Πράσινη μετάβαση, πολιτική υποκρισία

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Καθώς γίνεται πια σαφές ότι η ενεργειακή κρίση θα είναι το μεγάλο πολιτικό ζήτημα του επερχόμενου χειμώνα, είναι ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς πώς αυτή η κρίση αναπαράγεται ως πολιτικό επίδικο πάνω στις υπάρχουσες διαχωριστικές γραμμές στις δυτικές δημοκρατίες.

Λαϊκιστικά κόμματα της δεξιάς ήδη παρουσιάζουν την κρίση ως σύμπτωμα της «πράσινης μετάβασης» και ζητούν αναβολή, αν όχι αναστολή, των μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής προκειμένου να μειωθούν οι τιμές της ενέργειας. Βασικός εκφραστής αυτής της τάσης είναι ο Νάιτζελ Φαράτζ που προ μηνών δημοσίευσε ένα μανιφέστο εναντίον της πράσινης μετάβασης, ζητώντας δημοψήφισμα για αυτήν στα πρότυπα του Μπρέξιτ. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, τα κατεστημένα κόμματα της κεντροαριστεράς και κεντροδεξιάς και οι πολιτικές, οικονομικές, τεχνοκρατικές και ιδεολογικές ελίτ ρίχνουν το φταίξιμο στον Πούτιν και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Δυνάμεις της οικολογίας και της προοδευτικής αριστεράς πηγαίνουν παραπέρα, υπενθυμίζοντας ότι αν η Ευρώπη είχε ήδη απαγκιστρωθεί από το φυσικό αέριο του Πούτιν και βασιζόταν στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δεν θα αντιμετώπιζε ενεργειακή κρίση.

Όπως συμβαίνει συνήθως στον πολιτικό διάλογο, και οι δυο απόψεις περιέχουν ψήγματα αλήθειας, όμως συγκαλύπτουν μέρος της πραγματικότητας.

Από την μια μεριά, το επιχείρημα ότι η κρίση οφείλεται στον πόλεμο της Ουκρανίας είναι εν μέρει μόνο σωστό. Σίγουρα ο πόλεμος, οι κυρώσεις στην Ρωσία και η εξόφθαλμη πολιτική εκβιασμού που ακολουθεί το Κρεμλίνο με τις ροές του φυσικού αερίου έχουν συμβάλει στην όξυνση της κρίσης των τιμών ενέργειας. Όμως η κρίση δεν δημιουργήθηκε τον Φεβρουάριο του 2022 με την εισβολή στην Ουκρανία. Το κόστος της ενέργειας ανεβαίνει σταθερά εδώ και πάνω από ένα χρόνο, ιδιαίτερα μετά το οριστικό τέλος των μέτρων κατά της πανδημίας που εκτόξευσε την διεθνή ζήτηση καθώς οι οικονομίες ξαναέμπαιναν σε τροχιά απότομης επανάκαμψης. Αλλά ενδείξεις ανόδου των τιμών υπήρχαν ήδη και πριν το 2021. Η τάση επομένως είναι μακροχρόνια και υπάρχει πολύ πριν τον πόλεμο. Το ερώτημα είναι γιατί.

Βρίσκεται η απάντηση στα μέτρα για την κλιματική αλλαγή που επιβαρύνουν το κόστος της ενέργειας, όπως ισχυρίζονται αντίπαλοι της πράσινης μετάβασης, ιδιαίτερα από τα δεξιά; Αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι ένα παράδοξο επιχείρημα, αφού η ενεργειακή κρίση αφορά την εκτόξευση των τιμών του αερίου και του πετρελαίου, των μη-ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που ακριβώς η πράσινη μετάβαση προτίθεται να αντικαταστήσει. Και πολλά από τα μέτρα που προτείνονται για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής αποσκοπούν στην εξοικονόμηση και τον εξορθολογισμό της χρήσης ενέργειας, κάτι που θα μειώσει το κόστος της.

Αυτή η απάντηση όμως δεν λέει όλη την αλήθεια για τις ευθύνες των πολιτικών ιθυνόντων τα τελευταία χρόνια που έχουν φέρει τις δυτικές οικονομίες σήμερα στα πρόθυρα της κοινωνικής έκρηξης – όχι επειδή αποφασίστηκε η πράσινη μετάβαση, που είναι ξεκάθαρα απαραίτητη, αλλά για τον τρόπο που αυτή υιοθετήθηκε, παρουσιάστηκε και χρησιμοποιείται για την αποστείρωση του δημοσίου διαλόγου από κάθε σοβαρή κριτική του οικονομικού μας μοντέλου.

Η σημερινή κατάσταση δείχνει ότι στην πραγματικότητα οι πολιτικές ελίτ στις δυτικές δημοκρατίες (με εξαίρεση το χρηματοδοτούμενο από την πετρελαϊκή βιομηχανία Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις ΗΠΑ) υιοθέτησαν την πράσινη μετάβαση με όρους ενός ευχάριστου σλόγκαν και όχι με πλήρη κατανόηση και ειλικρίνεια για τις θυσίες που αυτή ενείχε. Όλες οι μεταβάσεις σε ένα νέο οικονομικό μοντέλο, γιατί περί αυτού πρόκειται, έχουν βαθιές κοινωνικές συνέπειες και ανατροπές, με κύριο γνώρισμά τους την ένταση των υπαρχουσών ανισοτήτων. Οι κυβερνήσεις υποσχέθηκαν ένα μέλλον όπου τα υπάρχοντα επίπεδα ανάπτυξης και κατανάλωσης θα μπορούν να υποστηριχτούν πλήρως από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αυτό μπορεί όντως να γίνει εφικτό σε μερικές δεκαετίες από τώρα, δεν μίλησαν όμως καθόλου για τα κόστη που αυτή η πορεία θα έχει για την μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου.

Το πόσο απροετοίμαστες ήταν οι ελίτ για τις αναταράξεις της μετάβασης φαίνεται σήμερα, μόλις στον πρώτο από τους δεκάδες χειμώνες – όπως προέβλεψε μάλλον σωστά ο Βέλγος πρωθυπουργός προ ημέρων – ενεργειακής κρίσης και κοινωνικής δυσαρέσκειας. Μέχρι πριν από μόλις μερικούς μήνες η «προετοιμασία» για την πράσινη μετάβαση νοείτο ως εγκατάλειψη των επενδύσεων σε κοιτάσματα πετρελαίου και αερίου, είτε με πολιτική απόφαση δημοσίων φορέων (η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων είχε αποφασίσει να μην χρηματοδοτεί τέτοιες επενδύσεις ήδη από το 2019), είτε με ώθηση ιδιωτικών κεφαλαίων για στροφή στις πράσινες επενδύσεις. Ταυτόχρονα, στο σχέδιο της πράσινης μετάβασης είχαν προσκολληθεί οι γνωστές ιδεολογικές εμμονές μέρους του περιβαλλοντικού λόμπι σχετικά με την χρήση της πυρηνικής ενέργειας, κόντρα σε κάθε επιστημονική λογική. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετές χώρες να έχουν μπει σε διαδικασία απόσυρσης των πυρηνικών αντιδραστήρων τους, με πρωτοπόρο την Γερμανία η οποία θεωρούσε ότι θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις ενεργειακές της ανάγκες κάνοντας χρήση του ίδιου ρωσικού αερίου από το οποίο σήμερα θέλει να απαγκιστρωθεί!

Οι ρίζες επομένως του πληθωρισμού και της ενεργειακής κρίσης βρίσκονται σε συνειδητές επιλογές των δυτικών κυβερνήσεων οι οποίες προηγήθηκαν του πολέμου στην Ουκρανία. Θυμόμαστε άλλωστε ότι ο πληθωρισμός είχε αρχίσει να ανεβαίνει ήδη από το φθινόπωρο του 2021, εποχή που οι κεντρικοί τραπεζίτες σε ΗΠΑ και ΕΕ συμφωνούσαν ότι είναι «παροδικός» και οφειλόταν στην έξοδο από τα λοκντάουν. Αναλύσεις για το αυξημένο κόστος ενέργειας είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από τότε, και αναδείκνυαν ως βασικό λόγο την απότομη μείωση των επενδύσεων τόσο λόγω ειλημμένων πολιτικών αποφάσεων όσο και λόγω της παγκόσμιας ύφεσης της πανδημίας το 2020.

Με άλλα λόγια, οι δυτικές ελίτ είχαν ξεκινήσει να λαμβάνουν αποφάσεις για την πράσινη μετάβαση χωρίς καμία απολύτως προετοιμασία, ούτε δική τους ούτε της κοινωνίας. Αν μη τι άλλο, για μια πολιτική που τόσο αυτοδιαφημίζεται ότι εδράζεται στην «επιστήμη», η έλλειψη κοινής λογικής και η πλήρης παράδοση σε αντιεπιστημονικές ιδεοληψίες εντυπωσιάζει. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα οι κυβερνήσεις, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, να μεταπίπτουν από την μια αντίφαση στην άλλη σχεδόν με κωμικό τρόπο.

Στην Γερμανία, όπου οι συγκυβερνώντες Πράσινοι σαμποτάρουν κάθε συζήτηση για επαναφορά της πυρηνικής ενέργειας, ο καγκελάριος Σολτς αναγκάστηκε να επισκεφτεί τον Καναδά και να ικετέψει την υπογραφή συμφωνίας για την μεταφορά υγροποιημένου αερίου (LNG), ένα φαραωνικό και μάλλον μη-εφαρμόσιμο σχέδιο που αν ποτέ λειτουργήσει θα είναι μετά το 2025. Πριν από μερικούς μήνες οι προοδευτικές δυνάμεις στο Ευρωκοινοβούλιο είχαν δώσει αγώνα τιμής για να μην συμπεριλάβει η Επιτροπή το φυσικό αέριο και την πυρηνική ενέργεια στην λίστα των σύμφωνων με την πράσινη μετάβαση πηγών ενέργειας. Σήμερα σχεδόν όλη η ΕΕ σε κατάσταση πανικού στρέφεται ξανά στο κάρβουνο, καύσιμο απείρως πιο επιβλαβές για το κλίμα από το αέριο. Και στην Ελλάδα είχαμε φυσικά την μεγάλη μεταστροφή μιας κυβέρνησης που έκλεινε τα εργοστάσια του λιγνίτη και δήλωνε ότι δεν ενδιαφέρεται για γεωτρήσεις στο Αιγαίο (δηλώσεις Δένδια προ ενός έτους), αλλά σήμερα και στον λιγνίτη επιστρέφει και ξανά μια βερμπαλιστική ρητορική περί αγωγών, ενεργειακής διπλωματίας κ.λπ. χρησιμοποιεί.

Το μεγαλύτερο ψεύδος βέβαια των κυβερνήσεων είναι η υπόσχεση για το τι θα περιλαμβάνει το μέλλον μας όταν η πράσινη μετάβαση ολοκληρωθεί. Η ρητορική ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως τα ορυκτά καύσιμα και την πυρηνική ενέργεια χωρίς να θυσιαστεί η οικονομική ανάπτυξη και κατανάλωση, ενώ παράλληλα θα ενισχυθεί η γεωπολιτική μας αυτάρκεια έναντι πετρο-δικτατοριών τύπου Ρωσίας και Σαουδικής Αραβίας, είναι παρηγορητική μεν, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Οι ανανεώσιμες πηγές παρουσιάζουν ποικίλα προβλήματα: δεν έχουμε ακόμα την απαιτούμενη τεχνολογία παραγωγής και (κυρίως) αποθήκευσης της παραγόμενης από αυτές ενέργειας σε ικανοποιητικό βαθμό, είναι εξαιρετικά αφερέγγυες για προφανείς λόγους (άπνοιας, μη-ηλιοφάνειας κλπ), η σύνδεσή τους με τα υπάρχοντα δίκτυα με τρόπο ώστε να αναλάβουν αυτές την κάλυψη των υπαρχουσών αναγκών απαιτεί δυσθεώρητα κόστη και, κυρίως, όλα τα παραπάνω απαιτούν…περισσότερη ενέργεια! Η θέση σε λειτουργία των ανανεώσιμων πηγών δηλαδή απαιτεί χρήση ενέργειας από τις υπάρχουσες δομές και εργοστάσια τα οποία καλύπτουν την μίνιμουμ ζήτηση μιας οικονομίας. Όσο οι τεχνολογίες των ανανεώσιμων πηγών δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις άλλες πηγές σε αυτόν τον θεμελιώδη ρόλο, η χρήση των λιγότερο επιβλαβών από αυτές (φυσικό αέριο και πυρηνική ενέργεια) είναι αναπόφευκτη σε βάθος χρόνου. Και όμως, είναι ακριβώς αυτές οι πηγές ενέργειας που οι πολιτικές αποφάσεις έχουν σαμποτάρει τα τελευταία χρόνια.

Ακόμα και το γεωπολιτικό επιχείρημα είναι σαθρό αν σκεφτεί κανείς ότι οι σπάνιες γαίες που απαιτούνται για την κατασκευή μπαταριών και άλλων εξαρτημάτων παραγωγής και αποθήκευσης ανανεώσιμης ενέργειας βρίσκονται κατά κύριο λόγο στην Κίνα η οποία, όχι τυχαία, έχει ενθουσιωδώς αποδεχτεί τον στόχο της πράσινης μετάβασης. Στην Ουάσιγκτον το κατεστημένο ασφαλείας έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων που θα έχει μια νέα ενεργειακή εξάρτηση της Δύσης από την Κίνα, ιδιαίτερα καθώς κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας όπως η διαβόητη Huawei συνδέουν τα εξαρτήματα ανανεώσιμης ενέργειας (πχ ηλιακά κάτοπτρα) που πουλούν στην Δύση με το ψηφιακό τους δίκτυο. Το σενάριο πλήρους διασύνδεσης όλων των ενεργειακών υποδομών στην Δύση, ακόμα και των οικιακών συσκευών, με κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας κάνει την σημερινή εξάρτηση από την Ρωσία και την Μέση Ανατολή να ωχριά.

Με όλα τα παραπάνω δεν θέλουμε σε καμιά περίπτωση να πούμε ότι η πράσινη μετάβαση δεν πρέπει να λάβει χώρα. Λέμε αντίθετα ότι η πράσινη μετάβαση δεν θα έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας αν οι δυτικές κυβερνήσεις δεν συνειδητοποιήσουν τόσο ότι απαιτούνται πολύ μεγαλύτερες θυσίες, όσο και ότι ο λογαριασμός δεν μπορεί ξανά να σταλεί στις κοινωνίες, όπως γίνεται ήδη με τον πληθωρισμό και τις τιμές ενέργειας.

Στην πραγματικότητα η πράσινη μετάβαση απαιτεί από τις δυτικές κυβερνήσεις και πολιτικές ελίτ να κάνουν κάτι το οποίο έχουν εγκαταλείψει εδώ και χρόνια: την εκτεταμένη κατασκευή υποδομών μέσω μεγάλων δημόσιων επενδύσεων και την δημιουργία θεσμών δημόσιας συμμετοχής στην διαχείρισή τους ανάλογη της δημιουργίας του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους το οποίο στηρίχτηκε σε μια πλατιά συμμαχία κοινωνικών τάξεων όπως εκφράζονταν από στιβαρά μαζικά κόμματα. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει, πριν την οικονομική και την περιβαλλοντική μεταρρύθμιση, την ουσιαστική αλλαγή στην λογική του πολιτικού συστήματος.

Μέρος της υποτίμησης του κόστους της πράσινης μετάβασης επομένως οφείλεται και στην αυτάρεσκη αντίληψη των σημερινών πολιτικών ελίτ, που στηρίζονται έτσι κι αλλιώς σε εξαϋλωμένα κόμματα-ζόμπι, ότι το μοναδικό έξοδο θα ήταν η από-τα-πάνω επιδότηση της κατανάλωσης που θα μετέτρεπε τους πολίτες σε εξαρτώμενους παραλήπτες κρατικών επιταγών είτε για να αλλάξουν αυτοκίνητο, είτε για να μονώσουν την κατοικία τους, είτε, στην χειρότερη περίπτωση, για να πληρώσουν τους λογαριασμούς του ρεύματος και να βγει ο χειμώνας. Δεν είναι τυχαία η «γενναιοδωρία» των κυβερνήσεων σε ΗΠΑ και ΕΕ με τα αλλεπάλληλα πακέτα ανάκαμψης από την περίοδο της πανδημίας και μετά, η οποία από αυτήν την άποψη αποτέλεσε πρόβα τζενεράλε για την πολιτική διαχείριση της πράσινης μετάβασης.

Το μεγάλο μέρος αυτών των πακέτων βεβαίως δεν αλλάζει ριζικά ούτε τους όρους οικονομικής ισχύος σε ήδη εξαιρετικά άνισες κοινωνίες, ούτε δημιουργεί νέους διαρκείς θεσμούς και υποδομές όπου η πολιτική εξουσία, ελεγχόμενη από τους πολίτες-ψηφοφόρους, θα παίζει αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική πολιτική των κρατών. Αντίθετα, αυτά τα τεράστια δημοσιονομικά πακέτα συνίστανται σε μεγάλο βαθμό, πρώτον, σε τεράστιες ενισχύσεις προς τον ιδιωτικό τομέα για την υιοθέτηση και ανάπτυξη τεχνολογιών απαραίτητων για το κοινό καλό με τις εταιρείες φυσικά να καρπώνονται τα κέρδη (βλέπουμε εδώ άλλη μια αναλογία με το μεγάλο ζήτημα της πανδημίας, αυτό των εμβολίων), και, δεύτερον, σε αναλογικά πολύ μικρότερες επιδοτήσεις των απλών πολιτών που βεβαίως δεν φέρνουν καμιά «ανάκαμψη» αλλά ίσα-ίσα αρκούν για να μην καταρρεύσει η κοινωνία.

Φυσικά τα σημερινά πολιτικά συστήματα ούτε θέλουν ούτε μπορούν να υιοθετήσουν έναν άλλο τρόπο διαχείρισης αυτής της κοσμοϊστορικής αλλαγής γιατί έχουν παραιτηθεί προ πολλού από τον ρόλο τους ως διαχειριστές της δημόσιας εξουσίας. Εν μέσω της ενεργειακής κρίσης, για παράδειγμα, έγινε γνωστό ότι στην Γαλλία, μια από τις θεωρητικά καλύτερα προετοιμασμένες χώρες λόγω της εκτεταμένης χρήσης πυρηνικής ενέργειας, μεγάλο μέρος των πυρηνικών αντιδραστήρων υπολειτουργεί ή δεν λειτουργεί καθόλου λόγω ελλειμματικής συντήρησης τα τελευταία χρόνια. Όταν ακόμα και το απόλυτο σύμβολο του γκωλικού εθνικού «μεγαλείου» επομένως πέφτει θύμα της ευρω-λιτότητας, είναι δύσκολο να φανταστούμε τα κράτη να έχουν τις δυνατότητες να αναλάβουν το πραγματικό κόστος της μετάβασης.

Από την άλλη μεριά, οι ίδιες αυτές κυβερνήσεις ούτε που διανοούνται να καταργήσουν τα περίπλοκα και ακαταλαβίστικα για τους πολλούς κρατούντα στις αγορές και χρηματιστήρια ενέργειας, όπου γίνεται τζογάρισμα κυριολεκτικά επί των τιμών της επόμενης ημέρας. Η υπόσχεση ήταν ότι ο «ανταγωνισμός» και η «ελεύθερη αγορά» θα προσέφεραν χαμηλότερες τιμές στους καταναλωτές. Σε μια αγορά όμως όπου ήδη επικρατούσε τρομερή αστάθεια, η συμμετοχή και των εγγενώς αφερέγγυων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που έγιναν κι αυτές αντικείμενο «πονταρισμάτων», αύξησε ακόμα περισσότερο τις ημερήσιες μεταπτώσεις και, φυσικά, τα περιθώρια κέρδους των τζογαδόρων. Το αποτέλεσμα είναι η σημερινή εκτός ελέγχου κατάσταση στις τιμές, με τα κόστη να μετακυλίονται στους πολίτες με την μορφή υψηλότερων τιμών ενέργειας ενώ τα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών ουσιαστικά επιδοτούν με δημόσιο χρήμα των ιδιωτικών κέρδος των παικτών της αγοράς ενέργειας. Ούτε σκέψη φυσικά για εθνικοποίηση των εταιρειών ή δικτύων ενέργειας, που θα τα έφερνε ξανά υπό δημόσιο έλεγχο.

Όπως τόσα και τόσα άλλα ζητήματα τα τελευταία χρόνια επομένως, από την κρίση της Ευρωζώνης στην πανδημία, η συζήτηση για την ενεργειακή κρίση ήδη βαίνει προς την κατεύθυνση της βολικής για άλλους πόλωσης μεταξύ «ψεκασμένων αρνητών της κλιματικής αλλαγής και πρακτόρων του Πούτιν» και «των δυνάμεων της λογικής που θέλουν να σώσουν τον πλανήτη». Η συζήτηση αυτή φυσικά δεν θα έχει κανένα ουσιαστικό αντικείμενο και θα αποτελεί απλά άλλο ένα επεισόδιο στον διαρκή πόλεμο μεταξύ τεχνοκρατικής αλαζονείας και λαϊκιστικών σπασμών. Οι δυο πλευρές φυσικά δεν διαφέρουν καθόλου μεταξύ τους στον ρόλο που επιφυλάσσουν στον πολίτη: αυτόν του απλού θεατή.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*