*
Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
~.~
Η ανατίμηση της επιδεικτικής ρητορικής συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των ανθρωπιστών ήδη από τον 14ο αιώνα. Χαρακτηριστικά, στην «Ομιλία της Στέψης» (1341), ο Πετράρχης αναλαμβάνει να εγκωμιάσει την ποίηση και τον ποιητικό βίο, προκειμένου να του αποδοθεί δημόσια καταξίωση από την πόλη της Ρώμης. Ο λόγος του τηρεί την παράδοση της σχολαστικής «θεματικής» ομιλίας (sermo modernus), κατά την οποία ο ομιλητής αντλεί έμπνευση από ένα βιβλικό χωρίο («θέμα», «ύλη»), προχωρώντας στη διαίρεση και την ερμηνευτική/θεολογική του ανάπτυξη. Ο Πετράρχης πρωτοτυπεί επιλέγοντας ως «θέμα», όχι ένα χωρίο της Γραφής, αλλά στίχους του Βιργιλίου, σηματοδοτώντας τη στροφή σε κλασικά πρότυπα. Από τις αρχές του 15ου αιώνα, η στροφή αυτή δεν εξαντλείται στο περιεχόμενο, αλλά επεκτείνεται πια και στην ίδια τη μορφή και τη δομή του επιδεικτικού λόγου. Στη σχολαστική «διαίρεση» αντιτείνονται η ομορφιά και η δύναμη της ενότητας, της συνοχής και του φορτίου πειθούς του λόγου. Οι ρήτορες της Αναγέννησης αναζητούν, και μιμούνται συνειδητά, αρχαία εγκώμια και επαίνους, ενίοτε υπερβαίνοντάς τα αισθητά. Ωστόσο, η κυριαρχία του παραδείγματος της «θεματικής» ομιλίας, καθιστούσε πολύ πιο δύσκολη την επικράτηση κλασικών προτύπων στον έπαινο θρησκευτικών προσώπων. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Aurelio «Lippo» Brandolini στο εγχειρίδιο Ρητορικής του, De ratione scribendi (περ. 1485). Ειρωνεύεται όσους εκφωνούν λόγους ωσάν να μην απευθύνονται στον λαό, λησμονώντας, δηλαδή, ότι, σκοπός ενός θρησκευτικού εγκωμίου είναι η πρόκληση θαυμασμού και αναστοχασμού, και όχι η διδασκαλία. Ο θρησκευτικός ρήτορας δεν πρέπει να είναι στραμμένος στο να αναλύσει διεξοδικά, μα στο να επαινέσει κατάλληλα το θρησκευτικό πρόσωπο, ούτως ώστε να προτρέψει ετερόκλητους ακροατές να το μιμηθούν.
Από τα μέσα του 15ου αιώνα, η παπική αυλή πρωτοστατεί στην υποδοχή ρητόρων που υιοθέτησαν τη στροφή στον αρχαίο επιδεικτικό λόγο. Στο πλαίσιο ενός πολύπλοκου ημερολογίου θρησκευτικών τελετών και εκδηλώσεων, δίνεται η ευκαιρία σε φιλόδοξους ομιλητές να σταθούν μπροστά στον ποντίφικα, στους καρδιναλίους, και σε άλλους αξιωματούχους της πόλης και της Κουρίας, για όχι παραπάνω από τριάντα λεπτά της ώρας, και να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους σε μια περίσταση που μπορούσε να φανεί καθοριστική για τη μετέπειτα καριέρα τους. Τον ομορφότερο, ίσως, θρησκευτικό έπαινο που εκφωνήθηκε σε αυτό το πλαίσιο, τον εκφώνησε ο ίδιος ο Μπραντολίνι (1454-1497). Πρόκειται για την ομιλία Για το Πάθος του Κυρίου, η οποία εκφωνήθηκε την 1η Απριλίου 1496, τη Μεγάλη Παρασκευή, ενώπιον του πάπα Αλεξάνδρου ΣΤ’, στην Καπέλα Σιστίνα. Ο λόγος επαινέθηκε από όλους τους παρισταμένους και αποτέλεσε υπόδειγμα λατινικής πρόζας ανά τους αιώνες. Η δημοτικότητά του μαρτυρείται από το γεγονός ότι εκδίδεται από τον 15ο έως και τον 19ο αιώνα, εντός και εκτός της Ιταλικής χερσονήσου (ενδεικτικά: Ρώμη, Κρακοβία, Βενετία, Κολωνία, Στάργκαρντ, Βαρκελώνη, Μάιντς, Σάλτσμπουργκ) και μεταφράζεται και στα ιταλικά.
Καταγόμενος από τη Φλωρεντία, με ιδιαίτερα ελαττωματική όραση εκ γενετής (εξού και το προσωνύμιο «Lippo»), ο Μπραντολίνι ήταν ένας από τους σπουδαιότερους αρχαιογνώστες και στοχαστές της εποχής του. Η καριέρα του τον οδήγησε στη Νάπολη, τη Ρώμη και τη Βουδαπέστη, ενώ το 1491 εντάχθηκε στο Τάγμα του Αγίου Αυγουστίνου, διαμένοντας μεν στη Φλωρεντία, κηρύττοντας, δε, σε όλη την Ιταλία. Στην περίπτωσή του, θεωρία και πράξη βρίσκονται σε θαυμαστή αρμονία. Στο θεωρητικό του έργο αναγνωρίζει ότι, όταν αντικείμενο εγκωμίου είναι ο ίδιος ο Θεός, η επιδεικτική ρητορική αγγίζει το όριό της: δεν μπορεί να εξυμνηθεί ο ίδιος ο Θεός, καθώς τούτο υπερβαίνει τη δυνατότητα του ανθρώπινου λόγου. Το εγκώμιο πρέπει να προσανατολίζεται σε «τόπους» που συνδέονται με μεμονωμένες πράξεις ή λόγια του Ιησού. Το ύφος και η σύνταξη, τονίζει επίσης, πρέπει να είναι απλά, το δε λεξιλόγιο δεν πρέπει επ’ ουδενί λόγω να είναι περίτεχνο ή εξεζητημένο. Τις αρχές αυτές τις τηρεί υποδειγματικά στην ομιλία του Για το πάθος του Κυρίου. Το θύρωμα του εγκωμίου (και, κατά συνέπεια, την ενότητα στο έργο) χαρίζει η ανάδειξη των πράξεων ή λόγων του Ιησού κατά το Πάθος ως εκδηλώσεων τεσσάρων αρετών: της δικαιοσύνης, της αγάπης, της ταπεινοφροσύνης και της καρτερίας.
Η παρούσα Δοκιμή αποτελεί την πρώτη απόδοση του έργου σε γλώσσα πέραν της Ιταλικής (Ρώμη, 1767). Ταυτόχρονα, αποτελεί την πρώτη παρουσίαση του κειμένου με φιλολογικό υπομνηματισμό, διεθνώς. Η μετάφραση ακολουθεί την έκδοση του Heinrich Bone. Ιδ. Lippi Aurelii Brandolini, Oratio de Passione Domini ad Alexandrum VI Pont. Max. habita, Μάιντς, 1869, 1-28. Στην αρίθμηση των παραγράφων ακολουθώ την έκδοση του Mariotti (Ρώμη, 1767).
~.~
ΑΟΥΡΕΛΙΟ ΜΠΡΑΝΤΟΛΙΝΙ
Ομιλία για το Πάθος του Κυρίου μας
Ι. Μακαριότατε Πατέρα, είναι τόσο ευχάριστο να βρίσκομαι ενώπιόν σου και ενώπιον της ιερότατης Συγκλήτου[1] σου, και να απευθύνομαι σε μια Σύναξη σεβαστή και ξακουστή στα πέρατα του κόσμου. Η περίσταση αυτή με τονώνει και με χαροποιεί βαθύτατα —εμένα, που πάντοτε τη λαχταρούσα, αλλά σχεδόν ποτέ δεν τόλμησα να ελπίσω ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Εντούτοις, η δημόσια οδύνη σήμερα καταπνίγει την ατομική χαρά, και το συλλογικό πένθος της Χριστιανικής Εκκλησίας δεν με αφήνει να επιδείξω εγώ, μόνος, αγαλλίαση. Βλέπω εμπρός μου έδρανα μαραζωμένα, με κάθε στολίδι αφαιρεμένο· την τράπεζα απογυμνωμένη[2] να δείχνει τη θλίψη της· ακόμα κι οι ίδιοι οι τοίχοι, ωσάν ερειπωμένοι, εκφράζουν τη λύπη τους. Και βλέπω κι εσένα, και τη σύγκλητό σου, με διαφορετική ενδυμασία, να μαρτυρείτε το συλλογικό πένθος και τη θλίψη της Εκκλησίας[3]. Και δικαίως· διότι σήμερα μνημονεύεται ο πικρότατος θάνατος του Σωτήρα μας· το αβάσταχτο θέαμα του θείου Σταυρού τίθεται ενώπιόν μας· τελετουργείται το ατιμωτικό Πάθος του Υιού του Θεού. Όταν, λοιπόν, σήμερα ανακαλούμε στη μνήμη αυτό το μεγαλείο, αυτήν την πίκρα και αυτήν την ατίμωση, ποιος άνθρωπος, ρωτώ, είναι τόσο σκληρόκαρδος, τόσο ανευλαβής, τόσο αποξενωμένος από κάθε θεοσέβεια και ανθρωπιά, που θα μπορούσε να κρύψει τη θλίψη του και να συγκρατήσει τα δάκρυά του;
ΙΙ. Γιατί σήμερα δεν μας αναγγέλλεται ο θάνατος κάποιου φίλου, ούτε ενός κοντινού προσώπου ή ενός συγγενούς, ούτε ενός αδελφού ή ενός πατέρα, ούτε καν κάποιου ηγεμόνα μιας πολιτείας: μας αναγγέλλεται ο θάνατος του Δημιουργού και Πλάστη ολόκληρης της φύσης, του Λυτρωτή και Πατέρα ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, του Ανορθωτή και Στυλοβάτη της αξιοπρέπειας και της σωτηρίας μας· πεθαίνει ο αληθινός και φύσει Υιός του Θεού, στον οποίο εναποθέτουμε όλο το νόημα της ζωής μας και κάθε σιγουριά· σε αυτόν βασίζουμε κάθε ελπίδα μας· από αυτόν λάβαμε όλα όσα έχουμε, και από αυτόν ελπίζουμε να λάβουμε όλα όσα ελπίζουμε —τούτου, λέω, μας αναγγέλλεται σήμερα ο θάνατος. Τούτου τον θάνατο τελετουργούμε· για τούτου τον χαμό οδυρόμαστε. Και δεν τον βρήκε θάνατος από φυσικά αίτια, όπως συμβαίνει στους περισσότερους ανθρώπους, αλλά αρπάχτηκε βίαια απ’ τη ζωή. Και δεν του επιβλήθηκε οποιοσδήποτε θάνατος, αλλά ο πιο ντροπιαστικός, ο πιο ταπεινωτικός, ο πιο αναξιοπρεπής: σταυρώθηκε. Και μήπως πλήρωσε δίκαια για τα κρίματά του; Αντιθέτως. Παρουσιάστηκε αυτοθέλητα για να σταυρωθεί και να θανατωθεί για τις δικές μας αμαρτίες, για τα δικά μας κρίματα, για τη δική μας αχρειότητα, παρόλο που ο ίδιος ήταν ολωσδιόλου αθώος, κι ούτε αδίκησε, ούτε θα μπορούσε να αδικήσει ποτέ κανέναν.
Όταν τα ακούμε αυτά τα πράγματα, όταν τα διαβάζουμε, όταν τα βλέπουμε να τελούνται ενώπιόν μας, ποια πρέπει να είναι η διάθεσή μας, Μακαριότατε Πατέρα; Πώς να κρύψουμε τη θλίψη μας; Πώς να συγκρατήσουμε τα δάκρυά μας; Ποιος χείμαρρος πνεύματος, ποια ευπορία λόγου[4], ποια δύναμη ευγλωττίας είναι ικανή να εξηγήσει το μυστήριο του θείου Σταυρού;
ΙΙΙ. Τώρα δεν θρηνούμε, ούτε «αφηγούμαστε τη σταύρωση του Γαβίου»[5] (όπως ο Κικέρων), ούτε τον θάνατο του Καίσαρα (όπως ο Βιργίλιος[6]), ούτε τον θάνατο κάποιου άρχοντα -όπως έκαναν συχνά οι αρχαίοι. Αναφερόμαστε στον Σταυρό στον οποίο ο Χριστός, ο βασιλεύς των βασιλέων, ο άρχοντας των αρχόντων, ο αληθινός Θεός και Υιός του Θεού, σταυρώθηκε ενάντια σε κάθε δίκαιο και ιερό, από αυτούς τους ίδιους ανθρώπους τους οποίους δημιούργησε, τους οποίους δίδαξε με νόμους, στους οποίους επιδαψίλευσε αμέτρητες ευεργεσίες, και για τους οποίους ήλθε στη γη ως Άνθρωπος. Για αυτόν τον θάνατο πένθησαν ο ουρανός και ο ήλιος, τα άστρα και τα στοιχεία, και όλη η πλάση. Τούτον τον θάνατο δεν μπορεί να προσεγγίσει καμία ευγλωττία, δεν μπορεί να εισδύσει σε αυτόν ούτε και το οξύτερο πνεύμα[7], δεν μπορεί να τον συλλάβει ούτε ο μεγαλύτερος νους. Κι εντούτοις, η ίδια η ιερότητα της ημέρας κι η αναγκαιότητα του καθήκοντος που μας έχει ανατεθεί, μας ωθούν να μην σωπάσουμε. Θα ικετεύσουμε, λοιπόν, ταπεινά, στην αρχή της ομιλίας μας, να λάβουμε τη βοήθεια του Χορηγού κάθε πνευματικού χαρίσματος και της ίδιας της ευγλωττίας, ώστε αυτό που θέλουμε να πούμε για να τον δοξάσουμε, να μας το δώσει και να το χαρίσει γενναιόδωρα ο ίδιος, στον βαθμό που το κρίνει απαραίτητο. Και μακάρι, εκείνος που πλάθει τον τέλειο έπαινο ακόμα κι από τα στόματα νηπίων και βρεφών που θηλάζουν[8], να μας αξιώσει με τη σύντρεξή του, εμάς που είμαστε συγκεντρωμένοι στο όνομά του[9] και επιθυμούμε να πούμε κάτι αντάξιό του. Επειδή, δε, σήμερα τελούμε το υψηλότατο μυστήριο της Σταύρωσης θωρούμε τον Χριστό κρεμάμενο στον Σταυρό, θα προσκυνήσουμε τον ίδιο τον Σταυρό πάνω από όλα με τούτο τον ύμνο:
Κάποτε δούλων η ποινή[10], τώρα αρχόντων δόξα,
Κάποτε αθλίων τέλος, τώρα ζωή διωχθέντων—
Σταυρέ, άρμα[11], θρόνε Θεού, ελπίς μόνη του κόσμου,
Γίνε ο δρόμος, γίνε η πύλη, της σωτηρίας μας: Χαίρε.[12]
IV. Μακαριότατε Πατέρα, δεν αρκεί να μαθαίνουμε ενδελεχώς τα πάντα για τον βίο του Σωτήρα μας (και πρωτίστως, φυσικά, για το Πάθος του), μα πρέπει και να τον μιμούμαστε, όσο μπορούμε πιο τέλεια. Αφού ο Χριστός μας δίδαξε όχι μόνο με σωτήρια παραγγέλματα μα και με πανάγια παραδείγματα, πρέπει κι εμείς να διατηρούμε πιστά αυτά που δίδαξε και να μιμούμαστε επιμελώς αυτά που έπραξε —γιατί δίδαξε για να γνωρίσουμε, και έπραξε για να ενεργήσουμε. Αυτά τα δύο τα υποδηλώνει μυστικά όταν λέει στον Μωυσή: Δώσε προσοχή, και κάν’ τα όλα αυτά κατά το πρότυπο που σου υποδείχθηκε πάνω στο βουνό[13]. Όπως ανέφερα, πρέπει να μαθαίνουμε και να μιμούμαστε όλον τον βίο του Σωτήρα μας, τον οποίο διήγαγε σε πληρότητα αρετής και τελειότητας. Πρέπει όμως να μνημονεύουμε και να μιμούμαστε πάνω από όλα το Πάθος του, το οποίο, ως ύστατο κεφάλαιο της ζωής του, αποτελεί την κορύφωση όλων των αρετών και τελειοτήτων του. Και πρέπει μεν να το μνημονεύουμε και να το μιμούμαστε σε όλη μας τη ζωή, μα ιδιαιτέρως αυτές τις ημέρες αφού, όπως λέει ο Απόστολος Πέτρος: Ο Χριστός υπέφερε για μας, αφήνοντάς μας ένα υπόδειγμα, ώστε να βαδίσουμε στα ίχνη του[14].
V. Αν αναζητούμε υπόδειγμα φτώχειας, βλέπουμε σήμερα τον Σωτήρα κατάγυμνο, στερημένο από κάθε μονιά στη γη, ανυψωμένο στον Σταυρό, χωρίς να έχει πού να γείρει το κεφάλι του[15]. Αν ψάχνουμε μαρτύριο αιδημοσύνης, τον ακούμε να εμπιστεύεται την παρθένο Μητέρα του σε έναν παρθένο μαθητή του[16]. Αν επιθυμούμε πρότυπο υπακοής, τον βλέπουμε να παραμένει πειθήνιος μέχρι θανάτου[17], όχι μόνο στον Θεό Πατέρα, αλλά και στους πιο φαύλους και τιποτένιους ανθρώπους. Αν αναζητούμε πρότυπο γενναιοδωρίας και ευεργεσίας, τον θωρούμε να χύνει όχι μόνο δάκρυα αλλά και το ίδιο το αίμα του παντού, να δίνει το ίδιο το σώμα και την ψυχή του, τα πιο πολύτιμα πράγματα, ως δωρήματα για τη σωτηρία μας. Αν αναζητάμε επιείκεια και μεγαλοψυχία, τον βλέπουμε να προσεύχεται για τους εχθρούς του και να συγχωράει τον ληστή[18]. Οποιαδήποτε αρετή, οποιαδήποτε τελειότητα ψυχής μπορεί να κατακτήσει ή να επιθυμήσει ο άνθρωπος, μας δίνει το λαμπρό της παράδειγμα στο Πάθος του Χριστού. Αν ήθελα, δε, να διατρέξω όλες αυτές τις αρετές, ο λόγος μου δεν θα είχε τελειωμό.
VI. Απευθύνομαι, εντούτοις, σε έναν σοφότατο Ποντίφικα και σε μια λογιότατη Σύγκλητο, που δεν μπορώ αλλά ούτε και θα ήταν πρέπον να διδάξω από αυτό το βήμα. Για να εκπληρώσω, όμως, κάπως, το χρέος που μου ανατέθηκε, από το άπειρο πλήθος των αρετών τις οποίες ο Σωτήρας, στο Πάθος του, έχει σήμερα θέσει ενώπιόν μας για να τις γνωρίσουμε και να τις μιμηθούμε, θα αναφέρω μόνο τέσσερις. Τούτες μου φαίνονται οι πιο κατάλληλες να κατανοηθούν και να αποτελέσουν αντικείμενο μίμησης: η υπέρτατη δικαιοσύνη του, η αναμίλλητη αγάπη του, η ανήκουστη ταπεινοφροσύνη του, και η απίστευτη και πραγματικά θεϊκή καρτερία του[19]. Και ούτε πρόκειται να τις εξηγήσω πλήρως και αυτές: γιατί, ούτε εγώ θα μπορούσα να τα πω όλα, ούτε εσύ, Μακαριότατε Πατέρα, θα μπορούσες να τα ακούσεις. Από κάθε μία θα παρουσιάσω ακροθιγώς ελάχιστα σημεία, εκείνα που μου φαίνονται τα πιο άριστα και κατάλληλα. Εσύ, με τη σοφία σου, θα συλλάβεις εύκολα τα υπόλοιπα.
Για τη δικαιοσύνη
VII. Σκεπτόμενος τι θα πω για τη δικαιοσύνη, θα ήθελα να αναφέρω πρώτα ότι θα μιλήσω για τις αρετές του Χριστού όχι απολύτως -συμφώνως προς τη θεία τους, δηλαδή, φύση-, όπως θα ήταν το σωστό· πιστεύω ότι αυτό ξεπερνά τις δυνατότητες κάθε θνητού. Θα μιλήσω για αυτές εύπεπτα και ανθρώπινα, σαν να ήταν ανθρώπινες αρετές. Αυτή, λοιπόν, η αρετή, αν και συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά που είναι εξαίρετα και αξιοθαύμαστα, χαρακτηριστικά που θα έπρεπε να μνημονευθούν κατά τον έπαινο του Θεού, εντούτοις υπάρχει ένα που το θεωρώ μέγιστο, και άξιο μέγιστου θαυμασμού: ότι ο Θεός, ενώ και όφειλε και μπορούσε να γλιτώσει δικαίως από τα χέρια του Διαβόλου τον άνθρωπο, το δημιούργημά του, που ο ίδιος είχε θέσει υπό την εξουσία του, και το οποίο με απάτη και δόλο είχε υφαρπάξει ο πονηρότατος δούλος του και το κρατούσε με τη βία, προτίμησε ωστόσο να το απελευθερώσει πληρώνοντας τίμημα ανυπολόγιστο[20]. Αλήθεια, ποια δικαιοδοσία είχε ο διάβολος πάνω στον άνθρωπο, όταν είχε δημιουργηθεί μόλις λίγο πριν από αυτόν; Από τη στιγμή, δηλαδή, που ο ίδιος ο διάβολος είχε δημιουργηθεί λίγο πριν, από τον ίδιο Θεό, και ήταν, θέλοντας και μη, δούλος του ίδιου Κυρίου, τι δικαίωμα θα μπορούσε να έχει ποτέ πάνω στον άνθρωπο; «-Μα ο άνθρωπος αμάρτησε», θα πει ο διάβολος, «και υποτάχθηκε στην εξουσία μου». Άσε με πρώτα να σε ρωτήσω τούτο, Διάβολε, γιατί με σένα θ’ ασχοληθώ για την ώρα. Ποιος σου έδωσε αυτό το δικαίωμα πάνω στον άνθρωπο, να τον αρπάξεις με δόλο, να τον παγιδεύσεις, να τον εξαπατήσεις; Δεν ήξερες ότι ήταν δούλος άλλου; Ποια εξουσία μπορεί να είχες πάνω στον δούλο κάποιου άλλου; Δεν θυμόσουν ότι και συ ήσουν δούλος, δούλος, μάλιστα, του ίδιου Κυρίου; Η δική σου πτώση θα έπρεπε, βέβαια, να σε είχε διδάξει αρκετά, και για τα καλά, ως προς αυτό.
VIII. Και αφού είσαι δούλος του ίδιου Κυρίου, και είχες ήδη καταστεί μισητός και αποκρουστικός σε αυτόν εξαιτίας της δικής σου αχρειότητας -ποια εξουσία θαρρείς πως είχες σε ξένο βασίλειο; Ποιο δικαίωμα είχες πάνω στον δούλο άλλου -σε έναν σύντροφό σου, δηλαδή, στη δουλεία- που ήταν ακόμα αθώος και επιθυμούσε να υπακούει στον Κύριό του; Ας υποθέσουμε, όμως, ότι σου αναγνωρίζουμε το δικαίωμα να τον διαφθείρεις από φθόνο και κακία, και να μη του επιτρέψεις να παραμείνει εκεί από όπου κρημνίστηκες ο ίδιος. Ας δεχθούμε ότι ο άνθρωπος αμάρτησε και άξιζε τιμωρία: ποιος, ρωτώ, σου έδωσε το δικαίωμα να τον τιμωρήσεις και να τον βασανίσεις; Ποιος σε όρισε τιμωρό εκείνης της παράβασης και δήμιο; Δεν θα μπορούσε, άραγε, ο Θεός, με κάθε δικαίωμα, να αρπάξει τον δούλο του από τα χέρια του άλλου του δούλου -εκείνου που τον είχε παγιδεύσει στα δικά του χωράφια από φθόνο και τον κρατούσε δέσμιο για τόσο καιρό; Κι όχι μόνον θα μπορούσε, αλλά μήπως όφειλε και να το κάνει; Πραγματικά, αν το έκανε, ποιος θα μπορούσε να του προσάψει το παραμικρό ή να τον αποκαλέσει άδικο; Κι όμως, ο δικαιότατος Θεός δεν θέλησε να ασκήσει το δικαίωμά του πάνω στους υποτελείς του, όπως θα μπορούσε. Προτίμησε να αναλάβει ο ίδιος το χρέος. Αντί να διεκδικήσει αποζημίωση όπως δικαιούνταν, θέλησε να καταβάλει αυτός το πλήρες τίμημα.
IX. Και πόσο θαυμαστά, πόσο ακίβδηλα, πόσο αφειδώς το κατέβαλε! Ούτε άνθρωποι, ούτε άγγελοι θα μπορούσαν ποτέ να διανοηθούν, πόσο μάλλον να γνωρίσουν ή να εξηγήσουν, το ύψος της θεϊκής βουλής. Ο άνθρωπος έπρεπε να καταβάλει το τίμημα για τον εαυτό του, αλλά δεν μπορούσε· ο Θεός μπορούσε, αλλά δεν ήταν υποχρεωμένος[21]. Εδώ πρέπει να σταθείς στην ύψιστη σοφία, στο ανεξιχνίαστο μυστήριο, στην ακατάληπτη τάξη της θείας πρόνοιας: ο Θεός ένωσε και τις δύο φύσεις με εκείνον τον άφατο και θεϊκό δεσμό, και τις ένωσε με τέτοιον τρόπο ώστε (ω, θαύμα θαυμάτων!) ένα πρόσωπο να μετέχει και στις δύο· και αυτό που φαινόταν αδύνατο, έγινε δυνατόν. Ένας και αυτός ήταν και υποχρεωμένος και ικανός να καταβάλει το τίμημα για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Προκειμένου να μην διαταραχθεί στο παραμικρό η τάξη της δικαιοσύνης, κατέβαλε το τίμημα που αντιστοιχούσε στην παράβαση. Ο πρώτος γεννήτορας είχε διαπράξει ανυπακοή και αλαζονεία· ο Χριστός εξιλέωσε με υπακοή και ταπεινοφροσύνη[22]. Τότε, μια γυναίκα υπήρξε η απαρχή της απώλειας· τώρα, μια γυναίκα παρέσχε την απαρχή της λύτρωσης. Εκείνη η γυναίκα άξιζε με την αμαρτία της το ανάθεμα του Θεού· αυτή αξιώθηκε με την αθωότητά της θεϊκές επαγγελίες —ή, όπως συνηθίζουμε να λέμε: τις ευλογίες του Θεού. Εκείνη η γυναίκα είχε παρασυρθεί από τη φωνή ενός φιδιού· αυτή συνέλαβε από τη φωνή ενός αγγέλου. Εκείνη η γυναίκα, τέλος, είχε καταστήσει τον άνδρα της ένοχο· τούτη γέννησε Υιό ανένοχο. Ο Αδάμ είχε αμαρτήσει τρώγοντας· ο Χριστός εξάλειψε την αμαρτία νηστεύοντας. Εκείνος είχε νικηθεί από ένα φίδι μέσω του θανατηφόρου ξύλου του απαγορευμένου δέντρου· τούτος νίκησε το φίδι, τον πιο άγριο εχθρό του ανθρώπινου γένους, μέσω του σωτηρίου ξύλου του Σταυρού. Να αναφέρω κι άλλα; Με τον θάνατό του, εκείνος είχε φέρει τον θάνατο και σε όλους τους απογόνους του· τούτος, τόσο τους νεκρούς όσο και εκείνους που επρόκειτο να πεθάνουν, ελευθέρωσε δια του ενός θανάτου του -και τους ελευθέρωσε κατά τρόπο που χάρισε σε όλους αιώνια ζωή και μακαριότητα. Ποια, ρωτώ, παραπάνω δικαιοσύνη θα μπορούσε να ζητήσει ή να ποθήσει κανείς σε αυτήν τη λύτρωση -ακόμα και ο ίδιος ο διάβολος; Αν ήταν ο ίδιος δικαστής, τι άλλο θα τολμούσε να ζητήσει από τον άνθρωπο ή από τον ίδιο τον Θεό; Αλλά όλα αυτά, Μακαριότατε Πατέρα, ωφέλησαν εμάς· για εμάς, λέω, αποδόθηκε αυτή η δικαιοσύνη. Σε εμάς απέβλεπε ο Σωτήρας μας όταν τα έκανε αυτά· εμάς δίδασκε· και εμάς παρακινούσε να μιμηθούμε τη δικαιοσύνη του. Γιατί εφόσον στάθηκε τέτοιος κατά τον εξιλασμό του ανθρώπινου γένους, ακόμα και απέναντι στον εχθρό και δούλο του, τον διάβολο, όρισε πώς πρέπει εσύ και οι άλλοι ποιμένες να φυλάτε και να τρέφετε αυτό το ποίμνιο.
Για την αγάπη
Χ. Έρχομαι τώρα στην αγάπη, στην οποία ο Χριστός ξεπέρασε όχι μόνο τους θνητούς —όπως στις άλλες αρετές— αλλά, πράγμα απίστευτο, ξεπέρασε ακόμα και την ίδια την αγάπη. Γιατί, αν και την είχε εκφράσει στους ανθρώπους από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του, και μάλιστα τόσο, που δεν φαινόταν να υπήρχε σπουδαιότερος λόγος για την έλευσή του· αν και την είχε εκδηλώσει απέναντι σε όλους καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ώστε κανείς να μην είναι αμέτοχος ή ανέγγιχτος από αυτήν, εντούτοις: ετούτη την ημέρα την αποκάλυψε με τόσο σπουδαία και λαμπρά σημάδια, που θα μπορούσες να θεωρήσεις ότι όλα όσα είχε κάνει πρωτύτερα, ήταν απολύτως μηδαμινά. Ποια ήταν, αναρωτιέμαι, η έκταση και η φύση της αγάπης εκείνου που, στον μυστικό δείπνο μοίρασε το σώμα και το αίμα του σε όλους τους μαθητές του, εισάγοντας ένα νέο και άφατο θέσμιο, διασφαλίζοντας ότι τούτη η απίστευτη διάχυση και κοινωνία της θειότητάς του θα μεταφερθεί και σε όλες τις επόμενες γενιές; Ήταν μεγάλο σημάδι μεγαλειώδους καλοσύνης και αγάπης το γεγονός ότι θέλησε να δημιουργήσει τον άνθρωπο κατ’ εικόνα του, και να υποτάξει στη βουλή του τα πάντα. Ακόμα μεγαλύτερο, να εξιλεώσει τον άνθρωπο, ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί και καταχρεωθεί. Μέγιστο απ’ όλα, να υποστεί τον θάνατο για χάρη του. Μα το να προσφέρει εαυτόν ολοκληρωτικά σε κάθε άτομο ξεχωριστά σε καθημερινή βάση, να προσφέρεται προς βρώση και θυσία, σε ποιον αναβαθμό αγάπης να το τοποθετήσω; Τι μεγαλείο να του αποδώσω;
ΧΙ. Δεν υπάρχουν δόκιμες λέξεις, Μακαριότατε Πατέρα, για να εξηγηθεί αυτό. Δεν επαρκούν οι δυνάμεις της ανθρώπινης σκέψης για να το συλλάβει. Ο λόγος νικιέται από το μεγαλείο του πράγματος. Ό,τι μπορεί να εκφράσει η γλώσσα ή να συλλάβει ο νους για αυτό, υπολείπεται κατά πολύ του ίδιου του πράγματος. Και, αν και σε αυτή την αρετή πολλά πράγματα είναι εξαίρετα και αξιοθαύμαστα, τα παραλείπω σκόπιμα, αφενός επειδή θεωρώ ότι τα γνωρίζεις ήδη, αφετέρου επειδή πρέπει να επικεντρωθώ στα υπόλοιπα, για να μην σε καθυστερήσω. Ένα πράγμα, όμως, δεν μπορώ να το αποσιωπήσω: ότι ο Σωτήρας δαψίλευσε στον προδότη του, τον οποίο γνώριζε και είχε υποδείξει στους άλλους, το ίδιο δώρο της θειότητάς του όπως και στους υπολοίπους· και όταν ο προδότης ήρθε λίγο αργότερα με στρατιώτες, για να τον προδώσει με ένα φιλί, δεν τον αποστράφηκε μόνο, αλλά τον αποκάλεσε με τρυφερά λόγια και τον δέχτηκε με ευμένεια[23]. Τι πρωτοφανής και ανήκουστη αγάπη! Αστείρευτη φλόγα σωτηρίας της ανθρώπινης ψυχής! Άνθρωποι, θυμάστε να έχετε ακούσει ή διαβάσει ποτέ για μια τέτοια πράξη; Υπάρχει κάποιος που πιστεύει ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να το κάνει ένας άνθρωπος; Ήξερε ότι θα τον προδώσει, μα δέχθηκε να γίνει ομοτράπεζός του· ήξερε ότι τον μισούσε, μα του παραδόθηκε οικειοθελώς· τον έβλεπε να τον προδίδει, και τον αποκαλούσε φίλο. Αλλά εσύ, αχρείε και άπιστε Ιούδα, αν και τέθηκαν ενώπιόν σου τόσα και τόσο σαφή σημεία και σημάδια της αγάπης του για σένα, με τι καρδιά μπόρεσες να προχωρήσεις σε μια τέτοια πράξη, να διανοηθείς ένα τόσο μεγάλο έγκλημα, να αποτολμήσεις μια τόσο ανίερη πράξη, να διαπράξεις μια τόσο φρικτή ιεροσυλία; Είχες κατά νου το καθήκον σου όταν το έκανες αυτό; Μεριμνούσες για τη ζωή και τη σωτηρία σου; Συλλογιζόσουν την ευμένεια που σου έδειξε και τα ευεργετήματα που σου πρόσφερε; Παραμένεις ανάξιος τούτου του Ποντίφικα και τούτης της Συγκλήτου τώρα, όσο ήσουν τότε εκείνης της συντροφιάς.
ΧΙΙ. Επανέρχομαι στον Σωτήρα. Καθώς στοχάζομαι κάθε ξεχωριστή πράξη του εκείνη την ημέρα, δεν βρίσκω ούτε μία στην οποία δεν ακτινοβολεί η ξεχωριστή του αγάπη. Τον αναζητούν οι στρατιώτες, και δείχνει τον εαυτό του. Τον βρίσκουν, μετά τον αναζητούν πάλι, και αυτός δείχνει ακόμα μια φορά τον εαυτό του σε εκείνους που τον αναζητούν. Σηκώνει εκείνους που έπεσαν κάτω· ενθαρρύνει τους τρομαγμένους· εγκαρδιώνει εκείνους που τον συλλαμβάνουν[24]· θεραπεύει τους τραυματισμένους[25]· απαγορεύει στους μαθητές να τον υπερασπιστούν. Οδηγημένος ενώπιον του Αρχιερέα, ψυχώνει τον κλονισμένο Πέτρο[26], ελέγχει τον υπηρέτη που τον χτυπά[27], και ακατάπαυστα ομολογεί ποιος είναι[28]. Δεν μπορώ, βέβαια, να σχολιάσω κάθε του πράξη σε αυτή μου την ομιλία. Τα τελευταία, όμως, πράγματα που έκανε στον Σταυρό, δεν μπορώ να τα παραλείψω. Κρεμόταν στον Σταυρό, με τα χέρια και τα πόδια καρφωμένα, ο δημιουργός όλων των πραγμάτων, ο άρχοντας όλων των αιώνων, η σωτηρία όλων των θνητών. Εκατέρωθεν ήταν πλαισιωμένος από ληστές. Από τη μια οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι τον κατέτρεχαν με κατάρες και ύβρεις, από την άλλη το πλήθος τον χλεύαζε χυδαία[29]. Αλλού οι στρατιώτες ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλο στον εμπαιγμό του. Και μέσα σ’ αυτές τις ύβρεις, μέσα σ’ αυτά τα βάσανα, ποια φράση τον ακούμε να λέει; Διψώ[30]. Τι, επαναλαμβάνω, τον ακούμε να λέει; Πατέρα, συγχώρεσέ τους, γιατί δεν συνειδητοποιούν τι κάνουν[31]. Τι θέλουν να μας πουν αυτά τα λόγια; Τι σημαίνουν αυτοί οι στεναγμοί, Μακαριότατε Πατέρα; Είναι κρεμασμένος στον σταυρό και σκέφτεται τη δίψα του· μετά βίας αντέχει η ψυχή του, κι εκείνος θέλει να ξεδιψάσει· βέβαιος για τον θάνατο, θέλει να διατηρηθεί στη ζωή. Σίγουρα δεν διψά γι’ αυτό, σίγουρα δεν είναι αυτό που επιθυμεί, σίγουρα δεν το λαχταρά αυτό. Για τι διψάς λοιπόν, πηγή αστείρευτη, σύ που υποσχέθηκες ότι θα σβήσεις για πάντα κάθε δίψα με ύδωρ αιώνιο που αναβλύζει για να χαρίσει την αθανασία; Διψάς σίγουρα για τη σωτηρία μας· επιθυμείς τη λύτρωσή μας· λαχταράς τη συμφιλίωσή μας με απίστευτη θέρμη.
ΧΙΙΙ. Και εκείνη η άλλη φράση, στην οποία ικετεύει να συγχωρεθούν οι εχθροί, πόση αγάπη αποκαλύπτει; Είναι σπουδαίο πράγμα να μην μισείς τον εχθρό. Πολύ σπουδαιότερο είναι, όμως, να τον αγαπάς. Πρέπει, λοιπόν, να τον διακονούμε καλοσυνάτα; Ναι. Και εκείνον που το κατορθώνει αυτό, δεν τον συγκαταριθμώ στους σπουδαιότερους ανθρώπους, αλλά θεωρώ ότι προσομοιάζει πολύ περισσότερο με τον Θεό. Και τέλος, εκείνη η γλυκύτατη σύσταση στη Μητέρα και στον μαθητή του, τι θερμή, τι αγνή αγάπη για αμφοτέρους εκφράζει; Ξεψυχούσε, και δεν σταματούσε να έχει την έγνοια της μητέρας του και του μαθητή του. Αδιαφορούσε για τον εαυτό του, και αγωνιούσε για τους δικούς του. Ανήκουστη ευλάβεια! Απίστευτη αγάπη, πραγματικά θεϊκή! Τούτη πρέπει να τη μιμηθούν όλοι οι γιοι και όλοι οι φίλοι! Δεν άφησε ανεκπλήρωτο το παραμικρό καθήκον προς τον οποιοδήποτε. Έδωσε σε όλους ανεξαιρέτως ενδείγματα τέλειας αγάπης, ακόμα και στον ληστή που του ζήτησε συγχώρεση, χάρισε, στην ύστατη αγωνία του, την ευλογία. Τι μεγαλύτερο, τι πιο θαυμαστό μπορεί να φανταστεί κανείς από το να εισακούσει την προσευχή εκείνου που είχε σπαταλήσει τη ζωή του στα εγκλήματα και είχε τοποθετηθεί εκεί για να εξευτελιστεί, κι εκείνος να τον καλοδέχεται, και να κρίνει άξιο όχι μόνο συγχώρεσης αυτόν που τη ζητούσε, αλλά και δόξας και αθανασίας; Αυτή είναι η Αγάπη του Σωτήρα μας, Μακαριότατε Πατέρα. Αυτή είναι η διδασκαλία του, που μας έχει παραδοθεί όχι μόνο με πάμπολλα και λαμπρότατα παραδείγματα, όπως βλέπεις, αλλά και με αθρόες και ζωτικότατες παραινέσεις. Αυτήν την αγάπη, αν θέλουμε να θυμόμαστε τον Χριστό, αν θέλουμε να είμαστε μιμητές του, αν θέλουμε εντέλει να είμαστε Χριστιανοί, οφείλουμε να τη διατηρούμε πιστότατα, και να την επεκτείνουμε και να τη διαχέουμε ακόμη και στους εχθρούς μας.
Για την ταπεινοφροσύνη
XIV. Ακολουθεί η Ταπεινοφροσύνη, η πιο εξαίρετη από όλες τις αρετές, εκείνη που προσιδιάζει στους Χριστιανούς, ούσα σχεδόν άγνωστη στους αρχαίους[32]. Ο Χριστός την τήρησε και την δίδαξε όχι μόνο στη ζωή και τον θάνατό του, αλλά την έφερε μαζί όταν γεννιόταν από τα σπλάγχνα της μητέρας του. Διότι, πρωτύτερα από όλα όσα συνέβησαν μετά, η ύψιστη θεϊκή φύση σύρθηκε στο βάραθρο της ανθρώπινης κατωτερότητας. Κι αναρωτιέμαι: ποια ήταν η έκταση μιας τέτοιας ταπεινοφροσύνης; Ποιος μπορεί να την εκφράσει με λόγια; Ποιος μπορεί να τη συλλάβει ή να την κατανοήσει; Ερχόμενος μάλιστα στους ανθρώπους ως άνθρωπος, επέλεξε για Μητέρα του μια παρθένο μεν, αλλά ταπεινή, αρραβωνιασμένη με έναν φτωχό γέροντα. Ο Βασιλεύς όλων των αιώνων δεν γεννιέται σε κάποια βασιλική πολιτεία ή οίκο, αλλά σε μια ταπεινή και σκοτεινή πολίχνη, σε ένα μαύρο και λερό παχνί. Και δεν τον υποδέχεται ένα απέραντο πλήθος υπηρετών, με χρυσό και πορφύρα, αλλά μόνο η Μητέρα του, με άχυρο και ένα φτωχό φασκί. Παραλείπω τη βρεφική και παιδική του ηλικία που τις πέρασε στη φυγή, στην εξορία και στον τρόμο. Αντιπαρέρχομαι την εφηβεία του, την οποία πέρασε στην ένδεια, ζώντας, υπάκουα, με τους γονείς του[33]. Δεν θα διεξέλθω την υπόλοιπη ζωή του, την οποία πέρασε κατά το μεγαλύτερο μέρος στην απόλυτη φτώχεια, χωρίς υπηρέτες, χωρίς σπίτι, χωρίς χρήματα, άλλοτε σε πλοίο, άλλοτε στην ερημιά, άλλοτε ανάμεσα σε ψαράδες, άλλοτε ανάμεσα σε τελώνες και παλιανθρώπους. Αφήνω στην άκρη και τους κόπους, τις προσβολές, τις κακουχίες, τη χλεύη, τις αμέτρητες φορές που απειλήθηκε η ζωή του, και όλα όσα υπέφερε διδάσκοντας τους θνητούς. Γιατί διηγούμαι τώρα το πάθος του, και όχι τη ζωή του. Και δεν θέλω να εξαντλήσω την υπομονή σου, Μακαριότατε Πατέρα. Επικεντρώνομαι, λοιπόν, σε όσα σχετίζονται άμεσα με το θέμα μας.
XV. Για τον θάνατό του και τη σωτηρία όλων των θνητών, ο υιός του Θεού δεν επέλεξε μια ταπεινή και σκοτεινή πολίχνη, όπως είχε κάνει για τη γέννησή του, αλλά την πιο λαμπρή πόλη ολόκληρης της Ιουδαίας, που βρισκόταν σχεδόν στο κέντρο όλης της γης, και ήταν γνωστή και ξακουστή σε ολόκληρο τον κόσμο. Το έκανε ώστε, εκείνοι που δεν είχαν πληροφορηθεί τη γέννησή του, να μη χάσουν τουλάχιστον τη θανή του. Φοβήθηκε, μήπως, την ατίμωση που περίμενε τον ίδιο και τους ακολούθους του; Αντιθέτως, την επεδίωξε. Αμφέβαλε για την πίστη και την αταλάντευτη στάση εκείνων που είχε μεταστρέψει; Αντιθέτως, έκρινε ότι έτσι θα ψυχωθούν. Και με ποιον τρόπο εισήλθε στην Ιερουσαλήμ όπου επρόκειτο να πεθάνει; Ωσάν να βάδιζε σε θρίαμβο, και όχι στον θάνατο. Μακαριότατε Πατέρα, δες, όμως, σε παρακαλώ, και αναβίωσε την έλευση του θριαμβευτή Σωτήρα. Δεν ιππεύει κάποιο άρμα που το σέρνουν τέσσερα άσπρα άλογα, στολισμένο με χρυσό και πορφύρα, παρά ένα τιποτένιο γαϊδουράκι καλυμμένο με τα ιμάτια των μαθητών του. Στην πομπή, δεν προπορεύονται εκπρόσωποι της συγκλητικής και ιππικής τάξης επαινώντας από κοινού τον στρατηλάτη, αλλά ένα αθώο πλήθος παιδιών που φωνάζουν ‘Ωσαννά’[34]. Πίσω του δεν ακολουθούν στρατιώτες ενδεδυμένοι με όλη τους την αρματωσιά, αλλά ένα άοπλο πλήθος από γυναίκες και μαθητές. Τέτοια είναι η είσοδος του Στρατηλάτη μας, αυτή είναι η πομπή του θριαμβευτή. Και τι να πούμε για τον Πασχάλιο Δείπνο; Πόσο λιτός! Πόσο μετρημένος! Πόσο ταπεινός! Το δε πλύσιμο των ποδιών μετά τον Δείπνο, μεγάλο θαυμασμό προκαλεί σε όσους το ακούν, ακόμα και σήμερα. Σηκώνεται από το τραπέζι, ο αφανής Θεός και άνθρωπος φανερός[35], ίσος σε ταπεινότητα και μεγαλείο· αφήνει το ιμάτιό του· ζώνεται με μια λινή ποδιά· ζητά νερό· και ρίχνεται στα πόδια του κάθε μαθητή του. Πλένει τα πόδια όλων σχολαστικά, χωρίς να εξαιρεί ούτε και τον προδότη[36]. Ταπείνωση ανήκουστη σε όλους τους αιώνες! Αρετή που έως τότε ήταν παντελώς άγνωστη στους θνητούς! Τούτη την πράξη όλοι οφείλουν να τη θαυμάσουν, λίγοι, όμως, μπορούν να τη μιμηθούν. Ποιος βασιλιάς, ποιος ηγεμόνας, ή, μάλλον, ποιος απ’ όλους τους θνητούς θα μπορούσε πρωτύτερα να κάνει ή να διανοηθεί κάτι τέτοιο; Το μυαλό δεν μπορεί να βρει λόγια για να εκφράσει τον θαυμασμό μας. Η γλώσσα των θνητών δεν είναι ικανή να ερμηνεύσει αυτήν την ταπεινοφροσύνη.
XVI. Κι ενώ χρονοτριβώ σε αυτά ωσάν να ήταν τα σπουδαιότερα, τυφλώνομαι απέναντι στα ακόμη σπουδαιότερα. Γιατί άραγε κάθομαι και μιλώ για το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών του; Παρατήρησε, σε παρακαλώ, Μακαριότατε Πατέρα, τον Χριστό να κλίνει να λάβει ακόμα και το φιλί του προδότη. Κοίταξε πόσο συγκαταβατικά αφήνει να τον συλλάβουν, να τον δέσουν και να τον χλευάσουν οι εχθροί του. Θέλεις να δεις πόσο συγκαταβατικά; Σκέψου το πλήθος ένοπλων στρατιωτών που οπισθοχώρησαν με μια μόνο του λέξη, και μετά σηκώθηκαν και ενθαρρύνθηκαν από τον ίδιο[37]. Κοίτα, λέω, πόσο πειθήνια απαντά στον Αρχιερέα και στους ιερείς· πόσο ταπεινά συνδιαλέγεται με τον Κυβερνήτη· πόσο υποτακτικός στέκεται ανάμεσα στους στρατιώτες. Όλα αυτά τα παραλείπω σκόπιμα για να μη σε καθυστερώ. Αλλά εκείνο που σηματοδοτεί την κορύφωση της ταπεινοφροσύνης δεν μπορώ με κανένα τρόπο να το παραλείψω: τον ταπεινό, επαίσχυντο, άδοξο τρόπο θανάτωσης που επέλεξε. Η σταύρωση προοριζόταν παλιά για φυγάδες και δούλους μόνο, ή για κλέφτες κι εγκληματίες. Κι όμως, αυτός ήταν ακριβώς ο θάνατος που επέλεξε ο λυτρωτής του ανθρώπινου γένους, ο πρωτουργός όλης της Ταπεινοφροσύνης, ώστε κανείς εφεξής να μην τον θεωρεί τρομακτικό. Και τον αποδέχθηκε δίχως να αποφύγει σε κανέναν βαθμό την κατάπτωση, την ατίμωση, τον εξευτελισμό και τη χλεύη που συνοδεύει αυτόν τον θάνατο. Κρεμόταν υψωμένος στον ψηλότερο Σταυρό, ο Υιός του Θεού, ο Γεννήτορας και Κύριος του ουρανού και της γης, ο Βασιλεύς και παντοτινός Ηγεμόνας όλων των αιώνων και όλων των λαών —κρεμόταν, λέω, στην πιο διάσημη αγορά του κόσμου, στην πιο λαμπρή πόλη της Ιουδαίας, στην ψηλότερη κορυφή του Κρανίου Τόπου, όπου ήταν το έθιμο να εκτελούνται οι καταδικασμένοι εγκληματίες. Κρεμόταν μάλιστα ανάμεσα σε δύο ληστές, ενώ η Μητέρα του και όλοι οι δικοί του κοιτούσαν, και τον κοιτούσε και πλήθος μεγάλο από Ιουδαίους και άλλα έθνη που είχε συγκεντρωθεί εκεί[38]. Και για να μην λείπει τίποτα από το συνονθύλευμα ατίμωσης και ταπεινοφροσύνης, επέλεξε να καρφωθεί στον Σταυρό την πιο επίσημη ημέρα ολόκληρου του χρόνου. Τι, ρωτώ, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς πιο ταπεινωτικό; Τι πιο επαίσχυντο; Προκειμένου να μας ελευθερώσει από την αιώνια δουλεία και να μας θέσει υπό την κυριαρχία του Θεού για χάρη της σωτηρίας μας, αυτός, ο γενάρχης της ελευθερίας, δεν δίστασε να υποστεί έναν δουλοπρεπή και ταπεινωτικό θάνατο. Θαυμαστή, απίστευτη πραότητα του Σωτήρα! Θεϊκή, ανείπωτη αγαθότητα. Για να καταστήσει τους δούλους ελεύθερους και μακαρίους, ο Θεός δεν δίστασε να υποδουλωθεί και να εξαθλιωθεί. Αυτή είναι η Ταπεινοφροσύνη που μας συστήνει τόσο συχνά στο Ευαγγέλιο, που φέρνει ως παράδειγμα μπροστά μας για να το γνωρίσουμε και να το μιμηθούμε.
Για την καρτερία
XVII. Συνδεδεμένη με την ταπεινοφροσύνη είναι η Καρτερία, η τελευταία από τις αρετές που πρόταξα. Καθώς πολλά έχουν ήδη ειπωθεί για αυτήν κατά τη συζήτηση για την ταπεινοφροσύνη, και επειδή σπεύδω προς το τέλος (γνωρίζοντας ότι έχω εδώ και πολλή ώρα καταχραστεί την καλοσύνη σου, Μακαριότατε Πατέρα) θα εκθέσω σύντομα αυτά που προσιδιάζουν σε αυτήν την αρετή. Χωρίς να αναφέρω πόσες ταλαιπωρίες κάθε λογής, πόσες ύβρεις, πόσους κινδύνους, και πόσο καρτερικά τα υπέμεινε όλα αυτά ο Σωτήρας κατά τη διάρκεια της ζωής του, θα επικεντρωθώ στη στάση που επέδειξε όταν τον συνέλαβαν οι στρατιώτες, όταν οδηγήθηκε στον Αρχιερέα, όταν τον ανακρίνανε. Με πόσες προσβολές, εξευτελισμούς και διασυρμούς θαρρείς ότι τον κατέτρεξε το εχθρικό και φθονερό πλήθος, που ήθελε να ξεσπάσει όλο του το μίσος καταπάνω του; Σαν να βλέπω μπροστά μου αυτούς τους άκαρδους ανθρώπους να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο ξερνώντας πάνω του κάθε βαναυσότητα και μανία. Κάποιοι τον σπρώχνουν, άλλοι τον δένουν πισθάγκωνα, κάποιοι άλλοι τον γρονθοκοπούν στο πρόσωπο. Κάποιοι του κοπανούν το στήθος και τα πλευρά, άλλοι τον λιγδιάζουν με φτυσιές, κι άλλοι τον διαπομπεύουν με προπηλακισμούς και κατάρες. Κι όμως, εκείνος υπομένει και υφίσταται τα πάντα με μέγιστη καρτερία. Τι ανοσιότητα είναι αυτή! Πού πήγαν η πραότητα, η λογική, ο νόμος, η τάξη της φύσης; Συλλαμβάνεται ο αόρατος, κρατείται ο αψηλάφητος, δένεται ο ακατάληπτος, σέρνεται ο άτρεπτος. Αυτός στον οποίο δεν μπορεί να ασκηθεί η παραμικρή δύναμη, ραπίζεται, φτύνεται και ξυλοκοπείται από όλες τις μεριές. Κι όμως δεν ξεστομίζει ούτε μία φράση κατά κανενός. Υπομένει τα πάντα, όχι μόνο καρτερικά, μα και πρόθυμα, για χάρη μας.
XVIII. Μα κι όλα αυτά είναι μικρά, αμελητέα. Τι συνέβη όταν παραδόθηκε στους στρατιώτες και οδηγήθηκε στο πραιτώριο; Πόσα πράγματα, καλέ Θεέ, πόσο ανάξια, πόσο ανόσια υπέφερε! Φαντάσου, σε παρακαλώ, Μακαριότατε Πατέρα, τον ίδιο τον Θεό, τον δημιουργό του κόσμου, τον πατέρα όλης της φύσης, τον κτίστη, σωτήρα και λυτρωτή των ανθρώπων, να συλλαμβάνεται, να δένεται, να κατηγορείται, να καταδικάζεται, να χλευάζεται, να φτύνεται και να χτυπιέται από εκείνους που είχε ο ίδιος δημιουργήσει και είχε έλθει να λυτρώσει. Φέρε μπροστά σου τον Βασιλέα των αιώνων, τον Άρχοντα ουρανού και γης, τον Αρχιερέα των μελλοντικών αγαθών, τη σκηνή που δεν είχε κατασκευασθεί από ανθρώπινα χέρια[39], να στέκεται ανάμεσα στους πιο αχρείους στρατιώτες, να του φορούν αγκάθινο στεφάνι, να τον ντύνουν στα κόκκινα, κάποιοι να τον προσφωνούν χλευαστικά ‘βασιλιά’, άλλοι να τον χτυπούν με καλάμι[40], να τον προπηλακίζουν όλοι ξεστομίζοντας κάθε είδους κατάρα, να εκτίθεται σε κάθε αδικία και προσβολή, κι εκείνος να τα υπομένει όλα αυτά με τη μέγιστη ηρεμία και μειλιχιότητα.
Μα ελάχιστα είναι αυτά που περιγράφω μπροστά σε όσα υπέφερε από τους ανθρώπους ο Θεός. Διότι η σκληρότητα δεν χορταίνει ούτε με τόσες αδικίες. Η ασέβεια δεν ικανοποιείται, παρά μόνον εάν τελικά γευθεί θεϊκό αίμα. Κι έτσι το όμορφο σώμα του Χριστού γδύνεται, και τα μέλη που θα προσκυνούσαν ακόμα και οι άγγελοι, εκτίθενται μπροστά στους πιο αχρείους ανθρώπους. Ο πολύπραος αμνός δένεται στη στήλη και για ώρα πολλή δέχεται σε όλο του το σώμα βαριά χτυπήματα από στιβαρούς και σκληρούς στρατιώτες. Μα τι θλίψη! Ο σωτήρας του κόσμου, καταμεσής της αγοράς της Ιερουσαλήμ, ραβδίζεται από αχρείους ανθρώπους μπροστά σε ένα αναρίθμητο πλήθος θεατών. Τόσα χτυπήματα, τόσος αβάσταχτος πόνος, κι όμως φωνή δική του δεν ακούει κανένας. Ανυπέρβλητη καρτερία! Απίστευτη πραότητα! Δεν βρίσκω λόγια να τις εκφράσω. Δεν έχει κορεσθεί ακόμα η σκληρότητά σου, Ιουδαίε ασεβή; Εγώ αδυνατώ να αφηγηθώ αυτά τα γεγονότα χωρίς να με πλημμυρίζουν δάκρυα. Εσύ, όμως, μπόρεσες να τα παρακολουθήσεις όλα αυτά με μάτια στεγνά. Εμένα με κατακλύζει η ντροπή και μόνο που αρθρώνει τούτα τα λόγια το στόμα μου. Εσύ όμως δεν κοκκίνισες όταν τα διέπραττες με τα ίδια σου τα χέρια.
ΧΙΧ. Μα γιατί παραπονιέμαι που δεν κοκκίνισαν και δεν συγκινήθηκαν; Μακάρι η ασέβειά τους να είχε αρκεστεί σε εκείνα τα βάσανα· μακάρι η βαρβαρότητά τους να είχε περιοριστεί σε αυτήν τη σκληρότητα. Αλλά το άγριο μίσος δεν μπορεί να ικανοποιηθεί παρά μόνον εάν διαπράξει σφαγή. Τι λοιπόν απομένει να ζητήσεις, τι σου μένει να κάνεις, ασέβεια; Να σταυρωθεί, είπε, να σταυρωθεί[41]. Τι ασεβής κραυγή! Τι διεστραμμένη επιθυμία! Τι ανεξάντλητη αγριότητα! Είναι έγκλημα να δένεις τον Θεό· είναι κακία να τον καθυβρίζεις· είναι πατροκτονία να τον ραβδίζεις· μα τι να πω για το να τον σταυρώνεις; Λέξη κατάλληλη για τόσο αποτρόπαιη πράξη δεν βρίσκω, Μακαριότατε Πατέρα. Ο καρτερικότατος Ιησούς, λοιπόν, καταλαβωμένος και στάζοντας αίμα από ολόκληρο το σώμα του, υψώνεται στον Σταυρό. Τα χέρια και τα πόδια του, που μετά βίας τα βαστά το σώμα του από το πλήθος των πληγών, διαπερνιούνται από τραχιά καρφιά. Χάσκουν οι πληγές παντού. Ο Ιησούς καταρρέει από τον πόνο και τα βάσανα. Εντούτοις, η ασέβεια των Ιουδαίων δεν ικανοποιείται ούτε με όλα αυτά. Τον βρίζουν καθώς κρεμιέται στον σταυρό. Τον χλευάζουν με λόγια πικρά: Έσωσε τους άλλους, λένε, μα δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του[42]. Κι εμείς, που μετά βίας μπορούσαμε να συγκρατήσουμε τα δάκρυα όσο τον λάβωναν, τι πρέπει να κάνουμε τώρα που τον βλέπουμε καρφωμένο στον Σταυρό; Αν εγώ ήθελα να τα αφηγηθώ και να τα θρηνήσω αυτά, όχι ενώπιον του επιεικέστατου Ποντίφικα, ούτε ενώπιον μιας θεοσεβέστατης Συγκλήτου, ούτε ενώπιον πιστών Χριστιανών, ούτε καν ενώπιον ανθρώπων, αλλά ενώπιον θηρίων· και για να πάω πιο μακριά, αν δεν ήθελα να τα αφηγηθώ στη Ρώμη αλλά σε κάποια απόμακρη ερημιά, σε βράχους και γκρεμούς, δεν θα συγκινούνταν ακόμα και όλα τα άλαλα και άψυχα πράγματα από αυτήν την ατιμωτική βαναυσότητα;
ΧΧ. Τι στάση πρέπει, λοιπόν, να κρατήσουμε απέναντι στον Σωτήρα μας; Αναλογίσου, Μακαριότατε Πατέρα, τον απέραντο πόνο των καρφιών που τρυπούν χέρια και πόδια· φαντάσου το μαρτύριο εκείνου που κρεμιέται στον σταυρό· φέρε μπροστά σου, για μια στιγμή, την εικόνα εκείνου που είναι καρφωμένος. Ο Υιός του Θεού βρίσκεται στο κέντρο, καρφωμένος στον ψηλότερο σταυρό, ανάμεσα σε δύο ληστές· από τη μία πλευρά τον έκλαιγαν η Μητέρα του και οι μαθητές του· από την άλλη τον κατασπάραζαν ιερείς και γραμματείς. Οι στρατιώτες τον βασανίζουν με πικρό υγρό[43]· ο ένας ληστής του απηύθυνε λόγια βλάσφημα[44]· η επιγραφή όξυνε τον εμπαιγμό και τον πόνο του. Το πλήθος ξεστόμιζε λόγια διάφορα[45]. Εν μέσω τέτοιων πόνων, τέτοιων βασάνων, ποια, ρωτώ, ήταν τα λόγια του; Κατηγόρησε κανέναν; Έλεγξε κανέναν; Εξέφρασε κάποιο παράπονο για το άδικο μαρτύριο που υπέφερε; Έδειξε να είναι οργισμένος μαζί τους; Ούτε στο ελάχιστο. Τι, είπε, λοιπόν; Πατέρα, συγχώρεσέ τους, γιατί δεν συνειδητοποιούν τι κάνουν[46]. Φωνή υπέρτατης καρτερίας, υπέρτατης επιείκειας, υπέρτατης πραότητας! Αν και είσαι αθώος, αφήνεις τον εαυτό σου να συλληφθεί, να δεθεί, να κατηγορηθεί, να καταδικαστεί, να κατασυρθεί, να λαβωθεί και να καρφωθεί στον σταυρό από αχρείους ανθρώπους, ενάντια σε κάθε ιερό και όσιο. Κι όχι απλώς τα υπομένεις όλα αυτά με τη μέγιστη καρτερία, αλλά επιθυμείς να συγχωρεθούν και εκείνοι που στα κάνουν. Εκείνοι σε κατηγορούν, εσύ τους δικαιολογείς. Εκείνοι σε καταδικάζουν· εσύ αγωνίζεσαι να τους αθωώσεις. Εκείνοι σε καταριούνται· εσύ εύχεσαι το καλό τους. Εκείνοι σου φέρνουν τον θάνατο· εσύ ικετεύεις τον Πατέρα για τη ζωή τους. Τι παραπάνω μπορεί να πει κανείς για αυτήν την πραότητα, για αυτή την καρτερία; Μπορούν οι λέξεις -δεν λέω να τα υμνήσουν-, μα να αρθούν, έστω, στο ύψος των πραγμάτων και να τα αποτυπώσουν επαρκώς; Κανένας ποταμός ευγλωττίας, καμία δύναμη λόγου, καμία ανθρώπινη φωνή, καμία θνητή γλώσσα δεν θα μπορούσε ποτέ να πετύχει κάτι τέτοιο. «Πού είναι ο ωκεανός της κικερώνειας ευγλωττίας; Πού είναι ο ορμητικός χείμαρρος του Δημοσθένη; Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι κι οι δυο τους θα έμεναν άφωνοι, κι η γλώσσα τους θα είχε μουδιάσει»[47].
Για ποιον λόγο αυτός ο αθώος, ο Θεός, οδηγήθηκε να υποφέρει τόσους πόνους, τόσα βάσανα, κι έναν τόσο αναξιοπρεπή θάνατο; Για χάρη μας, για χάρη μας, λέω, Μακαριότατε Πατέρα, οδηγήθηκε να τα υποφέρει όλα αυτά. Οι αμαρτίες μας, οι ανομίες μας τον έσπρωξαν στον Σταυρό. Εμείς είμαστε η αιτία όλων των πόνων του, όλων των βασάνων του[48]. Για εμάς συνελήφθη, για εμάς κατηγορήθηκε, για μας καταδικάστηκε, για μας χτυπήθηκε, για μας τελικά οδηγήθηκε στον σταυρό. Και τι απαιτεί από εμάς ως αντάλλαγμα, Μακαριότατε Πατέρα, παρά αυτό που είναι πιο ωφέλιμο για εμάς, αυτό που οφείλαμε να του προσφέρουμε από μόνοι μας; Να ζούμε με σωφροσύνη, αγνά και ευσεβώς. Να ακολουθούμε το μονοπάτι της πίστης και της δικαιοσύνης. Να τηρούμε πιστά τις εντολές του και να μιμούμαστε σταθερά το παράδειγμά του. Όλα αυτά, αν το θέλουμε, και δεν αγαπάμε τον εαυτό μας υπερβολικά, είναι τόσο βατά και πολύ ωφέλιμα για εμάς.
ΧΧΙ. Ας υπακούσουμε, λοιπόν, Μακαριότατε Πατέρα, στον Θεό που μας προστάζει τόσο δίκαια, τόσο αγαθά, τόσο ωφέλιμα. Ας μιμηθούμε, όσο μπορούμε, αυτόν που υπέφερε τόσα για χάρη μας και με τέτοια καρτερία. Ας τηρούμε απέναντι στους γείτονες και τους ομοίους μας εκείνη τη Δικαιοσύνη που εκείνος δεν δίστασε να τηρήσει ακόμα και απέναντι στον δούλο του και τον εχθρό του. Ας εκφράζουμε σε όλους αληθινή και ειλικρινή αγάπη, αυτήν ακριβώς τη αγάπη που ο ίδιος εξέτεινε ακόμα και στους εχθρούς του. Και ας μη ντρεπόμαστε, εφόσον είμαστε άνθρωποι, να διακονούμε ανθρώπους αφού, ακόμα και ο ίδιος ο Θεός, τους ανθρώπους διακόνησε. Και ας μη περιφρονούμε, εκλιπαρώ, τους φτωχούς και τους άτυχους· αφού κι ο Σωτήρας μας στάθηκε πάντα τόσο φτωχός και ταπεινός. Ας συγχωρούμε στους αντιπάλους μας τις αδικίες τους, αφού γνωρίζουμε ότι εκείνος προσευχήθηκε στον Πατέρα για τους εχθρούς και δολοφόνους του. Κι ας υπομένουμε με εγκαρτέρηση ό,τι αντιξοότητες κι αν μας τύχουν, θυμούμενοι ότι εκείνος για χάρη μας υπέφερε τέτοιες ατιμώσεις. Αν τα πράττουμε όλα αυτά όπως οφείλουμε και μπορούμε, ο Χριστός θα δοξαστεί πλήρως στο πάθος του, και εμείς θα δρέψουμε πλούσιο και πολλαπλάσιο τον καρπό που αποφέρει η μίμησή του.
///
[1] Το κολλέγιο των καρδιναλίων αναφέρεται παραδοσιακά ως η «Σύγκλητος της Εκκλησίας».
[2] Η «απογύμνωση των βωμών» αποτελεί δυτικό έθιμο που μαρτυρείται το αργότερο τον 10ο αιώνα. Δεν υπάρχει αντίστοιχο έθιμο στην ορθόδοξη παράδοση.
[3] Για την περιγραφή των ρωμαϊκών εθίμων κατά τη Μεγάλη Παρασκευή, ιδ. κλασικά Baggs, σ. 72 κ.ε.
[4] Πρβλ. Κικέρων, Pro Marcello, 2, 4.
[5] Λακτάντιος, Divinae Institutiones, 4, 18, 10. Τη δίωξη και τη σταύρωση του Γαβίου αναπτύσσει ο Κικέρων εις Verr. 2, 5, 158–161.
[6] Πρβλ. Γεωργικά, 1. 466-514.
[7] Πρβλ. Κικέρων, Pro Flacco, 9.
[8] Ψαλμ., 8: 3. Ματθ., 21: 16.
[9] Πρβλ. Ματθ., 18: 20.
[10] Υπενθυμίζεται ότι στον ρωμαϊκό κόσμο, η σταύρωση ήταν κατεξοχήν η θανατική ποινή που επιβαλλόταν στους δούλους (servile supplicium).
[11] Πρβλ. Ψαλμ., 67 (68): 18.
[12] «Supplicium servorum olim, nunc gloria regum, / Mors olim miseris, nunc data vita reis, / Crux, solium, currusque Dei, spes unica mundi, / Sis via, sis nostrae porta salutis; Ave!». Τον ύμνο αυτόν δεν τον έχω εντοπίσει σε κανένα ευρετήριο και καμία συλλογή. Ενδεχομένως να πρόκειται για σύνθεση του ίδιου του Μπραντολίνι. Σε κάθε περίπτωση, όλες σχεδόν οι φράσεις αντλούνται είτε από προγενέστερους ύμνους, είτε από τη Γραφή.
[13] Έξοδος, 25: 40.
[14] Α Πέτρ., 2: 21.
[15] Πρβλ. Ματθ., 8: 20, Λκ., 9: 58.
[16] Πρβλ. Ιω., 19: 26-27.
[17] Φιλιπ. 2: 8.
[18] Πρβλ. Λκ., 23: 34-43.
[19] Την τετράδα των αρετών (iustitia, charitas, humilitas, patientia) που εγκωμιάζει ο Μπραντολίνι δεν τη συναντάμε ως τετράδα στην προγενέστερη παράδοση. Εντούτοις, θα πρέπει καταρχήν να θεωρήσουμε προφανή την αξιοποίηση της Ομιλίας για το Πάθος του Κυρίου του Βερνάρδου του Κλαιρβώ. Ο τελευταίος γράφει χαρακτηριστικά: «Στο Πάθος αυτό, αδελφοί μου, τρία πράγματα αξίζουν ιδιαιτέρως την προσοχή μας: το έργο, ο τρόπος και η αιτία. Στο έργο αναδεικνύεται η καρτερία, στον τρόπο η ταπεινοφροσύνη και στην αιτία η αγάπη» (Sermo in Feria IV Hebdomadae Sanctae De Passione Domini, §2). Δεύτερη πηγή φαίνεται να αποτελεί το δημοφιλέστατο λατρευτικό έργο Στοχασμοί πάνω στη Ζωή του Χριστού (Meditationes Vitae Christi). Χαρακτηριστικά: «Μπορείς επίσης να στοχαστείς εδώ ότι ο Κύριος Ιησούς μάς έδωσε, εκείνο το βράδυ, το παράδειγμα πέντε μεγάλων αρετών· της ταπεινοφροσύνης […]· της αγάπης […]· της καρτερίας […]· της υπακοής […] και της προσευχής […]. Ας προσπαθούμε λοιπόν να τον μιμούμαστε σε αυτές τις αρετές» (Meditationes Vitae Christi, 73, 4).
[20] Η ιδέα ότι ο Διάβολος και ο θάνατος καταβλήθηκαν όχι χάρις στην εξουσία (potentia) του Θεού, αλλά χάρις στη δικαιοσύνη (iustitia) του, είναι απαραγνώριστα αυγουστίνεια. Ιδ. κλασικά De Trinitate, 13, 13-15.
[21] Το λεκτικό και τις σχετικές διακρίσεις της ενότητας τις συναντάμε, σχεδόν αυτολεξεί, στον Όδωνα της Τουρναί († 1113). Ιδ. Disputatio contra Judaeum Leonem de adventu Christi, PL 160, 1107C-1108A. Πρβλ. επίσης Άνσελμος, Cur Deus Homo, 2, 18. Αν και το έργο του Όδωνα υπήρξε δημοφιλές στον 12ο αιώνα, ο Μπραντολίνι είναι μάλλον απίθανο να αντλεί ευθέως από το κείμενό του. Θα υπάρχει κάποια ενδιάμεση πηγή, πιθανώς στην ευρύτερη παράδοση του Liber Floridus. Στο ίδιο πνεύμα και ο Ακινάτης στη Summa Theologiae, IIIª q. 1 a. 2.
[22] Πρβλ. Αυγουστίνος, Enchiridion de Fide, Spe et Charitate, 28, 108.
[23] Πρβλ. Ματθ., 26: 49-50.
[24] Πρβλ. Ιω. 18: 4-8.
[25] Πρβλ. Λκ., 22: 51.
[26] Πρβλ. Λκ., 22: 61.
[27] Πρβλ. Ιω., 18: 22-23.
[28] Ό.π., 18: 4-8.
[29] Πρβλ. Ματθ., 27: 39-40.
[30] Ιω., 19: 28.
[31] Λκ., 23: 34.
[32] Ιδ. κλασικά, Αυγουστίνος, Confessiones, 7, 9, 13-14.
[33] Πρβλ. Λκ., 2: 51.
[34] Πρβλ. Ματθ., 21: 15.
[35] Πρβλ. Αυγουστίνος, In Evangelium Ioannis, 119, 3.
[36] Πρβλ. Ιω., 13: 1-15.
[37] Ό.π., 18: 4-8.
[38] Πρβλ. Λκ., 23: 35.
[39] Προς Εβραίους, 9: 11.
[40] Πρβλ. Ματθ. 27: 27-30.
[41] Ματθ., 27: 22-23.
[42] Μάρκ., 15: 31. Ματθ., 27: 42.
[43] Πρβλ. Ιω., 19: 29.
[44] Πρβλ. Λκ., 23: 39.
[45] Πρβλ. Ματθ., 27: 39-40.
[46] Λκ., 23: 34.
[47] Ιερώνυμος, Epistolae, 147, 5.
[48] Πρβλ. Ησαΐας, 53: 4.
///
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Andrieu, M. (επιμ.). Les Ordines Romani du haut moyen age, τ. ΙΙΙ, Λουβαίν, 1951.
Baggs, C. M. The Ceremonies of Holy-Week at the Vatican and St John Lateran’s, Ρώμη, 1859.
Celani, E. (επιμ.). Johannis Burckardi Liber Notarum Ab Anno MCCCCLXXXIII Usque ad Annum MDVI, τ. Ι, Τσιττά ντι Καστέλο, 1906.
DeSilva, J. M. The Office of Ceremonies and Advancement in Curial Rome, 1466–1528, Λέιντεν, 2022.
Gassner, A. Lippi Aurelii Brandolini Augustiniani Eremitae ‘Oratio de virtutibus D. N. Jesu Christi nobis in ejus Passione ostensis’, (επανέκδοση του κειμένου του H. Bone), Σάλτσμπουργκ, 1874.
Hankins, J. Aurelio Lippo Brandolini. Republics and Kingdoms Compared, The I Tatti Renaissance Library; Κέιμπριτζ (Μασσαχουσέτη), 2009.
Jones, P.M – Wisch, B. – Ditchfield, S. (επιμ.), A companion to early modern Rome, 1492–1692, Λέιντεν, 2019.
Mariotti, A. Delle virtu mostrateci nella passione dal nostro Signor Gesu Christo orazione di Fr. Aurelio Brandolino Agostiniano, Λατινικό κείμενο – Ιταλική μετάφραση, Ρώμη, 1767.
McManamon, J. M. ‘Renaissance Preaching: Theory and Practice. A Holy Thursday Sermon of Aurelio Brandolini’, Viator, 10, 1979, 355-373.
O’Malley, J. W. ‘Preaching for the Popes’, εις C. Trinkhaus – H.A. Oberman (επιμ.), The Pursuit of Holiness in Late Medieval and Renaissance Religion, Λέιντεν, 1974, 408–40.
O’Malley, J. W. Praise and Blame in Renaissance Rome. Rhetoric, Doctrine and Reform in the Sacred Orators of the Papal Court, c. 1450-1521, Ντάραμ, Βόρεια Καρολίνα, 1979.
Resnick, I. M. Odo of Tournai. ‘On Original Sin’ and ‘A disputation with the Jew, Leo, on the Advent of Christ, the Son of God’, Φιλαδέλφεια, 1994.
///
*
*
