ΝΠ | Δοκίμια

Άρης Μπερλής, Από τα ελληνικά στα ελληνικά

*

Στις 28 Ιανουαρίου συμπληρώνονται 5 χρόνια από τον θάνατο του δοκιμιογράφου, κριτικού και μεταφραστή Άρη Μπερλή (1944-2018). Τιμώντας τη μνήμη του εξαίρετου συγγραφέα και αγαπημένου φίλου, το ΝΠ του αφιερώνει τη σημερινή και την αυριανή του ανάρτηση. Σήμερα, αναδημοσιεύουμε την ομιλία για τις ενδογλωσσικές μεταφράσεις την οποία ο Μπερλής εκφώνησε στις 10 Οκτωβρίου 2006, στη Στοά του Βιβλίου, σε εκδήλωση με θέμα «Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Ροΐδης: από τα ελληνικά στα ελληνικά. Συζήτηση για τις ενδογλωσσικές περιπέτειες των κειμένων». Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης οι Δημήτρης Δημηρούλης και Δημοσθένης Κούρτοβικ ενώ είχαν προσκληθεί και οι Άρης Μαραγκόπουλoς, Γιώργος Αριστηνός και Δημήτρης Καλοκύρης, μεταφραστές του Σολωμού, Παπαδιαμάντη και Ροΐδη αντίστοιχα, οι οποίοι δεν θέλησαν να συμμετάσχουν.

~ . ~

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΕΙΣ

Είναι κρίμα που η άλλη πλευρά αρνήθηκε να παραστεί και να συζητήσει ή και να διαπληκτιστεί μαζί μας. Η εκδήλωση θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, θα ανταλλάσσονταν επιχειρήματα, ενδεχομένως και βαριές κουβέντες, θα μας κατηγορούσαν για ελιτισμό, θα τους κατηγορούσαμε για λαϊκισμό, και πάει λέγοντας – κάπως έτσι προάγεται ο πνευματικός διάλογος, σοβαρολογώ, αυτό είναι που γενικότερα μας λείπει, η συζήτηση με τη σωστή αναλογία ψυχραιμίας και πάθους, νηφαλιότητας και παρρησίας, ακόμη και επιθετικότητας.

Διατύπωσα τις αντιρρήσεις μου στις μεταγλωττίσεις από τα ελληνικά στα ελληνικά, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στον τύπο. Θα συνοψίσω εδώ το βασικό μου επιχείρημα. Ο μεταφραστής της Πάπισσας Ιωάννας ή της Φόνισσας ή άλλου λογοτεχνικού κειμένου του 19ου αιώνα στη σύγχρονη ελληνική δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας, είναι χαμένος από χέρι – οπότε το όλο εγχείρημα δεν έχει νόημα. Η αναμέτρηση με το πρωτότυπο είναι άνιση, η σύγκριση αναπόφευκτη, η υστέρηση μοιραία. Το ανυπέρβλητο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο μεταγλωττιστής (πρόβλημα που δεν το αντιμετωπίζει ο μεταφραστής κειμένου από ξένη γλώσσα) είναι ότι το πρωτότυπο είναι γραμμένο στην ίδια γλώσσα. Το μετάφρασμα έχει ανταγωνιστικό κείμενο, μέσα στην ίδια γλώσσα. Κείμενο εκτυφλωτικής ακτινοβολίας που καταδικάζει εκ των προτέρων κάθε απόπειρα ενδογλωσσικής διατύπωσής του. Κι ας μην ειπωθεί ότι η καθαρεύουσα του Ροΐδη ή του Παπαδιαμάντη είναι άλλη γλώσσα, διαφορετική από τη σύγχρονη νεοελληνική. Διότι τότε, παράλληλα με το ιδεολόγημα της αδιάσπαστης και ενιαίας ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, όπου τάχα ανατρέχουμε γλωσσικά τους αιώνες μπρος-πίσω χωρίς πρόβλημα, θα έχουμε και το εκ διαμέτρου αντίθετο ιδεολόγημα, του ιστορικού κατακερματισμού της εθνικής γλώσσας σε πολυάριθμες γλωσσικές περιόδους ή εξελικτικές φάσεις, που σημαδεύονται από τόσο βίαιες ρήξεις της συνέχειας ώστε μέσα σε εκατό πενήντα, εκατό ή και σε πενήντα χρόνια, μπορεί και σε λιγότερα, η γλώσσα να αλλάζει τόσο ριζικά ώστε να χρειάζεται μετάφραση. Αυτό μπορεί να μην τέθηκε ρητά αλλά συνάγεται αφ’ ης στιγμής τίθεται θέμα μετάφρασης κειμένων που είναι κοντά, πολύ κοντά σε μας, κειμένων που υποτίθεται ότι είναι δύσβατα, δύσληπτα ή και ακατανόητα πια για τους περισσότερους σημερινούς χρήστες. Και ποιοι είναι αυτοί οι περισσότεροι; Είναι κυρίως οι μάζες των απαίδευτων νέων παιδιών –αυτό ειπώθηκε ως επιχείρημα– που, λόγω ελλιπούς παιδείας ή των περισπασμών της σύγχρονης ζωής δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά τα κείμενα. (περισσότερα…)

Advertisement

Ένας μεγάλος (125 χρόνια από το θάνατο του Αλέξ. Πούσκιν)

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ὁ Ποῦσκιν ἀνήκει σ’ ἐκείνους τοὺς μεγαλοφυεῖς δημιουργούς, σ’ ἐκεῖνες τὶς μεγάλες ἱστορικὲς φύσεις πού, ἐνῶ ἐργάζονται γιὰ τὸ παρόν, προετοιμάζουν τὸ μέλλον καὶ ποὺ γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦν ν’ ἀνήκουν μονάχα στὸ παρελθόν.
Β. Γ. ΜΠΕΛΙΝΣΚΗ [1]

Κάποια χειμωνιάτικη μέρα τοῦ 1837, μιὰ σφαῖρα χτυποῦσε τὸν Ἀλεξὰντρ Σεργκέγιεβιτς Ποῦσκιν, κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς μονομαχίας. Ὁ ποιητὴς ἔπεφτε πάνω στὸ χιόνι θανάσιμα πληγωμένος. Εἶχε ἀκόμη τὴ δύναμη καὶ τὸ κουράγιο νὰ πυροβολήσει καὶ νὰ τραυματίσει στὸ χέρι τὸν ἀντίπαλό του, τὸ βαρῶνο Ζὼρζ Νταντές, νόθο γιὸ τοῦ πρεσβευτῆ τῆς Ὁλλανδίας, ὅμως ὁ ἴδιος δὲν ἔμελλε νὰ ζήσει περισσότερο ἀπὸ δυὸ μέρες.

Ἀκολούθησε τὴ μοίρα τῶν μεγάλων ρωμαντικῶν τῆς ἐποχῆς του, ποὺ πέθαναν ὅλοι τους νέοι, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς ἀπὸ βίαιο θάνατο. Ὁ Ποῦσκιν βρίσκουνταν τότε στὸν τριακοστὸν ὄγδοο χρόνο τῆς ζωῆς του.

Ὁ θάνατός του ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἐχθρότητας μιᾶς ὁλόκληρης τάξης πρὸς τὸ πρόσωπό του –τῆς ἀνώτερης ρωσικῆς τάξης ἐκείνου τοῦ καιροῦ. Ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς ἀνῆκε, βέβαια, σ’ αὐτήν. Ὅμως πάντα του ἔνιωθε τὸν ἑαυτό του διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς κούφιους ἀργόσχολους εὐγενεῖς, καὶ δὲ δίσταζε νὰ τὸ λέει καὶ νὰ τὸ γράφει. Ἡ κοσμικὴ ἀριστοκρατία τῆς Πετρούπολης εἶχε δοκιμάσει, ὄχι μιὰ φορά, τὶς σαΐτες τῆς τσουχτερῆς εἰρωνείας του. Γιὰ τοῦτο καὶ πάντα πίσω ἀπὸ τὰ χαμόγελα καὶ τὰ εὐγενικά της λόγια ὑπῆρχε μιὰ δυνατὴ ἀπέχθεια γι’ αὐτὸν τὸν «ἀποστάτη» τῆς τάξης του.

Ὅταν ὁ Ἀλεξὰντρ Σεργκέγιεβιτς παντρεύτηκε τὴ Νατάλια Γκοντσάροβα τὸ 1831, ὕστερ’ ἀπὸ τρίχρονο ἐρωτικὸ πάθος, τὸ κουτσομπολιὸ πῆρε κι ἔδωσε. Ἡ ἐγγονὴ τοῦ μοσχοβίτη ἐργοστασιάρχη παραῆταν ὄμορφη καὶ φιλάρεσκη κι ἐπιπόλαιη. Πρὶν ἀπὸ τὸ γάμο της εἶχε ζήσει ἀνέμελα, ἀστέρι τῆς κοσμικῆς ζωῆς, τριγυρισμένη ἀδιάκοπα ἀπὸ ἕνα πλατὺ κύκλο θαυμαστῶν. Κι ὕστερ’ ἀπὸ τὴν ἕνωσή της μὲ τὸν ποιητὴ δὲν ἔνιωθε καμιὰ διάθεση ν’ ἀλλάξει αὐτὸ ποὺ τῆς εἶχε γίνει δεύτερη φύση. Συνέχισε τὴν ἴδια ζωή, ποὺ ἔρχουνταν νὰ τήνε διακόψουνε μόνο γιὰ μερικοὺς μῆνες κάθε φορά, οἱ γεννήσεις τῶν τεσσάρων παιδιῶν τους.

Ἡ καλὴ κοινωνία τῆς Πετρούπολης βρῆκε στὸν τρόπο ζωῆς τῆς Νατάλιας τὸ ὅπλο ποὺ θὰ ταπείνωνε καὶ θὰ πλήγωνε τὸν Ποῦσκιν. Ἀρχίσανε νὰ τοῦ στέλνουν ἀνώνυμα γράμματα πληροφορώντας τον πὼς ἡ γυναίκα του τὸν ἀπατᾶ, καὶ περιμένοντας χαιρέκακα νὰ δοῦνε τὶς ἀντιδράσεις του. Τὰ πιὸ πολλὰ γράμματα ἀναφέρανε τ’ ὄνομα τοῦ νεαροῦ Νταντές.
Ἡ ἀντίδραση τοῦ ποιητῆ δὲν ἄργησε νά ’ρθεῖ. Ἦταν ἡ μονομαχία τῆς 27ης τοῦ Γενάρη τοῦ 1837 κι ὁ θάνατός του, στὴν ἀκμὴ τῆς ἡλικίας του καὶ τῆς δημιουργίας του.

Τὸ τέλος τοῦ Ποῦσκιν δὲν ἦταν ἀταίριαστο μὲ τὴν πολυτάραχη ζωή του, τὴ γεμάτη ἔρωτες καὶ ταξίδια, μεθύσια καὶ μονομαχίες, ἐπαναστατικοὺς ἐνθουσιασμοὺς κι ἐξορίες. Ἀπὸ τὴν Πετρούπολη ὣς τὴ Μόσχα κι ἀπὸ τὴν παγωμένη βόρεια Ρωσία ὣς τὶς ἀχτὲς τῆς Μαύρης Θάλασσας ἔσυρε τὴ φλογερή του ψυχὴ ὁ μεγάλος ρωμαντικός. Ἔζησε μὲ τοὺς ἐκλεπτυσμένους εὐγενεῖς τῶν σαλονιῶν, καὶ μὲ τοὺς πρωτόγονους μουζίκους, μὲ τοὺς περήφανους περιπλανώμενους τσιγγάνους καὶ μὲ τοὺς ἰδεολόγους συνωμότες. Στὴν Ὀδησσὸ ἔφτασε ὣς τ’ αὐτιά του ὁ ἀντίλαλος ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὸν πόνο τῆς ξεσηκωμένης Ἑλλάδας ποὺ ἀγωνίζουνταν ἐκεῖνο τὸν καιρὸ τὸν «ὑπὲρ πάντων» ἀγῶνα, κι ἔκαμε νὰ τιναχτεῖ ἀπὸ τὴν πένα του τὸ ποίημα ποὺ ἀρχίζει μὲ τοὺς στίχους: (περισσότερα…)

Günther Anders, Η απαρχαίωση των μηχανών

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΒΙΖΟΣ

Γεννημένος το 1902 στο Μπρέσλαοθ της τότε Γερμανικής Αυτοκρατορίας (στη σημερινή Πολωνία), ο Günther Anders ανήκε σε εκείνη την εύρωστη, κυρίως γερμανόφωνη, εβραϊκή διασπορά από τα σπλάχνα της οποίας βγήκε κάποτε μια ολόκληρη σειρά σπουδαίων στοχαστών. Αλλά και η ζωή του ακολούθησε μια μοίρα κοινή με αυτή πολλών Εβραίων διανοουμένων της Ευρώπης. Κατά τα προπολεμικά χρόνια, υπήρξε αρχικά μαθητής του Χούσσερλ, υπό την επίβλεψη του οποίου εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή, και κατόπιν του Χάιντεγγερ. Λόγω της αντι-σημιτικής υστερίας και του πολέμου, κατέφυγε αρχικά στη Γαλλία και τελικά στις Η.Π.Α. Μετά το τέλος του πολέμου, επέστρεψε στην Ευρώπη· όχι στη Γερμανία (όπου «δεν ήθελε να ξαναπατήσει το πόδι του»), αλλά στην Αυστρία, όπου πέρα από το φιλοσοφικό του έργο, ενεπλάκη και ως ακτιβιστής στα κινήματα κατά της πυρηνικής ενέργειας.

Ο Άντερς αποτελεί περίπτωση ενός μάλλον παραγνωρισμένου στοχαστή του οποίου τα έργα ακόμα δεν έχουν τύχει κάποιας συστηματικής μετάφρασης, ούτε καν στα αγγλικά  – αν και κυκλοφορεί μια «ανεπίσημη» μετάφραση του βασικού του έργου στα αγγλικά, αλλά από δεύτερο χέρι, μάλλον από τα ισπανικά. Δύο είναι οι φιλοσοφικές παραδόσεις από τις οποίες κυρίως αντλεί: από τη μία είναι η φαινομενολογία των δασκάλων του, Χούσσερλ και Χάιντεγγερ· από την άλλη ένας κριτικός μαρξισμός, του είδους εκείνου που ανέπτυξε η σχολή της Φρανκφούρτης. Ωστόσο, σε προσωπικό επίπεδο, οι σχέσεις του με εκπροσώπους και των δύο αυτών παραδόσεων δεν υπήρξαν πάντοτε ανέφελες. Ειδικά στην περίπτωση του Heidegger, ο Άντερς δεν φάνηκε ποτέ αρκετά «μεγάθυμος» απέναντί του ώστε να του συγχωρέσει την εμπλοκή του με τη ναζιστική μηχανή. Όσον αφορά στη σχολή της Φρανκφούρτης, οι συγγένειες δεν ήταν μόνο θεωρητικές. Ο Anders ήταν ξάδερφος εκείνου του «περιφερειακού» μέλους της σχολής, του Βάλτερ Μπένγιαμιν· αλλά είχε επαφές και με τα υπόλοιπα μέλη κατά τη διαμονή όλων στις Η.Π.Α. Παρ’ όλα αυτά, δεν δίστασε να φανεί επικριτικός κατά του Αντόρνο για αυτό που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως απροθυμία του τελευταίου για μια πιο άμεση εμπλοκή στα πολιτικά τεκταινόμενα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Κι ο Αντόρνο με τη σειρά του, στα προπολεμικά χρόνια, είχε απορρίψει τη διατριβή επί υφηγεσία (Habilitationsschrift στα γερμανικά) που είχε υποβάλει ο Άντερς – μια απόρριψη που, για τα δεδομένα του γερμανικού πανεπιστημίου, μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες, εφόσον αυτή η διατριβή αποτελούσε σχεδόν προαπαιτούμενο για μια ακαδημαϊκή καριέρα. Κατά ειρωνικό τρόπο, παρόμοιες περιπέτειες είχε και ο ξάδερφός του, ο Μπένγιαμιν, με τη δική του διατριβή, κάτι που του στοίχισε μια μόνιμη βιοποριστική αγωνία.

Εν πάση περιπτώσει, το βασικό του, δίτομο έργο Die Antiquiertheit des Menschen (Η απαρχαίωση του ανθρώπου), από το οποίο εδώ μεταφράζουμε ένα δοκίμιο, μπορεί να περιγραφεί συμπυκνωμένα ως εξής: μια προέκταση κι επεξεργασία των παρατηρήσεων του Μαρξ γύρω από την τεχνολογία, ιδωμένων μέσα από το πρίσμα των αναλύσεων του κριτικού μαρξισμού περί «ορθολογικότητας» (όπως αυτών στη Διαλεκτική του διαφωτισμού των Αντόρνο και Χορκχάιμερ και στην Έκλειψη του Λόγου του Χορκχάιμερ) και χρωματισμένων με τις υπαρξιστικές διαστάσεις μιας χαϊντεγγεριανής φιλοσοφίας. Όπως ο ίδιος το έθετε, φιλοδοξία του ήταν να αναπτύξει μια «φιλοσοφική ανθρωπολογία στην εποχή της τεχνοκρατίας». Η χρονολογία συγγραφής ορισμένων δοκιμίων αυτού του έργου ανάγεται ήδη στις δεκαετίες του 1950 και 1960· γεγονός που καθιστά τον Άντερς έναν από τους πρωτοπόρους στην προσπάθεια συστηματικής διερεύνησης των «επιπτώσεων της τεχνολογίας» (με την εξαίρεση της ιδιαίτερης περίπτωσης του Λούις Μάμφορντ, οι προηγούμενες τέτοιες απόπειρες, όπως του Χάιντεγγερ, ήταν πιο αποσπασματικές, ενώ κάποιες άλλες, όπως αυτές της σχολής της Φρανκφούρτης ή και του Κώστα Παπαϊωάννου, κινούνταν περισσότερο στη γραμμή μιας κριτικής του θετικισμού ως ιδεολογίας – κοσμοαντίληψης κι όχι τόσο ως εφαρμοσμένης τεχνικής). Αυτές οι χρονολογίες δεν είναι τυχαίες βέβαια. Ήταν ακριβώς η συνειδητοποίηση των καταστροφικών δυνατοτήτων των ατομικών όπλων που «ανάγκασε» ορισμένους διανοούμενους (κι όχι μόνο) να σκεφτούν εξ αρχής κι από μηδενική βάση τις σχέσεις των ανθρωπίνων κοινωνιών – και ειδικότερα των πιο «προηγμένων» – με τα τεχνολογικά επιτεύγματά τους. Κι ο Άντερς ήταν μία από τις πρώτες τέτοιες περιπτώσεις διανοουμένων (μια άλλη ήταν και ο Ζάκ Ελλύλ με το έργο του Η τεχνολογική κοινωνία, του 1964).

(περισσότερα…)

Ρολόγι χειρός

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Προ ημερών σταματήσαμε μπροστά σε μαγαζί με τσάντες. Ωραίες γυναικείες τσάντες και σε καλές τιμές. Μπαίνοντας μέσα παρουσιάστηκε κι άλλο εμπόρευμα: πορτοφόλια και ρολόγια. Ας αγοράσω ένα ρολογάκι, είπα. Από καιρό το σκεφτόμουν να πάρω ένα ρολόγι του χεριού. Όλος ο κόσμος κοιτάει το κινητό του. Εγώ με το κινητό δεν τα πάω καλά και  μάλιστα σε σχέση με το χρόνο. Είναι δυνατόν να κοιτάς το χρόνο στο κινητό;

Ας δούμε τι σημαίνει κοιτάζω το χρόνο στο χέρι, στο ρολόγι χειρός. Ε λοιπόν, το ρολόγι χειρός σε οικειώνει με το χρόνο. Με το χρόνο, όχι με την αιωνιότητα. Αλλά πρόκειται τουλάχιστον για χρόνο που αγγίζει το χέρι σου, ακόμη και μέσα από το λουράκι που σε σφίγγει. Κι ούτε είναι απαραίτητο ο χρόνος αυτός να νοηθεί μηχανικός. Γι’ αυτό και ο στίχος  του Καρούζου λέει: «ο χρόνος δεν είναι ρολόγι / είναι χιόνι». Δεν είναι ένας πολύ ωραίος στίχος; Που επιπλέον βρίσκεται στους αντίποδες του συνθήματος που καθιέρωσε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα: «ο χρόνος είναι χρήμα». Τι διαστροφή. Πρώτος και καλύτερος θα το υπογράμμιζε ο Αριστοτέλης. Που, εξάλλου, έγραψε για τον τόκο, ότι είναι μεγάλη διαστροφή το χρήμα να γεννά χρήμα. Και τούτο γιατί έτσι χαλάει η φύση του χρήματος. Καταντάει…Μαμωνάς.

Ως εδώ φτάνει για το χρήμα. Γυρνώ στο χρόνο.

Μας ακολουθεί σαν σκιά. Είναι άλλο αυτό και άλλο να με κυνηγάει ο χρόνος. Εάν ο χρόνος με καταδιώκει, η σχέση μου μαζί του είναι αρρώστια, βρίσκομαι μέσα σ ένα είδος ψυχοπαθολογίας, τρέχω από  το πρωί ως το βράδυ, όπως τρέχουν οι αμερικανοί σε σχετικές κινηματογραφικές ταινίες  (και στην πραγματικότητα).

Και βέβαια τίθεται αμέσως το ερώτημα: γιατί αποδέχονται οι άνθρωποι αυτό τον ρυθμό; Πως τους επιβλήθηκε; Χωρίς να το καταλάβουν έγιναν υπηρέτες των μηχανών ή μήπως, κατά βάθος, κάτι φοβερό προετοιμάζεται και δεν έχουμε πάρει είδηση; (περισσότερα…)

Ο Γέητς για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 5 / 6 ]

~ . ~

Εισαγωγή-μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τον Οκτώβριο του 1896 ο Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς δημοσίευσε στο γνωστό περιοδικό του Λονδίνου The Bookman, του οποίου υπήρξε τακτικός συνεργάτης, μία βιβλιοκρισία για την ανθολογία ελληνικών δημοτικών τραγουδιών της Λούσυ Μ. Τζ. Γκαρνέττ, που με θεωρητική εισαγωγή του Τζ. Σ. Στούαρτ-Γκλέννι είχε κυκλοφορήσει εκείνη τη χρονιά (New Folklore Researches: Greek Folk Poesy, translated by Lucy M. J. Garnett, with Essays on Folklore by J. S. Stuart-Glennie, in two volumes, Guilford: Billing and Sons, 1896). Η βιβλιοκρισία είναι ομότιτλη του κρινόμενου έργου: «Ελληνική δημοτική ποίηση»

Το βιβλιοκριτικό αυτό άρθρο παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον. Όχι μόνο επειδή αποτελεί έκφραση των αριστοκρατικών ιδεών του Γέητς περί ποιήσεως και του, παράλληλου, μεγάλου θαυμασμού του για τη λαϊκή λογοτεχνία – χωρίς τα δύο αυτά να αποτελούν για εκείνον αντίφαση. Αλλά και για τον τρόπο που βλέπει τη δημοτική λογοτεχνική παράδοση ειδικότερα, εν προκειμένω την περίπτωση του ελληνικού, και όχι μόνο, δημοτικού τραγουδιού.

Ο Γέητς απαξιώνει τη μεταφραστική εργασία της Γκαρνέττ, και συγχρόνως διατυπώνει τη δική του αντίληψη για τη φύση και τη λειτουργία της ποιητικής μετάφρασης. Τις μεταφράσεις της Γκαρνέττ τις βρίσκει τόσο ελάχιστα ποιητικές ώστε να μην επιτρέπουν την αξιολόγηση της λογοτεχνικής αξίας του πρωτοτύπου. «Μια επιστημονική θεωρία προσωρινά μόνο ζημιώνεται από τη γλώσσα της έκθεσής της, αλλά ένα δημοτικό τραγούδι ξαναχυμένο σε κακούς στίχους χάνει το ήμισυ του επιστημονικού και όλο σχεδόν το λογοτεχνικό του ενδιαφέρον». Όμως και ως περιεχόμενο τα τραγούδια της ανθολογίας ελάχιστα τον ενθουσιάζουν, ιδίως όταν τα συγκρίνει με άλλες δημοτικές ποιητικές παραδόσεις. «Η ελληνική δημοτική ποίηση», γράφει, «φαίνεται να είναι ποίηση άκρως πολιτισμένη, με ελάχιστη από την υπεράνθρωπη ανησυχία και την εξωφρενική ομορφιά της ρουμανικής και της γαελικής λαϊκής ποίησης».

Παρ’ όλα αυτά, κατά δική του μαρτυρία, από τα ελληνικά δημοτικά εμπνεύστηκε λίγους μήνες μετά, το 1897, ένα δικό του ποίημα. Πρόκειται για το «Τραγούδι του περιπλανώμενου Αίγκους». Πηγή του Γέητς είναι το τραγούδι της Κρήτης «Τα τρία Ψαράκια». Η Γκαρνέττ το περιέλαβε στην ανθολογία της από το βιβλίο του Αντώνιου Γιανναράκη ή Γιάνναρη Άσματα κρητικά μετά διστίχων και παροιμιών (Λιψία, 1876).

Τόσο στο «Song of Wandering Aengus» όσο και στο κρητικό τραγούδι, η κεντρική ιδέα είναι η ίδια: το ψάρι που όταν το ρίχνουν στη φωτιά μεταμορφώνεται σε πανέμορφη κόρη. «The poem was suggested to me by a Greek folk song», γράφει στις σημειώσεις του, «but the folk belief of Greece is very like that of Ireland, and I certainly thought, when I wrote it, of Ireland, and of the spirits that are in Ireland.» Πράγματι η ατμόσφαιρα του ποιήματος είναι χαρακτηριστικά ιρλανδική, και ο Αίγκους στον τίτλο του Γέητς είναι ο Κέλτης θεός του έρωτα.

Ακολουθούν η μετάφραση της βιβλιοκρισίας του Γέητς, το ποίημα του ίδιου και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι που το ενέπνευσε.

(περισσότερα…)

W. B. Yeats, Στοχασμοί και αποφθέγματα

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 4 / 6 ]

~.~

Επιλογή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, έχουν ανθολογηθεί από το εκτενέστατο δοκιμιακό έργο του ποιητή. Μολονότι παρατίθενται εδώ χωρίς προκαθορισμένη σειρά, δίνουν μια πειστική όσο και γοητευτική γεύση από τη ρώμη αλλά και τη λεπταισθησία της γεητσιανής σκέψης. – ΚΚ

~.~

Οι Έλληνες, οι μόνοι τέλειοι καλλιτέχνες του κόσμου, έστρεψαν το βλέμμα τους εντός των συνόρων τους· εμείς σαν αυτούς, διαθέτουμε μια ιστορία γεμάτη με γεννήματα της φαντασίας όσο κανενός άλλου σύγχρονου έθνους, θρύλους που ξεπερνούν σε άγρια ομορφιά, καθώς νομίζω, όλους τους άλλους πέρα απ’ τους δικούς τους· στα χώματά μας, όπως και στα δικά τους, δεν υπάρχει ποτάμι ή βουνό που να μην έχει συνδεθεί στη συλλογική μνήμη με κάποιο γεγονός ή θρύλο· την ίδια στιγμή, λόγοι πολιτικοί έχουν κάνει την φιλοπατρία μεταξύ μας, πιστεύω, ακόμη πιο έντονη από τη δική τους. Θα ήθελα οι συγγραφείς και οι άλλοι τεχνίτες μας να κάνουν δική τους αυτήν την ιστορία κι αυτούς τους θρύλους, να μνημειώσουν ετούτα τα βουνά και τα ποτάμια κάνοντάς τα και πάλι ορατά μέσ’ απ’ τις τέχνες τους, έτσι που κάθε Ιρλανδός, κι ας βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά, να είναι πάντα στον τόπο του. Είτε διαλέξουν θέμα τους τον θρύλο του Καστανού Ταύρου είτε τον ερχομό του Αγίου Πατρικίου, είτε τον πολιτικό αγώνα των μεταγενέστερων εποχών, ο υπόλοιπος κόσμος είναι τόσο πολύ παρών μες σ’ όλα αυτά που η αγάπη του θα παρακινήσει τα χέρια τους όσο, ίσως, τα χέρια κάποτε των Ελλήνων τεχνιτών. Με άλλα λόγια, η Ιρλανδία θα έπρεπε να αποκαταστήσει τις αρχαίες τέχνες, τις τέχνες όπως τις έβλεπαν στην Ιουδαία, στην Ινδία, στη Σκανδιναβία, στην Ελλάδα και στη Ρώμη, σε κάθε αρχαία γη· όπως τις καταλάβαιναν όταν συνέπαιρναν λαούς ολόκληρους και όχι μια δράκα ανθρώπους που μεγάλωσαν ως προνομιούχοι αργόσχολοι και έκαναν την ερμηνεία τους επάγγελμα.

~.~

Πείστηκα να μην αναζητώ ποτέ το σκηνικό ενός ποιήματος σε άλλη χώρα παρά στη δική μου, και νομίζω πως θα μείνω πιστός σ’ αυτή μου την πεποίθηση ώς το τέλος.

~.~

Δεν υπάρχει σπουδαία εθνικότητα χωρίς λογοτεχνία και, αντιστρόφως, δεν υπάρχει σπουδαία λογοτεχνία χωρίς εθνικότητα.

~.~

Ο Αριστοτέλης λέει ότι αν δώσεις μια μπάλα σ’ ένα παιδί, δεν πα’ να κοστίζει τρεις δεκάρες, αν είναι η καλύτερη στην αγορά, είναι υπόδειγμα μεγαλείου – και το ύφος, είτε στη ζωή είτε στη λογοτεχνία, πηγάζει, νομίζω, από την υπερβολή, απ’  αυτό το κάτι πέρα και πάνω από τη χρησιμοθηρία που σφίγγει την καρδιά. Στα μεταγενέστερα ποιήματά μου το ονομάζω Βυζάντιο, από εκείνη την πόλη όπου οι αχρείαστες μορφές των Αγίων πρόβαλλαν πάνω σε χρυσό ψηφιδωτό φόντο, και ένα τεχνητό πουλί τραγουδούσε πάνω σ’ ένα χρυσόδεντρο εμπρός στον αυτοκράτορα – και σ’ ένα ποίημά μου έχω φανταστεί τα πνεύματα να κολυμπούν, καβάλα σε δελφίνια που σχίζουν τις αισθησιακές θάλασσες, για να χορέψουν στα πλακόστρωτά της.

~.~ (περισσότερα…)

Λογοθεσίες γ΄

*

του ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Ακτιβιστικός νεοβανδαλισμός

Μετά τις σπασμωδικές απόπειρες δολοφονίας του Ομήρου, του Σαίξπηρ και των κλασικών εν γένει, που είναι πολύ της μόδας στον δυτικό κόσμο, ήρθαν και τα αυξανόμενα κρούσματα των επιθέσεων σε έργα διασήμων ζωγράφων, με σκοπό, λένε οι δράστες, να αφυπνιστεί η οικολογική μας συνείδηση! Ο Νίτσε ισχυριζόταν ότι διάνοιξε το πεδίο της φιλοσοφικής κριτικής με το σφυρί και κάποιοι από τους επιγόνους του, λιγάκι αδύναμοι στη θεωρία, γύρισαν τη δυναμική του μεταφορά σε βλακώδη κυριολεξία— με τις ανάλογες εκπτώσεις φυσικά. Αντί για σφυριές έκαναν μουσειακή κριτική αρχικά με μπογιές και σήμερα δείχνουν πως να ασχημονεί κανείς με πουρέ πατάτας ή σούπες υδαρείς! Έτσι από τον ηρωικό μηδενισμό περάσαμε στον γελοίο και δειλό ακτιβισμό. Γιατί οι νεοβανδαλικές επιθέσεις είναι φρόνιμες. Δεν γίνονται σε εργοτάξια σχιστολιθικού πετρελαίου, δεν λερώνουν τους μεγιστάνες των ρυπογόνων εταιριών ούτε καν τις λιμουζίνες τους αλλά — Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει! — τους σχετικά απροστάτευτους πίνακες του Βερμέερ, του Μονέ και του Βαν Γκόνγκ. Δυνάμει της ίδιας διαστροφικής αντίληψης μάλιστα, οι επιδρομείς δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στις εικαστικές αναπαραστάσεις εκείνης ακριβώς της φύσης που διατείνονται ότι θέλουν να προστατεύσουν: πασαλείβουν ηλιοτρόπια, σπαρμένα χωράφια και θημωνιές! Μπορεί βέβαια αυτός ο τρόπος μετάδοσης του οικολογικού μηνύματος να φαίνεται κάπως ανορθόδοξος επειδή, με την ισχυρή δόση ομοιοπαθητικής φαντασίας που διαθέτει, είναι πολύ προχωρημένος και καθίσταται απρόσιτος σ’ εμάς τους αφελείς. Ίσως γι αυτό δεν κατανοούμε τις περιβαλλοντικές ανησυχίες των σωτήρων μας και η συνείδησή μας αργεί ν’ αφυπνιστεί.

Οι ιστορικοί Βάνδαλοι, ενεργούμενα μίας αθώας δεισιδαιμονίας, κατέστρεφαν τις μύτες τα αυτιά και τα μάτια των αγαλμάτων για να φράξουν τις διόδους της ψυχής τους. Όμως αυτοί, όπως τόνιζε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης, πίστευαν τουλάχιστον ότι τα αγάλματα έχουν ψυχή. Οι νεοβάνδαλοι της εποχής μας πιστεύουν μόνο στην παιδαριώδη τους αυτοπροβολή, στον θεατρινίστικο στόμφο και στη μοχθηρή τους αλαζονεία.

~.~ (περισσότερα…)

Ραφαέλ Καδένας, Η ποίηση ως αποτυχία

*

Μετάφραση ΒΑΣΩ ΧΡΗΣΤΑΚΟΥ

Η ποίηση δεν έχει συγκεκριμένη διαμονή. Συνηθίζει να εισβάλλει στα υπόλοιπα είδη και δεν υπάρχει σχεδόν μεγάλο βιβλίο που να μην είναι παρούσα. Τόσο που μπορεί κανείς τελικά να υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει λογοτεχνία παρά μόνο ποίηση. Ο κυκλωτικός, πανταχού παρών και σφετεριστικός χαρακτήρας της κάνει κάποιον να σκέφτεται ότι δεν είναι ένα είδος λογοτεχνικό αλλά μάλλον μια παρουσία πίσω από τα είδη, μια παρουσία τόσο γεμάτη υπονοούμενα που πολλές φορές προτιμά κοστούμια που δεν είναι δικά της, μια παρουσία που εξυπηρετείται από όλες τις δημιουργικές δράσεις του ανθρώπου, μια δύναμη που προηγείται οποιασδήποτε κατηγοριοποίησης. Ίσως να είναι ένας τρόπος για την έκφραση του ουσιώδους. Με αυτήν την έννοια, θα υπάρχει όσο υπάρχει ο άνθρωπος.

Ως είδους, η κατάστασή της είναι ξεκάθαρη. Παντού οι αναγνώστες της είναι μια μειονότητα χαρακτηριστικά εκκεντρική. Τείνουν να μετατραπούν σε μυστική αίρεση, όχι γιατί η ποίηση έχει γεμίσει με μυστήριο (ίσως να το έχει χάσει μάλλον λίγο) αλλά λόγω της λήθης της αληθινής ουσίας που πλήττει σε τεράστιο βαθμό τον σημερινό άνθρωπο. Τα δισεκατομμύρια αυτού του πλανήτη  επιδίδονται τελεσφόρα στην αυτοκαταστροφή τους με κάθε τρόπο που μπορεί κανείς να διανοηθεί, με αβρότητα ή βία, από άγνοια ή από πολυμάθεια, ακατάπαυστα. Όλος ο κόσμος αποδίδει τιμές στην καταστροφή υπό το πρόσχημα της ανάπτυξης και είδος απειλούμενο δεν είναι μόνο η ποίηση αλλά και η μουσική, η ζωγραφική και η φιλοσοφία. Όλη η κουλτούρα και ο ίδιος ο άνθρωπος μπορούν να εξαφανιστούν αν στο πνεύμα του δεν επισυμβεί μια βαθιά αλλαγή.

Ομολογώ ότι με ανησυχεί περισσότερο η ποίηση ως διάσταση παρά ως ειδική φόρμα και ο υποβιβασμός και των δύο αυτών πιστεύω ότι συνοδεύει την κρίση του ανθρώπου και ίσως και να είναι ακόμα μία από τις πιο σαφείς ενδείξεις της. Είναι προφανές ότι ο κόσμος απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ποίηση και τείνει να γεννά άτομα ανελεύθερα, αν και ευημερούντα, που μια πελώρια μηχανή τους ορίζει ό,τι πρέπει να φορέσουν, να φάνε, να διαβάσουν. Σε αυτή την πτώση η μοίρα της ποίησης ξεχωρίζει δίπλα σε άλλες απώλειες όχι λιγότερο σημαντικές, αφού ο άνθρωπος την χρειάζεται για να μιλήσει για το ναυάγιό του ή ακόμα καλύτερα για να του υποδείξει μια πιθανή λύτρωση. Αν και, βλέποντας πώς ο λόγος των μεγάλων δημιουργών χάνεται, μερικές φορές σκέφτεται κανείς το μάταιο της λογοτεχνίας. (περισσότερα…)

Στον στίβο του συμβολικού


*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν ακόμα εφικτό για έναν επαγγελματία αθλητή να βγει δημοσίως και να διακηρύξει μεγαλοφώνως και με παρρησία, ως ένα σύγχρονο «έρκος Αχαιών», ότι «δεν είμαι το πρότυπο κανενός». Τέτοιες μεγαληγορίες μπορεί βέβαια να εκφέρονταν στα πλαίσια κάποιας διαφημιστικής καμπάνιας, αμβλύνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό τις όποιες αιχμές περιείχαν για την αδηφάγα βιομηχανία του θεάματος που δεν γνωρίζει φραγμούς. Έστω κι έτσι όμως, παρά τις απόπειρες απονεύρωσης και δημιουργικής ενσωμάτωσης τους σε πιο αποδεκτά πλαίσια, υποδείκνυαν κάτι βαρύνουσας σημασίας: τη δυνατότητα ύπαρξης της ετεροδοξίας και την ανάγκη αναμέτρησης με αυτή, ακόμα κι αν αυτή η αναμέτρηση γινόταν υπό τους όρους της ενσωμάτωσης.

Η εποχή που επέτρεπε τέτοιου είδους διανοητικές λεπτότητες και που είχε την απαραίτητη αυτοπεποίθηση ώστε να παρέχει χώρο σε αποκλίνουσες αντιλήψεις και ρητορικές λοξοδρομίες φαίνεται να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αρκεί πλέον μια απειροστή υπόνοια ότι ένας αθλητής τόλμησε να αγνοήσει τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας για να ξεσηκωθούν εναντίον του οι διαδικτυακές και μιντιακές ορδές των σύγχρονων Καθαρών και Βογομίλων (ακόμα και από την άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί η υπεύθυνη λίγκα να τους έχει πετάξει μερικά ψίχουλα στο παρελθόν), απαιτώντας τον κοινωνικό εξοστρακισμό του, τη συμβολική θυσία του πάνω σε μια πυρά που τρίζει από τα κλικ των like και των share. Μέχρι και ο εργοδότης του πεπτωκότος αθλητή εγκαλείται αν τυχόν δεν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προς «συμμόρφωση» του εργαζομένου του. Στη βάση ποιας λογικής όμως έχει φτάσει να θεωρείται αυτονόητο ότι ένας εργοδότης (και μάλιστα ιδιώτης) έχει το δικαίωμα να εγείρει αξιώσεις και απαιτήσεις περί του ορθώς εκφράζεσθαι των εργαζομένων του εκτός των ορίων του εργασιακού χώρου; Ο εύκολος ερμηνευτικός δρόμος για την εξήγηση αυτής της αλλαγής παραδείγματος των εργασιακών ηθών είναι αυτός που εκκινεί από μια υποτιθέμενη αυξημένη ευαισθησία των δυτικών κοινωνιών απέναντι σε φαινόμενα κακοποίησης και προσβλητικών συμπεριφορών για να καταλήξει λίγο – πολύ αβρόχοις ποσί σε ψευδαισθήσεις μεγαλείου περί κάποιας ηθικής προόδου των φιλελεύθερων «δημοκρατικών» καθεστώτων. Το ιστορικό βλέμμα, ωστόσο, έχει μάθει να είναι καχύποπτο απέναντι στις εύκολες ηθικολογικές ρητορείες που συχνά δεν είναι τίποτα άλλο παρά εφήμερος αφρός που ξεβράζουν στην επιφάνεια τα βαθιά ρεύματα μακράς διάρκειας της κοινωνικής αλλαγής. (περισσότερα…)

Σκέφτονται άρα υπάρχεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Το ζώο έχει πρόσωπο – ο άνθρωπος έχει μάσκα. Το ζώο το κοιτάζεις και βλέπεις την ψυχή του ζώου. Αν ξέρεις να βλέπεις, βλέπεις την αλήθεια του. Τον άνθρωπο τον κοιτάζεις και βλέπεις τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να κρύψει την ψυχή του. Αν ξέρεις να βλέπεις, βλέπεις το ψέμα του.

Δύστυχο ζώο ο άνθρωπος. Δεν διάλεξε το ψέμα του. Του το έδωσαν για αλήθεια οι μάσκες που ψεύδονταν την ύπαρξή του. Παλεύει – παλεύει μια ζωή με την μάσκα του. Αν την αγαπήσει, τότε είναι που θ’ αρχίσει να ουρλιάζει μέσα του ό,τι δεν μπορεί να νιώσει πως η μάσκα του ανήκει. Αν την μισήσει, θ’ αρχίσει να δαγκώνει μέσα του ό,τι νιώθει πως απειλείται από την απόρριψη της μάσκας.

Έτσι κι αλλιώς χαμένος ο άνθρωπος πίσω από την μάσκα του. Έτσι κι αλλιώς μια προκατάληψη: σκέπτομαι άρα υπάρχω. Ώσπου ν’ ανακαλύψει πως το «σωστό» είναι: σκέπτονται άρα υπάρχω.

Και τότε η μάσκα γίνεται μάσκα της μάσκας. Την μάσκα δεν την επιλέγεις, δεν μπορείς να την φτιάξεις. Την μάσκα της μάσκας την επιλέγεις, μπορείς να την κατασκευάσεις. Μπορείς με μια κίνηση τερατώδους ψεύδους να υποκριθείς την αλήθεια.

Αυτός είναι ο «μηχανισμός» της πολιτικής επικοινωνίας: λέω τερατώδη ψέματα, για να σκεφτείς πως δεν μπορεί να είμαι τόσο ψεύτης. Άρα; Πίσω από την τερατώδη μάσκα βρίσκεται το πρόσωπο. Το πρόσωπο που τόσο θα ήθελες να βρίσκεται κάτω από την μάσκα σου ή το πρόσωπο που δεν θα ήθελες να βρίσκεται κάτω από την μάσκα σου.

Τα πάντα εκτός από την αμφιβολία. Η αμφιβολία είναι κουραστική, θέτει τόσα ερωτήματα. Και το χειρότερο: ζητάει απαντήσεις, με μόνο δεδομένο το χάος.

Κοιτάξτε τα πρόσωπά τους. Είναι οι μάσκες των μασκών που κρύβουν το χάος, το μηδέν, το τίποτα, αυτό που υπάρχει μόνο επειδή σκέπτεσαι.

Μια σκέψη θα μπορούσε να τους αφανίσει. Κι όμως αυτή η σκέψη δεν μπορεί να γίνει. Τι την κρατάει; Ο φόβος πως θα σταματήσουν να σκέπτονται και θα πάψεις να υπάρχεις!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

*