάνεια), η συνέχεια ήταν αναμενόμενη: η στεγαστική φούσκα του 2007, η Lehman Brothers, η κρίση χρέους στην Ευρώπη, οι αλλεπάλληλες φούσκες στις αγορές πρώτων υλών, ακόμη και επισιτιστικές κρίσεις στον πάλαι ποτέ Τρίτο Κόσμο λόγω του εξαγόμενου πληθωρισμού…

Για ποια «λιτότητα» που καταστρέφει τάχα τη ζωή των ανθρώπων μιλάμε λοιπόν; Ήταν η περίσσεια χρήματος που μας οδήγησε εδώ. Αυτή ευθύνεται καί για το τεράστιο άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας στο εσωτερικό της Δύσης καί για την παρακμή της πραγματικής παραγωγικής οικονομίας. Διότι οι χαμηλοί τόκοι και η ποσοτική χαλάρωση ευνοούν όχι τους ενδεείς, ούτε τους πρεκάριους, αλλά τους έχοντες και τους κατέχοντες. Και τους κατευθύνουν σε κινήσεις μεσοπρόθεσμα καταστροφικές για τους πάντες.

Γιατί να επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, γιατί να δημιουργήσεις και να συντηρήσεις θέσεις εργασίας, γιατί να στήσεις μια έντιμη και χρήσιμη δουλειά όταν αγοράζοντας μετοχές και ακίνητα βλέπεις το κεφάλαιό σου να πολλαπλασιάζεται με ασύγκριτα υψηλότερους ρυθμούς; Ο DAX της Φρανκφούρτης λ.χ. αυξήθηκε από το 2009 κατά 220%, όταν η πραγματική γερμανική οικονομία μεγεθύνθηκε μόλις κατά 14%. Τα ίδια ακριβώς γίνονται στις ΗΠΑ όπου η αδιανόητη φούσκα που δημιούργησε ο Ομπάμα (επί της θητείας του οποίου το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ διπλασιάστηκε) γιγάντωσε αφενός μεν τη σπέκουλα του χρηματιστηρίου, που σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, αφετέρου δε την οργή της μέσης τάξης που εγκαταλειμμένη στην τύχη της στράφηκε προς τον χυδαίο λαϊκισμό ενός Τραμπ.

Πίσω από τα νούμερα αυτά, κρύβεται μια αλήθεια που όλες οι πολιτικές παρατάξεις (ακόμη και οι λεγόμενες αριστερές που υποτίθεται ότι αντιπολιτεύονται τον καπιταλισμό – ιδίως μάλιστα αυτές) την τρέμουν. Όπως όλα τα ανθρώπινα, η ευμάρεια, η «ανάπτυξη», η ίδια η Υπεραγία Κατανάλωση έχει όρια. Όρια ψυχικά, δημογραφικά, κοινωνικά, όρια αξεπέραστα. Υπάρχει σημείο κορεσμού. Χώρες όπως η Ιαπωνία δείχνουν ότι το σημείο αυτό ο ανεπτυγμένος κόσμος το προσεγγίζει ταχύτατα, ενδεχομένως το έχει ήδη ξεπεράσει. Το αίτημα της λιτότητας, της μείωσης δηλαδή της αλόγιστης κατανάλωσης στο φυσιολογικό, σ’ αυτό που επιτρέπουν οι πραγματικές δυνατότητες οι δικές μας και η οικολογική αντοχή του πλανήτη, θα ‘πρεπε να είναι όχι ο μπαμπούλας της λεγόμενης «αριστεράς», αλλά το κύριο, το κινητήριο σύνθημά της. Όπως και των αυτοαποκαλούμενων «συντηρητικών» άλλωστε – συντήρηση χωρίς προηγούμενη αυτοσυντήρηση δεν νοείται.

Μια τέτοια αλλαγή πλεύσης θα έκλεινε μεταξύ άλλων την εισοδηματική ψαλίδα και το πελώριο χάσμα μεταξύ του λαού και των ελίτ που απειλεί να τινάξει στον αέρα την κοινωνική συνοχή στην Αμερική και την Ευρώπη. Μια νέα ισορροπία, ισορροπία σε χαμηλότερο καταναλωτικό επίπεδο αλλά ταξικά δικαιότερη, περιβαλλοντικά βιώσιμη και ψυχικά ευεργετική, μια νέα «λιτή ευημερία», όπως την αποκαλεί στη δική του γλώσσα ένας καλλιτέχνης πολύ πιο πολιτικός από τους πολιτικούς μας, ο Χρήστος Μποκόρος, θα ήταν τότε ξανά εφικτή.

Για κάτι τέτοιο όμως χρειαζόμαστε πρώτα μια πνευματική μεταστροφή κολοσσιαίων διαστάσεων. Στην ουσία, μιαν επανάσταση. Από την ύβριν, την αναρχοφιλελεύθερη αναίδεια του τύπου «Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα!», («Greed is good»,  έλεγε ειλικρινέστερα ο Γκόρντον Γκέκο) θα πρέπει να επιστρέψουμε στην παλιομοδίτικη, τη διακωμωδούμενη από τους φαιδρούς αλλά πάντοτε στέρεη σοφία του «εκ εν τω πολλώ το ευ». Από το μονοφόρι τού τάχα μου «πολυπολιτισμικού» One World, στις «ποικίλες στοχαστικές προσαρμογές» της ζείδωρης τοπικότητας, της εθνικής και της κοινοτικής πολυμορφίας. Από τη λατρεία του γιγαντώδους, στην ανατίμηση του μέσου και του μικρού.

Είμαστε για όλα αυτά ικανοί; Πιθανότατα όχι. Ο homo sapiens δεν είναι δα τόσο έμφρων ώστε να μπορεί να συλλαμβάνει και να επιλύει με τρόπο συλλογικό και συντεταγμένο προβλήματα αυτής της κλίμακας. Από την άλλη πλευρά, είναι το μόνο ον που μπορεί να ονειρεύεται το μέλλον. Και τη σημερινή δυστοπία ακόμη, κάποιοι την ονειρεύτηκαν κάποτε. Ας έχουμε πίστη λοιπόν στη δύναμη του αντίδρομου, του ανορθωτικού, του αναρρωτήριου ονείρου. Στο κάτω κάτω, τι άλλο μας μένει;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Μαύρη επέτειος

Αποτέλεσμα εικόνας για euro crisis

~ . ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Για την Ευρώπη, η σημερινή επέτειος είναι μαύρη. Συμπληρώνονται 25 χρόνια από την 7η Φεβρουαρίου 1992, την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ και τη θέσπιση του ευρώ.

Mε πρόθεση να δαμάσουν την επανενωμένη Γερμανία, ένα τέταρτο του αιώνος πρωτύτερα, οι Μιττερράν και Ντελόρ αποπειρώνται τη φυγή προς τα εμπρός. Σκοπός τους είναι να αφαιρέσουν από τον πάντοτε επίφοβο εταίρο τους το κρίσιμο όπλο της οικονομικής του ισχύος: το μάρκο. Οι ίδιοι οι Γερμανοί είναι αντίθετοι, ακόμη και ο Κολ βλέπει το πράγμα ως αναγκαία θυσία χάριν της Επανένωσης. Η ειρωνεία είναι μεγάλη, Γάλλοι και Γερμανοί καμώνονται ότι οραματίζονται από κοινού το μέλλον της ηπείρου, την ώρα που αποκλειστικό κριτήριο των αποφάσεών τους είναι το στενό εθνικό τους συμφέρον.

Η έκβαση είναι η ακριβώς αντίθετη από την προβλεπόμενη. Ελλείψει αντιβάρου, η ευρωζώνη γίνεται η πίσω αυλή του Βερολίνου. Το ίδιο αποδεικνύεται ανέτοιμο να χειριστεί τη νέα εξουσία που επωμίζεται. Μετά από έναν σύντομο μήνα του μέλιτος και των ψευδαισθήσεων, με το ξέσπασμα της κρίσης, η πρώτη σύμπνοια εξανεμίζεται. Η ψαλίδα μεταξύ Βορρά και Νότου ανοίγει διαρκώς, ο ζουρλομανδύας του κοινού νομίσματος απαγορεύει την ευέλικτη προσαρμογή, το «one size fits all» γίνεται δόγμα, και το Παρίσι από δυνάμει ελεγκτής της Γερμανίας καθίσταται κομπάρσος και ουραγός. Η ετερογονία των σκοπών.

Σήμερα, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του ευρώ, ο αντευρωπαϊσμός σαρώνει, οι λεγόμενοι λαϊκιστές (που όμως στα της ΟΝΕ αποδείχθηκαν πολύ πιο εύστοχοι στις προβλέψεις τους από τους «σοβαρούς» αντιπάλους τους…) προελαύνουν, η ΕΕ παραδέρνει μεταξύ Brexit και Grexit και Nexit και Frexit, οι Ρώσσοι και οι Αμερικανοί χαιρεκακούν.

Δεν είναι η πρώτη φορά φυσικά που ένα καλοπροαίρετο, ένα ευγενές σχέδιο οδηγεί στην αποτυχία. Αυτή είναι η μοίρα του τυφλού ιδανισμού, κάνει το κακό στην προσπάθειά του να βοηθήσει. Στη βάση του ευρωναυαγίου βρίσκεται τόσο η εξωπραγματική αισιοδοξία όσο και η έπαρση, η υπερτίμηση της υψηλής πολιτικής, η αυταπάτη ότι μπορούμε να υπερβούμε χάσματα πολιτισμικά (γιατί αυτά ορίζουν την οικονομία, και όχι το αντίστροφο) αιώνων.

Τώρα η Ευρώπη βρίσκεται στο σταυροδρόμι. Η μία λύση είναι, κλείνοντας τα μάτια στην πραγματικότητα και εγκαταλείποντας τους βραδυπορούντες στην τύχη τους, να αποτολμήσει το απονενοημένο διάβημα προς τον φεντεραλισμό, όπως επιμένουν οι αδιόρθωτοι. Χωρίς να καταλαβαίνουν ότι σε αυτή την περίπτωση, η καταστροφή που θα φέρουν ίσως αποδειχθεί τρισχειρότερη από αυτήν του ευρώ. Χωρίς ευρωπαϊκό Δήμο, χωρίς κοινή δημόσια σφαίρα, χωρίς σαφή και από κοινού προστατευόμενα εξωτερικά σύνορα, χωρίς ευρεία συναίνεση στα ζητήματα της μετανάστευσης, του κοινωνικού κράτους, της εισοδηματικής ανισότητας, χωρίς προηγούμενη συμφωνία δηλαδή στα επείγοντα και στα πρωτεύοντα, μια ακόμη πιο ενωμένη Ευρώπη θα είναι πύργος στην άμμο, παιχνίδι βολικό στα χέρια των μαθητευόμενων μάγων του Βερολίνου και των Βρυξελλών.

Ο άλλος δρόμος, ο μόνος βιώσιμος, μολονότι τώρα πια ανηφορικός και δύσκολος, είναι η συντεταγμένη υποχώρηση. Η αποδέσμευση από το ευρώ με κοινή απόφαση των μελών του και με ισοβαρή και δίκαιη κατανομή τού ούτως ή άλλως τεράστιου κόστους που θα προκύψει. Η εγκατάλειψη των υπερφίαλων στόχων του Μάαστριχτ και των μετέπειτα συνθηκών. Η επιστροφή σε μια γκωλλική Ευρώπη, «κάτι παραπάνω από συμμαχία, κάτι παρακάτω από ομοσπονδία». Ο επαναπροσεταιρισμός της Βρετανίας, της μόνης ευρωπαϊκής δύναμης που έβλεπε το ενωσιακό εγχείρημα ρεαλιστικά. Η οικοδόμηση της Ένωσης αυτή τη φορά εκ των κάτω, από τα στοιχειώδη και τα κρίσιμα: την πολιτική της άμυνας και της ασφάλειας. Η υιοθέτηση της αρχής της ευελιξίας και των πολλαπλών ταχυτήτων σε όλα τα ζητήματα που άπτονται της νομισματικής, της δημοσιονομικής και της εισοδηματικής πολιτικής. Η αναγνώριση του θεμελιώδους βάρους των εθνών και των εθνικών κρατών στον κόσμο του 21ου αιώνα. Η αντιμετώπιση της ισλαμικής απειλής. Η διεκδίκηση ενός εξισορροπητικού, μεσολαβητικού ρόλου μεταξύ Ρωσσίας και Αμερικής σε μια μεγαλεπήβολη γεωπολιτική αναδιάταξη που θα ξαναδώσει στη Δύση το πραγματικό ιστορικό, πολιτισμικό και γεωγραφικό της εύρος, από το Λος Άντζελες ώς το Βλαδιβοστόκ.

Ποιον δρόμο θα επιλέξει η Ευρώπη; Φοβάμαι κανέναν. Η αβουλία είναι γενική, η κωλυσιεργία και η χρονοτριβή μόνες ανθούσες πολιτικές τακτικές. Και όσο οι εν τοις πράγμασι υπονομευτές της, οι φεντεραλιστές, περνιούνται για οπαδοί της Ευρωπαϊκής Ιδέας, καμιά βελτίωση δεν είναι δυνατή. Έτσι το πιθανότερο είναι ότι θα εξακολουθήσουμε να σερνόμαστε ώς την μοιραία κατάληξη. Παρ’ όλα αυτά: η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Για την δήθεν παρακμή της σύγχρονης ποίησης

%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bc%ce%ae~  .  ~

~ . ~

του ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΕΗ

Διαβάζω τελευταία διάφορα σχόλια τάχα μου για την τεχνική παρακμή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ότι η ποίηση απαιτεί άσκηση, ότι ο καθένας πλέον μπορεί να βγάλει ένα βιβλίο από το πουθενά, ότι οι νέοι ποιητές είναι επί της ουσίας ποιητικά αστοιχείωτοι, δεν έχουν δείξει δείγματα κατάρτισης, δεν έχουν δομήσει ποτέ για να νομιμοποιούνται να αποδομούν, ότι ακόμα και ο στίχος τους δεν είναι στ’ αλήθεια ελεύθερος στίχος, παρά πεζόμορφος, πρόζα άκομψα στοιχισμένη σε στίχους, ήτοι κακή πρόζα και κακή ποίηση ταυτόχρονα.

Δεν τους κατηγορώ· αν και με λύπη μου διαπιστώνω πόσο εύκολα μπορεί κανείς στην εποχή μας να χαθεί στους λαβυρίνθους της πληροφορίας. Η απάντηση βέβαια, όπως πάντα, βρίσκεται στους ορθούς μηχανισμούς αναζήτησης και εντοπισμού, αλλά και την μη προκατειλημμένη προσέγγιση και αξιολόγηση· όχι στις γενικόλογες ισοπεδώσεις.

Ας πάρουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα σύγχρονης ελληνικής ποίησης, για να δούμε πόσο εύκολα μπορεί κανείς να εκφύγει της ουσίας και να πλανάται εκτροχιασμένος σε χώρους στείρας κριτικής.

Ω, στον Περαία το λιμάνι είναι βαθύ,
ξύλο και ξεβράκωμα σε κάθε Παοκτζή,
ρίξτε τον στη θάλασσα να πάει να γαμηθεί.

Το απόσπασμα αυτό κατά κοινή ομολογία πραγματεύεται κάτι απλό, έως θα έλεγα και απλοϊκό: τις απειλές των υποστηρικτών μιας ανώνυμης εταιρείας απέναντι στους φιλικά διακείμενους προς μιαν άλλη ανώνυμη εταιρεία. Και βρίσκει κανείς στον τάδε και στο δείνα ιστότοπο φωνασκίες του τύπου “ναι μεν, η αφαίρεση εσωενδύματος καθιστά την πράξη της συνουσίας πιο ευπροσέγγιστη, αλλά πώς θα μπορούσε ποτέ το βάθος ενός λιμανιού να συνεισφέρει σε αυτή;”. Και δώστου οι μομφές και οι κατακεραυνώσεις για το περιεχόμενο του έργου.

Κύριοι, θα σας θέσω ένα απλούστατο ερώτημα. Διαλέξτε εσείς ένα τρίστιχο απόσπασμα από ποιητή της αρεσκείας σας, οσοδήποτε “μεγάλο”, και ας με ενημερώσει κάποιος αν κατάφερε να βρει κάτι το νοηματικά πυκνότερο. Τι απαιτήσεις έχετε πια από τρεις στίχους ποίησης: να σας αποκαλύψουν το νόημα της ζωής; Και πάμε στο τεχνικό κομμάτι –γιατί περί αυτού γίνεται ο λόγος εν προκειμένω–, και βλέπουμε μιαν ομοιοκαταληξία να διατηρείται σε όλη την έκταση του ποιήματος με συνέπεια (για να γίνω συγκεκριμένος, και οι τρεις στίχοι τελειώνουν με τον ήχο “ι”, μάλιστα δύο εξ αυτών μοιράζονται τον καταληκτικό ήχο “θι”). Ο πρώτος στίχος μοιάζει με τέταρτο πέονα, με συγχωρείτε, τέταρτο παίονα ήθελα να γράψω, και οι δύο επόμενοι είναι γραμμένοι σε άπταιστο τροχαϊκό δεκατρισύλλαβο. Πού είναι λοιπόν η περιβόητη “προζο-ποίηση” στην οποία αναφέρεστε;

Η θέση μου γίνεται πιο σαφής αν πάμε σε ένα τεχνικά άρτιο δείγμα σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Και α και ου· και α.
Και ΔΑΠ Νου-Δου-Φου-Κου.

Πείτε μου, έχετε δει πιο στιχουργικά καθαρό ιαμβικό ημιτρίμετρο; Ξέρω, θα διαμαρτυρηθείτε, πώς είναι δυνατόν ένα δίστιχο να αποτυγχάνει να φέρει εις πέρας μια ομοιοκαταληξία· το κατανοώ. Είναι πράγματι απορίας άξιον πώς με μόνο δύο στίχους αστοχεί κανείς στο κομμάτι της ομοιοκαταληξίας. Θα μπορούσα να προτείνω, χωρίς να έχω πρόθεση να αλλοιώσω το περιεχόμενο του έργου, ότι ο πρώτος στίχος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι “Και ου και α· και ου.” Έχω όμως κάτι που λείπει από εσάς, όταν με ευκολία αποφθέγγεστε, όταν φιλτράρετε ιεροεξεταστικά τα έργα των νεαρών επίδοξων δημιουργών: ταπεινοφροσύνη. Για να μη μιλήσει κανείς για τη νοηματική διαύγεια του παραπάνω –παρακαλώ να σημειωθεί– αυτοτελούς έργου, που καταφέρνει από τις κραυγές των ανωτέρων πιθήκων μέχρι το πολυσύνδετο σχήμα της Αγίας Γραφής να αγγίξει την ουσία της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε δυο γραμμές. Πρόκειται για ένα μπονζάι της ποίησης· ένα έργο που μόνον ο χρόνος –και σίγουρα όχι εσείς από τις αναπαυτικές σας πολυθρόνες– έχει το δικαίωμα να κρίνει.

Και για να πειστείτε ότι η εν λόγω αποτυχία ομοιοκαταληξίας δεν είναι παρά μεμονωμένο περιστατικό, ιδού μια ακόμα σύντομη (αλλά περιεκτική) νεοελληνική ποιητική δημιουργία.

Που-Κου-Σου, Που-Κου-Σου, Που-Κου-Σου οέ οέ,
μες στον κώλο σας χορεύει η ψωλή του Κου-Κου-Έ.

Παρά την μίξη μέτρων εντός του ποιήματος, όπου βλέπουμε μια συνύπαρξη, ένα πάντρεμα μεταξύ αναπαίστου, ιάμβου και τροχαϊκού (ενδεχομένως μια μεταμοντέρνα μετρική εισήγηση;), η ομοιοκαταληξία είναι κρυστάλλινη. Αλλά και πέραν αυτής, το ποίημα διέπεται από μουσικότητα, εντεταγμένο κραυγαλέα στη λυρική μας παράδοση. Ε λοιπόν, όχι! Δεν δικαιούται ο κριτικός λογοτεχνίας “του σαλονιού” να χαρακτηρίσει αυτή την ποίηση πεζόμορφη· και ο τελευταίος γραφειοκράτης της ποίησης οφείλει να ομολογήσει ότι τούτο το ποίημα δεν απαγγέλλεται: τραγουδιέται!

Πριν κλείσω, για να προλάβω ορισμένους από τις διαλεκτικές ατασθαλίες στις οποίες βιάζονται να υποπέσουν, σε μια τέτοια εμπεριστατωμένη σπουδή δεν αξίζουν επικλήσεις σε αυθεντίες. Μην αρχίσουν ορισμένοι λοιπόν “μα ο Ελύτης…” Όχι! Όποιος επιθυμεί να πει κάτι, να το πει στηρίζοντάς το με τα ανάλογα επιχειρήματα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΗΣ

Ομπάμα: Η ελπίδα που αστόχησε

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Μέγας ανακινητής συναισθημάτων και παθών, λαμπρός δημεγέρτης και ρήτορας, πολιτικός καλλιεργημένος όσο ελάχιστοι, διανοούμενος πραγματικός, ο Μπαράκ Χουσσεΐν Ομπάμα ως Πρόεδρος των ΗΠΑ υπήρξε αναντίρρητα άνθρωπος ευγενικών προθέσεων. Αν οι ιδέες του είχαν μεγαλύτερη συνάφεια με την πραγματικότητα θα άφηνε ασφαλώς σπουδαίο έργο. Όμως οι ιδέες του ρίζωναν σε μια άλλη εποχή, αυτή της πρώτης μεταπολεμικής και της πρώτης μεταψυχροπολεμικής φιλελεύθερης και προοδευτικής αισιοδοξίας. Και με την αναπόφευκτη αδυναμία του να τις εφαρμόσει σ’ έναν κόσμο απείρως πολυπλοκότερο, ήταν επόμενο να προσκρούσει σε όρια.

Ιδίως στην εξωτερική του πολιτική, ο Ομπάμα έπεσε θύμα του απλουστευτικού ιδεαλισμού του. Όπως ο Μπους ο νεώτερος, πίστεψε ειλικρινά ότι με την πολιτική των παρεμβάσεων, με τις πορτοκαλόχροες επαναστάσεις και τις αραβικές ανοίξεις, με το κατακεραύνωμα της τυραννίας θα προήγαγε την υπόθεση της δημοκρατίας στη Συρία, την Ουκρανία, την Λιβύη και αλλού. Όπως ο Μπους με τον Σαντάμ, δεν διέκρινε ότι εκτός από τους Καντάφι και τους Ασάντ και τους Γιανουκόβιτς αυτού του κόσμου υπάρχουν δυνάμεις πολύ πιο σκοτεινές και απρόβλεπτες, ότι οι Πλατείες Ταχρίρ και Μαϊντάν εξεγειρόμενες δεν κυοφορούν κατ’ ανάγκην αγαθές εξελίξεις και ότι με την αποσταθεροποίησή τους άνοιγε την πόρτα όχι στην ελπίδα αλλά στην καταστροφή.

Διόλου τυχαία, οι μόνες εξωτερικοπολιτικές επιτυχίες του Ομπάμα ήταν στην Κούβα και το Ιράν, εκεί όπου προς τιμήν του κατόρθωσε να υπερβεί τον εσωτερικό φανατισμό και τα ιδεολογικά εμπόδια, και να οδηγηθεί σε μια επωφελή και για τις ΗΠΑ προσέγγιση. Διότι εκεί, αντίθετα με αυτά που έκανε στη Συρία και την Ουκρανία, δεν απαίτησε πρώτα να πέσει ο Κάστρο και οι μουλάδες, ούτε απέρριψε τον επωφελή συμβιβασμό με την Ρωσσία. Γενικά, η θητεία του Ομπάμα στα διεθνή, η κωμική άρνησή του να πιάσει στο στόμα του τις λέξεις «ισλαμική τρομοκρατία» λ.χ., επιβεβαιώνει την παλιά υποψία ότι τη μεγάλη ζημιά δεν την κάνουν τελικά οι ρεαλιστές, αλλά οι ιδεολόγοι.

Από κει και μετά, στην οικονομική πολιτική, ουσιαστική αλλαγή από τη γραμμή των προκατόχων του δεν επέφερε. Η αποβιομηχάνιση των ΗΠΑ συνεχίστηκε, τα ελλείμματα και το χρέος (ιδίως…) υπερδιογκώθηκαν (μεταθέτοντας βολικά το κόστος στις επόμενες γενεές…), η ψαλίδα εξακολούθησε να ανοίγει υπέρ των πλουσίων, οι υπεύθυνοι του κραχ του 2008 δεν ενοχλήθηκαν διόλου, οι φορολογικοί παράδεισοι ανά την υφήλιο επίσης κ.ο.κ., κ.ο.κ. Στους αριθμούς, ναι, χάρη στις νέες φούσκες που το άφθονο χρήμα δημιούργησε, την πλημμυρίδα των δολλαρίων, η Αμερική τύποις ανέκαμψε, δημιουργήθηκαν άφθονες νέες θέσεις εργασίας, πρωτίστως για μετανάστες και πρεκάριους. Επίσης θεαματική ήταν η ανάκαμψη των ρετιρέ και των μεγιστάνων. Η ραχοκοκκαλιά κάθε κοινωνίας ωστόσο, η μεσαία τάξη, κι αυτοί ακόμη που τον ψήφισαν, εξακολούθησε να διολισθαίνει προς την αβεβαιότητα. Με αποτέλεσμα την ψήφο της τον Νοέμβριο που μας πέρασε.

Tα δύο μεγαλύτερα επιτεύγματα της θητείας του τέως προέδρου υπήρξαν νομίζω το Omamacare και η, έστω και συμβολική, Συνθήκη των Παρισίων για το Κλίμα. Και στα δυο κινήθηκε προς την ορθή κατεύθυνση, παρά τη λυσσαλέα και άθλια αντίσταση που, ιδίως η ασφαλιστική του μεταρρύθμιση, συνάντησε. Μακάρι να περισωθεί κάτι από την προσπάθειά του, αν και οι πρώτοι οιωνοί δεν είναι ευχάριστοι. Στα κοινωνικά ζητήματα, την ισοπολιτεία και την εξάλειψη των διακρίσεων, πολλοί περίμεναν από την κυβέρνησή του θαύματα, και η αλήθεια είναι ότι προσπάθησε όσο λίγοι. Ειρωνικώ τω τρόπω ωστόσο, στο μέγα ζήτημα των φυλετικών εντάσεων, ελάχιστα κατόρθωσε. Προφανώς, και εδώ, η πολιτική των συμβόλων και των ταυτοτήτων δεν επαρκεί όταν οι υλικές συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες.

Ο Ομπάμα ανέβηκε στην εξουσία με την πρόθεση να γίνει ο νέος Λίνκολν, ο νέος Ρούσβελτ ή, έστω, ο νέος Κέννεντυ. Αν ο διάδοχος του αποτύχει παταγωδώς, πράγμα διόλου απίθανο, πολλοί θα τον νοσταλγήσουν. Αν όμως ο Τραμπ κατορθώσει έστω και λίγα από τα –τω όντι– ριζοσπαστικά που εξήγγειλε, ο Ομπάμα κινδυνεύει να έχει την τύχη του Κάρτερ μετά την άνοδο του Ρήγκαν στην εξουσία: την τύχη μιας ιστορικής υποσημείωσης. Έχει άλλωστε τόσα κοινά με τον γηραιό ευπατρίδη από την Τζώρτζια: τις άριστες των προθέσεων, τις μεγάλες ευέλπιδες διακηρύξεις, τα ναυάγια στον ισλαμικό κόσμο – ακόμη και το Βραβείο Νομπέλ της Ειρήνης. Και οι δυο πήραν τη σκυτάλη από κυβερνήσεις του αντίπαλου κόμματος κλονισμένες από την αναξιοπιστία και τα σκάνδαλα. Και οι δύο παρέδωσαν τη σκυτάλη σε τραχείς Ρεπουμπλικάνους που έκαναν όνομα στις σόου μπίζνες και που ούτε οι τρόποι τους ούτε η ρητορική τους φημίζεται για άψογη. Και οι δύο επαγγέλθηκαν να ενώσουν τη βαθιά διχασμένη τους χώρα – χωρίς να τα καταφέρουν.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ο πίθος των Δανα·ί·δων

Σχετική εικόνα

~ . ~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τείνουμε να συνδέουμε όλες τις ασθένειες σήμερα με ψυχολογικά ή συναισθηματικά αίτια. Πρόκειται για μια πεποίθηση λίγο καταχρηστική, αφού είναι αναπόδεικτη, που δεν απέχει πολύ από την πίστη μας στα άστρα. Φορώντας το περισπούδαστο ύφος του ειδικού γνωμοδοτούμε επί πασών των περιπτώσεων χωρίς να θέτουμε υπό έλεγχο την ακρίβεια των λόγων μας. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η ερμηνευτική μας είναι καίρια και αδιάβλητη διότι έχει κριθεί μέσα στην διακεκαυμένη ζώνη της προσωπικής μας εμπειρίας. Αυτό την χαλυβδώνει.

Ακόμα και στα νοσοκομεία η πρώτη ερώτηση που θέτουν οι γιατροί στον νεοεισαχθέντα ασθενή ανεξαρτήτως πάθησης, είναι αν έχει άγχος. Βέβαια η ερώτηση γίνεται με την ελαφρότητα και την υστεροβουλία του ρητορικού ερωτήματος. Υπάρχει άνθρωπος χωρίς άγχη, ειδικά σε εποχές μέγιστης ανασφάλειας όπως η δική μας; Αλλά ο εφημερεύων γιατρός δεν είναι αναγκασμένος να γνωρίζει ψυχολογία του βάθους για να κουράρει τον ασθενή και επιπλέον δεν έχει χρόνο για μια τέτοια προσέγγιση. Ο ασθενής πρέπει να ανακουφισθεί πάραυτα. Επομένως, παρά την γενική βεβαιότητά μας ότι η αρρώστια έχει ψυχολογικές ρίζες, αποφεύγουμε να επιτεθούμε σε αυτές, αγνοούμε τις βαθιές αιτίες και περιορίζουμε την θεραπεία γύρω από τα συμπτώματα.

Η ίδια η ζωή κάποτε ακυρώνει τις βεβαιότητές μας, ανατρέπει τις εδραιωμένες αντιλήψεις, καταρρίπτει τις δεισιδαιμονίες μας. Αν υπήρχε συγκεκριμένος και αποτελεσματικός τρόπος καταπολέμησης της ασθένειας εν γένει, αυτή θα είχε εξαλειφθεί παντελώς από προσώπου γης (τότε θα δημιουργούνταν άλλα προβλήματα φιλοσοφικής, υπαρξιακής και… χωροταξικής φύσεως βέβαια). Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής και η συνομωσιολογία ενάντια στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες φουντώνει. Αναγκαστικά το άτομο καταφεύγει ακόμη σε γιατροσόφια και μαγγανείες ιδιωτικής χρήσης.

Όλοι λίγο πολύ έχουμε σχεδιάσει ένα ιδιότυπο προσωπικό στρατήγημα που υποτίθεται διαφυλάττει την υγεία μας και περισώζει την ακεραιότητά μας. Έτσι κάποιος γίνεται vegeterian, άλλος γυμνάζεται φρενιτιωδώς, τρίτος αποφεύγει τα λιπαρά και έτερος κόβει το τσιγάρο. Η κοινή λογική δεν αντιστρατεύεται σε αυτές τις επιλογές που κατά το μάλλον ή ήττον σημειώνουν ένα κάποιο αποτέλεσμα. Αλλά η προσωπική μας οχύρωση δεν περιορίζεται σε αυτά. Θα ήταν πλημμελής άλλωστε. Έτσι δεν χάνουμε ευκαιρία να εναποθέτουμε την μέριμνα για την υγεία μας σε μεταφυσικούς παράγοντες, μετερχόμενοι τάματα, προσευχές ή διαλογισμό. Αυτά αποτελούν αναμφιβόλως το πιο σύνηθες έξτρα, βοηθητικό εργαλείο (πέρα από τα φάρμακα δηλαδή και την συμβατική θεραπεία) για την καταπολέμηση των ασθενειών, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ακόμα και στην τόσο αναπτυγμένη τεχνολογικά εποχή μας με τα τεράστια άλματα της ιατρικής επιστήμης γινόμαστε συχνότατα άθυρμα του φόβου μας και της ανημπόριας μας απέναντι στην αρρώστια.

Θα ήθελα να θίξω μια άλλη παράμετρο όμως και να προστεθεί και αυτή στην λίστα των χρήσιμων προλήψεων που αφορούν την υγεία του σώματος. Όπως είπαμε, αποτελεί κοινό τόπο η πεποίθηση ότι οι περισσότερες ασθένειες εκπορεύονται από ψυχολογικές και συναισθηματικές δυσλειτουργίες. Από παρεμπόδιση της ελεύθερης διέλευσης του chi ή από κλειστά chakras, θα λέγανε σε άλλες κουλτούρες. Καλώς. Γιατί όμως δεν λαμβάνουμε ποτέ υπ’ όψιν τον πνευματικό παράγοντα στην δημιουργία, σχηματισμό και κατίσχυση μιας νόσου; Γιατί δεν εστιάζουμε σε διανοητικές δυσλειτουργίες, ιδεολογικές κακοήθειες και πνευματικά προσκόμματα; Γιατί όχι σε ιδεοληπτικούς επαμφοτερισμούς, σε επιφανειακούς συλλογισμούς, σε ετεροκαθορισμένους τρόπους σκέψης;

Να διευκρινίσουμε εδώ ότι δεν πρεσβεύουμε κάποιο είδος ευγονικής του πνεύματος. Ίσα ίσα είναι ηλίου φαεινότερον ότι, συχνότατα, όσο πιο έξυπνος και μορφωμένος είναι κάποιος, τόσο πιο πολύ ταλανίζεται από προβλήματα σωματικά, συναισθηματικά, ψυχολογικά. Η ευφυΐα εξανεμίζεται μπροστά σε τέτοιου είδους σκοτούρες και βλέπουμε τους πιο έξυπνους ανθρώπους, ενώ βρίσκονται σε δύσκολες καταστάσεις, να συμπεριφέρονται απόλυτα βλακωδώς. Συνεπώς ποιος είναι αυτός ο υγιής τρόπος σκέψης που θα μπορούσε να δράσει ως καταλύτης και να επιφέρει μια κάποια ισορροπία στην ρευστότητα του ανθρώπινου ψυχοσυναισθηματικού δυναμικού;

Αν το υγιώς σκέπτεσθαι έχει να κάνει με το κομμάτι της εφαρμοσμένης ή μη φιλοσοφίας πάλι διανοίγονται κενά στον συλλογισμό. Με αυτή τη συνθήκη θα έπρεπε όλοι οι επαγγελματίες φιλόσοφοι να διάγουν βίο υγιή, ευτυχισμένο και μακρύ – πράγμα που καμία στατιστική έρευνα δεν επιβεβαιώνει. Ως αναγνώστες εντρυφώντας σε φιλοσοφικές μελέτες αντλούμε κάποιες φορές ευχαρίστηση ή κατανοούμε πράγματα για τον κόσμο και τον εαυτό μας, αλλά σίγουρα δεν είμαστε σε θέση να επιμηκύνουμε το προσδόκιμο ζωής μας. Η φιλοσοφία όμως που κατατρίβεται με την λογική, την ηθική, την μεταφυσική, την αισθητική, την οντολογία, την γνωσιολογία, την επαγωγική σκέψη, την παρατήρηση, την ανάλυση, την διαλεκτική, την ερμηνεία της πραγματικότητας, την διείσδυση στα άδυτα της γλώσσας, μας δίνει μέσα από τα αντικείμενα του ενδιαφέροντός της ένα λαμπρό παράδειγμα: είναι ένας τρόπος του οράν. Η φιλοσοφική σκέψη γίνεται ένα βήμα που βγάζει τον στοχαστή λίγο έξω από τον κόσμο και του επιτρέπει την ψύχραιμη και αδιατάρακτη θέαση.

Είναι δύσκολο να σταθεί κανείς έξω από το συναίσθημά του. Να δει τον εαυτό του απογυμνωμένο, αδέσμευτο, ελαφρύ και ελεύθερο από τα πάθη και τους φόβους του. Το αποπειρώνται όσοι κάνουν γιόγκα χωρίς, εντούτοις, να επιτυγχάνουν πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Για τον κανονικό, καθημερινό άνθρωπο το συναίσθημα δεν μπορεί να ελεγχθεί, να μπει σε καλούπια. Και αυτό είναι φυσικό. Ο σημερινός άνθρωπος άγεται και φέρεται από το θυμικό του. Σε αυτό δεν διαφέρουμε πολύ από τον ομηρικό πρόγονό μας που κάνει τα πάντα, σύμφωνα με τον Κωστή Παπαγιώργη, υπό το κράτος μιας λυσσαλέας οργής. Τω όντι αν εξετάσει κανείς σύγχρονες συμπεριφορές, μένει εμβρόντητος από την ένταση του συναισθήματος, από την πανταχού παρούσα λαχτάρα για κορεσμό όλων των επιθυμιών, από την έλλειψη χαλιναγώγησης του πάθους (“οι καλύτεροι δίχως πεποίθηση καμιά / ενώ οι χειρότεροι ωθούνται από την ένταση του πάθους” όπως γράφει ο Γέητς). Μόνο που το πάθος στην εποχή της μετανεωτερικότητας δεν διαθέτει την αχλύ του ρομαντισμού. Είναι ένα πάθος ξεθωριασμένο, προσανατολισμένο κυρίως σε φτηνές και μικρές ηδονές. Συν τοις άλλοις δεν πρέπει να ξεχνάμε και κάτι οξύμωρο: ενώ κατηγορούμε την εποχή μας για σαχλή αισθηματολογία, βλέπουμε ότι βασικό χαρακτηριστικό της αποτελεί επίσης η έλλειψη γνήσιου συναισθήματος, η αυτοματοποίηση, ο κυνισμός, η αδιαφορία, η ψυχρότητα.

Η συναισθηματική πλημμυρίδα δείχνει καμιά φορά εγωτική εστίαση. Το να νιώθεις σημαίνει να λαμβάνεις σοβαρά υπ’ όψιν τον εαυτό σου. Είσαι χωμένος μέσα στον εαυτό σου, χωρίς καμία δυνατότητα αποστασιοποίησης, χωρίς προοπτικές επισκόπησης, έρμαιο των περιστάσεων και της συγκυριακής και ανεξέλεγκτης τροχιάς του συναισθήματος.

Η προτροπή προς τον σύγχρονο άνθρωπο να δει από κάποια απόσταση των εαυτό του και να ελέγξει έστω και λίγο τα πάθη του, τις επιθυμίες, τους φόβους, τα συναισθήματά του, μπορεί να εγείρει –φευ– ακόμα και γενική κατακραυγή. Ο άνθρωπος –παρά την γκρίνια, την μιζέρια, τις νευρώσεις– είναι καλά βολεμένος μέσα στην κατασκευασμένη εικόνα του εαυτού του. Αντιμετωπίζει μάλιστα τα προβλήματα που προκύπτουν από τα ψυχολογικά και συναισθηματικά κενά του με τρόπους ευτελείς και με πρόσκαιρες λύσεις. Καταφεύγει στον καταναλωτισμό, δραπετεύει με την βοήθεια του ίντερνετ και της τεχνολογίας, ρίχνεται στις ανέσεις, αποβλακώνεται στην τηλεόραση. Διαχειρίζεται της ανασφάλειές του, τα συναισθηματικά του άχθη και τις ανολοκλήρωτες επιθυμίες του με τρόπο πληθωριστικό. Με άλλα λόγια συλλέγει όσα περισσότερα μπορεί και, σαν την μέλισσα που πετά από λουλούδι σε λουλούδι, προσπαθεί να καταπραΰνει την ατέρμονη δίψα του, αναζητώντας λύτρωση μέσα στην πληθώρα των εμπειριών και την συσσώρευση ερεθισμάτων. Αυτός ο τύπος διαχείρισης θυμίζει τραγικά τον αρχετυπικό μύθο των Δαναΐδων που ήταν καταδικασμένες να γεμίζουν αιωνίως ένα τρύπιο πιθάρι με νερό.

Όπως στεκόμαστε με δέος και αμηχανία απέναντι στην επιθυμία, έτσι κάνουμε και όσον αφορά τον πόνο και τον φόβο. Αδυνατούμε να τα διαχειριστούμε. Ο Κικέρων εξισώνει πόνο, φόβο, επιθυμία και ηδονή. Για κείνον και τα τέσσερα είναι το ίδιο πράγμα. Στις περίφημες Τουσκουλανές Διατριβές του εξηγεί με πολύ εναργή τρόπο ότι φόβος είναι η ανησυχία για έναν μελλοντικό πόνο και επιθυμία η προσμονή για μια μελλοντική ηδονή. Όσον αφορά δε την ίδια την φύση του πόνου και της ηδονής ο φιλόσοφος δεν κρύβει την περιφρόνησή του απέναντί της. Το χείριστο για τον φιλόσοφο είναι η ατίμωση και η έλλειψη συνέπειας στην ζωή του, η προδοσία των φιλοσοφικών του θέσεων. Το βέλτιστο είναι η επίτευξη της αρετής. Αυτή οδηγεί σε αληθινή ευδαιμονία και φέρνει τον βίο σε κατάσταση νηνεμίας. Στο πλαίσιο αυτής της γαλήνης που προσδίδει στον άνθρωπο λυσιτελή οξυδέρκεια, όσα θεωρούμε δεινά για τη ζωή και τη συνέχισή της, ξεθωριάζουν σταδιακά, χάνουν το νόημά τους και εξαφανίζονται.

Η συλλογιστική φαίνεται παράταιρη, ακατανόητη, ασυνάρτητη για τα σύγχρονα, μηδενιστικά ώτα μας. Όλα αυτά μοιάζουν με κούφιες ηθικολογίες. Πως μπορεί να συνυπάρξουν οι λησμονημένες αξίες, το παρωχημένο λεξιλόγιο της αρχαίας φιλοσοφίας με τις σύγχρονες τάσεις και απαιτήσεις της ζωής; “Φρόνηση”, “καλόν καγαθόν”, “αρετή”, “εγκράτεια” είναι έννοιες που έχουν μπαγιατέψει, τις αντιμετωπίζουμε κοροϊδευτικά ή με ειρωνική διάθεση. Είναι λογικό μέσα στον κυκεώνα της μετανεωτερικότητας να έχει επισυμβεί κάτι τέτοιο. Αλλά είναι ίσως και θεμιτό να επιχειρήσουμε μια επανιεράρχηση των αξιών και των προτεραιοτήτων μας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όχι μόνο το ηθικό τους περιεχόμενο, αλλά αντιμετωπίζοντάς τες σαν μέσο υγείας, αρμονίας και ψυχοσωματικής ισορροπίας για το σύνολο του πληθυσμού και τον καθένα μας προσωπικά.

Οι περισσότεροι είμαστε ετερόφωτα όντα. Παίρνουμε λάμψη από ξένες ιδέες. Αναμηρυκάζουμε απόψεις της κυρίαρχης ιδεολογίας και προσεταιριζόμαστε τον τρόπο σκέψης των άλλων. Το μυαλό μας θολώνει κάποιες φορές από τις αλλότριες επιρροές, ενώ ο μιμητισμός μας χτυπάει κόκκινο. Το να μη σκέφτεται κανείς καθαρά μπορεί και να οφείλεται σε έμφυτη ευήθεια ή –τις περισσότερες φορές– σε πνευματική νωθρότητα, σε έλλειψη εγρήγορσης, σε διανοητικό βόλεμα, σε ελλιπή καλλιέργεια, σε σαθρή παιδεία. Μια τέτοια συνθήκη ενίοτε εξανδραποδίζει το άτομο, το υποδουλώνει σε εξωγενείς δυνάμεις, το καθιστά πιόνι προπαγάνδας, αφιονισμένο ανδρείκελο, ανυπεράσπιστη μαριονέτα απέναντι στις σειρήνες της διαφήμισης, υπάκουο καταναλωτή στις επιταγές της μόδας και οπαδό του φαύλου και επίβουλου πολιτικού λόγου. Το καθηλώνει σε άγονες πνευματικές εκτάσεις όπου κυριαρχεί το τετριμμένο, η ποταπή αισθητική, η πενιχρή ιδεολογία, η απουσία οράματος.

Τι αντίκτυπο έχει κάτι τέτοιο στην εξισορρόπηση της υγείας; Δεν είμαι σε θέση να ορίσω! Αλλά δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι όλα αυτά προκαλούν από οξύτατους πονοκεφάλους μέχρι δυσεντερίες, στομαχικά έλκη και ένα σωρό ακόμα χειρότερα. Γιατί; Μα λόγω τεράστιας, ανυπολόγιστης και γενικευμένης διαταραχής. Υπό το κράτος όλης αυτής της δυσαρμονίας το άτομο υποκύπτει σε συμπεριφορές που αποκλίνουν από έναν υψηλόφρονα τρόπο ζωής και έρπει σε χθαμαλές περιοχές του κοινωνικού και προσωπικού βίου. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε χίλιους δυο τομείς της καθημερινότητας: από τις ενδυματολογικές του επιλογές, μέχρι τον τρόπο σίτισης, μετακίνησης, εργασίας, διασκέδασης, το ύφος του συνδιαλέγεσθαι, του ερωτεύεσθαι, του συνυπάρχειν, από την κοινωνική δραστηριότητα μέχρι τις πολιτικές επιλογές, την οικολογική συνείδηση και την συλλογική ευθύνη κ.ο.κ. Έτσι κάποιος μπορεί να αρρωσταίνει επειδή υπήρξε δογματικός αριστερός, άλλος γιατί ψήφιζε όλη του τη ζωή ΠΑΣΟΚ και άλλος γιατί είναι κομπλεξικός νεοφιλελές. Για τους χρυσαυγίτες δεν χρειάζεται να τονίσουμε ότι αποτελούν εξαιρετικά επικίνδυνη, ιογενή, παθολογική περίπτωση. Ιδεολογικές αγκυλώσεις, παρωπίδες, δογματισμός, μονοθεματική σκέψη, φανατισμός, υποκρισία, έξη στο ψέμα, αδυναμία κριτικής σκέψης, διανοητική απίσχνανση δεν δημιουργούν τους καλύτερους οιωνούς για τη διατήρηση της σωματικής υγείας.

Στοιχειώδης πνευματική συγκρότηση από όλους μας δεν θα επέτρεπε να γιγαντωθούν στοιχεία πολιτισμικής παρακμής και ανέχειας που ταλανίζουν τον σύγχρονο κοινωνικό βίο. Με άλλα λόγια η ηγεμονία της κυρίαρχης ιδεολογίας η οποία παράγει την δική της τηλεόραση, την δική της μουσική, τη δική της λογοτεχνία, την δική της κουλτούρα, εφόσον μας αρρωσταίνει σε συμβολικό επίπεδο ως κοινωνικό σύνολο, ενδέχεται να δημιουργεί και μια στρατιά ασθενών που κανείς γιατρός, χειροπρακτικός, μέντιουμ, αστρολόγος ή μάγος, δεν μπορεί να θεραπεύσει.

Πως αντιμετωπίζεται το ζήτημα; Είναι σημαντικό για έναν άνθρωπο να διαθέτει αυτοσυνειδησία. Να έχει εξαντλήσει όσο το δυνατόν περισσότερο το ηρακλείτειο “εδιζησάμην εμεωυτόν”. Ο εαυτός περιλαμβάνει σώμα, πνεύμα, συναίσθημα, ψυχή, ως μια ολότητα. Συνεπώς αυτός που επιχειρεί να κάνει το ταξίδι αναζητώντας τα όρια του εαυτού του, έχει να διανύσει πολύ δρόμο.

Ποιος σκέπτεται χωρίς στεγανά; Ποιος πάει κόντρα στο ρεύμα υιοθετώντας την άποψη που ενοχλεί, σοκάρει, προκαλεί αντιδράσεις; Αυτός ίσως δικαιωθεί και ίσως μπορέσει να θωρακίσει ικανοποιητικά τον εαυτό του απέναντι στους κινδύνους που ελλοχεύουν πίσω από μια αχρεία πνευματική κατάσταση. Όταν ο Σάντε Πολλάστρι ερωτήθηκε από την αστυνομία αν έχει αναρχικές ιδέες, απάντησε: “έχω τις δικιές μου ιδέες”. Πόσοι από εμάς μπορούν να καυχηθούν για τέτοια πνευματική ιδιοφωνία;

Αλλά ας μη ζητάμε το απόλυτο. Η σκέψη δύναται να αποτελέσει παράδειγμα αυτοελέγχου. Το πρώτο ζητούμενο για ένα σκεπτόμενο ον είναι η αποφυγή των ετεροκαθορισμών και το προσεκτικό φιλτράρισμα των επιρροών. Καλό είναι να μάθει να σκέφτεται κανείς με διαύγεια, θάρρος και ελευθερία. Αν και ζούμε σε μια ορθολογιστική υποτίθεται περίοδο, έχουμε γίνει, πλείστες όσες φορές, μάρτυρες της κατάρρευσης της λογικής. Το να καλύπτουμε τα ψυχικά κενά μας με την απόκτηση υλικών αγαθών, gadget, κινητών, λογιών λογιών αντικειμένων, συντελεί στην ανατροφοδότηση της συλλογικής μας νεύρωσης με άχρηστα μπιχλιμπίδια. Αν σκεφτούμε με νουνέχεια γιατί υπάρχει αυτό το “κενό” και από που προκύπτουν αυτές οι επείγουσες συναισθηματικές ανάγκες που δεν μπορούμε να καλύψουμε με τίποτα, ίσως φτάσουμε σε γόνιμα συμπεράσματα.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

 

 

 

Ιστορία της γενειάδος

bearded

~ . ~

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Η γενειάδα, καθώς και η κόμη, είναι τα στοιχεία εκείνα της εξωτερικής μας εμφάνισης, στα οποία μπορούμε να παρέμβουμε ευκολότερα. Δύσκολα καθορίζει κανείς το ύψος, το πάχος ή το σχήμα του σώματός του. Εντούτοις μπορεί να καθορίσει το μήκος, την πυκνότητα ακόμα και αυτή την ύπαρξη της γενειάδας του (αν ανήκει, βέβαια, στο άρρεν φύλο).

Περισσότερο απ’ την κόμη, η γενειάδα, ως κατ’ εξοχήν του άρρενος προνόμιο, αποτέλεσε βασικό παράγοντα της παγκόσμιας ιστορίας. Δεν θα υπερβάλλαμε, αν υποστηρίζαμε πως η παγκόσμια ιστορία είναι και ιστορία της γενειάδας.

Οι μεγάλοι πολιτισμοί μπορούν να διαχωριστούν σε αγένειους και γενειοφόρους. Οι δύο διαλεκτικές δυνάμεις που κινούν την παγκόσμια ιστορία είναι η γενειοφόρος και η αγένειος. Και κάθε ριζική μεταβολή στον κόσμο συνοδεύεται από την εκ νέου εμφάνιση ή εξαφάνιση της γενειάδας.

Κατ’ εξοχήν αγένειος πολιτισμός ήταν ο αιγυπτιακός, αν παραβλέψουμε το στενό σφηνοειδές γενάκι κάτω απ’ το σαγόνι που συνήθιζαν να έχουν οι Αιγύπτιοι, το οποίο ασφαλώς δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως αληθινή γενειάδα αλλά μάλλον ως απλό διακοσμητικό στοιχείο. Μάλιστα οι Αιγύπτιοι απεχθάνονταν σε τέτοιο βαθμό την τριχοφυΐα, ώστε ξύριζαν ακόμα και την κόμη τους, κι όχι μόνον οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες: η Νεφερτίτη λ.χ. ήταν φαλακρή.

Αντιθέτως, οι Ασσύριοι, ήδη από την εποχή του Σαρδανάπαλου, έτρεφαν πλουσιότατη μακρά γενειάδα. Η σύγκρουση των δύο βασιλείων ήταν, βέβαια, αναπόφευκτη. Οι Ασσύριοι ρήμαξαν την Αίγυπτο και λεηλάτησαν τις περίλαμπρες πολιτείες της. Λίγο αργότερα, οι επίσης γενειοφόροι Πέρσες έθεσαν τέλος στην κρατική της υπόσταση. Οι γενειοφόρες δυνάμεις επικράτησαν στην Εγγύς Ανατολή.

Οι μικρογένειοι Έλληνες του Θεμιστοκλή και του Μιλτιάδη αναχαίτισαν την προς δυσμάς προέλαση των βαθυγένειων Μήδων και έσωσαν τον Ελληνισμό, αλλά σύντομα οι Πέρσες επανέκαμψαν και εκμεταλλευόμενοι τις έριδες των ελληνικών πόλεων, ουσιαστικά ρύθμιζαν τα της Ελλάδος κατά το συμφέρον τους. Ο περσικός χρυσός κατόρθωσε ό,τι απέτυχαν να κάνουν τα δρεπανηφόρα άρματα του Ξέρξη. Μόνον όταν επικράτησε το ξύρισμα της γενειάδας, τον καιρό δηλαδή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κι από τον αγένειο Μακεδόνα στρατηλάτη, καταλύθηκε η περσική αυτοκρατορία.

Οι Σελευκίδες και Πτολεμαίοι διάδοχοι του Αλεξάνδρου παγίωσαν στην Ανατολική Μεσόγειο ένα αγένειο status quo, το οποίο διατήρησαν κι οι Ρωμαίοι. Η μετάβαση από τη δυναστεία των Λαγιδών στους Λατίνους του επίσης αγένειου Οκταβιανού Αυγούστου δεν συνιστούσε ρήγμα στην ιστορία του Ελληνισμού αλλά ομαλή συνέχεια. Ο Ελληνισμός συνέχισε να θάλλει και να μεγαλουργεί και υπό το σκήπτρο των Ρωμαίων.

Από την εποχή του Αδριανού όμως η γενειάδα αναδύθηκε σταδιακά εκ νέου. Δεν παραβλέπουμε το γεγονός πως στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους, όταν ο αρχαίος κόσμος ακτινοβολεί τις λοίσθιες αναλαμπές του, οι αγένειες δυνάμεις επανακάμπτουν προς στιγμήν: ακόμα κι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ήταν αγένειος, όπως κι οι διάδοχοί του. Πολλές φορές στην ιστορία δρουν την ίδια περίοδο δυνάμεις κατ’ εξοχήν αντίρροπες μεταξύ τους.

Η είσοδος όμως στον κυρίως Μεσαίωνα, μετά την βασιλεία του Ηρακλείου και τις αραβικές κατακτήσεις, σημαδεύεται από την πλήρη επικράτηση των γενειοφόρων. Λαϊκοί και κληρικοί, αυτοκράτορες και αυλικοί, όλοι τρέφουν γενειάδα. Τη εξαιρέσει, βέβαια, των ευνούχων. Η ιδιότητα όμως του σπανού επέφερε όνειδος βαρύ. Οι σύγχρονοι ορθόδοξοι ιερείς είναι τα τελευταία λείψανα αυτού του μεγάλου γενειοφόρου πολιτισμού των Μέσων Χρόνων. Και μιας και μιλήσαμε για τους ορθόδοξους ιερείς, ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε την σημασία της γενειάδας (ή της απουσίας της) στα θρησκευτικά δόγματα. Συγκρίνετε τον αγένειο και κεκαρμένο βουδισμό με τον συνήθως αμύστακο πλην βαθυγένειο ακραίο ισλαμισμό. Στην συνείδηση των περισσοτέρων μας άλλωστε, η ύπαρξη ή μη της γενειάδας στους θρησκευτικούς λειτουργούς δεν συνιστά τη βασική διαφορά μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων;

Ας θίξουμε επί τροχάδην όμως την κεφαλαιώδη σημασία της γενειάδος στον Χριστιανισμό. Οι πρώτοι Χριστιανοί, για να εκφράσουν την αντίθεσή τους στον γενειοφόρο ιουδαϊσμό, ξυρίζονταν. Αγένειες, άλλωστε, είναι κι οι πρώτες αναπαραστάσεις του Χριστού. Πολύ αργότερα, όπως είπαμε, επικράτησε στο Βυζάντιο ο γενειοφόρος Χριστιανισμός. Ο αγένειος Χριστιανισμός αντιτίθεται και στους τελευταίους πωγωνοφόρους υπέρμαχους της εθνικής θρησκείας. Έτσι οι Αντιοχείς λοιδορούν, όπως μας λέει κι Καβάφης, τα “γελοία γένεια” του Ιουλιανού κι αυτός τους απαντά με τον δηκτικότατο Μισοπώγωνά του. Είναι λάθος να φανταζόμαστε τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας (τον Γρηγόριο, τον Βασίλειο, τον Χρυσόστομο) ως σεβάσμιους γέροντες με τεράστια γενειάδα. Και νέοι ήταν –γεμάτοι αστείρευτη ενέργεια– και αγένειοι. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο αρκετά πρώιμο ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας που αναπαριστά έναν αγένειο Ιωάννη. Εικάζω πως ο ψηφοθέτης είχε κατά νουν αυθεντικές απεικονίσεις του Χρυσοστόμου.

Και για να μην μακρηγορούμε και να συντομέψουμε κάπως την επισκόπησή μας, η θαλερή Αναγέννηση ξυρίζεται, η Αντιμεταρρύθμιση επαναφέρει το υπογένειο, ο ανάλαφρος 18ος αιώνας ξαναξυρίζεται, ο Μεγάλος Πέτρος, για να εκπολιτίσει τους Ρώσσους, διατάσσει την αποτομή της γενειάδας και επιβάλει φόρο στους γενειοφόρους, ο βαρύς 19ος αιώνας υποκύπτει και πάλι στη γοητεία της, ο ρηξικέλευθος 20ός την ξανακόβει, οι hippies εκδηλώνουν δι’ εκείνης την αποστροφή τους στον αγένειο καθωσπρεπισμό.

Αυτά τα ολίγα για την τεράστια, την κοσμοϊστορική σημασία της γενειάδος στην ιστορία της ανθρωπότητας.

 

 

Η κρίση του στίχου

%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%b9

~ . ~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Αφορμή για το παρόν κείμενο αποτελεί η αναπάντεχη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν από την Σουηδική Ακαδημία με το Νομπέλ Λογοτεχνίας. «Αναπάντεχη βράβευση» αν και το όνομα του Αμερικανού τραγουδοποιού φιγουράριζε (και) ως φαβορί ανάμεσα στα ονόματα άλλων υποψηφίων τα τελευταία χρόνια. Κανείς βέβαια δεν πολυπίστευε ότι η επιτροπή θα προέβαινε ποτέ σε μια τέτοια ασυνήθιστη και προκλητική επιλογή. Αναμφιβόλως πρόκειται για μια βράβευση που πυροδότησε ποικίλες αντιδράσεις. Δεν θα σταθούμε όμως τόσο στο γεγονός της βράβευσης καθεαυτό. Η τοποθέτηση του Μπομπ Ντύλαν στο πάνθεον των τιμημένων με Nobel Λογοτεχνίας πέρα από την εύλογη και ενδιαφέρουσα κουβέντα που εγείρει, μας θυμίζει, αναπόφευκτα και κάτι ακόμα: την ένδεια και την αισθητική ισχνότητα της στιχουργικής παραγωγής τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας. Η σύγκριση είναι βεβαίως άδικη αλλά γίνεται συνειρμικά και οδηγεί αυτομάτως σε μελαγχολικά συμπεράσματα.

Το να θέτουμε θέμα γενικευμένης κρίσης του ελληνικού στίχου μπορεί να ακούγεται (και να είναι όντως) υπερβολικό ή ακόμα και παράταιρο. Η εποχή μας με τα μυριάδες οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά προβλήματα που την κατατρέχουν δεν μπορεί παρά να απαξιοί τα αισθητικά ζητήματα. Είναι όμως μόνο αισθητικό ζήτημα η θρυλούμενη κρίση του στίχου; Μήπως συνδέεται και αυτή με έναν υποδόριο τρόπο με την γενικότερη κρίση που σπαράσσει την ελληνική κοινωνία;

Πρώτα πρώτα δεν ακούμε συχνά να γίνεται λόγος για την κρίση του ελληνικού στίχου. Συνεπώς πρόκειται για ένα φαινόμενο που ή το θεωρούμε αυτονόητο ή δεν του δίνουμε τη δέουσα σημασία ή αρνούμαστε παντελώς την ύπαρξή του. Αν συμβαίνει το πρώτο, έχουμε παραδοθεί άνευ όρων σε μια πνιγηρή διανοητική παθητικότητα και σε απόλυτο κυνισμό. Το δεύτερο, που έχει αρκετή ευλογοφάνεια, δείχνει την κυριαρχία του νεοελληνικού ωχαδερφισμού (τι λέξη!). Το τρίτο δείχνει ομφαλοσκόπηση και άγνοια. Εντούτοις οφείλουμε να δούμε με τα ελάχιστα αποθέματα λογικής που διαθέτουμε ως πολίτες, ακροατές, άνθρωποι, το πρόβλημα της έκπτωσης του στίχου και να προσπαθήσουμε να το κατανοήσουμε εις βάθος. Το ίδιο πρέπει να γίνει και με την κρίση της ποίησης, της μουσικής, του κινηματογράφου, της λογοτεχνίας. Εξαιρώ το ελληνικό θέατρο που –ω του θαύματος!– όχι μόνο δεν φαίνεται να διέπεται από κρίση, αλλά αντιθέτως διανύει μια πολύ ανθηρή περίοδο (τουλάχιστον σε επίπεδο παραστάσεων, ιδεών, προτάσεων). Ίσως αν ενσκήψουμε σε κάθε έναν από αυτούς τους τομείς ξεχωριστά, να εξάγουμε συμπεράσματα πολύτιμα προς μελλοντική χρήση. Πολλοί μίλησαν τα τελευταία χρόνια άλλωστε για τις πολιτισμικές ρίζες της ελληνικής κρίσης…

Είναι αλήθεια ότι με σχετικά θέματα κατατρίβονται συνήθως γλωσσαμύντορες που πρεσβεύουν διακαώς την επιστροφή στα παλιά και διαβλέπουν παντού συνωμοσίες κατά της γλώσσας, παρακμή και deteriorism. Ας διαχωρίσουμε την θέση μας από αυτή την κατηγορία και ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε το θέμα με τρόπο σφαιρικό και όσο γίνεται αντικειμενικό.

Για να εντοπίσουμε τις απαρχές ή τις αιτίες της κρίσης του στίχου στο ελληνικό τραγούδι θα πρέπει να κάνουμε μια αναδρομή στους μεγάλους σταθμούς του τις δεκαετίες που πέρασαν. Αλλά αυτή είναι μια εργασία που ξεπερνά σε έκταση, όγκο και βαρύτητα το παρόν κείμενο. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελέσει ζουμερό και εύγευστο θέμα μια μεγάλης μουσικολογικής διατριβής, με έρευνα που θα χρειαζόταν χρόνια για να ολοκληρωθεί. Δεν γίνεται λοιπόν να προβούμε σε συνολική επισκόπηση της κατάστασης. Ούτε απαιτείται να αναλωθούμε σε παράθεση ονομάτων σημαντικών στιχουργών του παρελθόντος ή σε παραδείγματα καλής και κακής στιχοποιίας – αν και κάτι τέτοιο θα είχε ενδεχομένως… πλάκα. Για να μη πελαγοδρομούμε θα πρέπει να περιορίσουμε το πεδίο αναζήτησης στο εξής ερώτημα: Γιατί σήμερα δεν γράφονται καλοί στίχοι στο είδος του ελληνικού τραγουδιού που θεωρείται ποιοτικό; Εξαιρέσεις φυσικά υπάρχουν, αλλά δεν ανατρέπουν τον κανόνα.

Λοιπόν, παρόλο που η οικονομική κρίση είναι δυσεξήγητη και πολλοί μελετητές (sic) ανάγουν τις απαρχές της (ακόμα και) στον καιρό της τουρκοκρατίας, η κρίση του στίχου έχει πολύ απλές και απτές εξηγήσεις.

Μια άβολη αιτία είναι η κατάρρευση της μουσικής βιομηχανίας λόγω της αδυναμίας της να προσαρμοστεί στα νέα τεχνολογικά δεδομένα. Με την γιγάντωση του διαδικτύου και του ακατάσχετου downloading κανείς δεν αγοράζει πλέον cd (υπάρχουν ακόμη;) ή δίσκους. Όλοι όμως έχουμε χιλιάδες τραγούδια στους υπολογιστές μας. Είμαστε σαν τους παλιούς συλλέκτες με μια θεμελιώδη διαφορά. Εκείνοι θυσίαζαν χρόνο και χρήμα για να αποκτήσουν την πολύτιμη συλλογή τους, εμείς πατάμε απλώς ένα κουμπάκι. Εκείνοι ήταν περήφανοι για την δισκοθήκη τους και άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια το υλικό που είχαν συγκεντρώσει, εμείς ακούμε μουσική περιστασιακά, διαλέγουμε τυχαία τραγούδια, κολλάμε εμμονικά με ένα συγκεκριμένο κομμάτι (σχεδόν ποτέ δεν παίζεται ολόκληρο το άλμπουμ) ενώ η ακρόαση γίνεται συνήθως μέσα από αμφιβόλου ποιότητας ηχοσυστήματα (άπαντες παραδέχονται ότι με το πέρασμα από την αναλογική στην ψηφιακή εποχή ο ήχος και η μουσική υπέστησαν ανήκεστον βλάβη). Η μουσική απαξιώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αλλά τα σημάδια αυτής της απαξίωσης είναι ακόμα πιο εμφανή στον στίχο.

Όπως είναι φανερό έχει αλλάξει άρδην ο τρόπος που ακούμε μουσική. Πολύ σπάνια πλέον κάποιος απολαμβάνει έναν δίσκο ολόκληρο. Η ακρόαση είναι αποσπασματική, κατατετμημένη, ελλιπής. Υπό αυτή την οπτική ο δίσκος δεν χρειάζεται να διέπεται από κάποιου είδους ενότητα, αφού κανείς δεν πρόκειται να τον ακροασθεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Κάτι τέτοιο έχει σοβαρό αντίκτυπο και στην στιχουργία. Από την στιγμή που έχει κατακερματισθεί η αισθητική, ιδεολογική, νοηματική συνέχεια ενός μουσικού έργου – και αυτή δεν είναι μια συνθήκη που επιβλήθηκε άνωθεν, αλλά είναι αποκύημα της τεχνολογικής εξέλιξης όπως είπαμε – ο στίχος αντιμετωπίζεται υπό άλλη συνθήκη και διαφορετικό πρίσμα. Σήμερα δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα θεματικά άλμπουμ. Κάθε τραγούδι είναι αυτόνομο και αφηγείται την μικρή του ιστορία με τα, πενιχρά ή όχι, εκφραστικά του μέσα. Τα σύγχρονα γούστα του κοινού που διαμορφώθηκαν από τις ανάγκες του ή τις ευκολίες του, τις έξεις του και τα καινοφανή ήθη του, επηρέασαν με πολύ δραστικό τρόπο την στιχουργική παραγωγή. Το τραγούδι υπόκειται στους αδυσώπητους νόμους τις αγοράς. Όλα είναι δούναι και λαβείν. Οι στίχος προσφέρει αυτό που ζητάει το κοινό: μικρές αφηγήσεις, μικρά θέματα, εύπεπτη θεματολογία, γρήγορες εναλλαγές, αναλώσιμα υλικά.

Άλλη αιτία στιχουργικής παρακμής εν Ελλάδι μπορεί να αναζητηθεί στην καταβαράθρωση της πάλαι ποτέ κραταιάς μουσικής σκηνής της Θεσσαλονίκης. Μόλις μέχρι μιάμιση δεκαετία πριν υπήρχε πολύ έντονος αναβρασμός στις μουσικές προτάσεις που έρχονταν από την συμπρωτεύουσα. Σε αυτό συντελούσε ασφαλώς το υγρό και μελαγχολικό κλίμα της πόλης, αλλά και οι ευκολίες συνάντησης των μουσικών στα στούντιο, τα προβάδικα και τις μουσικές σκηνές της. Επίσης μεγάλο ρόλο σε αυτή την αυξημένη παραγωγικότητα έπαιζε και ένα είδος παράδοσης που είχε διαμορφωθεί σταδιακά. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ένας στους τρεις περαστικούς της πλατείας Ναυαρίνου κουβαλούσε στην πλάτη του μια κιθάρα. Αυτό μπορεί να το διαβεβαιώσει όποιος έζησε στην πόλη εκείνα τα χρόνια. Το κοινό απολάμβανε όλη αυτή την δημιουργικότητα και στήριζε πανελλαδικά τις περισσότερες νέες φωνές. Αυτή η δημιουργική φλέβα ανακόπηκε απότομα όταν η ζηλόφθων (!) Αθήνα επιχείρησε να αναδιοργανώσει ή να συνθέσει εκ του μηδενός την δικιά της μουσική σκηνή. Με την αμέριστη αρωγή των free press που κυριάρχησαν στην διαμόρφωση κοινού γούστου και επέβαλλαν μόδες σε ένα καταναλωτικό κοινό ευεπίφορο σε συμπεριφορές κοπαδιού, αναδείχτηκαν σιγά σιγά νέοι εκπρόσωποι του ελληνικού τραγουδιού με επιβεβλημένα διαπιστευτήρια ποιότητας. Άλλη θύμιζε την Μαρινέλλα (Μποφίλιου), άλλος τον Ξυλούρη (Χαρούλης), άλλη τραγουδούσε αγγλικά (Μόνικα), άλλοι κατέκτησαν μια θέση στον κολοφώνα του εναλλακτικού αθηναϊκού life style (Ζουγανέλη, Μαραβέγιας κ.ά.). Οι στίχοι των τραγουδιών τους; Αν δεν ήταν σπαραξικάρδιοι, μελό και μεγαλορρήμονες, ακούγονταν ακατανόητοι ή υπερβολικά ελαφρείς. Το χειρότερο: εξέπεμπαν ένα νέο αστικό ήθος που χαρακτηρίζει τον homo… atticus (τον άνθρωπο που ζει στην Αθήνα και έχει κατ’ επίφασιν κοσμοπολίτικη συμπεριφορά, αλλά είναι μέχρι το μεδούλι ανατολίτης και υπανάπτυκτος). Πολιτική αδιαφορία, κυνισμός με επίφαση αισθηματολογίας, προσπάθεια σύνδεσης με δυτικά αισθητικά πρότυπα, εγωκεντρισμός, ανασφάλεια, κόμπλεξ, δήθεν χαλαρότητα είναι μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά του.

Αυτά όσον αφορά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τις μεταλλάξεις του κοινού. Αλλά τι συνέβη με τους ίδιους τους δημιουργούς; Τι γίνεται με αυτούς που είναι υπεύθυνοι για τους στίχους;

Οι εποχές, ως γνωστόν, είναι ακατάλληλες για τραγουδοποιούς. Για ανθρώπους δηλαδή που γράφουν στίχους, μουσική και ερμηνεύουν οι ίδιοι τα κομμάτια τους. Αυτοί που έχουν κάπως εδραιωθεί μέσα από την πολύχρονη καριέρα τους, βρίσκουν κάποια περιθώρια να συνεχίσουν το έργο τους. Αλλά ένας νέος και πρωτοεμφανιζόμενος τραγουδοποιός σήμερα βιώνει την απόλυτη καλλιτεχνική και υπαρξιακή μοναξιά. Ο μόνος τρόπος να διοχετεύσει την καλλιτεχνική του ενέργεια προς τα έξω είναι η τηλεόραση (το ραδιόφωνο είναι νεκρό, ανίκανο να κάνει νέες προτάσεις, φαίνεται εδώ και χρόνια εγκλωβισμένο σε ένα διαφημιστικό σύστημα που του υπαγορεύει τις επιλογές του και αυτό τις ακολουθεί δουλικά). Νομίζω ότι είναι είδος που αναγκαστικά θα εκλείψει (και μη ξεχνάμε ότι κάποια από τα λαμπρότερα στιχουργικά δείγματα των τελευταίων δεκαετιών μας τα έδωσαν τραγουδοποιοί). Μια διέξοδος απέναντι σε τούτο το τέλμα είναι φυσικά το διαδίκτυο. Αλλά αυτό μέχρι τώρα εξέθρεψε και αφύπνισε χθαμαλά αντανακλαστικά του κοινού και αναδείχτηκε ως μέσο έκφρασης του όχλου. Επίσης το διαδίκτυο με την πολυφωνία του και τις χαοτικές του συνιστώσες γίνεται πολλές φορές πηγή βαβούρας και αιτία αποπροσανατολισμού.

Στην ίδια μοίρα με τους τραγουδοποιούς είναι και οι μπάντες. Η εποχή που τα συγκροτήματα έπαιζαν ρόλο στα μουσικά τεκταινόμενα της χώρας μας έχει παρέλθει με την πτώση της μουσικής σκηνής της Θεσσαλονίκης. Τα συγκροτήματα υπήρξαν φυτώρια στιχουργικής έμπνευσης για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα στο πλαίσιό τους υπήρχε ζύμωση και καλλιτεχνική αλληλεπίδραση εν τη γενέσει του μουσικού προϊόντος . Εκεί γινόταν καλοπροαίρετη κριτική και απαραίτητο φιλτράρισμα. Τέλος στους κόπους τους υπήρχε ενθάρρυνση και προσδοκία. Ο στίχος εθεωρείτο θεμελιώδες στοιχείο του τραγουδιού. Έπρεπε να είναι καλός, να εκφράζει κάτι, να έχει αφηγηματικές αρετές, ποιητική αξία, συναισθηματικό βάθος και ιδεολογική βαρύτητα. Θα θεωρηθεί άραγε αβάσταχτη ιερεμιάδα το να οιμώζουμε αδιάλειπτα σήμερα για την έλλειψη συγκροτημάτων; Κάποιοι νέοι ακροατές μπορεί να έχουν τις ενστάσεις τους απέναντι σε τέτοιους αφορισμούς. «Η Ελλάδα διαθέτει ανθηρή black metal σκηνή, ενώ το hip hop καλά κρατεί τα τελευταία χρόνια» μπορεί να απαντήσουν. Ας αντιπαρέλθουμε την υποτιθέμενη ένσταση με ένα μειδίαμα και ας συνεχίσουμε.

Τι γίνεται με τους στιχουργούς; Αυτούς που γράφουν τα στιχάκια τους στην ησυχία του σπιτιού τους; Που δεν αυτοσυστήνονται ως τραγουδοποιοί, μουσικοί, συνθέτες, αλλά δηλώνουν απλοί διάκονοι της τέχνης του λόγου; Προφανώς είναι και αυτοί είδος υπό εξαφάνιση. Αλλά ο κίνδυνος που περνάει η φυλή τους δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την γενικότερη κρίση της ποίησης (άλλο μεγάλο θέμα αυτό…). Ποιες είναι οι συνέπειες της φημολογούμενης αυτής κρίσης; Τι επέφερε στην τέχνη; Πολύ χοντρικά, την απαξίωση προς παραδοσιακές μορφές και δομές, την περιφρόνηση του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, την άγνοια, την ελλιπή τεχνογνωσία, την υπερφίαλη διάθεση, τον ντιλεταντισμό. Η κρίση της ίδιας της ποίησης ξεκίνησε πολύ νωρίτερα τόσο από την κρίση του στίχου όσο και από την οικονομική κρίση που μας ταλανίζει (ο Νάσος Βαγενάς ορίζει τις απαρχές της πενήντα χρόνια πριν…). Πρόκειται λοιπόν για ένα φαινόμενο που μας έρχεται από μακριά και έχει σίγουρα επηρεάσει σοβαρά την στιχουργία.

Υπάρχουν και άλλες (πολλές) αιτίες για το λυπηρό φαινόμενο που ονομάζουμε κρίση του στίχου. Οι περισσότερες βαθαίνουν μέσα στον χρόνο. Παράδειγμα η στιχουργική κατάπτωση που συντελέστηκε κατά την μετάβαση από το ρεμπέτικο τραγούδι στο λαϊκό (και προλειάνθηκε κάπως έτσι ο δρόμος για το σκυλάδικο). Το θέμα είναι να αναζητηθούν κάπου εδώ τρόποι επίλυσης του προβλήματος, τρόποι διεξόδου από την κρίση. Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Μια καλή αρχή θα ήταν να αρχίσουμε να ακούμε (και) βινύλιο, να στηρίζουμε τις μπάντες και να αναζητούμε συνεχώς όπως ο Διογένης, με ένα φανάρι τους εναπομείναντες τραγουδοποιούς και στιχουργούς. Ίσως τότε ξανανθίσει ο καλός στίχος.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Ένας βάρδος στο σαλόνι μας

Bob Dylan Nobel

~.~

Ή ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΡΔΟΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΡΙΔΑ

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Οι δημόσιοι διαξιφισμοί για τη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, οσοδήποτε σκόρπιοι και έκθυμοι κι αν υπήρξαν, είναι ουσιώδεις. Γιατί αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα της εγγραματοσύνης και της φιλαναγνωσίας μας. Και φαίνεται ότι από εκεί εντέλει ξεκινά και το πρόβλημα.

Ήδη ο όρος «λογοτεχνία», συρρικνωμένος όπως χρησιμοποιείται σήμερα, είναι και προβληματικός και -το κυριότερο- ανιστόρητος. Literature, Literatur, letteratura, όπως το έτυμο της λέξης δηλώνει, είναι τα Γράμματα στην ευρεία τους έννοια, η γραμματεία. Και αυτή, κατά παράδοση περιλαμβάνει κάθε είδος υψηλού, δηλαδή απαιτητικού και έντεχνου λόγου, λ.χ. την ιστοριογραφία, το φιλοσοφικό και λογοτεχνικό δοκίμιο, τη ρητορική, την κριτική – όχι μόνο τη μυθοπλαστική πεζογραφία, τη γραφόμενη ποίηση και το δράμα. Κάθε ιστορία της αρχαίας ελληνικής ή της βυζαντινής λογοτεχνίας λ.χ. περιλαμβάνει κεφάλαια για αυτά τα είδη. Εξίσου εύλογη και δεδομένη είναι κατά παράδοση η συμπερίληψη της στιχουργίας στο σώμα της λογοτεχνικής παραγωγής. Η νεοελληνική λογοτεχνία λ.χ., και όχι μόνο αυτή, εγκαινιάζεται με τα δημοτικά τραγούδια.

Ώς τα μισά του 20ού αιώνα περίπου, αυτή η ευρεία έννοια της λογοτεχνίας πρέπει να ήταν αυτονόητη στη συνείδηση του Δυτικού αναγνώστη. Αυτό δείχνει ότι με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας ετιμώντο μεταξύ των άλλων συγγραφέων ιστορικοί όπως ο Μόμσεν και ο Τσώρτσιλ ή φιλόσοφοι όπως ο Ράσσελ και ο Όυκεν.

Η στένωση της έννοιας της λογοτεχνίας, η συρρίκνωσή της στη λόγια ποίηση, τη μυθοπλαστική πεζογραφία και το δράμα είναι φαινόμενο των τελευταίων 50 ετών. Και αντικατοπτρίζει την αντίστοιχη στένωση των ενδιαφερόντων του μέσου αναγνώστη.

Δεν είναι τυχαίο που αυτός ο τελευταίος ως «λογοτεχνία» εννοεί πλέον μόνο τη μυθοπλαστική πεζογραφία, εξαιρεί δηλαδή από αυτήν ακόμη και την ίδια την ποίηση! «Λογοτεχνία και ποίηση» ακούμε και διαβάζουμε διαρκώς ωσάν να πρόκειται για δύο διακριτά γένη. Κ όμως, στα μάτια του απαιτητικού φιλαναγνώστη διαχρονικά, το κοινό που διαβάζει μόνο λαοφιλή μυθιστορήματα και δεν ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο, εθεωρείτο πάντοτε κατώτερου επιπέδου, γινόταν στόχος της σάτιρας και της χλεύης μάλιστα – ας θυμηθούμε εδώ τον Δον Κιχώτη.

Οι τελευταίες βραβεύσεις της Σουηδικής Ακαδημίας δείχνουν ότι η Επιτροπή της Στοκχόλμης έχει συνειδητοποιήσει το πρόβλημα. Και ότι εντελώς συνειδητά επιχειρεί να το αντιστρατευθεί – να επαναπροσδώσει στη λογοτεχνία το πλήρες της εύρος. Και μόνο γι’ αυτό, η υπηρεσία που προσφέρει είναι ανεκτίμητη. Η αντίληψη ότι ένας αναγνώστης μπορεί να προσλάβει, να κατανοήσει καν ένα απαιτητικό μυθιστόρημα, τη στιγμή που ο ίδιος δεν πιάνει στα χέρια του ένα βιβλίο ποιητικό, ένα δοκίμιο, μια ιστορική μελέτη, μια φιλοσοφική πραγματεία, είναι από μόνη της εκτός πραγματικότητας. Όσο άλλωστε και η ιδέα ότι μπορεί να γράφει και να διαβάζει κανείς ποίηση αγνοώντας την μελοποιημένη της παρακαταθήκη, τα 2/3 της ιστορικής της κληρονομιάς δηλαδή.

Χρωστάμε χάριτες λοιπόν στους Σουηδούς. Μας θύμισαν τι είναι όντως τα Γράμματα. Αυτό που ίσως δεν υπολόγισαν ήταν οι αντιδράσεις. Γιατί αυτές δεν προέρχονταν μόνο εκ των κάτω, από τους οπαδούς της μυθιστορηματικής μονοείδειας, όπως ήταν αναμενόμενο. Αλλά και εκ των άνω, από τους θιασώτες μιας φασματικής και ιστορικά ανύπαρκτης καθαρότητας της ποίησης. Αυτοί οι τελευταίοι διαισθάνθηκαν ίσως (και ποιος μπορεί να τους δώσει άδικο;) ότι η βράβευση ενός κοσμαγάπητου τροβαδούρου τούς απειλεί· ότι τους εκθέτει σ’ έναν συναγωνισμό στον οποίο δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν· ότι φέρνει στο φως την δική τους, οδυνηρή αλλά εξωραϊζόμενη πίσω από ποικίλα προσχήματα, αποτυχία – να τέρψουν και να συγκινήσουν το ευρύτερο κοινό.

Κ.Κ.

ΥΓ. Να προσθέσω κι έναν άλλο λόγο που εξηγεί ίσως τη δυσφορία των ποιητών. Στον μοντερνισμό και στους σημερινούς του επιγόνους, ο Ντύλαν χρωστάει ελάχιστα πράγματα. Οι στίχοι του είναι έμμετροι και ομοιοκατάληκτοι, τα τραγούδια του παραπέμπουν στη μορφή της μπαλάντας όπως τη γνωρίζουμε από τη δημώδη παράδοση και τον ρομαντισμό με τις επαναλήψεις της, την κυκλική ή παρατακτική ανάπτυξη, τη λειτουργία της επωδού, η γλώσσα του δεν είναι διόλου ερμητική αλλά λαγαρή και εναργέστατη, οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις του και τα άλλα εκφραστικά του μέσα δεν έχουν τίποτε το επιδεικτικό ή το υπερρεαλίζον, τα θέματά του είναι σε μεγάλο βαθμό δημόσια, πολιτικά, κάποτε και επικαιρικά, γράφει δηλαδή ποίηση όχι καθαρή αλλά στρατευμένη και περιστασιακή, κ.ο.κ., κ.ο.κ.

Με άλλα λόγια, ο Μπομπ Ντύλαν βρίσκεται στους αντίποδες του main stream της σημερινής λόγιας ποίησης. Κι αυτό είναι επόμενο να ενοχλεί.

Ποίηση και αναρχία

chicago-anarchists

~  .  ~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Είθισται πολλές φορές, ιδιαίτερα στην χώρα μας, ο όρος «αναρχικός» να χρησιμοποιείται με μιαν ευρεία έννοια, τέτοια που διαφεύγει κατά πολύ των ιδεοπολιτικών απαρχών και συνισταμένων της λέξης, και ορίζει περισσότερον, ένα μονόλεκτο ορμής ή πάθους, αγάπης για την ζωή, αλλά και ενός ευρύτερου «αντιεξουσιασμού» όχι κατ’ ανάγκην συμπεπτωκότος με την συνήθη χρήση της λέξης στους σχετικούς χώρους.

Φυσικά, όχι μόνον η κατάχρηση του αυτοχαρακτηρισμού, αλλά και η απλή χρήση του με αυτήν την «ευρεία» έννοια δεν μπορεί παρά να προκαλεί κάποτε υποψίες όσον έχει να κάνει με το δημαγωγικό του πράγματος. Κατά κάποιον τρόπον, όχι και τόσον μυστήριον όσον φαίνεται, η γοητεία που προκαλεί η λέξη «αναρχικός» ακόμα και σε άτομα που κάθε άλλο παρά συμπαθούν τους σχετικούς ιδεολογικούς χώρους, δεν είναι τυχαία. Δεν είναι τυχαία, σίγουρα, μα πρωτίστως δεν  πρόκειται σε αυτή την περίπτωση περί αυθυπόστατης χρήσης της έννοιας, αν μάλιστα σκεφθεί κανείς πως πίσω από τις αντιεξουσιαστικές δηλώσεις πολλών ανθρώπων της χώρας μας, συχνά  δεν κρύβεται κάτι πιο γοητευτικό από το «δίκαιο της συμμορίας» και μερικά από τα πλέον ακατέργαστα και ωμά εξουσιαστικά σύνδρομα που θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί.

Μα, εδώ, στους με ιδεολογική έννοια αυτοχαρακτηριζομένους αναρχικούς το ζήτημα της «εξουσίας» περιπλέκεται (κυρίως στην πράξη, επειδή στα πολιτικά θεωρήματα πάντοτε μερικά πράγματα μοιάζουν ανέφελα, χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει πως δεν προκαλούν ραγδαίες βροχοπτώσεις στην πραγματικότητα…) σε τέτοιον βαθμόν και με τόσες άλυτες αντιφάσεις, ώστε κάποτε να αναρωτιέται κανείς για το πόσον εξουσιαστές περισσότερον θα ήταν πολλοί αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «αναρχικοί» αν δεν δηλώναν κιόλας τέτοιοι!

Αν στους αυτοδηλούμενους αναρχικούς, λοιπόν, ο όρος «εξουσία» και η αντιμετώπιση της πραγματικότητάς της, συχνά τους κάνει –για να το πω λαϊστί- «να μπλέκουν τα μπούτια τους» και να φανερώνονται …βασιλικώτεροι εκείνου του βασιλέως που μισούν όσον κανέναν άλλον, φανταστείτε πόσον ακόμα περισσότερον συμβαίνει αυτό σε όσους δηλώνουν «αναρχικοί» με ευρεία, μη πολιτική έννοια ή σκοπιμότητα προς χάριν μιας εύκολης δημαγωγίας και αυτοπροσπορισμού γοητείας.

Δεν είναι άγνωστο φυσικά το φαινόμενο και στους ποιητικούς χώρους. Ακόμα δε περισσότερον, αν αναλογιστεί κανείς ότι η «ποίηση» πάντα, και στον έναν ή τον άλλον βαθμό, συνδεόταν ως έννοια κατά έναν κάπως «συγκεχυμένο» τρόπο με την ιδέα της «αναρχίας». Κατά την γνώμη μου, όχι αδικαιολόγητα, όμως η κατάχρηση τόσον από άποψη εξαγγελίας όσον και από συμπεριφορική άποψη, κρύβει πάντα μια δημαγωγική μόδα και τίποτε περισσότερον.

Ιδιαίτερα, μάλιστα, στους σημερινούς καιρούς, στους οποίους  ο κόσμος της κουλτούρας, μικρός, μεγάλος, άξιος, ανάξιος, καλός, κακός, αντικουλτουρικός  και υποκουλτουρικός, έχει «πέσει με τα μούτρα» στο facebook, και μπορεί ασφαλώς να καταλάβει κανείς πως αυτό συμβαίνει ως επί το πλείστον προς χάριν δημαγωγίας και όχι προς όφελος του πνεύματος, με αποτέλεσμα ο εγχώριος πολιτισμός μας  να δέχεται (και) εξ αυτού του αταίριαστου γάμου «αγορεύσεως» και «κουλτούρας» ένα καίριο χτύπημα και να βυθίζεται τακτικά στους στροβίλους μιας αυτοϋπνωτιζομένης παρακμής.

Όμως το θέμα μου εδώ πρωτίστως εντοπίζεται στην ανίχνευση των κοινών τόπων μεταξύ ποίησης και αναρχίας, οι οποίοι, και παρά τις άνω αναφερθείσες αρνητικές προφάνειες, δεν είναι ανύπαρκτες. Βέβαια, και ως προς αυτόν τον σκοπό, καλό θα ήταν να ορίσουμε τον έναν πόλο του ζητήματος με αξιόσημα αναφοράς πολύ πίσω στον χρόνο. Δεν θα πάρουμε συνεπώς ως πρότυπο αναρχικού κάποιον που πάει και  …τα σπάει στους δρόμους για το  κέφι του και φωνάζει «ζήτω η αναρχία» (με ιδιαζόντως εξουσιαστική ορμή και πρόθεση βεβαίως…), αλλά ιστορικές μορφές του παρελθόντος, όπως, για παράδειγμα ο Κροπότκιν , ο Ελιζέ Ρεκλύ, η  Έμμα Γκόλντμαν. Αυτή η αναφορική προτίμηση εξ άλλου έχει σκοπό να μην αδικήσει τον όρο «αναρχία», με τον ίδιον τρόπον που αν θα θέλαμε να ομιλήσουμε για τις πλέον ουσιώδεις «ιδεολογικές» βάσεις του χριστιανισμού, δεν θα διαλέγαμε ως πρότυπο τους έξαλλους φονικούς όχλους που καίγαν κάποτε τους αρχαίους ναούς και έσφαζαν τους ιερείς αλλά και τους χωρικούς που ήταν προσκολλημένοι στην αρχαία ελληνική λατρεία, αλλά, θα προτιμούσαμε σίγουρα μορφές όπως ο Αυγουστίνος, ο Ισαάκ ο Σύρος, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, αλλά και ο Duns Scotus ή ο Θωμάς Ακινάτης κ.ά.

Στο κάτω κάτω υπάρχει όχι μόνον διαφορά οξύνοιας και μόρφωσης, αλλά και «συμπεριφορικού» πολιτισμού ανάμεσα στους παλαιότερους αναρχικούς και πολλούς «όξω καρδιά και σπάσ’ τα όλα» του σήμερα. Σπάνια θα βλέπατε παλαιό αναρχικό να μην ομιλεί με ιδιαίτερα πολιτισμένο τρόπο και σπανιότερα, ακόμα, θα ακούγατε έστω και μια βρισιά από αυτόν! Τουναντίον, σήμερα, σπάνια θα ακούσετε μια λέξη ανάμεσα στα λεγόμενα πολλών «αναρχικών» (δεν είναι όλοι φυσικά έτσι) που να μην είναι βρισιά ή μπινελίκι!

Όπως και να έχει όμως, και επανερχόμενοι στον κεντρικό άξονα του θέματος, οφείλει να πει κατ’ αρχάς κάποιος, πως, ναι, αναμφίβολα, η ποίηση παρουσιάζει κοινούς τόπους με την ιδέα της «αναρχίας», χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει κατ’ ελάχιστον πως θα μπορούσε να συμπέσει ολοκληρωτικά με αυτήν από άποψη πρόθεσης.

Αν θέλετε την γνώμη μου, η ποίηση ως είδος του γραπτού λόγου είναι πολύ πιο «αντιεξουσιαστική» από την πεζογραφία, στον βαθμό που η ίδια, και σε μεγάλο βαθμό, συνιστά ανατροπή και όχι διατήρηση του καθημερινού λόγου.  Πολύ σημαντικό ως προς το θέμα μας, αν το σκεφθεί κανείς αυτό σωστά. Επιπλέον, ό,τι αποκαλούμε «καθημερινός λόγος» σε ένα σημαντικό ποσοστό του είναι  γεμάτος από προσταγές, διαταγές,  επειγότητες, αναγκαιότητες, μη αντιστρεπτές τετελεσμένες χρονικότητες (που από την φύση τους όλα αυτά είναι πάντα εξουσιαστικά), αλλά και προσφυγές στην «αυθεντία», κλπ.

Στην ποίηση κάθε αιτιότητα (και μιλώντας τώρα από φιλοσοφική πλευρά) αίρεται ή έχει την δυνατότητα να αίρεται. Εφ’ όσον συμβαίνει αυτό, αίρεται αυτομάτως και κάθε αιτιατή «αναγκαιότητα» στην εκφορά των εννοιών και κατά συνέπειαν παύει να είναι τόσον δραστική οποιαδήποτε πρόθεση εξουσίας είτε αυτή είναι συνειδητή είτε ασυνείδητη.

Ένα ποίημα πάνω απ’ όλα είναι μια «συνείδηση» από τα έξω, δεν συνεπιφέρεται δηλαδή κατ’ ανάγκην από τις άμεσα τελούμενες διεργασίες της ανθρωπότητας.  Είναι ακόμα «απομεμακρυσμένο στον χρόνο» ως οπτική και εν κατακλείδι κάτι «παράλληλο» με την πραγματικότητα.

Από την φύση του αλλά και από την δυνατότητά του ένα ποίημα δεν επεμβαίνει (και ας υπάρχουν αφελείς που πιστεύουν πως η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο) και δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Το πολύ πολύ να αλλάξει κάποιον που είναι ήδη αλλαγμένος από μόνος του.

Βλέπουμε συνεπώς να προβάλλει κάπως εκφανέστερος ο φυσικός «αντιεξουσιαστικός» χαρακτήρας της ποίησης, και χωρίς αυτό φυσικά να έχει να κάνει στο ελάχιστο με τις εξουσιαστικότητες κάθε παρα-ποιητικής δραστηριότητας (δημόσιες σχέσεις, ανταγωνισμός νόμιμος ή μη νόμιμος κλπ.). Όμως αυτή η διαπίστωση κάθε άλλο παρά θα μας επέτρεπε να ταυτίσουμε την ποίηση με ένα μεγάλο μέρος της ιδεολογικής Αναρχίας, και παρά τις εκλεκτικές -αλλά και ουσιαστικές- ομοιότητες με αυτήν.

Η Αναρχία, έχει έναν συγκεκριμένο σκοπό «κοινωνικό» (μιας και οι αναρχικοί αποστρέφονται συνήθως τον όρο «πολιτικό»). Δεν αναζητά λιγότερο από άλλες ιδεολογικές θεωρήσεις την σαφώς συγκροτημένη και οργανωμένη σε διακοινωνική βάση «τάξη», με τον όρο, φυσικά, να εκλείπει πλέον η κεντρική κεφάλη της εξουσίας. Βέβαια, αυτό το όραμα περισσότερον προσεγγίζει τα ιδανικά του αναρχοκομμουνισμού παρά του αναρχοκολλεκτιβισμού και ουδόλως του αναρχοατομικισμού, όμως αυτό είναι άλλο θέμα.

Η ποίηση, από την άλλη, «αδιαφορεί» αρχικώς και συνολικώς ως τέχνη για όλα αυτά (ασχέτως αν ένας συγκεκριμένος ποιητής μπορεί να συντηρεί κοινωνικοπολιτικές παραμέτρους στην σκέψη και την ποίησή του).

Η κίνησή της ποίησης δεν είναι «ιστορική» αλλά «αντι-ιστορική» με μια φιλοσοφική σημασία. Εννοώ, πως αν το ποιητικό φαινόμενο, ως προς μία πολύ σημαντική έννοια, είναι μετα-στοχασμός επί του ήδη «γεγονότος», τότε αυτό δεν συμβαίνει εξ ίσου στο έδαφος του «ιστορικού» αλλά στον αντίποδά του.

Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει σε αυτήν την περίπτωση κανένας «καθημερινός λόγος» που θα παρακολουθήσει το ιστορικό στο «γήπεδό του» αλλά ένας μη καθημερινός λόγος, αρκετά μακριά απ’ αυτό το τελευταίο.

Και εδώ έχουμε αμέσως αμέσως ένα «κλειδί» για να καταλάβουμε την πιο κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην Ποίηση και την Αναρχία και παρά τις υπαρκτές, εκλεκτικές σίγουρα, συγγένειες μεταξύ τους. Την Ιστορία. Η Αναρχία ως θεώρηση και όραμα είναι γέννημα της Ιστορίας και σκοπός της, αναμφίβολα, είναι η δράση επ’ αυτής.

Η Ποίηση, από την άλλη,  αν και γέννημα της Ιστορίας, περισσότερον προσεγγίζει την έννοια της Φυγής-Fuga (με καμμίαν αρνητική έννοια του όρου). Φεύγει ή προσποιείται πως φεύγει από την Ιστορία, για να βρει τον εξισορροπητικό της «άλλο» πόλο, που θα της επιτρέψει επιπλέον να «κατανοήσει» καλύτερα (και σίγουρα εμμέσως) και την ίδια την Ιστορία.

Εν κατακλείδι: Ο αναρχικός επιθυμεί να αλλάξει τον κόσμο. Ο ποιητής επιθυμεί να «δει» τον κόσμο, όπως δεν θα μπορούσε να τον δει αν ενέμενε συνεχώς μέσα στην λελογισμένη ροή του.

Η ποίηση στο κάτω κάτω είναι ό,τι ανασκευάζει-ξαναφτιάχνει τον κόσμο χωρίς να τον βάζει στην …ταλαιπωρία να ξαναφτιάχνεται! Και ας μην εκληφθεί αυτό απλά ως μια χιουμοριστική διαπίστωση.

Είναι, πάνω απ’ όλα,  μια διαδικασία που θα μας γλίτωνε από πολλά ποτάμια διιστορικώς χυμένου αίματος από την άποψη της «πρόρρησης» και της τρομαχτικά εύστοχης διαίσθησης που παρουσιάζουν κάποτε οι πιο σημαντικοί ποιητές, τουλάχιστον, όπως άλλωστε και η ίδια η Ποίηση εν συνόλω, αν εκλαμβανόταν από την κοινωνία περισσότερον στα σοβαρά ως τέχνη.

Καίτοι το μοναδικό ίσως σοβαρό πράγμα που έχει απομείνει στον κόσμο (ιδιαίτερα σήμερα σε περίοδο τραγικής παρακμής και παρά την ανύπαρκτη σοβαρότητα πολλών ποιητών και «ποιητών»!), εν τούτοις σπάνια λαμβάνεται με την σοβαρότητα που της αξίζει από το  σύνολο μιας κοινωνίας που αυτοσχεδιάζει πρακτικιστικώς αλλά μόνον για να καταπέσει συνήθως σε ακόμα μεγαλύτερα αδιέξοδα των εφαρμογών. Προμηθεύς Δεσμώτης ακόμα το ποιητικό φαινόμενο, αλλά σε ένα κοινωνικό σύνολο-Επιμηθέα.

Στο κάτω κάτω, αν δεν υπήρχε ακόμα αυτή η αντίφαση, αυτό θα σήμαινε πως θα είχε τελειώσει ιστορικώς ο ρόλος της γραπτής ποίησης. Όμως απέχουμε ακόμα πολύ από κάτι τέτοιο.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

 

Το τέρμα της αλυσίδας

%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81

 ~  .  ~

Η ιστορία των βιβλιοπωλείων Ελευθερουδάκη τα τελευταία χρόνια είναι, θα ‘λεγε κανείς, η ιστορία της ελληνικής κρίσης σε μικρογραφία.

Ένα βαρύ, παραδοσιακό όνομα που ανατρέχει στον λήγοντα 19ο αιώνα· μια αλόγιστη επέκταση τα χρόνια της δανειοδίαιτης μέθης, όταν οι όρνιθες έμοιαζαν χρυσοτόκες και τετράπαχες· η δημιουργία μιας φούσκας που, με όσα εμπορικά ήθη τη συνόδευσαν, προκάλεσε κακό στον κλάδο· και η πικρή, θορυβώδης κατάρρευση αμέσως μετά.

Τώρα, που το τελευταίο βιβλιοπωλείο της αλυσίδας κλείνει και επισήμως, από τους υπευθύνους θα περίμενε κανείς δυο λόγια αυτοκριτικά. Αν όχι έναν απολογισμό των λαθών, τουλάχιστον μια φράση συμπαράστασης για όλους εκείνους που η δική τους πτώση συμπαρέσυρε: εργαζόμενους που έχασαν τη δουλειά τους, συνοικιακούς και επαρχιακούς βιβλιοπώλες που επλήγησαν από τον επιθετικό και άνισο ανταγωνισμό, εκδότες και συνεργάτες που έμειναν απλήρωτοι.

Αντ’ αυτού (πόσο θλιβερό για έναν θεσμό της ελληνικής παιδείας…), διαβάζουμε αγγλικούρες και σλόγκαν απ’ αυτά που κάνουν μεταφραστές και διαφημιστές να τραβούν τα μαλλιά τους: «Έξω απ’ το κουτί» (… out of the box!), «Το περιτύλιγμα αλλάζει – το προϊόν παραμένει», «The next chapter beginns!»…

Κρίμα…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ