ΝΠ | Δοκίμια

«Το μοιρολόγι της φώκιας», Προσπάθεια για μια βαθύτερη ανάγνωση

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Εἰσαγωγικὸ σημείωμα ‒ Ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

Ὁ Γιώργης Μανουσάκης ἐπιλέγει τὴ γραφὴ τῆς λέξης «μοιρολόγι» με οι καὶ ὄχι μὲ υ,  ὅπως στὰ Ἅπαντα. Ἡ ἐπιλογή του αὐτὴ ὀφείλεται, νομίζω, στὸ γεγονὸς ὅτι «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» περιλαμβανόταν γιὰ χρόνια στὸ σχολικὸ βιβλίο Νεοελληνικὰ Ἀναγνώσματα τῆς Γ΄ Γυμνασίου, (τῶν Καλαματιανοῦ, Μακρόπουλου, Κοντόπουλου). Φιλόλογος καθηγητὴς τῆς Γ΄ τάξης ὁ Μανουσάκης, τὸ δίδαξε καὶ τὸ σχολ. ἔτος 1978‒1979,  ἀπὸ τὸ ἐγχειρίδιο τῆς 16ης ἔκδοσης τοῦ 1978. Καὶ ἔχοντας, φαίνεται, ἀπὸ τὴν πολύχρονη διδασκαλία τοῦ διηγήματος, διαπιστώσει τὴν ἀνάγκη «γιὰ μιὰ βαθύτερη ἀνάγνωσή» του, ἀκούμπησε στὸ χαρτὶ τὶς σκέψεις του τὸ 1979, χρονιὰ ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ κείμενό του. Ὅμως «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» τὸ ἑπόμενο σχολ. ἔτος (1979-1980) δὲν ὑπήρχε στὸ νέο ἐγχειρίδιο τῆς Γ΄ γυμνασίου Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας (τῶν Γρηγοριάδη, Καρβέλη, Μπαλάσκα, Παγανοῦ). Οἱ ἐπιμελητές, (μὲ τοὺς Μηλιώνη καὶ Παπακώστα ἐπιπλέον), προτίμησαν νὰ τὸ μετακινήσουν στὸ ἀντίστοιχο ἐγχειρίδιο τῆς Β΄ Λυκείου, διατηρώντας τὴν ἐπίμαχη λέξη μὲ οι.

Ἐπιστρέφω στὸ σχολικὸ ἐγχειρίδιο τοῦ 1978· στὸ τέλος τοῦ διηγήματος ὑπάρχει ἡ ἑξῆς πληροφορία: Ἐφημερίδα «Πατρίς», 13 Μαρτ. 1908. Ἀναζήτησα καὶ βρῆκα τὴν έφημερίδα: Πατρίς (τοῦ Βουκουρεστίου). Καθημερινὴ Πολιτικὴ Ἀνεξάρτητος ἐφημερίς, ἱδρυτὴς ὁ ἠπειρώτης δημοσιογράφος Σπ. Μ. Σίμος, (μὲ γραφεῖα στὴν Ἀθήνα, ὅπως δηλώνεται). Στὸ ἀναφερόμενο φύλλο (ἀρ. 5112)  δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο ἐνθουσιῶδες δίστηλο ἄρθρο, σὲ τέσσερεις ἑνότητες, μὲ ὑπέρτιτλο «Ἡ σημερινὴ φιλολογικὴ 25ετηρὶς» καὶ τίτλο: «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης»· ἐνδιάμεσα ἡ γνωστὴ φωτογραφία του ἀπὸ τὸν Νιρβάνα (1906). Τὸ ἄρθρο ἔχει ὑπογραφὴ Σ. Μ. (ὑποθέτω τοῦ νεαροῦ τότε Σπύρου Μελᾶ). Ὁ ἴδιος μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου του ἀνακοινώνει: «Δημοσιεύομεν κατωτέρω ἓν ἀνέκδοτον διήγημα τοῦ διακεκριμένου διηγηματογράφου. Τὸ «Μυρολόγι τῆς φώκιας» ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα τὸ τάλαντον τοῦ διηγηματογράφου ἔχει δώσει εἰς τόσα μέχρι τοῦδε ἀριστουργήματά του. Ἡ ἁπλότης τῆς φράσεως, τὸ ζωντανὸν τῶν εἰκόνων του καὶ ἡ βαθεῖα περιπάθεια τῆς ἐμπνεύσεώς του ὑπάρχουν ζωηρότατα εἰς τὸ «Μυρολόγι τῆς φώκιας», εἰς τὸ σύνολον τοῦ ὁποίου τόσον δυνατὸς καὶ τόσον γνωστὸς ἐπιχύνεται ὁ τοπικὸς χρωματισμός». Στὴ συνέχεια παρατίθεται τὸ διήγημα, μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος του στὴν ἑπόμενη σελίδα. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει ἐπιλέξει τὴ γραφὴ μὲ υ  γιὰ οὐσιαστικὸ καὶ ρῆμα: «μυρολόι…», «μυρολογᾶ». — Α.Κ.

~.~

Ὁ Παπαδιαμάντης στὸ «Μοιρολόγι τῆς φώκιας» δουλεύει μὲ τὸν τρόπο τοῦ σκηνοθέτη.[1] Μᾶς παρουσιάζει ἕνα-ἕνα τὰ τρία πρόσωπα τοῦ διηγήματος, παρακολουθώντας τα γιὰ λίγο σὲ μιὰν ἁπλὴ ἐκδήλωση τῆς καθημερινῆς τους ζωῆς, ὣς μιὰ στιγμὴ πρὶν ἀπὸ τ’ ἄξαφνο δράμα. Στὸ σύντομο τοῦτο διάστημα ἔχει φυσήξει στὸ καθένα τους ὅση πνοὴ χρειάζεται γιὰ τὴ συνέχεια. Αὐτό, βέβαια, δὲ σημαίνει πὼς ὁ συγγραφέας κατευθύνει τοὺς ἥρωές του καὶ πὼς τὸ ἔργο μοιάζει σκηνοθετημένο.

Οἱ ἄνθρωποι στὸ διήγημα κινοῦνται καὶ δροῦν αὐτόνομα, ἀπὸ δική τους προαίρεση. Ὁ Παπαδιαμάντης τὸ μόνο ποὺ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του, ὡς συγγραφέα, εἶναι νὰ παρακολουθεῖ τὸν καθένα τους ὅσο κρίνει ἀπαραίτητο γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ ἔργου. Κι ἡ ἐπιλογὴ τούτη τοῦ χρόνου γίνεται μὲ τὴ γνώση μεγάλου τεχνίτη τοῦ εἴδους. Ἔτσι «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» οἰκοδομεῖται, κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος του, μὲ τὴν παρουσίαση τῶν τριῶν ἀνθρώπινων μορφῶν καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τρεῖς διαφορετικὲς ἀφετηρίες φτάνει στὴν κορυφαία του τραγικὴ στιγμή. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Εἶναι ὁ διάβολος σκεπτικιστής;

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Καί οἱ ἀπεχθέστερες ἀκόμα πράξεις, σάν αὐτές πού τό βάρος τῆς εὐθύνης τους φέρει ὁ διάβολος, εἶναι ὡς πρός τίς συνέπειες λιγότερο ἐπιζήμιες ἀπό τά σκεπτικιστικά ἐπιχειρήματα, ὅταν αὐτά παύουν νά ἀποτελοῦν ἕνα πρός ψυχαγωγία παίγνιο καί καταντοῦν ἔμμονη στάση. Καταστρέφω σημαίνει ὅτι ἀναπτύσσω μιά δράση, ὅτι δημιουργῶ ἀπ’ τήν ἀνάποδη, σημαίνει ὅτι κατά ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο τάσσομαι ἀλληλέγγυος μέ ὅ,τι ὑπάρχει. Ὡς φορέας του μή-ὄντος, τό Κακό παρεμβάλλεται στήν οἰκονομία του ὄντος, εἶναι ἀπαραίτητο, ἐκπληρώνει μιά σημαντική, ἄν ὄχι ζωτική, λειτουργία.

Ποιά λειτουργία ὅμως ἐκπληρώνει ἡ ἀμφιβολία; Σέ ποιά ἀναγκαιότητα ἀνταπαντᾶ; Ποιός, ἐκτός ἀπό τόν ἀμφιβάλλοντα, τήν ἔχει ἀνάγκη; Ἀχρείαστη συμφορά, ἀπόλυτη συντριβή ἐλπίδων, δέν ἀνταποκρίνεται σέ καμιά ἀπό τίς θετικές ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς. Χωρίς εὔλογη αἰτία, θέτει τό ὅλον ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἐνδοιάζει ἀκόμη κι ὅταν ὀνειροπολεῖ.

*

Πρός ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν του, ὁ διάβολος, πνεῦμα δογματικό, μηχανεύεται ἐνίοτε τεχνάσματα σκεπτικιστικά· θέλει νά μᾶς κάνει νά πιστέψουμε ὅτι δέν ἐνδιατρίβει ὁλοψύχως σέ τίποτα, προσποιεῖται τήν ἀμφιβολία, εὐκαιρίας δέ δοθείσης τήν καλεῖ πάντοτε πρός ἐπίρρωση. Ἄν καί τή γνωρίζει καλά, ὡστόσο δέν αἰσθάνεται ποτέ ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση μαζί της, τή φοβᾶται μάλιστα τόσο πολύ πού δέν εἶναι διόλου πεπεισμένος ὅτι θέλει πράγματι νά τή συστήσει ἤ νά τήν ἐπιβάλει στά θύματά του.

Τό δρᾶμα τοῦ ἀμφιβάλλοντος εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τοῦ ἀρνητῆ, ἐπειδή τό νά ζεῖς χωρίς σκοπό εἶναι δυσχερέστερο ἀπό τό νά ζεῖς γιά ἕναν κακό σκοπό. Ὅθεν, ὁ σκεπτικιστής δέν διαπνέεται ἀπό σκοπούς: ὄντες ὅλοι τους εὔθραυστοι ἤ ἀβάσιμοι, ποιόν νά ἐπιλέξει; Ἡ ἄρνηση, ἀπό τήν ἄλλη, ἰσοδυναμεῖ μέ ἕνα πρόγραμμα· καταλαμβάνει τήν ὕπαρξη, ἐκπληρώνει καί τίς πιό ἀπαιτητικές ἀνάγκες της· πλήν αὐτοῦ, εἶναι ὡραῖο νά ἀρνεῖσαι, εἰδικά ὅταν εἶναι ὁ Θεός αὐτός πού πλήττεται: ἡ ἄρνηση συνιστᾶ πληρότητα, ὄχι κενότητα, μιά πληρότητα ἀνήσυχη καί ἐπιθετική. Ἄν ἡ σωτηρία βρίσκεται στήν πράξη, τότε ἡ σωτηρία τοῦ ἑαυτοῦ ἐπέρχεται διά τῆς ἄρνησης, ἀφοῦ χάριν αὐτῆς ἀκολουθῶ ἕνα σχέδιο, διαδραματίζω ἕναν ρόλο. Μποροῦμε νά καταλάβουμε γιατί ὁ σκεπτικιστής, μετανιωμένος πού διάλεξε νά βαδίσει σέ τεντωμένο σχοινί, ζηλοφθονεῖ τόν διάβολο. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι, παρά τίς ὅποιες ἐπιφυλάξεις, ἡ ἄρνηση εἶναι πηγή δράσης καί βεβαιότητας: ὅταν ἀρνούμαστε, ξέρουμε τί θέλουμε· ὅταν ἀμφιβάλλουμε, ὁδηγούμαστε στό νά μήν ξέρουμε πιά.

(περισσότερα…)

Είναι ο συμβολισμός το αντίθετο του ρεαλισμού; (Μέρος Δεύτερο)

*

Θα προσπαθήσω εδώ να δώσω παραδείγματα για όσα υποστήριξα προηγουμένως, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνάψεις και να περιοριστεί η ανάγκη για αναγωγή. Τα παραδείγματα αφορούν στη λειτουργία και τη φύση της συμβολιστικής ποίησης, αλλά και στην ποιότητα του λυρικού εγώ (άτομο ή τύπος ανθρώπου;) στα ποιήματα του συμβολισμού.

Εκκινώ από έναν στίχο του Ρεμπώ, τόσο συμβολιστικά άπεφθο κατ’ εμέ, που θα μπορούσε μόνος του να στέκεται σαν μανιφέστο. Ας σηκώσουμε τα μανίκια: Ύποπτο σήμα πανδοχείου εγώ[1]. Ο Ρεμπώ μάς είχε προειδοποιήσει στις επιστολές του: μην υπογραμμίζετε με τη σκέψη. Όμως, για λίγο θα τον παρακούσουμε προκειμένου να αποδειχτεί κάτι. Ρωτώ, λοιπόν: μπορεί αυτός ο στίχος να εξηγηθεί; Πώς μπορούμε να διαβάσουμε τη συμβολιστική ποίηση; Οι αναγνώστες χωρίζονται χοντρικά σε δύο κατηγορίες: έχουμε τον ενεργητικό αναγνώστη και τον παθητικό. Υπάρχει κι ένας τρίτος; Ναι, αλλά είναι σπάνιος: αυτός που συνενώνει τη φύση των δύο προηγούμενων. Ο πρώτος επιχειρεί να ερμηνεύσει οτιδήποτε διαβάζει, στήνει ενέδρα σε κάθε στίχο, χρησιμοποιεί ως δόκανο τον νου. Θέλει να καταλάβει, να συμμετάσχει διανοητικά. Ο δεύτερος διαβάζει περισσότερο διαισθητικά. Παραδίνεται στο κείμενο, αισθάνεται, και ξετυλίγει το πανί της φαντασίας για χάρη του ποιητικού προτζέκτορα. Συμμετέχει συναισθηματικά. Ας παρακολουθήσουμε, λοιπόν, την αναγνωστική πορεία τους πάνω στον στίχο του Ρεμπώ.

Ο ενεργητικός αναγνώστης ασφαλώς αντιλαμβάνεται ότι το κέντρο βάρους του στίχου είναι το πανδοχείο. Συνεπώς, εύλογα το χρησιμοποιεί ως κλειδί. Αρχίζει να διερευνά τον χώρο των πανδοχείων κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ζητά να μάθει το εσωτερικό τους, τους θαμώνες, τη λειτουργία τους κτλ. Δεν αργεί να ξεθάψει το σάπιο κουφάρι αυτού του περιβάλλοντος, την παρακμή, τη φτώχεια, το έκφυλο, τη δυσωδία κ.ά. Ύστερα στρέφεται με αυτοπεποίθηση στη λέξη «σήμα». Τι σόι σήμα είναι αυτό; Σινιάλο; Κάτι που δηλώνει μια επικείμενη ανατροπή της τάξης, του νόμου; Είναι μήπως σήμα ανάγκης; Άραγε τα πανδοχεία εκείνη την εποχή παρήγαν κάποιο είδος φωτεινού γλωσσικού κώδικα; Πίσω στις εγκυκλοπαίδειες, πίσω στη μελέτη! Ας υποθέσουμε ότι ο πνευματικός ζήλος του αναγνώστη μας βρίσκει τη λύση. Αμέσως θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποια είναι η αξία της σε σχέση με τον στίχο. Έχει άλλωστε συμβεί ξανά: ένας μελετητής του Ρεμπώ ανακάλυψε ότι η φράση «όχι άλλο γενηθήτω» κατάγεται από τους τάφους των στρατιωτών του Γαλλοπρωσικού πολέμου. Σε πολλούς τέτοιους τάφους υπήρχε η ευλαβής επιγραφή «Γενηθήτω», δηλώνοντας τη χριστιανική ανάσταση των νεκρών. Εξαίρετα. Και τώρα τι; Πώς αυτή η πληροφορία έχει κάτι να προσθέσει στον στίχο; Γιατί δεν είναι μια κειμενική αναφορά του ίδιου του Ρεμπώ; Μήπως επειδή, όπως έγραψα στο πρώτο μέρος, ο συμβολισμός υπαινίσσεται; Η αφαιρετικότητα των συμβολιστών είναι σκόπιμη. Όπως έλεγε ο Μαλλαρμέ, σου μιλούν για ένα λουλούδι δίχως να το ονομάζουν. Γιατί ζητάνε την ουσία του λουλουδιού, γιατί το ίδιο το λουλούδι τούς είναι άχρηστο[2]. Αν σου μιλήσουν ευθέως για ένα λουλούδι, δε θ’ αποκαλύψουν αυτό που κρύβεται πίσω του, δε θα υποβάλουν. Κι ερχόμαστε εμείς, σηκώνουμε τα χεράκια μας και λέμε «κύριε, κύριε, το βρήκα, το βρήκα! Το λουλούδι είναι!». Συγχαρητήρια, αλλά μόλις καταστρέψατε ένα τρυφερό κι ευαίσθητο συμβολιστικό ποίημα, διαλύοντας το μαγνάδι της αφαιρετικότητας. (περισσότερα…)

«στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι…»

*

Στις 2 του Δεκέμβρη 1944 «γεννήθηκε στη Σαλονίκη» ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μνεία τιμητική στην επέτειο, ένα απόσπασμα για τον ποιητή από παλιότερο δοκίμιο του Κ. Κουτσουρέλη.

~.~

Ο Διονύσης Σαββόπουλος επηρέασε την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού όσο κανείς άλλος τις τελευταίες δεκαετίες. Για να μην παρεξηγηθώ: δημιουργούς πληρέστερους, πλατύτερους, καθολικότερους εκείνου, η μουσική μας προφανώς διαθέτει. Και μόνο το όνομα του Μίκη εδώ θ’ αρκούσε. Όμως ο Σαββόπουλος δεν είναι ένας απλώς από τους πρωταγωνιστές του ελληνικού τραγουδιού μισόν αιώνα τώρα. Όπως έχει ειπωθεί, είναι ο άνθρωπος που φέρνει στην Ελλάδα τον τύπο του βάρδου της ροκ, που με τη σειρά του αναβιώνει τον παμπάλαιο τύπο του ραψωδού ή του τροβαδούρου. Συνενώνοντας στο πρόσωπό του και τις τρεις ιδιότητες που συνδιαμορφώνουν το τραγούδι, και τη σύνθεση και τη στιχουργική και την ερμηνεία, ο Σαββόπουλος επηρεάζει τους νεώτερούς του τραγουδοποιούς σε βαθμό ανώτερο από κάθε άλλον ομότεχνό του.

Για τους στίχους του Σαββόπουλου μπορεί να μιλάει κανείς για ώρες. Μπορεί να σταθεί στην πολιτική, την κριτική τους πλευρά, λ.χ. αυτήν που σαρκάζει τη δομική ανισορροπία της σύγχρονης ζωής:

σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
εν αφθονία μου παρέχεις
στέγη τροφή και προστασία
σ’ ευχαριστώ ω εταιρία

Ή που διεκτραγωδεί τα εθνικά μας πάθη, όπως στο τραγούδι του 1974 για την Κύπρο:

Σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ
δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
μόν’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις
και κάνα φράγκο στο κουτί που ’ναι στην άκρη. […]

Κι αν λέω ψέματα κι αν λέω παραμύθια
κι η ζητιανιά τα δυο χεράκια μου στραβώνει
μη με μαλώνεις, μόνο δώσε μια βοήθεια
το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει.

Ή μπορεί πάλι να σταθεί στην ερωτική του πλευρά, στον ποιητή που υμνεί τη γυναικεία μορφή όταν παραδίδεται, θροΐζοντας στην κυριολεξία μέσα από τις αλεπάλληλες συνηχήσεις του θήτα και του ρο, στο αμίμητο λίκνισμα ενός ταγκό: (περισσότερα…)

Οκτώ παράγραφοι για τον Γιώργη Παυλόπουλο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Συμπληρώθηκαν εφέτος 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιώργη Παυλόπουλου (1924-2008). Η ομιλία που ακολουθεί εκφωνήθηκε στην εκδήλωση που έγινε για τον ποιητή με την ευκαιρία της έκδοσης των απάντων του (Ποιήματα 1943-2008, Κίχλη 2017) στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος την 20ή Μαΐου 2018.

I

Με την εξαίρεση των πρώτων πρώτων δημοσιευμάτων του στον περιοδικό τύπο, Γιώργη Παυλόπουλο ποιητή νεαρό δεν γνωρίσαμε. Το Κατώγι βγαίνει όταν ο Παυλόπουλος ζυγώνει τα πενήντα – δεν ξέρω άλλον ονομαστό ποιητή μας που να βγαίνει στα φόρα τόσο αργά. Όμως και στον τόνο της, η ατμόσφαιρα του πρωτόλειου βιβλίου του είναι υπερώριμη, για να μην πω γεροντική. Οι στίχοι του, αργόσυρτοι και βαρύθυμοι, γέμουν από σύμβολα, εικόνες και ρυθμούς δάνειους – από τα βάθη τους αντηχεί η φωνή του Γιώργου Σεφέρη. Λ.χ.:

Πιο χαμηλά το πέλαγο θρυμματισμένο
φύλλα χρυσά σκοτεινιάζοντας στο κατέβασμα του αγέρα

ή

Κοντά σε τούτες τις πέτρες
μαύρες μέσα στο φως

ή

Ταξιδεύαμε απ’ την αυγή.
Στο πλευρό μας η θάλασσα
λαμπερή σα γιαταγάνι
κόβοντας ίσκιους από πεύκα

ή ακόμη

Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν ένα μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια

κ.ο.κ., κ.ο.κ. Η αλληλογραφία Σεφέρη-Παυλόπουλου είναι σε πολλά αποκαλυπτική για τη σχέση του δασκάλου με τον υπερήμερο ήδη μαθητή. Ο πρεσβύτης ποιητής θα φροντίσει για την έκδοση της συλλογής του ομοτέχνου του, θα αναλάβει ακόμη και το παρεδώσε με τον εκδότη, θα του κάνει παρατηρήσεις πάνω σε συγκεκριμένους στίχους. «Και το νερό ρόδινο γύρω στα λαγόνια της» γράφει αρχικά ο Παυλόπουλος στο ποίημα «Αλφειός». Νερό ρόδινο, δυο ρο απανωτά, κακοφωνία, του υποδεικνύει ο Σεφέρης, κάν’ το καλύτερα «το ρόδινο νερό». Και ο Παυλόπουλος πράγματι τον ακούει.

ΙΙ

Με βήμα γερό ενδιάμεσο το Σακί του 1981, τον απογαλακτισμό ο Παυλόπουλος τον επιτυγχάνει πλήρως μόλις στα 65 του χρόνια, το 1988-1989, όταν δημοσιεύει τα Αντικλείδια. Στο μεταξύ έχει πεθάνει και ο ποιητής της Στροφής και ο στενός φίλος και συντοπίτης του Παυλόπουλου, Τάκης Σινόπουλος, συμμαθητής του παιδιόθεν στα θρανία της ποίησης, και ιδίως αυτά του Σεφέρη. Όσοι αρέσκονται στους ψυχαναλυτισμούς, θα βρουν στη σύμπτωση τη χρονική πολλά να σχολιάσουν. Το Κατώγι βγαίνει στα 1971, χρονιά που εκδημεί ο Σεφέρης, και το ομότιτλο ποίημά της του είναι αφιερωμένο. Η δεύτερη συλλογή του Παυλόπουλου, το Σακί, κυκλοφορεί δέκα χρόνια αργότερα, το 1981, τη χρονιά που πεθαίνει ο Σινόπουλος, και περιέχει κι εκείνη ένα ποίημα αφιερωμένο στον επί δεκαετίες πολλές συνοδοιπόρο (κάποια από τα πρώτα ποιήματα του Σινόπουλου, θυμίζω, είναι γραμμένα από κοινού με τον Παυλόπουλο). Φέρει τον βιογραφικό, προφανώς, τίτλο «Ιβήρων 14, 1949». (περισσότερα…)

Maria Zambrano, Η αγωνία της Ευρώπης

*

Μετάφραση Χρίστος Σ. Κρεμνιώτης

Η Μαρία Θαμπράνο Αλαρκόν (María Zambrano Alarcón, Μάλαγα, 22 Απριλίου 1904 – Μαδρίτη, 6 Φεβρουαρίου 1991) υπήρξε φιλόσοφος και δοκιμιογράφος. Ανήκει στον κύκλο των σημαντικότερων στοχαστών που ανέδειξε η Ισπανία του 20ού αιώνα. Δίδαξε φιλοσοφία στην πατρίδα της και, μετά την επιβολή του φρανκικού καθεστώτος, στο Μεξικό, την Κούβα και το Πουέρτο Ρίκο. Πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της στην εξορία.

~.~

Εδώ και αρκετά χρόνια λέγεται πως η Ευρώπη παρακμάζει. Πλέον, δεν χρειάζεται να επαναληφθεί. Πολλοί από εκείνους που το πιστεύουν αναφέρονται σε αυτό κεκαλυμμένα, με ειρωνικά χαμόγελα, παρόμοια με κάποιον που υπονοεί ένα μυστικό τόσο διαδεδομένο που η προσπάθεια του να το κρύψει, ενώ μοιάζει να χαρακτηρίζεται από ευγένεια και οίκτο, το διαδίδει περισσότερο και μάλιστα με έναν τρόπο ακόμη πιο ταπεινωτικό.

Κάθε καταστροφή επιτρέπει στους ανθρώπους να εκδηλώσουν το πιο σκληρό πρόσωπό τους. Είναι το πιο ακριβές και αποτελεσματικό εργαλείο εκδήλωσης και αποκάλυψης του εσωτερικού κόσμου. Κάτι τέτοιο ισχύει ιδιαιτέρως για τα στρώματα εκείνα της κοινωνίας –ή για τις κοινωνίες εκείνες– όπου τα άτομα ζουν και συνυπάρχουν στην αφάνεια. Εκεί η μνησικακία ενώπιον της πτώσης εκείνου που για αιώνες παρέμενε νικηφόρο και ένδοξο, η χολή και η εκδικητικότητα που συσσωρεύτηκαν, εκδηλώνονται απροκάλυπτα. Είναι η ώρα της μνησικακίας. Είναι η ώρα της κάθε αναξιοσύνης. Είναι, ακόμα, η ώρα των νεοφερμένων, εκείνων που λατρεύουν την επιτυχία ως μοναδικό κριτήριο των θεϊκών και των ανθρώπινων πραγμάτων.

Η μνησικακία εξαπολύει το πρώτο μέρος της καταστροφικής δράσης εκείνης που μόνον αργότερα εδραιώνεται με τα όπλα. Η Ευρώπη, όπως κάθε ιστορική πραγματικότητα με αίγλη, είχε την τιμή να παράγει δόλιους εχθρούς και να γεννά τη μνησικακία στα θεοσκότεινα άντρα στα οποία αυτή αναπτύσσεται. Σήμερα, το συναίσθημα αυτό, ξεσπά με τρομακτική αρνητική ορμή: φθείρει, διαγράφει, μεταμορφώνει τον κόσμο σε έναν τόπο κενό και ερειπωμένο. Στερεί στα μάτια την ομορφιά των ορατών και υφαρπάζει από την καρδιά ξεγελώντας την, όλα όσα αυτή μπορεί να αγαπήσει.

Η ανάλυση της στυγνής μνησικακίας που εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Είναι το πρώτο πάθος από το οποίο θα πρέπει να εξαγνιστεί ο σύγχρονος άνθρωπος ώστε να κατορθώσει να βγει από τον λαβύρινθό του. Είναι το πρώτο βήμα για την αναγκαία απολύτρωσή του. Διότι εκείνο που κάνει τρομακτική τη μνησικακία είναι η ουσιώδης της αποστασία. Ότι στρέφεται πάντοτε μανιασμένη εναντίον εκείνου που μπορεί να τη λυτρώσει. Το μνησίκακο πλάσμα καταστρέφει το μοναδικό πράγμα στο οποίο θα μπορούσε να στηριχτεί, εξεγείρεται εναντίον των αρχών του, οι οποίες, μολονότι μισημένες, παραμένουν ουσιώδεις για αυτό και είναι οι μόνες στις οποίες θα μπορούσε να αναπαυθεί το απεγνωσμένο του πνεύμα. (περισσότερα…)

Κεκρυμμένα από καταστολής

*

ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΑ

γράφει ο Ηρακλής Δ. Λογοθέτης

                         .

Ο 18ος αιώνας απέρχεται μαζί με τα ελευθεριάζοντα ήθη της φθίνουσας αριστοκρατίας, τον ψίθυρο των πειρακτικών πνευμάτων και τη διαδήλωση της σεξουαλικής ανεξιθρησκείας. Με την έξωση των εμπύρετων σωμάτων από το πανθεϊστικό τους βάθρο, η ένσαρκη επιθυμία εκπίπτει από την έδρασή της στη φυσιολογία και μεταβάλλεται σε αντικείμενο της κλινικής παθολογίας. Τα χρόνια πάθη καταχωρίζονται ως βίτσια, οι ενστικτώδεις ροπές περιγράφονται ως ζωώδεις και οι ασύνετες παρορμήσεις αντιμετωπίζονται με την αυστηρότητα που αναλογεί σε σοβαρά λογιστικά λάθη. Οι αιφνίδιοι πόθοι αντιμετωπίζονται ως φυσικές καταστροφές, πλημμύρες ή κατολισθήσεις — και συνεπώς τα σήματα της ενδοτικότητας στο κάλεσμα της απόλαυσης καταγγέλλονται ως ολισθήματα στο βούρκο. Παράλληλα με τη γωνία θεάσεως αλλάζει και η θωριά των φύλων και μάλιστα κατ’ αντίστροφη φορά: οι άνδρες αποκαλύπτονται απ’ τον λαιμό και πάνω παραιτούμενοι από τις πομάδες και τις περούκες ενώ οι γυναίκες καλύπτονται επιμελώς απ’ τον λαιμό και κάτω. Τα χαίνοντα ντεκολτέ κλείνουν ασφυκτικά, τα στήθη καθίστανται απρόσβλητα πίσω από τη δέσμη ανορθωτικών επιθεμάτων, τα  πλέγματα των κωδωνόσχημων φορεμάτων ενισχύονται αποφασιστικά, δίκην οχυρωματικών αναχωμάτων έναντι της εφόδου απρεπών χειρονομιών. Τα εγκώμια του κάλλους, περιορισμένα στον κορσέ των κοσμικών φιλοφρονήσεων, είναι κουμπωμένα. Απευθύνονται στα μάτια αποζητώντας τα χείλη, επαινούν το περίγραμμα για να ψαύσουν το σώμα και αποτιμούν την ευλυγισία των μελών του από τις πτυχώσεις του ενδύματος. Η σύμφωνη με την ετικέτα θέση των προσκεκλημένων στο τραπέζι προδιαγράφει και τα ανελαστικά κοινωνικά όρια εντός των οποίων επιτρέπονται οι λεκτικές προσεγγίσεις. Το ύφος των δημοσίων προσαγορεύσεων επιβάλλει το πνεύμα του και στο κλίμα της ιδιωτικής συνομιλίας, ορίζει την εμβέλεια των ερωτικών υπονοούμενων και υπαγορεύει το επίπεδο ανοχής απέναντι σε έστω και μετωνυμικές αναφορές εύθικτων σωματικών περιοχών.

Υπό το κράτος της ιδίας συμβολαιογραφικής τάξεως, το πάντοτε κινδυνώδες παιχνίδι των υποψήφιων εραστών περιχαρακώνεται στην ενδιάμεση ζώνη μεταξύ ευσχήμως προβαλλόμενων απαιτήσεων και επιφυλακτικής αποτροπής θερμών επεισοδίων. Οι ερωτοτροπίες, ακόμα και στα επιστολικά τους προγεφυρώματα, μετέρχονται διπλωματικό λεξιλόγιο και προσεκτικά διατυπωμένες αμφισημίες ώστε, ανάλογα με το σήμα της άλλης πλευράς, να παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω ανιχνευτικής προελάσεως αλλά και η δυνατότητα αβλαβούς υποχωρήσεως. Το απροϋπόθετο φλερτ, αν και ουδέποτε ανέφελο, σκιάζεται τώρα από τη βάναυση επιδίωξη της θεσμικής του συνέχειας και τα εμπλεκόμενα μέρη παίρνουν τη στάση μονομαχίας με άσφαιρα πυρά αφού η σεξουαλική γόμωση κατακρατείται για την προσδοκώμενη γαμήλια νύχτα, η οποία θα προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα της προγενέστερης συγκατακλίσεως λογιστικού ελέγχου και συναλλακτικής πίστεως των ενδιαφερομένων μερών. Οι χοροί δεσπόζονται πλέον από κανονισμούς ασφαλείας και τα βήματα των χορευτών ποδηγετούνται κατά τρόπο που να αποκλείει οποιαδήποτε αυτοσχεδιαστική παρόρμηση θα ενίσχυε την αυθορμησία των διαθέσεων. Παλαιότερα δεν ήταν ασύνηθες ο καβαλιέρος παρασύροντας την ντάμα του σε κάποια απόμερη γωνιά του κήπου, να περνά από τη ρητορική διακοίνωση των αισθημάτων του στις πλέον εύγλωττες χειροπρακτικές τους εκδηλώσεις — της εξετάσεως σφαιρικών θελγήτρων και θερμών κοιλοτήτων μη εξαιρουμένων, εάν το έδαφος ήταν πρόσφορο. Τώρα η συναίνεση σε παρόμοιες προκεχωρημένες αβρότητες θεωρείται επιεικώς απερίσκεπτη και, αν λείπουν οι απαραίτητες οικονομικές προϋποθέσεις, κατάφωρα ανεπίτρεπτη. Έτσι, όταν σε κάποια κοσμική συγκέντρωση μια δεσποινίς ζητά την άδεια της μητέρας της να χορέψει μ’ έναν νεαρό κύριο, η απάντηση που παίρνει είναι αποστομωτική: Ντροπή σου! Δεν έχεις ακούσει ότι αυτός ο λιμοκοντόρος διαθέτει ελάχιστο εισόδημα και αβέβαιο μέλλον; Ούτε να το σκέφτεσαι λοιπόν! (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Οἱ κίνδυνοι τῆς σοφίας

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

 

Δέν θά μπορούσαμε, ἄν λογαριάσουμε τό βαθύτερο νόημα πού ἐμπεριέχουν οἱ φανερώσεις γιά μιά φυσιολογική συνείδηση, νά προσυπογράψουμε τή βεδαντική ρήση ὅτι «ἡ μή-διάκριση εἶναι ἡ φυσική κατάσταση τῆς ψυχῆς». Μέ τόν ὅρο «φυσική κατάσταση» ἐννοεῖται ἐδῶ μιά κατάσταση ἐγρήγορσης, ἡ ὁποία σέ καμιά περίπτωση ὅμως δέν εἶναι φυσική. Ὁ ζωντανός ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται τήν ὕπαρξη παντοῦ ὁλόγυρα. Εὐθύς μόλις ἀφυπνισθεῖ, μόλις πάψει νά εἶναι φύση, πιάνει νά ἀνακαλύψει τό ψευδές στό φαινομενικό, τό φαινομενικό στό πραγματικό, καταλήγοντας νά ὑποπτεύεται ἀκόμα καί τήν ἴδια τήν ἰδέα τῆς πραγματικότητας. Ὅλες οἱ διακρίσεις ἐξαλείφονται, καί μαζί μέ αὐτές χάνεται ἡ ἔνταση καί τό δρᾶμα. Ἐξ ἀπόπτου ἰδωμένο, τό βασίλειο τῆς διαφορετικότητας καί τῆς πολυμορφίας χάνεται∙ σ’ ἕνα ὁρισμένο ἐπίπεδο τῆς γνώσης μονάχα τό μή-εἶναι διασώζεται ἀκόμα.

Ζοῦμε ἐρήμην τῆς γνώσεως. Ὅταν τελοῦμε ἐν γνώσει, δέν ἔχουμε καλή ἐφαρμογή μέ τίποτα γύρω μας. Ὅσο ἔχουμε ἄγρια μεσάνυχτα, οἱ φανερώσεις ἀκμάζουν καί ἀποπνέουν μιά αἴσθηση ἀτρωσίας, πού μᾶς ἐπιτρέπει νά τίς ἀγαπᾶμε καί νά τίς μισοῦμε, νά ἐρχόμαστε σέ ἐπαφή μαζί τους. Μποροῦμε ὅμως νά τά βάλουμε μέ τά φαντάσματα; Διότι σέ φαντάσματα αὐτές μεταπίπτουν, ὅταν διαλυθεῖ ἡ πλάνη ὅτι θά μποροῦσαν τάχατες νά ἀνέλθουν στήν τάξη τῶν οὐσιῶν. Ἡ γνώση, ἀλλιῶς ἡ ἀφύπνιση, δημιουργεῖ ἀνάμεσα σέ μᾶς καί σέ ἐκεῖνες τίς φανερώσεις ἕνα χάσμα πού, δυστυχῶς, δέν ἐξελίσσεται σέ σύγκρουση∙ ἄν ἐρχόμασταν σέ σύγκρουση, ὅλα θά ἔβαιναν καλύτερα∙ αὐτό ὅμως πού συμβαίνει εἶναι ἡ σίγαση ὅλων τῶν συγκρούσεων, ἡ ὀλέθρια κατάργηση τοῦ τραγικοῦ. Ὅλως ἀντιθέτως πρός τήν ἀποφθεγματική φράση της Βεδάντα, ἡ ψυχή δείχνει μιά ἔμφυτη ἔφεση πρός τήν πολλαπλότητα καί τή διαφοροποίηση: θάλλει ἐν μέσῳ εἰδώλων καί ὁμοιωμάτων, ἐνῶ πέφτει σέ μαρασμό ὅταν τά ξεσκεπάζει καί ξεκόβει ἀπό αὐτά. Ἀφυπνισμένη, στερεῖται τίς δυνάμεις της, δέν μπορεῖ νά ἀπελευθερώσει κανενός εἴδους δημιουργικότητα ἤ, ἔστω, νά συμβάλει σέ μιά παραγωγική προσπάθεια. Γιά ἕναν συγγραφέα τό κυνήγι τῆς χειραφέτησης, γιά τήν ὁποία δεχόμαστε ὅτι βρίσκεται στόν ἀντίποδα τῆς ἔμπνευσης, ἰσοδυναμεῖ μέ παραίτηση, ἄν ὄχι μέ αὐτοχειρία. Ἄν ἔχει βλέψεις στήν παραγωγή ἑνός ἔργου, ἄς ἀκολουθήσει τίς κακές καί τίς καλές ἕξεις του∙ ὁπωσδήποτε τίς κακές – χειραφετούμενος ἀπό αὐτές, οὐσιαστικά ἀποξενώνεται ἀπό τόν ἑαυτό του: οἱ κακοδαιμονίες του εἶναι οἱ εὐκαιρίες του. Ἕνας σίγουρος τρόπος γιά νά πᾶνε στράφι τά χαρίσματά του εἶναι νά ἵσταται ὑπεράνω ὅλων τῶν καταστάσεων, νά ὑπερακοντίζει τήν ἐπιτυχία καί τήν ἀποτυχία, τήν εὐχαρίστηση καί τόν πόνο, τή ζωή καί τόν θάνατο. Ἄν ἡ προσπάθεια νά τά ξεφορτωθεῖ ὅλα αὐτά ἔδινε καρπούς, θά ἀνακάλυπτε τότε, μιά ὡραία ἡμέρα, ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπό τόν κόσμο καί τόν ἑαυτό του, κι ὅτι, ἐνῶ θά μποροῦσε ἐνδεχομένως νά συλλάβει κάποιο σχέδιο, θά τόν ἔπιανε σίγουρα πανικός στήν ἰδέα καί μόνο τῆς ἐκτέλεσής του. Πρόκειται γιά ἕνα φαινόμενο γενικῆς ἰσχύος, δέν τό συναντᾶμε μόνο στούς συγγραφεῖς: Ὅποιος θέλει νά ἀφήσει τό στίγμα του ὀφείλει νά διαχωρίσει αὐστηρά τή ζωή ἀπό τόν θάνατο, νά δυναμώσει τήν ἔνταση στά ποικίλα ζεύγη ἀντιθέσεων, νά πολλαπλασιάσει καταχρηστικά τή μή ἀναγώγιμη διαφορά τους, νά πάει καί νά στρογγυλοκαθίσει μέσα στήν ἀντινομία, νά παραμείνει, κοντολογίς, στήν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων. Τό νά παράγω, νά δημιουργῶ, σημαίνει ὅτι ἀρνοῦμαι στόν ἑαυτό μου τή διαύγεια, σημαίνει ὅτι ἔχω τό σθένος ἤ τήν καλή τύχη νά μήν ἀντιληφθῶ τό ψεῦδος πού ἐνυπάρχει στήν ποικιλομορφία, τόν ἀπατηλό χαρακτῆρα τῆς πολλαπλότητας. Ἕνα ἔργο εἶναι ἐφικτό μονάχα στόν βαθμό πού ἐθελοτυφλοῦμε ἀπέναντι στήν ἐμφάνεια τῶν πραγμάτων· μόλις πάψουμε νά τῆς ἀποδίδουμε μιά μεταφυσική διάσταση, τότε μεμιᾶς μένουμε χωρίς ἐφόδια. (περισσότερα…)

Ἡ «Νέα Βιέννη» τοῦ Χοῦγκο φὸν Χόφμαννσταλ

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Στὶς 16 Σεπτεμβρίου 2024 ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ ὁ Günther Steffen Henrich, ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους νεοελληνιστὲς τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ χώρου. Δημοσίευσε δεκάδες μονογραφίες καὶ δοκίμια ἑστιασμένα στὶς λεπτὲς ὑφάνσεις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀπὸ τὴν ἀλεξανδρινὴ ἐποχὴ μέχρι σήμερα. Δίδαξε στὰ πανεπιστήμια τοῦ Ἁμβούργου καὶ τῆς Λ(ε)ιψίας, ὅπου εἶχε τὴν ἕδρα στὸ τμῆμα Βυζαντινῶν καὶ Νεοελληνικῶν Σπουδῶν, μέχρι τὴ συνταξιοδότησή του, τὸ 2003. Ἔκτοτε, ἀπὸ τὸ Ἁμβοῦργο, μόνιμη ἕδρα του, συνέχισε νὰ μελετᾶ μεσαιωνικὰ καὶ νεώτερα κείμενα καὶ νὰ δημοσιεύει τὰ πορίσματά του, συχνὰ ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴ σύζυγό του Κυριακὴ Χρυσομάλλη-Henrich, νεοελληνίστρια, ἐπίσης, καὶ μεταφράστρια, μεταξὺ ἄλλων, τῆς Κρίστα Βόλφ.

Ὁ γνωστὸς σὲ ὅλους μὲ τὸ ἐξελληνισμένο ὄνομα Στέφανος Χένριχ γεννήθηκε στὴν Βιέννη τὸ 1938 (βαφτίστηκε στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ὅθεν τὸ δεύτερο ὄνομά του). Πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια συναντηθήκαμε ἐκεῖ σὲ συνέδριο Νεοελληνιστῶν καί, μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν, περπατήσαμε στὰ ἴχνη τὴς Παλαιᾶς καὶ Νέας Βιέννης, μὲ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ ὄψη τοῦ 19ου αἰώνα, τοὺς τόπους συνάντησης καὶ τὰ ἱστορικὰ Καφέ, ὅσα σώζονται, τῶν Βιεννέζων καλλιτεχνῶν, τοῦ Χόφμαννσταλ, τοῦ Τσβάιχ, τοῦ Κράους, τοῦ Σνίτσλερ, τοῦ Κανέττι, τοῦ Ἄλτενμπεργκ…

Ἀφιερώνω τὸ δοκίμιο ποὺ ἀκολουθεῖ, στὴ μνήμη τοῦ σπουδαίου μελετητῆ τῶν Γραμμάτων μας καὶ ἀκριβοῦ μας φίλου: Στὸν Στέφανο ἀντὶ στεφάνου. – Σ.Σ.

///

Ἡ «Νέα Βιέννη» τοῦ Χοῦγκο φὸν Χόφμαννσταλ (1874-1929)
(ἢ ὁ Χόφμαννσταλ τῆς «Νέας Βιέννης») [1]

Τέλη τοῦ 19ου αἰώνα. Ἡ Παλαιὰ Βιέννη πεθαίνει∙ γιὰ τὴν ἀκρίβεια, μετὰ τὸ 1848 καὶ ἐπὶ μισὸν αἰώνα, ἀργοπεθαίνει μαζὶ μὲ τὸ αὐτοκρατορικὸ μεγαλεῖο τῆς αὐστροουγγρικῆς μοναρχίας. Ἀλληγορικά, καὶ συνεκδοχικά, μποροῦμε νὰ ἀκούσουμε τὸν ρόγχο της στὴ σκηνὴ τοῦ Burgtheater, ἱδρυμένου τὸ 1741 ἀπὸ τὴν Μαρία Θηρεσία ὡς «Αὐτοκρατορικοῦ Θεάτρου», «Hofburgtheater» (τὸ 1776 ὁ Ἰωσὴφ Β’ τὸ ὀνόμασε «Γερμανικὸ Ἐθνικὸ Θέατρο», «Teutsches Nationaltheater»). Ὑπῆρξε τὸ καμάρι τῆς πόλης καὶ ὁ σφυγμὸς τῆς καλλιτεχνικῆς ζωῆς. Οἱ ὀνομαστοὶ ἠθοποιοί του, σύμβολα μυθοποιημένα, ὑποκλίνονταν -ἐκτὸς σκηνῆς- μόνο μπροστὰ στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο. Σήμερα κυκλοφοροῦν στὶς αὐτοβιογραφίες, τὴν ἀλληλογραφία καὶ τὸ ἔργο ὅλων τῶν λογίων τοῦ βιεννέζικου κύκλου (Τσβάιχ, Χόφμαννσταλ, Κανέττι, Λάιτνερ, Τσέλλερ, Σνίτσλερ, Σπέρμπερ, Χόμπσμπαουμ κ.ἄ.). Ἡ Σαρλόττε Βόλτερ (1834-1897), ἡ διασημότερη γερμανόφωνη ἠθοποιὸς στὸν 19ο αἰώνα, κηδεύτηκε, ὅπως εἶχε ζητήσει, μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς Ἰφιγένειας.[2] Ἀπὸ παράδοση, τὸ ρεπερτόριο τοῦ θεάτρου περιελάμβανε ἔργα μὲ καλὸ τέλος (happy-end), καὶ ὅσα δὲν εἶχαν (Ἅμλετ, Ρωμαῖος καὶ Ἰουλιέττα), τὸ ἀποκτοῦσαν. Εἶναι τὸ γνωστὸ «Wiener Schluß», «βιεννέζικο φινάλε».

Νονὸς τῆς Νέας Βιέννης ποὺ εἶναι ἁπλῶς ἕνας κύκλος συγγραφέων, καὶ μάλιστα ἑτερόκλιτων, γίνεται τὸ 1890 ὁ Χέρμανν Μπάρ (1863-1934), λογοτέχνης καὶ κριτικός, μπολιασμένος στὸ Παρίσι μὲ τὰ νεωτερικὰ ρεύματα. Ὁ κύκλος φαίνεται σχετικὰ μικρός: Μπάρ, Σνίτσλερ, Ρίχαρντ Μπέερ-Χόφμανν, Πέτερ Ἄλτενμπεργκ, Τσβάιχ, Χόφμαννσταλ, Φέλιξ Ζάλτεν, Κὰρλ Κράους (ἀρχικά), ποὺ ὅμως πλαισιώνεται, σὲ ὁμόκεντρους κύκλους, μὲ χαλαρὴ ἐπικοινωνία, ἀπὸ πολλούς, σχεδὸν ξεχασμένους σήμερα: Raoul Auernheimer, Felix Dörmann, Leopold Andrian Werburg, Paul Wertheimer… Πολλὰ τὰ ὀνόματα, ὅπως πολλὰ εἶναι τὰ βιεννέζικα Καφέ, τὰ φυτώρια λογοτεχνῶν. Θὰ τὰ δοῦμε στὴ συνέχεια. Ἡ Νέα Βιέννη ἦταν οἱ νεαροί, φιλόδοξοι συγγραφεῖς της ποὺ ὀνειρεύονταν νὰ κατακτήσουν, μὲ τὸν ἕνα ἢ ἄλλο τρόπο, τὸ Μπούργκτεάτερ (ἢ ἁπλῶς Μπούργκ). Προσώρας, συνωθοῦνται στὰ τραπεζάκια τῶν Καφὲ γύρω ἀπὸ τὸ θέατρο. Ἂς τοὺς δοῦμε πιὸ κοντά: (περισσότερα…)

Φούγκα του θανάτου

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Λίγα ζητήματα έχουν τη δυνατότητα να αναδεικνύουν με τέτοια ευκρίνεια την γενικευμένη σύγχυση στην οποία οι δυτικές κοινωνίες βυθίζονται αργά αλλά σταθερά, σαν σε κινούμενη άμμο, όσο αυτό της δημογραφικής απίσχνανσής τους. Όποτε γίνεται λόγος για το «δημογραφικό πρόβλημα», το συντηρητικό στρατόπεδο αίφνης αναπτερώνεται, θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα θέμα που του επιτρέπει να κερδίσει επιτέλους μερικούς εύκολους πόντους. Με το μνησίκακο μειδίαμα του δούλου, προσκομίζει τις σχετικές πτωτικές καμπύλες ως τεκμήρια του βαθμού εκφύλισης στον οποίο έχουν φτάσει οι δυτικές κοινωνίες. Υπαίτιοι για αυτήν την παρακμή δεν μπορεί, φυσικά, παρά να είναι η κυριαρχία της woke κουλτούρας, τα πολλά δικαιώματα, η διάλυση του θεσμού της οικογένειας (π.χ., μέσω της διεύρυνσής της ώστε να συμπεριλάβει και ομοφυλόφιλους) κ.ο.κ. Το συμπέρασμα σχετικά με το προτεινόμενο αντίδοτο συνάγεται σχεδόν αβίαστα: επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες.

Πρόκειται για ένα στρατήγημα που επιτρέπει στους θιασώτες του νεοσυντηρητισμού και της νεοαντίδρασης να παίζουν με επιδεξιότητα, έστω εν αγνοία τους (εδώ ο R. Trivers σίγουρα θα είχε μερικά σχόλια να κάνει πάνω στους μηχανισμούς αυτοεξαπάτησης που εμπλέκονται), το παιχνίδι στο οποίο υποτίθεται ότι αντιτίθενται. Την ίδια στιγμή που μπορεί να ψωμίζονται ως πάροχοι υπηρεσιών ή ως παραγωγοί διαδικτυακού περιεχομένου και να καταναλώνουν σαν να μην υπάρχει αύριο μέσα σε μια ελεύθερη αγορά, όπως και οποιοσδήποτε από τους αντιπάλους τους, ευαγγελίζονται αξίες ενός τρόπου ζωής που έχει εκλείψει προ πολλού.

Υπό άλλες συνθήκες, θα επρόκειτο για θνησιγενείς ρητορείες. Εντός της ελεύθερης αγοράς (μεταξύ άλλων, και) ταυτοτήτων όμως, ακόμα και αυτή του νεοπαραδοσιακού μπορεί να βρει μία θέση, δίπλα σε αυτή του φιλελεύθερου και του queer. Ωστόσο, η νεοπαραδοσιακή ρητορική έχει αντίκρισμα και στο πιο πρακτικό επίπεδο της πολιτικής διαχείρισης των πληθυσμών. Λειτουργεί ως μία δεύτερη, συμπληρωματική πηγή τροφοδότησης της σεξουαλικής αντεπανάστασης που έχει θέσει σε κίνηση ο νεο-πουριτανισμός του προοδευτικού στρατοπέδου, δημιουργώντας έτσι μία «τανάλια» (για να παραμείνουμε στη στρατιωτική ορολογία) γύρω από τα μυαλά των δυτικών υπηκόων.

Για τους ζηλωτές της προόδου τώρα, το δημογραφικό αποτελεί την καλύτερη αφορμή για να επιδοθούν σε τακτικές που έχουν αφομοιώσει τόσο καλά τις τελευταίες δεκαετίες ώστε να τους έχουν γίνει δεύτερη φύση: στην εθελοτυφλία και στον στρουθοκαμηλισμό. Ακόμα και η παραμικρή αναφορά σε δημογραφικά δεδομένα αρκεί για να ανακινήσει μέσα τους τυφλά αμυντικά αντανακλαστικά. Όποιος αναφέρεται σε γεννήσεις και θανάτους κατατάσσεται αυτόματα στους ακροδεξιούς· άρα, όπως υπονοείται δίχως να λέγεται ρητά, στις παθολογικά ανίατες περιπτώσεις. (περισσότερα…)

Είναι ο συμβολισμός το αντίθετο του ρεαλισμού;

*

Δεν είναι λίγα τα εγχειρίδια για τη θεωρία των λογοτεχνικών ρευμάτων που, στην προσπάθειά τους να ταξινομήσουν, να μελετήσουν και τελικά να ερμηνεύσουν τη λογοτεχνία, υποκύπτουν στην παρακάτω απόλυτη αντιδιαστολή: ο συμβολισμός είναι το αντίθετο του ρεαλισμού. Στα περισσότερα λήμματα που αφορούν στον ρεαλισμό επαναλαμβάνεται (είτε άμεσα είτε έμμεσα) η λέξη πραγματικότητα. Σε κείνα που αναφέρονται στον Συμβολισμό η γλώσσα γίνεται πιο εγκρατής και τελικά συμβιβάζεται: υποκειμενικότητα, ιδεατός κόσμος κ.ά. Συγχωρήστε με αν κάνω λάθος, αλλά νομίζω ότι ο όρος που κρύβεται εδώ, αν λάβουμε υπόψη και την παραπάνω αντίθεση, αυτό που θέλει να ειπωθεί, αλλά μάλλον μεταμφιέζεται, είναι η μη πραγματικότητα. Και είναι πολύ λογικό, όταν η εποχή που διανύουμε μας έχει πείσει ότι πραγματικό είναι μονάχα ό,τι μπορεί να εξηγηθεί και ν’ αποδειχθεί, ό,τι έχει μια κατανοητή, χειροπιαστή αιτία και τελικά γίνεται αντικείμενο των αισθήσεων. Η αλήθεια του υποκειμένου, η αλήθεια του ανθρώπου, έχει μάλλον παραγκωνιστεί από την αλήθεια του εργαλείου, της τεχνολογίας. Άραγε το εργαλείο δεν είναι και ένα αισθητήριο όργανο;

Όμως, το θέμα μας είναι ο συμβολισμός και το κατά πόσο είναι ορθό να ισχυριζόμαστε ότι αποτελεί το αντίθετο του ρεαλισμού. Μια διαμάχη αληθειών… Ας ξεκινήσουμε από το παρελθόν αυτού του δυϊσμού, γιατί πραγματικά μετράει αιώνες. Πλάτωνας και Αριστοτέλης. Ποιος λέει την αλήθεια; Έχει ένας από τους δύο δίκιο; Κι ο άλλος; Μήπως τόσος πόνος τόση ζωή / πήγαν στην άβυσσο / για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη; Χιλιετίες μετά δύο είναι ουσιαστικά οι πυρήνες της ανθρώπινης σκέψης: πλατωνισμός και αριστοτελισμός. Κι αν και η αφαιρετικότητα εδώ θα γίνει πολύ γαλαντόμα (όχι, όμως, και απλοϊκή), νομίζω ότι δικαίως θα μπορούσε κανείς να δει το έργο του Πλάτωνα ως μακρινό πρόγονο του συμβολισμού (αν και μάλλον δε θα τον χαροποιούσαν και πολύ οι στίχοι ενός Μπωντλαίρ ή ενός Ρεμπώ…) και τον Αριστοτέλη ως πρόγονο του ρεαλισμού (που μάλλον θα ήταν λίγο περισσότερο περήφανος για τα παιδιά του). Πέρα, όμως, από τους αστεϊσμούς, νομίζω ότι κανείς δε θα διαφωνούσε με την άποψη ότι και οι δύο σχολές σκέψης πρόσφεραν τα μέγιστα στον πολιτισμό, γιατί αμφότερες είναι όψεις της αλήθειας· είναι πραγματικότητες ή καλύτερα οι δύο κύριες εκπτύξεις της μίας πραγματικότητας. (περισσότερα…)

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Η γένεση των Ελεγειών και των Σονέτων

* 

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΑΒΡΑΜΙΔΟΥ

Οι Ελεγείες του Ντουίνο και τα Σονέτα προς τον Ορφέα βρίσκουν τον Ρίλκε στο κέντρο της γλωσσικής κρίσης που είχε προαναγγείλει ο Χόφμαννσταλ στην Επιστολή του Λόρδου Τσάντος το 1902, όπου επισημαίνει τη ρήξη της ενότητας μεταξύ υποκειμένου και κόσμου. Η γλώσσα, το λυρικό λεξιλόγιο που εξωθήθηκε στο ακρότατο όριό της από την εποχή του Γκαίτε και του Νοβάλις, δεν επαρκεί πια να περιγράψει την αντικειμενική πραγματικότητα. Με τον νεορομαντισμό και τον συμβολισμό είχε επιτευχθεί το ακρότατο όριο των δυνατοτήτων της γλώσσας. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι σε μεγάλη δυσαρμονία με τον εαυτό του, είναι διχασμένος ανάμεσα σε δυο δυνάμεις που διέπουν την συμπεριφορά και τις πράξεις του: Η μία τείνει προς το Είναι και η άλλη ορμά προς την άβυσσο, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει πότε είναι αληθινά.

Στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα και με την εξέλιξη της τεχνολογίας, ο άνθρωπος γίνεται ο μόνος κυρίαρχος ουρανού και Γης και θέτει την φύση στην υπηρεσία του ως κάτι ξένο προς αυτόν. Μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας της εποχής του αντανακλά την πεποίθηση πως οι μηχανές και η αχαλίνωτη τεχνολογία θα απελευθερώσουν τον άνθρωπο απ’ όλους τους περιορισμούς που είναι εγγενείς της ανθρώπινης κατάστασης και θα του επιτρέψουν να ασχοληθεί πια απερίσπαστος με το πνεύμα. Μαρτυρία αυτής της βίαιης ατμόσφαιρας, τόσο ξένης στον Ρίλκε, είναι η δήλωση του Γκόττφρηντ Μπεν ότι για την ανάδυση του νέου κόσμου, πρέπει να καταστραφεί η γλώσσα[1]. Η ποίηση του fin de siècle αποτελεί μάρτυρα της κρίσης ταυτότητας που περνούν οι καλλιτέχνες, αναζητώντας μια άλλη πραγματικότητα πέρα από την λογική, πέρα από τον υπολογισμό. Ο Μούζιλ για παράδειγμα στον νεαρό Τέρλες, θέτει ως προμετωπίδα του βιβλίου του ένα απόσπασμα του Μαίτερλινκ ο οποίος υπογραμμίζει την εγγενή εντροπία που υπάρχει σε κάθε είδους λόγο:

«Μόλις λέμε κάτι, όλως περιέργως το απαξιώνουμε. Πιστεύουμε ότι έχουμε βυθιστεί στα βάθη της αβύσσου και όταν αναδυόμαστε ξανά στην επιφάνεια, η σταγόνα νερού στα χλωμά μας ακροδάχτυλα δεν μοιάζει πια με τη θάλασσα από την οποία προήλθε. Νομίζουμε ότι έχουμε ανακαλύψει ένα υπόγειο θησαυροφυλάκιο γεμάτο υπέροχους θησαυρούς και όταν επιστρέφουμε στο φως της ημέρας διαπιστώνουμε ότι έχουμε μεταφέρει μόνο ψεύτικες πέτρες και θραύσματα από γυαλί, κι όμως ο θησαυρός λαμπυρίζει αναλλοίωτος στο σκοτάδι».

Το παθητικό απόθεμα της παραδοσιακής γλωσσικής ουσίας παραμένει συσσωρευμένο κάτω από τη γη και είναι ανεξάντλητο, «λαμπυρίζει αναλλοίωτο στο σκοτάδι» έτοιμο να το ανασύρει στην επιφάνεια αυτός που τείνει αυτί να ακούσει τον ψίθυρο των πραγμάτων. (περισσότερα…)