Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Ε΄: Συμεών ο Νέος Θεολόγος | Απόδοση Νίκος Καρούζος

 

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

 

 

~.~ 

 

ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Ὅτι καὶ ποθερό, κι ὁλάξιο νἄχουμε…»

Απόδοση Νίκος Καρούζος 

 

«“Πολιτικοί στίχοι”… Μα πόσο λυχνιαία και ρακώδη γίνονται στη σύγκριση μαζί τους όλα τα λογής αισθητικά προβλήματα της ποιήσεως! Ο “μονοχίτων” ο Συμεών είναι αζύγωτος!» αναφωνεί ο Νίκος Καρούζος, σχολιάζοντας κι ερμηνεύοντας ορισμένες επιλογές του για την απόδοση του ύμνου του Συμεών στο περιοδικό Σύνορο, την άνοιξη του 1965. Και λίγο πιο κάτω μιλώντας για τον στίχο «καὶ ἅπαντα τὰ μέλη μου γίνονται φωτοφόρα (Και γίνονται τα χέρια φως, τα πόδια μου, το σώμα)», φανερώνει τη μνημική διέγερση και σύναψη που του προκαλεί εδώ ο ύμνος του Συμεών με τον σολωμικό ύμνο:

«Κ’ εδώ, σε τούτονε το στίχο, μαζί με τον προηγούμενο, που χαρίζεται το σωματικό βάρος κι αποθεώνεται ο μεγάλος πολεμιστής της ουράνιας ελευθερίας, ας θυμηθείς τη στροφή του “Ύμνου εις την Ελευθερίαν”:

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

Μ’ αυτή τη μνήμη μετάφρασα το στίχο».

Κι αποσώνει με μια «στερνή σημείωση», μιλώντας τόσο για τον Συμεών και τα κείμενά του, όσο και για τη δική του απόδοση:

«Τόσο ψηλά κι αγιασμένα κείμενα μήτε να τ’ αγγίζουμε. Ο Άγιος Συμεών δεν ήθελε ποίηση, μόν’ ήθελε να κυριέψει το θείο. Κι αν οι Λόγοι του είναι ποιήματα και μάλιστα βαθιά και υπέροχα, τούτο έρχεται δεύτερο. Κι ούτε δεύτερο. Πάει με την ψυχή ο ποιητικός λόγος. Επειδή, και στην ουσία και στη μορφή τους οι καιόμενοι αυτοί Λόγοι, τρόπαια της ψυχής είναι, τρόπαια της φλόγας και έργο του σώματος του Συμεών. Αντικρύζουμε, λοιπόν, εδώ μια ποίηση κυριευτική, αδιάφορη στις λέξεις ωσάν απόλαυση της μορφής.

Δούλεψα μ’ ελευθερία τη μετάφραση, γιατί δεν έβγαινε αλλοιώς. Δεν μπόρεσα ν’ ακολουθήσω το δεκαπεντασύλλαβο του Λόγου παρά μονάχα σ’ ορισμένους στίχους και γενικά δεν πέτυχα την αυστηρή καταποδία στις λέξεις του Ποιήματος, ως προς την όλην οικονομία τους. Ήτανε σκοπός να συλλάβω καταδύναμη το πνεύμα του, να ξεκλειδώσω κάποιες εκφράσεις, όσο γινότανε κι όπως τις είδα. Ελευθερία, που σημαδεύει την προσπάθειά μου, αχορήγητη, πλην αναγκαία.

Ένα έχω να πω ακόμη. Πως ένιωθα τα λόγια του Συμεών έρημα, μεγάλες και ιερές φλόγες απάνω από μια πληθωρική κίνηση αυτοκινήτων, αεροπλάνων και πυραύλων».

Στον στερνό τούτο –συνομηλικιώτη μου– λόγο, ακόμα και σήμερα, ιδίως σήμερα, δεν έχω να προσθέσω ούτε ιώτα εν.

~•~

 

Ὅτι καὶ ποθερό, κι ὁλάξιο νἄχουμε τὴ δίψα του καταφύση μονάχο τὸ θεϊκὸ ποὺ ὁ ἔχοντας μεράδι σ᾽αὐτό, σὲ ὅλα τὰ καλὰ ἔχει γίνει μέτοχος.

( Ἐλεύθερο σχεδίασμα στὴ νωπὴ γλῶσσα
Καμωμένο ἀπ’ τὸν ποιητὴ Ν. Δ. Καροῦζο )

Ὢ Τί εἶναι τὸ κρυμμένο σὲ ὅλη τὴ χτιστὴ οὐσία;
Καὶ τί τὸ φῶς τὸ ἄχτιστον, ὁποὺ κανένας δὲν τὸ βλέπει;
Καὶ ποιός ὁ πλοῦτος ὁ πολύς, ὁποὺ στὸν κόσμο οὐδένας
Δὲν μπόρεσε ὁλάκερο νὰ βρεῖ, καὶ νὰ τὸν κάνει ὁλότελα δικό του;
Γιατί ᾽ναι σὲ ὅλους ἄπιαστος, καὶ δὲ χωρᾶ στὸν κόσμο.
Κι ἀπὸ συμπούπουλο τὸν κόσμον ὁ ἀπάνω – ἀπάνω ποθερός.
Κι ὀλάξιος νἄχουμε τὴν ἐδική του δίψα καταπῶς ὑπερέχει
Ἀπ᾽ τὰ ὅσα βλέπουμε ὁ Θεὸς ποὺ τἄπραξεν ἔτσι.
Τοῦτο μὲ κάνει καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη ἐκείνου σπαράζομαι.
Κι ὅσο μοῦ εἶν᾽ ἀθώρητος λυώνουν τὰ φρένα μου ὣς τὴ ρίζα,
Ὁ νοῦς, κ᾽ ἡ καρδιά μου ὅπως φλέγομαι, κι ὅπως στενάζω
Καίγομαι καὶ ζητώντας τὸν ἐδῶθε κεῖθε περπατῶ,
Καὶ πουθενὰ τὸν ἐραστὴ δὲ βρίσκω τῆς ψυχῆς μου,
Κι ὁλοπερίγυρα συχνὰ θωρῶ μήπως τὸν ποθητό μου κι ἀντικρύσω,
Κ᾽ ἐκεῖνος ὡσὰν ἄφαντος τὴν ὅρασή μου κἂν δὲν τὴν ἀγγίζει.
Κι ὅταν ἀρχίσω νὰ θρηνῶ, ἀπελπισμένος, τότε
Μοῦ ἔρχεται καὶ μὲ θωρεῖ ὁ ποὺ ψηλὰ τὰ πάντα βλέπει.
Κι ὡς τὸν θαυμάζω μὲ τρυπᾶ κατάστηθα ἡ ἐμορφιὰ τοῦ κάλλους,
Καὶ πῶς ἀνοίξαντας τοὺς οὐρανοὺς σκύβει ἀπὸ μέσα ὁ χτίστης,
Καὶ δείχνει μου καλὰ – καλὰ παράξενη τὴ δόξα του, κι ἀνείπωτη;
Κι ἄνθρωπος ποιός θέλει γενεῖ πιὸ κοντινὸς σ᾽ ἐκείνονε;
Ἢ πῶς, ἀλήθεια, θέλ᾽ ἀνέβει σὲ ὕψος ἀμέτρητο
Καθὼς ὁ λογισμός μου θέλει; ἀτός μου ἐντός μου βρίσκεται,
Μέσα στὴ μαύρη μου καρδιὰ ὁλάκερος ἐνῶ ἀστράφτει,
Κι ὁλοῦθε ἡ λάμψη του μ᾽ ἀθάνατη φωτολουσία μὲ κυκλώνει,
Μ᾽ ἀχτίδες ὅπως ὅλα μου αὐτὸς τὰ μέλη καταυγάζει,
Τριγύρω μου σὰν τὸν κισσὸ πλεγμένος, μὲ φιλήματα μὲ λούζει,
Κι ὁλάκερος μοῦ δίνεται ποὺ δὲν τὸ ἀξίζω τοῦτο,
Καὶ γίνεται σὲ μένα ἡ ἀγάπη του ὁρμή, κι ὁρμητικὸ τὸ κάλλος,
Σὲ μένα κ᾽ ἡ ἀπόλαψη σὰν πλήμμυρα, καὶ ἡ γλυκειὰ πνοὴ τοῦ θείου.
Παίρνω μετάληψη ἀπ᾽ τὸ φῶς, στὴ δόξα του μεράδι,
Καὶ λάμπει μου τὸ πρόσωπο, σὰν καὶ τοῦ ποθητοῦ μου,
Καὶ γίνονται τὰ χέρια φῶς, τὰ πόδια μου, τὸ σῶμα.
Ἀπ᾽ τοὺς ὡραίους πιὸ καλὸς ἁρμολογιέμαι τότε.
Πιὸ πλούσιος ἀπ᾽ τοὺς πλούσιους, κι ἀπ᾽ τὸν καθέναν ἰσχυρό
Πιὸ δυνατὸς ὑπάρχῳ, κι ἀπ᾽ τοὺς βασιλιάδες ὑπέρτερος,
Καὶ τιμιώτερος πολὺ ἀπ᾽ τὰ βλεπούμενα ὅλα,
Κι ὅσα τῆς γῆς, κι ὄχι τῆς γῆς, κι ὅσα τῶν οὐρανῶνε,
Καὶ τῆς ἀθάνατης ζωῆς ὡς ὅλων τῶν πραμάτων ἔχοντας τὸ χτίστη.
Ὁποὺ σ᾽ αὐτὸν ἡ δόξα πρέπει, κ᾽ ἡ τιμὴ τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες, Ἀμήν.

Νίκος Καροῦζος, Σύνορο, τ. 33 (Ἄνοιξη 1965), σ. 50-51.

~•~

(16) Ὅτι ποθεινόν τε καὶ ἐπιθυμητὸν κατὰ φύσιν μόνον τὸ θεῖον, οὗ ὁ μετέχων
πάντων ἐν μετοχῇ γέγονε τῶν καλῶν.

Ὢ τί τὸ πρᾶγμα τὸ κρυπτὸν πάσῃ κτιστῇ οὐσία;
καὶ τί τὸ φῶς τὸ νοητόν, ὅ τινι οὐχ ὁρᾶται;
καὶ τίς ὁ πλοῦτος ὁ πολύς, ὃν οὐδεὶς ἐν τῷ κόσμῳ
εὑρεῖν ὅλως ἐξίσχυσεν ἢ κατασχεῖν εἰς ἅπαν;
ἔστι γὰρ πᾶσιν ἄληπτος, ἀχώρητος τῷ κόσμῳ,
ἔστι καὶ ποθεινότατος ὑπὲρ ἅπαντα κόσμον,
ἔστι καὶ ἐπιθυμητός, καθ’ ὅσον ὑπερέχει
τῶν ὁρωμένων ὁ αὐτὰ θεὸς κατασκευάσας·
κατὰ τοῦτο τιτρώσκομαι τῇ ἀγάπῃ ἐκείνου,
καθ’ ὅσον δ’ οὐχ ὁρᾶταί μοι ἐκτήκομαι τὰς φρένας,
τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν μου φλεγόμενος καὶ στένων,
περιπατῶ καὶ καίομαι ζητῶν ὧδε κἀκεῖσε
καὶ οὐδαμοῦ τὸν ἐραστὴν εὑρίσκω τῆς ψυχῆς μου·
καὶ περιβλέπομαι συχνῶς ἰδεῖν τὸν ποθητόν μου,
κἀκεῖνος ὡς ἀόρατος οὐχ ὁρᾶταί μοι ὅλως·
ὅτε δὲ ἄρξομαι θρηνεῖν ὡς ἀπελπίσας, τότε
ὁρᾶταί μοι καὶ βλέπει με ὁ καθορῶν τὰ πάντα·
θαυμάζων καταπλήττομαι κάλλους τὴν εὐμορφίαν
καὶ πῶς ἀνοίξας οὐρανοὺς διέκυψεν ὁ κτίστης
καὶ δόξαν μοι παρέδειξε τὴν ἄφραστον καὶ ξένην·
καὶ τίς ἆρα ἐγγύτερον γενήσεται ἐκείνου
ἢ πῶς ἀνενεχθήσεται εἰς ἀμέτρητον ὕψος;
λογιζομένου μου αὐτὸς εὑρίσκεται ἐντός μου,
ἔνδον ἐν τῇ ταλαίνῃ μου καρδίᾳ ἀπαστράπτων,
πάντοθεν περιλάμπων με τῇ ἀθανάτῳ αἴγλῃ,
ἅπαντα δὲ τὰ μέλη μου ἀκτῖσι καταυγάζων,
ὅλος περιπλεκόμενος ὅλον καταφιλεῖ με
ὅλον τε δίδωσιν αὐτὸν ἐμοὶ τῷ ἀναξίῳ,
καὶ ἐμφοροῦμαι τῆς αὐτοῦ ἀγάπης καὶ τοῦ κάλλους,
καὶ ἡδονῆς καὶ γλυκασμοῦ ἐμπίπλαμαι τοῦ θείου·
μεταλαμβάνω τοῦ φωτός, μετέχω καὶ τῆς δόξης
καὶ λάμπει μου τὸ πρόσωπον ὡς καὶ τοῦ ποθητοῦ μου
καὶ ἅπαντα τὰ μέλη μου γίνονται φωτοφόρα·
ὡραίων ὡραιότερος τότε ἀποτελοῦμαι,
πλουσίων πλουσιώτερος καὶ δυνατῶν ἁπάντων
ὑπάρχω δυνατώτερος καὶ βασιλέων μείζων
καὶ τιμιώτερος πολὺ τῶν ὁρωμένων πάντων,
οὐχὶ τῆς γῆς καὶ τῶν τῆς γῆς, ἀλλὰ καὶ οὐρανοῦ δὲ
καὶ πάντων τῶν ἐν οὐρανῷ, τὸν πάντων ἔχων κτίστην,
ᾧ πρέπει δόξα καὶ τιμὴ νῦν καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας·
ἀμήν.