Σκηνές καθημερινής ζωής και καθημερινής τρέλας

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Μαρία Στασινοπούλου
Του καιρού που επιμένει
Κίχλη, 2024
προσλαβόντι καιρούς τοῦ πότε λεκτέον καί έπισχετέον
Πλάτων, Φαĩδρος, 272a

Μετά την πρώτη λογοτεχνική δουλειά της Μαρίας Στασινοπούλου Κυρία, με θυμάστε; (Κίχλη, 2010), μια συλλογή διηγημάτων όπου αποτυπώνει με εξαιρετικά ζωντανό και σπινθηροβόλο τρόπο την εμπειρία της ως φιλολόγου στη Μέση Εκπαίδευση, ακολουθούν τρία βιβλία, μια τριλογία θα έλεγα, με κοινή θεματική τη ζωή και τον θάνατο, με τη μορφή σύντομων πεζών αστραπιαίας δράσης.

Στην Χαμηλή βλάστηση (Κίχλη, 2018), η συγγραφέας αποτίει φόρο τιμής στην ταπεινή καθημερινότητα, έχοντας ως επίκεντρο τον θάνατο, την φθορά, την τρέλα, που όμως αντιμετωπίζονται με στοχαστική διάθεση και ηρεμία, με μία σειρά μικροδιηγημάτων, χωρισμένων σε «θάμνους», «πόες» και «μπονσάι», που ακολουθούν επομένως μια κατιούσα κλίμακα έκτασης και αντιστρόφως ανάλογης συμπύκνωσης.

Με τις Ασκήσεις αντοχής στον χρόνο (Κίχλη, 2021), η Στασινοπούλου μας εμπλέκει σε ένα παιχνίδι αντίστασης στον χρόνο, ευφυούς διαφυγής από αυτό που βιώνεται ως μοίρα και αναπόφευκτο, –τα γηρατειά, τον θάνατο–, χαρίζοντας στη μνήμη και τη λογοτεχνική μετουσίωσή της τον ρόλο που τους προσιδιάζουν, που είναι να επαναφέρουν όλα όσα έχουμε λησμονήσει στη ζωή, όσα έχουμε απωθήσει ή αγαπήσει, όλα όσα αποτελούν τον ανθρώπινο πυρήνα της ύπαρξής μας, και να τα προβάλουν στην οθόνη της λευκής σελίδας, αποτυπώνοντας λεπταίσθητα στιγμιότυπα, χαρούμενες φέτες ζωής ή θλιμμένες σαν χλωμές πολαρόιντ.

Το τελευταίο της βιβλίο Του καιρού που επιμένει (Κίχλη, 2024), αποτελείται από ογδόντα δύο μικρά και μεγάλα πεζά όπου οι σκηνές καθημερινής ζωής εναλλάσσονται με σκηνές καθημερινής τρέλας, με πρωταγωνιστές πρόσωπα του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος, ή χαρακτηριστικές μορφές του κοινωνικού περίγυρου, εστιάζοντας σε ευτράπελα ή τραγικά γεγονότα, θανάτους, αρρώστιες, ψυχικούς συγκλονισμούς και τραύματα, ακόμα και πρόσφατα δράματα που έχουν ταράξει την κοινωνική μας ζωή και τραυματίσει τη συλλογική μνήμη.

Εδώ η συγγραφέας κυκλώνει το θέμα του χρόνου με μια διαφορετική κίνηση απ’ ότι στο προηγούμενο βιβλίο της. Το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται τώρα στον «καιρό», την αρμόζουσα στιγμή, τον «καιρό της γραφής», η οποία από εργαλείο, μέσο αντίστασης, γίνεται το υποκείμενο της δράσης: η γραφή ως προσωπική, νηφάλια, ενσυνείδητη δέσμευση, που διευρύνοντας τη μνήμη, επιμένει να νοηματοδοτεί βιώματα και γεγονότα, κοινότοπα ή παράξενα, οικεία ή ανοίκεια, δραματικά ή αστεία, ωστόσο πολύτιμα κομμάτια της ζωής μας, μικρές σανίδες σωτηρίας στο ορμητικό ποτάμι του χρόνου που μας παρασύρει όλους και μας καταποντίζει.

Θέλει τέχνη και ικανότητα για να προσεγγίσει κανείς τον «καιρό» και να επιτύχει την απαραίτητη ακρίβεια. Και αυτή την τέχνη την κατέχει η συγγραφέας. Η γνώση του «καιρού» είναι η αναζήτηση της κατάλληλης στιγμής, του κατάλληλου τρόπου να επέμβεις σε κάτι. Ο καιρός δεν ταυτίζεται με τον φυσικό χρόνο, τον ποσοτικό, μετρήσιμο χρόνο, αλλά αντίκειται σε αυτόν, είναι «ο ἐν χρόνῳ καιρός», ο ηθικά σημαντικός χρόνος, «ο αγαθός χρόνος» –για να θυμηθούμε τον Αριστοτέλη στα Ηθικά Νικομάχεια 1096a, όπου πραγματεύεται τις πολλές σημασίες του «αγαθού». Ο καιρός προσδιορίζεται ποιοτικά. Η έμφαση δίνεται στην στιγμή της πράξης, η οποία διακόπτει μια χρονική συνέχεια. Ο καιρός της γραφής συνιστά πράξη και η πράξη αυτή δημιουργεί τομές, τέμνει τον χρόνο, ξεχωρίζει κομμάτια του και τα ανατέμνει.

«Ο αγαθός χρόνος», «ο καιρός της γραφής» της Στασινοπούλου έχει ακριβώς αυτή την προσήκουσα ποιότητα, που οφείλεται στην ικανότητά της να διεισδύει, να παρεμβαίνει στο γεγονός με διάθεση επουλωτική, παρηγορητική, με ευμένεια, ευγένεια στη ματιά, έγνοια και συμπάθεια για την ανθρώπινη συνθήκη, με εργαλεία το χιούμορ, την λεπτή ειρωνεία, την ανάλαφρη ή θυμοσοφική προσέγγιση, ακόμα και τον αυτοσαρκασμό. Και είναι «ο καιρός της γραφής» της συμπονετικός, μετριόφρονας, υποστηριχτικός, αλληλέγγυος, πάντα έτοιμος να σου κλείσει το μάτι με ένα έξυπνο απόφθεγμα, με μια τολμηρή ατάκα, με μια χαρούμενη νότα που διασχίζει ξαφνικά σαν αστραπή όλα τα ζοφερά και δυσβάστακτα της ύπαρξης.

Είναι η γραφή της που σου συμπαραστέκεται στις δύσκολες στιγμές, που επιμένει, που αντιστέκεται, που κλέβει από τον χρόνο. Η γραφή της γητεύει τον χρόνο, τον δαμάζει: από παιδί που παίζει πεσσούς, τον κάνει παιχνίδι στα επιδέξια χέρια της. Γραφής η βασιλεία. Αλλά και η γοητεία.

Και με τα λόγια της Στασινοπούλου:

Δεν ήξερε τι ακριβώς είναι η γοητεία. Εκείνο που απολάμβανε όμως από τότε που κατάλαβε τον εαυτό του ήταν η διάθεση των φίλων να τον εξυπηρετούν και να είναι πλάι του στις δύσκολες στιγμές. Και ήρθε το τσιτάτο απ’ τον Καμύ, ο οποίος και άλλες φορές τού είχε δώσει λύσεις: «Γοητεία είναι ένας τρόπος να παίρνεις την απάντηση “ναι”, χωρίς να έχεις κάνει κάποια ερώτηση».

«Γοητεία», σελ. 86.

*

*

*