Μπάρμπαρα Καῖλερ, Γερμανικὴ ρουλέττα (Εἰσαγωγὴ-Μετάφραση Συμεὼν Σταμπουλοῦ)

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΛΟΓΟΥ

Ὁ λογοτεχνικὸς κόσμος πληροφορήθηκε μὲ θλίψη τὸν θάνατο τῆς Μπάρμπαρα Καῖλερ (Barbara Köhler), Γερμανίδας ποιήτριας, πεζογράφου, δοκιμιογράφου, μεταφράστριας καὶ ξεχωριστῆς μορφῆς τῆς μαχόμενης διανόησης. Γεννήθηκε στὶς 11 Ἀπριλίου τοῦ 1959 στὸ Μπούργκστεντ (Burgstädt) τῆς  Σαξονίας καὶ πέθανε στὶς 8 Ἰανουαρίου τοῦ 2021 στὸ Μύλχαϊμ (Mühlheim) τοῦ ποταμοῦ Ρούρ τῆς βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Χωρὶς πανεπιστημιακὲς σπουδὲς πέρασε ἀπὸ τὰ χειρωνακτικὰ ἐπαγγέλματα (ὑφαντουργεῖο, οἶκος εὐγηρίας) στὸν χῶρο τῆς τέχνης. Ὁλοκλήρωσε ἕναν κύκλο μαθημάτων στὸ Ἰνστιτοῦτο Λογοτεχνίας «Johannes R. Becher» στὴν Λιψία (1985-1988).  Ἀπὸ ἐκεῖ ἀπασχολήθηκε σὲ διάφορες ὀργανωτικὲς θέσεις στὸ θέατρο τοῦ Κέμνιτς (Chemnitz),  πρώην Karl-Marx-Stadt.  Μετὰ τὴν πτώση τοῦ Τείχους, τὴν ἐπανένωση τῶν δύο Γερμανιῶν καὶ τὴν ἄνοδο τῶν δεικτῶν ἀνεργίας στὴν πρώην ΛΔΓ, στὰ τριάντα της χρόνια, προσανατολίστηκε στὴ λογοτεχνικὴ γραφή. Τὸ 1991 κυκλοφόρησε τὴν πρώτη της ποιητικὴ συλλογὴ Γερμανικὴ ρουλέττα (Deutsches Roulette), ἐνῶ παράλληλα δημοσίευε δοκίμια σὲ ἐφημερίδες καὶ εἶχε τὴν ἐπιμέλεια Καταλόγων εἰκαστικῶν τεχνῶν.  Δεύτερη ἐμφάνιση τὸ 1995 μὲ τὸν κύκλο ποιημάτων Blue Box. Στὴν ἐκπνοὴ τοῦ αἰώνα στέγασε ἀνάμικτα κείμενά της γιὰ τὴ σχέση τῆς γραμματικῆς γλώσσας μὲ τοὺς ρόλους τῶν φύλων ὑπὸ τὸν ἐνδιαφέροντα τίτλο Ἡ ἀνεψιὰ τοῦ Βιττγκενστάιν∙ προφανὴς ὑπαινιγμὸς στὸ ἔργο τοῦ Τόμας Μπέρνχαρντ Ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Βιττγκενστάιν. Τὸ 2009 ὀργάνωσε στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Ντούισμπουργκ (Duisburg) ἐργαστήριο γραφῆς μὲ τίτλο «Poet in residence».

Τὸ 2007 παρουσίασε τὸν κύκλο πεζοτράγουδων Τοῦ κανενὸς γυναίκα (Niemands Frau), προσανατολισμένον πλέον στὰ βασικὰ θέματα καὶ μοτίβα ὅλης τῆς ποιητικῆς της διαδρομῆς: ἡ διάθλαση τοῦ (γυναικείου) Ἐγὼ στοὺς πολυπρισματικοὺς καθρέφτες τῆς λογοτεχνικῆς γραφῆς (ἀρχῆς γενομένης μὲ τὸν Ὅμηρο καὶ τὴν Σαπφώ)∙ τὰ μεγάλα κοινωνικὰ χάσματα μέσα στὰ ὁποῖα ρίχτηκε καὶ ἀφανίστηκε ὁ γυναικεῖος χαρακτήρας. Ὁ κύκλος αὐτὸς εἶναι μιὰ ἀπόπειρα ἐπανασύνθεσης τῆς ὁμηρικῆς Ὀδύσσειας καὶ ἀναζήτησης τῆς ἄλλης ὄψης τῶν γυναικείων μορφῶν τοῦ ἔπους. Τὸ ζήτημα δὲν τίθεται σὲ βάση γλωσσική, γλωσσικοῦ παιγνιδιοῦ, ἀλλὰ σωματική. Τὸ κείμενο-text εἶναι ἕνα ἰνῶδες ὑφαντό, πλεκτὸ καὶ δίχτυ, ὅπου τυλίγονται καὶ αἰχμαλωτίζονται τὰ πρόσωπα. Στὸ βάθος αὐτοῦ τοῦ πλέγματος ὑπάρχει τὸ ἐρωτικὸ σῶμα ποὺ πρέπει νὰ ἰδωθεῖ, πολὺ περισσότερο, ὡς πολιτικὸ σῶμα.

Ἡ Καῖλερ εἶναι σημαντικὴ ὅσο καὶ ἄνιση ποιήτρια, μὲ ἐμμονὲς ποὺ τὴν ὁδηγοῦν σὲ ἐπαναλήψεις καὶ ὄχι σπάνια σὲ ἀναμενόμενα ἐπιμύθια. Παραδόξως, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι πλέον ἀσυνήθιστο, τὰ πρῶτα της ἔργα ἔχουν μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον καί, κυρίως, αὐθεντικότητα στὴν ἀναζήτηση τῆς ποιητικῆς γλώσσας. Συνδυάζει μὲ τρόπο θαυμαστὸ τὴ ρομαντικὴ ἀναζήτηση καὶ τὴ νεωτερικὴ γραφὴ ἀκολουθώντας τοὺς ρηξικέλευθους ποιητικοὺς τρόπους τοῦ Γκέρχαρντ Φάλκνερ (Gerhard Falkner, 1951): ἀνάδειξη, ἀκριβῶς, τοῦ κοινότοπου, τοῦ καθημερινοῦ μέσα στὴν παραδοξότητα τῶν διασταυρώσεων, τῶν πολύπτυχων ὑφάνσεων ποὺ προσφέρει ὁ κόσμος∙ ἀπὸ τὴν τυχαία συνάντηση καὶ τὸ ἀσήμαντο περιστατικὸ μέχρι τὰ δομικὰ συστήματα τῶν μητροπόλεων. Ἡ ἀναλογία τους βρίσκεται στοὺς δομικοὺς γλωσσικοὺς μετασχηματισμούς. Ποίηση, λοιπόν, στὴ λογικὴ τῆς ὑφαντικῆς τέχνης, ἐκεῖ ποὺ ἡ Καῖλερ γύμνασε τὰ δάχτυλά της, πρὶν κρατήσει τὴν πέννα. Ἡ διαδρομὴ αὐτὴ τὴν βοήθησε νὰ διατηρήσει, παρὰ τὰ ἰσχυρὰ πρότυπα ποὺ φθάνουν ὣς τὸν κύκλο τῆς Ἰένας στὸ κατώφλι τοῦ 19ου αἰώνα, τὴ δική της ἀναγνωρίσιμη φωνή.

Ἀνάμεσα στὶς πολλὲς διακρίσεις ποὺ ἔλαβε, ἀναφέρεται τὸ Βραβεῖο-Peter-Huchel γιὰ τὴ γερμανόφωνη ποίηση (2016).

Τὰ ποιήματα ποὺ ἐπέλεξα νὰ παρουσιάσω, προέρχονται ἀπὸ τὴν πρώτη συλλογή της, Γερμανικὴ ρουλέττα, τὴν περισσότερο, ἴσως, προκλητικὴ γιὰ τὸν μεταφραστή (στὸν ὁποῖο ἐπιβάλλει τρόπον τινὰ τὴ μετάφρασή της)∙ θεματικὴ ποικιλοχρωμία καὶ ἐλλειπτικότητα συνδυασμένη μὲ σπάνια -στὴ νεωτερικὴ γραφὴ- καθαρότητα.

Ἡ ἀρχικὴ πρόθεσή μου ἦταν νὰ μεταφράσω μία εὐρεία ὁμάδα ποιημάτων τῆς Καῖλερ ἀπὸ τὴ συνολικὴ ποιητική της διαδρομή, σὲ εἰδικὸ ἀφιέρωμα ποὺ εἶχα προτείνει στὸν φίλο Κώστα Κουτσουρέλη γιὰ τὴν προσεχὴ ἔντυπη ἔκδοση τοῦ Νέου Πλανοδίου. Ὁ ξαφνικὸς –γιὰ ἐμᾶς- θάνατος τῆς Καίλερ ἐπιβάλλει τὴ δημοσίευση στὴ μνήμη της μιᾶς περιορισμένης σειρᾶς ποιημάτων ἀπὸ τὰ πρῶτα της ἐντυπωσιακὰ βήματα.

Εὐχαριστῶ τὸν φίλο Marco Hillemann ποὺ παρὰ τὰ περιοριστικὰ μέτρα κατὰ τοῦ κορωνοϊοῦ μοῦ ἐξασφάλισε σημαντικὸ μέρος τοῦ ποιητικοῦ ἔργου τῆς Καῖλερ.

Χρησιμοποιήθηκε ἡ ἔκδοση Barbara Köhler, Deutsches Roulette Gedichte 1984-1989, Suhrkamp 1991.

13 Ἰανουαρίου 2021                            Συμεὼν Γρ. Σταμπουλοῦ

~.~

 

ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ ΚΑΙΛΕΡ

ΔΩΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ἡ ἐπανάσταση τοῦ φθινοπώρου συνεχίζεται:
Σταθερὲς τιμὲς στὸν καφὲ γιὰ ὅλους!
Διαφήμιση, Μάιος τοῦ 1990

«Ποίημα»

μὲ ὀνομάζω ἐσύ γιατὶ ἔτσι χάνεται
ἀνάμεσά μας ἡ ἀπόσταση σὰν δέρμα
μὲ τὸ δέρμα εἴμαστε
ἀξεχώριστοι τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο
ἀχώριστα τὸ ὅριο εἶναι
τὸ πλήγωμα τὸ πέρασμα
πληγὴ ἀνοιχτή μὲ ἀποκαλεῖς
ἐγώ ποιός ἀπ’ τοὺς δυὸ μιλᾶ
ἕνα μαχαίρι ἔχεις ἐδῶ
κάνε μου τὴν τομή.

~.~

«Προσφώνηση δύο: Ἡ Διοτίμα στὸν Μπελλαρμίν»

Ἀπὸ καμιὰν ἀρχὴ εἶναι καλύτερο ἕνα τέλος.
Ρουλέττα ρωσικὴ νὰ παίξουμε μὲ ἀδειανὸ φυσίγγι
καὶ σιρόπι ἀπὸ βατόμουρο στὸν κρόταφο. Εἴτε τὸ νέο κείμενο
γιὰ τὸ παλιὸ τραγούδι: Ἡ Διοτίμα ἢ Ὁ ἔρως ὁ ἀληθινὸς ψυχορραγεῖ.
Μὴ μιλᾶς ἄλλο. Νὰ ἔφραζε αὐτὸς ὁ θρῆνος
στὸ λαιμό σας θ’ ἄξιζε μιὰν Ἀνάσταση.
Φορὲς ποὺ βρίσκω ἕναν διάπυρη, βουβὴ καὶ ζῶ
μονάχα ἐμένα πάλι. Γλώσσα, παράξενη: Νὰ λέω Ἐσύ
ν’ ἀκούγομαι. Ἐρωτικό. Οὐδέτερη νὰ μένω. Καὶ ἴσως
μιὰ γυναίκα πάλι ἐννοῶ, μάτια γεμάτα σκοτεινιά. Καὶ
ἴσως θά ‘πρεπε νὰ σταματήσει αὐτό: Λέξεις ν’ ἀλληλο-
σφάζονται σὰν ἄντρας καὶ γυναίκα.
Γλώσσα Χωρισπατρίδα. Ἡ γερμανικὴ ρουλέττα τελειώνει μὲ Rien
ne va plus.
Μίλα, συνέχισε. Τί σταματᾶς.
Ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο τωραδά∙ μόλις ποὺ εἴμαστε ἀρκετοί. Καὶ μάλιστα
ὁ πληθυντικὸς αὐτὸς μία ὑπόθεση. Παρ’ ὅλα αὐτά: στὸ γράψιμό μου
βλέπω τὰ γνωρίσματα τῶν ἄλλων. Κι ἐπιστολὲς
πληκτρολογῶ στὴ μηχανή: ἀναγνώσιμες.
Βιώσιμες, αὐτὸ ἀκόμη.
Μίλα, συνέχισε.

Ἀπρίλης 1985

Διοτίμα καὶ Μπελλαρμίν. Ἀναφορὰ στὸ ἐπιστολικὸ μυθιστόρημα τοῦ Φρήντριχ Χαίλντερλιν Hyperion (1799). Διοτίμα ὀνομάζει ὁ ἥρωας Ὑπερίων (ἐθελοντὴς ἀγωνιστὴς στὰ Ὀρλωφικά, 1770) τὴν ἀγαπημένη του, ὅπως ἀποκαλοῦσε ὁ Χαίλντερλιν τὴν ἐρωμένη του Susette Gontard. Ὁ Μπελλαρμὶν εἶναι φίλος του καὶ ἀλληλογράφος. Γιὰ τὴν ἱστορία, καὶ οἱ δύο «Διοτίμες» πέθαναν, ἡ πρώτη στὶς σελίδες τοῦ μυθιστορήματος καὶ ἡ δεύτερη τὸ 1802 στὴν Φρανκφούρτη, ὅπου ζοῦσε μὲ τὴν οἰκογένειά της. Ὁ Χαίλντερλιν εἶχε προλάβει νὰ στείλει τὸ τυπωμένο ἔργο στὴν Γκοντάρ, ζητώντας της συγγνώμη γιὰ τὸ τέλος ποὺ ἔδωσε στὴ μυθιστορηματικὴ Διοτίμα. Ἡ διανοητικὴ ἀρρώστια ποὺ τὸν χτύπησε, ἀκριβῶς τὸ 1802, ὀφείλεται ὣς ἕναν βαθμὸ στὶς τύψεις του γιὰ τὸ μοιραῖο ποὺ προδίκασε στὴν Διοτίμα του.
Rien ne va plus. Εἶναι ἡ στιγμὴ στὸ παιγνίδι τῆς ρουλέττας, ποὺ δὲν μπορεῖς πιὰ ν’ ἀλλάξεις τίποτε καὶ ὁ γκρουπιέρης λέει: Rien ne va plus.

~.~

Τὸ τέλος εἶναι
στὴν ἀρχὴ τὸ ἐγγύτερο.
Τὸ μαῦρο κρέπι νὰ τραβᾶς ἀπ’ τοὺς καθρέφτες
τὸ πρόσωπό σου νὰ τὸ βλέπεις νὰ ἔρχεται
στὶς Μετροκυλιόμενες στὸ Kálvin tér
ὁ μορφασμός ἕνας σπασμός ἀλγολαγνεία
καὶ ὕστερα περνάει ὁ τόπος λέγεται
πανούκλα μπρὸς στοὺς καθρέφτες
στὸ ζαχαροπλαστεῖο Lukács
καθόμουν κι ἔγραφα
στὸ ζαχαροπλαστεῖο Lukács
λέγεται πανουκλα μπρὸς στοὺς καθρέφτες
καὶ ὕστερα περνάει ὁ τόπος
ὁ μορφασμός ἕνας σπασμός ἀλγολαγνεία
στὶς Μετροκυλιόμενες στὸ Kálvin tér
τὸ πρόσωπό σου νὰ τὸ βλέπεις νὰ ἔρχεται
τὸ μαῦρο κρέπι νὰ τραβᾶς ἀπ’ τοὺς καθρέφτες
στὴν ἀρχὴ ἐγγύτερο.
Τὸ τέλος εἶναι

~.~

«Happy End»

… come
un superstite
lupo di mare
Ungaretti

τί ἔχει φτάσει καὶ ποῦ
πῶς γίνεται αὐτό νὰ λέμε ναὶ
καὶ ἀμήν ἄμπωτη ἀντὶ παλίρροια
σπίτι ἀντὶ πλοῖο πῶς γίνεται κανεὶς
τὸν ἑαυτό του ἔτσι νὰ ξεχάσει καὶ τὴ θάλασσα
τὸν ἔρωτα μὲ τίποτα ἐπ’ οὐδενὶ
στὴ γῆ τὶς χῶρες πίσω ἀπὸ
τὸ γραμματοκιβώτιο τοὺς πίνακες στὸν ἀμφι-
βληστροειδή τὴ γαλέρα τὸ ἐμπόρευμα στὴν ἀμμουδιὰ βγαλμένο
τὰ ναυάγια λιμάνια ἀναχωρήσεις

~.~

«American Way Οf Midlife»

Ἡ γυναίκα καθρέφτης σὲ προδίδει
στὸν θάνατο πίσω ἀπ’ τὴν πλάτη σου
παραιτεῖται ἀπὸ τὸ τριακοστὸ
ἔτος ὅπου βρίσκεσαι
περιβεβλημένη πράγματα ἀναμνήσεις
βεβαιότητες ὑποψίες τὰ πράγματά σου
εἶναι κολλώδη ἀπὸ ἱστορίες
ποὺ δὲν ἀξίζει νὰ γραφτοῦν
κι ὅμως μὲ κάθε πλύσιμο τὰ στιλβώνεις ξανά
νοσταλγία γιὰ παρόν
γιὰ ξενητειὰ μιᾶς ἄλλης ἀγάπης
γιὰ τὴ ζωὴ τὴν πιὸ ἀπελπισμένη
– πηγαίνεις τώρα καλύτερα
νὰ πάρεις τσιγάρα καὶ δὲν ἐπιστρέφεις
σ’ αὐτὸ τὸ φίλμ

~.~

Ἂχ Βαπτιστή, θὰ χάσεις κάποτε κι ἐσὺ τὸ κεφάλι σου∙
Εἶναι φορὲς ποὺ τὸ κρατῶ κιόλας στὰ χέρια μου
Σὰν χωρισμένο ἀπὸ τὸ σῶμα ποὺ εἶναι μαζί μου ἕναν καιρό.

Ποὺ εἶναι μαζί μου ἤδη ἕναν καιρό: ποῦ εἶναι τὸ κεφάλι σου
Ποὺ κρατῶ στὰ χέρια μου – κάποιες φορὲς
Εἶναι σὰν χωρισμένα ἀπὸ τὸ σῶμα ποὺ χάνεται σὲ σένα.

Τὸ σῶμα ποὺ χάνεται σὲ σένα, θέλω νὰ τὸ κρατήσω
Στὰ χέρια μου, καὶ ὄχι χωρισμένο ἀπὸ μένα –

Κάποτε, ἂχ Βαπτιστή, θὰ χάσω τὸ κεφάλι

~.~

«Αὐτοπροσωπογραφία»

ΣΥΣΤΗΝΟΜΑΙ τελειωμένα γεγονότα (τὸ τεῖχος πίσω μισοσκόταδο στὸ κεφάλι τὰ χέρια στὰ πλευρὰ κραυγάζοντας γιὰ κόσμο): ἀδιαφανὲς ὅ,τι περιστασιακὰ μαντεύω ὡς καμουφλάρισμα μιᾶς κάποιας ἄρνησης νὰ εἶμαι ΔΙΑΦΑΝΗΣ νὰ μὴν ἐξαχνωθῶ καταδύομαι σὲ ἠθικὸ αὐτουργὸ στὸ τρίτο πρόσωπο ΤΟ ΕΓΩ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΕΙΔΩΛΟΥ ΜΟΥ: ΑΥΤΟΣ ΑΥΤΗ ΑΥΤΟ τὸ ἀτελὲς παρὸν ὡς χρονικὴ μορφὴ κάθε ἐξέγερσης ἀπέναντι στὸ εἰπωμένο κατὰ τὴν ἄτεγκτη γερμανικὴ γραμματική βασανισμένη ἀπ’ τὴ σιωπὴ μιλῶ γιὰ τὴ ζωή μου φονεύομαι λέξη πρὸς λέξη εἴτε ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου εἴτε κεφάλι καὶ λαιμὸς θὰ ἔπρεπε πάλι νὰ πλυθοῦν – ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΑΡΟΜΟΙΟ

~.~

«Λήψη»

Γιὰ τὸν Florian

Ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι πάλι ἀντιληπτό
ἐξαφανίζεται τὸ ἀριστερὸ στὴν τσέπη
κρατιέται τὸ δεξὶ ἀπ’ τὸ μολύβι
ἢ ἕνα τσιγάρο∙ τὰ πιὸ πολλὰ σὲ μένα
εἶναι παρμένα ἀπὸ τὰ χέρια γελῶ
ἀμήχανα μπροστὰ στὴν ἐξαφάνιση
σὲ μιὰ συσκευὴ τῶν εἰκόνων διαψεύδει
κατεστραμμένες στιγμὲς τὸ χαρτί κάνει
σὰν νά ‘ναι ἄνθρωπος τελευταία εὐκαιρία
μιᾶ κίνησης: ἀλλάζω ἐκ περιτροπῆς
ὀρθοστασία καὶ στάση ἀγάλματος μένω
ἀπορημένη

~.~

«Ρήξη»

οἱ καθρέφτες ἔδειχναν κάμαρες ἀδειανές
εἰδύλλια ἀπὸ φῶς καὶ σκόνη
στὰ χειμωνιάτικα ἀπομεσήμερα κανένας
δὲν ἀνακατεύεται στὸ πάρε-δῶσε τῶν πραγμάτων
τὰ ψαύει ἁπαλά κινεῖται
στὸν καθρέφτη σιωπηλὰ ναυαγὸς
ὁ ἥσκιος τοῦ Ὀδυσσέα οὖτις
ἐδῶ ἐλαπήγαινε εἶπα στάθηκε
πλάι στοὺς καθρέφτες
ἀθέατος δὲν γέλασε κανείς

~.~

«Ἐντοπισμός»

ἐδῶ βρίσκω τὸ βῆμα μου χωρὶς νὰ ξα-
στοχῶ γιατὶ
οἱ δρόμοι δίχως φυλλωσιὰ σημαίνουν
ἕναν οὐρανὸ ἀπόβλητης ἐλπίδας

ἐδῶ μὲ βρίσκουνε ἀδιάφορα οἱ στιγμές
στὸ χέρι τὸ τυχαῖο καποιανοῦ τίποτε πιὰ
δὲν μὲ κρατᾶ καὶ γλώσσα μου θὰ γίνουνε
τὰ πρῶτα λόγια τῶν ἔσχατων πραγμάτων:

κάτω ἐδῶ οἱ οὐρανοί
ἡ ἄσφαλτος ἐπάνω κι ἐγὼ
τοὺς περπατῶ ἁπλὰ καὶ φυσικά

~.~

«Matinee 15.12.85»

πάλι μιὰ τέτοια μέρα δίχως οὐρανό ἁπλῶς ἔτσι ἕντεκα
καὶ μισὴ σχηματίζεται στὸ παραπέτασμα τῶν νεφῶν
μιὰ θέση λεπτὴ
ποὺ φωτίζει ἀμυδρὰ στὴ φαντασία μου

εἶμαι ὁ μοναδικὸς θεατὴς τοῦ Φ. ἡ φωνὴ
βρυχᾶται σὲ ἀδειανὸ κρηπίδωμα σταθμοῦ ὁ Νοβάλις
εἶναι Γερμανὸς καὶ πεθαμένος καὶ ΕΛΠΙΔΑ κουδουνίζει
ἀπ’ τὸ μεγάφωνο Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΙΝΗΣΗ
αὐτῆς τῆς παρτίδας στὴ σκακιέρα τοῦ Φαμπέλ
ἀναχώρησε τὴν Τετάρτη κάθομαι
στὴν πρωινὴ παράσταση χωρὶς οὐρανό
κάτι ποὺ βοηθᾶ ὅταν κανεὶς μονολογεῖ: ὅλα
εἶναι σινεμά

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΙΝΗΣΗ: Στὰ γερμανικὰ τὸ οὐσιαστικὸ (Zug) ἐδῶ γιὰ τὸν συρμὸ καὶ τὴ σκακιστικὴ κίνηση.

~.~

«Θάλαττα ἐν ὄψει»

Στὸν Endre Kukorelli

Ἂν ἕνα ποικιλόχρωμα σημαιοστολισμένο ἱστιοφόρο
καὶ ὄχι μόνο ὁ Δούναβης
τὸ βόρειο-νότιο μετρὸ
καὶ ἡ 7η περιφέρεια
διασταυρωνόταν μὲ τὰ θαλασσινὰ
ποὺ ξαφνικὰ πουλήθηκαν
σὲ ὅλα τὰ καταστήματα φρούτων καὶ λαχανικῶν
τῆς Szondy utca (μὲ γιῶτα ἢ μὲ ὕψιλον)
ἀνάμεσα στὸν Μεγάλο Δακτύλιο καὶ τὸ Δασύλλιο
θὰ ἦταν τόσο ὡραῖα γαλανὰ στὸν χάρτη τῆς πόλης
-αὐτὸ ἀσφαλῶς εἶναι ἁπλῶς ὁ πειρασμὸς τοῦ ἔρωτα
γιὰ μέρη, νὰ τὰ ποθήσεις στὴ θάλασσα
ἡ ἰδιαίτερη συνήθεια τῶν Βοημῶν
νὰ χαιρετοῦν μὲ Ahoi
καὶ μ’ ἕνα ποίημα.

~.~