Month: Σεπτεμβρίου 2025

Υπαίθριες σκέψεις για την βία, την ασχήμια και την ομορφιά

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Αχνοφαίνεται πέρα μακριά. Ένα κομμάτι βουνοκορφής. Αχνό μέσα απ’ τη ζέστη που ανεβαίνει κι απλώνεται αργά αργά μαζί με το φως της μέρας, τους ήχους από τα τζιτζίκια και ότι άλλο σκιρτά στην ύπαιθρο.

Κοιτάζεις από ένα ψηλό σημείο. Είσαι σε σπίτι εξοχής, σε ύψωμα, κι αγναντεύεις πέρα τη βουνοκορφή. Αχνοφαίνεται κι όμως ελκύει. Μπορεί να θυμίζει κάτι άλλο, μια ανεπαίσθητη μορφή, μια εικόνα που έρχεται από το παρελθόν, άσβηστη, χαμένη ποιος ξέρει σε ποιο άβρετο βάθος που κάτι υπονοεί, κάτι υποβάλλει.

Και ο όγκος; Δεν σημαίνει κάτι, δεν φανερώνει; Διακρίνεις από μακριά δέντρα και βλάστηση. Όλα αχνά, σαν πίνακας ακουαρέλας, νεροχρώματα. Από πάνω απλωμένος ουρανός, αυτό το γαλάζιο, κάπως θαμπό, σίγουρα λόγω υδρατμών ζέστης που κόρωσε αυτές τις μέρες.

Άραγε ποιος λόγος σ’ έκανε να σταματήσεις σ’ αυτό το σημείο του βουνού; Ένα τοπίο ανοιχτό, όπου το βλέμμα περιφέρεται ελεύθερο, ζητάει κάτι να βρει, σίγουρα όμορφο, διάφανο, απλό αν όχι αδρό. Γραμμές, σχήματα, όγκοι, φύλλα, φυλλωσιές, κλαδιά, κορμοί μισοκαμένοι από την σχετικά πρόσφατη πυρκαγιά, ξερά χόρτα που τα χρυσίζει ο ήλιος, κυπαρίσσια καταπράσινα υψωμένα λίγο πιο ’κει που γλύτωσαν το κάψιμο, το μικρό νεκροταφείο του χωριού που πας να το πεις κοιμητήριο –αυτό είναι το σωστό, αλλά προϋποθέτει πίστη στην Ανάσταση–, πουλιά εξαφανισμένα –δεν ακούστηκε λαλιά–, το τσιτσίρισμα των τζιτζικιών, θάμνοι ξεραμένοι αλλά και άλλοι ολοζώντανοι και βέβαια ένας ολόκληρος μικρόκοσμος, εκατοντάδες λιλιπούτια πλάσματα αφανή, που αυλακώνουν το χώμα κρυμμένα.

Τώρα κοιτάζω φοίνικες. Δεν έχουν «ανδρωθεί» ακόμη, μοιάζουν παιδικοί. Είναι φουντωτοί, πράσινοι, τα μυτερά τους φύλλα σαν σπαθιά, περιβάλλουν το σπίτι, ακοίμητοι φρουροί ανήλικες, αντικρίζουν μικρές πεταλούδες που φάνηκαν μια στιγμή και χάθηκαν. Τις στροβιλίζει κι αυτές η αύρα και πετούν ανάμεσα στις πρασινάδες, ψάχνουν να βρουν κανένα λουλούδι να χαρούν την ευωδιά του ή να χαϊδευτούν στα πέταλά του.

Υπάρχει απουσία τρυφερότητας. (περισσότερα…)

Απορριματοtherapy

*

(Να ζήσεις 24 ώρες χωρίς το είδος πρώτης ανάγκης)*

Ήθελα μόνο σήμερα, μονάχα για μια μέρα,
μόνο μια μέρα δίχως του – χωρίς καν να τ’ αγγίξω.

(Ήθελες μόνο σήμερα, μονάχα ν’ αποφύγεις
τόσες χιλιάδες χρήσεις του, τόσες πολλές μορφές του.)

Ήθελα μόνο σήμερα, μονάχα για μια μέρα·
μια μέρα δίχως πλαστικό – χωρίς καν να τ’ αγγίξω.

***

Μ’ αυτές τις σκέψεις ξύπνησα…

Μ’ αυτές τις σκέψεις κάθισα στου κρεβατιού την άκρη
κι όπως βιαζόμουν πάτησα στο πλαστικό χαλάκι.

(Κι όπως σφιγγόσουν πάτησες στο πλαστικό χαλάκι·
τόσο νερό τι το ’θελες μέσα στη μαύρη νύχτα; )

Κι ύστερα βρέθηκα μπροστά στο πόμολο του μπάνιου
(κι ύστερα πέτρωσες μπροστά στο πόμολο του μπάνιου),

πόμολο γκρίζο στρογγυλό, γκρίζας κλεισμένης πόρτας,
όλο ντυμένο πλαστικό – δεν τ’ άγγιξα καθόλου·

δεν τ’ άγγιξα, μα φώναξα: καλή μου, θα μπορέσεις; …
Και μπόρεσε.

***

Υγρά σαπούνια σήμερα, πομάδες, ξυραφάκια,
κολόνιες κι αποσμητικά περίμεναν ματαίως.

Άνοιξα για τα δόντια μου (πες: τα σφραγίσματά σου )
μιαν οδοντόβουρτσα μπαμπού με τρίχες άγριου χοίρου, (περισσότερα…)

Από το Πραξικόπημα στην οικία Αζίνα: Ένα βιβλίο με προϊστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[1/12]

~.~

Ο Νίκος Σαμψών είναι μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι οκτώ –και, κατά τον ίδιο, οι εννέα, που ο Κυριάκος Μαργαρίτης,  συγγραφέας του φερώνυμου Σαμψών[1] τού πιστώνει παιγνιωδώς–, μέρες που ηγήθηκε της πραξικοπηματικής κυβέρνησης της Κύπρου σήμαναν την απαρχή μιας εθνικής τραγωδίας, της μεγαλύτερης μετά από εκείνην του 1922, που έμελλε να ολοκληρωθεί με την τουρκική επέλαση και την de facto διχοτόμηση της χώρας.

Ήδη ο Βασίλης Γκουρογιάννης, αγγίζοντας στο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή (2009)[2] –ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της Μεταπολίτευσης– το ζήτημα των βετεράνων πολεμιστών της Κύπρου, είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Υπενθυμίζω, ενδεικτικά, ότι η παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα διακόπηκε από ορδές κουκουλοφόρων, ενώ ο συγγραφέας του βιβλίου λοιδορήθηκε από ακροδεξιά έντυπα για εθνική μειοδοσία, αλλά και χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα από την Αριστερά ως εκφραστής εθνομηδενιστικών αντιλήψεων.[3] Αντιθέτως, αρθρώνοντας την οδύνη του για τον οριστικό ακρωτηριασμό της Μεγαλονήσου από τον εθνικό κορμό, ο Γκουρογιάννης θέτει σημαντικά ζητήματα συνειδήσεως σε ό,τι αφορά στην πρότερη μετοχή –εκόντων ακόντων– Ελλαδιτών πολεμιστών της Κύπρου στο Πραξικόπημα και, συναφώς, στις βαριές ευθύνες του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας στην προδοσία της Κύπρου. Αν ο Γκουρογιάννης, δεκαέξι χρόνια πριν, προκάλεσε, φέρνοντας στο φως την ιστορία ενός ανθρώπου ψυχικά και σωματικά σακατεμένου, που εν τέλει δεν ήξερε εναντίον ποιων -δικών του ή ξένων- ήταν εντεταλμένος να πολεμήσει, χρειάζεται να πιστωθεί η αντίστοιχη τόλμη -ου μην η πρόκληση- στο βιβλίο του Μαργαρίτη υπό τον τίτλο Σαμψών, που καταπιάνεται ονομαστικά –και όχι πια συμβολικά και αφηρημένα– με έναν από τους κατεξοχήν πρωταγωνιστές της κυπριακής προδοσίας.

Για να γίνει αντιληπτός ο βαθμός στον οποίο ο Νίκος Σαμψών ταυτίστηκε στο συλλογικό συνειδητό των Κυπρίων με το ίδιο το Πραξικόπημα, αρκεί να αναφερθεί ενδεικτικά πως τα παιδιά του, Μίνα και Σωτήρης, έτυχαν σε παιδική ηλικία επίθεσης στο δημοτικό σχολείο που φοιτούσαν από ομάδα μαυροφορημένων γυναικών –μανάδων και συγγενών αγνοουμένων και πεσόντων– που τα περιέλουσαν, έναντι του χυμένου αίματος των οικείων τους, με κόκκινη μπογιά: «Είναι πολύ δύσκολο –καλώς ή κακώς– κάποιος να σου έχει φορτώσει την τραγωδία όλου του τόπου σου στον ώμο σου»,[4] δηλώνει σαράντα πέντε χρόνια μετά η κόρη του Νίκου Σαμψών, Μίνα. Ομολογώ προσωπικά πως, έχοντας μαζί μου το βιβλίο Σαμψών σε χώρους οικείων, διαβάζοντάς το αδηφάγα άμα τη δημοσιεύσει του από τον Ίκαρο, μόνο και μόνο ο τίτλος ή και η φωτογραφία του υπό αναφορά προσώπου στο εξώφυλλο προκαλούσε μορφασμούς, φορτισμένες συζητήσεις και αποτροπιασμό, ανασύροντας μνήμες και τραύματα των συνομιλητών μου, όπως και ενδοιασμούς γύρω από έναν πολλά επίφοβο αναθεωρητισμό, που αφορά τόσο στον συγγραφέα του βιβλίου όσο και στην υποφαινόμενη κριτικό. Όχι τυχαία, η κριτική τηρεί ακόμα ευλαβικά σιωπή γύρω από το Σαμψών,[5] παρότι κυκλοφορεί εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, κι ενώ ο Μαργαρίτης έχει ήδη προχωρήσει στην έκδοση του Συμβάν 74 (2024),[6] γεγονός που καθιστά την παρούσα μελέτη την πρώτη και σε κάθε περίπτωση ανενδοίαστη προσέγγισή του. (περισσότερα…)

Natasha Lvovich, Μεταφορές*

*

In Memoriam:
Στην αγαπημένη φίλη και διακεκριμένη ποιήτρια
Wendy Barker, της οποίας η ελαφρότητα και η δεξιοτεχνία
υπήρξαν πηγή έμπνευσης και ενθάρρυνσης

Το ελαιόλαδο θα μου κρατήσει πολύ,
σαν το αγνό λάδι του Χανουκά, που κράτησε
οκτώ μέρες αντί για μια –
το θαύμα που έσωσε τον Ναό.
Το μπουκάλι είχε σφραγιστεί
προστατευμένο μέσα στα ρούχα μου—
ούτε μια σταγόνα δεν χύθηκε
στις αποσκευές—
ταξίδεψε ακέραιο ως την Αμερική.

Εκείνο το πολύτιμο λάδι,
με φειδώ το φύλαγα για τις σαλάτες,
γευόμουν κάθε σταγόνα,
όπως κάθε στιγμή στην Ελλάδα,
ανάμεσα σε ερείπια λαμπρά και ευρήματα,
στους δρόμους της Αθήνας, στα μουσεία, στο μετρό. Μια φορά,
μια σεβαστή κυρία στο τραμ με αγκάλιασε
όταν έμαθε
από πού είμαι — είμαι από τη Νέα Υόρκη.

Οι ελιές είχαν μαζευτεί
από την οικογένεια της Εύας — τρεις γενιές —
από δέντρα αρχαία σαν τα ερείπια
και που, όπως εκείνα, στέκονται ακόμη·
και φυτρώνουν παντού στην εξοχή
και στο μικρό χωριό
όπου όλοι,
όπως η Εύα, λέγονται Μαραγκός: ο πατέρας,
τα ξαδέλφια, οι θείοι, οι θείες,
δεν μιλούσαν αγγλικά
μα μου άπλωναν τα χέρια
και γελούσαν με όλη τους
την καρδιά. (περισσότερα…)

Ίρις

*

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΙΡΙΔΑ

Ω Ίρις, το ουράνιο τόξο μου, Ίρις, η αγγελιοφόρος των θεών, Ίρις εσύ των οφθαλμών μου, Ίρις, το άνθος του Φθινόπωρου… Ίρις, η πολυαγαπημένη μου, Ίρις, η σκάλα εσύ των Ουρανών, Ίρις, νεράιδα της Ραΐνας, Ίρις, η νύμφη εσύ της Κασταλίας….

Ω Ίρις, με το μίνι το λευκό και με το πέπλο σου, ω Ίρις, νύφη εσύ που προσκυνάς μπρος στον ναό του Παρθενώνα, ω Ίρις, στον Κρυφό Γιαλό μας η ολόγυμνη, ω Ίρις, στο ενδέκατο, το δάχτυλό μου, δαχτυλίδι…

Ίρις, ω έκσταση κι ουράνια χαρά, Ίρις, η γήινη ευτυχία… Ίρις, φτασμένη απ’ το Παντού κι από το Πάντα.

///

ΑΣ ΗΤΑΝ

Ας ήταν να ’χα εσένανε εκεί βαθιά στον Άδη
η ομορφιά σου Ήλιου φως να κάνει το σκοτάδι.

Να με φιλάς κι όσο βαστώ, γλυκό βυζί να πιάνω,
αλλ’ αχ, σα μπαίνω μέσα σου, στο άφταστο να φτάνω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Το ελληνικό διήγημα 1974-2024: 50 επιλογες

 *

Ανθολογεί ο Π. ΕΝΙΓΟΥΕΪ

~.~

Μετά την επιγραμματική παρουσίαση 85 διηγημάτων (εδώ) και την συνοπτική παράθεσή τους ανά κατηγορία (εδώ), θα ήθελα να ολοκληρώσω την προσωπική αυτή εξερεύνηση στο ελληνικό διήγημα της περιόδου 1974-2024 με μια σύντομη παρουσίαση 50 εξ αυτών.

Η παρούσα, λοιπόν, επιλογή επιχειρεί μια διαδρομή στον πυρήνα της σύγχρονης ελληνικής διηγηματογραφίας, εστιάζοντας όχι μόνο σε ονόματα αναγνωρισμένα και καταξιωμένα, αλλά και σε φωνές λιγότερο προβεβλημένες.

Η ποικιλία είναι εντυπωσιακή: διηγήματα υπαρξιακά, αλληγορικά, ερωτικά, αστυνομικά, πολιτικά, φουτουριστικά, σπαρακτικά ή κωμικά. Ιστορίες ωμού ρεαλισμού, ποιητικής αλληγορίας, σατιρικής πρόζας, φανταστικής λογοτεχνίας μέχρι και μεταμοντέρνας μεταμυθοπλασίας που διαδραματίζονται στη επαρχία, στο κέντρο της Αθήνας, σε ένα διαμέρισμα, σε ένα ορυχείο ή και στη… Δευτέρα Παρουσία.

Η θεματική ποικίλει εξίσου: Ιστορία, μνήμη, έμφυλη ταυτότητα, τεχνολογική αλλοτρίωση, μοναξιά, θάνατος, ερωτική επιθυμία.

Γλώσσα: λυρική, στομφώδης, ξερή, ρεαλιστική, σκωπτική, αρχαιοπρεπής, ωμή, ακατέργαστη, λαϊκή μέχρι βωμολοχική. Γιατί, από τη Μεταπολίτευση και μετά, το ελληνικό διήγημα έγινε και προκλητικό.

Τα κείμενα που ακολουθούν, με αλφαβητική σειρά ανά συγγραφέα, δεν αποτελούν «κανόνα», ούτε διεκδικούν το θέσφατο. Συνθέτουν, ωστόσο, έναν πυκνό χάρτη, μια εκδοχή λογοτεχνικής γεωγραφίας πέντε δεκαετιών.

Απολαύστε, λοιπόν, μια συλλογή-ταξίδι, ένα λογοτεχνικό road-trip.

~.~

Κώστας Ακρίβος
Λαέρτης, ο πατέρας
[Τελευταία νέα απ΄ την Ιθάκη, Μεταίχμιο, 2016]

Πρωτότυπο και ιδιόμορφο στο ύφος κείμενο που πλέκει τη φωνή του Θοδωρή Κολοκοτρώνη με αυτή του Λαέρτη της Ομηρικής Οδύσσειας, μεταφέροντας το σπαραχτικό πένθος ενός πατέρα που χάνει τον πρωτότοκο γιο του – τον Πάνο Κολοκοτρώνη – κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου το 1824.

Η εξαιρετική χρήση της προφορικής γλώσσας και η μίμηση (σε ύφος, ορθογραφία και σύνταξη) των χειρόγραφων απομνημονευμάτων ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ακούει τον ίδιο τον Γέρο του Μοριά να μιλά. Η ροή είναι συνεχής και το κείμενο εναλλάσσει ιστορικά γεγονότα, προσωπικές μνήμες και ηθικές εξομολογήσεις όλα αυτά με έκδηλη πικρία και παράπονο.

Κορυφαίο δείγμα της υποκατηγορίας της ιστορικής μεταμυθοπλασίας.

///

Τηλέμαχος Αλαβέρας
Αγέλη
[Ακριβά γούστα η κυρία, Κέδρος, 2006]

Εντύπωση προκαλεί το μάκρος της πρώτης πρότασης τετρακοσίων ογδόντα έξι λέξεων του σύντομου αυτού διηγήματος  –μοναδική περίπτωση στην εγχώρια διηγηματογραφία! Η φαινομενικά απλή σκηνή μιας βόλτας ενός ζευγαριού στο πάρκο μετατρέπεται, μετά τη συνάντηση με μια αγέλη αδέσποτων σκύλων, σε μια κινηματογραφική σκηνή έντασης και ανασφάλειας, δισταγμών και αναβλητικότητας.

Η αγέλη συμβολίζει την εξωτερική δύναμη που εισβάλλει στο πεδίο του ατόμου. Η διαφυγή του ζεύγους στην τελική σκηνή ερμηνεύεται τόσο ως νίκη όσο και ως προσωρινό ελιγμό μιας μόνιμης απειλής.

///

Ανδρέας Αποστολίδης
Εφιάλτης
[Αστυνομικές ιστορίες για πέντε δεκαετίες, Άγρα, 1998]

Διήγημα που διεξάγεται στην Αθήνα των Δεκεμβριανών 1944 παντρεύοντας το αστυνομικό σασπένς και την ιστορική τοιχογραφία με νευρώδη, κινηματογραφικό ρυθμό.

Πρόκειται για την απελπισμένη προσπάθεια δύο φίλων – του γλύπτη Λέλου και του «Παύλου» – να ξεφύγουν από την ομηρία τους στην κλινική «Λυμπέρη», ανάμεσα σε ΕΛΑΣίτες, Χίτες και μπλόκα βρετανικών στρατευμάτων.

Αφήγηση με λεπτομέρειες του χώρου, ενδυμάτων, μικρών καθημερινών σκηνών προσώπων: της κυνικής πανούργας αριστοκράτισσας, του μυστηριώδη πάτηρ (Άγγλου πράκτορα), της ταπεινής και λαϊκής μοδίστρας.

Ο συγγραφέας δίνει ένα πικρό σχόλιο για την εποχή: σε δύσκολους καιρούς η επιβίωση είναι ζήτημα μεταμόρφωσης και ψέματος.

/// (περισσότερα…)

Καμπύλο τόξο

*

thy body is the song
SWINBURNE, Anactoria

Κορίτσι από νύχτα φωτεινή
παλιά μου αγάπη κι ακριβή μου φίλη
θέλω το σώμα σου να τραγουδήσω
όταν με άλλον, ή άλλη, ή και μόνη σου,
καλλίσφυρη, μ’ ανοιχτά τα πόδια χαίρεσαι
τα δώρα της θεάς της δολοπλόκου,
δυο ιερά στρουθία φτεροκοπούν
πάνω απ’ τις ρώγες σου, στα χείλη σου
μια λέξη καίει· καίει η λέξη η χρυσή,
απλώνεται η ασημένια σου ανάσα
στο σεντόνι, στα κλειστά σου μάτια
σβήνει της θύμισής μου το κερί,
τεντώνεσαι σαν καμπύλο τόξο
τελειώνεις στο σκοτάδι.

ΝΙΚΟΣ Β. ΟΡΦΑΝΟΣ

*

*

*

 

Ο ανοιχτός ρεαλισμός του Ευτύχη Μπιτσάκη

*

της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

~.~

Με τον πρόσφατο θάνατο του Ευτύχη Μπιτσάκη, ομότιμου καθηγητή της φιλοσοφίας, συγγραφέα και εκδότη των περιοδικών Σύγχρονα Θέματα και Ουτοπία, γνωστών στους Έλληνες στοχαστές και λάτρεις της φιλοσοφίας, δημοσιεύθηκαν στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο τιμητικά σημειώματα που εξήραν τον αγωνιστή διανοούμενο για τη γενναιότητα του φρονήματός του και τη δράση του για έναν καλύτερο κόσμο, για την οποία χρειάστηκε να θυσιάσει όχι λίγα από τα πιο γόνιμα χρόνια του σε φυλακές και εξορίες. Το παρόν κείμενο είναι τροποποιημένη βιβλιοκρισία μου δημοσιευμένη το 1999 στα Νέα του Σαββάτου για ένα βιβλίο που είχε εκδώσει ο Ευτύχης Μπιτσάκης την ίδια εκείνη χρονιά. Αναδημοσιεύεται εδώ με την ελπίδα να αποτελέσει έναυσμα ώστε να καταστεί ευρύτερα γνωστή η ουσιαστική συμβολή του συγγραφέα στο πεδίο της φιλοσοφικής εννοιολογίας αλλά και των προοδευτικών ιδεών, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατοι οι πολιτικοί και οι κοινωνικοί αγώνες. — ΑΔ

///

Ένας νέος ανοιχτός ρεαλισμός

Όσοι δυσφορούν με την αποθέωση που γνώρισε ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία, αλλά και ο θετικισμός στην επιστήμη ή στη φιλοσοφία, ξέρουν ότι η γνώση που παράγουν η επιστήμη, η φιλοσοφία και η λογοτεχνία είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη σκέψη/γλώσσα και στην πραγματικότητα που είναι το αντικείμενο έρευνας με σκοπό την εξήγηση, την διαύγαση και την κατανόηση σε αυτά τα πεδία.

Αυτή η βασική αλληλεπίδραση σκέψης/γλώσσας και πραγματικότητας δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς τις εμβαθύνσεις των φιλοσόφων αλλά και των επιστημόνων που φιλοσοφούν για να προχωρήσουν την έρευνα σε βάθος.

Το βιβλίο του φυσικού και φιλοσόφου Ευτυχή Μπιτσάκη Ο νέος επιστημονικός ρεαλισμός: Φιλοσοφικές διερευνήσεις στο χώρο της μικροφυσικής (Gutenberg, 1999, σ. 315), μετάφραση του γαλλόφωνου δικού του πονήματος  Le nouveau réalisme scientifique (1997) και συνέχεια του σημαντικού έργου του Les fondements conceptuels de la microphysique (1987) είναι καρπός τέτοιων εμβαθύνσεων.

Στο βιβλίο αυτό που πρωτοεκδόθηκε με πρόλογο του καθηγητή του College de France και ακαδημαϊκού J. C. Pecker, και στη συνέχεια στα ιταλικά, με πρόλογο του καθηγητή Μ. Castellana, ο συγγραφέας ακολουθώντας μια φιλοσοφική παράδοση που εκτείνεται από τους προσωκρατικούς και τον Αριστοτέλη έως τον Χέγκελ και τον Μπασελάρ εμβαθύνει στα προβλήματα που εγείρει ο φυσικός μικρόκοσμος με τις τεράστιες αντικειμενικές δυναμικότητες που κρύβει μέσα του. Αποτέλεσμα είναι ένας ανοιχτός ρεαλισμός που εκφράζει μια δυναμική αντίληψη της αντικειμενικής και της υποκειμενικής πραγματικότητας στην αλληλόδρασή τους. (περισσότερα…)

Η Άννα Φρανκ στη Γάζα

*

Ογδόντα χρόνια φύγαν μες στο μνήμα
που μ’ εγκιβώτισε ο λιμός κι ο τύφος
κι έλεγα ο κόσμος τώρα θα ’χει αλλάξει,
θα ’χει η σκληρή καρδιά του μαλακώσει…
Το μίσος όμως μένει μίσος πάντα
κι ο φόβος ίδια μυρωδιά αναδίδει·
η πείνα, ο θάνατος, η πολιορκία,
πάντα ίδια· ο χρόνος και ο τόπος μόνο
αλλάζει, και η λίστα των θυμάτων.
Η ιστορία μια σιδερένια ρόδα
κι οι αυλακιές στις πλάτες των αθώων
προδίνουν την αέναη τροχιά της.
Φυτρώνεις όπου σ’ έσπειρε το ζάρι
κι ύστερα έρχεται η φάκα και σε κλείνει·
να ψάχνεις να κρυφτείς στον προβολέα
να ονειρεύεσαι ψωμί και γάλα
τα λιγδερά μαλλιά σου να λουστράρουν
την μπότα που συνθλίβει τη ζωή σου… (περισσότερα…)

Δεν έγινε

*

Για τον Τιμ που του άρεσε ο Ρέυμοντ Κάρβερ

Στεκόταν σαν σκιάχτρο κι ατένιζε το τίποτα. Θαρρούσε πως είχε στο δεξί χέρι τη βαλίτσα, εκείνη που είχαν αγοράσει σε στιγμές αγάπης στην Καλιφόρνια. Όταν τον ξύπνησε η φωνή της και κοίταξε χαμηλά, είδε ότι στην πραγματικότητα κρατούσε μία τσάντα για τα ψώνια. Από τα χείλη του έτρεξε λίγο σάλιο.

«Την κόλασή μου!» έκανε η γυναίκα. Η αγαπημένη της έκφραση, τόσο σε στιγμές έκπληξης όσο και αγανάκτησης.

«Τζιλ, άκου…»

Ο Μπομπ πάσχισε να δομήσει μία φράση με αρχή, μέση και τέλος, αλλά ύστερα από δεκαπέντε δεύτερα βρισκόταν ακόμα στην αρχή. Το χνότο του απέπνεε, αναμενόμενα πια, αλκοόλ. Το αριστερό του χέρι τιναζόταν πάνω κάτω, τάχα εξηγώντας και τονίζοντας, τελικά με ζωή δική του, ξέχωρη από αυτήν του ανθρώπου στον οποίον ανήκε.

«Άκου…»

Η Τζιλ τέντωσε το αυτί στον ξύλινο χώρο.

«Δεν ακούω τίποτα».

Ο Μπομπ μόρφασε, κάτι μεταξύ πικρίας και ειρωνείας. Δεν ήταν ιδιαιτέρως έξυπνη.

«Φύγε απ’ τη ζωή μου, Μπομπ!» (περισσότερα…)

Lope de Vega, Απ’ τη μοναξιά μου βγαίνω

*

Μακρύ ποίημα, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό και γραμμένο λίγα μόλις χρόνια πριν τον θάνατό του, το «A mis soledades voy» του Λόπε (1632) θεωρείται από αρκετούς το καλύτερο λυρικό έργο του. Πάντως είναι σήμερα το δημοφιλέστερό του. Σ’ αυτό ο βαθύλαλος προσωπικός τόνος εναλλάσσεται με τον τόνο της διδαχής, και το αίσθημα της μόνωσης μετατρέπεται σε αυτοέλεγχο σωκρατικής και χριστιανικής έμπνευσης αλλά και σε κριτική των κοινωνικών ηθών, ιδίως του πλούτου και της υποκρισίας των ισχυρών.

~.~

Απ’ τη μοναξιά μου βγαίνω
και στη μοναξιά γυρνώ,
μόνος μου για να μη νιώθω
πιάνομαι απ’ τον στοχασμό.

Στην ερμιά που μ’ έχουν ρίξει
οι άλλοι αγνοώ πώς ζουν,
δεν μπορούν τα βήματά μου
απ’ το εγώ μου έξω να βγουν.

Ω, καλός-κακός δεν είμαι·
μα μου λέει η λογική:
«νιώθεις φυλακή το σώμα
άμα είσαι όλος ψυχή!»

Τι έχω ανάγκη εγώ, το ξέρω·
μόνο νά, δεν ξέρω πώς
τη βλακεία του αντέχει
ο υπερόπτης κι ο μωρός.

Όλα αυτά που με σκοτίζουν
να τα διώξω είναι απλό·
όμως από την μωρία
πώς μπορώ να φυλαχτώ.

Λέει στ’ αυτί μου: «’Ενας είσαι!»
Τι κουβέντα απατηλή…
Μέτρο και αλαζονεία
σ’ έναν δεν χωρούν μαζί.

(περισσότερα…)

«Η δουλειά σου δεν θα υπάρχει σε τρία χρόνια»: Λογοτεχνική μετάφραση και τεχνητή νοημοσύνη

~.~

Τη χρονιά που μας πέρασε, η γνωστή Γερμανίδα μεταφράστρια Janine Malz αποκάλυψε δημόσια ότι ένας εκδοτικός οίκος θέλησε να την προσλάβει όχι για να μεταφράσει ένα βιβλίο, αλλά απλώς για να «βελτιώσει» μια μετάφραση που είχε παραχθεί από πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης. Παρότι δεν είναι ευρέως γνωστά, και στην ελληνική βιβλιαγορά πληθαίνουν τα παρόμοια περιστατικά. Η υπόθεση αυτή ίσως αποτελέσει προηγούμενο, λέει η Γερμανίδα μεταφράστρια σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung.

///

Κυρία Μαλτς, πέρυσι δημοσιοποιήσατε ένα εκπληκτικό αίτημα του εκδοτικού οίκου Bastei Lübbe, προκαλώντας αναστάτωση στα ΜΜΕ. Σας ζήτησαν να επιμεληθείτε μια μετάφραση ολλανδικού μυθιστορήματος που είχε παραχθεί από τεχνητή νοημοσύνη, προσφέροντάς σας πέντε ευρώ ανά σελίδα – αντί για τα συνήθη είκοσι σχεδόν ευρώ που λαμβάνετε για μια κανονική λογοτεχνική μετάφραση. Πώς αντιδράσατε;

Έμεινα άφωνη. Φυσικά ήξερα ότι αργά ή γρήγορα κάποιος εκδοτικός οίκος θα δοκίμαζε κάτι τέτοιο. Απλώς δεν περίμενα να συμβεί τόσο γρήγορα – και τόσο ξεδιάντροπα. Η ξεδιαντροπιά ήταν που με σόκαρε περισσότερο.

Τι εννοείτε με αυτό;

Δεν μου πρόσφεραν συμβόλαιο μετάφρασης, αλλά σύμβαση επιμέλειας.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο;

Με μια σύμβαση μετάφρασης αναγνωρίζομαι ως δημιουργός του έργου – κάτι που προβλέπεται νομικά. Δεν πωλώ δηλαδή τα πνευματικά μου δικαιώματα, αλλά παραχωρώ μόνο ένα περιορισμένο δικαίωμα χρήσης. Επίσης, ως μεταφράστρια λαμβάνω ποσοστά από τα κέρδη, συγκεκριμένα το 0,8% επί της λιανικής τιμής πώλησης μετά τα πρώτα 5.000 αντίτυπα.

Βλέπετε συχνά κάποιο όφελος από αυτό;

Όχι συχνά. Ωστόσο, είναι ένα σημαντικό συμπλήρωμα του εισοδήματός μας. Και μέσω αυτού συμμετέχουμε στις αποζημιώσεις του οργανισμού VG Wort. Για τα δικά μας εισοδήματα, ακόμη και τα τριψήφια ποσά έχουν σημασία. Δυστυχώς, πολλοί εκδοτικοί οίκοι παρακάμπτουν αυτή την υποχρέωση.

Πώς αντέδρασε τότε η Bastei Lübbe; (περισσότερα…)