Συντάκτης: il Notaro

Παράδοξο συνθετικό αφήγημα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Νίκος Κωσταγιόλας,
Σαν άλλος Σαούλ (ένα σατυρικό δράμα),
Εκάτη, 2023

Ο παράξενος τίτλος της πρώτης συλλογής του Ν. Κωσταγιόλα προαναγγέλλει ένα παράδοξο συνθετικό αφήγημα που θέλει να είναι πολλά πράγματα μαζί. Πρώτον, μια μυθιστορία επιστροφής στη ρίζα της καταγωγής που ισούται με πηγή αυτοπροσδιορισμού και αφετηρία επανεφεύρεσης μιας αυθεντικής ταυτότητας. Πράγματι, ως άλλος Σαούλ, το κύριο πρόσωπο του έργου αναβλέπει κάτω από το αποκαλυπτικό φως της ελληνικής γης μετά από την άγονη περιπλάνηση σε ξένα χώματα. Ταυτόχρονα, είναι και αυτοβιογραφία. Πίσω από τα διάφορα προσωπεία βρίσκεται ο ίδιος ο ποιητής που αυτοβιογραφείται αφηγούμενος την προσωπική πορεία προς μια αυτεπίγνωση αναγκαία για την επιβίωση. Τρίτον, αποτελεί ένα δοξαστικό στο μυθοποιημένο χώρο της πνευματικής αφετηρίας που ορίζεται από τη θάλασσα, τον ήλιο, την ηθική παρακαταθήκη του γενέθλιου κόσμου. Τέλος, τη σύνθεση διατρέχει και μια ερωτική ιστορία που συμπλέει με την υπαρξιακή καταβύθιση. Καταβύθιση που θέλει να αποβεί ανάδυση, ανάταση, μύηση, κάθαρση.

Η πολλαπλή αυτή στόχευση αντικατοπτρίζεται, αρχικά, στην περίπλοκη δομή του έργου. Το κείμενο μιμείται χαλαρά τη μορφική σύμβαση του αρχαίου δράματος και αυτό αποτυπώνεται και στην τιτλοφόρηση κάποιων επιμέρους ενοτήτων (π.χ. πάροδος, στάσιμα, παράβαση, έξοδος). Δεύτερον, στον επιμερισμό του λόγου σε τέσσερις φωνές: ενός αφηγητή, και τριών άλλων συμβολικών μορφών, του «Εφήμερου», του Σειληνού και του Χορού των Σατύρων. Η σκυτάλη περνά –όχι πάντοτε με τακτή σειρά– από την αποστασιοποιημένη και εν πολλοίς ρεαλιστική διήγηση του αφηγητή, στον πεζότροπο λόγο του Εφήμερου για να απογειωθεί στη λυρική φωνή του Σειληνού και στα χορωδιακά στάσιμα του Χορού των Σατύρων, που πλαισιώνει τα παραπάνω, άλλοτε σε λυρική ύψωση άλλοτε σε απόπειρα σκωπτικού σχολιασμού. Η πολλαπλότητα, τρίτον, αποτυπώνεται και στην συνύπαρξη χριστιανικών, παγανιστικών, λογοτεχνικών και αρχαιοελληνικών συμβολισμών. Ο Εφήμερος προέρχεται από τον «αυτόχειρα ένοικο μιας βελανιδιάς στον έβδομο κύκλο της Κόλασης» του Δάντη, εκεί που μεταξύ άλλων κολάζονται μεταμορφωμένοι σε δέντρα όσοι αφαίρεσαν οι ίδιοι τη ζωή τους. Ο Σειληνός είναι ταυτόχρονα και ένα είδος δαντικού Βιργιλίου που εδώ δεν ξεναγεί τον ποιητή στην κόλαση αλλά στην περιδιάβαση στον κόσμο των θνητών. Το διονυσιακό, το ιερό, το υπερβατικό και το εμπράγματο καλούνται να συνδράμουν στην υπαρξιακή κρίση του αφηγητή-ποιητή. (περισσότερα…)

Έμιλυ Ντίκινσον, «Η χαρά του να ζεις από μόνη της φτάνει»

*

Όταν διαβάζω ένα βιβλίο και νιώθω όλο μου το κορμί να παγώνει τόσο ώστε καμιά φωτιά να μη μπορεί να με ζεστάνει, ξέρω ότι αυτό είναι ποίηση. Όταν αισθάνομαι σωματικά σαν μου έχουν πάρει το κεφάλι, ξέρω ότι αυτό είναι ποίηση. Αυτοί είναι οι μόνοι τρόποι να την αναγνωρίσω. Υπάρχει άλλος;

 

Πώς ζουν οι περισσότεροι χωρίς να σκέφτονται διόλου; Τόσοι πολλοί ζουν στον κόσμο –το διαπιστώνεις στον δρόμο– πώς ζουν; Πού βρίσκουν τη δύναμη να ντυθούν το πρωί;

 

Η αλήθεια είναι τόσο σπάνια που είναι απολαυστικό να την λες.

 

Βρίσκω έκσταση στη ζωή – η χαρά του να ζεις από μόνη της φτάνει.

 

Όταν έχασα το φως μου, με παρηγόρησε η σκέψη ότι τα αληθινά βιβλία είναι τόσο λίγα στη γη που θα μπορούσα εύκολα να βρω κάποιον να μου τα διαβάσει όλα.

 

Δεν ξέρω τίποτα στον κόσμο τόσο ισχυρό όσο μια λέξη. Μερικές φορές γράφω μία και κάθομαι μετά και την κοιτάζω ώσπου ν’ αρχίσει ν’  αστράφτει.

 

Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;… Η σκέψη αυτή ότι είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε για πάντα και η ύπαρξή μας ποτέ να μην πάψει. Ο θάνατος, που όλοι τρέμουν επειδή μας πετάει στο άγνωστο, εμπρός σε τούτη την ατέρμονη, ατελεύτητη ζωή μοιάζει ανακούφιση.

 

Emily Dickinson, Ποιήματα, Εκλογή-Προλεγόμενα-Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, Κίχλη, Ιούνιος 2022. Το βιβλίο παρουσιάζεται απόψε στα Χανιά στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου.

*

*

*

Zbigniew Herbert, Αγαπητοί μου Άγνωστοι!

*

Επιστολή στους σπουδαστές
της Ανωτάτης Κρατικής Σχολής Θεάτρου

Βαρσοβία, 12 Ιανουαρίου 1995

Αγαπητοί μου Άγνωστοι!

Είμαστε μια ιδιότροπη, ολιγάριθμη, εριστική συντροφιά που δίχως της η περίλαμπρη ανθρωπότητα θα τα κατάφερνε περίφημα. Μειοψηφούμε απελπιστικά, και το χειρότερο είναι ότι σφετεριζόμαστε το δικαίωμα να σκορπάμε γύρω μας το άγχος και την ανησυχία. Θέλουμε να καταναγκάσουμε τους συνανθρώπους μας να αναλογιστούν την ανθρώπινη μοίρα, να παραδοθούν στον βασανιστικό έρωτα που αξιώνουν από εμάς τα σπουδαία, κι ακόμη να περιφρονήσουν όλους εκείνους που πασχίζουν πεισματικά να μειώσουν τον άνθρωπο και να του αφαιρέσουν την αξιοπρέπειά του.

Εμπρός σας ανοίγεται μια θαυμάσια, βάναυση και ανελέητη ζωή. Σε κάθε σας λόγο, κάθε στιγμή, σταθείτε στο πλευρό των αξιών, αγωνιστείτε υπέρ της δεξιοτεχνίας και της ωραιότητας, κατά των σκουπιδιών, υπέρ του αέναου αγώνα της βούλησης και της διάνοιας, κατά της ευκολίας και της μανιέρας, υπέρ της αλήθειας, κατά της υποκρισίας, του ψεύδους και της βίας. Και προς θεού, μην είστε μοντέρνοι! Μείνετε τίμιοι. Καλλιεργήστε το σθένος και τη σεμνότητα. Είθε να βαδίζει στο πλάι σας πάντοτε η πίστη προς την ανέφικτη τελειότητα, και να μην σας εγκαταλείπει ποτέ η αγωνία και η αιώνια μαρτυρική επίγνωση ότι όλα όσα έχουμε πετύχει ώς σήμερα δεν είναι αρκετά.

Σας εύχομαι μια δύσκολη ζωή, μόνο μια τέτοια αξίζει σ’ έναν καλλιτέχνη. Σας απευθύνω τις καλύτερές μου ευχές, χαιρετισμούς και λόγια ελπίδας.

ΖΜΠΙΓΚΝΙΕΦ ΧΕΡΜΠΕΡΤ

*

Ο σκηνοθετισμός αρρώστια του θεάτρου

*

Ζωηρή, κατατοπιστική και ερεθιστική η χθεσινοβραδινή συζήτηση του Δημήτρη Δημητριάδη με τον Μιχάλη Βιρβιδάκη εδώ στα Χανιά και στις «Νύχτες του Ιουλίου» για τη σημερινή θλιβερή κατάσταση του θεάτρου μας, και συγκεκριμένα για την πατέντα του σκηνοθετισμού, του λεγόμενου και «θεάτρου του σκηνοθέτη».

Την «ποιητική άδεια», δηλαδή, που έχουν δώσει κάποιοι στον εαυτό τους να μεταχειρίζονται τα κλασσικά κείμενα της παγκόσμιας δραματουργίας όπως τους αρέσει. Να τα ακρωτηριάζουν κατά το δοκούν, να τα νοθεύουν, να τα διαστρεβλώνουν, να τα παραμορφώνουν. Δεν χρειάζεται να δώσω παραδείγματα, ο Τύπος είναι γεμάτος τέτοια κάθε καλοκαίρι.

«Διαστροφή», «αρρώστια» αποκάλεσε το φαινόμενο ο διακεκριμένος φιλοξενούμενός μας. Και αναρωτήθηκε προς τι η στανική αυτή «επικαιροποίηση», υπό το πρόσχημα της οποίας γίνονται οι παρεμβάσεις, όταν γνώρισμα κεντρικό των κλασσικών κειμένων, από τους Τραγικούς ώς τον Ίψεν και τον Στρίντμπεργκ, είναι ακριβώς η διαρκής επικαιρότητά τους.

Οι δύο συνομιλητές ανέτρεξαν στην προϊστορία της τάσης αυτής, στον γερμανικό Μεταπόλεμο, και κατέδειξαν πώς σταδιακά το αίτημα της καινοτομίας μετέπεσε σε μανιέρα νεωτερομανιακή, με τις γνωστές συνέπειες. Και επισήμαναν επιπρόσθετα την ευθύνη του ίδιου του κοινού, που ενώ στο εξωτερικό συχνά πυκνά αντιδρά έντονα σε αυτούς τους εξωφρενισμούς, εδώ φαίνεται να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα τα πάντα, υπό το χειροκρότημα των ΜΜΕ που δεν διστάζουν να διαφημίζουν και τη μεγαλύτερη εξαλλοσύνη ως ανανεωτική πρόταση.

ΚΚ

*

*

Μιὰ ἀστεία ἱστορία

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ἂς ποῦμε μιὰ εὔθυμη ἱστορία. Μιὰ ἱστορία κωμική, καλύτερα. Βέβαια ὅλες οἱ κωμικὲς ἱστορίες ἔχουνε καὶ τὴ σοβαρή, κάποτε τραγική τους ὄψη. Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι τέτοια μόνο γιὰ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῆς ἱστορίας. Ἐμεῖς σὲ τούτη τὴν περίπτωση δὲν εἴμαστε ‒εὐτυχῶς‒  παρὰ ἀκροατές. Ἂς ἐπωφεληθοῦμε, λοιπὸν κι ἂς διασκεδάσομε.

Ἀρχίζω. Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἤτανε σὲ κάποια ἐπαρχιακὴ πολιτεία μιὰ εὐτυχισμένη μικροαστικὴ οἰκογένεια. Εἶν’ ἀλήθεια πὼς τὸν τελευταῖο καιρὸ ὁ μπαμπὰς κι ἡ μαμὰ εἴχανε μιὰ νευρικότητα, γιατὶ ἡ μεγάλη κόρη ἤτανε πιὰ «σὲ ὥρα γάμου» κι ἔπρεπε νὰ γίνει ἡ «ἀποκατάστασή» της, ὅμως ἐλπίζανε πὼς δὲ θ’ ἀργοῦσε νὰ παρουσιαστεῖ ἡ «εὐκαιρία». Κι ἡ εὐκαιρία ἦρθε. Κάποιος γνωστὸς τῆς οἰκογενείας παρουσίασε ἕνα γαμπρὸ θαῦμα. Νέο, ἀπὸ καλὸ σπίτι, χαρακτήρα ἀψεγάδιαστο καί, τὸ σπουδαιότερο,  μ’ ἕνα ὁλόφωτο μέλλον μπροστά του. Ἀξιωματικὸς τῆς Ἀεροπορίας ‒ ἀνθυποσμηναγὸς γιὰ τὴν ἀκρίβεια‒ καὶ μαζὶ πτυχιοῦχος τῆς Νομικῆς.

Ὁ ἀγαθὸς μπαμπὰς  κι ἡ φιλόδοξη μαμὰ τὰ χάσανε ἀπὸ τὴ χαρά τους. Αὐτή, μάλιστα, ἤτανε τύχη! Βέβαια ὁ νέος ἤτανε ξένος, μὰ τί εἶχε νὰ κάμει στὴν ἐποχή μας! Θὰ φέρνουνταν κουτὰ ἂν ἀφήνανε νὰ φύγει μέσ’ ἀπὸ τὰ χέρια τους μιὰ τέτοια εὐκαιρία. Ρωτήσανε τὴν κόρη. Κι αὐτὴ ἔκλεισε τὰ μάτια, κι εἶδε τὸν ἑαυτό της κρεμασμένο σὲ κάποιο μπράτσο. Δὲν τὴν πολυενδιαφέρανε σὲ ποιόν ἀνῆκε, μιὰ καὶ στὴν ἄκρα τοῦ μανικιοῦ ἀστράφτανε τὰ χρυσὰ σειρίτια. Εἶδε τὸν ἑαυτό της ἀκόμη νὰ τρέχει μέσα σὲ ἰδιόκτητη κούρσα, ὅπου τὸ τιμόνι τὸ κρατοῦσε μὲ τὰ ἴδια της τὰ χέρια. Βρέθηκε σὲ δεξιώσεις φορώντας τὴν πιὸ ὄμορφη τουαλέτα τῆς βραδιᾶς ἢ βρέθηκε καθισμένη γύρω στὸ τραπέζι τοῦ κουνκάν.  Τέλος πάντων ἔκαμε ἕνα πλῆθος ὄνειρα γύρω ἀπ’ ὅ,τι συνθέτει τὴ γεμάτη νόημα ζωὴ μιᾶς καθὼς πρέπει κυρίας στὸν τόπο μας.

Φυσικὰ ἡ ἀπάντηση ἦταν ἕνα ὁμόφωνο «Ναί». Κι ἔγινε ὁ ἀρραβώνας. Στὴν ἀρχὴ ὅλα πηγαίνανε παραπάνω ἀπὸ καλά.  Ὁ «μνηστήρας» ἦταν ἕνα θαυμάσιο παιδί. Ἡ μαμὰ δὲν ἔπαυε νὰ διαφημίζει τὶς χάρες του στὴ γειτονιὰ καὶ σ’ ὅλους τοὺς γνωστούς. Ἀκόμη καὶ στοὺς ἄγνωστους, σὰν τύχαινε ν’ ἀλλάξει μαζί τους δυὸ κουβέντες.

Ὥσπου, δὲν ξέρω πῶς, μαθεύτηκε κάποτε τὸ παραμύθι. Τὸ πτυχίο τῆς Νομικῆς ἦταν ἀνύπαρχτο.  Κι ὄχι μόνο αὐτό. Τὸ «παιδὶ» δὲν ἦταν ἀνθυποσμηναγὸς μὰ ἀρχισμηνίας. Μιὰ μικρὴ διαφορὰ στὸ σειρίτι, μιὰ λεπτομέρεια ποὺ δὲν τήνε γνωρίζουνε παρὰ οἱ μυημένοι, εἶχε ἐξαπατήσει καὶ τὸν ἴδιο τὸν προξενητή. Βέβαια, ὁ πραγματικὸς βαθμὸς βρίσκουνταν μόνο ἕνα σκαλοπάτι παρακάτω ἀπὸ κεῖνον ποὺ τοὺς εἴχανε πεῖ στὴν ἀρχή. Ἔλα ὅμως ποὺ αὐτὸ τὸ σκαλοπάτι ἤτανε τόσο ψηλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν ἐκατάφερνε σ’ ὅλη του τὴ σταδιοδρομία νὰ τ’ ἀνεβεῖ; Κι ἔτσι ὁ γεμάτος ὑποσχέσεις γιὰ τὸ μέλλον ἀξιωματικὸς καὶ πτυχιοῦχος, βγῆκε στὸ τέλος ἕνας κοινός, κοινότατος ὑπαξιωματικός. (περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου 2023 | Η Έμιλυ Ντίκινσον και ο κόσμος της 

*

Τετάρτη 19 Ιουλίου | Αφιέρωμα

«Η δίψα σού διδάσκει το νερό»
Η Έμιλυ Ντίκινσον (1830-1886) και ο κόσμος της 

Για την Έμιλυ Ντίκινσον λίγα πράγματα γνωρίζουμε με ακράδαντη βεβαιότητα. Είπαν γι’ αυτήν ότι έζησε αποτραβηγμένη, ότι ντυνόταν στα λευκά, ότι οι άνθρωποι την περνούσαν για «εκκεντρική». Μία και μόνη φωτογραφία της έφτασε ώς εμάς. Τα 1800 και παραπάνω ποιήματα που έγραψε, όσο ζούσε τα άφησε όλα σχεδόν αδημοσίευτα. Μια πρώτη επιλογή τους τυπώθηκε μόλις το 1890 – και έγινε μονομιάς ανάρπαστη. Έκτοτε η φήμη της εντός και εκτός των αμερικανικών συνόρων δεν έπαψε να μεγαλώνει.

Μια βραδιά αφιερωμένη στη σπουδαία Αμερικανίδα ποιήτρια, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση Έμιλυ Ντίκινσον, Ποιήματα, Εκλογή-Προλεγόμενα-Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, Κίχλη 2023. Για την Ντίκινσον θα μιλήσει ο μεταφραστής. Ποιήματα και κείμενά της θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

~.~

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Προς Οδησσό, αλλά επί ματαίω» 2

*

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον δημοσιεύει σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Για τις προηγούμενες αναρτήσεις του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Δεύτερο
ΠΡΟΣ ΟΔΗΣΣΟ, ΑΛΛΑ ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ 

2.

Φάγαμε κάνα σαραντάλεπτο στο καφενείο – στην αρχή είχα να αντιμετωπίσω τις οκτάβες του Κίνναμου. Έχει δυνατή φωνή ο Κίνναμος: διδάσκει σε λύκειο. Σε κουράζει όμως να κοιτάς δεξιά αριστερά, πάνω από τους ώμους σου, λες κι όλοι έχουν στήσει αυτί για τις μαλακίες που θα πεις. Παρόλα αυτά: το τραπέζι μας δεν άργησε να μετατραπεί  σε κέντρο διερχομένων. Ποδαρικό έκανε ένας ταξιτζής – αυτός άνοιξε τον χορό. Άρπαξε το μαντήλι απ’ το χέρι του Κίνναμου και μπήκε μπροστά: Παιδιά, είπε, ακούστε τι έπαθα φέτος το Πάσχα. Με παίρνει τηλέφωνο ένας παππούς, Μεγάλη Τετάρτη ήταν, ή Μεγάλη Πέμπτη. Μεσημέρι. Να τον πάω στον Βόλο. Στο Βελεστίνο είσαι; του λέω. Στον Θαύλιο Δία, μου λέει. Καλά, έρχομαι σε δυο λεπτά, του είπα. Και πήγα. Ήταν στην είσοδο, πάνω στον δρόμο. Και είχε μια τσάντα, ένα σακ βουαγιάζ. Μπες, του λέω. Καλοντυμένος ο τραγόγερος, Όταν κάθισε και ξεκινήσαμε, μου ήρθε μυρωδιά θυμιατού. Τι έκανε; σκεφτόμουν, κάνας τρελός θα ’ναι, είπα από μέσα μου. Από εδώ είσαι; τον ρώτησα. Δεν θυμάμαι τι είπε, δεν μιλήσαμε πολύ. Όταν φτάσαμε, του λέω τριάντα ευρώ, βγάζει και μου δίνει δυο εικοσάρικα και μου λέει ότι είμαστε εντάξει, τον ευχαρίστησα και τον άφησα να περάσει απέναντι. Βρωμοκοπούσε το αυτοκίνητο άφτερ σέιβ. Τέλος πάντων, πήγα να κάνω κάτι δουλειές μετά, μιας και ήμουν στον Βόλο, και ξεκίνησα να γυρίσω. Δεν περνάω μία  από το μνημείο; σκέφτηκα, είχα περιέργεια να δω τι είχε κάνει ο παππούς. Και πήγα. Ξέρετε τι είδα; Σε μια μεγάλη πέτρα ο κωλόγερος είχε απλώσει τρία ψάρια ωμά, μεγάλα, λαβράκια ήταν, παραδίπλα κάτι λουλούδια κι ένα κυπελλάκι που έκαιγε θυμίαμα. Ρε τον πούστη, έκανα τον σταυρό μου και έφυγα, φοβήθηκα. Μάγια ήταν.

Προσφορά ήταν, είπε ο Κίνναμος, ο γέρος πρέπει να ήταν δωδεκαθεϊστής. Τρελός όσο κι εσύ δηλαδή, που πιστεύεις σε μάγια και φλιτζάνια.

«Ρε άλλο να σου το λέω, κι άλλο να το δεις», είπε ο ταξιτζής, «πάνω μου τα έκανα».

Γύρω στα τριάντα είναι ο ταξιτζής. Τον ρωτάμε αν έχει πάει στα Φάρσαλα από το Μικρό Περιβολάκι, πώς είναι ο δρόμος, αν έχει ανηφόρες  κ.λπ. Έχω να πάω πελάτη στα Φάρσαλα από τότε που ο Γιωργάκης μάς έφερε γαμπρό το ΔΝΤ, είπε ο ταξιτζής. Τον Τέγο να ρωτήσεις, είπε, και μου έδειξε έναν γκριζομάλλη που κατέβαινε σαν ρομπότ τα σκαλιά καμακώνοντάς τα με την ψιλοστραβή του γκλίτσα. Είχε φορτηγό αυτός. Μπάρμπα-Τέγο, για έλα να πεις κάτι στα παιδιά, είπε και σηκώθηκε να βγάλει το πορτοφόλι του. Άσ’ το, είπα στον ταξιτζή, κερασμένο το τσιπουράκι. (Το ζήλεψα το τσιπουράκι. Έκανα νόημα στον Κίνναμο ότι θα πιούμε στον γυρισμό.) Τι φορτηγό είχες κυρ-Τέγο; ρώτησα τον ψαρομάλλη άντρα. Ένα μικρό Βόλβο, φρούτα κουβαλούσα, είπε ο Τέγος. Τριάντα χρόνια έκανε εμπόριο ο Τέγος, είπε ο ταξιτζής. Μπράβο, είπα εγώ. Θέλουμε να πάμε μέχρι τα Φάρσαλα, είπε ο Κίνναμος, αλλά να μην ψοφήσουμε κιόλας. Τι να κάνετε στα Φάρσαλα; ρώτησε ο Τέγος. Πιο πριν από τα Φάρσαλα θέλουμε να πάμε, υπήρχε μια πόλη εκεί κάποτε, στα αρχαία χρόνια, αποκρίθηκα. Δεν θυμάμαι τίποτα, είπε ο Τέγος. Δεν έχω δει ερείπια. Ο ταξιτζής πέταξε ένα «γεια χαρά παιδιά» και πήγε να την αράξει στο ταξί. Πάντως, είπε ο Τέγος, μακριά είναι. Σκυλιά έχει; ρώτησε ο Κίνναμος. Γέλασε ο Τέγος. Ε, κι άμα βρείτε από κανένα, ήσυχο θα’ ναι, δεν θα σας π’ράξ’. Έκανε λίγο πιο πίσω την καρέκλα του γιατί τον χτυπούσε ο ήλιος. Εσύ παντρεμένος στο Βελεστίνο δεν είσαι; με ρώτησε. Τον ήξερα τον πεθερό σου – Θεός σχωρέστον. Καλός άνθρωπος ήταν. Τον είχα πάρει μια φορά με του φορτηγό, είχε κάτι δουλειές στα Φάρσαλα. Μου έτυχε και κάτι τρελό μια φορά, είπε ο Τέγος. Δεν είχε ξημερώσει, είχα φύγει εδώ κατά τις τέσσερις, περνώ το Μικρό Περιβολάκι και συνεχίζω για Αγιά Τριάδα, σε ένα σημείο βλέπω τσακάλια μπροστά μου. Περνούσαν τον δρόμο, όλη η φαμίλια των τσακαλιών. Σταμάτησα και τα κοιτούσα. Πρέπει να πέρασαν πάνω από τριάντα τσακάλια. Πέρασαν τον δρόμο και εξαφανίστηκαν. (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Έλεγοι από τη Ρεματιά

*

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Οι ελέφαντες τούς αγαπούν τους ευκαλύπτους.
Αφού πρώτα συλλέξουν με την προβοσκίδα τους
από τα χαμηλά κλαδιά τα φύλλα,
ύστερα μ’ όλο τους το βάρος
πέφτουν επάνω στον κορμό
και αποτρών το δέντρο αφού το ρίξουν καταγής.

Όταν δεν μείνει άλλο όρθιο γύρω
η αγέλη πλέον τραβάει αλλού,
προς νέους ευκαλύπτους.
Η μνήμη ωστόσο (ελέφαντα…)
χαρτογραφεί τον τόπο.
Σε καμιά εικοσαριά χρόνια
όταν από τους σκόρπιους σπόρους
το άλσος θα έχει εκ νέου φυτρώσει,
η αγέλη θα επιστρέψει
και το μοτέρ της αποψίλωσης θα ξαναπάρει εμπρός.

Ζω πάει να πει σκοτώνω διαρκώς.
Όλοι σκοτώνουν για να ζήσουν,
τσαλαπατούν, ξηλώνουν, κατακρεουργούν
χορτάρια, θάμνους, δάση ολόκληρα,
ζώα εκτροφής, θηράματα, κοπάδια,
κήπος χωρίς ζιζάνια δεν υπάρχει,
το δέντρο με τις ρίζες του πνίγει τα διπλανά του,
ακόμη κι ο συλλέκτης των καρπών
την Eποχή του Λίθου
ήταν προ πάντων κυνηγός,
η αμιγής φρουτοφαγία είναι αδύνατη,
άσε που κάθε σύκο ή μούσμουλο
είν’ από μόνο του ολόκληρο οικοσύστημα
– προνύμφες, έντομα, μικροοργανισμοί,
κάθε μπουκιά ολοκαύτωμα στα οξέα του στομάχου.
Όσο για τον βεγκανισμό, τι απάτη!
Του αρότρου πάντοτε έπεται η σφαγή,
κάθε ξεχέρσωμα είναι και μια γενοκτονία,
οι καλλιέργειες μετριούνται σ’ εκατόμβες –
«Για ν’ ανοιχτεί ένας λάκκος, πόσα κρίνα
γύρω ξεριζωτά και πατημένα…» (Παλαμάς)

Οι άνθρωποι ωστόσο είν’ ευσυγκίνητοι
κι είναι κι οκνοί κι υποκριτές και τόσα ακόμη,
μιλούν για τη ζωή όπως τους βολεύει,
όταν τους πάνε όλα δεξιά
την επαινούν σαν έκπαγλο ιδανικό,
κι όταν ζορίζονται της κάνουν κριτική,
ότι επιδέχεται τάχα βελτίωση
κι αυτή καθυστερεί άνευ λόγου,
την καταριούνται ή την υμνολογούν,
την ιστορούν σε ξόανα ή βιβλία σοφά,
μα δεν τολμούν καν να προφέρουν τ’ όνομά της.

18.6.2023

(περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου 2023 | Το θέατρο σε κίνδυνο

*

Κυριακή 16 Ιουλίου | Συζήτηση

Το θέατρο σε κίνδυνο

Ο Δημήτρης Δημητριάδης προσκεκλημένος του Μιχάλη Βιρβιδάκη στον Αίθριο Χώρο του θεάτρου Κυδωνία, την Κυριακή 16 Ιουλίου στις 9.00 μμ, συζητά μαζί του με θέμα «Το θέατρο σε κίνδυνο».

Τα τελευταία χρόνια, ιδίως τα πιο πρόσφατα, η τέχνη τού θεάτρου υφίσταται, εκ των έσω, μία παρέμβαση που παραβαίνει κατάφωρα τη γενεσιουργό διάσταση της τέχνης αυτής. Το θέατρο, ως ποιητικό γεγονός με πρώτο και αναντικατάστατο υλικό του την γλώσσα, έχει περάσει σε μία αντιμετώπισή του η οποία θέτει σε κατώτερη μοίρα το κείμενο και σε προεξάρχουσα θέση την σκηνοθεσία του. Χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος καλλιτεχνικής ανάγκης, ο σκηνοθέτης έχει αυτοαναγορευθεί σε μοναδικό εξουσιαστή της θεατρικής πράξης, με αποτέλεσμα να έχει υποκαταστήσει τον δραματουργό, και ο ίδιος, με πρόσχημα το οξύμωρο «σκηνοθετική δραματουργία», να επιλέγει τα έργα άλλων με αποκλειστικό στόχο να τα κάνει να πουν όχι εκείνο που λένε τα ίδια αλλά εκείνο που θέλει να πει ο ίδιος.

Αυτή η ολοκληρωτική διαδικασία εκτρέπει το θέατρο από την ταυτότητά του και το μετατρέπει σε κάτι που όχι μόνο δεν τού αποφέρει ποιητικά και σκηνικά κέρδη αλλά και το θέτει σε κίνδυνο. Ο κίνδυνος για το θέατρο, εάν συνεχιστεί αυτή η αλλοίωσή του, δεν αποκλείεται να αποβεί θανάσιμος.

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Υψηλαντών 12, 21:00

*

*

Έζρα Πάουντ, Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965

*

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ, ΔΥΟ ΣΤΑΘΜΟΙ: ΛΟΝΔΙΝΟ 1920 – ΑΘΗΝΑ 1965

Με αναγνώσεις ποιημάτων από την εμβληματική συλλογή “Hugh Selwyn Mauberley” (1920) αλλά και με μια παραστατική διήγηση που περιελάμβανε πολλές λεπτομέρειες από την αινιγματική επίσκεψή του στην Αθήνα το 1965, το θέατρο Κυδωνία και οι εκδηλώσεις ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2023 τίμησαν χθες βράδυ 12/7 την ξεχωριστή περίπτωση του τοτεμικού για τα ευρωπαϊκά γράμματα ποιητή του μεσοπολέμου Έζρα Πάουντ (1885-1972).

Ο Κώστας Κουτσουρέλης, μεταφραστής της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής (περιοδικό Νέο Πλανόδιον, τεύχος 7), μίλησε για την άκρως ιδιόρρυθμη προσωπικότητα του Πάουντ και την τεράστια επιρροή της στην αγγλόφωνη λογοτεχνία (και όχι μόνον) από την εποχή του μεσοπολέμου μέχρι και τις μέρες μας, για τη σχέση του με τον Τ.Σ. Έλιοτ και την “Έρημη Χώρα”, χωρίς να παραλείψει να αναφερθεί εκτενώς στην φιλική στάση του προς τις φασιστικές ιδέες και το ολοκληρωτικό καθεστώς Μουσολίνι την δεκαετία του ’30.

Ο Ηλίας Μαλεβίτης, αμέσως μετά, με γλαφυρό λόγο, μας μετέφερε στην δεκαετία του ‘60 ακολουθώντας κατά πόδας τον υπέργηρο και καταπονημένο ποιητή στο περίεργο ταξίδι του στην Αθήνα. Μας μίλησε για τις συναντήσεις του Έζρα Πάουντ με τον Γιώργο Σεφέρη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, για την επίσκεψη στους Δελφούς, και προσπαθώντας να λύσει το μυστήριο του κινήτρου του ταξιδιού στην Ελλάδα, μέσα από τα λιγοστά στοιχεία που διασώθηκαν, με τον ίδιο τον ποιητή να μην έχει σχεδόν ανοίξει το στόμα του να μιλήσει, καθώς τις ημέρες εκείνες υπέβαλε τον εαυτό του στη δοκιμασία της αλαλίας για θεραπευτικούς λόγους, κατέληξε στο συμπέρασμα, πως μάλλον το διαυγές νερό της Κασταλίας Πηγής στους Δελφούς και οι ιαματικές ή άλλες ιδιότητές του, (ιδιότητες που ευδοκιμούν τα μάλα στην φαντασία ενός μυστικιστή ποιητή, λάτρη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας) ήταν αυτές που οδήγησαν τον κουρασμένο από τα χρόνια προσκυνητή στην χώρα μας. Περισσότερα λέει στη μελέτη του στο θέμα αυτό που δημοσιεύεται επίσης στο Νέο Πλανόδιον που κυκλοφορεί (τχ. 7), και στην ολοκληρωμένη της μορφή προβλέπεται να εκδοθεί αργότερα σε βιβλίο.

Ποιήματα από τη συλλογή Hugh Selwyn Mauberley διάβασε ο καλός ηθοποιός Αιμίλιος Καλογερής και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

*

*

*

Νύχτες του Ιουλίου 2023 – Θεατρική Πρεμιέρα: «Ιφιγένεια στο Σπλοτ»

*

Παρασκευή 14 Ιουλίου | Θεατρική πρεμιέρα

«Ιφιγένεια στο Σπλοτ»
του Γκάρι Όουεν

Έργο εμπνευσμένο από τον αρχαίο ελληνικό μύθο, όπου η Ιφιγένεια θυσιάζεται για να σώσει τους άλλους, στην εκδοχή του Γκάρι Όουεν η Έφη (έτσι λέγεται η ηρωίδα σήμερα) φαίνεται αρχικά πολύ διαφορετική από την μυθική ευριπίδεια εκδοχή. Επιθετικά οργισμένη, τύφλα στο μεθύσι, μια ζωντανή πρόκληση που περιφέρεται από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο και από μπαρ σε μπαρ, ενσαρκώνει ίσως την χειρότερη εικόνα παρακμής που μπορεί κανείς να συναντήσει στην σύγχρονη κοινωνία.

Το κοινό σίγουρα θα μισήσει την Έφη… Τουλάχιστον στην αρχή του έργου. Γιατί κάπου εκεί αρχίζει η μαγεία του θεάτρου που αρπάζει τον θεατή απ’ τη μύτη και τον οδηγεί σε ένα ταξίδι αποκάλυψης των μηχανισμών ενός απάνθρωπου κοινωνικού συστήματος. Ενός συστήματος που ενώ προορίζεται να υποστηρίξει τις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες, εντούτοις ισοπεδώνει αυτούς ακριβώς που το έχουν περισσότερο ανάγκη, τους στερεί την ελευθερία και εξοντώνει την ύπαρξή τους.

Η «Ιφιγένεια στο Σπλοτ» είναι ένα ρηξικέλευθο κείμενο που λέει τα πράγματα με το όνομά τους και καταφέρνει να αποτυπώσει με συμπάθεια το ανθρώπινο πρόσωπο της ηρωίδας την οποία τελικά ανυψώνει ηθικά μέσα από την αποδοχή της θυσίας θεμελιωδών δικαιωμάτων της για χάρη του κοινωνικού συνόλου, όπως ακριβώς και η αρχαία πρόγονός της.

Μετάφραση: Κωνσταντίνα Αγαθοκλέους
Σκηνοθεσία και αισθητική της παράστασης: Μιχάλης Βιρβιδάκης
Ενδυματολογική προσέγγιση: Αιμίλιος Καλογερής
Φώτα και ήχοι παράστασης: Ευγενία Αναστασοπούλου
Στον ρόλο της Ιφιγένειας η ηθοποιός Ντία Κοσκινά

Γενική είσοδος: 14 ευρώ. Φοιτητικό εισιτήριο: 10 ευρώ.

*

*

«Μουνούχους και καθάρματα βγάζουμε να μας κυβερνούν»

*

Πρόγευση από την αποψινή «Νύχτα του Ιουλίου» και την εκδήλωσή μας για τον Έζρα Παάουντ στο Θέατρο Κυδωνία (Υψηλαντών 12, Χανιά, στις 9.00 μ.μ.). Με αφετηρία τους το πρόσφατο έβδομο τεύχος του ΝΠ το αφιερωμένο στον Αμερικανό ποιητή, απ’ όπου και το απόσπασμα, συζητούν ο Ηλίας Μαλεβίτης και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Κείμενα του Πάουντ ερμηνεύουν ηθοποιοί του θεάτρου.

~ . ~

Καταπώς ο Σαρλώ στην περίφημη ταινία του, ο Έζρα Πάουντ στο Hugh Selwyn Mauberley μυκτηρίζει τους “μοντέρνους καιρούς”. Βρισκόμαστε στα 1920, επαύριο του Μεγάλου Πολέμου, και το κατηγορητήριο του ποιητή περιλαμβάνει περίπου τα πάντα: το χρησιμοθηρικό πνεύμα της εποχής, την αγοραία της κουλτούρα, την πολιτική υποκρισία που οδήγησε την Ευρώπη στην πρωτοφανή αλληλοσφαγή.

Μυριάδες πέσαν, χάθηκαν,
κι άριστοι ανάμεσά τους,
για έναν γεροξεκούτη σκύλο ξεδοντιάρη,
για έναν κουρελή πολιτισμό

Ας ανεμίζει σημαία του την ισονομία και την ψήφο, ας καμαρώνει για την ελευθεροστομία και την ελευθεροτυπία του, αυτός ο πολιτισμός απαξιώνει ό,τι το άξιο και βεβηλώνει ό,τι το ιερό.

Του Φαύνου την σαρκώδη ορμή,
του Αγίου τ’ όραμα; Όχι εμείς!
Όστια τον Τύπο λάβαμε·
την ψήφο αντί περιτομής.

Άπαντες ίσοι, νομικώς,
χωρίς Πεισίστρατο οπωσούν,
μουνούχους και καθάρματα
βγάζουμε να μας κυβερνούν.

Ευτελίζει όχι μόνο την ιδέα της πατρίδας, αλλά την ίδια την έννοια της θυσίας:

κάποιοι έπεσαν, pro patria,
non «dulce» non «et decor»…
πορεύτηκαν στην κόλαση χωσμένοι ώσμε τα μάτια
τα παραμύθια, στην αρχή, χάβοντας των γερόντων,
γύρισαν στην πατρίδα, γύρισαν σ’ ένα ψέμα,
γύρισαν στις απάτες τις πολλές,
γύρισαν στα παμπάλαια ψεύδη, στις νέες ντροπές·
στους προαιώνιους κοιλαράδες τοκογλύφους,
στους παπατζήδες των δημόσιων θώκων.

Ο κόσμος που περιγράφει ο Πάουντ είναι αυτός της πτώσης, ο ξεπεσμός στα μάτια του είναι ασυγκράτητος. Δείκτης του συγκριτικός, η ελληνική αρχαιότητα. Απέναντί της το παρόν μόνο πόζες παρακμιακές έχει να αντιτάξει.

Τέιον ροδόχρουν κλπ., το ένδυμα ασορτί
τη μουσελίνα εκτόπισε της Κω,
πλέον μια πιανόλα “αναπληροί”
τη βάρβιτο που είχε η Σαπφώ.

Αλλά και η κληροδοσία του χριστιανικού Μεσαίωνα συμπαρασύρεται στη φθορά.

Μετά τη Σαμοθράκη φθίνει ώς και
των Χριστιανών η ομορφιά·
το ΚΑΛΛΟΣ το κρεμάσαμε
στην κρεαταγορά.

Στις εμποροκρατούμενες λεωφόρους των σύγχρονων πόλεων, οι τέχνες, ιδίως εκείνη που ύμνησε η ποιήτρια της Λέσβου, δεν έχουν θέση:

έξω από κείνη την πολύβουη αρτηρία
των εσωβράκων οι πωλήσεις
έχουν καιρό πια τώρα υποσκελίσει
τα ρόδα από την Πιερία.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

 

   

*