Αντώνης Μπαλασόπουλος, Ποιήματα

 

Ο τζίτζικας

Από την σκοτεινή γη
στο πολλαπλασιασμένο επί πέντε
φως του Ιούλη, ο τζίτζικας
τρελαίνεται σαν τον δεσμώτη
της πλατωνικής σπηλιάς
που αντικρίζει τον ήλιο
πρώτη φορά. Η τρέλα του
είναι τραγούδι ως το θάνατο,
μια έκρηξη συχνοτήτων του σώματος
που προκαλεί η αιφνίδια συναίσθηση
της ύπαρξης, καθώς ο χρόνος όλος
—χρόνια ζωής αόρατης στης γης το υπόγειο—
συμπυκνώνεται κάτω απ’ την αμείλικτη
ακτινοβολία—500 εκατομμύρια μετρικοί
τόνοι υδρογόνου το δευτερόλεπτο—
που σπρώχνει την παλλόμενη μεμβράνη
ανάμεσα στο θώρακα και την κοιλιά
να πάλλεται με μανία ακαταπόνητη,
τέτοια που προσιδιάζει
—λέει ο Φαίδρος— σ’ εκείνες τις φλεγόμενες
οντότητες, που, απ’ την ίδια νύμφη εκκινώντας
γίνονται προφήτες, ιεροφάντες, εραστές
και ποιητές, κι έτσι πεθαίνοντας
ο τζίτζικας τρελός και σπασμένος
απ’ τον ήλιο αποκαλύπτει την κάποτε
ανθρώπινή του φύση, καθώς και την ατυχία
όσων εκπίπτουν στη δική του.

Ο γάιδαρος έξω απ’ το ξωκκλήσι

Έχοντας ξεφορτωθεί το βάρος
του Ιωσήφ και κάθε λογής
Ναζωραίων, τον αγωγιάτη
έχοντας ξεπληρώσει για τη μέρα
με το ακέραιο νόμισμα της ραχοκοκκαλιάς
και των οπλών του, ο γάιδαρος
σκύβει σ’ έναν Παράδεισο
από τριφύλλι, αποσυνάγωγος
και καθαρός από κρίμα,
με τις πόρτες των υγρών του
ματιών ορθάνοιχτες
στον ασυννέφιαστο ουρανό,
αφήνοντας την ταπεινή του ύπαρξη
να διευρυνθεί στο μέγιστο
των δυνατοτήτων της, εισπνέοντας
και εκπνέοντας, χωρίς να γνωρίζει
το Θεό, που αν υπήρχε, θα έκλαιγε
για την αστοχία του γονατιστός
με τα χέρια του να αγκαλιάζουν
το λαιμό του γάιδαρου
έξω απ’ το ξωκκλήσι.

Αστερίας

Από την Ορδοβίκια στη μεσαία Πλειστόκαινο
το αστέρι κρατιέται στο βυθό, με τις ορυκτές του
σκέψεις και το ηλιακό του στόμα, φορώντας
τα πολλαπλά του μάτια στους αχτιδωτούς βραχίονες
μηρυκάζοντας τη μνήμη του ανθρακικού ασβεστίου,
την έκταση της Πανθάλασσας, τη σύγχυση των ηπείρων,
τον Ιαπετό, πατέρα του Προμηθέα, τη Λαυρεντία, την
Αβαλονία, τον εξωγήινο χάρτη των αρχών, το βλέμμα
της μητέρας του καθώς έπεφτε,
έπεφτε,
έπεφτε
απ’ τον ουράνιο οίκο, στον χρόνο αυτόν εδώ
της Ολοκαίνου,
στη στιγμή αυτή εδώ
του παιδιού που το βουτάει τώρα
σαν πλαστικό παιχνίδι απ’ το νερό
και το εκσφενδονίζει
με μια μικρή βροχή από σταγόνες νερό
και χλωριούχο νάτριο
στη δική του
μικρή—τόσο μικρή!—μνήμη
ενός μονάχα
καλοκαιριού, μίας μονάχα
μέρας του Ιούλη, μιας μόνο
απο    κρυσταλλωμένης

στιγμής.

Νυχτερίδα

Ο κόσμος ανάποδα: ένας ουρανός από
χορτάρι και χώμα, το έδαφος αλλού
διάστικτο απ’ τις ουλές άστρων, αλλού
αδιαπέραστο απ’ το μάτι. Ο κόσμος
ανάμεσα: πουλί και θηλαστικό, ποντίκι
και σκύλος, κι ακόμα καρπός σκοτεινός
σε βαρύ κλαδί, τα μάτια της ανοιχτά
σαν στοές στον ύπνο των άλλων.

Όταν ξυπνά, φοράει τα μαύρα γάντια της,
τεντώνοντας τη νύχτα ως τα ακρόνυχά της,
μετρώντας την έκταση των υπέργειων
καλωδίων, χτυπώντας την πόρτα του Γκόγια
με τον απερίγραπτο ήχο του μανδύα της:
ένα φτερούγισμα από στιλπνό σάβανο,
κάνει το ρολόι να χτυπά συμβολικότερα,
την πένα να σταματά παγωμένη στο χαρτί.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ