Κώστας Ανδρουλιδάκης, Λογοτεχνία και φιλοσοφία: Αποκλίσεις και συγκλίσεις – διάσταση και ομολογία

filpoet

 

Ποια είναι η σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας; Το θέμα είναι βέβαια  σύνθετο, και συναρτάται με τα ζητήματα: Τι είναι η λογοτεχνία, τι είναι η φιλοσοφία, ποιο είναι το έργο και ο σκοπός τους; Θα επιχειρήσω να θίξω τα θέματα με την ακόλουθη σειρά: Πρώτα, θα αναφέρω μερικές διαφορές τους, από τις οποίες μπορεί να φανεί (και ίσως, εν μέρει να εξηγηθεί) η αμοιβαία δυσπιστία τους∙ έπειτα, θα αναφέρω ένα κύριο κοινό σημείο τους, αλλά και μερικές συναφείς διαφορές∙ τέλος, θα αναφέρω ένα ακόμα συστατικό κοινό στοιχείο, στο οποίοι στηρίζεται η σύγκλιση και η «ομολογία» τους.

 

Α΄  Για να προσεγγίσομε το θέμα μας, δεν μπορούμε να αποφύγομε τα ερωτήματα: Τι είναι η λογοτεχνία; Τι είναι η φιλοσοφία; Και γι’ αυτό, θα αναφέρω πρώτα μερικές διαφορές τους, τις, κατά τη γνώμη μου, κυριότερες και ουσιώδεις. Κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι η αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας, ενώ άμεσος σκοπός και πρώτιστο έργο της λογοτεχνίας δεν είναι η γνώση και η αλήθεια καθ’ εαυτήν. Η φιλοσοφία είναι κυρίως θεωρία, και ακόμα και όταν ασχολείται με την πράξη (τα πρακτικά ζητήματα, λ.χ. τα ηθικά), τα μελετά θεωρητικά, ως θεωρία. Αντιθέτως, η λογοτεχνία είναι ποίηση (με την πρωταρχική σημασία του όρου), δημιουργία, έκφραση, τέχνη. Και οι δύο είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν το σύνολο των πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων και ικανοτήτων, αλλά η φιλοσοφία στηρίζεται κυρίως ή κατ’ εξοχήν στις έλλογες και νοητικές ικανότητες (στον νου, στη νόηση), ενώ η λογοτεχνία αξιοποιεί και απευθύνεται ιδίως στη φαντασία, στη διαίσθηση, στο συναίσθημα, στη συγκίνηση.  Εξειδικεύοντας το σημείο αυτό, η φιλοσοφία -ως θεωρία του ορθού Λόγου– λειτουργεί καθοριστικά με θεμέλιο και πλαίσιό της τον ορθό Λόγο, ακολουθώντας τις απαιτήσεις, τους κανόνες και τη μεθοδολογία του: σωστή θέση και διάκριση των ζητημάτων, αποσαφήνιση των εννοιών, υποχρέωση στήριξης σε επιχειρήματα (ει δυνατόν σε αποδείξεις), και στην πραγματικότητα (στα πραγματικά δεδομένα), αποφυγή λογικών σφαλμάτων.  Η φιλοσοφία επιδιώκει κατ’ αρχήν την καθολικότητα της γνώσης και της αλήθειας, με αντικειμενική ή διυποκειμενική εγκυρότητα και ισχύ∙ στόχος και ιδεώδες της, ρυθμιστικό και κανονιστικό (εννοείται άφθαστο, αλλά ισχυρό), είναι ένα συνεκτικό σύστημα σύνολης της γνώσης (εννοείται: κατά προσέγγιση, όχι αλάνθαστο ή τέλειο πραγματικά, αλλά ιδεατά τελειοποιούμενο), ενώ δεν συμβαίνει αυτό με τη λογοτεχνία∙ της αρκεί συχνά το υποκειμενικά αληθινό, η «δόξα». Η λογοτεχνία παρουσιάζει και εξεικονίζει, από τη φύση της, επιμέρους περιπτώσεις και το συγκεκριμένο σε απέραντη ποικιλία, ενώ η φιλοσοφία αναζητεί το γενικό και το καθόλου.

Μια σημαντική διαφορά λογοτεχνίας και φιλοσοφίας προκύπτει από το ακόλουθο σημείο: λέγοντας εδώ «φιλοσοφία» αναφέρομαι συγχρόνως και στην επιστήμη, δίχως όμως να τις ταυτίζω. Η φιλοσοφία εργάζεται συναγωνιστικά με τις επιστήμες, όχι ανταγωνιστικά. Είναι αδιανόητη «σύγκρουσή» τους, αλλά υπάρχουν πράγματι διαφορές τρόπου λειτουργίας, προσέγγισης, σκοπιάς κοκ. Η φιλοσοφία και οι επιστήμες αποτελούν ένα συλλογικό εγχείρημα: ένα έργο «εν προόδω», ατελεύτητο, συνεχώς συμπληρούμενο, αναθεωρούμενο, βελτιωνόμενο, στο οποίο εργάζονται και συνεργάζονται οι φιλόσοφοι. Ενώ η λογοτεχνία είναι από τη φύση της εργασία ατομική, μοναχική.

Μια από τις κυριότερες διαφορές λογοτεχνίας και φιλοσοφίας αναφέρεται στη γλώσσα. Η φιλοσοφία απαιτεί τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια, και γι’ αυτό απορρίπτει κατ’ αρχήν (αλλά μόνο κατ’ αρχήν!) τη μεταφορά, την αμφισημία και την πολυσημία, οι οποίες αντιθέτως αποτελούν συστατικό και αναπόσπαστο στοιχείο της λογοτεχνικής γλώσσας. Εάν τα συνοψίσομε όλα τούτα, μπορούμε να πούμε: η φιλοσοφία επιζητεί τη μέγιστη δυνατή αφαίρεση, γενίκευση, εξύψωση σε ένα ανώτερο επίπεδο καθολικών αρχών. Το ιδεώδες της είναι η πληρότητα και η ενότητα, η συστηματική συνάφεια, εντέλει το συνεκτικό και ολοκληρωμένο σύστημα της γνώσης, ενώ δεν ισχύει αυτό για τη λογοτεχνία.

 

Β΄ Παρ’ όλες τις διαφορές τους, όμως, έχουν ένα κύριο κοινό σημείο: η λογοτεχνία δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την αξιόλογη αισθητικά μορφή και την καλλιτεχνία, η οποία πάντως συνιστά αναγκαίο συστατικό στοιχείο του λογοτεχνικού έργου, αλλά διακρίνεται ενδεχομένως και από το αξιόλογο γνωστικά ή φιλοσοφικά περιεχόμενο: τη διατύπωση σκέψεων, νοημάτων, ιδεών, ερωτημάτων, δηλ. την αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας.

Εδώ χρειάζονται ορισμένες διευκρινίσεις. Όταν μιλούμε για το φιλοσοφικό περιεχόμενο της λογοτεχνίας, δεν αναφέρομαι βέβαια σε ολόκληρη τη λογοτεχνία, αλλά στους πιο αξιόλογους και σημαντικούς συγγραφείς. Ακριβέστερα, θα μπορούσαμε να διακρίνομε ανάμεσα στη σημαντική ή αξιόλογη ή άξια ή απλώς: καλή λογοτεχνία,  και στην άλλη, τη μη σημαντική. Η πρώτη χαρακτηρίζεται από δύο στοιχεία: α) την έντεχνη ή άξια αισθητικά μορφή, την καλλιτεχνία και β) το σημαντικό και αξιόλογο γνωστικά περιεχόμενο. Και αυτά τα δύο στοιχεία συνιστούν, νομίζω, το κριτήριο (τη λυδία λίθο) της καλής λογοτεχνίας.  Ο Φώτος Πολίτης προβαίνει στην καίρια διάκριση μεταξύ της «επεισοδιακής λογοτεχνίας» και εκείνης που εκφράζει μια «συνολική σύλληψη ζωής».[2] Η πρώτη ασχολείται με το τυχαίο και το επεισοδιακό, με ασήμαντα περιστατικά της ζωής (π.χ., μεγάλο μέρος της σύγχρονης πεζογραφίας). Η δεύτερη εκφράζει όχι απαραίτητα μιαν ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία και βιοθεωρία, αλλά πάντως στοιχεία της και βήματα  πνευματικών αναζητήσεων. Παραδείγματα του πρώτου είδους: η «κλασική» λογοτεχνία (ο λεγόμενος «δυτικός κανόνας»): αρχαίο δράμα, Δάντης, Σαίξπηρ, Ντοστογιέφσκι, Τ. Μαν, αλλά και αμέτρητοι άλλοι (και κοντινοί μας, λ.χ. Σεφέρης), και είναι δουλειά μας να τους ανακαλύπτομε. Τέλος, λέγοντας εδώ «φιλοσοφική σκέψη», δεν εννοώ την φιλοσοφία με τη στενή ή τυπική σημασία (ας πούμε σχηματικά: «ακαδημαϊκή»), αλλά  τον ευρύτερο φιλοσοφικό στοχασμό που εκφράζεται, π.χ., στο δοκίμιο. στις επιστήμες,  στις τέχνες και στη λογοτεχνία.

Ας σημειωθεί ότι διίστανται απόψεις για το εάν η λογοτεχνία εκφράζει (ειδικότερα μάλιστα: αν είναι σε θέση και αν πρέπει να εκφράζει) φιλοσοφικό προβληματισμό και στοχασμό ή όχι. Σε πολλές σημαίνουσες περιπτώσεις η πραγματική θέση του συγγραφέα για το θέμα μας καλύπτεται πίσω από εκ πρώτης όψεως αντίθετες ρητές δηλώσεις. Ο Σεφέρης εκφράζει συχνά σκεπτικισμό και επιφυλακτικότητα για την «θεωρία» και για την αναζήτηση της «κοσμοθεωρίας» στην λογοτεχνία, είναι όμως βέβαιο ότι στο έργο του θίγονται κεντρικά φιλοσοφικά ερωτήματα (π.χ., η σημαντική αναφορά, στις σημειώσεις του για την «Κίχλη», στις απόψεις του σπουδαίου κομφουκιανού φιλοσόφου Μενγκ Τσου (λατιν. Mencius) για το θέμα της σχέσης ψυχής και σώματος,[3] καθώς και τα πυκνά, βαθυστόχαστα αλλά ακόμα υποτιμημένα, θαρρώ, «Τρία κρυφά ποιήματα»).

Μια θαυμαστή παρουσίαση της λειτουργίας και της δύναμης της λογοτεχνίας (ειδικά, του δράματος) μας χάρισε ο Σίλλερ: «Όταν δεν θα διδάσκεται πια καμιά ηθική, δεν θα βρίσκει πίστη καμιά θρησκεία, δεν θα υφίσταται κανείς νόμος, θα εξακολουθεί να μας προξενεί ρίγος  η Μήδεια σαν θα κατεβαίνει τρεκλίζοντας την κλίμακα του ανακτόρου και θα έχει πια τελεστεί η παιδοκτονία. Ιαματικός τρόμος θα καταλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, και μες στη σιγαλιά θα μακαρίζει καθένας την ήσυχη συνείδησή του, όταν η λαίδη Μάκβεθ, μια φριχτή υπνοβάτις, θα πλύνει τα χέρια της και θα αναζητά όλα τα αρώματα της Αραβίας για να βγάλει από πάνω της την δυσωδία του φόνου. Όσο είναι βέβαιο ότι η ορατή εξεικόνιση επενεργεί ισχυρότερα από το νεκρό γράμμα και την ψυχρή αφήγηση, άλλο τόσο είναι βέβαιο πως το θέατρο δρα βαθύτερα και διαρκέστερα από την ηθική και τους νόμους». [4]

Εξ άλλου, όταν αναφερόμαστε στον φιλοσοφικό περιεχόμενο της λογοτεχνίας, δεν λησμονούμε ότι αυτό είναι δυνατόν να εκφράζεται μονάχα με τον τρόπο και σε μια μορφή που προσιδιάζει στη λογοτεχνία, δηλ. όχι με μια πραγμάτευση μεθοδική, συστηματική, με επιχειρήματα, αλλά εμμέσως ή υπαινικτικά, μέσω εικόνων, αφηγήσεων, συμβόλων, και απαραίτητα: με μορφή έντεχνη, με καλλιτεχνία, στην ποίηση: με ρυθμό. Ένα κρίσιμο στοιχείο της λογοτεχνίας (της τέχνης γενικά) συνέλαβε ο Καντ: τη δύναμή της να καθιστά τον άνθρωπο ικανό να συλλαμβάνει και να αισθάνεται πολύ περισσότερα από όσα θα μπορούσε να εκφράσει λογικά η γλώσσα: «με τον όρο αισθητική ιδέα εννοώ την παράσταση εκείνη της φαντασίας, η οποία μας παρακινεί να στοχασθούμε πολύ, χωρίς όμως να μπορεί να της αντιστοιχεί οποιαδήποτε ορισμένη (συγκεκριμένη) σκέψη, δηλ. μια έννοια, και την οποία συνεπώς καμιά γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει εντελώς και να κάμει κατανοητή».[5] Παρόμοια συνέλαβε το σημείο αυτό ο Σίλλερ: «Ολόκληρο το σχήμα [του έργου τέχνης] ηρεμεί και ενοικεί στον ίδιο τον εαυτό του -μια εντελώς κλειστή δημιουργία- σαν να ήταν πέραν του χώρου, χωρίς να υποχωρεί, δίχως αντίσταση· δεν υπάρχει εδώ καμιά δύναμη που να αγωνίζεται εναντίον δυνάμεων, κανένα ρήγμα στο οποίο θα μπορούσε να εισχωρήσει η χρονικότητα. Συγκινημένοι και γοητευμένοι ακαταμάχητα από την ομορφιά της τέχνης, όντας όμως και σε απόσταση λόγω της αξιοπρέπειάς της, ευρισκόμαστε συνάμα στην κατάσταση της υπέρτατης γαλήνης και της ύψιστης ταραχής, και δημιουργείται η θαυμαστή εκείνη συγκίνηση για την οποία η διάνοια δεν έχει καμιάν έννοια και η γλώσσα κανένα όνομα» (Σίλλερ).[6]

Θα διατυπώσω μια εικασία (η οποία χρειάζεται βέβαια ευρύτερη διερεύνηση και τεκμηρίωση): σε αρκετές περιπτώσεις, οι Νεοέλληνες λογοτέχνες συνέλαβαν και εξέφρασαν φιλοσοφικό στοχασμό και την «ιστορία των συνειδήσεων» της εποχής τους (κατά τον εύστοχο όρο του Κ. Θ. Δημαρά) ακριβέστερα, πληρέστερα και εντέλει αυθεντικότερα από τους συγχρόνους τους ακαδημαϊκούς φιλοσόφους. Συναφώς, ένα κεντρικό και κρίσιμο ερώτημα είναι: Για την αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας, μήπως κατορθώνει περισσότερα η λογοτεχνία ακόμα και από τη φιλοσοφία; Όσο και αν ακούγεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο ή και  σκανδαλώδες, αυτή φαίνεται να είναι η άποψη μειζόνων συγγραφέων και στοχαστών. Ας ακούσομε τι λέει ο Γκόττφρηντ Μπεν (Gottfried Benn) για τον Μπαλζάκ: «Οι ξεχωριστές προτάσεις της πεζογραφίας του λάμπουν από μόνες τους: ‘Μια λέξη ζυγίζει περισσότερο από μια νίκη’∙ ‘η δόξα δεν έχει λευκά φτερά’∙ ‘υφίστανται υπάρξεις στις οποίες δεν παρεμβαίνει η τύχη’∙ ‘όποιος λέει ποίηση, εννοεί πόνο’ – προτάσεις εξαιρετικής εμπειρίας, και πίσω από όλα τούτα συμπεράσματα που οδηγούνε μακριά, θέλω να πω: η Τέχνη είναι περιεκτικότερη  και πιο επινοητική από τη ζωή και έχει εκπληκτικότερες μεθόδους από τη φύση. Κανένας ανθρώπινος βίος  δεν δείχνει τόσες καμπές, δεν αναπτύσσει τόσες σχέσεις, δεν οδηγείται ο ίδιος αλλά και το περιβάλλον του σε τόσο εκπληκτικά βάθη όσο τετρακόσιες σελίδες αυτού του ανεξάντλητου έργου!».[7]

 

116793848_4882765378416052_4132678583959211738_o
Κ. Κουτσουρέλης, Στ. Βιρβιδάκης, Κ. Ανδρουλιδάκης (Θέατρο Κυδωνία Χανίων, 31.7.2020)

 

Τι είναι η λογοτεχνία, ποιος ο σκοπός και η λειτουργία της; Προφανώς, τεράστιο ζήτημα!  Ας θυμηθούμε ορισμένες κλασικές θέσεις: Αριστοτέλης: Η ποίηση είναι κάτι φιλοσοφικότερο και σπουδαιότερο από την ιστορία∙ κι αυτό διότι η ποίηση εκφράζει κυρίως τα γενικά (καθολικά) θέματα, ενώ η ιστορία τα ατομικά (τα επιμέρους («Διό και φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστίν· η μεν γαρ ποίησις μάλλον τα καθόλου, η δ’ ιστορία τα καθ’ έκαστον λέγει» (Ποιητική, 1451a). Οράτιος: «Οι ποιητές θέλουν ή να ωφελούν ή να ψυχαγωγούν» («aut prodesse volunt aut delectare poetae») (De arte poetica, 333). Καντ: η ποίηση καθιστά τον αναγνώστη ικανό να συλλάβει με το πνεύμα του πολύ περισσότερα από όσα μπορεί να διατυπώσει με σαφήνεια και ακρίβεια (ο.π.)

Αντιθέτως, σκοπός και έργο της λογοτεχνίας δεν είναι κατ’ αρχήν η θεωρία και η γνώση. Ποιος είναι αυτός ο σκοπός και το έργο, αυτό αποτελεί το ερώτημα μιας «γιγαντομαχίας περί της ουσίας», και δεν ελπίζω να το λύσω απόψε. Αλλά ίσως φανεί χρήσιμο να θυμηθούμε μερικές από τις περιφημότερες ή καλύτερες απόπειρες απαντήσεων: «Μα τι χρειάζονται εδώ οι ορισμοί!» είπε ο Γκαίτε. «Το ζωντανό αίσθημα των καταστάσεων και η ικανότητα να το εκφράσεις, δημιουργούν τον ποιητή».[8] Ο Σίλλερ: «Η ποίηση δεν σημαίνει παρά ότι δίδομε στην ανθρώπινη φύση την πληρέστερη δυνατή της έκφραση».[9] Ο Χέγκελ: «Η τέχνη δεν είναι παρά ένας άλλος τρόπος να συλλάβει και να εκφράσει [το πνεύμα] το Θείο, τα βαθύτερα ενδιαφέροντα του ανθρώπου, τις πληρέστερες αλήθειες του πνεύματος. Στα έργα τέχνης οι λαοί κατέθεσαν τις πλουσιότερες σε περιεχόμενο εσωτερικές εποπτείες και αντιλήψεις τους, και για την κατανόηση της σοφίας και της θρησκείας αποτελούν το κλειδί συχνά, σε ορισμένους δε λαούς αποκλειστικά, οι καλές τέχνες».[10]

 

Γ΄ Αλλά το κυριότερο κοινό συστατικό στοιχείο τους που οδηγεί στη σύγκλισή τους είναι ότι και οι δύο -λογοτεχνία και φιλοσοφία- είναι τέχνες του Λόγου. Αν μου επιτρεπόταν να το εκφράσω ρητορικά, θα έλεγα: η λογοτεχνία είναι τέχνη του λόγου, η φιλοσοφία είναι επιστήμη, θεωρία και τέχνη του Λόγου (του ορθού Λόγου, του σκέπτεσθαι, του νοείν). Πάλι, τεράστιο το θέμα, απλώς θα ήθελα να τονίσω τη συστατική σημασία της γλώσσας. Παρ’ όλες τις διαφορές τους, λογοτεχνία και φιλοσοφία εξαρτώνται από και στηρίζονται στη γλώσσα. Και η γλώσσα δεν είναι απλώς -όπως ίσως νομίζουν πολλοί ή θεωρείται γενικά- το όργανο ή εργαλείο ή μέσον με το οποίο εκφράζομε σκέψεις, αισθήματα κ.α. και επικοινωνούμε, αλλά απεναντίας είναι το όργανο ή το στοιχείο με το οποίο συνιστάται, συγκροτείται για πρώτη φορά η σκέψη, η οποία δεν υπήρχε προηγουμένως, δεν υφίσταται εάν δεν διατυπωθεί γλωσσικά (Wilhelm von Humboldt).[11] Από τούτα κατανοούμε αμέσως τη σημασία της έκφρασης, της μορφής, των αρετών του λόγου: της σαφήνειας, της ακρίβειας, της ακριβολογίας, της καθαρότητας των εννοιών και των νοημάτων.

Εδώ αξίζει, νομίζω, ειδική αναφορά το δοκίμιο, ένα είδος στο μεταίχμιο ή στα όρια (είδος «υβριδικό») μεταξύ κριτικής, φιλοσοφικού στοχασμού (με την ευρεία σημασία) και λογοτεχνίας. Στη νεοελληνική γραμματεία έχομε αρκετούς χαρακτηριστικούς και εξαιρετικούς εκπροσώπους και παραδείγματα, λ.χ. τις Δοκιμές του Σεφέρη (αλλά και άλλους: Ε. Π. Παπανούτσο, Κ. Θ. Δημαρά, Ά. Τερζάκη, Π. Πρεβελάκη, Σταύρο Ζουμπουλάκη κ.α.). Διαβάζοντας τις Δοκιμές του Σεφέρη, διαπιστώνομε έναν έξοχο συνδυασμό των απαιτήσεων της κριτικής (φιλοσοφικής) σκέψης και της λογοτεχνίας: στήριξη στην πραγματικότητα, τήρηση και σεβασμό της λογικής μεθόδου (επικαλείται και εφαρμόζει συχνά βασικούς κανόνες της λογικής, π.χ. τη Λογική του Port-Royal, αυτός ο μαιτρ της διαλεκτικής), με την αρμόζουσα γλώσσα και ύφος: με τη γνωστή σαφήνεια και ακριβολογία, και όλα τούτα με ένα πνεύμα ή σε ένα τόνο νηφάλιο, οικείο, διόλου διδακτικό, και πάνω απ’ όλα με τη χαρακτηριστικά σεφέρικη αρετή: τη φρόνηση. Ας ακούσομε αυτόν τον σοφό τεχνίτη του Λόγου: «δεν είμαι φιλόσοφος. Η δουλειά μου δεν είναι οι αφηρημένες ιδέες, αλλά ν’ ακούω τι μου λένε τα πράγματα του κόσμου, να κοιτάζω πώς συμπλέκονται με την ψυχή μου και με το σώμα μου, και να τα εκφράζω».[12]

ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Εισήγηση στην εκδήλωση της Εταιρείας Θεάτρου Μνήμη: «Ποίηση και φιλοσοφία: Εταίροι ή αντίπαλοι;» (Θέατρο Κυδωνία, Αίθριος Χώρος, Χανιά 31 Ιουλίου 2020, μαζί με τους Στέλιο Βιρβιδάκη, Κώστα Κουτσουρέλη και Διονύση Χρηστιά). Ευχαριστώ θερμά τον Μιχάλη Βιρβιδάκη και τον Κώστα Κουτσουρέλη για την πρόσκληση καθώς και όλους τους συμμετέχοντες για τη γόνιμη συζήτηση.

 

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

[1] Εισήγηση  στην εκδήλωση της Εταιρείας Θεάτρου ΜΝΗΜΗ στο Θέατρο «Κυδωνία»: «Ποίηση και φιλοσοφία: Εταίροι ή αντίπαλοι;» (Χανιά, 31 Ιουλίου 2020) (μαζί με τους Στέλιο Βιρβιδάκη, Κώστα Κουτσουρέλη και Διονύση Χρηστιά). Ευχαριστώ θερμά τον Μιχάλη Βιρβιδάκη και τον Κώστα Κουτσουρέλη για την πρόσκληση καθώς και όλους τους συμμετέχοντες για τη γόνιμη συζήτηση.

[2] Φώτος Πολίτης, Επιλογή κριτικών άρθρων, τ. Γ΄: Λογοτεχνικά, φιλολογική επιμέλεια Ν. Πολίτη, Ίκαρος, Αθήνα 1983, σ. 326-331.

[3] Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα,11η έκδ., 1977, σ. 335.

[4] Φ. Σίλλερ, «Το θέατρο ως ηθικός θεσμός» (1785/1802), στο: Φρήντριχ Σίλλερ, Επιλογή από το έργο του, εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση Κώστας Ανδρουλιδάκης, Στιγμή, Αθήνα 2015, σ. 33.

[5] Ιμμάνουελ Καντ, Κριτική της κριτικής δύναμης, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Κ. Ανδρουλιδάκης, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2002 (3η έκδ., εκδ. Σμίλη, 2013), § 49, σ. 249.

[6] Φ. Σίλλερ, Περί της αισθητικής παιδείας του ανθρώπου, μετάφραση, σημειώσεις, επιλεγόμενα, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2006, σ. 91 (επίσης: Φ. Σίλλερ, Επιλογή από το έργο του,  ο.π., υποσημ. 3, σ. 86)

[7] Gottfried Benn, «Franzosen», Essays und Reden, επιμέλεια B. Hillebrand, Fischer, Φραγκφούρτη   1989, σ. 327.

[8] J. W. Goethe, Συνομιλίες του Γκαίτε με τον Έκερμαν (Goethes Gespräche mit Eckermann), επιμ. F. Deibel, Insel, Λιψία, χ.χ. (1932), σ. 206. Σάββατο (11 Ιουνίου 1825) (μετάφραση Κ. Ανδρουλιδάκης, περ. Παλίμψηστον, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, τχ. 32, Φθινόπωρο 2015, σ. 69).

[9] Φ. Σίλλερ, Περί αφελούς και συναισθηματικής ποιήσεως, στο: Επιλογή από το έργο του, ο.π. (υποσ. 4), σ. 107.

[10] G. W. Hegel, Vorlesungen über die Ästhetik (Παραδόσεις περί της Αισθητικής),  Werke in zwanzig Bänden (Theorie-Werkausgabe), Suhrkamp, Φραγκφούρτη 1970, τ. 13, σ. 21.

[11] Wilhelm von Humboldt, Schriften zur Sprache, επιμ. Michael Böhler, Reclam, Στουτγάρδη 1995.

[12] Γ. Σεφέρης, «Μια σκηνοθεσία για την ‘Κίχλη’», Δοκιμές, Ίκαρος, Αθήνα, 5η έκδ. 1984, τ. Β΄, σ. 50.

 

Ποιητές και φιλόσοφοι, Εταίροι ή αντίπαλοι, 31.7.20