Ημέρα: 15.09.2019

Η (αινιγματική) στάση του Ε. Χ. Γονατά απέναντι στον Πάουλ Τσέλαν

 

(αἰνιγματικὴ) στάση τοῦ .Χ. Γονατᾶ ἀπέναντι στὸν Πάουλ Τσέλαν

Ἀντὶ ἀνεπίδοτης ἐπιστολῆς πρὸς τὸν .Χ. Γονατᾶ

του ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἄτυπη, ἐκπρόθεσμη ἐπιστολὴ ποὺ συντάσσεται ἐξ ἀνάγκης σὲ μορφὴ ἄρθρου, ἔδωσαν οἱ σποράδην παράλληλες ἀναφορὲς τοῦ Ἐ.Χ. Γονατᾶ στὸ ἔργο τῶν Yvan Goll (Ἰβὰν Γκόλλ, 1891-1950) καὶ Paul Celan (Πάουλ Τσέλαν, 1920-1970), αἰνιγματικὲς ἀπέναντι τὸ ἔργο καὶ τὴν προσωπικότητα τοῦ Τσέλαν, συγκεντρωμένες οἱ περισσότερες στὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 11 τεῦχος τοῦ περ. Ὀροπέδιο μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Β. Καμχῆ (Χειμώνας 2010-2011, 597 κ.ἑ.). Διαφωτιστικὴ ὡς πρὸς τὶς ἀπορίες ποὺ δημιουργεῖ ἡ στάση τοῦ Γονατᾶ ἀπέναντι στὴ «μοιραία» φιλία καὶ συνεργασία τῶν δύο ποιητῶν, εἶναι ἐπίσης ἡ ἐπιστολή του πρὸς τὴν Aimée Bleikasten (Αἰμὲ Μπλαϊκάστεν), στὶς 18.3. 2003, δημοσιευμένη στὸν Κατάλογο τῶν ἐκδόσεων Στιγμή 2007 (σ. 44-50). Ὑπ’ ὄψιν θὰ ληφθοῦν τέλος, πλὴν τῶν ἀναφορῶν τρίτων, τὸ Ἐπίμετρο τοῦ Γονατᾶ στὰ Ποιήματα τοῦ Γκόλλ,[1] τὰ Σημειώματα ποὺ συνοδεύουν τὸ μεταφραστικό του ἔργο καὶ οἱ ἐπιστολὲς ποὺ τοῦ ἔστειλε ὁ ποιητὴς Δ.Π. Παπαδίτσας.

Ὁ Γονατᾶς παίρνει, μᾶλλον συγκυριακά, μέρος στὴ «διαμάχη», ὅπως τὴν χαρακτηρίζει, ἀνάμεσα στοὺς δύο ποιητές, γνωστὴν πλέον ὡς «Ὑπόθεση-Γκὸλλ» (Goll-Affäre) ποὺ ἀπασχόλησε ἐπὶ δύο τουλάχιστον δεκαετίες (1950-1970) τοὺς γερμανικοὺς λογοτεχνικοὺς κύκλους καὶ ὁδήγησε, μὲ ἰσχυρὸ μερίδιο στὸ ζύγι τῶν εὐθυνῶν, τὸν Τσέλαν στὴν αὐτοχειρία. Ἤδη ἡ καθιερωμένη πλέον τιτλοφόρηση, «Ὑπόθεση-Γκόλλ», ἀποκαλύπτει τὸν μοναδικὸ ὑποκινητὴ καὶ χειριστὴ τοῦ «σκανδάλου» ποὺ μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἀγγίζει στὴν οὐσία τοὺς δύο ποιητές. Εἶναι ἡ θεωρητικὰ ὄχι μόνον διαβλητὴ ἀλλὰ καὶ κωμικὴ ἐπιτίμηση τῆς Claire Goll (1890-1977), χήρας τοῦ ποιητῆ, πρὸς τὸν Τσέλαν ὡς λογοκλόπο καὶ σφετεριστὴ τοῦ ἔργου τοῦ συζύγου της. Σήμερα, ὑπό τὰ ὄμματα τῆς συγκριτολογίας, ἀνάλογοι ἰσχυρισμοὶ θὰ φάνταζαν ἐξωφρενικοί. Ἀπὸ τὸν Χάρολντ Μπλοὺμ ὣς τὸν Ἔριχ Ἄουερμπαχ, τὸν Ρολὰν Μπὰρτ καὶ τὴν Τζούλια Κρίστεβα τὸ ζήτημα ἔχει εὐφυῶς μετατεθεῖ στοὺς δημιουργικοὺς ὅρους κατασκευῆς τοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου. Ἕνας λόγος παραπάνω νὰ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς στὴν πιὸ ὥριμη στιγμή του ὁ «ποιητὴς» Γονατᾶς ἀνακινεῖ, ἢ θεωρεῖ ἀκόμη ἀνοικτό, ἕνα τεχνητὸ σκάνδαλο ποὺ ἔπληξε καὶ ὁδήγησε νωρὶς στὴ σιωπὴ τὸν σπουδαιότερο ὁμότεχνό του στὴ μεταπολεμικὴ Εὐρώπη.

Ἡ ἱστορία τοῦ σκανδάλου εἶναι γνωστή (βλ. ἐκτενεῖς ἀναφορὲς τοῦ γράφοντος στὸ ἀφιερωματικὸ 10ο τεῦχος, Ἄνοιξη 2011, τοῦ περ. Ὀροπέδιο: Τοῦ Κανενὸς ἡ λέξη. Ἡ ἀμετάθετη μαρτυρία τοῦ Paul Celan). Ἐδῶ πρέπει μόνο νὰ ἀναφερθεῖ, καὶ ὡς ἀπάντηση στὸν παραπλανητικὸ γιὰ τὸν ἀναγνώστη χαρακτηρισμό, ὅτι ἡ «διαμάχη» οὐδόλως ἀφορᾶ τοὺς δύο ποιητές, ἀφοῦ ὑποκινήθηκε μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Γκόλλ,[2] ἐνῶ ὁ Τσέλαν, πρᾶγμα ποὺ συνδέεται μὲ τὴν γενικότερη στάση του ὡς «ἑβραίου ἐπιζήσαντος ποιητῆ», δὲν ἀπάντησε εὐθέως στὴν χήρα Γκόλλ, δὲν τὴν ἐμήνυσε, ὅπως τὸν συμβούλευαν νομικοὶ κύκλοι, οὔτε ὑπέγραψε τὴν ἐπίσημη ἀπάντηση («Entgegnung») ποὺ συνέταξαν φίλοι του, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἡ Ἴνγκεμποργκ Μπάχμανν. Μετὰ τὸ 1970 οἱ δύο φίλοι, συνδεδεμένοι στὰ κρίσιμα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ καθενὸς μὲ αἰσθήματα βαθειᾶς ἀλληλοεκτίμησης, ἀναπαύονται ἥσυχοι πέραν πάσης ὀδύνης ἀφήνοντας στὸ ἑξῆς τὸ ἔργο τους νὰ πορεύεται νηφάλια τὸν δρόμο του στὴ δικαιοσύνη τοῦ χρόνου. Ἡ ὑπόθεση ἀφορᾶ ἀποκλειστικῶς ἐκείνη τὴ φωνὴ  ποὺ ἔμεινε, πίσω καὶ ἐρήμην τους, μὲ κίνητρα κατὰ βάση ἰδιοτελῆ, νὰ βυσσοδομεῖ ζημιώνοντας στὸ τέλος τὸ ὄνομα ὄχι τοῦ Τσέλαν ἀλλὰ τοῦ προστατευομένου της. Τὰ ἄκαιρα, ἀμήχανα σχόλια καὶ κυρίως τὰ συμπεράσματα τοῦ ἀνυποψίαστου (ἢ καὶ προκατειλημμένου), ὅπως θὰ δοῦμε, Γονατᾶ ἀνακινοῦν μία ὑπόθεση, τῆς ὁποίας ἡ ἐτυμηγορία ἔπρεπε καὶ γι’ αὐτὸν νὰ ἔχει δοθεῖ ὁριστικά.

Σκέψη ἁπλοϊκή. Ἂν ὁ Γονατᾶς γνώριζε ὄχι γαλλικὰ ἀλλὰ γερμανικά, ἡ πλάστιγγα θὰ εἶχε γείρει πρὸς τὴν ἄλλη πλευρά. Ἡ ὑπόθεση δὲν τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν εὐθύνη. Γνωρίζει καλὰ ὅτι ἡ ποίηση ζεῖ καὶ στὴ μετάφρασή της. Ὁ Τσέλαν δὲν ἦταν τελείως ἄγνωστος στὴν Ἑλλάδα. Τὸν ἔχει δεξιωθεῖ πρῶτος ὁ Ντίνος Χριστιανόπουλος στὴν Διαγώνιο τὸ 1959.[3] Τὸν νεκρολόγησε, ταυτόχρονα σχεδὸν μὲ τὴν ὑπόλοιπη Εὐρώπη, τὸ 1970, ὁ Τάκης Σινόπουλος,[4] καὶ μέχρι τὸ 2003 ἔχουν κυκλοφορήσει στὰ ἑλληνικὰ τὰ ἔργα Αὐτὸς ὁ κόσμος ὁ δυσανάγνωστος…, μὲ 17 ποιήματα ἀπὸ τὸ Mohn und Gedächtnis (Μήκων καὶ μνήμη, μτφρ. Ἰ. Ἀβραμίδου, Ροδαμός, 1992), Τοῦ Κανενὸς τὸ ρόδο (μτφρ. Χ.Γ. Λάζος, Ἄγρα, 1995), Ἀπὸ κατώφλι σὲ κατώφλι (μτφρ. Στ.Γ. Νικολούδη, Δελφίνι, 1997), ἐνῶ στὸ περ. Ποίηση φιλοξενοῦνται ὀκτὼ ποιήματα τοῦ Τσέλαν ἀπὸ τὴ συλλογὴ Mohn und Gedächtnis (Ἀφιόνι καὶ μνήμη, τχ. 17, 2001)˙ καὶ ἀκόμη, ἀνθολογία 22 ποιημάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ Στρέτο (Engführung), τὸ ἐκτενέστερο καὶ ἴσως πιὸ ἀντιπροσωπευτικὸ τοῦ ποιητῆ (τχ. 22, 2003), ποὺ τὸ βρίσκουμε μαζὶ μὲ τὸ «Todesfuge» («Φούγκα θανάτου») καὶ στὴν ἔκδοση «Σύγχρονη γερμανόφωνη ποίηση» (μτφρ.-σχόλια Ἀντώνης Τριφύλλης, Πλέθρον 1983, 67-80, 88-92).[5] Ἡ ποίησή του, ἂν καὶ ὄχι στὸν βαθμὸ ποὺ τῆς ταίριαζε, ἦταν ἤδη γνωστὴ -τὴν δεκαετία τοῦ ’60- στὴν Γαλλία.[6] Ἰδίως τὸ μεῖζον, στὴν τραυματισμένη Εὐρώπη, ποίημα «Φούγκα θανάτου» γνωρίζει ἀπανωτές, καὶ στὴν Ἑλλάδα, μεταφράσεις, ἀρχῆς γενομένης τὸ 1971. Γιὰ τὴν ἱστορία, ἀξίζει νὰ εἰπωθεῖ ὅτι οἱ δύο «ἀντίδικοι» ποιητὲς γνώρισαν τὴν ἑλληνικὴ ποίηση στὸ πρόσωπο τοῦ Καβάφη. Ὁ Τσέλαν μέσω τῆς Μ. Γιουρσενάρ προθυμοποιήθηκε νὰ μεταφράσει τὰ ποιήματα ποὺ περιλαμβάνονται στὸ γνωστὸ δοκίμιό της γιὰ τὸν ἀλεξανδρινό.[7] Ὁ Γκὸλλ συμπεριέλαβε δύο ποιήματα τοῦ ἀλεξανδρινοῦ («Ἰωνικὸν» καὶ «Ἰθάκη») στὴν ποιητικὴ ἀνθολογία ποὺ ἐξέδωσε μὲ ἐκπροσώπους ἀπὸ τὶς πέντε ἠπείρους.[8]

Ὁ Γονατᾶς διηγεῖται τὸ ἱστορικὸ τῆς γνωριμίας του μὲ τὸ ἔργο τοῦ ζεύγους Γκόλ, καὶ ἐξ ἀποστάσεως μὲ τὸν Τσέλαν:

«Ἡ πρώτη γνωριμία μου μὲ τὴν ποίηση τοῦ Ἰβὰν Γκὸλ ἔγινε μέσω τοῦ βιβλίου Ἰβὰν Γκὸλ τῆς σειρᾶς Ποιηταὶ τῆς σήμερον, τῶν ἐκδόσεων Πέτρου Σεγκὲρς [Pierre Seghers] τὸ 1956 ἢ 1957, ἐντελῶς τυχαῖα˙ ὁ ποιητὴς μοῦ ἦταν ἄγνωστος καὶ κανεὶς δὲν μοῦ τὸ<ν> εἶχε ὑποδείξει, ἀλλὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη παρακολουθοῦσα ὅλα σχεδὸν τὰ βιβλία τῆς παραπάνω σειρᾶς, ἅμα τῇ ἐκδόσει των.

celan-paul-enΔιαβάζοντας τὰ ποιήματα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ πρόσεξα ὅτι μερικὰ εἶχαν κάποια συγγένεια μὲ τὴν ποίηση τοῦ φίλου μου, ποιητῆ Δ.Π. Παπαδίτσα˙ ἦταν πιὸ κοντὰ στὴ δική του ποίηση, στὸ δικό του κλίμα παρὰ στὸ δικό μου, καὶ μετέφρασα δυὸ-τρία γιὰ νὰ πάρει μιὰν ἰδέα. Ὁ Παπαδίτσας ἤξερε γερμανικὰ ἀλλὰ ὄχι γαλλικά. Πράγματι, ἐνθουσιάστηκε. Ἔτσι, ξαφνικά, πήραμε τὴν ἀπόφαση νὰ περιλάβουμε μερικὰ ποιήματα τοῦ Γκὸλλ στὸ πρῶτο τεῦχος τῆς ἐπιθεωρήσεως Πρώτη Ὕλη / Ποιητικὰ κείμενα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἐκδώσουμε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ τῆς ὁποίας ἑτοιμάζαμε τὰ περιεχόμενα. Δουλέψαμε μὲ ἐνθουσιασμό, ποὺ τὸν ὑποδαύλιζε συνεχῶς τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἡ ὑποστήριξη τῆς Κλαὶρ Γκόλ, στὴν ὁποία εἶχα γράψει ζητώντας τὴν ἄδεια δημοσιεύσεως τῶν μεταφράσεων καὶ τὴν παροχὴ πληροφοριῶν, διευκρινίσεων κτλ., καὶ μὲ τὴν ὁποία εἴχαμε ἀλληλογραφία. Ἐγὼ ἀνέλαβα τὴ μετάφραση γαλλικῶν ποιημάτων καὶ ὁ Παπαδίτσας ἀσχολήθηκε μὲ τὴ μετάφραση γερμανικῶν ποιημάτων ἀπὸ τὸ Traumkraut [Ὀνειροχλόη]. Μία πρώτη σειρὰ μεταφράσεων δημοσιεύτηκε στὸ πρῶτο τεῦχος τῆς Πρώτης Ὕλης τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1959 καὶ περιελάμβανε ἐν ὅλῳ δεκαεννέα ποιήματα ἀπὸ τὶς συλλογὲς Μαλαισιακὰ τραγούδια,[9] Δέκα χιλιάδες αὐγές, Μαγικοὶ κύκλοι καὶ Ὀνειροχλόη.[10] Στὸ ἴδιο τεῦχος περιελήφθη καὶ μία σειρὰ ποιημάτων τῆς Κλαὶρ Γκόλ, ἀπὸ τὴ συλλογή της Πετρωμένα δάκρυα, σὲ δική μου μετάφραση […]».[11]

Ἀκολούθως, ὁ Γονατᾶς περιγράφει τὴν προσωπική του γνωριμία μὲ τὴν Κλαὶρ Γκὸλλ στὸ Παρίσι, «γυναίκα ποὺ γνώριζε νὰ ἐνθουσιάζει καὶ νὰ παρασύρει» (ὅ.π., 48). Στὴν πρώτη του κιόλας, ἀπὸ τὶς δημοσιευμένες, ἐπιστολὴ μὲ ἡμερομηνία 20 Ἰανουαρίου 1960, ὁ Δ.Π. Παπαδίτσας τοῦ γράφει: «Πῆρα πολλὴ χαρὰ μὲ τὴν κάρτα τῆς Claire. Πραγματικὰ φαίνεται ὅτι μᾶς ἀγαπάει πολύ. Ἀλλὰ κι ἐμεῖς λιγότερο; Θυμήσου τὰ ξενύχτια». Καὶ δύο χρόνια ἀργότερα, ὅταν ὁ Γονατᾶς βρίσκεται στὸ Παρίσι: «Τὴν Claire Goll τὴν εἶδες; Ἂν τὴ βλέπεις νὰ τῆς φιλήσεις ἐκ μέρους μου τὸ χέρι. Σήμερα διάβασα πάλι τὰ ποιήματά τους».[12] Διαβάζουμε στὴν ἀλληλογραφία της μὲ τὸν Ἰβὰν ὅτι προπολεμικὰ ἡ Κλαὶρ ντυνόταν μὲ ροῦχα ἀπὸ τὸν οἶκο μόδας Poiret. Τὸ ζεῦγος συναναστρεφόταν, μεταξὺ ἄλλων, τὸν Ἀντρὲ Μαλρώ, τὸν Ζὰν Κοκτώ, τὸν Μισὲλ Λεϊρί (Michel Leiris) τὸν Τζαίημς Τζόυς, Γερμανοὺς ἐκδότες, τοὺς πρωτοπόρους ζωγράφους Ὄσκαρ Κοκόσκα, Ρομπὲρ Ντελωναί, Πάμπλο Πικάσσο, Φερνὰν Λεζέρ, Μὰρκ Σαγκάλ. Μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ζεύγους ἀπὸ τὴν Ἀμερική, τὸ 1947, τὸ Παρίσι θὰ τοὺς ἀντικρύσει σὰν χλομὰ φαντάσματα τοῦ παρελθόντος.[13] Περιφέρονται φτωχοὶ σὲ ἀναζήτηση στέγης, ἀκόμη καὶ τροφῆς. Ὁ Ἰβὰν πεθαίνει ἀπὸ καλπάζουσα λευχαιμία καὶ ἡ Κλαὶρ ἀρχίζει νὰ μνησικακεῖ κατὰ πάντων. Περίοδος 1960-1962. Ἡ πολεμικὴ ἀρθρογραφία της ἐναντίον τοῦ Τσέλαν βρίσκεται στὸ ἀποκορύφωμα, ὡστόσο, διατείνεται ὁ Γονατᾶς «ἡ μεγάλη της διαμάχη μὲ τὸν Τσέλαν εἶχε ἤδη ἀρχίσει, ἀλλά, ἀρκετὰ περιέργως, δὲν μοῦ εἶχε μιλήσει περί αὐτῆς ποτέ. Ὅ,τι μοῦ εἶχε διηγηθεῖ γιὰ τὸν Τσέλαν εἶναι λίγο πολὺ ὅ,τι εἶχε γράψει  γι’ αὐτὸν στὴν Αὐτοβιογραφία της».[14] Κάτω ἀπὸ τὸ ἄστρο της ὁ Ἕλληνας πανδοχεὺς τοῦ Γκὸλλ[15] ἀποφασίζει νὰ διευρύνει τὴν ὑποδοχὴ ἐπιλέγοντας πρὸς μετάφραση, ἀπὸ τὰ γαλλικὰ πάντοτε, ποιήματα τοῦ Γκόλλ. Τὰ Μαλαισιακὰ τραγούδια (1934) «ἀγαπήθηκαν ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ καὶ ἔκαναν… τέσσερεις ἐκδόσεις» (ὅ.π., 46). «Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ δημιουργικὲς ἀποδόσεις ξένων ποιημάτων στὴ γλώσσα μας», κρίνει ὁ Τ. Κόρφης.[16]  Ἐνασχόληση ἀποκλειστικῆς συνεχοῦς ἐργασίας πέντε σχεδὸν ἐτῶν. Καρπὸς ἡ σχολιασμένη ἀπὸ τὸν ἴδιο ἔκδοση Ἰβὰν Γκόλ Ποιήματα (1920-1950) ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Στιγμή (2003), μὲ τὴ σταθερὴ συνδρομὴ τῆς χήρας Γκόλλ, ἀφοῦ «δὲν κυκλοφοροῦσαν πλέον βιβλία τοῦ Γκὸλ στὴ Γαλλία».[17] Εἶναι ἡ πλέον ἐκτεταμένη μετάφραση ποὺ ἀνέλαβε ποτὲ ὁ Γονατᾶς ἐνθαρρυμένος κυρίως ἀπὸ τὴν ἐπιτυχία τῶν Μαλαισιακῶν τραγουδιῶν (Κείμενα, 1979, Στιγμή, 1988). Τὴν ἐπιλογὴ τοῦ Γονατᾶ, τὸ «αἱρετικὸ» μεταφραστικό του πρόγραμμα <ποὺ> περιλαμβάνει ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο συνοδοιπόρους, συνοδίτες»,[18] ἀποτιμοῦν κυρίως ἡ Φρ. Ἀμπατζοπούλου καὶ ὁ Β. Ἰβάνοβιτς: «Ὁ Γονατᾶς θέλησε ἔτσι νὰ ἀποδώσει δικαιοσύνη στὸν Γαλλο-γερμανὸ ποιητή, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου εἶχε περιέλθει σὲ λήθη μετὰ τὸ θάνατό του».[19] Ἀλλὰ τί σημαίνει «συνοδίτες»; Πρόκειται γιὰ τὴν ἰδιότυπη, κοινὴ στάση καὶ τῶν δύο ἀπέναντι στὸν ὑπερρεαλισμό, τοῦ ὁποίου ἀπέρριψαν τὴν συνειρμική, αὐτόνομη γραφὴ κρατώντας τὸ φανταστικό, ὀνειρικὸ στοιχεῖο.[20] «Ὁ ὑπερρεαλισμὸς μὲ ὄργωσε καὶ ἄφησε πάνω μου τὸ ἁλάτι του», ἔγραψε ὁ Γκὸλλ στὸν συγγραφέα A. Döblin (Ντεμπλίν). Ἂν καὶ δημοσίευσε μανιφέστο τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ λίγο πρὶν ἀπὸ αὐτὸ τοῦ Μπρετόν (1924), διαχώρισε τὴ θέση του ἀπὸ τὴν «ὀρθοδοξία» τοῦ κινήματος.[21] Στὸ Ἐπίμετρο τῶν Ποιημάτων, τὸ σημαντικότερο βιογραφικὸ δοκίμιο γιὰ τὸν Γκὸλλ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ὁ Γονατᾶς παραθέτει ἀναλυτικὰ στοιχεῖα αὐτῆς τῆς σχέσης, δίνοντας ἐμμέσως καὶ τὸ στίγμα τῆς δικῆς του ἰδιότυπης σχέσης μὲ τὸν ὑπερρεαλισμὸ παράλληλα μὲ τὴν ὁμολογία τῆς ἐκλεκτικῆς συγγένειας μὲ τὸν Γκόλλ. Τὴν ἀγάπη του φανερώνει καὶ ἡ ὀγκώδης ἀνθολογία 160 ποιημάτων, ποὺ ὡστόσο, δὲν γνώρισε ἀνάλογη μὲ τὰ Μαλαισιακὰ τραγούδια ὑποδοχή, ὅπως λησμονήθηκε μᾶλλον γρήγορα τὸ Ὀνειροχλόη ποὺ μετέφρασε ὁ Παπαδίτσας. Τὸ ἄστρο τοῦ Γκὸλλ δύει, πρὶν καλὰ-καλὰ ἀνατείλει. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Γονατᾶς προχωρεῖ στὸ αἰνιγματικὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Τσέλαν εἶναι αὐτὸς ποὺ «τὸν ἐξοστράκισε ἀπὸ τὸ λογοτεχνικὸ στερέωμα». Τὸ ἐπαναλαμβάνει: «Τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ φιλονικία ἔβλαψε ἀφάνταστα τὸν Ἰβὰν Γκόλ, σὲ σημεῖο νὰ τὸν ἐξαφανίσει ὁλότελα ἀπὸ τὸν λογοτεχνικὸ χάρτη τῆς Εὐρώπης».[22] Ἡ κρίση δὲν πρέπει νὰ εἶναι τοῦ Γονατᾶ, ἀλλὰ τῆς κυρίας Γκὸλλ ποὺ ἔχει ἐπανειλημμένως ψέξει τὸν σύζυγό της γιὰ ἀδυναμία διαχείρισης τοῦ ἔργου του. Στὴν ἐπιθανάτια κλίνη του ὁ Γκὸλλ ἔχει χρίσει τὸν Τσέλαν πνευματικὸ παιδὶ καὶ κληρονόμο του, καὶ ὁρκίσει τὴν Κλαὶρ πὼς θὰ ζήσει γιὰ νὰ διασώσει τὸ ἔργο του. Ὁ Γονατᾶς, ὡς ξεχωριστὸς ποιητὴς καὶ λόγιος, γνωρίζει ἀσφαλῶς ὅτι ἡ ἐμβέλεια, ἀντοχὴ κ.λπ. ἑνὸς ἔργου δὲν καθορίζονται μὲ κληροδοτήματα, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἀπὸ τὶς λογοτεχνικὲς ἔριδες καὶ συντεχνίες. Τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν παραγκωνισμένη εἶναι καὶ ἡ σημαντικὴ Ἑβραία ποιήτρια Nelly Sachs (Νέλλυ Ζάκς, 1891-1970), μὲ ἰσχνὴ παρουσία στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, κάτοχος τοῦ βραβείου Νομπὲλ γιὰ τὴν λογοτεχνία (1966),[23] ὅπως, γιὰ ἕνα διάστημα, καὶ ὁ πολὺς Γκόττφρηντ Μπένν, ὁ ὁποῖος, ὡστόσο, ἔχει γονιμοποιήσει τὴν ποίηση τῶν νεωτέρων. Τὸν διαβάζουμε στοὺς δύο σπουδαιότερους σύγχρονους Γερμανοὺς ποιητές, Durs Grünbein (Ντοὺρς Γκρύνμπάιν) καὶ Gerhard Falkner (Γκέρχαρντ Φάλκνερ). Ὁ Γκὸλλ ὅμως, χωρὶς νὰ ἀφήσει ἀπογόνους, παραμερίστηκε (τὴν ἐπαύριο τοῦ θανάτου του) ἀπὸ τὶς νέες αἰσθητικὲς ἀναζητήσεις τῆς μεταπολεμικῆς Εὐρώπης, ἐν μέρει καὶ ἀπὸ τοὺς ἀδέξιους χειρισμοὺς τῆς συζύγου του, ἡ ὁποία ἐπιχείρησε, χωρὶς νὰ διαθέτει τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια, νὰ μεταφράσει καὶ διαδώσει τὸ ἔργο του. Ἀδυνατώντας νὰ παραδεχθεῖ τὴν καθολική, ἀπὸ ἐκδοτικοὺς οἴκους καὶ κριτική, ἀπόρριψη τῶν πονημάτων της ἡ Κλαὶρ Γκὸλλ μετέθεσε τὴν εὐθύνη στὸν Τσέλαν ποὺ τὸ 1951 μετέφερε στὰ γερμανικά, κατόπιν συνεννοήσεως μαζί της, τρεῖς ποιητικὲς ἑνότητες τοῦ Γκόλλ, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὰ Μαλαισιακὰ τραγούδια. Κι ἐδῶ ὅμως, ὁ οἶκος Pflug ἀπέρριψε, ὡς ἔντονα «τσελανική», τὴν ἀπόδοση τῶν Μαλαισιακῶν τραγουδιῶν, καὶ αὐτὸ ἀποτέλεσε τὴ θρυαλλίδα τῆς ρήξης. Σήμερα, ὁλόκληρο τὸ τεράστιο μεταφραστικὸ ἔργο (ἀπὸ ἑπτὰ γλῶσσες!) τοῦ Τσέλαν θεωρεῖται ἐφάμιλλο καὶ ταυτόσημο μὲ τὸ ποιητικό του. Προσώρας, ἂς κρατήσουμε τὴν ἐνδιαφέρουσα συνάντηση τοῦ Γονατᾶ καὶ τοῦ Τσέλαν μὲ τὸν ἴδιο ποιητὴ καὶ τὸ ἴδιο ἔργο. Στὰ παρισινὰ ἔτη τοῦ Γονατᾶ (1960-1962) ὁ Τσέλαν βρίσκεται μονίμως πλέον ἐγκατεστημένος στὸ Παρίσι, πολιτογραφημένος (μὲ τὸ πατρώνυμο Antschel καὶ ὄχι τὸ ἀναγραμματισμένο κατὰ τὴ διαμονή του στὸ Βουκουρέστι Celan), ἐνῶ δὲν στερεῖται Ἑλλήνων φίλων τοὺς ὁποίους ἐκτιμᾶ ἰδιαιτέρως (ἐπιστολὴ στὴ σύζυγό του Gisèle de Lestrange στὶς 21 Δεκ. 1963). Διόλου ἀπίθανο νὰ διασταυρώθηκε κάποτε ὁ Γονατᾶς μὲ τὸν ἄγνωστο ὁμότεχνό του. Ἡ συνάντησή τους θὰ συνεχισθεῖ νοερὰ στὸν ἐπίδικο, ὅπως θὰ ἀποδειχθεῖ, ποιητικὸ κύκλο Traumkraut (Ὀνειροχλόη) ποὺ ἀνακαλύπτει ὁ Γονατᾶς στὸ Παρίσι. Ἡ κρίση του γι’ αὐτό: «Τὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Γκὸλ βρίσκεται σὲ μία διαρκὴ ἐξέλιξη, τῆς ὁποίας ἡ ἀποκορύφωση εἶναι, βέβαια, τὸ Traumkraut» (Bleikasten, ὅ.π., 49). Ὁ κύκλος αὐτός, μὲ ποιήματα ποὺ συνέθεσε ὁ Γκὸλλ ἀπὸ τὸ 1947 μέχρι τὸν θάνατό του, δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὴ σύζυγό του τὸ 1951 καὶ ἔμελλε νὰ ἀποτελέσει τὴν αἰχμὴ τοῦ δόρατος στὶς ἐπιτιμήσεις της κατὰ τοῦ Τσέλαν. Ἀφορμὴ ἡ δεύτερη ποιητικὴ συλλογή του μὲ τίτλο Mohn und Gedächtnis (Stuttgart, Deutsche Verlags-Anstalt) ποὺ κυκλοφόρησε ἕναν χρόνο ἀργότερα: Παπαρούνα (ἢ Ἀφιόνι ἢ Μήκων, ὅπως ἀποδόθηκε στὰ ἑλληνικά) καὶ Μνήμη[24]. Ὁ τίτλος ἕλκει τὴν καταγωγή του, κατὰ τὴν Γκόλλ, ἀπὸ τὸ Ὀνειρικὸ βοτάνι (ποὺ ἀποδίδει καλύτερα, νομίζω, τὸ Traumkraut). Μὲ τέτοιο σαθρὸ ἐπιχείρημα σκηνοθετήθηκε τὸ ἔγκλημα τῆς λογοκλοπῆς. Ἡ παπαρούνα, ἰδοὺ ὁ συσχετισμός, εἶναι τὸ βοτάνι τῆς λήθης, τὸ ὄπιο τῆς νάρκωσης, συγγενικὸ νοηματικὰ μὲ τὸ βοτάνι τῶν ὀνείρων, ἔκφραση ἐπινοημένη ἀπὸ τὸν Γκόλλ. Ἐδῶ, ἐξαντλεῖται οὐσιαστικὰ τὸ συγκριτολογικὸ πόρισμα τῆς κατηγόρου. Οἱ δύο κύκλοι ἀποκλίνουν, στὴν πρόθεση καὶ τὸ αἰσθητικὸ ἀποτέλεσμα, χωρὶς τὸ ἴχνος μιᾶς δημιουργικῆς ἔστω ἐπίδρασης. Καὶ κάτι σημαντικό: ὁ Τσέλαν ἔχει ἀρχίσει νὰ συνθέτει τὸν κύκλο τρία χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸν Γκόλλ (ἂν αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἔχουν ἀκόμη κάποιο νόημα), τὸ 1944, κατὰ τὴν τελευταία παραμονή του στὸ Τσερνόβιτς, τὴ γενέτειρά του, παλεύοντας μὲ τὴ λήθη καὶ τὴ μνήμη σὲ ὅλο τὸ ἄνυσμα τοῦ μεσημβρινοῦ του: τὴ μετανάστευσή του στὸ Βουκουρέστι (1947-148), τὸ παράνομο πέρασμα ἀπὸ τὴν Βουδαπέστη, τὴν Βιέννη (1947-1948) μέχρι τὸ Παρίσι τὸν Ἰούνιο τοῦ 1948. Μάλιστα, τὸ ποίημα ποὺ δίνει τὸν τίτλο στὴ συλλογή, χρονολογεῖται μὲ ἀσφάλεια στὶς ἀρχὲς τοῦ 1947, ἂν ὄχι ἕναν χρόνο πρίν. Ἐκεῖ, στὸ Παρίσι, συναντήθηκε μὲ τὸν ἑτοιμοθάνατο «ἄπατρι, Ἑβραῖο» Γκόλλ, ποὺ βάδισε μετέωρος ἀνάμεσα σὲ δύο γλῶσσες, χωρὶς νὰ ριζώσει σὲ ἕνα συγγενικὸ μὲ τὴ φύση του ἀνθρώπινο τοπίο: «Παραδέρνω […]», ἔγραψε, «ἀνάμεσα στὴ διαφάνεια τῆς γαλλικῆς λογικῆς καὶ στὸ μυστήριο τῆς βαλπούργειας νύχτας».[25]  Τὸ μεγάλο βιωματικὸ κενὸ ἦρθε τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ καλύψει ὁ «υἱὸς» Πάουλ, τὸ ὀρφανὸ ἑβραιόπουλο καὶ ὁ ἐγγυητὴς τῆς συνέχειας, ὁ ποιητὴς ποὺ σχεδιάζει μέσ’ στὴν ὀδύνη τὸ μέλλον του καὶ τὴν μελλοντικὴ εἰκόνα τῆς ποίησης. Μὲ τὴν ποιητική του διαίσθηση ὁ Γκὸλλ κληροδοτεῖ τὸ ἔργο του σὲ αὐτὸν ποὺ ἡ ἀπαρηγόρητη σύζυγος καὶ φιλόδοξη ποιήτρια θὰ μισήσει «ἄχρι θανάτου» ὡς ἀντίπαλον δέος. Σὲ λιγότερο ἀπὸ ἕναν χρόνο ὁ Τσέλαν ἀνέλαβε, σὲ συνεννόηση μὲ τὴν χήρα Γκόλλ, νὰ μεταφράσει τρεῖς ποιητικοὺς κύκλους τοῦ ἑβραϊκοῦ του, τὴν ἐποχὴ αὐτή, ποιητικοῦ προτύπου, μέχρι νὰ τοῦ ἀφαιρεθεῖ μὲ ρητὴ ἀπαγόρευση αὐτὸ τὸ δικαίωμα.[26] Ἂς χαρακτηρισθεῖ, συνεπῶς, τουλάχιστον ἄστοχος ὁ ἀφορισμὸς τοῦ Γονατᾶ: «Ὁ Τσέλαν εἶχε καταφέρει νὰ τὸν ἐξοστρακίσει [τὸν Γκὸλλ] ἐντελῶς ἀπὸ τὸ λογοτεχνικὸ στερέωμα». Ἡ ἐπιμελήτρια Ἁπάντων τῶν ποιημάτων τοῦ Τσέλαν B. Wiedemann (Βίντεμανν)  ἔχει παρουσιάσει ὁλόκληρο τὸ ἱστορικὸ τῆς «ὑπόθεσης» (δημοσιεύματα, ντοκουμέντα, ἐπιστολογραφία κ.λπ.) σὲ ἕναν ὀγκώδη τόμο ποὺ ἀναιρεῖ κάθε πιθανὸ ἔρεισμα ἢ ὑπόλοιπον ἐπιχειρήματος τῆς χήρας Γκόλλ. Πρὸς ἔκπληξη μάλιστα τοῦ ἀναγνώστη ἡ Βίντεμανν φέρνει στὸ φῶς λαθροχειρίες τῆς συζύγου, ἡ ὁποία ἐπεμβαίνει στὸ ἔργο τοῦ Ἰβὰν τροποποιώντας στίχους ἢ ἑτεροχρονίζοντας ποιήματά του, γιὰ νὰ κάνει πιστευτὴ τὴν αἰτίαση τῆς λογοκλοπῆς.[27] Παραδόξως, ὁ Γονατᾶς παρακάμπτει ἐν σπουδῇ τὸ «ντοκουμέντο τῆς ἀχρειότητας». Στὴν ἴδια πάντοτε ἐπιστολὴ γράφει: «Εἶχα στὸ μεταξὺ πληροφορηθεῖ τὴ διαμάχη του μὲ τὴν Κλαὶρ Γκόλ, δίχως νὰ μπορέσω νὰ καταλάβω ἀκριβῶς τί εἶχε συμβεῖ. Ἀκόμη καὶ ὁ ὀγκώδης τόμος τῆς Βίντεμαν, ἐκδότριας τοῦ Τσέλαν, δὲν μὲ διεφώτισε».[28]

Photo-dYvan-Goll-par-Pierre-AMADOZ-en-1920-VIII-A-3-2-4031-2Ἀνάλογες εἶναι οἱ πληροφορίες ποὺ ἔχει δώσει, τέσσερεις δεκαετίες νωρίτερα, στὸν ἐπιστήθιο, δι’ ἀλληλογραφίας, φίλο του Ν. Καχτίτση ποὺ διαβιοῖ στὸν Καναδᾶ. Ἔχει ἐκφράσει μάλιστα, τὸ 1962, τὴν ἐπιθυμία του νὰ καλέσει, ὡς ἀντίχαρη, τὴν κυρία Γκὸλλ στὴν Ἑλλάδα.[29] Σὲ νεώτερη ἐπιστολή του συστήνει στὸν Καχτίτση «ἕνα θαυμάσιο βιβλίο ἱστορίας τοῦ μοναχικοῦ βίου, ἕνα βιβλίο τῆς Cl. Goll (!), τυπωμένο στὴ Νέα Ὑόρκη τὸ 1939, ἀλλὰ στὴ γαλλική, μυθιστόρημα σ’ ἐπιστολές, καὶ τραβηγμένο μόνο 250 ἀντίτυπα κ.λπ.»[30]. Ὁ ἀνυποψίαστος Καχτίτσης, προλογίζοντας τὴν ἀγγλικὴ ἔκδοση τριῶν ἀφηγημάτων τοῦ Γονατᾶ στὸ περιοδικὸ Palimpsest ποὺ ἐξέδιδε ὁ ἴδιος (Μόντρεαλ, Ἀπρ. 1967) γράφει: «He has translated and introduced to the Greek public for the first time, the works of the French poet Yvan Goll, who during the war, spent some time in Canada accompanied by his wife, Claire, also a distinguished poet.» Τιμώντας τὸν φίλο του χαρακτηρίζει ἀψηλαφήτως (ἢ μᾶλλον φιλοφρόνως)  τὴν Γκὸλλ «διακεκριμένη ἐπίσης ποιήτρια». Τέλος, σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Γ. Παυλόπουλο ὁ Καχτίτσης, τιμώντας τὴ δουλειὰ τοῦ φίλου του, ἀναφέρει: «Μεταφραστές, ἤτανε μόνο οἱ Κοχλίηδες, καὶ ὁ Γονατᾶς στὴν ποίηση τοῦ Γκόλ — ποιητῆ τοῦ ὁποίου ἡ ποίηση δὲ μὲ συγκινεῖ πάντοτε» (2 Ἰουλίου 1964)[31]. Γράφοντας σὲ τρίτον, ὁ Καχτίτσης ἐκφράζει τὴν πραγματική του κρίση ἀφήνοντας μετέωρον τὸν ἐνθουσιασμὸ τοῦ Γονατᾶ. Ὡς μὴ γερμανόγλωσσος ὅμως ἀγνοεῖ τὸν Τσέλαν.

Ἡ (αἰνιγματικὴ) στάση τοῦ Γονατᾶ ἀπέναντι στὸν Τσέλαν πρέπει ὀρθότερα νὰ χαρακτηρισθεῖ ἠχηρὰ σιωπηρὴ ἢ ἀδιάφορη. Μέχρι τὸ 2006, ἔτος θανάτου τοῦ Γονατᾶ, ὁ Τσέλαν ἔχει καθιερωθεῖ στὴν ἑλληνικὴ γραμματεία μὲ ἀλλεπάλληλα ἀφιερώματα ἢ ἀναφορές (περ. Νέα Ἑστία, ἐφημ. Ἡ Αὐγή, περ. Πλανόδιον), μὲ τὴν ἔκδοση ἁπάντων τῶν πεζῶν του (ἐκδ. Ἄγρα). Τὸ γλωσσικὸ ἐμπόδιο, ὣς ἕνα βαθμό, αἴρεται, ἀλλὰ ὄχι ἡ σιωπὴ τοῦ ποιητῆ τῶν Ἀγελάδων. Πάντως, «ἡ μέτρια γνώση τῶν γερμανικῶν» δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ μεταφράσει ἕνα γερμανικὸ ποίημα τοῦ Γκόλλ, «μία ἀπὸ τὶς ἐκδοχὲς τοῦ ποιήματος Ἰώβ» (Bleikasten, 49), ἐνῶ στὴν ἔκδοση τῶν Ποιημάτων χρησιμοποίησε βοηθητικὰ γερμανικοὺς τίτλους (ὅ.π., 279).[32]

Ὁ Γονατᾶς κορφολόγησε ὁλόκληρο τὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Γάλλου ὁμοτέχνου του ὡς ἀποκλειστικὸς πορθμέας του στὴν ἑλληνικὴ ὄχθη. Κυρίως εἶναι οἱ διαπιστωμένες ἐκλεκτικὲς συγγένειες ποὺ τὸν ὁδήγησαν σὲ αὐτό. Καταθέσεις (καὶ θέσεις) τῆς δεκαετίας τοῦ ’60. Σαράντα χρόνια ἀργότερα, μὲ ὅσα μεσολαβοῦν ἀνάμεσα στὶς δημοσιεύσεις / μεταφράσεις στὴν Πρώτη Ὕλη καὶ τὴν ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Μπλαϊκάστεν, μετὰ τὴν ἐκδημία ὅλων τῶν ἐμπλεκομένων, ἰδίως μετὰ τὸ τραγικὸ τέλος τοῦ Τσέλαν, ὁ Γονατᾶς δὲν ἔχει μετακινηθεῖ στὸ ἐλάχιστο. Ἡ διαπίστωση δὲν ἀποτελεῖ μομφὴ στὸν συγγραφέα καὶ ἄνθρωπο ποὺ τίμησε τὰ ἑλληνικὰ γράμματα μὲ ἔργο ταυτόσημο μὲ τὸ ἦθος του.[33] Ἀνάλογα, δηλαδὴ αἰνιγματικά, εἶναι τὰ ἀπαξιωτικὰ σχόλια τοῦ Γονατᾶ γιὰ τὸν Γιῶργο Σεφέρη, σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ν. Ἐγγονόπουλο, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1976, ὅπου τά, κατ’ αὐτόν, ὀλισθήματα τοῦ δοκιμιογράφου «μακαρίτη» (οἱ Δοκιμές του ρίπτονται στὴν πυρά) συμπαρασύρουν καὶ τὸν ποιητὴ Σεφέρη.[34]

Τί μένει νὰ παρατηρήσει κανείς; Ὁ Γονατᾶς, αὐτὸς ὁ μοναχικὸς θαμὼν «τῆς ἐξαιρέσεως καὶ τοῦ παραδοξογραφήματος», δὲν προσέγγισε τὸν Πάουλ Τσέλαν, κυρίως επειδὴ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν κατανοήσει. Τὸ ἴδιο συνέβη μὲ τοὺς περισσότερους, τουλάχιστον ὣς τὸν θάνατό του, κρτικοὺς καὶ ἀναγνῶστες του. Δικαιολογημένη ἴσως ἀντίδραση στὴν ἑρμητικὴ ποίηση μὲ τὰ «ἀχρηστευμένα κλειδιά». Τὸ ποιητικὸ αὐτὸ φαινόμενο ἔχει συνοψίσει ὁ Paul Ricœur (Πὼλ Ρικέρ): «Ἡ ὑψηλὴ ποίηση ἑνὸς Πάουλ Τσέλαν βρίσκεται στὸ ὅριο ποὺ χωρίζει τὸ μεταφράσιμο ἀπὸ τὸ μὴ μεταφράσιμο, ὄντας ὅμως ἤδη στὰ ὅρια τοῦ ἄρρητου, τοῦ ἀκατονόμαστου, στὸ ἴδιο τὸ βαθύτερο ζωτικὸ κέντρο τῆς γλώσσας του καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ στὸ χάσμα μεταξὺ δύο γλωσσῶν».[35] Θαυμαστὸ παράδειγμα πύκνωσης καὶ ἑρμητισμοῦ ὁ κύκλος τῶν (11+24) ποιημάτων μὲ τίτλο Eingedunkelt (Βυθισμένη στὴ νύχτα),[36] γιὰ τὰ ὁποῖα ὁ βιογράφος τοῦ Τσέλαν J. Felstiner (Τζ. Φέλστινερ) ἔγραψε ὅτι «εἶναι τόσο αἰνιγματικά, ὥστε μοιάζουν μὲ μηνύματα ἀπὸ ἄλλο πλανήτη».[37] Τὸ ποίημα ἐκδήλωση τοῦ ἄρρητου, δηλαδὴ τοῦ μὴ μεταφράσιμου τοῦ σημείου καὶ τῆς ἀναφορικότητάς του. Ἀναστοχασμὸς τοῦ ἀδύνατου νὰ εἰπωθεῖ ἀκόμη καὶ ὡς μετάφραση ἐσωτερική.[38] Ἡ ποιητικὴ πράξη λαχταρᾶ νὰ ἐκδηλωθεῖ στὴ μεταφρασιμότητά της, νὰ ταυτιστεῖ μαζί της ὡς ἑνιαῖο γεγονός. Ὑποθέτουμε ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ «διηνεκὴς» λαχτάρα καὶ τοῦ Γονατᾶ, ὅταν ἀγωνιζόταν ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν νὰ ἀναστοχαστεῖ ἐπάνω στὴν ποίηση τοῦ ξένου ὡς οἰκείου. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἕνα ἔργο θαυμαστό, ποὺ καταργεῖ πράγματι τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴν ποίηση καὶ τὴν μετάφραση. Ὁ Ἕλληνας ποιητὴς οἰκειοποιήθηκε τὴν ποίηση τοῦ Γκόλλ, τοῦ «συνοδοιπόρου, τοῦ συνοδίτη», διευρύνοντας τὰ ὅρια τῆς ποιητικῆς του. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ διασταυρώθηκε ἀπὸ τὸν ἀσφαλέστερο δρόμο μὲ τό, ἄν καὶ ἄγνωστό του, ἀντίπαλον δέος, τὸν Πάουλ Τσέλαν.

Καὶ ἀφοῦ ἡ μηχανὴ τοῦ χρόνου δὲν κινεῖται ὀπισθοβατικῶς, ἂς θεωρηθεῖ τὸ σημείωμα αὐτὸ ἀνεπίδοτη ἐπιστολὴ πρὸς κ. Ἐ.Χ. Γονατᾶ ἀπὸ ἕναν ἀναγνώστη τοῦ ἔργου του παράλληλα μὲ τὸ ἔργο τῶν «συνοδιτῶν» του.

20 Ὀκτωβρίου-3 Νοεμβρίου 2011

ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ


[1] Ἰβὰν Γκόλ, Ποιήματα (1920-1950). Ἐπιλογή-Μετάφραση-Ἐπίμετρο-Σημειώσεις Ἐ.Χ. Γονατᾶς. Ἐκδ. Στιγμή, Ἀθήνα 2003.

[2] Ἐδῶ ἡ μεταφράστρια τῆς ποίησης καὶ τῆς βιογραφίας τοῦ Τσέλαν, Ἰωάννα Ἀβραμίδου, ,πρέπει νὰ διορθώσει τὀ σχόλιό της στὰ Βιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ ποιητῆ: «1959. Δυσφημιστικὴ ἐκστρατεία τοῦ Ivan Goll καὶ τῆς συζύγου του ἐναντίον τοῦ Τσέλαν» (στό: Μήκων καὶ μνήμη. Ἐκδ. Νεφέλη, Ἀθήνα 2007, 166).

[3] Στὸ 1ο τχ. (Πρωτοχρονιὰ τοῦ 1959) δημοσιεύονται σὲ μετάφραση τοῦ Δημ. Στ. Δήμου τὰ ποιήματα «Ἀνάμνηση στὴ Γαλλία» («Erinnerung an Frankreich»), «Κρύσταλλο» («Kristall»), «Στὴν Αἴγυπτο» («In Ägypten») καὶ «Ὁ ἐπισκέπτης» («Der Gast») [σ. 25-27]. Ἐπίσης, στὸ 3ο τχ. τοῦ 1972, στὸ ἀφιέρωμα «Σύγχρονοι γερμανοὶ ποιητές», διαβάζουμε ἕνα σύντομο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν «Μεσημβρινό», παράλληλα μὲ ἕξι ποιήματα ἀπὸ τοὺς κύκλους Mohn und Gedächtnis, Sprachgitter, Atemwende καὶ Lichtzwang (μτφρ. Ν. Πυλόρωφ-Προκοπίου).

[4] Μὲ τὸ ψευδώνυμο Ἰάσων Σγουρός, περ. Νεοελληνικὸς Λόγος (τχ. 20/21, Μάρτ.-Ἰούν. 1970, 145-6).

[5] Ἡ πλούσια δεξίωση δὲν ἐξαντλεῖται ἐδῶ. Βλ. Λ. Μυγδάλης, «Ἑλληνικὴ βιβλιογραφία Πάουλ Τσέλαν», περ. Διαγώνιος, 1982.11, 205-208. Σχέδιο σχετικῆς καταγραφῆς (ἀδημοσίευτης) μέχρι τὸ ἔτος 2003 ἔθεσε ὑπόψη μου ὁ Β. Καμχῆς. Τὸν εὐχαριστῶ.

[6] Βλ. Σ.Γ. Σταμπουλοῦ, «Ὁ Τάκης Σινόπουλος πανδοχεύει τὸν Ἁνρὶ Μισὼ καὶ νεκρολογεῖ τὸν Πάουλ Τσέλαν ἢ Μία ἀκόμη ἐπίσκεψη στὸν Ἐλπήνορα τοῦ Σινόπουλου», περ. Νέα Ἑστία, 1831, Μάρτιος 2010, 513-541 (passim).         

[7] Paul Celan-Rudolf Hirsch, Ἀλληλογραφία. Suhrkamp, Frankf. <M>. 2004, 7-17, 212, 213, 216.

[8] Les cinq continents, Anthologie mondiale de poésie contemporaine (Édit. La Renaissance du livre, Paris 1922).

[9] Αὐτόνομη ἔκδοση τὴν ἑπόμενη χρονιά: Ivan Goll, Μαλαισιακὰ τραγούδια, μεταφραστικὸ δοκίμιο Ε.Χ. Γονατᾶ, περ. Πρώτη Ὕλη, Ἀθήνα 1960.

[10] Ἔτσι ἀπέδωσε ὁ Παπαδίτσας τὸν τίτλο Traumkraut διατηρώντας τὴ σύνθετη λέξη τοῦ  πρωτοτύπου.

[11] Ἐπιστολὴ Γονατᾶ πρὸς Μπλαϊκάστεν, ὅ.π., 45. Συνολικὰ ὁ Γονατᾶς μεταφράζει καὶ δημοσιεύει στὸ ἐν λόγῳ τεῦχος (μὲ τίτλο «Δοκίμιο μεταφραστικὸ ἀπὸ τὰ Γαλλικά») δώδεκα ποιήματα τῆς Γκὸλλ ἀπὸ τὶς συλλογὲς Duo d´amour. Poèmes d´Amour (Ἐρωτικὰ ποιήματα) καὶ Les larmes pétrifiées (Τὰ πετρωμένα δάκρυα). Τὰ ποιήματα συνοδεύει 4σέλιδο ὑμνητικὸ σημείωμά του γιὰ τὴ λογοτεχνικὴ διαδρομὴ τῆς ποιήτριας μέχρι τὸ 1959 (73-77). Παραδόξως, ὁ τελειομανής, ὀλιγογράφος καὶ αὐστηρὸς μὲ τὸν ἑαυτό του Γονατᾶς ἐπιβραβεύει δαψιλῶς ἀνύπαρκτες ἀρετὲς παραδειγματίζων ἐνδεικτικά: «…τὸ στόμα μου εἶναι πολὺ μικρὸ / Γιὰ τὶς τεράστιες κραυγές μου» (ὅ.π., 74).

[12] Τὴν μνημονεύει ἀκόμη μιὰ φορά, τὰ Χριστούγεννα τοῦ ’62, στό: Δ.Π. Παπαδίτσας, Νὰ μοῦ γράφεις, ἔστω καὶ  βαδίζοντας. Ἐπιστολὲς στὸν Ἐ.Χ. Γονατᾶ 1960-1965. Ἐκδ. Πατάκης, Ἀθήνα 2000, 17, 40, 42.

[13] Aimée  Bleikasten, «Ὀνειροχλόη ἢ Τὸ μυστικὸ τῶν λέξεων». Μτφρ. Γ. Δεληβοριᾶ (Ἰβὰν Γκόλ, Ὀνειροχλόη. Μτφρ. Δ.Π. Παπαδίτσας. Ἐκδ. Στιγμή, Ἀθήνα 2002, 58-59.

[14] Ἐννοεῖ τὸ ἔργο Δὲν συγχωρῶ κανέναν (Ich verzeihe keinem, 1978), ἕνα κενόδοξο καὶ πικρόχολο γραπτὸ μιᾶς προβεβηκυίας τῇ ἡλικίᾳ, παραγκωνισμένης λογοτέχνιδος, στὸ στόχαστρο τῆς ὁποίας βρίσκεται ὄχι μόνον ὁ Τσέλαν ἀλλὰ παραδόξως καὶ (κυρίως) ὁ ἴδιος ὁ Ἰβὰν Γκόλλ!

[15] «Ὁ Ivan Goll γιὰ πρώτη φορὰ παρουσιάστηκε στὴν Ἑλλάδα μὲ 29 ποιήματα ἀπὸ πέντε συλλογές του σὲ μεταφράσεις τῶν Π.Δ. Παπαδίτσα (ἀπ’ τὰ γερμανικὰ) καὶ Ἐ.Χ. Γονατᾶ (ἀπ’ τὰ γαλλικὰ) καὶ μὲ σημειώματά τους γιὰ τὸν ποιητὴ καὶ τὸ ἔργο του» («Πρώτη Ὕλη», Ἀθήνα 1959), διαβάζουμε στὸ προλογικὸ σημείωμα τῶν Μαλαισιακῶν τραγουδιῶν (Ἐκδ. Κείμενα, 1979).

[16] Τ. Κόρφης, «Αἰσθήσεις, ὄνειρα καὶ παραβολές», στό: Καταθέσεις ὄψεως. Ἐκδ. Πρόσπερος, Ἀθήνα  1982, 66. Τὰ ποιήματα, ἀρχικὰ ὀγδόντα τὸν ἀριθμόν, γράφτηκαν μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1931-1934 (στὴν πρώτη μορφὴ στὰ γερμανικά, ἐκτὸς ἀπὸ ἐλάχιστα, μὲ τίτλο Malaiische Liebeslieder). Ὁ Γκὸλλ ἦταν δίγλωσσος ποιητής. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἐπέστρεψε στὴ «γλώσσα τῶν δολοφόνων», γιὰ νὰ συναντηθεῖ καὶ στὸ πεδίο αὐτὸ μὲ τὴ σταθερὴ ἀπόφαση τοῦ Τσέλαν νὰ διασώσει τὴ γλώσσα τῆς μητέρας του. (Paul Celan, «Ἀπάντηση σὲ μιὰ ἔρευνα τῆς Librairie Flinker στὸ Παρίσι» [1958], στό: P.C., Ὁ Μεσημβρινὸς καὶ ἄλλα πεζά. Μτφρ. καὶ σημειώσεις Γ. Σαγκριώτης. Ἐκδ. Ἄγρα, Ἀθήνα 2006, 63-64.)

[17] Ἐπιστολὴ στὴν Μπλαϊκάστεν, ὅ.π., 49.

[18] Δύο παραδείγματα: Ἡ ἰδιαίτερη ἀγάπη τοῦ Γονατᾶ γιὰ τὸ ἀφοριστικὸ ἔργο τοῦ G.Chr. Lichtenberg, τοῦ ὁποίου «ἡ ἀληθινὴ οὐσία τῆς ζωῆς ἦταν ἡ μοναξιά, ἡ μοναξιὰ τῶν βιβλίων, τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας καὶ τῆς λογοτεχνίας» (Εἰσαγωγικὸ σημείωμα στό: Πιπέρι καὶ σπασμένες γραμμές. Μτφρ. Ἐ.Χ. Γονατᾶς. Ἐκδ. Στιγμή, 2005, 16), καὶ ἡ ἐπιλογή του νὰ μεταφράσει τὸ ἐξαιρετικὸ νεανικὸ ἀφήγημα τοῦ Φλωμπὲρ Βιβλιομανία, ὅπου στὸν παθολογικὸ ἔρωτα τοῦ ἥρωα γιὰ τὰ βιβλία ἀνταποκρίνεται πλήρως ἡ λατρεία τοῦ Γονατᾶ πρὸς τὴν ἀγλαότεχνη τυπογραφία (Γ. Φλωμπέρ, Βιβλιομανία-Ἡ σπείρα. Ἐκδ. Στιγμή, 2001).

[19] Β. Ἰβάνοβιτς, «Περὶ Ἔρωτος σὲ θηλυκὸ κλειδὶ καὶ περὶ Yvan Goll διὰ χειρὸς Ε.Χ. Γονατᾶ», περ. Μανδραγόρας, τχ. 41, Νοέμβρ. 2009, 117-119. Βλ. καὶ Φρ. Ἀμπατζοπούλου, «Ὁ Γονατᾶς ὡς μεταφραστής», περ. Διαβάζω, 444, 2003, 96-98.

[20] Ὁ Γονατᾶς πάντως ἔχει διορθώσει αὐτὴ τὴν ἄποψη: «Δὲν εἶμαι τοῦ φανταστικοῦ συγγραφέας, λάθος. Δὲν εἶμαι συγγραφέας οὔτε τοῦ ἐξαιρετικοῦ. Εἶμαι συγγραφέας τῆς ἐξαιρέσεως» («Ὁ Ε.Χ. Γονατᾶς γιὰ τὸν Ε.Χ. Γονατᾶ, μέσα ἀπὸ δύο συνεντεύξεις του». Ἀνθολόγηση Ἑλ. Γουλᾶ, περ. Μανδραγόρας, ὅ.π., 62). Στὴν ἀνθολογία ὑπερρεαλισμοῦ (… δὲν ἄνθησαν ματαίως, Νεφέλη 1980), ἡ Φρ. Ἀμπατζοπούλου περιλαμβάνει ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ Δέκα χιλιάδες αὐγὲς τοῦ Ἰβὰν Γκὸλλ σὲ μετάφραση Ἐ.Χ. Γονατᾶ (261-262) καθὼς καὶ ἕνα ποίημα ἀπὸ τὸ Ὀνειροχλόη (263).

[21] Μιλώντας γιὰ τὸν σχεδιαζόμενο πρόλογο στὴν ἐπικείμενη ἔκδοση τῶν ἀφηγημάτων τοῦ Γονατᾶ μὲ τίτλο Τὸ Βάραθρο, ὁ Δ.Π. Παπαδίτσας τοῦ γράφει: «Προπαντὸς στὴν εἰσαγωγὴ αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ τονιστεῖ ἢ καὶ νὰ ἀποδειχθεῖ, ὅτι τὰ κείμενά σου στὴ σύλληψη, τὴ σύνθεση καὶ τὴ διαλογή τους δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὸν ὑπερρεαλισμό» (Δ.Π. Παπαδίτσας, Νὰ μοῦ γράφεις, ἔστω καὶ βαδίζοντας, ὅ.π., 63.

[22] Ἐπιστολὴ στὴν Μπλαϊκάστεν, ὅ.π.

[23] Τὸ βραβεῖο ἀπονεμήθηκε ἀπὸ κοινοῦ στὴν Ζὰκς καὶ τὸν ἰσραηλινὸ συγγραφέα Josef Agnon (Γιόζεφ Ἄγκνον, 1888-1970).

[24] Paul Celan, Μήκων καὶ μνήμη. Μτφρ. Ἰωάννα Ἀβραμίδου. Μὲ ἐπίμετρο τὸ ἐνημερωτικὸ δοκίμιο τοῦ Joachim Seng «Μποτίλια τοῦ πελάγους στὴ χώρα τῶν δραστῶν. Ἡ ποιητικὴ συλλογὴ Μήκων καὶ μνήμη στὴ Γερμανία». Ἐκδ. Νεφέλη, Ἀθήνα 2007. Δεκαεπτὰ ἀπὸ τὰ ποιήματα τῆς συλλογῆς πρωτοδημοσιεύτηκαν τὸ 1992 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ροδαμός (ὅ.π.).

Paul Celan, Ἀφιόνι καὶ μνήμη. Μτφρ. Γ. Σαγκριώτης (συνοδεύεται ἀπὸ τὸ δοκίμιο τοῦ ἰδίου: «Ἀφιόνι καὶ μνήμη: Ποίηση, μεταφορὰ καὶ δοκίμιο»), περ. Πλανόδιον, τχ. 40, Ἰούνιος 2006, 628-699.

Paul Celan, Ὀκτὼ ποιήματα ἀπὸ τὸ Ἀφιόνι καὶ μνήμη. Μτφρ. Στ.Γ. Νικολούδη, περ. Ποίηση, τχ. 17, ἄνοιξη-καλοκαίρι 2001, 111-115.

[25] Ποιήματα, ὅ.π., 252.

[26] Εἶναι οἱ κύκλοι: Élégie d´Ihpétonga suivi de Masques de cendre, Les Géorgiques Parisiennes καὶ Chansons Malaises. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1953 ἡ Κλαὶρ Γκὸλλ ἐπιτίθεται δημοσίως στὸν Τσέλαν μὲ ἐπιστολὲς πρὸς τὰ μέσα ἐνημέρωσης καὶ τοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους κατηγορώντας τον ὡς λογοκλόπο τοῦ ἔργου τοῦ συζύγου της.

[27] Wiedemann, Β., Paul Celan – Die Goll-Affäre. Dokumente zu einer Infamie ( ὙπόθεσηΓκόλλ. Ντοκουμέντα μιᾶς ἀχρειότητας), ἐπιμ.-σχόλια W.B. Suhrkamp, Frankfurt <M.> 2000. Γιὰ ἕνα παράδειγμα λαθροχειρίας βλ. Σ.Γ. Σταμπουλοῦ, «Τὸ μαῦρο γάλα τοῦ ποιητῆ. Σχόλιο σ’ ἕνα στίχο τοῦ Νίκου Γκάτσου», περ. Ὀροπέδιο, τχ. 10, Ἄνοιξη 2011, 527-534. Προϊὸν παραχάραξης εἶναι καὶ τὸ ποίημα Τραγούδι γιαὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν νικηθεῖ, τὸ ὁποῖο ἐν ἀγνοίᾳ του μετέφρασε ὁ Γονατᾶς (Ποιήματα, ὅ.π., 93).

[28] Κατ’ ἀρχάς, μία ἀναγκαία διευκρίνιση: ἡ Βίντεμανν δὲν εἶναι «ἐκδότρια τοῦ Τσέλαν». Ἔχει ἐπιμεληθεῖ τὴν ἔκδοση τῶν Ἁπάντων του στὶς ἐκδόσεις Suhrkamp (2003). Ἡ ἀνάγνωση τοῦ τόμου προϋποθέτει καλὴ γνώση τῶν γερμανικῶν. Ὁ Γονατᾶς ὁμολογεῖ κατ’ ἐπανάληψη στὴν ἐν λόγῳ ἐπιστολὴ τὴν ἀδυναμία του νὰ διαβάσει τὰ γερμανικὰ ποιήματα τοῦ Γκόλλ: «Καθὼς ἡ γνώση μου τῶν γερμανικῶν εἶναι μέτρια, μετέφρασα ἀποκλειστικὰ γαλλικὰ ποιήματα, σχεδὸν ἀπὸ ὅλες τὶς συλλογές του, ἰδίως ἀπὸ τὶς τελευταῖες […]» (Bleikasten, 49). Γι’ αὐτὸ προτείνει στὸν Παπαδίτσα νὰ μεταφράσει τὸ Traumkraut, τὸ ὁποῖο θεωρεῖ κορύφωση τῆς ποίησης τοῦ Γκόλλ, ἐνῶ ὁ ἴδιος καταφεύγει στὰ Chansons Malaises. Θεωρῶ, λοιπόν, ἀδύνατον νὰ ἔχει ἐντρυφήσει, ὅπως ἰσχυρίζεται, στὸν ὀγκώδη Φάκελο-Γκὸλλ ποὺ μέχρι τὸ 2003 δὲν ἔχει μεταφραστεῖ σὲ ἄλλη γλώσσα. Ἀμήχανος, ἀκόμη καὶ τὸ 2003, μπροστὰ στὴν ἀκμάζουσα ἀναγνώριση τοῦ Τσέλαν, ὁ Γονατᾶς ἐπιμένει νὰ διατηρεῖ τὶς ἀποστάσεις προστατεύοντας ἔτσι καὶ τὸ δικό του μεταφραστικὸ ἔργο. Γίνεται ὅμως, δυστυχῶς, ὁ μόνος ἴσως Εὐρωπαῖος λόγιος ποὺ διατηρεῖ ἀκόμη ἀνοιχτὴ αὐτὴν τὴν δυσώδη «ὑπόθεση». Ἐξήγηση, πάντως, τῆς στάσης του δίνει μὲ εἰλικρίνεια καὶ ὁ ἴδιος: «Νομίζω ὅμως ὅτι, παρ’ ὅλα ἐνδεχομένως τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰ λάθη της [τῆς Κλαὶρ Γκόλλ], πρέπει νὰ τὴν ἀντιμετωπίζομε μὲ εὐγνωμοσύνη, ἂν μή τι ἄλλο μόνον ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι διεφύλαξε καὶ μᾶς παρέδωσε ὁλόκληρο τὸ ἔργο τοῦ Ἰβὰν Γκόλ» (Bleikasten, 48).

[29] Ὁ Καχτίτσης ἔχει, γιὰ ἄλλους λόγους, τὶς ἐπιφυλάξεις του: «Μὴ φέρετε στὴν Ἑλλάδα τὴ Goll, γιατὶ θὰ μαρτυρήσετε. Δὲν ὑπάρχει χειρότερο πρᾶγμα ἀπὸ καλεσμένο ποὺ τὸν φέρνουμε ἐμεῖς ἀπὸ ἕνα ἄλλο μέρος. Ὅσο θὰ μείνει, θὰ ζεῖτε μὲ τὸ ἄγχος ὅτι ἐσεῖς τὴ φέρατε, ὅτι πρέπει νὰ κάνετε αὐτό, ἐκεῖνο, κ.λπ., καὶ συνεχῶς θὰ νομίζετε ὅτι δὲν τῆς φερθήκατε καλά […]». (Πρώτη δημοσίευση: Νίκος Καχτίτσης, «Ἐπιστολὴ τοῦ Νίκου Καχτίτση στὸν Ἐ. Χ. Γονατᾶ», περ. Τ Δέντρο, Περίοδος Γ΄, τόμ. 10, τχ. 75-76, Ἀθήνα, Ἰανουάριος-Μάρτιος 1993, 20-25 [25]).

[30] Μᾶλλον ἐννοεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπόμενα βιβλία: Claire Goll, Le tombeau des amants inconnus. Roman, Νέα Ὑόρκη, «Éditions de la maison française», 1941˙ Claire Goll, Éducation barbare. Νέα Ὑόρκη, «Éditions de la maison française», 1941. Ὁ Ἰβὰν καὶ ἡ  Κλαὶρ Γκὸλλ εἶχαν καταφύγει τὸ 1939 στὴν Νέα Ὑόρκη (περ. Ὀροπέδιο, τχ. 11, ὅ.π.).

[31] Ν.Κ., «Τὰ γράμματα τοῦ Νίκου Καχτίτση στὸν Γιώργη Παυλόπουλο (1952-1967)», φιλολ. ἐπιμ. Ἄ. Μάγγελ. Ἐκδ. Σοκόλης, 2001, 227.

[32] Ὀφείλουμε πάντως νὰ ἀναγνωρίσουμε στὸν Γονατᾶ ἄκαμπτη συνέπεια στὸ ζήτημα τῆς προσέγγισης ἑνὸς ἔργου χωρὶς πρόσβαση στὴ γλώσσα ποὺ γράφτηκε. Ἕνα ἐνδιαφέρον σχετικὸ ἐπεισόδιο, στὸ σπίτι τοῦ Γονατᾶ στὴν Κηφισιά,  καταθέτει ὁ Ν. Καρακώστας: «Τὸ ἴδιο βράδυ καθόμαστε στὴν πίσω βεράντα [τῆς οἰκίας Ἐ.Χ.Γ.]. […] Δίπλα μου ἡ ἡλικιωμένη ποιήτρια Μελισσάνθη […]. Ὁ Νίκος Καροῦζος ἀπέναντι καὶ κοντά του ὁ Γονατᾶς. […] Νώντα, ἀλλάζει τὸ θέμα ὁ Καροῦζος, διάβασες τὴ μετάφρασή μου ποὺ σοῦ ἄφησα, τὰ ἀποσπάσματα τοῦ Λάου Τσέ; Καλὴ εἶναι, ἀπαντάει ἐκεῖνος λακωνικά. Βέβαια εἶναι ἀπὸ τὰ Γαλλικά. ‘Τί θὰ πεῖ αὐτό;’ ‘Σοῦ εἶπα, φαίνεται πὼς μεταφράστηκε ἀπὸ τὰ Γαλλικά. Τὸ κατάλαβα ἀμέσως’. ‘Δηλαδὴ δὲν σοῦ ἀρέσει;’ ‘Δὲν εἶπα αὐτό. Ξέρεις Κινέζικα;’ ‘Ὄχι’. ‘Ἔ, τότε;’ ‘Νώντα, μὲ προσβάλλεις. Δὲν τὸ περίμενα ἀπὸ σένα’. Ὁ Καροῦζος σηκώθηκε καὶ ἄρχισε νὰ κόβει βόλτες. […]. […] φεύγει θυμωμένος χωρὶς νὰ καληνυχτίσει. Μή σᾶς νοιάζει, εἶπε ὁ Νώντας χαμογελώντας, αὔριο πάλι θὰ εἶναι κοντά μας. Τοῦ ἀρέσουν τὰ καμώματα». Ν. Καρακώστας, «Μικρὸ ἀφιέρωμα στὸν ποιητὴ Ἐ.Χ. Γονατᾶ», περ. Μανδραγόρας. Τετραμηνιαῖο περιοδικὸ γιὰ τὴν Τέχνη καὶ τὴ Ζωή, τχ. 41, Ἀθήνα, Νοέμβριος 2009, 74-75, ἀφιέρωμα «Ἐπαμεινώνδας Χ. Γονατᾶς».

[33] Στὴ συνέντευξή του στὴν Ἀναστασία Νάτσινα ὁ Γονατᾶς διευκρίνισε ὅτι θὰ προτιμοῦσε, ἂν τὸ ἔργο του ἐπρόκειτο νὰ ἀσκήσει κάποια ἐπίδραση, θὰ προτιμοῦσε νὰ εἶναι «ἠθική. Δηλαδὴ ἤθους» («Δὲν ἔχω ὁλοκληρώσει τὸν κύκλο τοῦ προσωπικοῦ μου ἔργου», περ. Διαβάζω, τχ. 444, Ὀκτ. 2003, 80). «Μιὰ γραφὴ ποὺ φέρνει στὸ ἐπίκεντρο τὴν ἠθικὴ τῆς συνάντησης μὲ τὸν Ἄλλο ἄνθρωπο καὶ μαζὶ τὴν ἠθικὴ τῆς δεξίωσης αὐτοῦ τοῦ Ἄλλου», σχολιάζει ὁ Ἠλίας Γιούρης, «δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ παραπέμπει σὲ μιὰ ριζοσπαστικὴ αἰσθητικὴ τῆς ἑτερότητας» («Ἡ ἠθικὴ τῆς ἑτερότητας καὶ τὸ αἴτημα τῆς φιλοξενίας στὸ  ἔργο τοῦ Ε.Χ. Γονατᾶ», Μανδραγόρας, ὅ.π., 91-97).  

[34] Δημοσιεύθηκε στὸ περ. Μανδραγόρας, τχ. 41, ὅ.π., 64-65, καὶ ταυτόχρονα σχεδὸν στὸν Κατάλογο τῶν ἐκδόσεων Στιγμή 2009 (7-9) μὲ ἐπιμέλεια Αἰμίλιου Καλιακάτσου.

[35] Paul Ricœur, Γιὰ τὴ μετάφραση (Sur la traduction). Μτφρ. Γιῶργος Αὐγούστης, ἐπίμετρο Ἀλεξάνδρα Λιανέρη. Ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2010, 77.

[36] Βλ., Σ.Γ. Σταμπουλοῦ, R.M. Rilke-P. Celan  Ἀπὸ τὴν ἐλεγεία στὸ ἐρεβῶδες ποίημα. Ἐκδ. Ἄγκυρα, Ἀθήνα 2011.

[37] John Felstiner, Paul Celan-ποιητής, ἐπιζῶν, ἑβραῖος. Μτφρ. Ἰ. Ἀβραμίδου. Ἐκδ. Νεφέλη, Ἀθήνα 2008, 386.

[38] Ὑποθέτω ὅτι αὐτὸ σημαίνει ὁ Γονατᾶς, μεταξὺ ἄλλων, στὸ ἀφήγημα «Ἡ ἐπιστροφή», ὅπου ὁ ἐνδοδιηγητικὸς ἀφηγητὴς ἀρνεῖται στὸ τέλος νὰ κοινοποιήσει οἱανδήποτε πληροφορία στὸν ἀναγνώστη: «Κοίταξα, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ δὲν εἶδα ἢ δὲν μποροῦσα νὰ δῶ καὶ τό ‘βλεπαν οἱ ἄλλοι, μὲ τρόμαξε τόσο πολύ, ὥστε κατέβηκα εὐθὺς κι ἄρχισα νὰ τρέχω πανικόβλητος» ( Τρεῖς δεκάρες καὶ ἄλλα ἀφηγήματα. Ἐκδ. Στιγμή, Ἀθήνα 2006, 123). Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ τὸν «τρόμαξε τόσο πολύ», δὲν θὰ τὸ μάθουμε ποτέ. Ἀπέναντι στὸ δικό του μεταπολεμικὸ τραῦμα ὁ Τσέλαν καταλήγει σὲ στίχους ἔξω ἀπὸ κάθε ταξινομικὸ σύστημα, ἀφοῦ ὁ ποιητὴς μπορεῖ μόνο «νὰ ψελλίζει»:

«Ἂν ἐρχόταν, / ἂν ἐρχόταν στὸν κόσμο ἕνας ἄνθρωπος, σήμερα, μὲ / τὸ φωτογένι τοῦ / Πατριάρχη: θὰ μποροῦσε, / ἂν ἤτανε νὰ πεῖ γιὰ τοῦτο / τὸν καιρό, θὰ / μποροῦσε / μόνο νὰ ψελλίζει καὶ νὰ ψελλίζει, / πάντο- καὶ πάντο- / τετε» («Tübingen, Jänner», 1961).