Το χιούμορ στην πεζογραφία

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Το χιούμορ αποτελεί σύμφυτο στοιχείο του λογοτεχνικού φαινομένου. Ο Αριστοτέλης μάς πληροφορεί στην Ποιητική του ότι ο ιαμβικός ρυθμός, τόσο προσήκων σε κάποια είδη ποίησης, ανιχνεύεται και στον προφορικό λόγο· ενώ έλκει την καταγωγή του από εορταστές που «ιαμβίζουν» ο ένας προς τον άλλο, που ανταλλάσουν σκωπτικές κουβέντες δηλαδή και αλληλολοιδορούνται. Εξάλλου στην ίδια τη βάση της μιμητικής λειτουργίας που είναι τόσο θεμελιώδης (για τον Αριστοτέλη) σε όλη την καλλιτεχνική διαδικασία, δεν ενυπάρχει κάτι το αστείο; Να ξεκαθαρίσω εδώ ότι δεν συζητάμε για την κωμωδία ως είδος και για τις λογοτεχνικές αναπαραστάσεις του κωμικού. Το ζήτημα είναι πως παρεισφρέει, πως συμπλέκεται, ποιες λειτουργίες επιτελεί το χιούμορ όταν εμφανίζεται σε ένα κείμενο που δεν είναι κωμικό, σε ένα κείμενο με δραματικό υπόστρωμα, ας πούμε.

Σε κοινωνικό επίπεδο το χιούμορ δημιουργεί οικειότητα. Αμβλύνει τις αποστάσεις ανάμεσα στα πρόσωπα, φτιάχνει κώδικες και στήνει γέφυρες επικοινωνίας. Άνετα μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί γιατί να μην συμβαίνει το ίδιο και στο λογοτεχνικό κείμενο. Το χιούμορ του αφηγητή, ακόμα και ενός αόρατου τριτοπρόσωπου αφηγητή, μπορεί να βάλει τις βάσεις για να χτιστεί κάποιου είδους συναισθηματική οικειότητα ανάμεσα σε εκείνον και στον αναγνώστη. Όμως το γεγονός ότι θεμελιώνεται μια άρρητη συμμαχία με τον αφηγητή (πολύ σημαντικό ζητούμενο σε κάθε είδους μυθοπλασία), δεν σημαίνει αυτονόητα ότι διασφαλίζεται και η συνεκτικότητα της αφήγησης. Το χιούμορ μοιάζει από τη μια να μας φέρνει πιο κοντά στον αφηγητή, από την άλλη να μας απομακρύνει δραστικά από το κείμενο.

Όσο οξύμωρο και αν ακούγεται, το χιούμορ αποτελεί παράγοντα αποστασιοποίησης σε ένα κείμενο μυθοπλασίας. Οι αναγνώστες συνήθως το αποζητούν, αλλά οι περισσότεροι συγγραφείς το αποφεύγουν. Και ίσως δεν έχουν άδικο. Με τη διαβρωτική του δύναμη, το χιούμορ μπορεί να πλήξει σοβαρά την αληθοφάνεια μιας ιστορίας. Πόσο μάλλον μιας ιστορίας που δεν ανήκει στην κατηγορία του κωμικού, όπως είπαμε. Πόσο χιούμορ χωράει σε ένα ιστορικό, ένα κοινωνικό, ένα πολιτικό, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα; Και πώς μπορεί να διατηρηθεί η ενότητα του ύφους, αν διαταράσσεται συνεχώς από εμβόλιμα χιουμοριστικά κομμάτια;

Είπαμε ότι το χιούμορ μας φέρνει κοντά στον αφηγητή. Μας δείχνει όμως και κάποιες ποιότητες του αφηγητή που θα μας επηρεάσουν αναπόφευκτα κατά την πρόσληψη μιας ιστορίας. Το χιούμορ μας θυμίζει εμφατικά την παρουσία ενός αφηγητή φιλοπαίγμονα και κατά βάθος αναρχικού, που θέτει υπό αμφισβήτηση τους κανόνες που ο ίδιος έχει θεσπίσει. Συντελεί λοιπόν στη δημιουργία μιας κατάστασης μεγάλης αφηγηματικής αναξιοπιστίας. Συνθέτει ένα αφηγηματικό «ήξεις-αφήξεις». Φέρνει τον αφηγητή αντιμέτωπο με την ιστορία του. Το χειρότερο; Εγείρει ερωτήματα για τις όποιες δυνατότητες αναπαραστατικότητας ενός κειμένου. Ακόμα, σε δομικό επίπεδο, το χιούμορ είναι ικανό να υπονομεύσει τη σύγκρουση, να αποδυναμώσει τους χαρακτήρες, να ακυρώσει, με την εγγενή του αμφισημία, το θέμα, και να θολώσει την αφηγηματική φωνή.

Γιατί τότε κάποιοι επιμένουν να παίρνουν το ρίσκο και να το εντάσσουν στην μυθοπλαστική τους μηχανή;

Για κάποιους συγγραφείς, όπως ο Μπέκετ ή ο Μπέρνχαρντ, το χιούμορ γίνεται κεντρικό στοιχείο της ποιητικής τους. Χτίζουν τις αφηγήσεις τους γύρω από αυτό και πάνω σε αυτό . Όμως τούτοι δεν νοιάζονται για το αρραγές του μυθοπλαστικού τους κόσμου. Ίσα ίσα το επιδιώκουν. Αναζητούν τις ρωγμές που ενδεχομένως το χιούμορ δημιουργεί και αφήνουν από εκεί να αναδυθεί μεγάλο μέρος του αφηγηματικού τους υλικού καθώς και του αφηγηματικού τους τρόπου.

Οι, σε μεγάλο βαθμό, «αναξιόπιστοι» αφηγητές του Μπέκετ, δεν δημιουργούν σε καμία περίπτωση αισθήματα οικειότητας στον αναγνώστη. Το στάτους των αφηγητών αυτών είναι χαμηλό. Συχνά νιώθουμε ότι ακούμε έναν κλοσάρ να παραμιλάει ή άλλοτε κάποιον άνθρωπο περιορισμένων πνευματικών ικανοτήτων. Γελάμε γιατί εντοπίζουμε μια αισθητική, πνευματική, ψυχολογική, κοινωνική παραμόρφωση στον χαρακτήρα ή στον αφηγητή, μια εξόφθαλμη δυσαρμονία. Το κωμικό στον Μπέκετ λαμβάνει διαστάσεις αφηγηματικής στρατηγικής. Είναι ένα τρόπος να αρθρωθεί η ιστορία και να εξακοντιστεί το θέμα με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αντίκτυπο στον αναγνώστη.

Στον δε Μπέρνχαρντ έχουμε παρεμφερή στόχο με ακριβώς αντίθετα μέσα. Ο αφηγητής εδώ παραείναι έξυπνος, παραέχει ψηλό IQ· από άποψη πνευματική βρίσκεται πολύ πιο πάνω από τον μέσο όρο· το χιούμορ του είναι πικρόχολο, σαρκαστικό, οξύ, βιτριολικό. Ασφαλώς, στη λογοτεχνία το χιούμορ πάντα συνδέεται με την πικρία. Το ίδιο, πιθανόν, και στη ζωή. Στον Μπέρνχαρντ το άφθονο μαύρο χιούμορ ενορχηστρώνει την τονικότητα. Ο αφηγητής του εκτίθεται, δείχνει την πιο ευάλωτη πλευρά της ευαισθησίας του, αλλά το κάνει υψώνοντας τα αγκάθια του. Αυτό είναι το χιούμορ του: μια κραυγή πόνου και αγωνίας.

Το μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, με προεξάρχοντες τον Ντέηβιντ Φόστερ Γουάλας και τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, επίσης καταφεύγει συχνά στο χιούμορ για τους αφηγηματικούς του σκοπούς. Κυρίως όμως το διαχειρίζεται ως μηχανισμό ειρωνείας. Οι αλλεπάλληλοι καθρέφτες που χρησιμοποιεί για να εκφράσει τους μύθους του, βοηθάνε στην παραποίηση της εικόνας, στην ανάδειξη εναλλακτικών οπτικών γωνιών, στο αισθητικό ξάφνιασμα, πράγματα απαραίτητα και πρόσφορα δηλαδή, όταν μιλάμε για αφηγηματικό χιούμορ. Εδώ, όλα συντελούνται κάτω από το πολύχρωμο επικάλυμμα της ειρωνείας. Σύμφωνα με τη Νάντια Χαραλαμπίδου: «Η ειρωνεία χρησιμοποιεί την παρουσία δύο αντιφατικών και αντίστροφων επιπέδων αναφοράς στο ίδιο περιβάλλον (είτε γλωσσικό είτε εξωγλωσσικό) με αποτέλεσμα την υπονόμευση του ενός από το άλλο»[1]. Στο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα αυτές οι δυο νοητές μυλόπετρες, αυτά τα δύο συστήματα αναφοράς φτιάχνουν την ιστορία και το νόημα, μέσα από τις συνεχείς αλληλεπιδράσεις τους. Ωστόσο, η ειρωνεία, μπορεί να ανήκει στο φάσμα του χιούμορ (σηκώνει μεγάλη κουβέντα αυτό), αλλά δεν ταυτίζεται με το χιούμορ. Επίσης, με τον ανταγωνιστικό της χαρακτήρα, δείχνει και μία επιβουλή, έχει μια διάσταση επιθετική· ενώ ο στόχος της δεν είναι να προκαλέσει αβίαστα γέλια, αλλά να πλήξει και να πονέσει.

Η ελληνική λογοτεχνία στεκόταν, ανέκαθεν, επιφυλακτική απέναντι στο χιούμορ. Η Γενιά του ’30 φαίνεται να το αγνοεί. Πιο πριν υπάρχει φυσικά η περίπτωση Ροΐδη. Σε εκείνον το χιούμορ γίνεται κύριο αφηγηματικό όχημα. Τον βοηθάει βέβαια και η καθαρεύουσα. Κάποια από τα ιδιοφυή του λεκτικά παιχνίδια ίσως δεν θα λειτουργούσαν τόσο καλά στη δημοτική. Η αφηγηματική διάνοια του Ροΐδη, η ευρυμάθειά του, το πνεύμα του, μοιάζουν να σπάνε κάθε συμβατικό όριο έκφρασης. Ποιος άλλος θα χρησιμοποιούσε με τόσο δυναμικό τρόπο ένα στατικό αφηγηματικό μέσο όπως το σχόλιο; Το χιούμορ του Ρόΐδη βρίσκει πολύ συχνά μια κερκόπορτα στο αφηγηματικό μέσο του σχολίου, και εμφιλοχωρεί από εκεί στο κείμενο.

Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα πολύ γνήσιας διαχείρισης του χιούμορ σε αφηγηματικό επίπεδο είναι ασφαλώς εκείνο του Σκαρίμπα. Στον Σκαρίμπα το κωμικό ισούται με το γκροτέσκο και εκφράζεται τόσο σε λεκτικό επίπεδο όσο και μέσα στο στήσιμο των αφηγηματικών του καταστάσεων. Ο Σκαρίμπας είναι ένας σκηνοθέτης του γέλιου. Φτιάχνει τη γλώσσα του με γνώμονα το αστείο. Ύφος και περιεχόμενο πάνε χέρι χέρι προς την ίδια κατεύθυνση. Ωστόσο τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα, τα ποιήματά του δεν μπαίνουν αμιγώς στην κατηγορία του κωμικού. Σε όλα του σχεδόν τα έργα πέφτει μια βαριά σκιά δράματος και μελαγχολίας.

Με κάθε στοιχείο που προσθέτουμε σε ένα μυθοπλαστικό κείμενο κερδίζουμε κάτι και χάνουμε κάτι άλλο. Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν με την προσθήκη του χιούμορ σε οποιαδήποτε ιστορία μπορούν να αποσοβηθούν, αν ελεγχθούν και ενισχυθούν οι υπόλοιπες κατασκευαστικές δυνάμεις της αφήγησης.

Σήμερα το χιούμορ στην πεζογραφία μας τείνει να απενοχοποιηθεί. Είναι απλώς ένα ακόμα αφηγηματικό όπλο που έχει στη φαρέτρα του ο συγγραφέας. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο αν δούμε πως λειτουργεί στο λογοτεχνικό σύμπαν συγγραφέων όπως ο Δημήτρης Καρακίτσος , η Λένα Κιτσοπούλου αλλά και ο Δημήτρης Σωτάκης, ο Αύγουστος Κορτώ και ο Άρης Σφακιανάκης. Το χιούμορ σε αυτούς δεν παίζει μόνο συμπληρωματικό ρόλο. Συνήθως εμπλουτίζει, διά της αντιθέσεως, τα δραματικά συμβάντα που περιγράφονται ή, άλλοτε, τα υπονομεύει και αμβλύνει την έντασή τους, ανάλογα με το ζητούμενο της αφήγησης. Επίσης διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στη σύσταση του ύφους..

Όπως και να ’χει το χιούμορ προσδίδει μια δόση ρίσκου σε ένα αφηγηματικό κείμενο. Αλλά μυθοπλασία χωρίς την έννοια του ρίσκου είναι, ούτως ή άλλως, αδύνατη.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

[1] Νάντια Χαραλαμπίδου, «Η Ειρωνεία στις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα», Διαβάζω, 171, 1987, σ. 42