Raphael Irmer, Μια περίληψη των κεφαλαίων του παλαμικού Δωδεκάλογου

www.kar.org.gr_2016-04-08_18-48-39_screenshot_86

Πρόσφατα λάβαμε μιὰ συνεργασία ποὺ ἕνεκα τοῦ παλαμικοῦ της χαρακτήρα, ἀλλὰ καί τῆς προέλευσής της, θεωρήσαμε ὅτι ἔπρεπε νὰ δημοσιευθεῖ. Ὁ Ραφαὴλ Ἴρμερ εἶναι Γερμανὸς μὲ ἑλληνικὲς ρίζες. Ἔχει σπουδάσει Νεοελληνικὰ (μεταπτυχιακό δίπλωμα) στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ἁμβούργου. Τὸ παρακάτω κείμενο ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν πτυχιακή του ἐργασία μὲ τίτλο «Der «Dodekalogos» und Zarathustra: Kreative Nietzsche-Rezeption bei Kostis Palamas» (Ὁ Δωδεκάλογος και ο Ζαρατούστρα: δημιουργική πρόσληψη στὸν Κωστῆ Παλαμᾶ), καὶ περιλαμβάνει περιλήψεις τῶν κεφαλαίων τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ καὶ πάντα ἐπίκαιρου ἔργου τοῦ Παλαμᾶ. Ἐνῷ τμήματα κλασικῶν σπουδῶν κλείνουν ἀνὰ τὸν κόσμο, εἶναι παραπάνω ἀπὸ ἐλπιδοφόρο νὰ βλέπουμε ὅτι ἀκόμα ἐπιβιώνουν τὰ τμήματα νεοελληνικῶν σπουδῶν.

ΝΠ

~.~

του ΡΑΦΑΕΛ ΙΡΜΕΡ

Το έργο Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου προέρχεται από μια εποχή γενικότερης κριτικής προς τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Είναι έργο της Γενιάς του 1880 και γραμμένο στην Δημοτική. Είναι επίσης μια απάντηση στην ήττα της Ελλάδας το 1897 και μια έκφραση του τσιγγάνου του 19ου αιώνα.

Το έργο θεωρεί ο Παλαμάς ως το κύριο έργο του. Επηρεάστηκε από το ποιητικό-φιλοσοφικό έργο Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα του Γερμανού φιλοσόφου Φρίντριχ Νίτσε. Περιέχει διάφορες αρχαίες μεταφορές και ιστορικές παρανοήσεις. Ο πρωταγωνιστής, ο Γύφτος, είναι προφήτης έξω από την κοινωνία και κάνει μια εσωτερική ανάπτυξη. Οι όροι “τσιγγάνος” και “γύφτος” χρησιμοποιούνται μεταφορικά στο έργο.

 Λόγος Α’ – Ο Έρχομος

Την παραμονή της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης, οι γύφτοι συγκεντρώνεται στην Θράκη. Δεν έχουν πατρίδα, είναι μεμονωμένοι. Στην Πόλη εν τω μεταξύ βρέχει αίμα και αυτά τα γεγονότα ερμηνεύονται ως «φοβερότατα σημεία» (1, 205-206). Ο Γύφτος, που είναι επίσης μεταξύ των γύφτων, χωρίζεται από αυτούς.

Λόγος Β’ – Δουλευτής

Για να ξεπεράσει την απόσταση μεταξύ του εαυτού του και της κοινωνίας, ο Γύφτος γίνεται «δουλευτής χαλκιάς» (2, 131). Στη συνέχεια γίνεται «χτίστης και οικοδόμος» (3, 359) ενός παλατιού. Δεδομένου ότι ο Γύφτος δεν φαίνεται κατάλληλος για αυτήν την δραστηριότητα, το εγκαταλείπει επίσης. Τελικά καταδιώκεται από τους συναδέλφους του.

Λόγος Γ’ – Αγάπη

Ο Γύφτος ερωτεύεται μια γύφτισσα και ελπίζει ότι από αυτήν την ερωτική σχέση «θα γεννηθούνε / τ’ αψεγάδιαστα παιδιά» (3, 63-64), έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας είδος υψηλότερου τύπου ατόμου, ο «Αρχοντάνθρωπος» (33, 85). Αλλά κάτι τέτοιο δεν γίνεται.

 Λόγος Δ’ – Ο θάνατος των θεών

Ο Γύφτος συζητεί «με πιστούς» (4, 5-6) για «είδωλα, προφήτες, να[ούς]» (4, 113). Αλλά δεν πιστεύει τα «των θεών» (4, 35) και παραμένει «των άθεων ο προφήτης» (4, 13-15), ο οποίος διδάσκει τους ανθρώπους «το Τίποτε» (4, 155-156). Τότε βρίσκεται «στην έρημο» (4, 121) όπου μεγαλώνει το «βοτάνι της ανάσης» (4, 121-122). Αυτό το μαγικό βότανο έχει την ικανότητα να απελευθερώνει τους ανθρώπους από τις ψευδαισθήσεις τους. Αλλά αποδεικνύεται άχρηστο.

Λόγος Ε’ – Ο θάνατος των αρχαίων

Τη στιγμή της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ο Γύφτος συναντά κόσμο με «παλιά βιβλία» (5, 68), που βρίσκονται στον δρόμο στην Δύση για να ξαναδημιουργήσουν την αρχαία Ελλάδα «τα καλών και τα ωραίων» (5, 252). Ο Γύφτος τους επισημαίνει ότι αυτό δεν είναι δυνατό.

Λόγος ΣΤ’ – Γύρω σε μια φωτιά

Στα προάστια της Κωνσταντινούπολης «ξάναβε φωτιά» (6, 8). Σε αυτή την φωτιά στέκονται απέναντι «οι χριστιανομάχοι […] κι οι φιλόσοφοι» (6, 25-26). Οι «χριστιανοί» (6, 9) καίνε «φύλλ[α] και χαρτιά» (6, 13) ενός βιβλίου. Όμως οι «φιλόσοφοι» (6, 26) συνεχίζει να σέβονται αυτό το έργο. Ο Γύφτος επισημαίνει και στα δύο μέρη ότι είναι «όλοι ειδωλολάτρες» (6, 137), αλλά μια μέρα το μαγικό βότανο θα συμφιλιώσει την θρησκεία και την φιλοσοφία σε μια νέα Ελλάδα.

Λόγος Ζ’ – Το Πανηγύρι της Κακαβάς

«Κοντά στου Ρωμανού στην Πύλη» (7, 1) λαμβάνει χώρα «το πανηγύρι της Κακαβάς» (7, 26). Παρουσιάζονται οι διάφοροι γύφτοι που έρχονται στην γιορτή. Την τελευταία ημέρα εμφανίζεται ο «καβαλάρης / του Βασιλιά» (7, 348-349) και στέλνει στους γύφτους την εντολή του αυτοκράτορα να εγκατασταθούνε στην Λακεδαίμονα. Αντιπροσωπεύοντας όλους τους Γύφτους, ο Γύφτος παίρνει τον λόγο και του απαντά ότι ο νόμος των γύφτων είναι «πάντα, ο δρόμος» (7, 355) και είναι «μια πατρίδα η Γη» (7, 451).

Λόγος Η’ – Προφητικός

Ένας προφήτης κατεβαίνει στην Πόλη και παρατηρεί τους ανθρώπους που ενώνονται λόγω της επερχόμενης αρματοδρομίας στον Ιππόδρομο και «ανατρίχιασε» (8, 68) πολλές φορές λόγω των προβλέψεών του. Ξαφνικά ένας συνοριοφύλακας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με το όνομα Ακρίτας, εμφανίζεται και ανακοινώνει ότι οι Τούρκοι περάσανε τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Ο προφήτης προβλέπει την πτώση της Πόλης καθώς και την μετέπειτα ανάσταση μιας νέας Ελλάδας.

Λόγος Θ’ – Το βιολί

Σε ένα λαγκάδι ο Γύφτος, ο οποίος είχε απορριφθεί από τους συναδέλφους του, βρίσκει το βιολί ενός «ερημίτη γέρο[υ]» (9, 63). Όταν το έπαιξε «γρικούσαν οι άλλοι γύφτοι» (9, 166), επειδή «δεν ευφραίνει την καρδιά» (9, 210). Μόνο στα παιδιά αρέσουν «τα νέα παιξίματα» (9, 179).

Λόγος Ι’ – Αναστάσιμος

Ο Γύφτος παίζει το βιολί σε ένα κοιμητήρι «για να τους αναστήσει» (10, 32) «τους αθάνατους που πέθαναν» (10, 31), οι οποίοι είναι «η Πατρίδα» (10, 85), «οι θεοί» (10, 91) και «η Αγάπη» (10, 81). Τελικά εμφανίζεται ηΑγάπη με την μορφή της γύφτισσας από τον Λόγο Γ’ με την οποία τώρα ενώνεται για να γεννηθούνε «τ’αψεγάδιαστα παιδιά» (10, 252) που θα δημιουργήσουν τον «Αρχοντάνθρωπος» (10, 253).

Λόγος ΙΑ’ – Το παραμύθι του αδάκρυτου

Ο Γύφτος λέει ένα παραμύθι για την κόρη ενός βασιλιά. Ο βασιλιάς δίνει την κόρη σε οποιονδήποτε μπορεί να της πει ένα αίνιγμα που δεν μπορεί να λύσει. Τελικά είναι ο «Αδάκρυτος» (11, 35) που της λέει ένα αίνιγμα που πράγματι δεν μπορεί να λύσει. Πηγαίνουν μαζί κάπου αλλού για να γεννήσουν την φυλή «που θ ‘αλλάξει στην πλάση» (11, 392).

Λόγος ΙΒ’ – Κόσμος

Ο Γύφτος βρίσκεται στην Θράκη. Σε ένα δάσος τα δέντρα του λένε για το παρελθόν και του προφητεύουν ότι η επιστήμη θα αντικαταστήσει την θρησκεία.

ΡΑΦΑΕΛ ΙΡΜΕΡ (RAPHAEL IRMER)


Πηγή: ΠΑΛΑΜΑΣ, ΚΩΣΤΗΣ: Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου. Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία Α.Ε. Ε΄ Έκδοση. Αθήνα 1956.


Διατηρεῖται ἡ ὀρθογραφία, ἡ σύνταξη καὶ ἡ στίξη τοῦ συγγραφέα.