*
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1962 στο ομότιτλο βιβλίο της Σιμόν Βέιλ, απ’ όπου προέρχεται και το δοκίμιο που αναρτήσαμε στο Νέο Πλανόδιον στις 18.7.2025. Αποσπάσματά του περιελήφθησαν υπό άλλη μορφή στο έργο της Περιμένοντας τον Θεό. Το πιθανότερο είναι ότι συντάχθηκαν εν πλω, κατά το ταξίδι της προς τη Νέα Υόρκη.
Μετάφραση: Χρίστος Κρεμνιώτης
~.~
Ανά πάσα στιγμή, υλικό και ουσία του ίδιου του είναι μας αποτελεί η αγάπη που ο Θεός τρέφει για εμάς. Η δημιουργός αγάπη του Θεού που μας κρατά στη ζωή, δεν είναι μόνο άφθονη γενναιοδωρία αλλά και αυταπάρνηση και θυσία. Όχι μόνο τα πάθη αλλά και η δημιουργία είναι αυταπάρνηση και θυσία, εκ μέρους του Θεού. Τα πάθη του αποτελούν μόνο το αποκορύφωμα. Ήδη ως δημιουργός, ο Θεός, «αδειάζει» από τη θεότητά του, παίρνει τη μορφή ενός δούλου, υποτάσσεται στην ανάγκη, «κατεβαίνει». Η αγάπη του είναι εκείνη που συντηρεί τα πάντα, που τα «κρατά» στην ύπαρξη, μιαν ύπαρξη ελεύθερη και αυτόνομη, όντων διαφορετικών από τον Ίδιο, διαφορετικών από το καλό: κατώτερων του καλού. Από αγάπη, τα εγκαταλείπει στη δυστυχία και την αμαρτία: δίχως αυτήν την εγκατάλειψη, δεν θα υπήρχαν. Η παρουσία του θα τους στερούσε την ύπαρξη με τον ίδιο τρόπο που η φλόγα καίει μία πεταλούδα.
Η θρησκεία διδάσκει ότι ο Θεός δημιούργησε όντα διαφορετικών, σε σχέση με την τελειότητά του, βαθμίδων μετριότητας. Εμείς, τα ανθρώπινα πλάσματα, διαπιστώνουμε ότι βρισκόμαστε στο έσχατο όριο εκείνο μετά από το οποίο ο Θεός δεν είναι δυνατόν ούτε να γίνει αντιληπτός ούτε να αγαπηθεί.
Κάτω από εμάς υπάρχουν μόνο τα ζώα, είμαστε τόσο μέτριοι και τόσο μακριά από τον Θεό, όσο μπορεί να είναι μόνο ένα έλλογο δημιούργημα. Και αυτό είναι μεγάλο προνόμιο. Ο Θεός είναι εκείνος που διανύει τη μεγαλύτερη διαδρομή για να έρθει ως εμάς, είναι εκείνος που διανύει το μεγαλύτερο τμήμα της απόστασης που μας χωρίζει από εκείνον. Αφού λάβει και μεταμορφώσει τις καρδιές μας, τότε είμαστε εμείς εκείνοι που θα πρέπει να βαδίσουμε περισσότερο ωσότου φτάσουμε σε αυτόν. Η αγάπη είναι ανάλογη της απόστασης και τανάπαλιν.
Η αγάπη που οδήγησε τον Θεό να έρθει ως εμάς –δημιουργήματα τόσο μακριά από αυτόν– είναι ασύλληπτη για τις δικές μας ικανότητες. Χάρη σε αυτήν την ασύλληπτη αγάπη κατεβαίνει ως εμάς. Εξαιτίας αυτής, ανυψωνόμαστε έως εκείνον. Είναι η ίδια αγάπη εκείνη που μας ανεβάζει ως αυτόν και εκείνη που αυτός ενέπνευσε σε εμάς, όταν κατέβηκε αναζητώντας μας. Η αγάπη που τον ώθησε να μας δημιουργήσει τοποθετώντας μας τόσο μακρυά από τον ίδιο. Τα πάθη του δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά ανεξάρτητα από τη δημιουργία. Η ίδια μου η ύπαρξη, όπως η ύπαρξη του καθενός από εμάς, αποτελεί έναν σπαραγμό του Θεού, έναν σπαραγμό που είναι ταυτόσημος με την αγάπη. Όσο μεγαλύτερη είναι η ελεεινότητά μου, τόσο πιο έκδηλη είναι η αγάπη που με κρατά στην ύπαρξη.
Το κακό του κόσμου, το οποίο το βλέπουμε οπουδήποτε υπό τη μορφή της δυστυχίας και του εγκλήματος, είναι ένα σημάδι της απόστασής μας από τον Θεό. Αλλά η απόσταση αυτή είναι αγάπη και όντας αγάπη όταν βιωθεί θα πρέπει και να αγαπηθεί. Δεν λέω πως πρέπει να αγαπηθεί το κακό, αλλά ότι πρέπει να αγαπήσουμε τον Θεό μέσω του κακού. Όταν ένα παιδάκι, ενώ παίζει, σπάει κάποιο πολύτιμο αντικείμενο, η μητέρα ασφαλώς δεν είναι χαρούμενη με την καταστροφή του. Εάν όμως έπειτα το παιδί απομακρυνθεί, φύγει ή πεθάνει, η μητέρα θα σκέφτεται εκείνο το ατύχημα με απεριόριστη τρυφερότητα και θα βλέπει σε αυτό μιαν εκδήλωση της ύπαρξης του παιδιού της. Κάπως έτσι θα πρέπει και εμείς να αγαπάμε τον Θεό, μέσω όλων των γεγονότων, αδιακρίτως: των καλών και των κακών. Εάν τον αγαπάμε μόνο για ο,τι καλό συμβαίνει, τότε εξαπατόμαστε ότι τον αγαπάμε. Στην πραγματικότητα, σε αυτές τις περιπτώσεις, αγαπάμε κάτι το γήινο στο οποίο δίνουμε το όνομα Θεός. Δεν θα πρέπει να προσπαθούμε να μετατρέπουμε το κακό σε καλό ψάχνοντας για επανορθώσεις και δικαιολογίες για το κακό. Πρέπει να αγαπήσουμε τον Θεό μέσω του κακού που υπάρχει στον κόσμο, αποκλειστικά διότι ό,τι συμβαίνει είναι πραγματικό και μέσα σε κάθε πραγματικότητα βρίσκεται ο Θεός. Κάποιες πραγματικότητες είναι περισσότερο ή λιγότερο διαφανείς, άλλες είναι εντελώς σκοτεινές αλλά πάντα, δίχως εξαίρεση, πίσω από κάθε μία εξ αυτών, σελαγίζει ο Θεός. Εμείς θα πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα μας, αποκλειστικά, προς το σημείο στο οποίο εκείνος βρίσκεται, είτε είναι ορατός εξαρχής είτε όχι. Εάν δεν υπήρχε καμία διαφανής πραγματικότητα, δεν θα είχαμε και καμία ιδέα περί Θεού. Εάν όμως, από την άλλη, όλες οι πραγματικότητες ήταν διαφανείς, τότε θα αγαπούσαμε την αίσθηση και μόνο του θείου φωτός και όχι τον ίδιο τον Θεό. Όταν δεν βλέπουμε τον Θεό, όταν η πραγματικότητα του Θεού δεν εμφανίζεται αισθητά κάπου εντός της ψυχής μας, για να μπορέσουμε να τον αγαπήσουμε θα πρέπει να προσπαθήσουμε να βγούμε από τον εαυτό μας. Αυτό σημαίνει να αγαπούμε τον Θεό.
Για τον λόγο αυτόν θα πρέπει να κρατάμε το βλέμμα μας διαρκώς στραμμένο προς τον Θεό, παραμένοντας σταθερά στη θέση μας ως προς αυτόν. Διαφορετικά, πώς θα μπορέσουμε να διακρίνουμε τη σωστή κατεύθυνση, όταν τα αιφνίδια αδιαφανή παραπετάσματα του βίου παρεμβάλλονται ανάμεσα σε εμάς και το φως; Πρέπει να σταθούμε απόλυτα ακίνητοι.
Η ακινησία αυτή δεν σημαίνει πως πρέπει να απέχουμε από τη δράση. Πρόκειται για ακινησία πνευματική, όχι υλική. Δεν πρέπει ούτε να απέχουμε από τη δράση ούτε και να δρούμε κατά βούληση. Πρώτα, πρέπει να κάνουμε αυτό που μας υπαγορεύει μία εσωτερική, ουσιώδης, πραγματική υποχρέωση, έπειτα αυτό που θεωρούμε ειλικρινά ότι ο Θεός θέλει από εμάς.
Τέλος, εάν απομένει κάποιος τομέας ασαφούς περιεχομένου, θα πράξουμε εκείνο στο οποίο μας ωθεί η φύση μας, αρκεί να μην πρόκειται για οτιδήποτε άνομο. Δεν χρειάζεται να εξαναγκάζουμε τη βούλησή μας να δρα για τίποτε άλλο, παρά μόνο για τις απαραίτητες υποχρεώσεις μας. Φυσικά, οι πράξεις που καθορίζονται από τη φυσική μας κλήση δεν απαιτούν πίεση και δεν γίνονται καταναγκαστικά. Όσον αφορά τις πράξεις υπακοής στον Θεό, τις εκτελούμε σε μία κατάσταση παθητικότητας: όποιες και αν είναι οι δυσκολίες και οι κόποι που τις συνοδεύουν, στην πραγματικότητα δεν απαιτούν προσπάθειες ενεργητικής φύσης αλλά περισσότερο την υπομονή και την ικανότητα της ανοχής και της καρτερίας. Η σταύρωση του Χριστού είναι το πρότυπο όσων λέω. Μολονότι εξωτερικά η πράξη της υπακοής μοιάζει με ενεργητική συμπεριφορά, στην πραγματικότητα, στην ψυχή δεν υπάρχει παρά παθητική, οδυνηρή καρτερία.
Είναι αναμφίβολα απαραίτητη κάποια προσπάθεια, σκληρή και απαιτητική, αλλά δεν αφορά την ίδια την πράξη. Συνίσταται στο να κρατούμε το βλέμμα σταθερά στραμμένο προς τον Θεό, να το στρέφουμε και πάλι προς αυτόν όποτε αφαιρούμαστε, να είμαστε όλο και πιο προσεχτικοί και να έχουμε τα μάτια μας, με όλη τη δύναμη που διαθέτουμε, καρφωμένα σε αυτόν. Η προσπάθεια αυτή είναι σκληρή, γιατί το μέρος της κατωτερότητας που μας αντιστοιχεί και το αποκαλούμε εγώ, νιώθει να καταδικάζεται σε θάνατο από την προσοχή μας όταν αυτή αφιερώνεται στον Θεό. Δεν θέλει να πεθάνει. Εξεγείρεται και εφευρίσκει κάθε λογής ψέμα για να αποσπάσει τον νου μας από τον Θεό.
Ένα από αυτά τα ψέματα είναι οι ψεύτικοι θεοί που επιμένουμε να αποκαλούμε Θεό. Εξαπατόμαστε συχνά πιστεύοντας πως αγαπούμε τον Θεό, ενώ στην πραγματικότητα αγαπούμε πλάσματα που μας μίλησαν για εκείνον ή κάποιο συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον, έναν κοινωνικό κύκλο, ή κάποιες συνήθειες, την ειρήνη που κάποιες στιγμές κυριεύει την ψυχή ή οποιαδήποτε τέλος πάντων πηγή αισθητής, γήινης χαράς, ελπίδας, και παρηγοριάς. Σε αυτές τις περιπτώσεις η μετριότητα της ψυχής νιώθει ασφαλής και η προσευχή δεν είναι απειλή για αυτήν.
Ένα άλλο ψεύδος συνιστούν η ηδονή και η οδύνη. Γνωρίζουμε όλοι μας πολύ καλά πως ορισμένες παραλείψεις ή πράξεις μας, οι οποίες αποτελούν συνέπεια της επιθυμίας μας για ηδονή ή των ταλαιπωριών μας, μας αναγκάζουν να αποσύρουμε το βλέμμα μας από τον Θεό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θεωρούμε ότι νικηθήκαμε από την ηδονή ή την οδύνη, όμως συχνά πρόκειται για μία λανθασμένη εντύπωση. Πολλές φορές, δεν είναι τίποτε άλλο από προφάσεις που εξυπηρετούν την κατωτερότητα της φύσης μας και όχι τη θεϊκή της πλευρά και αποσκοπούν στο να απομακρυνθούμε από τον Θεό. Τέτοια γεγονότα από μόνα τους δεν είναι τόσο ισχυρά. Πράγματι, δεν είναι τόσο δύσκολο να απαρνηθούμε κάποια ευκαιρία ηδονής, οποιασδήποτε απόλαυσης, όσο σαγηνευτική και αν φαντάζει στα μάτια μας, ούτε επίσης είναι ακατόρθωτο να υπομείνουμε την οδύνη, όσο βίαιος και εάν είναι ο πόνος που θα προκαλέσει. Βλέπουμε να το κατορθώνουν καθημερινά άνθρωποι κάθε επιπέδου. Αντιθέτως, είναι απείρως δυσκολότερο να απαρνηθούμε και την παραμικρή απόλαυση για χάρη του Θεού ή να εκτεθούμε και στον απαλότερο πόνο, στην πιο ήπια οδύνη για τον Θεό – για τον αληθινό Θεό. Εκείνον που βρίσκεται στους ουρανούς και πουθενά αλλού. Εφόσον το πράξουμε όμως, δεν είναι η οδύνη εκείνη στην οποία αφηνόμαστε, αλλά ο θάνατος, ένας θάνατος πιο θεμελιώδης από εκείνον της σάρκας και ο οποίος προκαλεί τρόμο στη φύση μας: ο θάνατος εκείνου που εντός μας κραυγάζει «εγώ».
Κάποιες φορές, η σάρκα απομακρύνεται από τον Θεό. Συχνά, ωστόσο, ενώ είμαστε πεπεισμένοι ότι τα πράγματα εξελίσσονται κατά τέτοιον τρόπο, επαληθεύεται εντέλει το αντίθετο. Η ψυχή, ούσα ανήμπορη να υπομείνει το καύμα της μαρτυρικής παρουσίας του Θεού, καταφεύγει πίσω από τη σάρκα και την εκμεταλλεύεται χρησιμοποιώντας την ως ένα κάλυμμα. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν είναι βέβαια η σάρκα που μας απομακρύνει από τον Θεό, αλλά η ψυχή που αποζητά να λησμονήσει τον Θεό και για αυτό κρύβεται πίσω από τη σάρκα. Δεν πρόκειται λοιπόν για αδυναμία, αλλά για προδοσία, και ο πειρασμός αυτής της προδοσίας είναι παρών όποτε στο αγνό κομμάτι της ψυχής επικρατεί το άλλο, της μετριότητας και της φθαρτότητας. Εκφάνσεις τέτοιας προδοσίας μπορούν να είναι λάθη καθαυτό μικρής σημασίας τα οποία ωστόσο καθίστανται απείρως βαρύτερα από οποιαδήποτε λάθη καθαυτό μεγάλης σημασίας που τελέστηκαν λόγω αδυναμίας. Την προδοσία την αποφεύγουμε όχι με κόπο ή ασκώντας βία στους εαυτούς μας, αλλά με μία απλή επιλογή. Αρκεί να δούμε πόσο ξένο και εχθρικό είναι το κομμάτι μας εκείνο που επιθυμεί να πάρει το βλέμμα μας από τον Θεό, ακόμη και εάν το κομμάτι μας αυτό ταυτίζεται σχεδόν με το εγώ μας, ακόμη και εάν είναι το ίδιο το εγώ μας.
Εμείς όμως θα πρέπει να προσκολλούμαστε και να επιμένουμε σε εκείνο το κομμάτι του εγώ μας, όσο μικρό και αδύναμο και εάν είναι, το οποίο πονά διεκδικώντας τον Θεό. Στο βαθμό που εμείς προσχωρούμε και ταυτιζόμαστε με αυτό το ελάχιστο κομμάτι του εγώ μας, εκείνο αναλογικά μεγαλώνει με γεωμετρική πρόοδο κατά τη σειρά 2, 4, 8, 16, 32 και ούτω καθεξής. Αναπτύσσεται σχεδόν όπως ένας σπόρος, δίχως καμία δική μας ενεργητική συμμετοχή.
Μπορούμε να εμποδίσουμε την ανάπτυξή του αρνούμενοι να ενωθούμε με αυτό, καθώς επίσης μπορούμε να επιβραδύνουμε την ανάπτυξή του μη χρησιμοποιώντας τη βούλησή μας ενάντια στο σαρκικό κομμάτι της ψυχής μας. Εντούτοις, όταν η ανάπτυξή του λαμβάνει χώρα, συμβαίνει χωρίς εμάς.
Η κακώς κατευθυνόμενη προσπάθεια προς το καλό, προς τον Θεό, είναι μία ακόμη σκόπελος, ένα ακόμη ψεύδος της κατωτερότητάς μας που προσπαθεί να αποφύγει τον θάνατο. Επειδή είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούμε ότι πρόκειται για ψεύδος, για αυτό είναι και πολύ επικίνδυνο. Η διαδικασία αυτή εξελίσσεται λες και το κατώτερο κομμάτι της ψυχής μας αξιώνει ότι γνωρίζει πολύ καλύτερα από εμάς τις προϋποθέσεις της σωτηρίας, και αυτό το φαινόμενο είναι κάτι που μας οδηγεί να αποδεχτούμε την ύπαρξη κάποιου πράγματος που αντιστοιχεί σε ό,τι αποκαλείται δαιμόνιο.
Υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν τον Θεό με τον ίδιο τρόπο που κάποιος πηδά ταυτόχρονα με τα δυο του πόδια, όντας πεπεισμένος πως θα πηδά κάθε μέρα και πιο ψηλά κατορθώνοντας αργά ή γρήγορα, να μην ξαναπέσει στη γη και να αρχίσει να ανεβαίνει προς τον ουρανό: ανόητες ελπίδες.
Στο έργο του O μικρός γενναίος ράφτης, ο Γκράμ περιγράφει τον αγώνα μεταξύ ενός μικρού ράφτη και ενός γίγαντα. Ο δεύτερος πετά μία πέτρα τόσο ψηλά που κάνει πολύ ώρα να πέσει στη γη. Ο ράφτης όμως που ’χει στην τσέπη του ένα ημερωμένο πουλί, σχολιάζει πως μπορεί να τα καταφέρει πολύ καλύτερα γιατί οι πέτρες που εκείνος θα ρίξει, δεν θα πέσουν ποτέ: και αφήνει το πουλί να πετάξει. Ό,τι δεν έχει φτερά έχει ως πεπρωμένο του την πτώση.
Εκείνοι που πηδούν προς τον ουρανό, απορροφούνται σωματικά από τη μυϊκή αυτήν κίνησή τους και δεν κρατούν το βλέμμα τους στραμμένο προς τον ουρανό και το βλέμμα, σε αυτήν την περίπτωση, είναι η μόνη αποτελεσματική δύναμη καθώς είναι αυτό που αποτελεί τον δρόμο δια του οποίου ο Θεός κατεβαίνει ως εμάς. Και όταν έρθει, μας ανυψώνει δίνοντάς μας φτερά. Ο σωματικός μας κόπος σχετίζεται όχι φυσικά με την παραπάνω ανώφελη κίνηση των ποδιών μας, αλλά με το να αφαιρέσουμε από εμπρός μας οτιδήποτε παρεμβάλλεται μεταξύ του βλέμματος μας και του Θεού έχοντας αρνητική λειτουργία και επίπτωση στη σχέση μας μαζί του. Το μέρος της ψυχής που είναι ικανό να βλέπει τον Θεό, είναι περικυκλωμένο από σκυλιά που γαβγίζουν, δαγκώνουν και αναστατώνουν τα πάντα. Θα πρέπει να τα εξημερώσουμε και τίποτα δεν εμποδίζει, γι’ αυτόν τον σκοπό, να χρησιμοποιούμε πότε το ραβδί και πότε μια λιχουδιά. Με κάθε τρόπο –στην πραγματικότητα είναι απαραίτητες και οι δύο μέθοδοι σε βαθμό που ποικίλει ανάλογα με την εκάστοτε ιδιοσυγκρασία– πρέπει να εξημερωθούν αυτά τα σκυλιά, να εξαναγκαστούν να ησυχάσουν και να σωπάσουν. Κάτι τέτοιο είναι προϋπόθεση για την πνευματική άνοδο του ανθρώπου, προϋπόθεση η οποία, ωστόσο, δεν αποτελεί από μόνη της μία πνευματική δύναμη εξύψωσης. Μόνο ο Θεός διαθέτει αυτήν τη δύναμη και έρχεται ως εμάς μόνο όταν κρατούμε σταθερά στραμμένο το βλέμμα μας προς αυτόν. Ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, δεν υπάρχει άλλο είδος σχέσης πέρα από την αγάπη. Όμως η δική μας αγάπη θα πρέπει να είναι παρόμοια με εκείνη της γυναίκας προς τον άντρα: αγάπη αγνής και καθαρής απαντοχής. Ο Θεός είναι ο νυμφίος και επαφίεται σε αυτόν η πρώτη κίνηση προς εκείνη, η πρώτη κουβέντα και ο εναγκαλισμός.
Η φράση του Πασκάλ «Δεν θα με αναζητούσες εάν δεν με είχες ήδη βρει» δεν αποδίδει πλήρως το πραγματικό νόημα της σχέσης ανθρώπου και Θεού. Είναι πολύ βαθύτερος ο Πλάτων όταν συμβουλεύει σχετικά με το θέμα αυτό, πως πρέπει να απομακρυνθούμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας από οτιδήποτε είναι εφήμερο. Δεν επαφίεται στον άνθρωπο το να αναζητήσει τον Θεό και να πιστέψει σε αυτόν. Ο άνθρωπος πρέπει απλώς να αρνηθεί να αγαπήσει όλα όσα δεν είναι Θεός. Μία τέτοια άρνηση δεν προϋποθέτει κάποια πίστη. Στηρίζεται απλώς στη διαπίστωση ενός προφανούς γεγονότος: ότι όλα τα αγαθά αυτού του κόσμου, του παρελθόντος, του παρόντος, του μέλλοντος, πραγματικά ή φανταστικά, είναι πεπερασμένα, εφήμερα και περιορισμένα, ανίκανα από την ίδια τους τη φύση να ικανοποιήσουν εκείνη την επιθυμία για ένα άπειρο και τέλειο αγαθό η οποία καίει διαρκώς μέσα μας. Αυτό το γνωρίζει κάθε άνθρωπος και πολλές φορές στον βίο του, καθένας μας για μία τουλάχιστον στιγμή, χρειάστηκε να το αναγνωρίσει και να το ομολογήσει αλλά αμέσως μετά ξεκίνησε να ψεύδεται στον εαυτό του διότι συνειδητοποίησε πως εάν εξακολουθούσε να γνωρίζει δεν θα μπορούσε να συνέχιζε να ζει. Η εντύπωσή αυτή είναι ορθή, εκείνη η γνώση σκοτώνει αλλά, ο θάνατος που επιφέρει, οδηγεί στην ανάσταση. Δυστυχώς αυτό δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε προτού να το γευτούμε, αισθανόμαστε μόνο τον θάνατο που επαπειλεί. Μολαταύτα, πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα στην αλήθεια και στον θάνατο, στο ψέμα και στη ζωή. Εάν προβούμε στην πρώτη επιλογή, εάν επιμείνουμε και συνεχίσουμε να αρνούμαστε την αγάπη μας σε όσα πράγματα δεν είναι αντάξια της, δηλαδή σε όλα τα πράγματα της γης δίχως εξαίρεση, τότε κάνουμε αυτό που πράγματι χρειαζόμαστε. Δεν υπάρχουν προβλήματα προς επίλυση και έρευνες που θα πρέπει να διεξαχθούν. Έναν άνθρωπο που επιμένει σε αυτήν την άρνηση, αργά ή γρήγορα, ο Θεός θα τον επισκεφτεί. Όπως η Ηλέκτρα με τον Ορέστη, ο άνθρωπος θα δει, θα κατανοήσει, θα σφιχταγκαλιάσει τον Θεό μέσα στη βεβαιότητα μιας πραγματικότητας αναντίρρητης. Αυτό όμως δεν θα επιφέρει την κατάλυση της αμφιβολίας του. Το ανθρώπινο πνεύμα διατηρεί πάντα την ικανότητα και την υποχρέωση της αμφιβολίας. Ωστόσο η διατήρηση της αμφιβολίας καταστρέφει τις πλανερές βεβαιότητες των αβέβαιων πραγμάτων και επαληθεύει τη βεβαιότητα όσων όντως είναι βέβαια. Η αμφιβολία που αφορά τον Θεό είναι αφηρημένη και θεωρητική για όποιον έχει «αρπαχθεί» από τον Θεό· πολύ πιο αφηρημένη και θεωρητική από την αμφιβολία που αφορά την αισθητή πραγματικότητα. Κάθε φορά που μια τέτοια αμφιβολία παρουσιάζεται, αρκεί να την αποδεχόμαστε δίχως νοητικούς περιορισμούς για να κατανοήσουμε πόσο αβάσιμη είναι. Γι’ αυτόν τον λόγο, το πρόβλημα της πίστης σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν τίθεται καν. Μέχρις ότου ένας άνθρωπος κατακτηθεί από τον Θεό, δεν μπορεί να έχει πίστη αλλά μόνον απλές δοξασίες. Είτε έχει είτε όχι τέτοιες δοξασίες, δεν έχει καμία σημασία. Μπορεί κανείς να φτάσει ως την πίστη ακόμη και μέσω της απιστίας. Το μόνο δίλημμα που τίθεται στον άνθρωπο είναι το να δεχθεί η αγάπη του να αποκτήσει δεσμούς με τα επίγεια αγαθά ή όχι. Θα πρέπει να αρνηθεί να δεθεί με οποιοδήποτε από αυτά, να παραμείνει ακίνητος δίχως να αναζητά αλλά μόνο προσδοκώντας και χωρίς να προσπαθεί καν να γνωρίσει αυτό που προσδοκεί. Είναι βέβαιο πως ο Θεός θα διανύσει όλη την απόσταση μέχρι το πλάσμα του. Εκείνος που ψάχνει, δυσκολεύει το σχέδιο του Θεού. Αυτός που θα καταληφθεί από τον Θεό, δεν αναζητά καθόλου τον Θεό υπό την έννοια που φαίνεται ο Πασκάλ να προσδίδει στον όρο «αναζητώ».
Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε να αναζητήσουμε τον Θεό, δεδομένου ότι βρίσκεται σε μία διάσταση η οποία είναι απροσπέλαστη; Εμείς μπορούμε να προχωρούμε μόνο οριζοντίως εντός των διαστάσεων του υλικού κόσμου. Εάν με αυτήν την κίνηση αναζητήσουμε ό,τι εμείς θεωρούμε αγαθό, κάθε φορά που θα αποκτούμε τον καρπό των προσπαθειών μας θα καταλαβαίνουμε, εάν είμαστε ειλικρινείς, ότι πρόκειται για πλάνη: αυτό που θα βρίσκουμε, δεν θα είναι ο Θεός. Ένα παιδί που περπατά στον δρόμο με τη μητέρα του και ξαφνικά δεν την βλέπει δίπλα του, ξεκινά να τρέχει εδώ κι εκεί όμως, αυτό είναι λάθος. Εάν θα είχε ωριμότερη λογική και περισσότερο θάρρος, θα καρτερούσε ακίνητο και η μητέρα του θα το έβρισκε πολύ πιο γρήγορα. Μπορούμε μόνο να καρτερούμε προσδοκώντας και να τον καλούμε. Το κάλεσμα μας αυτό αρχικά δεν θα απευθύνεται σε κάποιον καθώς ακόμη δεν θα υπάρχει κάποιος εκεί κοντά μας. Το κάλεσμα μας σε αυτό το στάδιο θα έχει κάτι από την κραυγή εκείνου που πεινά και ζητά λίγο ψωμί. Θα φωνάξουμε αρκετά αλλά στο τέλος θα τραφούμε, και όχι μόνο θα πιστέψουμε αλλά θα γνωρίσουμε πως υπάρχει το ψωμί που γυρέψαμε. Γευόμενοι και χορταίνοντας από αυτό, ποια άλλη απόδειξη θα χρειαζόμαστε; Ωσότου φάμε και χορτάσουμε, δεν είναι ούτε απαραίτητο ούτε χρήσιμο να πιστεύουμε στο ψωμί. Το πιο σημαντικό είναι να γνωρίζουμε ότι πεινάμε. Αυτό δεν αποτελεί δοξασία, αλλά μία απολύτως βέβαιη γνώση της οποίας η εικόνα μπορεί να θαμπώσει και να αλλοιωθεί μόνο από το ψεύδος. Όλοι όσοι πιστεύουν ότι ο χορτασμός του ανθρώπου υπάρχει ή θα προέλθει απ’ ό,τι βρίσκεται εδώ κάτω, ψεύδονται.
Ο ουράνιος χορτασμός δεν αυξάνει μόνο το καλό μέσα μας. Παράλληλα, καταστρέφει το κακό, κάτι που οι προσωπικές μας προσπάθειες δεν θα μπορούσαν ποτέ να επιτύχουν.
Η ποσότητα του κακού που βρίσκεται μέσα μας μπορεί να μειωθεί μόνο από την αφιέρωση του βλέμματός μας σε κάτι που είναι τέλεια αγνό.
*
*
*
