Συντάκτης: il Notaro

Πού οδήγησε το «εκσυγχρονιστικό» πείραμα της περιόδου 1996-2004

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Α.

Η πολιτική θεωρία που κυριάρχησε στην Ελλάδα την οκταετία 1996-2004 στηριζόταν στην έννοια του «εκσυγχρονισμού»[1]. Το περιεχόμενο της έννοιας αυτής τη συγκεκριμένη περίοδο συνίστατο στο να επέλθουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας με στόχο αυτή να πλησιάσει και τελικά να καταστεί ισάξια των υπολοίπων ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Στόχος του εκσυγχρονισμού ήταν η σύγκλιση με το φαντασιακό μοντέρνο που αντιπροσωπεύει η Δύση. Κατά συνέπεια η όλη προσπάθεια θα έπρεπε να λειτουργεί εντός του νεωτερικού-μοντερνιστικού πλαισίου, το οποίο κυριάρχησε για μια μεγάλη χρονική περίοδο στη Δύση με την επικράτηση της αστικής τάξης και με κύριο χαρακτηριστικό την επιβολή του εναρμονιστικού-συνθετικού σχήματος σκέψης.[2]

Ο εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μια μάχη της προόδου κατά της υστέρησης, του ορθολογισμού κατά του λαϊκισμού, του Διαφωτισμού κατά του σκοταδισμού, της ανεκτικότητας κατά της μισαλλοδοξίας, μέχρι την επίτευξη του «οικουμενικού οράματος»[3] του Διαφωτισμού.[4]

Οι ντόπιοι «εκσυγχρονιστές»[5] θεωρούν ότι η παραπάνω άποψη συνάδει στην πράξη, με την ολοκλήρωση του αστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, δεδομένου ότι ο μετασχηματισμός αυτός έχει παραμείνει ανολοκλήρωτος και ό,τι έχει συμβεί στην ελληνική κοινωνία δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια νόθα κατάσταση[6] η οποία χρειάζεται πάση θυσία να ξεπερασθεί. (περισσότερα…)

«Επισκεφθείτε το τέλος»

*

Ένας νέος εφιάλτης γυρνάει
το βλέμμα σε όσα δεν είδαˑ
μια φράση σαν από λάθος
ανασταίνει την άγνωστη μνήμη
σ ε  έ ν α ν  τ ό π ο  δ ι κ ό  μ α ς  π ο υ  δ ε ν  υ π ή ρ ξ ε
απάτη – μιας άνυδρης χώρας το τάμα.
Με ξυπνάει ένα νεύμα σε άγνωστη γλώσσα
την κοιτάω στα μάτια —για δες πώς
μου μοιάζει ετούτη η ξένη— μου λέει welcome, attention
ανοίγει την μπάρα, περνάω.

Ξενοδοχεία ξεδοντιασμένα, μαραζωμένοι
τσιμεντόλιθοι, ένας γερανός γερασμένος
και στο άγκιστρό του το θαύμα ετοιμοθάνατο:
αιώνιο βαρίδι ή δαμόκλειος σπάθη.
Νοέμβριος, κι ο ήλιος καίει σα να ’ναι Ιούλης·
σάπιοι καρποί σε ξεραμένα χορτάρια
κολλάνε, βρομάνε, προνύμφες γεννάνε

ένα φάντασμα που κλαίει
γυμνό μες στους δρόμους

τρυπάνια σειρήνες τις κραυγές στραγγαλίζουν
κλείνουν οι εργάτες τις ρωγμές της ασφάλτου
με πίσσα και σκυρόδεμα λείο
μαύρο, στιλπνό. (περισσότερα…)

Άνθρωποι

*

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Απόψε ξεκινώ για τις αθάνατες πορείες
θα διηγούμαι στους θεούς ηρώων ιστορίες
θα λάμπει σμαραγδένιο το πεπερασμένο σώμα
μα αν με ρωτάς τι λαχταρώ: να μείνω λίγο ακόμα.

~.~

Η ΝΥΜΦΗ

Περνά περνά μια νύμφη,
αδράξτε τον αέρα
γευτείτε το απαλό της πάτημα·
σπάει σαν ρόδι ο θόλος του ουρανού
για μια βραδιά και μόνο
κι όποιος τη χάσει χάνει την πνοή του.

(Το δέρμα που αγαπάς
σωστά στην άνοιξη το ζήτησες,
αν είναι αλήθεια οι μύθοι των Ελλήνων
κι η ζάλη που τρυγά τη φαντασία σου.)

Προσπέρασε· στα διχασμένα φύλλα
στα ανήσυχα νερά τη νιώθω ακόμα.
Είχαν πλαγιάσει τα παιδιά μας
είχαν τα αλεπουδάκια κοιμηθεί
δεν ήρθαν νέα απ’ τα πουλιά
και ποιος μπορεί να δει
στο κάτω κάτω της γραφής τα αερικά;

~.~ (περισσότερα…)

Ξενοζηλία καί ὑποτέλεια: Σκέψεις γιά τό παρόν καί τό μέλλον τῆς ἑλληνικῆς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Σέ μιά πρώτη ματιά, ἡ σημερινή μας συνάντηση φαντάζει πράγμα ἀταίριαστο. Ἡ κρίση πού διέρχεται ἡ χώρα εἶναι ὁλοκληρωτική. Τίποτε δέν μαρτυρεῖ ὅτι θά ξεπεραστεῖ σύντομα. Τί θέλουν λοιπόν οἱ συζητήσεις γιά τά ἑλληνικά καί τήν ὀρθογραφία τους αὐτή τή στιγμή πού ἄλλα, στοιχειωδέστερα, διακυβεύονται;

Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ συζήτησή μας μοιάζει, εἰδικά αὐτή τή στιγμή, ὡς ἀπολύτως προσήκουσα – θά ἔλεγε κανείς ἀναγκαία. Στό μέτρο πού τούς ἀναλογεῖ, οἱ περιπέτειες τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀποτελοῦν κι αὐτές μέρος τῆς γενικῆς κακοδαιμονίας μας, συνιστοῦν μιά ὄψη, μιά πλευρά τῆς πολυεδρικῆς μας κρίσης. Δίπλα στήν οἰκονομική καί τήν κοινωνική, δίπλα στή θεσμική καί τήν ἠθική, ὑπάρχει δηλαδή καί ἡ γλωσσική κρίση, καί αὐτή δέν εἶναι διόλου ἀμελητέα.

Μιλῶ γιά γλωσσική κρίση, προσοχή, ὄχι γιά γλωσσικό ζήτημα ἤ γλωσσικό πρόβλημα. Οἱ ὅροι αὐτοί, οἱ ἐπιβεβαρημένοι ἀπό τό παρελθόν, εἶναι παντελῶς ἀκατάλληλοι γιά νά περιγράψουν τή σημερινή μας κατάσταση. Συντελοῦν στή συσκότιση, ὄχι στόν φωτισμό της. Ὅταν φέρ’ εἰπεῖν κάνουμε λόγο γιά τίς τύχες τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας σήμερα, ειδικότερα τοῦ ἱστορικοῦ τονισμοῦ, καί ἐπιχειρηματολογοῦμε ὡσάν νά ἐπρόκειτο γιά συνέχεια τῆς διαμάχης μεταξύ καθαρολόγων καί δημοτικιστῶν, χάνουμε ἐντελῶς ἀπό τό ὀπτικό μας πεδίο τήν εἰδοποιό διαφορά τῆς σημερινῆς κρίσης ἀπό τά προβλήματα πού μᾶς ταλάνισαν κατά τό παρελθόν. Ὡστόσο, εἶναι σαφές. Ἡ δισχιλιετής ἔριδα ἀττικιστῶν καί ὀπαδῶν τῆς δημώδους ἔχει ὁριστικά λήξει. Ὅσοι τή διατηροῦν στή ζωή, ἀναρριπίζοντας σκουριασμένα ἐπιχειρήματα ἤ ἐφευρίσκοντας φανταστικούς ἀντιπάλους, λ.χ. τήν τάση τοῦ λεγόμενου «νεοκαθαρευουσιανισμοῦ», τό κάνουν συνήθως ἀπό κεκτημένη ταχύτητα – ἤ καί ὑπολογισμένη ἰδιοτέλεια. Βλέπετε, τό ἀντικείμενο τοῦ παλαιοῦ διαξιφισμοῦ ἐξέλιπε, μερικοί ὅμως ἀπό τούς πάλαι ποτέ ξιφομάχους μακροημερεύουν καί ἐξακολουθοῦν νά διεκδικοῦν τήν προσοχή τῆς δημοσιότητας.

Ἐπιπλέον, στό διχαστικό αὐτό σχῆμα πού κληρονομήσαμε ἔχει προστεθεῖ τελευταῖα καί ἕνα ἄλλο, εἰσαγόμενο καί ἐξίσου ἄσχετο, τό δίπολο ἐθνικιστῶν καί ἀντεθνικιστῶν. Κατά τή γνώμη τῶν πιό μονολιθικῶν ἀπ’ αὐτούς τούς δεύτερους, ὅποιος σήμερα διατυπώνει ἀνησυχία γιά τό μέλλον τῆς ἑλληνικῆς, εἶναι φανερός ἤ κρυφός θιασώτης τοῦ ἐθνικισμοῦ. Καί ἐνῷ οἱ ἴδιοι κόπτονται, καί ὀρθά, γιά τήν ἐξαφάνιση τῶν μειονοτικῶν γλωσσῶν καί ἰδιωμάτων, τούς κινδύνους πού ἀφοροῦν τίς ἐθνικές γλῶσσες τούς ἀποσιωποῦν. Τήν ἴδια στιγμή ἀντιμετωπίζουν τήν ἐπέλαση τῆς ἀγγλικῆς στήν καλύτερη περίπτωση μέ συγκαταβατική ἀπάθεια, ἄν ὄχι μέ διεθνιστική χαιρεκακία. Ὅσο γιά τούς πρώτους, τούς «ἐθνικόφρονες», γραφικοί καί ἀσόβαροι ὅπως εἶναι στήν πλειονότητά τους, μόνο στό νά κρατοῦν ζωντανή τήν κινδυνολογία καί τόν φανατισμό τῶν σταυροφόρων τοῦ ἀντεθνικισμοῦ χρησιμεύουν. (περισσότερα…)

Οι μεταφυσικές αγωνίες μιας λιβελούλας

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Ένας θόρυβος, σαν φτερουγίσματα. Ξέρεις τι είναι. Άλλη μία λιβελούλα μπήκε από το παράθυρο και παγιδεύτηκε στο φωτιστικό πάνω από το κεφάλι σου. Αφήνεις το βλέμμα σου να ακολουθήσει τις τροχιές που διαγράφει η σκιά γύρω από τη λάμπα.

Σήμερα το πρωί, λίγο μετά την ανατολή, βγήκε από το κουκούλι της. Στάθηκε να δροσιστεί σ’ ένα λακκάκι με νερό, σ’ εκείνον τον βράχο, στον κήπο του κινηματογραφόφιλου και βαθιά θρησκευόμενου γέρου γείτονά σου. Κάθε βράδυ, την ίδια ώρα, βγαίνει στον κήπο και ποτίζει τον κατάξερο βράχο.

Ο υπνωτιστικός χορός της σκιάς ακολουθεί πλέον τον ρυθμό της μουσικής σου. Φέρνει βόλτες γύρω από τη λάμπα, όπως εκείνη η κατσαρίδα γύρω από το πιάτο. Η μυρωδιά νεκρών εντόμων δείχνει το δρόμο. Ένα κουκούλι από φως πυρακτώσεως.

Στο τέλος, με μία απαλή κίνηση, πατάς τον διακόπτη και σβήνεις το φως, όπως κάνεις για κάθε παγιδευμένο τετέλεσται, σαν να ντρέπεσαι λίγο.

Στο σκοτάδι, τα φώτα των διερχόμενων αυτοκινήτων χαράζουν γραμμές πάνω στο σώμα σου. Ξανά και ξανά και ξανά… Με βέβαιη τυχαιότητα.

Λίγες ώρες μόνο μέχρι το τελετουργικό της ανατολής. Και της δύσης. Και της ανατολής…

Αύριο βράδυ, μία άλλη λιβελούλα θα ακολουθήσει το ίδιο χημικό μονοπάτι προς τη λάμπα πάνω απ’ το κεφάλι σου. Ο γέρος θα λείπει κι ένα οριγκάμι με άρωμα ντατούρας θα έχει ανθίσει πάνω στον βράχο. Θα σταθεί να το μυρίσει, λίγο πριν σε επισκεφθεί.

Κι εσύ ξέρεις πως αν τολμήσεις να έχεις ανοιχτό το παράθυρο, θα προσγειωθεί στο περβάζι, θα σε παρατηρήσει για μερικά δευτερόλεπτα και με λίγα παιξίματα του κεφαλιού της θα τινάξει από τις κεραίες της την τελευταία ανατολή των κόσμων. Οι πλανήτες θα γίνουν οματίδια μ’ ένα νήμα βολφραμίου στον πυρήνα τους κι εσύ μέσα στο δωμάτιο θα χορεύεις σε κύκλους γύρω από την λάμπα. Τα αυτοκίνητα θα περιφέρουν τα φώτα τους γύρω από το αόρατο κέντρο της πόλης και η πόλη θα κυλάει σιωπηλά γύρω από το αόρατο κέντρο του ηλιακού συστήματος.

Τροχιές αμείλικτης βεβαιότητας, χωνεύοντας ακόρεστα χιλιετηρίδες μέχρι να μουδιάσουν τα πόδια σου από την εξάντληση και να αποδεχτείς ότι το περιήλιο του Ερμή θα αψηφάει πάντα τους καλύτερους υπολογισμούς σου.

Και τότε όλα θα παγώσουν. Ημιλιπόθυμος, πάνω στο ζεματιστό γυαλί, με μία μυρωδιά κρεματορίων στα ρουθούνια, θα δεις ένα-ένα όλα τα φωτογενή νήματα να εξαϋλώνονται και θα παρακολουθείς με τρόμο τον ήλιο να εξαντλεί τα πυρηνικά του αποθέματα.

Μην ανησυχείς. Απαλά, αλλά χωρίς ντροπές, η λιβελούλα πέταξε μέχρι τον απέναντι τοίχο και έκατσε πάνω στον διακόπτη.

Φωτογραφία Χαρίδημος Μπάρκας

*

 

Το τέλος του ανθρώπου ή Η παραμόρφωσή του

*

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σωτήρη Γουνελά  Το τέλος  του ανθρώπου ή Η παραμόρφωσή του  (Αρμός, 2022), το οποίο παρουσιάζεται αυτήν τη Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2023 και ώρα 19:00, στις Εκδόσεις Αρμός (Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα). Θα μιλήσoυν: π. Αντώνιος Πινακούλας, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονα Χαλανδρίου, Δημήτρης Βασιλάκης, επ. καθηγητής φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Βασίλης Ξυδιάς, θεολόγος, Στέφανος Ευθυμιάδης, βυζαντινολόγος, καθηγητής Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου και ο συγγραφέας του βιβλίου Σωτήρης Γουνελάς.

~.~

Δυστυχώς και η αποξένωση και η εκμηχάνιση καθιερώθηκαν και οι άνθρωποι τραβούν το δρόμο τους ‘νήπιοι’ σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα που έφαγαν τα ιερά βόδια του θεού Ήλιου και στο ταξίδι της επιστροφής δεν επέζησε κανένας. Όταν σβήσεις από μέσα σου την δημιουργία του ανθρώπου “κατ’ εικόνα” Θεού, ο άνθρωπος καταντά-τελικά- κατ’ εικόνα της μηχανής! Φαίνεται πως η παραμόρφωση αρχίζει με τον Καρτέσιο, ο οποίος χωρίζει την ψυχή από το σώμα μηχανοποιώντας το και χωρίζει την ψυχή από την φύση. Έτσι καθιερώνεται ο χωρισμός του υποκειμένου από το αντικείμενο που έκτοτε σημαδεύει τη Δύση αδιάκοπα με επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η φύση ανήκει στα εκτατά (res extensae) και μαθηματικοποιείται.

Ποιό είναι το ζήτημα; Το ζήτημα είναι ότι δεν γίνεται να κάνουμε –δηλ. να κάνει ο άνθρωπος– την φύση αντικείμενο σαν να είναι κάτι ξέχωρο από αυτόν. Η φύση, ο κόσμος δεν είναι ΕΞΩ από τον άνθρωπο-υποκείμενο. Κάνοντάς το αυτό καταδίκασε την πορεία του κόσμου και του ανθρώπου σε ένα είδος αβυσσαλέας απόστασης-διάστασης, έκοψε στα δύο το ενιαίο της ζωής μόνο και μόνο για να καταστήσει τον άνθρωπο κυρίαρχο και κατακτητή της φύσης.

Ο πρώτος που έκανε κριτική στον Καρτέσιο πάνω σε αυτά τα ζητήματα ήταν ο ρώσος Σολοβιώφ στη διατριβή του με θέμα Η κρίση του δυτικού πνεύματος (μεταφράστηκε γαλλικά από τον Μαξίμ Χέρμαν γύρω στα 1942), όπου έγραφε μεταξύ άλλων: θεωρεί ότι «αναπαριστούμε (διανοητικά) την φύση ως ένα ον απολύτως εξωτερικό στη λογική (ratio), που αυτή -η λογική- αγωνίζεται να το δαμάσει». Ο Ντεκάρτ, γράφει ο Σολοβιώφ, «αρνιόταν ακόμα και στα ζώα την ύπαρξη ψυχής και χώριζε με ανυπέρβατη άβυσσο το ανθρώπινο πνεύμα, όχι μονάχα με την υπόλοιπη φύση, αλλά και με το ίδιο του το (ανθρώπινο) σώμα». Και ακόμη: «την μοναδική κίνηση που δέχεται (μέσα στη φύση) είναι η μηχανική κίνηση, που οφείλεται σε μια ώθηση. Εξαιρεί από την φύση κάθε ζώσα ενέργεια» (ό.π.). (περισσότερα…)

Κράτος και Εκκλησία: Ιστορία και μέλλον μιας περίπλοκης σχέσης

*

Σχόλια υπό την προοπτική του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη

του π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΚΑΝΑ

Ο τίτλος της εισήγησης εγείρει υπέρμετρες προσδοκίες. Ελπίζω όμως ο υπότιτλος να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Σε ό,τι ακολουθεί θα επιχειρήσω κυρίως να φωτίσω κάποιες πλευρές της μέχρι τώρα σχέσης κράτους και εκκλησίας, στο χώρο της Δύσης, αλλά και στον τόπο μας, και να εικάσω κάποιες από τις πιθανές προοπτικές αυτής της σχέσης χρησιμοποιώντας πτυχές της ανάλυσης του Παναγιώτη Κονδύλη.

Γράφει ο Κονδύλης: «Το νεότερο κράτος υπήρξε ένα άπειρα πλαστικό και προσαρμοστικό εργαλείο, στην ήδη μακρά ιστορία του συμμάχησε με πολύ διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και υπηρέτησε  τους πιο διαφορετικούς σκοπούς, αλλάζοντας κάθε φορά την έκτασή του, την οργανωτική του μορφή και τους φυσικούς του φορείς… Ακόμα και στην εποχή της ακμής της raison detat διόλου δεν καταφρονούσε την προπαγανδιστική συμμαχία με χριστιανικές και ηθικές (ήτοι οικουμενικές) αρχές».[1] Οι παρατηρήσεις αυτές μας θέτουν ήδη στην καρδιά του θέματος. Το να μιλάμε για κράτος και εκκλησία ως δυο σαφείς και διακριτές κοινωνικές οντότητες πριν από την αυγή των Νέων Χρόνων συνιστά υπό μια έννοια αναχρονισμό. Η μεσαιωνική χριστιανοσύνη αποτελούνταν από ένα κοινωνικό σώμα, εντός του οποίου το Εκκλησιαστικό και το Πολιτικό δεν σηματοδοτούσαν τόσο ιδιαίτερες δικαιοδοσίες ή τροπικότητες της εξουσίας, αλλά διαφορετικούς σκοπούς-προορισμούς. H Εκκλησία εμφορούνταν πρωτίστως από τη μέριμνα για τον υπερβατικό προορισμό της ανθρώπινης κοινότητας, ενώ η πολιτική εξουσία ασχολούνταν με τον έγχρονο- ενδοϊστορικό προορισμό της ίδιας αυτής κοινότητας.[2] Οι εντάσεις και οι συγκρούσεις ανάμεσα στις πολιτικές και εκκλησιαστικές αρχές δεν καταργούσαν ούτε αμφισβητούσαν την κοινή προκείμενη, ότι δηλαδή τελικός στόχος ήταν η Βασιλεία του Θεού και ενδιάμεσος στόχος η βασιλεία επί της γης ως σημείο της Βασιλείας του Θεού. Αυτή η κοινή προκείμενη σηματοδοτεί ολόκληρη την εποχή που ονομάζεται σήμερα Χριστιανοσύνη (Christendom).

Μιλώντας όμως ο Κονδύλης για «προπαγανδιστική συμμαχία με χριστιανικές και ηθικές (ήτοι οικουμενικές) αρχές» έχει κατά νου τη θεμελιώδη στροφή που επέφερε η ανάδυση του νεωτερικού κράτους. Τυπικός εκφραστής-καταγραφέας της εξέλιξης αυτής είναι ο Max Weber ο οποίος διείδε πως η θρησκεία στο πλαίσιο των Νέων Χρόνων συνιστούσε πλέον μια ιδιωτική-απολιτική σφαίρα και λειτουργούσε ως αποθετήριο αξιών και ιδανικών τα οποία με τη σειρά τους θα έπρεπε να ενσωματωθούν στο βασίλειο της πολιτικής μέσω της τέχνης της διακυβέρνησης. (περισσότερα…)

Louise Glück (1943-2023), Περσεφόνη ἡ Περιπλανώμενη

*

Στήν πρώτη ἐκδοχή, ἁρπάζουν
τήν Περσεφόνη ἀπό τή μητέρα της
καί ἡ θεά τῆς γῆς
τιμωρεῖ τή γῆ – κάτι
συνεπές πρός ὅσα γνωρίζουμε γιά τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά,
πώς οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις παίρνουν βαθιά ἱκανοποίηση
προκαλώντας κακό, ἰδιαιτέρως
ἀσυναίσθητο κακό:

θά μπορούσαμε νά τό ἀποκαλέσουμε
ἀρνητική δημιουργία.

Ἡ ἀρχική διαμονή τῆς Περσεφόνης
στήν κόλαση συνεχίζει νά διασύρεται
ἀπό τούς μελετητές πού διαφωνοῦν γιά
τίς αἰσθήσεις τῆς παρθένας:

συνέβαλε στόν βιασμό της,
ἤ σύρθηκε, παρά τή θέλησή της,
ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει τώρα στά μοντέρνα κορίτσια.

Ὅπως εἶναι πασίγνωστο, ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀγαπημένου
δέν ἐπανορθώνει
τήν ἀπώλεια τοῦ ἀγαπημένου: ἡ Περσεφόνη (περισσότερα…)

Ο Γκοντάρ απέναντι στην επικαιρότητά του

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Υπάρχουν ταινίες που φέρουν εντός τους το χρονικό τους στίγμα και την επείγουσα επικαιρότητά τους. Άλλες πάλι την ομολογούν λιγότερο. Η ταινία μυθοπλασίας, βέβαια, είναι μοιραία ετεροχρονισμένη σε σχέση με τις χρονικές συνθήκες παραγωγής της. Ο αόριστος, κατεξοχήν παρελθοντικός χρόνος, είναι ο χρόνος της μυθοπλασίας, του παραμυθιού. Ο Ιβάν ο Τρομερός μπορεί να έχει μια υπονοούμενη σχέση με την ιστορική στιγμή του σταλινισμού, η Σωσίβια λέμβος του Χίτσκοκ είναι προφανέστερα υποταγμένη στην αναγκαιότητα να αντιμετωπιστεί ο φασισμός και να κερδηθεί ο πόλεμος, η Κινέζα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ είναι όμως αναντίστατα βουτηγμένη στην «επικαιρότητά» της. Μια επικαιρότητα της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας, του γκωλισμού και των αντιπάλων του, της μεταπολεμικής ανάτασης αλλά και δυσφορίας, του ψυχρού πολέμου, του ιδεολογικού αναβρασμού μέσα στις δυτικές δημοκρατίες· μια επικαιρότητα των αριστερών ιδεών και ιδεοληψιών, του σταλινισμού, του μαοϊσμού και των ποικίλων παραφυάδων τους, των αναρχικών της Ναντέρ και των σιτουασιονιστών, μια επικαιρότητα σφραγισμένη από τον πόλεμο του Βιετνάμ, από τα αιτήματα για ειρήνη και κοινωνική δικαιοσύνη, από όλη εκείνη την πυρετώδη κατάσταση που θα οδηγήσει σε ό,τι τόσο κωδικοποιημένα και συμβολικά ονομάζουμε «Μάης του ’68».

Βασικοί φορείς και πρωταγωνιστές αυτών των αιτημάτων: οι νέοι. Οι μεταβολές στο προσδόκιμο της ζωής, η διάχυση του αλφαβητισμού, η γενίκευση της εκπαίδευσης θα καταστήσουν τούτο το κομμάτι του πληθυσμού έναν καίριας σημασίας φορέα. Σε αυτούς δίνεται πλέον το βάρος για τη συνέχιση και την προοπτική της κοινωνίας. Οι συμπαρομαρτούσες έννοιες της ομορφιάς, του σφρίγους, της υγείας, της αθωότητας και της ορμής θα είναι αναπόφευκτα πλέον επενδυμένες σε αυτούς. Νέοι θα είναι, λοιπόν, οι πρωταγωνιστές της Κινέζας. Και η επανάσταση είναι η εμμονή τους. Ο κόσμος πρέπει να αλλάξει, έστω μόνο για να αλλάξει. Έστω μόνο η επανάσταση για την επανάσταση.

Πώς τώρα ο μαοϊσμός, το κινέζικο καθεστώς της πολιτιστικής επανάστασης μπόρεσε να εμπνεύσει έναν τέτοιο οίστρο, δεν είναι κάτι που πρέπει να ξενίζει. Ο σταλινισμός ήταν ήδη μια τόσο «κοντινή» πραγματικότητα, ο ολοκληρωτισμός των γκουλάγκ διαγραφόταν ήδη ξεκάθαρα. Η Κίνα μπόρεσε να φαντάξει για ένα διάστημα ως ένας εναλλακτικός δρόμος μεταξύ του αστικού φιλελευθερισμού και του σοβιετικού ολοκληρωτισμού. Χωρίς να αποκλείουμε μια χροιά οριενταλισμού, το κινεζικό όραμα διέθετε ακόμη μια πρωτογενή ριζοσπαστική δύναμη, αυτήν που χρειαζόταν ώστε η έννοια της «επανάστασης», μια έννοια που δεν χρειάζεται πάντα να την παίρνουμε στην ονομαστική της αξία, να γίνει ένας καθοδηγητικός πόλος, μια οιστρηλατική ουτοπία, με άλλα λόγια να γίνει ένα όριο της σκέψης, κάτι που ο εξεγερμένος νους θέλει να φτάσει πάση θυσία, έστω κι αν μετά από αυτό δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο, δεν μπορεί να υπολογίσει καμιά συνέπειά του και συνέχειά του. Ας γίνει η ανατροπή αυτού που υπάρχει και κατόπιν βλέπουμε: αυτό ομολογεί περίπου ένας από τους ήρωες της ταινίας. Καθότι η επανάσταση είναι ένα ποθητό ζητούμενο που κρύβει την επόμενη μέρα, τη μετεπαναστατική «μελαγχολία». Η επαλήθευση της επανάστασης, βέβαια, δεν είναι υπόθεση των διανοουμένων και των καλλιτεχνών, αλλά της ίδιας της ιστορικής πραγματικότητας‒ που περικλείει και αυτούς. Η επανάσταση τελικά δεν έγινε, και αυτό μας κάνει να βλέπουμε σήμερα τόσα χρόνια μετά τον Γκοντάρ και τους ήρωές του ως θύματα της ιστορικής τους πλάνης και της μοιραίας υποκειμενικότητάς τους. Η διαφορά υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών, για την οποία ο ιστορικός υλισμός τόσο μελάνι έχει χύσει, υπογραμμίζεται με έμφαση από τους ήρωες της ταινίας, που τούτη η ιδεολογική τους παραφορά μπορεί να μας φαίνεται μάταιη, αλλά δεν μπορεί και να μη μας υποκινήσει συναισθήματα συμπάθειας. Όλοι λίγο-πολύ είμαστε θύματα μιας ιστορικής αυταπάτης. (περισσότερα…)

Στη σκιά του Σημίτη

*

Είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την κυβερνητική του αφυπηρέτηση, δεκαπέντε σχεδόν χρόνια από την απαρχή της τωρινής σκοτοδίνης, αυτός ο τόσο ασυνήθιστος για τα ελληνικά μέτρα πολιτικός εξακολουθεί να εμπνέει τους ιθύνοντες νόες της χώρας της οποίας κάποτε ηγήθηκε – και όχι μόνον εκείνους.

Στα μάτια των πολλών, ο Σημίτης έμοιαζε πάντα «Ευρωπαίος» κι αυτό κολάκευε έναν λαό που ήθελε το ίδιο: να περνιέται για ό,τι δεν είναι. Τον είπαν «λογιστή» κι αυτό ήταν βολικό κι αβανταδόρικο σ’ έναν τόπο όπου κανείς δεν ξέρει να λογαριάζει. Τον είπαν «προτεστάντη» για να μπορούν όλοι γύρω του να ξεφαντώνουν ανέμελοι στο όργιο του παρασιτισμού και του λάιφ-στάιλ. Άνθρωπος τακτικός, συστηματικός, συνεπής, σοβαρός, δεν υπήρχε δευτερεύουσα αρετή που να μην την είχε. Ούτε όμως κύρια αρετή που να τη διέθετε. Τις μάχες που επέλεξε να δώσει, όλες τις κέρδισε: ευρώ, Ολυμπιάδα, ταυτότητες. Όμως όλες τους ήταν οι λάθος μάχες. Στο πραγματικό πεδίο της σύγκρουσης δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Νους βραχυπρόθεσμος, έζεψε την άμαξα πριν από τ’ άλογα. Επέλεξε να αγνοήσει τα πρώτιστα, την παραγωγική αποσάθρωση, τη δημογραφική κατακρήμνιση, την παραλυσία του κράτους. Η σύγκρουση με τις δυνάμεις της καθυστέρησης, με το ίδιο του το κόμμα πρώτα απ’ όλα, θα ήταν ανελέητη, το κόστος τεράστιο. Προτίμησε λοιπόν την υπεκφυγή προς τα εμπρός. Διάλεξε για συμμάχους τούς εχθρούς. Αναγόρευσε το παραμύθι της ΟΝΕ σε πανάκεια. Καλλιέργησε την αυταπάτη ότι αρκεί κανείς να συμμορφωθεί στα κριτήρια των Βρυξελλών και όλα θα πάνε καλά. Πέταξε κι αυτός, όπως ο παλαιός Καραμανλής, τη χώρα στα βαθιά, με την προσδοκία να μάθει κολύμπι. Δεν είδε ότι τα βαθιά ήταν πισίνα υπερπολυτελούς ξενοδοχείου με ναυαγοσώστες, σωσίβια, ξαπλώστρες, κοκτέηλ για μέθυσους – και με πανάκριβο λογαριασμό.

Ο Σημίτης στάθηκε ωστόσο τυχερός. Αποσύρθηκε εγκαίρως, προτού η βόμβα σκάσει στα χέρια του και βγάλουν όλοι τα συμπεράσματά τους. Αυτοί που πήραν και έχουν ακόμη τη θέση του τον κάνουν σήμερα να μοιάζει χαμένη ευκαιρία. Γι’ αυτό και γίνεται πιστευτός όταν όπου σταθεί κι όπου βρεθεί διηγείται το γνωστό συναξάρι: για όσα έγιναν φταίνε οι μετέπειτα, οι διάδοχοι, οι άλλοι.

Οι απελπισμένοι του «εκσυγχρονισμού», τα ορφανά της «Κεντροαριστεράς», οι «φιλελεύθεροι» και οι «μεταρρυθμιστές» του Μαξίμου, τα ανεμομαζώματα της δανεικής ευμάρειας τον νοσταλγούν. Αλλά και άνθρωποι πολλοί, αξιόλογοι, καλόπιστοι αναπολούν ακόμη τις μέρες του, τρέχουν να φωτιστούν στη σκιά του. Αυτός, που υπήρξε ένα τόσο μεγάλο κομμάτι απ’ το πρόβλημα, τι ειρωνεία, μες στα ερείπια προβάλλει τώρα ως κομμάτι της λύσης που υποτίθεται είχαμε ήδη στα χέρια μας αλλά μάς γλίστρησε και όλο την κυνηγάμε.

«Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο», έγραφε και για κείνον στα 1997 ο Παναγιώτης Κονδύλης. Ο ίδιος θα το ’λεγε ίσως καλύτερα: «Αυτή είναι η Ελλάδα!»

ΚΚ

Ναόμι Σιχάμπ Νάυ, Ποιήματα της Μέσης Ανατολής

*

Πρόλογος-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Η Ναόμι Σιχάμπ Νάυ γεννήθηκε το 1952 στο Μιζούρι των ΗΠΑ από πατέρα Παλαιστίνιο πρόσφυγα κι από μητέρα Αμερικανίδα γερμανοελβετικής καταγωγής. Η πρώτη της ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή, Διάφοροι τρόποι προσευχής, εκδόθηκε το 1980 κι έκτοτε το έργο της απέσπασε διάφορες διακρίσεις. Ακολουθούν δέκα επιλογές από τη συλλογή 19 Είδη Γαζέλας: Ποιήματα της Μέσης Ανατολής του 2002. Το βιβλίο εκδόθηκε στη σκιά της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους κι αποσκοπούσε να φέρει στο προσκήνιο ένα βίωμα ειδικώς αραβικό. Τα ποιήματα είναι απλά και γειωμένα. Συχνά από τη σκοπιά της επισκέπτριας εξ Αμερικής, σκιαγραφούν την καθημερινότητα στην πατρογονική γη της Παλαιστίνης, τα χωράφια, τους καρπούς, το φαγητό, την παιδική ηλικία· όλα ποτισμένα στον πόλεμο.

~.~

Στην πηγή
Όταν βραδιάζει οι γυναίκες
πηγαίνουν στην πηγή,
οι ξαδερφάδες μου βαστούν τεράστιους κουβάδες
πάνω στα κεφάλια τους.
Όλες έχουν ακούσει ιστορίες για νερά
που βγαίνουν από σωληνώσεις:
οι αδερφοί τους ορύττουν τρύπες,
βάζουνε πλακάκια.
Στη σκεπή ένα ντεπόζιτο ασημόχρωμο
θα δώσει βράση στο νερό μες στον ήλιο.
Γνωρίζουν πως υπάρχουν χώρες
όπου άντρες και γυναίκες φιλιούνται στον δρόμο,
όπου το χέρι του άντρα στο γόνατο της γυναίκας
δεν σημαίνει σεισμό.

Κι όμως παίρνουν τους κουβάδες τους,
το πανί το χοντροδιπλωμένο επάνω
στο κεφάλι τους, και πηγαίνουν στην πηγή,
φάλαγγες γυναικών κατά δυάδες και τριάδες,
χαιρετιούνται σιγανά και μουρμουρώντας,
με νεύμα τόσο αδιόρατο που ο κουβάς ίσα που σαλεύει.

Γυρίζουν οι σελίδες, αιώνες ανέμου.
Τούτα τα πόδια γράφουν ιστορία πάνω στον χωματόδρομο
και κανείς δεν τη διαβάζει, εκτός κι αν βρεθείς εδώ
και τη διαβάσεις, εκτός κι αν διψάσεις
και βουτήξεις τις φούχτες
κει που θα σου πουν οι γυναίκες,
με το κεφάλι σου πίσω γυρτό
στον αέρα που όλο θα φυσήξει γλυκός.

Γνωρίζουν πως εγώ τον κουβά δεν μπορώ να τον κουβαλήσω.
Κι όμως μου τον προσφέρουν, μειδιώντας.
Τρώνε ροδάκινα ξινά και γελάνε
έτσι που κοιτάζω γύρω μου,
λες και υπάρχει κάτι που περιμένει
να το δεις. (περισσότερα…)

Ποίηση και σκληρότητα

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ὅταν φέρνομε στὸ νοῦ μας τὸν αἰσθητικὰ καλλιεργημένο ἄνθρωπο, τόσο τὸ δημιουργό, ποιητὴ ἢ καλλιτέχνη, ὅσο κι ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο ἕνας εὐαίσθητος δέκτης τῶν δημιουργημάτων τῶν ἄλλων, τόνε φανταζόμαστε σὰν μιὰ φύση ἐκλεπτυσμένη, γεμάτη εὐγένεια καὶ καλοσύνη, ἀνίκανο νὰ κάμει τὸ κακό.

Ὅμως πόσο διαφορετική εἶναι ἡ ἀλήθεια!

Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ  χρόνια εἶχα διαβάσει σὲ κάποια ἐφημερίδα τὴν περίπτωση ἑνὸς συνταγματάρχη τῶν  Ἒς Ἔς. Ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ἤτανε διοικητὴς σὲ στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Ὅλο τὸ πρωὶ ὄχι μόνο ἔδινε διαταγές, μὰ καὶ παρακολουθοῦσε ὁ ἴδιος τὴν ἐχτέλεσή τους στὶς αἴθουσες τῶν βασανιστηρίων, στοὺς θαλάμους τῶν ἀερίων καὶ στὰ κρεματόρια. Καὶ σὰν ἐτέλειωνε ἀπὸ τούτη τὴ δουλειὰ γύριζε στὸ γραφεῖο του, ἔπαιρνε ἕναν τόμο μὲ ποιήματα τοῦ Ρίλκε, τοῦ πιὸ λεπταίσθητου ἴσως ποιητῆ πού ’γραψε στὴ γερμανικὴ γλῶσσα, καὶ βυθιζότανε στὸ διάβασμα. Θάλαμοι ἀερίων καὶ ποίηση!

Βέβαια, τούτη ἡ περίπτωση μπορεῖ νά ’ναι μιὰ ἐξαίρεση μὲ τὴν ἀνατριχιαστική της ἀντίθεση. Ἀλλὰ τὴν ἴδια οὐσιαστικὰ ἀντίθεση, λιγότερο χτυπητή, τὴ συναντοῦμε συχνὰ γύρω μας. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ βλέπομε κάποιον –συνήθως κάποια – διαβάζοντας ἕνα μυθιστόρημα ἢ βλέποντας ἕνα ἔργο στὸ θέατρο, στὸν κινηματογράφο ἢ στὴν τηλεόραση νὰ συγκινεῖται μέχρι δακρύων καὶ τὴν ἄλλη στιγμὴ νὰ μένει ὁλότελα ἀδιάφορος μπροστὰ στὴ ζωντανή, τὴ χειροπιαστὴ δυστυχία τοῦ διπλανοῦ του. Κάποτε μάλιστα νὰ μὴ διστάζει νὰ τόνε βλάψει, ἂν πρόκειται νὰ ὠφεληθεῖ ὁ ἴδιος. Πόσοι ἐξάλλου ἀπὸ τοὺς δημιουργοὺς ὁποιασδήποτε μορφῆς τῆς Τέχνης, στάθηκαν ἠθικὲς προσωπικότητες  -ὄχι μὲ τὴ στενή, τὴν πουριτανικὴ ἔννοια τῆς λέξης;  Κάθε λογῆς πάθη, κακίες καὶ μικρότητες χαρακτηρίζουν τὴ ζωὴ πολλῶν ἀπὸ τοὺς μεγάλους τῆς λογοτεχνίας, τῶν καλῶν τεχνῶν καὶ τῆς μουσικῆς.

Ἂς θυμηθοῦμε τὸ βαθὺ μίσος τοῦ Σολωμοῦ πρὸς τὸν ἑτεροθαλὴ ἀδερφό του Ἰωάννη Λιονταράκη καὶ τὶς μακροχρόνιες δίκες ἐναντίον του γιὰ τὴν πατρικὴ κληρονομιά. Τὸ χαρτοπαιχτικὸ πάθος τοῦ Ντοστογιέφσκη, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐρωτικὸ πάθος του γιὰ τὴν Ἀπολινάρια Σούσλοβα, μὲ τὴν ὁποία γύριζε ἀπὸ πόλη σὲ πόλη τῆς Εὐρώπης, ἔχοντας παρατήσει μόνη της στὴ Ρωσία τὴ βαριὰ ἄρρωστη γυναίκα του. Τὶς αἱμομικτικὲς σχέσεις τοῦ Μπάιρον μὲ τὴν ἑτεροθαλὴ ἀδερφή του Αὐγούστα, χωρὶς νὰ λογαριάσομε τὴ σκανδαλώδη στὴ συνέχεια ζωή του. Τὴν ἐπιπολαιότητα, τὴν ἀνευθυνότητα καὶ τὴν ἀναίδεια τοῦ νεαροῦ Μότσαρτ. Αὐτὴ ἡ ἠθικὴ ἐλαστικότητα γίνεται κάποτε ὁλοκληρωτικὴ ἀπουσία ἠθικῶν ἐνδοιασμῶν. Κι ἀποροῦμε ἐμεῖς οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας καλλιτέχνης, ποὺ ἔχει δώσει δείγματα τέτοιας εὐαισθησίας μὲ τὸ ἔργο του, νὰ συμπεριφέρεται μὲ τόση «ἀναισθησία» πρὸς τοὺς συνανθρώπους του, ἀκόμη καὶ πρὸς τὴν ἴδια τὴν οἰκογένειά του; (περισσότερα…)