*
Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
~.~
~.~
~.~
Στην «Εισαγωγή στον Θ. Σ. Έλιοτ» του Γιώργου Σεφέρη (1936) και με αφορμή το ζήτημα της «καθαρής ποίησης» (poesie pure) που δέσποζε στις λογοτεχνικές συζητήσεις εκείνου του καιρού, μία παράγραφος έχει ίσως επιπρόσθετη αξία. Αναφερόμενος στην ροπή να τίθεται η συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες του Κ. Καρυωτάκη ως όριο της νέας «καθαρής ποίησης» και αφού θέσει ως απαρχή της σύγχρονης ποίησης το έργο του Μπωντλαίρ (χαρακτηρίζοντας γενικότερα τον συμβολισμό ως το «πρώτο σημαντικό στάσιμο»), ο Σεφέρης αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει και για τις οφειλές του Τ. Σ. Έλιοτ προς τον Ζυλ Λαφόργκ, τον λιγόχρονο και ελάχιστα γνωστό στις ημέρες μας, Γάλλο συμβολιστή που υπήρξε ένας εκ των πρωτοπόρων της νεωτερικής ποίησης.
«Η αποφασιστική επίδραση πάνω στο έργο του Έλιοτ και η πιο γόνιμη, στάθηκε η επίδραση του Jules Laforgue: πικρά συναισθήματα κάτω από μια χιουμοριστική απάθεια, λεπτομέρειες κοινότοπες με μια ροπή να γίνουν συγκλονιστικές, δίψα του απολύτου που καταλήγει σε μηδενισμό, εικόνες ρεαλιστικές εναρμονισμένες με την αίσθηση μιας ψυχικής απομόνωσης, ποίηση γελωτοποιού όπου οι επιστημονικοί όροι και οι λόγιες εκφράσεις χρησιμοποιούνται για να καλύψουν μιαν αμλετική αναποφασιστικότητα, μουσική γεμάτη από παρατονισμούς, όπως και η ψυχολογία. Κάτι γνωρίσαμε κι εμείς από τη διάθεση αυτή με τον Καρυωτάκη».
Ποιος ήταν όμως αυτός ο ποιητής, η «διάθεση» του οποίου επηρέασε δραστικά τον Τ. Σ. Έλιοτ μα και τον Κ. Καρυωτάκη; Ο Ζυλ Λαφόργκ γεννήθηκε το 1860 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, απ’ όπου, μικρό παιδί, επέστρεψε στη Γαλλία για να εξελιχθεί εκεί σε αριστοτέχνη της λυρικής ειρωνείας και σ’ έναν από τους πιο προικισμένους εισηγητές του ελεύθερου στίχου, πριν πεθάνει στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 27 χρονών, φυματικός και πάμπτωχος. Είχε προλάβει να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές (περισσότερα…)
*
~.~
Τὸ ἀνώτερο εἶδος ἱστοριογραφίας εἶναι ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἐπαγγελματίες ἱστορικοὶ τοῦ καιροῦ μας τὸ βλέπουν κάπως ἀφ’ ὑψηλοῦ, ἂν δὲν τὸ περιφρονοῦν κιόλας: ἡ κλασσικοῦ τύπου ἀφήγηση, ἐκείνη ποὺ ἐκθέτει γραμμικὰ τὰ συμβάντα, ἡ ἀποκαλούμενη ὑποτιμητικὰ «γεγονοτική». Ἡ πολιτική, στρατιωτικὴ καὶ διπλωματικὴ ἱστορία κυρίως, καὶ τὰ ὑποείδη τους.
Καὶ ὑπερέχει αὐτὴ ἡ ἱστοριογραφία κατὰ πολὺ ἀπὸ τὶς τωρινὲς ἱστορικὲς σχολὲς γιὰ δύο λόγους. Ὁ πρῶτος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὰ ἐκφραστικά της μέσα. Ἱστορῶ σημαίνει ἀφηγοῦμαι, διηγοῦμαι, ἀναθιβάλλω καταπὼς ἔλεγε ὁ Κορνάρος. Ἀνακαλῶ χρονικὰ μιὰ ἁλυσίδα συμβάντων, ἀφήνω τὰ ἴδια τα συντελεσθέντα νὰ παρουσιάσουν τὸν ἑαυτό τους, νὰ αὐτοαναλυθοῦν, κρατῶ τὰ συμπεράσματα τὰ δικά μου γιὰ τὸ τέλος καὶ περιορίζω τὶς εἰδικὲς ἔννοιες στὸ ἐλάχιστο.
Οἱ μεγάλοι τῆς ἀφηγηματικῆς ἱστορίας, ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο καὶ δῶθε, ἦταν πρὶν ἀπ’ ὅλα σπουδαῖοι παραμυθάδες, ἦταν τεχνίτες τοῦ λόγου, ἤξεραν νὰ αἰχμαλωτίζουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἀναγνώστη, νὰ τὸν τέρπουν μὲ τὸ πιὸ ἁπλὸ μέσο, ἐκθέτοντάς του γραμμικά τα καθέκαστα. Οἱ σημερινοὶ ἱστορικοὶ πάλι, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ εὐφραδεῖς ἀνάμεσά τους, ἐπειδὴ συνήθως ἀναλύουν πολὺ καὶ ἀφηγοῦνται λίγο, ἢ καὶ καθόλου, στὴν καλὴ περίπτωση εἶναι ἐξαίρετοι λόγιοι. Πάει νὰ πεῖ, χαμένοι ἀπὸ χέρι στὴ σύγκριση.
Ὁ δεύτερος λόγος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν γνωστικὸ πλοῦτο τῆς ἀφηγηματικῆς ἱστορίας. Πλάι στὴ λογοτεχνία, ἡ ἀφηγηματικὴ ἱστορία εἶναι ἡ μόνη ποὺ μελετᾶ στὸ ὠμό, χαοτικό της ξετύλιγμα τὴν ἀνθρώπινη πράξη. Ἄρα καὶ ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ φέρει στὸ φῶς τὴν ἀβυσσαλέα τυχαιότητα ποὺ διέπει τὴ ζωή μας, τὴν ἰλιγγιώδη ἀπροσδιοριστία ποὺ ὁρίζει τὴ μοίρα μας. Ἀλλὰ καὶ τὴν μεγαλειότητα τῶν ἀνθρώπινων παθῶν. (περισσότερα…)
*
~.~
Αχνοφαίνεται πέρα μακριά. Ένα κομμάτι βουνοκορφής. Αχνό μέσα απ’ τη ζέστη που ανεβαίνει κι απλώνεται αργά αργά μαζί με το φως της μέρας, τους ήχους από τα τζιτζίκια και ότι άλλο σκιρτά στην ύπαιθρο.
Κοιτάζεις από ένα ψηλό σημείο. Είσαι σε σπίτι εξοχής, σε ύψωμα, κι αγναντεύεις πέρα τη βουνοκορφή. Αχνοφαίνεται κι όμως ελκύει. Μπορεί να θυμίζει κάτι άλλο, μια ανεπαίσθητη μορφή, μια εικόνα που έρχεται από το παρελθόν, άσβηστη, χαμένη ποιος ξέρει σε ποιο άβρετο βάθος που κάτι υπονοεί, κάτι υποβάλλει.
Και ο όγκος; Δεν σημαίνει κάτι, δεν φανερώνει; Διακρίνεις από μακριά δέντρα και βλάστηση. Όλα αχνά, σαν πίνακας ακουαρέλας, νεροχρώματα. Από πάνω απλωμένος ουρανός, αυτό το γαλάζιο, κάπως θαμπό, σίγουρα λόγω υδρατμών ζέστης που κόρωσε αυτές τις μέρες.
Άραγε ποιος λόγος σ’ έκανε να σταματήσεις σ’ αυτό το σημείο του βουνού; Ένα τοπίο ανοιχτό, όπου το βλέμμα περιφέρεται ελεύθερο, ζητάει κάτι να βρει, σίγουρα όμορφο, διάφανο, απλό αν όχι αδρό. Γραμμές, σχήματα, όγκοι, φύλλα, φυλλωσιές, κλαδιά, κορμοί μισοκαμένοι από την σχετικά πρόσφατη πυρκαγιά, ξερά χόρτα που τα χρυσίζει ο ήλιος, κυπαρίσσια καταπράσινα υψωμένα λίγο πιο ’κει που γλύτωσαν το κάψιμο, το μικρό νεκροταφείο του χωριού που πας να το πεις κοιμητήριο –αυτό είναι το σωστό, αλλά προϋποθέτει πίστη στην Ανάσταση–, πουλιά εξαφανισμένα –δεν ακούστηκε λαλιά–, το τσιτσίρισμα των τζιτζικιών, θάμνοι ξεραμένοι αλλά και άλλοι ολοζώντανοι και βέβαια ένας ολόκληρος μικρόκοσμος, εκατοντάδες λιλιπούτια πλάσματα αφανή, που αυλακώνουν το χώμα κρυμμένα.
Τώρα κοιτάζω φοίνικες. Δεν έχουν «ανδρωθεί» ακόμη, μοιάζουν παιδικοί. Είναι φουντωτοί, πράσινοι, τα μυτερά τους φύλλα σαν σπαθιά, περιβάλλουν το σπίτι, ακοίμητοι φρουροί ανήλικες, αντικρίζουν μικρές πεταλούδες που φάνηκαν μια στιγμή και χάθηκαν. Τις στροβιλίζει κι αυτές η αύρα και πετούν ανάμεσα στις πρασινάδες, ψάχνουν να βρουν κανένα λουλούδι να χαρούν την ευωδιά του ή να χαϊδευτούν στα πέταλά του.
Υπάρχει απουσία τρυφερότητας. (περισσότερα…)

Ο ποιητής Βαγγέλης Τασιόπουλος, με εννιά ποιητικές συλλογές και μια πρόσφατη συλλογή διηγημάτων στο ενεργητικό του, αποτελεί έναν διακριτό ποιητή της Γενιάς του 1980 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος,[1] ο οποίος, ενώ στην αρχή της ποιητικής του πορείας παραμένει ως επί το πλείστον περίκλειστος ποιητικά εντός του ιδιωτικού λυρισμού, εξελικτικά και κλιμακωτά αποκλίνει από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-όραμα και ανοίγεται στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, προσφέροντας μιαν ευρύτερη θέαση του συλλογικού. Στο παρόν κείμενο, επομένως, θα εστιάσουμε (όσο αυτό είναι δυνατόν στο πλαίσιο ενός μικρού κειμένου) αφενός στην προαναφερθείσα εξελικτική πορεία της ποιητικής του Τασιόπουλου, η οποία προϋποθέτει παράλληλα και μια σημαίνουσα μορφολογική μετατόπιση από το λυρικό-ποιητικό προς το αφηγηματικό-πεζοποίημα, και αφετέρου στην ανάδειξη κεντρικών θεμάτων της ποίησής του που επανέρχονται βασανιστικά και επίμονα με τρόπο που μας επιτρέπει να μιλήσουμε, κατά την άποψή μου, για ένα ποιητικό έργο εν προόδω. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. (περισσότερα…)
*
~.~
Αν η Επανάσταση του 1789 καθόρισε την ιστορική εξέλιξη προς την απόλυτη επιβολή του χρήματος επί της εξουσίας, δηλαδή της οικονομίας επί της πολιτικής, στη Γαλλία, τουλάχιστον, αυτή η διαδικασία χρονολογείται αρκετούς αιώνες πίσω, αν λάβουμε υπόψη την εκτεταμένη εξαγορά αξιωμάτων και τίτλων από τις αρχές του 15ου αιώνα, όταν ο Λουδοβίκος ΙΒ΄ επέτρεψε στους πλούσιους να αναλάβουν σταδιακά τον κρατικό μηχανισμό. Γενικότερα, βέβαια, η λατρεία του χρυσού μόσχου διαπερνά όλα τα κοινωνικά και πολιτικά καθεστώτα: ήταν π.χ. η μοναρχία, δέσμια του υλισμού, αυτή που έδωσε το σύνθημα της υποταγής της ευγένειας στον πλούτο και στη διάλυση της οργανικής και συντεχνιακής μεσαιωνικής κοινωνίας. Και υπήρξε αρκούντως τυφλή και αυτοκαταστροφική η εκδίκηση των ευγενών: αυτοί ήταν που άναψαν την πυρά του διαφωτισμού στην οποία θα καίγονταν τα τελευταία τους προνόμια. Τούτων δοθέντων, το 1789 ήρθε μόνο για να άρει τα τελευταία εμπόδια στη βασιλεία της πλούσιας αστικής τάξης και να εγκαινιάσει έναν αιώνα στον οποίο, όπως θα συνοψίσει ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, «η επιθυμία να πλουτίσει κανείς με κάθε κόστος, η αγάπη για το κέρδος, η αναζήτηση της ευημερίας και των υλικών απολαύσεων ήταν τα πιο μεγάλα πάθη».
Μέσα στον 19ο αιώνα, ωστόσο, υπάρχει μια ιστορική περίοδος που καμμία άλλη δεν συγκρίνεται μαζί της (μιλούμε για τη Γαλλία πάντα) ως προς το πάθος για χρήμα, που γίνεται εμμονή, όχι απλώς κοινωνική νόρμα αλλά και κεφαλαιώδες λογοτεχνικό αντικείμενο. Στον αιώνα αυτόν των τραπεζιτών, των τοκογλύφων και των νεόπλουτων, που επέβαλε και στους συγγραφείς τον πνευματικό ζυγό του (το πνεύμα του χρήματος, τι τρομερή αντίφαση!), τον αιώνα κατά τον οποίο η Γαλλία γνώρισε δύο επαναστάσεις, δύο αυτοκρατορίες, δύο δημοκρατίες και δύο μοναρχίες, κομβική στάθηκε η περίοδος της Ιουλιανής Μοναρχίας (1830-1848), όταν ο κλάδος της Ορλεάνης για να στηρίξει την Παλινόρθωση και τον σφετερισμό της μοναρχικής νομιμότητας, παραδίδει όλη την εξουσία στην αστική τάξη. Είναι η εποχή που τα γράμματα αρχίζουν να καταβροχθίζονται από το χρήμα και γεννιέται η λαχτάρα του μπεστ σέλλερ προκειμένου οι εκδότες να πλουτίσουν και οι συγγραφείς να επιζήσουν. (περισσότερα…)
*
Σ’ ἕνα τουλάχιστον, ὁ παλαιὸς Ψυχρὸς Πόλεμος μεταξὺ ΝΑΤΟ καὶ Συμφώνου τῆς Βαρσοβίας διέφερε ριζικὰ ἀπὸ τὸν τωρινό, μεταξὺ ΗΠΑ καὶ Εὐρώπης, ἀπὸ τὴ μιά, καὶ Ρωσσίας-Κίνας, ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τότε εἴχαμε σύγκρουση δύο ἀντίπαλων πολιτικῶν ὁραμάτων, δύο ἐντελῶς διακριτῶν μεταξύ τους οικονομικῶν συστημάτων, δύο διαφορετικῶν στὸν πυρήνα τους ἐντέλει προτύπων πολιτισμοῦ.
Στὴν τωρινὴ ψυχροπολεμικὴ ἀντιπαράθεση, ἀντίθετα, αὐτὸ δὲν ἰσχύει. Οὔτε ἡ Ρωσσία οὔτε ἡ Κίνα προσφέρουν ἐναλλακτικὴ στὸν ἀποχαλινωμένο καπιταλισμὸ ποὺ ἐπικράτησε πλήρως μετὰ τὴ θατσερικὴ στροφὴ στὴ Δύση καὶ ἀντικατέστησε τὸν ἐξημερωμένο ρηνανικὸ καπιταλισμὸ τοῦ Μεταπολέμου. Οὔτε ἡ μία χώρα οὔτε ἡ ἄλλη ἔχουν, ἢ ἐνδιαφέρονται κἄν, νὰ μᾶς προσφέρουν ἐναλλακτικὴ στὸν ἀνθρωπότυπο τοῦ μονομανοῦς καὶ ψυχικὰ κενοῦ μάνατζερ, ὅπως μᾶς τὸν περιέγραψε ἰδιοφυῶς ὁ Βέρνερ Ζόμπαρτ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνα:
«Ὅποιος δὲν ἀσχολεῖται ποτὲ μὲ τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ τὶς ἐπιχειρήσεις, τότε ἡ ψυχή του δὲν μπορεῖ στὸ τέλος παρὰ νὰ ἀποξηρανθεῖ. Γύρω του τὰ πάντα ἐρημώνουν, τὰ πάντα ἀπονεκρώνονται, ὅλες οἱ ἀξίες χάνονται… Ἡ πατρίδα γίνεται γιὰ τὸν ἐπιχειρηματία ξενιτιά. Φύση, τέχνη, ποίηση, κράτος, φίλοι: τὰ πάντα ἐξαφανίζονται σὲ ἕνα μυστηριῶδες Τίποτε γι’ αὐτόν, ἀφοῦ πλέον δὲν ἔχει καθόλου χρόνο γιὰ νὰ τοὺς ἀφιερώσει». (περισσότερα…)
*
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1962 στο ομότιτλο βιβλίο της Σιμόν Βέιλ, απ’ όπου προέρχεται και το δοκίμιο που αναρτήσαμε στο Νέο Πλανόδιον στις 18.7.2025. Αποσπάσματά του περιελήφθησαν υπό άλλη μορφή στο έργο της Περιμένοντας τον Θεό. Το πιθανότερο είναι ότι συντάχθηκαν εν πλω, κατά το ταξίδι της προς τη Νέα Υόρκη.
Μετάφραση: Χρίστος Κρεμνιώτης
~.~
Ανά πάσα στιγμή, υλικό και ουσία του ίδιου του είναι μας αποτελεί η αγάπη που ο Θεός τρέφει για εμάς. Η δημιουργός αγάπη του Θεού που μας κρατά στη ζωή, δεν είναι μόνο άφθονη γενναιοδωρία αλλά και αυταπάρνηση και θυσία. Όχι μόνο τα πάθη αλλά και η δημιουργία είναι αυταπάρνηση και θυσία, εκ μέρους του Θεού. Τα πάθη του αποτελούν μόνο το αποκορύφωμα. Ήδη ως δημιουργός, ο Θεός, «αδειάζει» από τη θεότητά του, παίρνει τη μορφή ενός δούλου, υποτάσσεται στην ανάγκη, «κατεβαίνει». Η αγάπη του είναι εκείνη που συντηρεί τα πάντα, που τα «κρατά» στην ύπαρξη, μιαν ύπαρξη ελεύθερη και αυτόνομη, όντων διαφορετικών από τον Ίδιο, διαφορετικών από το καλό: κατώτερων του καλού. Από αγάπη, τα εγκαταλείπει στη δυστυχία και την αμαρτία: δίχως αυτήν την εγκατάλειψη, δεν θα υπήρχαν. Η παρουσία του θα τους στερούσε την ύπαρξη με τον ίδιο τρόπο που η φλόγα καίει μία πεταλούδα.
Η θρησκεία διδάσκει ότι ο Θεός δημιούργησε όντα διαφορετικών, σε σχέση με την τελειότητά του, βαθμίδων μετριότητας. Εμείς, τα ανθρώπινα πλάσματα, διαπιστώνουμε ότι βρισκόμαστε στο έσχατο όριο εκείνο μετά από το οποίο ο Θεός δεν είναι δυνατόν ούτε να γίνει αντιληπτός ούτε να αγαπηθεί.
Κάτω από εμάς υπάρχουν μόνο τα ζώα, είμαστε τόσο μέτριοι και τόσο μακριά από τον Θεό, όσο μπορεί να είναι μόνο ένα έλλογο δημιούργημα. Και αυτό είναι μεγάλο προνόμιο. Ο Θεός είναι εκείνος που διανύει τη μεγαλύτερη διαδρομή για να έρθει ως εμάς, είναι εκείνος που διανύει το μεγαλύτερο τμήμα της απόστασης που μας χωρίζει από εκείνον. Αφού λάβει και μεταμορφώσει τις καρδιές μας, τότε είμαστε εμείς εκείνοι που θα πρέπει να βαδίσουμε περισσότερο ωσότου φτάσουμε σε αυτόν. Η αγάπη είναι ανάλογη της απόστασης και τανάπαλιν.
Η αγάπη που οδήγησε τον Θεό να έρθει ως εμάς –δημιουργήματα τόσο μακριά από αυτόν– είναι ασύλληπτη για τις δικές μας ικανότητες. Χάρη σε αυτήν την ασύλληπτη αγάπη κατεβαίνει ως εμάς. Εξαιτίας αυτής, ανυψωνόμαστε έως εκείνον. Είναι η ίδια αγάπη εκείνη που μας ανεβάζει ως αυτόν και εκείνη που αυτός ενέπνευσε σε εμάς, όταν κατέβηκε αναζητώντας μας. Η αγάπη που τον ώθησε να μας δημιουργήσει τοποθετώντας μας τόσο μακρυά από τον ίδιο. Τα πάθη του δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά ανεξάρτητα από τη δημιουργία. Η ίδια μου η ύπαρξη, όπως η ύπαρξη του καθενός από εμάς, αποτελεί έναν σπαραγμό του Θεού, έναν σπαραγμό που είναι ταυτόσημος με την αγάπη. Όσο μεγαλύτερη είναι η ελεεινότητά μου, τόσο πιο έκδηλη είναι η αγάπη που με κρατά στην ύπαρξη. (περισσότερα…)
*
~.~
Η θεμελιώδης εμπειρία του συγγραφέα είναι να νιώθει αβοήθητος. Σκοπός εδώ δεν είναι να διακρίνουμε τη γραφή από τη ζωή. Σκοπός είναι να διορθώσουμε τη φαντασίωση πως η δημιουργική εργασία είναι μία διαρκής καταγραφή του θριάμβου της βούλησης, πως ο συγγραφέας είναι κάποιος που έχει την καλοτυχία να μπορεί να κάνει αυτό που επιθυμεί να κάνει: να αποτυπώνει τακτικά και με αυτοπεποίθηση την ύπαρξη του σε μία κόλλα χαρτί. Η γραφή, όμως, δεν είναι μετάγγιση προσωπικότητας. Και οι περισσότεροι συγγραφείς ξοδεύουν αρκετό από τον χρόνο τους σε βασανιστήρια διαφόρων ειδών: θέλουν να γράψουν, δεν μπορούν να γράψουν, θέλουν να γράψουν διαφορετικά, δεν μπορούν να γράψουν διαφορετικά. Στη διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής, περνάνε χρόνια στην αναμονή μιας ιδέας. Η μόνη πραγματική άσκηση της θέλησής τους είναι αρνητική: απέναντι σε αυτά που γράφουμε, έχουμε τη δύναμη να προβάλλουμε βέτο.
Είναι μία ζωή που διακρίνεται, νομίζω, από πόθο, που δεν ανακουφίζεται από τον αντίκτυπο των επιτευγμάτων. Στο πεδίο της δουλειάς, είναι σπουδή, είναι παροχή υπηρεσίας. Ή, για να χρησιμοποιήσω τη μεταφορά της γέννας που είναι πάντα επίκαιρη: ο συγγραφέας είναι αυτός που παρευρίσκεται, που υποβοηθά – είναι ο γιατρός, είναι η μαία, όχι η μητέρα.
Χρησιμοποιώ τη λέξη «συγγραφέας» σκόπιμα. Η λέξη «ποιητής» πρέπει να χρησιμοποιείται με επιφύλαξη. Σηματοδοτεί μία φιλοδοξία, όχι μία απασχόληση. Με άλλα λόγια, δεν είναι ουσιαστικό για διαβατήρια.
Είναι πολύ περίεργο να επιθυμείς διακαώς αυτό που δεν μπορεί να επιτευχθεί στη ζωή. Ο άλτης γνωρίζει, αμέσως μετά την εκτέλεση του άλματος, πόσο ψηλά έχει φτάσει. Το κατόρθωμά του μπορεί να υπολογιστεί άμεσα και με ακρίβεια. Αλλά για όσους από εμάς επιθυμούμε διάλογο με τους σπουδαίους αποθανόντες, δεν είναι θέμα αναμονής. Η κρίση την οποία καρτερούμε θα έρθει από τους αγέννητους. Όσο ζούμε, δεν μπορούμε να τη γνωρίσουμε.
Το βάθος της αγνοίας μας αναφορικά με την αξία αυτού που κάνουμε προκαλεί απόγνωση. Πυροδοτεί, επίσης, την ελπίδα. Ταυτόχρονα, η γνώμη των συγχρόνων βιάζεται να παρουσιαστεί ως μία ευφυής εναλλακτική στην άγνοια. Δουλειά μας είναι να μονωθούμε από την κριτική που είναι τελεσίδικη, από ετυμηγορίες και ντιρεκτίβες, αλλά την ίδια στιγμή να διατηρήσουμε σε εγρήγορση τη δεκτικότητά μας στη χρήσιμη κριτική. (περισσότερα…)
*
Ἡ ἀντικατάσταση τῆς γνήσιας σκέψης ἀπὸ τὰ μεγάλα γλωσσικὰ μοντέλα ἀπειλεῖ μιὰ ὁλόκληρη γενιά. Διακυβεύεται ἡ ἐπιβίωση τοῦ νοῦ.
~.~
Μετάφραση Αμαρυλλίς Δεληγιάννη
Θέλω νὰ σᾶς προειδοποιήσω: στὴν χώρα μας ἐξελίσσεται μιὰ συνωμοσία μὲ στόχο ὅλους ἐμᾶς. Τὰ κομπιουτεράκια στὶς τσέπες μας καὶ οἱ ὀθόνες ποὺ μᾶς περιβάλλουν, ἔχουν ἐδῶ καὶ χρόνια συνδυάσει τὴν ἀπίστευτη πρόσβαση σὲ ὅλες τὶς πληροφορίες τοῦ κόσμου μὲ ὅλο καὶ πιὸ ἀδίστακτες ἐπιθέσεις στὴν ἱκανότητά μας νὰ συγκεντρωνόμαστε καὶ νὰ ἐπιτελοῦμε αὐτὸ ποὺ ὁρισμένοι ἀποκαλοῦν «ἐργασία εἰς βάθος». Αὐτὰ εἶναι γνωστὰ ἀπὸ καιρό. Ὅλοι δίνουμε αὐτὴ τὴ μάχη κάθε μέρα καὶ εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναπτύξομε τεχνικὲς γιὰ νὰ τὴν κερδίσουμε.
Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι καινούργιο καὶ πολὺ πιὸ καταστροφικό, εἰδικὰ γιὰ σᾶς, τοὺς νέους, ποὺ βρίσκεστε ἀκόμα στὴν καρδιὰ τῆς ἐκπαίδευσης τελειοποιῶντας τὴν ἱκανότητά σας νὰ συλλογίζεσθε, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα (ὅσο σοκαριστικὸ κι ἂν φαίνεται αὐτὸ) μόλις τώρα ξεκινῶντας ἕνα ταξίδι σοβαρῆς ἀνάγνωσης καὶ γραφῆς ποὺ τελικὰ θὰ ἀποκαλύψει, σὲ περίπου δέκα χρόνια, τὰ ἐρωτήματα ποὺ θὰ πρέπει νὰ σᾶς ἀπασχολήσουν.
Μετὰ ἀπὸ περίπου ἄλλα δέκα χρόνια, θὰ ἀρχίσετε νὰ ἔχετε κάποιες πρόσκαιρες ἀξιοπρεπεῖς ἀπαντήσεις σὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα καὶ στὴ συνέχεια θὰ ἀφιερώσετε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς σας ἐπεξεργαζόμενοι τὸ εὐρύτερο νόημα καὶ τὶς συνέπειές τους. (Ἐκτὸς κι ἂν δουλέψετε πιὸ γρήγορα ἀπὸ μένα!)
*
Πῶς διαχειρίζεται μιὰ καλοζωισμένη κοινωνία, μιὰ ἐποχὴ ἀνέμελης εὐημερίας, τὸν μαρασμὸ ποὺ τὴν ἀπειλεῖ, τὴν παρακμή, τὴν ἀναπόφευκτη πτώση; Οἱ Ἀρχαῖοι εἶχαν τον στωικισμό, οἱ χριστιανοὶ τὴν καρτερία, οἱ βάρβαροι, οἱ ἐξαθλιωμένοι, οἱ ἀπόβλητοι εἶναι ἀνέκαθεν ἐξοικειωμένοι μὲ τὴν ὠμότητα. Στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Ἱστορίας, τὰ πλήθη εἶχαν μιὰ κάποια ψυχικὴ προπαίδευση γιὰ τὸ μοιραῖο. Ἡ πιὸ μεγάλη τους θεότητα, κι ἂς μὴ τὸ παραδέχονταν ἐπίσημα, ἦταν ἡ Τύχη. Μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, ἦταν προϊδεασμένα γιὰ τὰ κέφια της.
Στὶς ὁριακὲς συνθῆκες, ἡ ἱστορικὴ πείρα διδάσκει ὅτι ἀναπτύσσονται δύο βασικὲς ροπές, δύο τάσεις ποὺ μπορεῖ νὰ μοιάζουν μετέωρες στὰ μάτια τῆς λογικῆς ἀλλὰ οἱ μάζες τὶς ἔχουν ἀνάγκη, ἀφοῦ βλέπουν σ’ αὐτὲς τὸ ψυχικὸ ἀποκούμπι τους. Ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἔχουμε τὴν προσμονή, τὴν παραδοχὴ μάλιστα τοῦ ἀναγκαίου τῆς Συντέλειας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴν προσδοκία τῆς Λύτρωσης, ἂς εἶναι καὶ γιὰ τοὺς λίγους ἐκλεκτούς, ἂς εἶναι καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ μέσα ἀπὸ τὴν ἄκρα δοκιμασία. Ὁ Κατακλυσμὸς καὶ ἡ Σωτηρία, οἱ Ἱππεῖς τῆς Ἀποκαλύψεως καὶ τὸ Φωτοστέφανο τοῦ Μεσσία: ὅταν ὁ κόμπος φτάνει στὸ χτένι τὰ πλήθη παλινδρομοῦν ἀνάμεσα στὶς δύο αὐτὲς στάσεις.
Σήμερα, σὲ σπαργανώδη ἀκόμη βαθμό, τὶς βλέπουμε καὶ πάλι νὰ στοιχειώνουν τοὺς φόβους καὶ τὶς ἐλπίδες τῶν μαζῶν. Στὰ λαλίστατα ΜΜΕ, ἡ ἄνοδος τῆς θερμοκρασίας τοῦ πλανήτη λ.χ. εἰκονογραφεῖται ὡς κλιματικὸς Ἁρμαγεδδὼν ποὺ τὸν ἀντιπαλεύει ἕνας τεχνολογικός, κυριολεκτικὰ ἀπὸ μηχανῆς, θεός. Ὅμως σὲ γενικὲς γραμμὲς ὁ ἐνδοκοσμικὸς μεσσιανισμὸς τὰ ἔχει φάει τὰ ψωμιά του. Κανεὶς δὲν πιστεύει πιὰ σοβαρὰ στὸ ὅραμα τῆς ἰδανικῆς πολιτείας, τὸ ὁποῖο γαλούχησε τόσες καὶ τόσες γενιές, στὴν οὐτοπία ἑνὸς τέλειου οἰκονομικοῦ συστήματος, στὶς ἐπαγγελίες τοῦ παντοσώτηρος τεχνοπολιτισμοῦ. (περισσότερα…)

*
Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνακυκλώνεται στὰ ἠλεκτρονικὰ καὶ ἔντυπα περιοδικὰ ἡ γνωστὴ ἱστορία τῆς κριτικῆς, τοῦ ποιός μπορεῖ ἢ δύναται νὰ τὴν ἀσκεῖ, γιατί τὴν ἀσκεῖ πολὺ ἢ λίγο, τί ἐπιδιώκει γράφοντάς την, κι’ ἄλλα παρόμοια ποὺ κρατᾶν σὲ φόρμα τοὺς ντόπιους ἑτοιμόπολεμους γραφιάδες. Μάλιστα, οἱ συζητήσεις αὐτὲς ἔρχονται στὴν ἐπιφάνεια κυρίως σὲ νεκρὲς περιόδους, λ.χ. λίγο μετὰ τὴ χριστουγεννιάτικη παύση ἢ κατὰ τὸ καλοκαίρι – πιθανότατα ἐπειδὴ ἡ ἀπουσία δράσης ἐνοχλεῖ τοὺς πάντοτε διψασμένους γιὰ κατάθεση ἀπόψεων καὶ νύξεων κριτικούς. Κάποιος κακόβουλος θὰ ἔλεγε ὅτι ἡ χρονία αὐτὴ συμπίπτει καὶ μὲ τὸν προκυφθέντα ἐλεύθερο χρόνο τῶν γραφόντων, οἱ ὁποῖοι –ἐλλείψει αὐτῶν τῶν ἴδιων περιστάσεων ποὺ στηλιτεύουν– αὐξάνουν τοὺς βαθμοὺς πρεσβυωπίας τους καὶ βλέπουν καλύτερα τὴν καμπούρα τοῦ ἄλλου. Παίρνω ἀποστάσεις ἀπὸ τὶς κακόβουλες Κασσάνδρες, ἂν καὶ ὁ μύθος τὶς δικαιώνει. Ὁπωσδήποτε, αὐτὸ θὰ ἦταν μιὰ σκέψη ἐκ τοῦ πονηροῦ, λίαν κακόβουλη καὶ διαβλητική. Μακριὰ ἀπὸ μένα αὐτά.
Στὸ κέντρο τῆς συζήτησης, λοιπόν, τίθεται μέσες-ἄκρες τὸ ἐρώτημα «ποιός ἀσκεῖ τὴν κριτική», τὸ ὁποῖο καλλωπίζεται μὲ τὴ μορφὴ τοῦ «πῶς ὀφείλει κανεὶς νὰ ἀσκεῖ τὴν κριτική», ἄσχετα ἂν τελικὰ τίποτα ἀπ’ τὰ δύο δὲν ἰσχύει – ἀλλ’ αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε παρακάτω. Προσωπικά, ἂν καὶ δὲν βρῆκα διαθέσιμο εἰσιτήριο γιὰ τὴ συζήτηση, σκέφτηκα νὰ γράψω δυὸ-τρεῖς σκέψεις, ἀφοῦ ὅμως πρῶτα διευκρινίσω τὴ θέση μου – τὸ πλέον ἀναγκαῖο γιὰ τοὺς new age γραφιάδες «positionality». Ἂν λάβω ὐπόψιν τὸ πῶς ὁρίζεται ἡ κριτικὴ ἀπὸ τοὺς περισσότερους ποὺ τὴν ἀσκοῦν, τότε ἐπουδενὶ λόγῳ εἶμαι κριτικός. «Κρίνω» τείνει νὰ σημαίνει «διακρίνω», ἐντούτοις πέρα ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Jauss καὶ τοῦ Iser δὲν ξανάδα κάποιο πρόγραμμα σπουδῶν ποὺ νὰ βγάζει «κριτικούς» σκέτα· ὅσον ἀφορᾶ τὴν κριτικὴ τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ, ἀπ’ αὐτὰ ὑπάρχουν νὰ φᾶν κι’ οἱ κότες. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἰδιότητα αὐτὴ φαίνεται νὰ λαμβάνει διαστάσεις ἐπαγγελματικές, ἤτοι προκύπτει κατόπιν σπουδῆς, μαθητείας, τριβῆς καὶ ἐν γένει μὴ-ἐρασιτεχνικῆς ἐνασχόλησης. Κατ’ ἄλλους, οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἑπομένως ἡ ἰδιότητα τοῦ κριτικοῦ πρόκειται περὶ ἑνὸς beneficium. Δὲν πληρῶ προϋποθέσεις γι’ αὐτὴ τὴ δωρεά, οὔτε οἱ σπουδές μου μ’ ἔβγαλαν κριτικό, ἀλλὰ κάτι ἄλλο, ἑπομένως πάει αὐτό… Ἐπιπλέον, βάσει τῶν πρόσφατων γραφομένων, ἰδίως ἡ «κριτικὴ τῆς κριτικῆς» ἀσκεῖται ἀπὸ τοὺς πλέον ἐπαΐοντες, τοὺς διαπιστευμένους, τοὺς ἔχοντες εἰσιτήριο βρὲ ἀδερφέ. Ὅπως ἔγραψα σαφῶς παραπάνω, δὲν βρῆκα εἰσιτήριο. Σὺν τοῖς ἄλλοις, δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ κρίνω οὔτε τὴν «κριτικὴ τῆς κριτικῆς», διότι αὐτὸ θὰ μὲ ἐπέστρεφε στὴ θέση τοῦ κριτικοῦ βάσει ἁπλῶν μαθηματικῶν ἀποκλεισμῶν. Ἔχοντας, ὡστόσο, τὴ βαθιὰ πίστη ὅτι ἡ κριτικὴ συνιστᾶ τεκμηριωμένη ἀρέσκεια/ἀπαρέσκεια μὲ τὴν παράλληλη –προαιρετικὴ ἐνίοτε– ἐπικουρικὴ χρήση ἐπιστημονικῶν μεθόδων –ἐὰν κι’ ἐφόσον μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πλήρης ἐπαληθευσιμότητα–, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναγκαία συνθήκη τῆς τριβῆς μὲ τὸ κρινόμενο προϊὸν ὡς προϊόν-και-μόνον (εἴτε εἶναι φαγητό, γλυκό, βιβλίο ἢ κριτικὸ κείμενο), θὰ ζητοῦσα τὴν ἄδεια νὰ ἐκφραστῶ παρακάτω ὡς κριτικὸς τῆς κριτικῆς τῆς Κριτικῆς τῆς κριτικῆς.
Κύρια ἀφορμὴ στάθηκε τὸ οἰκεῖο κείμενο τῆς Ἄννας Ἀφεντουλίδου στὸν Ἀναγνώστη. Λιγότερο δὲ ἐκεῖνο τῆς Βαρβάρας Ρούσσου, κυρίως λόγω τῆς μορφῆς του, μιᾶς καὶ τὰ εἴκοσι-ἐννέα εὔλογα ἐρωτηματικά του περισσότερο θέτουν ἐρωτήματα παρὰ ἀποφάνσεις πρὸς συζήτηση. (περισσότερα…)