ΝΠ | Δοκίμια

Gottfried Benn, Ο Νίτσε μετά από 50 χρόνια

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Η πρώτη υπενθύμιση ότι ο Νίτσε έχει πεθάνει εδώ και μισόν αιώνα, υπήρξε για μένα ένα γράμμα από το Παρίσι τον Ιανουάριο της χρονιάς αυτής. Η Revue Littéraire 84 ήθελε να εκδώσει ένα τεύχος για τον Νίτσε και μου ζήτησε να συμβάλω σ’ αυτό. Η συμβολή μου ήταν η ακόλουθη:

 «Στην πραγματικότητα, όλα όσα η γενιά μου συζήτησε, στοχάστηκε εσωτερικά, μπορεί να πει κανείς: υπέφερε, μπορούμε επίσης να πούμε: μεγαλοποίησε – όλα τούτα είχαν ήδη εκφρασθεί και εξαντληθεί με τον Νίτσε, είχαν βρει οριστικές διατυπώσεις, όλα τα άλλα ήταν εξήγηση. Ο επικίνδυνος, θυελλώδης, αστραπιαίος τρόπος του, το ανήσυχο ύφος του, η παραίτησή του από κάθε ειδύλλιο και από κάθε γενική αρχή, η διατύπωση της Ψυχολογίας των ορμών, της ιδιοσυστασίας ως κινήτρου, της Φυσιολογίας ως διαλεκτικής – “η γνώση ως αψιθυμία”, ολόκληρη η Ψυχανάλυση, ολόκληρος ο Υπαρξισμός, όλα τούτα είναι δικό του έργο. Αυτός είναι, όπως φανερώνεται συνεχώς και περισσότερο, ο μεγάλης εμβέλειας γίγαντας της εποχής μετά τον Γκαίτε.

Αλλά έρχονται μερικοί και λένε: ο Νίτσε είναι πολιτικά επικίνδυνος. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει λοιπόν, ασφαλώς, να δούμε κάποτε τους πολιτικούς. Αυτοί είναι άνθρωποι που, όταν γίνονται ρητορικοί, κρύβονται πάντοτε πίσω από τις θέσεις ανθρώπων τους οποίους δεν καταλαβαίνουν, των πνευματικών ανθρώπων. Τι μπορεί να κάμει ο Νίτσε για το γεγονός ότι οι πολιτικοί παρήγγειλαν σ’ αυτόν εκ των υστέρων την εικόνα τους; Ο Νίτσε το προείδε αυτό να συμβαίνει, τον Ιούνιο του 1884 έγραψε στην αδελφή του ότι του προκαλούσε τρόμο η σκέψη ποιοι άνθρωποι που δεν θα είχαν κανένα δικαίωμα και τελείως ακατάλληλοι θα επικαλούνταν κάποτε την αυθεντία του. Είπε ακόμη πως ήθελε να έχει “φράχτες γύρω από τις σκέψεις του, για να μην εισβάλλουν στους κήπους μου οι χοίροι και οι φαντασιόπληκτοι”. Μολαταύτα παραμένει αξιοσημείωτο ότι σε μιαν ορισμένη περίοδο της δημιουργίας του (Ζαρατούστρας) βρισκόταν υπό την καθοδήγηση δαρβινιστικών ιδεών, πίστευε στην επιλογή των ικανών, στον αγώνα για την ύπαρξη τον οποίο αντέχουν μόνο οι πιο σκληροί, αλλά υιοθέτησε τις έννοιες αυτές για να χρωματίσει το όραμά του, δεν ήταν σ’ αυτόν δοσμένο να ανάψει το όραμά του με εικόνες θρύλων αγίων. Το ξανθό θηρίο, το οποίο έπειτα προσωποποιήθηκε, ασφαλώς δεν θα το είχε χαιρετίσει. Ο ίδιος ως άνθρωπος ήταν φτωχός, ακηλίδωτος, καθαρός – ένας μεγάλος μάρτυρας και άντρας. Θα μπορούσα να προσθέσω, για τη γενιά μου ήταν ο σεισμός της εποχής και από τα χρόνια του Λούθηρου η μεγαλύτερη γερμανική γλωσσική ιδιοφυΐα». (περισσότερα…)

Ρελάνς στον Μπλαιζ Σαντράρ

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

1.

Όχι για να ’χουμε να λέμε

Η Ιστορία της λογοτεχνίας ως συγκλονισμός, επιφέρει -καθώς δεν αποτελεί παρά απόηχο ορισμένων συναινετικών παραδοχών ή αντιθέσεων- τόσο την ανάγκη νέων διαθηκών όσο και νέων εμπειριών, μα ορισμένες φορές και την αναγκαιότητα απόρριψης μέρους αυτού που ονομάζεται παραδομένο υλικό.

Νέες κρίσεις, νέες αποκρίσεις. Οι τεχνολογίες, η θρησκεία του Τύπου, παίζουν και αυτές ρόλο, πρωτίστως δε όταν δεν έχουν να κάνουν, ή ακόμη κι όταν έχουν να κάνουν, με κάποιον, ειδικά προσαρμοσμένο στις πραγματικές τους βλέψεις, σκοπό.

Εκσυγχρονισμός, η πώληση της πληροφορίας, η διαφήμιση. Η διαχείριση των παγκόσμιων προσωπικών δεδομένων, των ατομικών πληροφοριών, είναι η πολιτική του μέλλοντος. Η μονότονη έκφραση μίας παγκόσμιας είδησης που ανανεώνεται από τις εκκλήσεις για ένα ακόμη τεχνολογικό ή πληροφοριακό θαύμα, οδηγεί σε αδιάκοπη επανάληψη των επτά θαυμάτων των επτά ημερών επί παραγγελία. (περισσότερα…)

Ο Μπέργκμαν και η Μουσική

bergman_iw

~.~

Η μουσική στο έργο του Μπέργκμαν

του ΓΙΩΡΓΟΥ Β. ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΤΗ

Συχνά έλεγε ότι αν δεν είχε γίνει σκηνοθέτης θα ήθελε να είχε γίνει αρχιμουσικός. Στο ερώτημα «τι θα προτιμούσες να χάσεις; Την όραση ή την ακοή σου;» απαντούσε χωρίς δισταγμό «Την όραση».

Αντιλαμβάνεται φαντάζομαι κανείς τη σοβαρότητα και τη βαρύτητα αυτής της απάντησης στο συγκεκριμένο ερώτημα από έναν άνθρωπο που θεωρούσε τον κινηματογράφο ερωμένη και το θέατρο αιώνια σύζυγο.

Στο 4ο κεφάλαιο της περίφημης αυτοβιογραφίας του, την οποία ονόμασε Lanterna magica (Μαγικός φανός), ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γράφει:

Την Κυριακή καθόμαστε ο Έρλαντ κι εγώ στο δωμάτιό μου στο θέατρο και μιλάμε για τον Σεμπάστιαν Μπαχ. Ο μεγάλος συνθέτης είχε μόλις επιστρέψει από ένα ταξίδι. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του είχαν πεθάνει η γυναίκα του και δυο από τα παιδιά του. Στο ημερολόγιό του έγραψε: Βοήθησέ με, τουλάχιστον, Θεέ μου, να μη χάσω και τη χαρά μου. Σε όλη τη ζωή μου, όσο τουλάχιστον έπραττα συνειδητά, έζησα με αυτό που ο Μπαχ αποκαλούσε χαρά του. Αυτό με γλίτωνε από κρίσεις και συμφορές και λειτουργούσε με την ίδια αποτελεσματικότητα και αφοσίωση που λειτουργούσε και η καρδιά μου.

Οι φράσεις αυτές τεκμηριώνουν αναμφίβολα την άρρηκτη σχέση του Μπέργκμαν με τη μουσική. Και κυρίως με αυτή που ονομάζουμε κλασική μουσική. Τα χνάρια της βρίσκουμε σε όλη τη ζωή του, σε όλο το έργο του.

Δεν είναι εξακριβωμένο αν ο Μπέργκμαν είχε κάνει, έστω και κατ’ ολίγον, μουσικές σπουδές. Από τις αναφορές, πάντως, που κάνει στη μουσική, στην αυτοβιογραφία του καθώς και σε άλλα κείμενά του, και είναι πάμπολλες αυτές, διαπιστώνεται ότι οι γνώσεις του κάθε άλλο από επιφανειακές και ερασιτεχνικές ήσαν. Γι αυτό δεν δίσταζε να χρησιμοποιεί τη μουσική, με εξαιρετική ευστοχία μάλιστα, σε συσχετισμούς με τις δικές του τέχνες. Δείγμα-παράδειγμα από την αυτοβιογραφία του ξανά:

Μετά τα πράγματα δυσκολεύουν για τον παραγωγό του Ονειροδράματος: Το Σκάμσουντ ακολουθείται από το Φάγκερβικ, οι εμπνεύσεις μπερδεύονται και κουτρουβαλάνε, είναι σαν την άλυτη φούγκα στη Σονάτα Hammerklavier του Μπετόβεν, όπου η ακρίβεια αντικαθίσταται με υπερβολικά πολλές νότες. Αν παραλείψεις πάρα πολλά οι σκηνές πεθαίνουν, αν τα παίξεις όλα κουράζεται ο θεατής. (περισσότερα…)

Αντώνης Ζέρβας, In memoriam

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο ποιητής Αντώνης Ζέρβας γεννήθηκε στον Πειραιά τον Δεκέμβρη του 1953. Πέθανε χθες, 3 Ιουνίου 2022, σε νοσοκομείο της Αθήνας· όπως το είχε προβλέψει, από καρκίνο των πνευμόνων. Η αδημοσίευτη ομιλία που ακολουθεί, εκφωνήθηκε στην αίθουσα της Ελληνικής Εταιρείας στην Πλάκα, την 3η Νοεμβρίου 2010, σε εκδήλωση για τον πρόσφατο τότε συγκεντρωτικό τόμο του έργου του.

~.~

 

Αντώνης Ζέρβας: Οδηγίες χρήσεως

Βάλανε τη σιωπή να με πνίξει
Κι αυτή μ’ αγάπησε
Κάθεται στα πόδια μου κι απαριθμεί
Με πόσους και πόσους πλάγιασε
Κι ακούω τα ονόματα
Που ανέκαθεν τιμούσα και σεβόμουν
Α.Ζ., «Η ΣΙΩΠΗ»
Όχι κύριε δεν μ’ αρέσουν τα τραγούδια σας
κι ας πουλάνε σαν πραλίνες Βρυξελλών.
Προτιμώ τις ψαλμωδίες μιας παλιάς θρησκείας
που σε κάνουν να λυγίζεις γόνατα και ράχη,
έστω κι αν η πίστη έχει ξεραθεί μέσα στα οστά σου.
Α.Ζ., «ΜΕΣ ΣΤΑ ΠΟΛΛΑ ΝΑΙ»

Για τους πολλούς, η φήμη αξίζει όσο τα ίδια τα πράγματα. Ακόμη χειρότερα: η φήμη είναι τα πράγματα, το τι ακούγεται, το τι διαδίδεται για κάποιον μετράει παραπάνω από το ίδιο του το έργο. Και η φήμη είναι σκληροτράχηλη. Όταν εμπεδωθεί γερά, δύσκολα την κουνάς από τη θέση της. Πας να την παρακάμψεις, να επιστρέψεις ξανά στο προκείμενο, κι αυτή εννοεί να ξεπετιέται εμπρός σου, να σου κόψει τον δρόμο. Κάποτε η φήμη αυτή είναι ένα συν, καλλωπίζει, εξωραΐζει τα πράγματα. Άλλοτε πάλι αφαιρεί, τα δυσφημεί, τα θαμπώνει. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, τους στερεί την εντελώς δική τους αλήθεια, τα αλλοιώνει.

Επέτρεψα στον εαυτό μου αυτόν τον γριφώδη πρόλογο, γιατί η κατάσταση με τον Ζέρβα είναι κάπως περίεργη. Κατά έναν τρόπο ο Ζέρβας είναι η πλέον άσημη διασημότης των γραμμάτων μας, ένας περίοπτος άγνωστος που ταράζει τον αναγνωστικό μας βίο των τελευταίων δεκαετιών. Oι επιφυλλίδες και οι συνεντεύξεις του γέμουν, ενίοτε ολοσέλιδες, τον κυριακάτικο Τύπο· τα βιβλία του –ποιήματα, δοκίμια, μεταφράσεις– διαδέχονται με ραγδαίο ρυθμό το ένα το άλλο (μετράω πάνω από είκοσι πρώτες και δεύτερες εκδόσεις δικές του από το 1983 και μετά, ένα σχεδόν βιβλίο τον χρόνο…)· το ίχνος από το πέρασμά του είναι ευδιάκριτο κάποτε και σε κείμενα άλλων, φτάνει κανείς να έχει μάτια πρόθυμα να το δουν.

Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος λόγος για το έργο αυτό, τα σχόλια, η κριτική είναι, για να το πω κομψά, φειδωλή. Όταν γίνεται συζήτηση συνολική για την ελληνική λογοτεχνία του καιρού μας, το όνομά του απουσιάζει. Και ενώ και οι πιο δύσκολοι αναγνώστες μεταξύ τους τ’ ομολογούν ότι πρόκειται για έργο πολυστρώματο, βαθιά προσωπικό, ιδιαίτερο, προς τα έξω αμηχανούν, όταν δεν σιωπούν αιδημόνως. (περισσότερα…)

Το στίγμα της σπίθας

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Ποιος είχε τη δυνατότητα να φέρει τατουάζ σε εμφανή σημεία του σώματός του, να βάφει τα μαλλιά του σε ασυνήθιστες αποχρώσεις ή να τα κουρεύει σε εξωτικές κόμες, να κάνει piercing σε παράδοξα σημεία του κορμιού του; Στις δυτικές κοινωνίες τέτοιες διακοσμητικές επεμβάσεις υπήρξαν κατά κανόνα προνόμιο είτε περιθωριακών ομάδων (αρχικά) είτε καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων (στη συνέχεια). Παρά την απόσταση που μπορεί να χωρίζει τη φιγούρα του παρανόμου από αυτή ενός celebrity, υφέρπει και στις δύο περιπτώσεις ένας κοινός συμβολισμός: ένας συμβολισμός που δηλώνει ότι αυτός που κοσμεί το σώμα του με τέτοια στολίδια μπορεί να το κάνει γιατί βρίσκεται εκτός της παραγωγικής διαδικασίας και άρα εκτός των συμβατικών νόμων που διέπουν την εμφάνιση των υπολοίπων.

Τέτοιες πρακτικές όμως πλέον τείνουν να γίνουν κοινός τόπος. Ένας οδηγός λεωφορείου ή ένας ταμίας σε μία τράπεζα μπορούν να φέρουν ένα «μανίκι» με την ίδια άνεση που το κάνει κι ένα ακριβοπληρωμένο και καλοκουρδισμένο γρανάζι της βιομηχανίας του ποδοσφαιρικού θεάματος. Ο συμβολισμός εδώ υφίσταται μια ανεπαίσθητη αλλά κρίσιμη μετατόπιση. Αντί για μια πραγματική απόσταση από τον ανελέητο κύκλο της παραγωγής, υποδηλώνεται μια φαντασιακή τέτοια. Ένα σκουλαρίκι στη μύτη φαίνεται σαν μια μικρή χειρονομία εξέγερσης που δεν τραβιέται όμως στα άκρα. Φαίνεται να λέει: «Αφήστε με να ανακυκλώνω όποια εικόνα του εαυτού μου επιθυμώ, εφόσον δεν σας ενοχλώ και δεν διαταράσσω τον κύκλο της παραγωγής».«Μη μου την εικόνα τάραττε», φωνάζει ένα τέτοιο υποκείμενο, αναζητώντας εκείνο το αρχιμήδειο σημείο που θα του επιτρέψει να αποσπάσει την εικόνα του εαυτού του από τους υλικούς όρους της αναπαραγωγής του. Η μετατροπή του τατουάζ σε μια τετριμμένη πρακτική μοιάζει έτσι να τροφοδοτεί τη μετατροπή της εικόνας σ’ ένα γενικό ισοδύναμο εντός της ψυχικής και συμβολικής οικονομίας των εαυτών. (περισσότερα…)

Ο πολίτης ποιητής Αισχύλος

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΥΦΑΝΤΗ

Αυτός ο τύμβος που περνάς στη σιτοφόρο Γέλα
σκεπάζει τον Αισχύλο του Ευφορίωνος, Αθηναίο.
Μα είναι το πανένδοξο άλσος του Μαραθώνα
που θα μπορούσε να σου πει για την ανδρεία του
όπως κ’ οι μακρυμάλληδες οι Μήδοι που τον είδαν.

Είναι το επιτάφιο χάραγμα που ο ίδιος ο Αισχύλος (ο τραγικός ποιητής του 5ου αι.) έγραψε για τον εαυτό του και που μπορούσε να το διαβάσει κανείς αιώνες μετά στη Γέλα της Μεγάλης Ελλάδας. Καμμία μνεία του Αισχύλου στο επιτάφιο αυτό του επίγραμμα για το ότι υπήρξε ο δημιουργός δεκάδων λαμπρών τραγωδιών, κι εντέλει ένας από τους εξοχότερους ποιητές των Αθηνών.

Στο ποίημα του Καβάφη «Νέοι της Σιδώνος», βλέπουμε έναν νεαρό να διαμαρτύρεται εντόνως για την πράξη αυτή του Αισχύλου, που «περιφρονεί» είτε αποσιωπά την ιδιότητά του ως ποιητή, και αναφέρει μόνο την ιδιότητά του ως πολεμιστή στον Μαραθώνα. (περισσότερα…)

Μιλιά θεού και αντήχηση προφήτη

*

του π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΟΛΥΖΟΥ

Σωτήρης Γουνελάς,
Ιωνάς, Αρμός 2021

Θα επιχειρήσω –ανεπαρκής όντας– την περιγραφή της συνάντησης μεταξύ του Θεού και Ιωνά της Βίβλου και του Θεού και Ιωνά της ποιητικής σύνθεσης Ιωνάς του Σωτήρη Γουνελά. Αυτή η αναμέτρηση θα γίνει με πυξίδα, πετροκαλαμήθρα και πλοηγό το έργο του Έριχ Άουερμπαχ Μίμησις. Και μέσα απ’ αυτή την αναμέτρηση θα δούμε ποιος ο Ιωνάς και ο Θεός του Γουνελά και ποια η σχέση του με τα συγκείμενα, δηλαδή τα συναφή κείμενα-χωρία της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, ώστε να αναδυθεί το πρόσωπο του Ιωνά και του Θεού της ποιητικής σύνθεσης. Θα δούμε πού συναντιούνται και πού «αποκλίνουν» τα κείμενα και πιο πολύ το δεύτερο. Γιατί η απόκλιση ορίζει τον τρόπο που υπάρχουν ως ποιήματα. Όπου βέβαια υπάρχει απόκλιση δεν υπάρχει απαραίτητα ποίηση. Η ποίηση όμως, όταν είναι ποίηση, έχει πάντα το στοιχείο της απόκλισης από μια πραγματικότητα. Αν ταυτιζόταν με την πραγματικότητα, θα ήταν φωτογραφία ή δεν ξέρω τι άλλο, όχι όμως ποίηση. Η απόκλιση δυναμιτίζει αυτήν την ταύτιση και προστατεύει έτσι την ποίηση.

Ας δούμε όμως πρώτα το βιβλικό κείμενο. Πώς αρχίζει; «Ο Κύριος είπε στον Ιωνά, γιο του Αμαθί: “Σήκω να πας στη Νινευί τη μεγάλη πόλη και ν’ αναγγείλεις της τιμωρία της, γιατί είδα τη φαυλότητα των κατοίκων της”.» Στο βιβλικό κείμενο δεν αναφέρεται το που βρίσκονται οι δύο συνομιλητές. Ο αναγνώστης, λέει ο Άουερμπαχ, βλέπει ότι δε βρίσκονται πάντοτε στο ίδιο σημείο της γης, ότι ο ένας, ο Θεός, πρέπει να έρθει από κάπου, να εισβάλει στη γήινη σφαίρα από κάποιο ύψος ή βάθος για να μιλήσει, εν προκειμένω, στον Ιωνά. Από πού έρχεται, από πού αποτείνεται στον Ιωνά; Περί αυτού δε λέγεται τίποτε. Δεν έρχεται όπως ο Δίας ή όπως ο Ποσειδώνας από τους Αιθίοπες, αφού έχει απολαύσει τις θυσίες που του προσφέρουν. Δεν λέγεται επίσης τίποτε σχετικά με την αιτία (π.χ. στην ιστορία του Αβραάμ, στον Ιωνά λέγεται) που τον κάνει να βάλει σε τρομερή δοκιμασία τον προφήτη του. Δεν εκθέτει στην ιστορία του Αβραάμ ρητά την αιτία, όπως έκανε ο Δίας στο συμβούλιο με τους άλλους θεούς. Και στην ιστορία του Αβραάμ και στου Ιωνά δε μας ανακοινώνεται τι συλλογιζόταν μέσα του. Απρόοπτα και κάπως αινιγματικά εισέρχεται από άγνωστα ύψη και βάθη στη σκηνή και δίνει την εντολή στον Ιωνά. (περισσότερα…)

Φίλιπ Λάρκιν, Ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπόλαυσης

*

Μετάφραση ΑΝΝΑ ΝΙΑΡΑΚΗ

Μερικὲς φορὲς εἶναι χρήσιμο νὰ ὑπενθυμίζουμε στοὺς ἑαυτούς μας τὶς ἁπλούστερες πλευρὲς τῶν πραγμάτων τὰ ὁποία συνήθως θεωροῦνται περίπλοκα. Ἂς παρουμε, γιὰ παράδειγμα, τὸ γράψιμο ἑνὸς ποιήματος.  Ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία στάδια: τὸ πρῶτο εἶναι ὅταν κάποιος παθιάζεται μὲ μιὰ συγκινησιακὴ σύλληψη σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ νιώθει υποχρεωμένος νὰ κάνει κάτι γι’ αὐτό. Αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι τὸ δεύτερο στάδιο, ἤτοι νὰ κατασκευάσει ἕναν λεκτικὸ μηχανισμὸ ἱκανὸ νὰ ἀναπαραγάγει αὐτὴ τὴ συγκινησιακὴ σύλληψη στὸ μυαλὸ ὅποιου ἐνδιαφερθεί νὰ  τὸν διαβάσει, ὁπουδήποτε, ὁποτεδήποτε. Τὸ τρίτο στάδιο εἶναι ἐκείνη ἡ ἐπανερχόμενη κατάσταση ὅπου ἄνθρωποι σὲ διαφορετικοὺς χρόνους καὶ τόπους ἐπαναθέτουν σὲ λειτουργία τὸν λεκτικὸ μηχανισμὸ καὶ ἀναδημιουργοῦν μέσα τοὺς αὐτὸ ποὺ ὁ ποιητὴς ἔνιωσε ὅταν τὸν ἔγραφε. Τὰ στάδια αὐτὰ εἶναι ἀλληλοεξαρτώμενα καὶ ὅλα ἀπαραίτητα. Ἂν δὲν ἔχει ὑπάρξει προκαταρκτικὴ συγκίνηση, ὁ μηχανισμὸς δὲν ἔχει κάτι γιὰ νὰ ἀναπαραγάγει καὶ ὁ ἀναγνώστης δὲν θὰ ἀποκομίσει τίποτα. Ἐὰν τὸ δεύτερο στάδιο δὲν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ ἐπιτυχημένα, ὁ μηχανισμὸς δὲν θὰ μεταβιβάσει τὰ ἀγαθά του, ἢ θὰ μεταβιβάσει λίγα σὲ λίγους, ἢ θὰ σταματήσει νὰ τὰ μεταβιβάζει μετὰ ἀπὸ ἕνα παράλογα μικρὸ χρονικὸ διάστημα. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει τὸ τρίτο στάδιο, ἡ ἐπιτυχὴς ἀνάγνωση,  ποίημα ὑπὸ πρακτικὴ ἔννοια δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει. (περισσότερα…)

T. E. Hulme, Διάλεξη για τη μοντέρνα ποίηση

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας.

~ . ~

ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ

Θέλω ν’ αρχίσω με μια δήλωση για τη στάση μου απέναντι στην ποίηση. Το κάνω για να προλάβω την κριτική. Θα μιλήσω για την ποίηση από ορισμένη, μάλλον χαμηλή αλλά αρκούντως πρόσφορη σκοπιά, και θεωρώ πως οι κριτικοί οφείλουν να περιορίζονται σ’ αυτήν. Η άποψή μου είναι πως η ποίηση είναι αποκλειστικά και μόνον μέσο έκφρασης. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα της αντίθετης θέσης από αυτήν που υιοθετώ. Ένας κριτικός αρθρογραφώντας στη Saturday Review την προηγούμενη εβδομάδα, μίλησε για την ποίηση ως το μέσο με το οποίο η ψυχή αίρεται σε υψηλότερες σφαίρες, ως το μέσο έκφρασης μέσω του οποίου ανέρχεται σε μια ανώτερη πραγματικότητα. Ε λοιπόν, αυτό είναι το είδος των αποφάνσεων που απεχθάνομαι ολότελα. Θέλω να σας μιλήσω περί ποιήσεως απλά και ξεκάθαρα, σαν να μιλούσα περί χοίρων: είναι ο μόνος έντιμος τρόπος. Ο κύριος πρόεδρος μάς είπε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η ποίηση συγγενεύει με τη θρησκεία. Η ποίηση όμως δεν είναι τίποτα τέτοιο. Είναι ένα μέσο έκφρασης ακριβώς όπως και η πρόζα, και αν δεν μπορεί κανείς να την εξηγήσει ως τέτοιο, δεν αξίζει τον κόπο να επιμένει.

Πάντα είμαι επιφυλακτικός απέναντι στη λέξη ψυχή όταν ανακύπτει σε μια συζήτηση. Μου θυμίζει τον τρόπο που οι επιστήμονες του Μεσαίωνα μιλούσαν για το Θεό. Όταν αγνοούσαν τελείως το αίτιο για κάτι λέγανε πως ήταν θέλημα Θεού. Αν αναφέρω τη λέξη ψυχή ή μιλήσω για ανώτερες πραγματικότητες, εν τη ρύμη του λόγου μου, θα γνωρίζετε πως σε αυτό ακριβώς το σημείο δεν είχα κάποιο πραγματικό επιχείρημα και προσπάθησα να σας παραπλανήσω. Υπάρχει ένας τεράστιος όγκος σολωμονικής στις περισσότερες συζητήσεις για την ποίηση. Οι κριτικοί στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την τεχνική, προβαίνουν σε μυστηριώδη άλματα και ψελλίσματα περί απείρου και ανθρώπινης καρδιάς, σάμπως να πούλαγαν συνταγές φαρμάκων στην αγορά.

(περισσότερα…)

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Κούκλες

* 

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε γνώρισε την κουκλοποιό και εικονογράφο Λόττε Πρίτσελ (1887-1952) και το έργο της κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1910. Το λαμπρό κείμενο που του ενέπνευσαν έχει όλα τα χαρακτηριστικά της καλύτερης δοκιμιακής του πρόζας: απαραγνώριστο ύφος και εκφραστική ένταση, λεπταίσθητη παρατήρηση και βαθύ λυρισμό.

~ .  . ~

Rainer Maria Rilke

Κ Ο Υ Κ Λ Ε Σ

Για να ορίσουμε τη σφαίρα μέσα στην οποία υπάρχουν οι κούκλες αυτές, θα πρέπει πρώτα ν’ αναλογιστούμε πως στη ζωή τους δεν υπάρχουν παιδιά, πως κατά κάποιο τρόπο η γένεσή τους προϋποθέτει έναν κόσμο παιδικό παρωχημένο. Σ’ αυτές, η κούκλα έχει επιτέλους απογαλακτιστεί απ’ τα βιώματα και τις παραστάσεις, απ’ τη χαρά και τον πόνο του παιδιού, έχει γίνει ανεξάρτητη, μεγάλη, πρόωρα ενήλικη, έχει εισέλθει πλήρως σ’ όλες τις μη πραγματικότητες της δικής της ζωής.

Όπως συχνά για κάποιους σπουδαστές, δεν αναρωτηθήκαμε χίλιες φορές για τις παχουλές κι αμετάλλακτες κούκλες των παιδιών τι θ’ απογίνουν αργότερα; Κι εμπρός σ’ αυτές, τις κούκλες των παιδικών μας χρόνων, τις παραχαϊδεμένες με αισθήματα γνήσια κι άλλα προσποιητά, δεν είναι τάχα εκείνοι οι πρώτοι η ενήλικη εκδοχή τους; Δεν είναι εκείνοι οι καρποί τους που φευγαλέα ανακλώνται στην κορεσμένη απ’ τους ανθρώπους ατμόσφαιρα; Οι καρποί μιας φενάκης που οι σπόροι της δεν ησυχάζουν ποτέ, που τη μια τους ξεπλένουν τα δάκρυα σχεδόν, και την άλλη απομένουν έκθετοι στην πυρωμένη ξηρασία της οργής ή την ερημία της λήθης· οι φυτεμένοι στα σπλάχνα μιας αβρότητας που φόρεσε αμέτρητα πρόσωπα και ξεριζωμένοι πάλι απ’ αυτήν χιλιάδες φορές, οι παραπεταμένοι σε μια γωνιά ανάμεσα σε κοφτερά σπασμένα αντικείμενα, οι απαρνημένοι, οι περιφρονημένοι, οι απόβλητοι. (περισσότερα…)