ΝΠ | Δοκίμια

Τι είναι ένας «πλατωνικός» έρωτας;

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Ο έρωτας που συνήθως ονομάζουμε «πλατωνικό» είναι ένα ζήτημα για το οποίο συχνά γίνεται λόγος. Όταν μιλάμε για πλατωνικό έρωτα, συνήθως τείνουμε ν’ αναφερόμαστε σε έναν έρωτα ανεκπλήρωτο, αγνό και χωρίς τη σεξουαλική εμπειρία. Τι εννοούσε όμως ο Πλάτων όταν έκανε λόγο για τον έρωτα; Ο όρος που χρησιμοποιούμε παραπέμπει όντως στη σκέψη του μεγάλου αρχαίου φιλοσόφου ή μήπως είναι παραπλανητικός; Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε χωρίς περίπλοκες ακαδημαϊκές αναλύσεις. Αρχικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι επιδράσεις της πλατωνικής φιλοσοφίας είναι αναμφίβολα τεράστιες: εκτός από τη φιλοσοφική παράδοση που ανέπτυξαν οι σπουδαστές του Πλάτωνα στην Ακαδημία, μερικούς αιώνες αργότερα ιδρύθηκε η σχολή σκέψης του Νεοπλατωνισμού από τον Αμμώνιο Σακκά και εκπροσωπήθηκε από τον Πλωτίνο. Την ίδια εποχή εμφανίστηκε και ο Φίλων ο Αλεξανδρέας, ο οποίος συνδυάζοντας την πλατωνική σκέψη με τις εβραϊκές παραδόσεις, διαμόρφωσε ένα σύστημα σκέψης που έλαβε την ονομασία Ιουδαιοπλατωνισμός. Μέσω του Νεοπλατωνισμού, η φιλοσοφία του Πλάτωνα επηρέασε και τον Άγιο Αυγουστίνο, από τον οποίο διαδόθηκε στη Δύση και δημιουργήθηκε ο περίφημος Χριστιανοπλατωνισμός. Τόσο στη Δύση όσο και στο Βυζάντιο, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης προκάλεσαν ανταγωνισμούς και διαμάχες σχετικά με το ποιος από τους δύο ήταν καταλληλότερος ως μέσον για να εκφραστούν τα χριστιανικά δόγματα. Αν και κατά τον Δυτικοευρωπαϊκό Μεσαίωνα δέσποζε η αυθεντία του Αριστοτέλη, η φυσιογνωμία του Πλάτωνα δεν έπαψε να επηρεάζει με τον δικό της τρόπο τη φιλοσοφική αναζήτηση. Ίσως κανένας άλλος διανοητής στην ιστορία της Φιλοσοφίας δε συναιρεί μέσα του τόσες διαμετρικά αντίθετες ιδιότητες όσο ο Πλάτων. Στους διαλόγους του, όπου κυριαρχεί η επιβλητική προσωπικότητα του Σωκράτη, ενώνονται η φιλοσοφία με τη θρησκεία, η τέχνη με την επιστήμη και η θεωρία με την πράξη.

(περισσότερα…)

Φώτης Δούσος, Το Big Bang της αφήγησης

Πώς ξεκινάει κανείς να γράφει; Ποιο είναι το σημείο εκκίνησης της μυθοπλασίας; Τι θα ορίζαμε ως το big bang της αφήγησης; Για κάποιον μπορεί να είναι μια εικόνα, μια είδηση, μια συζήτηση που άκουσε, κάτι που διάβασε, ένας χαρακτήρας που του ήρθε στο μυαλό, μια πρόταση, μια λέξη, μια ιδέα, ένα συναίσθημα κ.ο.κ. Η αφήγηση μπορεί να ξεκινήσει από οπουδήποτε και με οποιαδήποτε αφορμή. Τέτοιου τύπου ερεθίσματα έρχονται κατά σμήνη, σαν πολύχρωμες πεταλούδες, γύρω από το κεφάλι μας κάθε μέρα. Δεν έχουμε παρά να σηκώσουμε τη νοητή μας απόχη και να τσακώσουμε ένα.

(περισσότερα…)

Ερείπια, πυγολαμπίδες και η αναζήτηση πρακτικών επιβίωσης

Πιερ-Πἀολο Παζολίνι
Κουρσάρικα γραπτά
Μτφρ: Κεφακοπούλου, Β.
Αθήνα: Εξάντας, 1986

Georges Didi-Huberman
Επιβίωση των πυγολαμπίδων
Μτφρ: Πατεράκη-Γαρέφη, Μ.
Αθήνα: Vesta,  2015

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ 

Σε ένα εν εξελίξει πρωτόγνωρο καθεστώς επισφάλειας κατά συνέπεια της πανδημίας, όλα βρίσκονται σε διαπραγμάτευση, σ’ ένα είδος ρευστότητας, που τροποποιεί τον χώρο (ιδιωτικό και δημόσιο), τις υποκειμενικότητες και τις σχέσεις με τους άλλους.

(περισσότερα…)

Ηρώ Νικοπούλου, Το Σβηστό Μανουάλι (Ένα έργο σε εξέλιξη)

 
KATA τὰ 1820 ἕνας βοσκὸς μὲ τὸ κοπάδι του καθισμένος στὸ πεζοῦλι κάποιου ρημοκλησιοῦ ἔπαιζε τὴ φλογέρα του. Ἐκεῖ ἕνας Ἄγγλος περιηγητής, περαστικός, ἀφοῦ χαιρέτησε, ρώτησε τὸ βοσκό:
— Τί πιστεύεις;
Ὁ τσοπάνος σήκωσε τὴν ἀγκλίτσα του καὶ χτύπησε τὸν τοῖχο τῆς ἐκκλησιᾶς:
— Ὅ,τι πιστεύει τούτη! εἶπε.
— Καὶ τί πιστεύει τούτη;
— Ὅ,τι πιστεύω γώ!
[Γιάννη Βλαχογιάννη, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία. Ἀνέκδοτα – Γνωμικά – Περίεργα Ἀστεῖα ἐκ τοῦ βίου διασήμων Ἑλλήνων 1820-1864, Ἀθήνα, 1927.]

ΔΙΑΚΟΣΙΑ ολόκληρα χρόνια αριθμεί η παραπάνω καταγραφή, σωσμένη στην περίφημη Ιστορική Ανθολογία του Γιάννη Βλαχογιάννη, που έγινε για τον εορτασμό της πρώτης εκατονταετίας της νεοελληνικής εθνικής παλιγγενεσίας. Εντυπωσιακή η ταύτιση που θησαυρίζεται εκεί, συγκινητική στην απλότητά της, ζηλευτή στο αυτοσυναίσθημά της, σπάνια πάντως, ίσως και ανύπαρκτη στις μέρες μας. Τι έκανε εκείνο τον βοσκό να είναι τόσο απόλυτος και να μοιάζει συγχρόνως τόσο ασφαλής; Μήπως η βεβαιότητά του ότι είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, ότι με όλη την δύναμη της ύπαρξής του και της πίστης του ανήκει σε κάτι που τον υπερβαίνει και ταυτόχρονα τον στερεώνει;

(περισσότερα…)

Γραμματικές πόλεων και ανθρώπων

 Επανανοηματοδοτώντας τη γλώσσα, τον χώρο και τις ανθρώπινες περιπλανήσεις

Ίταλο Καλβίνο
2009
Οι αόρατες πόλεις
Μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης
Αθήνα: Καστανιώτης

Jűrgen Buchmann
2019
Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ
Μτφρ.: Συμεών Γρ. Σταμπουλού
Αθήνα: Gutenberg

~.~

«Πρέπει να οργανώσουμε ολόκληρη τη γλωσσική επικράτεια».

(Βιττγκενστάιν, 2007, Στοχασμοί, μτφρ.: Κωστής Μ. Κωβαίος, Αθήνα: Στιγμή, σ. 31)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στον καιρό της πανδημίας διαπιστώνεται με όρους υλικούς, αυτό που διατυπώνεται επανειλημμένα σε διαφορετικά είδη κειμένων: όσο κι αν οι άνθρωποι πορεύονται, θεωρώντας αυτονόητα ένα πλήθος πραγμάτων, τα αυτονόητα δεν υπήρχαν και δε θα υπάρξουν ως αμετακίνητες και ακλόνητες οντότητες. Αντίθετα, όλα βρίσκονται σε διαρκή διαπραγμάτευση ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τις αλληλεπιδράσεις, με τη γλώσσα να ορίζει τους διαλόγους και τα διλήμματα για τον κόσμο, τις σχέσεις, τη διαμόρφωση ταυτοτήτων, την επιθυμία, τη μνήμη και τη λήθη. (περισσότερα…)

Υλική και λαβυρινθώδης περιπλάνηση

Αχιλλέας Κυριακίδης
Το μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα

Αθήνα: Πατάκης
2018

Αχιλλέας Κυριακίδης
Σώμα
Αθήνα: Πατάκης
2017

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Τι κάνει τώρα μέσα μου αυτός ο αιχμάλωτος αέρας; … Τον νιώθω να γυρίζει σαν χαμένος, πεπλανημένος πλάνης, αίολος». (Σώμα, σ. 13)

Η περιπλάνηση, έννοια δυναμική, νοηματοδοτείται με νέους κάθε φορά όρους, ανάλογα με τη συνύφανση των γεγονότων και την οπτική των εμπλεκομένων σε αυτά. Η περιπλάνηση μπορεί επίσης να προταχθεί ως μεταφορά της γραφής και της κατασκευής ιστοριών για τον κόσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη, η περιπλάνηση είναι υλική και λαβυρινθώδης και εμπλέκει τη διπλή ιδιότητά του ως συγγραφέα και μεταφραστή. Αριστοτεχνικός και έμπειρος μεταφραστής ο Κυριακίδης περιπλανιέται στον χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας πάνω από τριανταπέντε χρόνια, συνομιλώντας με το έργο του Μπόρχες, του Κορτάσαρ, του Κενό, του Περέκ και άλλων πολλών. Αν το ένα βιβλίο οδηγεί στο άλλο, στο πλαίσιο της σύνθεσης ενός υπό διαμόρφωση πολύμορφου διαλεκτικού λογοτεχνικού τοπίου, τότε ο Κυριακίδης εμπλέκει τους αναγνώστες/αναγνώστριες σε αυτή τη διαδικασία, προσκαλώντας τους να οικειοποιηθούν και οι ίδιοι τους χώρους που δημιουργούνται στα βιβλία των προαναφερθέντων συγγραφέων. Επομένως, η συμβολική αυτή περιπλάνηση είναι ατομική και συλλογική και παραμένει επίκαιρη, εφόσον δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά αναπροσδιορίζεται στην κάθε ιστορική στιγμή, θέτοντας στον συγκεκριμένο χρόνο νέα ερωτήματα σε κάθε ανάγνωση των μεταφρασμένων έργων. Έτσι, τα λογοτεχνικά έργα και οι συγγραφείς τους περιπλανιούνται αντίστοιχα στην κοινωνικο-ιστορική ελληνική πραγματικότητα σε αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες/αναγνώστριες, συνθέτοντας νέους τόπους/χώρους, στους οποίους η γραφή, ο λόγος και η ανάγνωση οικοδομούν το πραγματικό, αλλά και οικοδομούνται με τη σειρά τους από αυτό.

Η περιπλάνηση αυτή του Κυριακίδη, με την ιδιότητα του μεταφραστή, και η λεπτομερής εντρύφηση στον Μπόρχες δεν μπορεί παρά να επηρεάσει και το λογοτεχνικό του έργο.

Στο Σώμα παρουσιάζεται το χρονικό της ζωής ενός γλωσσολόγου του Μαρτινιανού Σταύρου που τον φωνάζουν Μάρτη. Στο βιβλίο με αφορμή την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να εντοπίσει μια γλώσσα χαμένη, την οποία ακούει πρώτη φορά όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο το 1965, τη συνδέει με το σώμα. Επίσης, περιγράφεται σ’ αυτό η υλικότητα της γλώσσας που ομιλεί για τη φθορά και τον πόνο του ανθρώπινου σώματος, επαναλαμβάνοντας πως άνθρωποι και γλώσσες φθείρονται και σβήνουν σταδιακά. Πρόκειται, επομένως, για ένα χρονικό ανασύνθεσης της βιογραφίας ενός ανθρώπου και για μια συνεχόμενη διερώτηση για τον θάνατο, τη γλώσσα, τον ανθρώπινο πόνο, τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων: «Σ’ αυτές τις τρύπες, τις παράγκες, που ονομάζουμε εαυτό μας, κατοικεί ένα πρόσωπο απόκρυφο, που δεν μας μοιάζει».[1]

Τα όρια του σώματος συνδέονται με αυτά της προσωπικής διαδρομής του πρωταγωνιστή, καθώς αυτός αναστοχάζεται, σε διάφορες στιγμές του βίου του, το πώς διαμορφώνεται η υλικότητα της γλώσσας στην έκφραση του ανθρώπινου καημού. Συνδέονται επίσης με την επιτελεστικότητα της γλώσσας και την περιπλάνηση του πρωταγωνιστή στην προσπάθειά του να εντοπίσει τις διαδρομές μιας χαμένης γλώσσας: «Αναδιφώντας στο σώμα αυτής της γλώσσας, σχολιάζει ο συγγραφέας, θαρρείς και ανέσκαψε τη γλώσσα του δικού του σώματος, σκαπάνευσε τις επιταγές του» (σ. 51).

Γλώσσα και σώμα σε μια λειτουργία αλληλεπίδρασης, καθοριστική για τον αναστοχασμό της ανθρώπινης πορείας. Όταν τελικά ο Μάρτης αρρωσταίνει, διαπιστώνει πως «ήταν μια γλώσσα χωρίς όνομα, δεν ζούσε πια, αυτά που ο Μάρτης είχε ακούσει ήταν σπαράγματα, μικροί μεταθανάτιοι ρόγχοι… ρήματα με κοινό τους μόρφημα το σώμα»(σ. 46).

Η φθορά του σώματος, αλλά και της γλώσσας αναδύονται σε κεντρικό μοτίβο. Ο πρωταγωνιστής αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την παιδική του ηλικία, τη μανιώδη του επιθυμία να εμποδίσει την έλευση της αρρώστιας. Όταν τον ρωτούσαν για το τι θα γίνει άμα γεράσει, μια από τις απαντήσεις ήταν: «δήμιος αναδρομικός όλων των νόσων» (σ. 15). Η επιθυμία να ελεγχθεί και να διατηρηθεί η γλώσσα, περιγράφοντας τα στιγμιότυπα της ζωής του ανθρώπου, είναι παράλληλα και μια διαδικασία διατήρησης μιας ενεργής μνήμης, που αντιστέκεται στην επέλαση του χρόνου. Η λέξη Curpesten, είναι μια από τις λέξεις της άγνωστης γλώσσας που άκουσε ξαφνικά, όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Την ερμηνεία της θα τη μάθει πολύ αργότερα. Curpesten «είναι μια λέξη που τα λέει όλα: Το σώμα είναι» (σ. 30).

Το βιβλίο του Κυριακίδη συνεχίζει τον διάλογο με τις σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες[2] για την υλικότητα του σώματος και παράλληλα για τις κατασκευές του στον λόγο. Έτσι λοιπόν, το σώμα δεν είναι τόπος κοινωνικά και προσωπικά ουδέτερος, όπως εξάλλου η γλώσσα και η γραφή. Σώμα, γλώσσα, γραφή συγκροτούν νέες αναδυόμενες υποκειμενικές ταυτότητες και χώρους στην πορεία του κάθε ανθρώπου. Το σώμα κατασκευάζεται από σύνθετους λόγους και πρακτικές, ενώ παράλληλα διατηρεί την υλική του οντότητα, που μόνιμα επανανοηματοδοτείται στο ιστορικό παρόν. Είναι πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών (σ. 12). Ο Κυριακίδης δεν ενδιαφέρεται για το αδιαίρετο φυσικό σώμα, αλλά για το ρευστό αβέβαιο σώμα και τη σχέση του με τα όρια και το περιεχόμενο της γλώσσας, καθώς αυτά αλληλοπροσδιορίζονται. Η αναζήτηση της υλικότητας γλώσσας και σώματος δημιουργούν νέους τόπους ενδεχομενικότητας, επισημαίνοντας την «κοινωνικά κατασκευασμένη και διαρκώς μεταβαλλόμενη κειμενική σωματικότητα»[3].

Το σώμα είναι, λοιπόν, και αντίστοιχα, η γλώσσα είναι. Σώμα και γλώσσα σε μια διαδικασία περιπλάνησης του βίου, σε έναν ανοιχτό μνημονικό διάλογο, με όσα αισθανόμαστε, όσα επιθυμούμε, όσα αφήνουμε πίσω, καθώς και με όλους τους ανθρώπους που συναντάμε στη ζωή μας. Η κάθε ανάσα διατηρεί το σώμα και τις μνήμες του ζωντανές, σε μια απόπειρα αποφυγής του θανάτου. Ο θάνατος προσδιορίζεται από τον πρωταγωνιστή ως «αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους» (σ. 23), μέχρι να έλθει όμως μας προτρέπει να αναπνέουμε.

Στον αγώνα για επιβίωση ο γραπτός λόγος, τα αγαπημένα βιβλία, λειτουργούν ως λύτρωση και σωτηρία: «Είναι μια σκέψη που γαληνεύει και δίνει δύναμη, πως ανάμεσα στα βιβλία που έχουμε στην κατοχή μας υπάρχουν μερικά που αρκούν για τη λύτρωση και τη σωτηρία μας. Σχεδόν κάθε μέρα προστίθενται καινούρια, αλλά τα απαραίτητα υπάρχουν ήδη από καιρό».[4]

Στο σύμπαν του Αχιλλέα Κυριακίδη ο Μπόρχες είναι ένας από τους κλειδοκράτορες και στο βιβλίο: Το μουσείο των τύψεων, ο συγγραφέας αναρωτιέται για τους τρόπους με τους οποίους εκτυλίσσεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον συγγραφέα που τον έχει καθορίσει, και τη διαμόρφωση του δικού του λογοτεχνικού και προσωπικού κόσμου. Συνεκτικός ιστός για άλλη μια φορά είναι η εννοιολόγηση της μνήμης και οι συνέπειές της στην ανάδειξη των καλλιτεχνικών έργων, αλλά και των προσωπικών διαδρομών.

Το ερώτημα για το πώς συγκροτείται η μνήμη, ποιο περιεχόμενο έχει και ποιες είναι οι επιδράσεις της στη λογοτεχνία και τις επιλογές του καθενός εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους στο βιβλίο.

«Η μνήμη κάθε ανθρώπου είναι η μοναδική ισχυρή εκδοχή του χρόνου. Για να συντονιστούν, λοιπόν, δύο άνθρωποι, δεν αρκεί παρά να υπάρχει ο ένας στη μνήμη του άλλου. Κι’ η συνάντηση γίνεται πάντα στο παρόν, τη στιγμή που πυροδοτείται η ανάμνηση» (σ. 68)

Επομένως, η μνήμη δεν αφορά στη γραμμική αφήγηση του παρελθόντος, δεν αφορά στην παράθεση παρελθοντικών γεγονότων, δεν αφορά κάτι οριστικά τετελεσμένο. Η μνήμη συνδέεται με τους ανθρώπους και τις συναντήσεις μαζί τους. Είναι δράση που συμβαίνει διαχρονικά και μπορεί να ανακατασκευάζεται διαρκώς.

Ο συγγραφέας παίζοντας επίσης με τη μεταμυθοπλασία και τις υποκειμενικές εκδοχές ταυτότητας του ίδιου, ως μεταφραστή, επιμελητή, και αναγνώστη θίγει ζητήματα μνήμης και ταυτότητας. Ο Μπόρχες είναι παρών με διαφορετικούς τρόπους σχεδόν σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Παρίσταται ως κεντρικό πρόσωπο αναφοράς και ενορχηστρωτής της γραφής του Κυριακίδη. Στο βιβλίο, πέρα από τις κειμενικές επιδράσεις του έργου του στους ήρωες των διηγημάτων («The ender», «Το μουσείο των τύψεων», «Φάλαινες και αναισθητικά», «Το εξωφρενικό αριστούργημα») εμφανίζεται ένας ήρωας του Μπόρχες ο Φούνες, ενώ στα «Κτερίσματα» ο ίδιος ο Μπόρχες παίρνει τον λόγο και μάλιστα υπογράφει στο τέλος και το κείμενο με το όνομά του. Η «Λέσχη της μυστικής μελαγχολίας» χαρακτηρίζεται επίσης από μια κλασική μπορχεσιανή ατμόσφαιρα, καθώς ο ήρωας συναντά έναν Άλλο εαυτό, ο οποίος απολαμβάνει τη φανταστική ζωή που ονειρεύεται ο πρωταγωνιστής του διηγήματος. Ενώ ο ήρωας συμμετέχει στη λέσχη, όπου κάθε μέλος μπορεί ανενόχλητα να ξεδιπλώσει τη μελαγχολία του και να αναστοχαστεί τη ζωή και τις επιθυμίες του, ο Άλλος εαυτός στο τέλος μπορεί να πάρει τη θέση του, ώστε να γίνει η αντιστροφή στη ζωή του πρωταγωνιστή. Με όλες αυτές τις επινοήσεις ο Κυριακίδης καταθέτει τις «οφειλές» και την αγάπη του για τον Αργεντινό συγγραφέα, εξετάζοντας τα όρια της γραφής στον χρόνο, την κατασκευή της μνήμης στα κείμενα και τη ζωή, το πώς οι επιθυμίες διαμορφώνουν το πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και τη χρήση του μπορχεσιανού έργου στους λογοτεχνικούς, καλλιτεχνικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Τα θραύσματα άλλωστε της καθημερινότητας λειτουργούν ως μόνιμες επισημάνσεις του ότι τίποτα δεν είναι οριστικό και ότι τα αποσιωπητικά ταιριάζουν σε όλες τις ανθρώπινες ιστορίες.

Στο «The ender» ο επιμελητής “πειράζει” το διήγημα του Μπόρχες «Ο Νότος» και παρεμβαίνει ευρύτερα στα κείμενα, καταργώντας την αμφισημία τους και βάζοντας ένα οριστικό τέλος. Γι’ αυτό αποπέμπεται από τους λογοτεχνικούς κύκλους, στους οποίους είχε δοξαστεί. Το μότο του Βίκτορ Σκλόφκσι στην αρχή του διηγήματος: «Κάθε μυθιστόρημα μπορεί να τελειώσει αλλά δεν έχει τέλος […] γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ξέρουμε το μέλλον, κι εμείς το μέλλον δεν το ξέρουμε.» είναι παράλληλα και η διαπίστωση του συγγραφέα για τον ανοιχτό διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στα βιβλία και τους αναγνώστες και την πολυφωνικότητα που δημιουργείται στο διηνεκές του χρόνου.

Στα «Κτερίσματα» παρατίθεται ο Κρίστιαν Γκρείνβιλ, ο οποίος δηλώνει «ότι η μνήμη είναι η τέταρτη-και η μόνη-υποκειμενική εκδοχή του χρόνου» (σ. 76) μιας διαρκούς «work in progress» (σ. 77).

Ο Κυριακίδης θέτει, επιπλέον, ένα ανοιχτό δίλημμα. Η μνήμη δεν είναι ουδέτερη, αλλά αντίθετα αγγίζει τα όρια της οδύνης και της βίας όταν ξαφνικά έρχεσαι αντιμέτωπος/η με «έναν απίστευτο όγκο αυτοβιογραφικών αναμνήσεων», που λειτουργεί ως «παρελθόν-Ατλαντίδα» (σ. 77). Η συγκρότηση της μνήμης σε ένα τέτοιο πλαίσιο επιδρά και «στη γεωγραφία του μέλλοντος» (σ. 77), ορίζοντας την καθημερινότητα και τις επιλογές των ανθρώπων. Από την άλλη στο διήγημα «Με τον Φούνες» περιγράφεται ο τρόμος τού να «μπορείς ν΄ ανασύρεις τον πιο ακαριαίο έρωτα ή το πιο ποταπό μίσος» (σ. 72). Το να θυμάσαι διαρκώς με ένταση τα πάντα μπορεί να οδηγήσει σε ένα «στέγνωμα». Το συναισθηματικό αυτό στέγνωμα, η παύση της ενεργής νοηματοδότησης και επανατροφοδότησης, το πάγωμα του σώματος, της γραφής και της μνήμης είναι, νομίζω, και ένας ισχυρός συνδετικός ιστός ανάμεσα στο Σώμα και το Μουσείο των τύψεων.

«Λογοτεχνία είναι η ζωή που ξαναρχίζει όταν τελειώσεις το διάβασμα» (σ. 50), απαντά ο Κυριακίδης. Το πώς δεν θα αποστεγνωθούν οι γραφές, τα σώματα και οι μνήμες είναι πολιτικό ερώτημα-διακύβευμα, το οποίο απαιτεί τη ρευστότητα στους τρόπους που ορίζουμε το σώμα, την επιθυμία, τη λογοτεχνία και το πραγματικό. Για να επιστρέψουμε όμως, στην αρχή, η περιπλάνηση ως ενεργή διαδικασία θέασης του κόσμου ενδέχεται να ανατροφοδοτήσει με νέους όρους τη συγκρότηση της μνήμης με τρόπους που θα προσδιορίσουν και το μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο, ίσως τελικά να γίνει πράξη το απόφθεγμα του Ceronetti ότι: «η βαθύτερη εκλογή του ανθρώπου θα είναι πάντα υπέρ μιας κόλασης πάθους και όχι ενός παράδεισου αδράνειας» (σ. 140).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ


[1] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 33.

[2] Μακρυνιώτη, Δ. (2004) “Εισαγωγή”. Στο: Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, επιμ. Μακρυνιώτη Δ., Αθήνα: Νήσος.

[3] Ό.π., σ. 20.

[4] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 65

Writer’s block: παλεύοντας με το τέρας

 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Κατά τον γνωστό αφορισμό του Σαμ Σέπαρντ στο γράψιμο ενός εκτενούς αφηγηματικού έργου «η αρχή είναι σίγουρα συναρπαστική, η μέση περίπλοκη, και το τέλος καταστροφή»[1]. Για τον Σέπαρντ η ίδια η αναγκαιότητα του τέλους είναι προβληματική, έχει κάτι το επίπλαστο, το καταχρηστικό, το καταναγκαστικό. Οριστικό τέρμα άλλωστε δεν υπάρχει στη ζωή. «Το πιο αυθεντικό τέλος οδηγεί πάντα σε μια νέα αρχή».

(περισσότερα…)

Κώστας Ανδρουλιδάκης, Λογοτεχνία και φιλοσοφία: Αποκλίσεις και συγκλίσεις – διάσταση και ομολογία

filpoet

 

Ποια είναι η σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας; Το θέμα είναι βέβαια  σύνθετο, και συναρτάται με τα ζητήματα: Τι είναι η λογοτεχνία, τι είναι η φιλοσοφία, ποιο είναι το έργο και ο σκοπός τους; Θα επιχειρήσω να θίξω τα θέματα με την ακόλουθη σειρά: Πρώτα, θα αναφέρω μερικές διαφορές τους, από τις οποίες μπορεί να φανεί (και ίσως, εν μέρει να εξηγηθεί) η αμοιβαία δυσπιστία τους∙ έπειτα, θα αναφέρω ένα κύριο κοινό σημείο τους, αλλά και μερικές συναφείς διαφορές∙ τέλος, θα αναφέρω ένα ακόμα συστατικό κοινό στοιχείο, στο οποίοι στηρίζεται η σύγκλιση και η «ομολογία» τους. (περισσότερα…)

Λάμπρος Λαρέλης, Σημειώσεις για έναν άνθρωπο

fool

 

Η αρετή του μια και μόνη: δεν στρογγύλευε.

* * *
Ανόητος δάσκαλος. Στο ερώτημα «και πώς να ζήσω;» εκείνος απαντούσε: «όπως νομίζεις».

* * *
Για κάποιο λόγο η κολακεία δεν τον έπιανε. Καταδικάστηκε λοιπόν να ζει στεγνός μες στους πιωμένους.

* * *
Στα πράγματα τα δεύτερα ήταν πάντα πρώτος.

* * *
Γενναίος; Διόλου! Απλώς από παιδί είχε αναισθησία στον φόβο.

* * *
Στα έργα του τόνιζε τις μεταβάσεις, τους συνδέσμους, τους κρυφούς αρμούς από μοτίβο σε μοτίβο. Οι θαυμαστές τον εγκωμίαζαν, κι ύστερα τα κομμάτιαζαν και τα πουλούσαν σκόρπια.

* * *
Η υπεροψία του; Παιδιάστικη. Έδινε σημασία στην αλήθεια.

* * *
Όσοι δεν τον γνωρίζανε, τον είχαν για αφιλόδοξο. Ποιος τώρα να σκεφτεί πως είχε αλλεργία στις δάφνες.

* * *
Άνθρωπος αισιόδοξος βαθιά. Ο Αρμαγεδδών ήταν γι’ αυτόν το αντίδοτο στην πλήξη.

* * *
Υψιπετούσε για καιρό. Θα του άρεσε όμως κάπου κάπου να χαμέρπει.

* * *
Είχε σε αφθονία όσα περίττευαν. Του έλειπαν μονάχα τα αναγκαία.

* * *
Τον ενθουσίαζαν οι Αθώοι. Στο εικονοστάσι του είχε την Ζαν ντ’ Αρκ, τον Τσε, την Κοκκινοσκουφίτσα…

* * *
Πνεύμα απ’ τα ράθυμα. Δούλευε για το Μέλλον.

* * *
Στα ζόρια ήταν αλύγιστος. Μιλούσε, ουρούσε, αποπατούσε ορθός.

* * *
Εντελώς ανεπίδεκτος μαθήσεως. Τον ξαφνιάζε κάθε πρωί η αχρειότης.

* * *
Συνήθως κόμπιαζε· η γλώσσα του ήταν γεμάτη άνω τελείες.

* * *
Στο θαύμα ήταν που πίστευε, καθόλου στις καλές προθέσεις.

* * *
Καπάτσος σ’ όλα του. Το σφάλμα το διόρθωνε με σφάλμα.

* * *
Ποτέ δεν πρόδωσε τους φίλους του. Μέχρι το τέλος έμεινε στο τέλμα τους μαζί τους.

* * *
Κι ο εγωισμός του ακόμη ήταν όλος αυταπάρνηση.

* * *
Ποτέ δεν έγινε οπαδός. Ντρεπότανε να δείξει τη χαρά του.

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς, Ἀπάντηση σ’ ἕνα φίλο

pic-shadow

τέλη Ἰουλίου, 2020

Ἀγαπητὲ Δ.

Ἔλαβα τὸ γράμμα σου προχθὲς μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ σπεύδω νὰ σοῦ ἀπαντήσω πρὶν νὰ φύγω, ὡς εἴθισται, γιὰ τὰ καλοκαιρινὰ μπάνια τοῦ Αὐγούστου. Ξέρω, ἔχεις πολλὲς ἀπορίες∙ θὰ προσπαθήσω λοιπόν, ἐν συντομίᾳ, ν’ ἀπαντήσω. Καλύτερα, νὰ σοῦ θυμίσω πῶς ἔχουν τοποθετηθεῖ ἄλλοι σημαντικώτεροι ἐμοῦ ἐπὶ τῶν ζητημάτων ποὺ θίγεις· μὲ τοὺς ὁποίους, ἀπὸ ἀδυναμία νὰ τοὺς ἀντικρούσω, συμφωνῶ ἀπολύτως. (περισσότερα…)