Ο ποιητής και ο όχλος

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο Καρδιοκατακτητής των Δυτικών Επαρχιών του Τζων Μίλλινγκτον Συνγκ, έργο από τα κορυφαία της ιρλανδικής δραματουργίας, ιστορεί τις παράδοξες περιπέτειες ενός φαφλατά χωριάτη. Ο νεαρός πάνω στον επιδεικτικό του οίστρο καυχιέται δημοσίως ότι σκότωσε τον πατέρα του. Οπότε βλέπει να συμβαίνει το καταπληκτικό: να αποσπά γι’ αυτό τον θαυμασμό των συντοπιτών του, ιδιαίτερα το ερωτικό ενδιαφέρον των γυναικών.

Όταν το δράμα του Συνγκ πρωτανέβηκε στο Abbey Theatre του Δουβλίνου τον Γενάρη του 1907 προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση εθνικιστικών και θρησκευτικών κύκλων που κατακεραύνωσαν τον συγγραφέα και τους συντελεστές ως ανήθικους και δυσφημιστές της Ιρλανδίας. Για να ολοκληρωθούν οι παραστάσεις χρειάστηκε η παρέμβαση της αστυνομίας. Εκτεταμένα έκτροπα προκλήθηκαν και στην περιοδεία του Θεάτρου στις ΗΠΑ λίγα χρόνια αργότερα, στη Φιλαδέλφεια μάλιστα τα μέλη του θιάσου συνελήφθησαν προσωρινά. Η ιρλανδική διασπορά είχε φανεί κι εκείνη εξίσου λίγο ανεκτική με το κοινό της Μητρόπολης.

Ιδρυτής και διευθυντής του Abbey Theatre, καταστατικός σκοπός του οποίου ήταν ακριβώς η δημιουργία ιρλανδικού εθνικού θεάτρου και η πνευματική υποστήριξη του νησιού στον αγώνα του για την αποτίναξη της αγγλοκρατίας, ο ποιητής Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς συγκλονίστηκε από τη βιαιότητα των αντιδράσεων. Ιδίως από την ανικανότητα των συμπατριωτών του να διακρίνουν την αληθινή τέχνη από την κατηχητικού τύπου χρηστοήθεια.

Σε δύο επιγράμματά του γραμμένα εκείνη την περίοδο σαρκάζει σκληρά τον υποκριτικό πουριτανισμό του όχλου, τον οποίο σταθερά υποδαύλιζε ο πανίσχυρος καθολικός κλήρος, αλλά και την ανελεύθερη νοοτροπία που οι εχθροί της λογοτεχνίας καλλιεργούσαν στους κόλπους του πανεπιστημίου.

ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΜΙΣΗΣΑΝ
ΤΟΝ «ΚΑΡΔΙΟΚΑΤΑΚΤΗΤΗ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ», 1907

Μεσάνυχτα το σήμαντρο χτυπούσε
οι ευνούχοι από την Κόλαση όταν βγήκαν,
σε ρούγες, σε πλατείες μαζευτήκαν
τον Δον Ζουάν να δούνε που περνούσε.
λαχάνιαζαν και ιδρώναν οι καημένοι –
αχ, οι μηροί του τι γεροδεμένοι!

ΣΤΟ ΑΚΟΥΣΜΑ ΤΗΣ ΕΙΔΗΣΗΣ ΟΤΙ ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ
ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΜΑΣ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΑΝ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Αναμενόμενο! Πού αλλού μπορούν
Τιμή κι Αλήθεια, που τόσο ποθούν
τα ήθη των νέων μας να διαφυλάξουν,
τον βδελυρό Μεσαίωνα να πατάξουν;

Ο Έλληνας αναγνώστης φέρνει στον νου του τις, χρονικά περίπου συμπίπτουσες, δικές μας θλιβερές περιπτώσεις των Ευαγγελικών (1901) και των Ορεστειακών (1903). Και σ’ αυτές, φανατισμένοι σπουδαστές ήταν οι πρώτοι που έρριψαν τον λίθο του αναθέματος κατά των «εθνοπροδοτών» και των «βλασφήμων», για το ατόπημά τους να μεταφέρουν στη δημοτική γλώσσα την Αγία Γραφή και τον Αισχύλο.

Αλλά χρειάζεται αλήθεια να ανατρέξει κανείς τόσο μακριά; Και στις μέρες μας, οι επιθέσεις των ζηλωτών και των σεμνότυφων κατά της λογοτεχνίας και της τέχνης έχουν ορμητήριό τους τα πανεπιστήμια. Απλώς τη θέση του εθνικισμού και της θρησκοληψίας, έχει πάρει μια άλλη λογοκριτική και λογοκτονική λαίλαπα, αυτή της «πολιτικής ορθότητας», που στο όνομα των δικών της δοξασιών ακρωτηριάζει και «ακυρώνει» τόσα και τόσα έργα και δημιουργούς. Με το ίδιο όργανo πάντα, τη δογματική αποτύφλωση της νεολαίας.

Τα ίδια εκείνα χρόνια, επανειλημμένα ο Γέητς θα υπερασπιστεί τους συνεργάτες του που εβάλλοντο και θα πάρει τον λόγο στις δημόσιες έριδες που ξεσπούσαν γύρω από μορφωτικά και πολιτιστικά θέματα. Θεωρούσε μάλιστα την εμπλοκή του αυτή προσωπικό του χρέος. Responsibilities είναι και ο τίτλος που θα δώσει στην ποιητική συλλογή που θα εκδώσει το 1914, η οποία περιέχει αρκετά τέτοιου είδους μαχητικά ποιήματα.

Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα που απηύθυνε το 1913 στη στενότερη συνεργάτιδά του, Λαίδη Γκρέγκορυ, συνιδρύτρια του Abbey Theatre, με αφορμή τον τορπιλισμό της δωρεάς προς την πόλη του Δουβλίνου μιας σημαντικής ιδιωτικής συλλογής έργων γαλλικής τέχνης. Τα επιχειρήματα που οι επικριτές της δωρεάς είχαν μεταχειριστεί ήταν του είδους «και τι χρειάζεται ο λαός μας αυτούς τους Μονέ και Ρενουάρ;» ή «έχουμε Ιρλανδούς ζωγράφους καλύτερους», o δωρητής είχε χαρακτηριστεί «φιγουρατζής» και «καδρέμπορας», κ.ο.κ. Η δυσφημιστική εκστρατεία οδήγησε στην ακύρωση της δωρεάς.

ΣΕ ΦΙΛO ΠΟΥ Ο ΚΟΠΟΣ ΤOY ΠΗΓΕ ΣΤΡΑΦΙ

Όλη στη φόρα βγήκε η αλήθεια,
σώπα, την ήττα σου να τη δεχτείς
απ’ τ’ αδιάντροπο θρασύ τους στόμα.
Άνθρωπος τίμιος, πώς δα μπορείς
μ’ όλους εκείνους να παραβγείς
που λένε ψέματα και παραμύθια,
κι όταν τους πιάνει μετά κανείς
κι εμπρός στον γείτονα και μόνοι αν είναι
δεν κοκκινίζουνε από ντροπή;
Άσ’ τους θριάμβους! Στα έργα σου μείνε
που ’ναι πιο δύσκολα, και τους ταιριάζεις.
Μιλιά μη βγάζεις – ν’ αναγαλλιάζεις
σαν τ’ άγρια δάχτυλα που κρούουν χορδή
χαράς παράφορη σε πέτρας τόπο!
Δεν θέλει τίποτε πάνω στη γη
τόση προσπάθεια και τόσο κόπο.

Με αφορμή την ίδια υπόθεση, ο Γέητς θα γράψει τον Σεπτέμβριο του 1913 ένα από τα γνωστότερα πολιτικά του ποιήματα. Εκεί ασκεί με τους στίχους του σκληρή κριτική γενικά στη στάση των Ιρλανδών του καιρού του, ιδίως στη στροφή τους προς την παραδοπιστία και τη θρησκοληψία που παραμέρισαν τα ιδεώδη των μεγάλων αγωνιστών υπέρ της Ανεξαρτησίας του 18ου και 19ου αιώνα.

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ, 1913

Μυαλό λέει βάλατε και τώρα θέλετε ένα,
μπας και καμιά τρύπια δεκάρα σάς γλιτώσει
να ψαχουλεύετε ταμεία λιγδιασμένα
και να σταυροκοπιόσαστε με ζέση τόση
ώσπου οι αγκώνες σας να πάθουν δυσκαμψία.
Για το λιβάνι όλοι δεν ζούμε, για το χρήμα;
έχει πεθάνει πια η ρομαντική Ιρλανδία,
με τον Ο’Λήρυ κείτεται νεκρή στο μνήμα.

Κι όμως, ετούτα τα παιδιάστικα παιχνίδια
τα παρατούσατε άλλοτε για ονόματα άλλα
τον κόσμο που όργωναν καθώς η καταιγίδα·
του δήμιου τότε φούρκιζε λαό η κρεμάλα,
καιρός δεν ήταν για δεήσεις προς τα θεία
και τεμενάδες, θεός φυλάξοι, μπρος στο χρήμα:
μα έχει πεθάνει πια η ρομαντική Ιρλανδία,
με τον Ο’Λήρυ κείτεται νεκρή στο μνήμα.

Λέτε γι’ αυτό λοιπόν πάνω από κάθε ρέμα
άπλωναν τότε οι Αγριοχήνες τα φτερά τους;
Γι’ αυτό ποτίσανε τη γη ποτάμια μ’ αίμα,
γι’ αυτό ξεψύχησε ο Φιτζέραλντ στα κελλιά τους,
ο Έμμετ, ο Τόουν έγιναν γι’ αυτό θυσία
και της ζωής τους κόπηκε νωρίς το νήμα;
Έχει πεθάνει πια η ρομαντική Ιρλανδία,
με τον Ο’Λήρυ κείτεται νεκρή στο μνήμα.

Κι όμως, αν πίσω γύρναγε κάτι τον χρόνο
και κάθε εξόριστος γινόταν να επιστρέψει,
παρ’ όλη τους τη μοναξιά, παρά τον πόνο,
εσείς θα σκούζατε χωρίς δεύτερη σκέψη:
«Από τις γόησσες πολλοί ξεμυαλιστήκαν!»
Χαράμι πήγε ο αγώνας τους λοιπόν, και κρίμα.
Μ’ άστε τους εν ειρήνη πια, αυτοί χαθήκαν,
με τον Ο’ Λήρυ κείτονται νεκροί στο μνήμα.

«Αν το πνευματικό μας κίνημα αποτύχει», έγραφε ο Γέητς στη Λαίδη Γκρέγκορυ την ίδια εκείνη περίοδο, «η Ιρλανδία θα απογίνει ένα σπαγκοραμμένο εθνίδιο που ψαχουλεύει τον λαδωμένο μπεζαχτά του για καμιά πεντάρα.» Ο δοκιμιογράφος Τζων Έγκλιντον, που σε πολλά διαφωνούσε με τον εθνοκεντρισμό του Γέητς, αναρωτήθηκε αργότερα αν η «σκωπτική επωδός» του ποιήματος δεν ήταν

«η σπίθα που άναψε τη φωτιά στα εύφλεκτα μυαλά των νεαρών ενθουσιωδών υποστηρικτών του Κελτικού Κινήματος, που οι πιο πολλοί ανάμεσά τους έγραφαν ποιήματα, και έστρεψε τις έως τότε αόριστες φιλοδοξίες τους προς ρεαλιστικό σκοπό».

Η Μωντ Γκον, η θρυλική μούσα του Γέητς και αγωνίστρια επίσης κατά της αγγλοκρατίας, είδε στο έργο του ποιητή το ηθικό κίνητρο, το κεντρί τρόπον τινά της Πασχαλινής Εξέγερσης του 1916, που μερικά χρόνια αργότερα άνοιξε το δρόμο προς την Ανεξαρτησία.

«Χωρίς τον Γέητς δεν θα υπήρχε Λογοτεχνική Αναγέννηση στην Ιρλανδία. Χωρίς την πνοή αυτής της Αναγέννησης, χωρίς την εξύμνηση της ομορφιάς και της ηρωικής αρετής, αμφιβάλλω αν θα γινόταν ποτέ η Εξέγερση του 1916».

Τα χρόνια που ακολούθησαν την ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας και την ίδρυση του ιρλανδικού κράτους το 1921, ο Γέητς δεν υπέστειλε τη σημαία του αγώνα. Το 1926, όταν και πάλι η παράσταση ενός έργου στο Abbey Theater προκάλεσε τις οχληρές διαμαρτυρίες μερίδας του κοινού, δεν δίστασε να ανέβει στη σκηνή και να απευθυνθεί στους θορυβοποιούς με τα παρακάτω λόγια: «You have disgraced yourselves again!»

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

 

Advertisement