Στη χώρα μου οι νεκροί
δεν ήταν πολλοί
αλλά το σώμα κόπηκε
από το σώμα
η ψυχή από το ρούχο, (περισσότερα…)
σύγχρονη ελληνική ποίηση
Γεώργιος Κ. Τασούδης, Τρίπτυχο
Στον Γιάννη Σ. Καργάκο
α. διακονία
Τον καλαμώνα διάλεξε
να στρώσει η Ανατολή το μονοπάτι της.
Θροΐζει∙ στων ψαράδων τη σύναξη
Σίγουρα Βηματάρισσα,
σαν τον πρώτο καιρό ‒ τον πλέον ανόθευτο, (περισσότερα…)
Απόστολος Τζώτζης, Σιωπή
Γλυκό κι απέριττο το αψέντι της σιωπής μου
Και είναι η μέθη της βαθιά, σαν σάβανο, βελούδο
όσο να έρθει η λήθη, κάποτε, για τ’ όνειρο το φρούδο
αργά στο ηλιοβασίλεμα μιας κάποιας Κυριακής
Στοιχειά κακά οι μνήμες μου προσμένουνε τη σμίλη
του καιρού, φαντάσματα πικρά, ντυμένα από τη σκόνη
σαν ρεντιγκότα διάφανη, με φόβο που παγώνει
Οι λέξεις μου σκοντάφτουνε σε μουδιασμένα χείλη
Και τι άλλωστε να πω για όλα εκείνα τα άλλα
με λόγια που δεν λέγονται, δεν γράφονται, δεν σβήνουν
μονάχα φεύγουν κι έρχονται κι ανέστιο μ’ αφήνουν
δειλό, σαλό, βρυκόλακα στου Μούρναου τη σκάλα
Για λέξεις που δεν λέγονται, σκοτάδι, θα τις χάσεις
στου πλήθους μέσα τη ροή και στην βοή του κόσμου
τυφλός πλανιέμαι, πλάνητας, όσο να βρω το φως μου
κι αν δεν το βρω, καλώς, απέτυχα με πράξεις
Μισές κι αυτές, ατροφικές, σαν τις ιτιές που γέρνουν
όταν η μέρα φεύγει αργά στην ερημιά εκεί πέρα
που οι ψυχές χορεύουν κυκλικά, γελώντας, στον αιθέρα
στο λάβρο εκείνο φύσημα, στον ψίθυρο του ανέμου
Και ίσως κάπου θάπρεπε εδώ να σταματήσω
Τα μέτρα μου είναι άσχημα και οι ρίμες μου είναι λίγες
Κι ας πήγα κι έκανα πολλά, κι ας είδα όσα είδα
Μονάχα ένα μου έμεινε, κι αυτό: να σιωπήσω.
23/8/2020
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΖΩΤΖΗΣ
φωτογραφία Ιωάννα Χρονοπούλου
Ελένη Χαϊμάνη, H προ του τέλους προσευχή
Η ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Όταν κοιτώ στον ουρανό ψάχνω να βρω σημάδι
γνωρίζοντας, πως στο ψιλό θα γίνει η κουβέντα
αφού, ανώφελα μιλώ, καθώς απ΄ την πατέντα,
χέρι ποτέ δεν έσκυψε, για να μου δώσει χάδι.
Άλλοτε Ρώμη· και ξανά, ξανά η Βαβυλώνα
δούλα της κλίνης, του κρασιού κι απέ την ηδονή·
αμείφτηκε, λένε, ο Κύριος και πλέον κοινωνεί
δικούς στην Ουάσιγκτον, ξένους στην Γηραιά Αλβιόνα.
Τα πάθη μπρος στις προσευχές αληθινά λουφάζουν,
όταν κι ο Κύριος άκουσε στην τόση ταραχή
κραυγές απ’ το ποιμνίο του, που πάντα δυστυχεί
πως η υγειά του έμεινε· κι αυτή του την αρπάζουν.
Όσο για μένα που ρωτάς και πριν εγώ τελέψω
βλέποντας πόνο ολόγυρα, να βλαστημώ καθ’ ώρα
στην ζήση μας την δολερή και τόσο ψυχοφθόρα,
πες πως δεν βρήκα Τίποτα, στον Κόσμο να πιστέψω.
ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ
Φωτογραφία ανάρτησης: Ιωάννα Χρονοπούλου
Ιωάννα Χρονοπούλου, Ποιήματα
Πίστη αγάπης
Σε τοποθετώ σε βάθρο ψηλό
ψηλότερο απ’ το ύψος σου.
Σαν μαγεμένο έντομο από το φως πλησιάζω
και καίγομαι απ’ την θέρμη σου.
Σου δίνω δυνάμεις ξένες
και σε θαυμάζω σαν θεό.
Απαριθμώ τα συν σου
καθώς σκεπάζω τα κατά εμμονικά
κάτω από πέπλα πίστης.
Λιγώνομαι από αυτό που τα μάτια επέλεξαν
κι αν τυχόν δουν αλλιώς
τα βγάζω.
Ελένη Μαρινάκη, Πέντε ποιήματα

ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ
Είχε πέντε δωμάτια
το σπίτι μας.
Στο πρώτο βάλαμε
τα έπιπλα
στριμώξαμε τραπέζια
και κρεβάτια
και όση μνήμη μπορεί
να έχει ένα παιδί. (περισσότερα…)
Η επανάληψη ξεχείλωσε το δράμα
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ
Κώστας Θ. Ριζάκης,
επιτάφιος δρόμος
Ποιήματα Α΄ [1985-2010],
Κουκκίδα, 2020
Η τρίτη επανέκδοση της συγκεντρωτικής ποιητικής δουλειάς του Κώστα Ριζάκη έως το 2010 περιλαμβάνει έξι συλλογές. Οι δυο προηγούμενες έγιναν από τις Εκδόσεις των Φίλων το 2011 και τον Γαβριηλίδη το 2015. Όπως δηλώνει ο τίτλος της έκδοσης, η ποίηση που συναντά ο αναγνώστης εκτυλίσσει την μονήρη πορεία μιας ασκητικής συνείδησης που με όχημα τη μνήμη και την ενδοσκόπηση διαπλέει ή, καλύτερα, «σκάβει» τους πολλαπλούς θανάτους της ψυχής επιδιώκοντας να διασώσει τη συνέχεια.Επίμονα ενδοστρεφής η ματιά διαπιστώνει και εκθέτει μια σταύρωση, το σπαρασσόμενο εγώ του ανθρώπου που έλκεται από μια συνεχή εις Άιδου κάθοδο, ζητώντας παράδοξα να ανέλθει μέσω αυτής της οδού στον ουρανό της λύτρωσης. Αυτή η κάθοδος ριζώνεται σε έμμονους ποιητικούς τόπους που είναι ταυτόχρονα τόποι μαρτυρίου: η μάνα, ως αμφίβολη σχέση αρχικά και στη συνέχεια ως ο κατεξοχήν νεκρός της ψυχής, η μοναξιά του ανθρώπου και του δημιουργού, ο εαυτός που χτίζει τα μεσάνυχτα τους καθρέφτες του εφιάλτη του, οι φίλοι που έφυγαν και, κυρίως, πάντα και επίμονα η ποίηση, το πάλεμα με τον στίχο, ως αιτία και ο στόχος της υπέρβασης. (περισσότερα…)
Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 48. Ελένη Βελέντζα
ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020
Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;
Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.
Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ ἐξετάστηκαν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.
Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: ἡ ἀνάδειξη τῶν ἀξιανάγνωστων ποιημάτων ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ ἡ συμβολὴ στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ τρέχοντος αἰώνα, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ
Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), θὰ ἀποτελοῦσε ψευδαίσθηση τὸ νὰ θεωρεῖ κανεὶς ὅτι μπορεῖ νὰ τὴν παρακολουθήσει στὴν πληρότητά της. Ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως, δίδεται ἡ ὑπόσχεση μιᾶς φιλότιμης ἐξέτασης ὅλων τῶν βιβλίων ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐγχειρήματος. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὴ διευθύνση: Ἁγ. Λαύρας 60, Νεάπολη, Ν. Ἰωνία Ἀττικῆς 142 33 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ. Β. Γαλανάκης γιὰ τὸ περ. Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]
Σοφία Πόταρη, Τρία ποιήματα
της ΣΟΦΙΑΣ ΠΟΤΑΡΗ
H μιλιά της μηλιάς
Κορίτσι αποξεχάστηκε σ’ αφρομηλιάς τον ίσκιο,
είχε τα χείλη κόκκινα, τα μήλα μάγουλά του,
το μάτι εστραφτάλιζε σε τσίνορο βαθύσκιο
και στ’ άσπρο στήθος φρένιαζαν τα κρύφια τρέμουλά του.
Στην αγκαλιά του έσφιξε αετόπουλου τα στήθη
και χτένισε μακριά μαλλιά αλόγου αφηνιασμένου,
φίλησε μάτια φωτεινά που λάμπαν σπάνιοι λίθοι,
τα δάχτυλα σφιχτόμπλεξε στα δάχτυλα τ’ ανέμου.
Αηδόνι μου, κοτσύφι μου, μαυροχελιδονάκι,
τα χείλη του ρωτήσετε αν μ’ αγαπά λιγάκι!
Έρωτας το ξεπλάνεψε κι έρημο το αφήκε…
Άνεμος είναι κι αψηφά, αέρας και περνάει…
Αχ και φαρμάκι τρυφερό στην φλέβα του εμπήκε,
αχ και ποτάμι βούιξε και στα βαθειά το πάει…
Τρέχουν τα μάτια θάλασσες, βρύσες την γη ποτίζουν.
Μηλίτσα μου χαμήλωσε, καλή χρυσομηλιά μου.
Ωχ στην αγάπη του δεντρού τα μέσα του ελπίζουν…
Μηλίτσα μου, αδερφούλα μου, μήλο σου η καρδιά μου.
Τρέμει το δέντρο και βροντά, ξαγριεύονται τα φύλλα,
τα κλώνια σπάζουνε, στην γη στρώνουν πικρό στρωσίδι,
μα ένα κλωνί εκεί ψηλά πιάνει του γλυκομίλα
και στον λαιμό του στοργικά τυλίγεται άγριο φίδι…
Πάρε με, άντρα μου ουρανέ, πάρε με, άντρα μου Άδη,
κρέμα με ολόγυμνη στο φως, κάρφω με στο σκοτάδι…
Το σώμα του λαχτάρησε κι ο κλώνος σπαρταράει ,
στον ώμο απαλόγειρε του ήλιου το κεφάλι,
μήλο μικρό μαράθηκε και η μηλιά βογγάει,
λαβώθηκεν η ομορφιά, σκουλήκι για να βγάλει.
Στα μάτια του κυμάτισε μια θαλασοψιχάλα
κι έσταξε την αλμύρα της στο χώμα που κοιτούσαν,
πέσανε κι από την μηλιά τα μήλα τα μεγάλα,
κι ο κόσμος όλος ρίγησε στον πόνο που κρατούσαν.
Πώς το ψαράκι σπαρταράει δίχως φωνή να βγάνει,
έτσι αγκαλιάζει το κορμί αγάπη που δεν φτάνει…
Μήνες περνάνε και χρονιές και οι καιροί αλλάζουν,
μα ένα κλωνάρι στα ψηλά δεν σταματάει να κλαίει,
άνθη πετάνε τα κλαδιά και μήλα ξαναστάζουν…
Αχ κι η μηλιά η καλομηλιά, τί ιστορίες λέει…
~ . ~
Αστρικό φιλί
Άστραψες αστρικό φιλί, γαλαξιακό ζαφείρι
κι ο χρόνος κοντοστάθηκε για να σ’ απαλονίψει
τα δαχτυλάκια των ποδιών, που σε βαθύ κροντήρι,
πατήσανε την μοναξιά και στύψανε την θλίψη.
Μ’ έχυσες γάλα απ’ την λευκή των ομματιών σου κούπα
κι έπλασες σύμπαν τρυφερό σε πόθου γαλαξία,
πρωτόγαλα τα στήθια σου με βύζαξαν, σαν σου ’πα
πως μ’ ουρανεί το σώμα σου σε ιεροπραξία.
Αχ και παλιός να γύριζα πλανήτης στην τροχιά σου,
να σ’ είχα ήλιο στην ματιά, σελήνη στην πνοή μου,
δορυφορώντας σαν αστρί τον θείο έρωτά σου,
ουρανοδρόμοι εσύ κι εγώ σ’ αστερισμό διδύμου.
~ . ~
Ροβόλαγα τον λόφο
Βοτάνια μάζεψα άγρια με πέταλα πλοκάμια,
με φύλλα δροσοστάλαχτα, με ήλιο ερωτευμένα,
με μάτια π’ αγκιστρώνανε, με στόματα θαλάμια,
στο σώμα σου το τρυφερό για να πλεχτούν ένα – ένα.
Το φως σου με περίχυσε και δεν μπορώ να σβήσω
κι αν σβήσω κι αν νεκροχαθώ, σ’ εσένα θα γυρίσω.
Έκοψα φτέρη μυστική και σκίνου βλασταράκια,
να μπουν στο μαξιλάρι σου για να σε νανουρίζουν,
δάσους γλυκόπνοη δροσιά και σπήλιου τα λογάκια,
κισσού ριζούλες έπιασα για να σε γαργαλίζουν.
Γιατί είσαι μέλι και κρασί κι ανθί γλυκοθρεμμένο
και στων χειλιών σου την σχισμή το θέλω να πεθαίνω.
Τα πότισα τραγάκανθου μυρόβλητο ρετσίνι,
τα φίλησα, τα μέρωσα, τους είπα τ’ όνομά σου,
τους είπα για το σώμα σου, κρύα του Βάκχου κρήνη,
που με δροσίζει και με καίει στο θείο ξόδεμά σου.
Αχ, χείλη μου, χειλάκια μου, κοκκινοστοματάκι,
αχ, πιείτε με, μασήστε με, σάρκα και κοκκαλάκι.
Μαράθηκαν και λειώσανε στου κάλλους σου το λάμπος
και χύθηκαν στα χέρια μου να πέσουν να πεθάνουν,
την φλέβα θέλαν του λαιμού και του ποδιού το θάμπος,
θέλανε και τα χείλη σου να πιούνε, να γλυκάνουν.
Κολλιέδες τά ’πλεξα άπληστους για του λαιμού το χιόνι,
στολίδια να γυαλίσουνε στ’ αστράγαλου τ’ αμόνι.
Κι έτσι όπως ξέφρενη, τρελλή ροβόλαγα τον λόφο
κι άνοιγα χέρια και καρδιά στο αίμα του κορμιού σου,
σ’ είδα μπροστά μου γελαστόν μ’ αηδόνια μες στον κόρφο
και η καρδιά μου βρόντηξε στο χάδι του φιλιού σου.
Πανέμορφος ο αγριανθός και πώς μοσχοβολάει!
Mα στης παλάμης σου το φως, το φως του λησμονάει.
Σβήσανε τ’ άνθη, μάδησαν, μαράθηκαν τα φύλλα,
αέρας την σγουρόφυλλη ξετίναξε την φτέρη,
τα πόδια μου κοπήκανε σε πόθου ανατριχίλα,
το χέρι μου σαν μπλέχτηκε μες στο δικό σου χέρι.
Και το ρετσίνι χύθηκε νεράκι φλογισμένο,
σαν έλειωσα στο στόμα σου, μούρο λαχταρισμένο.
ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ






