Κώστας Μελάς

Ο «πόλεμος των θέσεων» της νέας άκρας δεξιάς

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Οι διάφορες συζητήσεις για τον δεξιό εξτρεμισμό στη σημερινή Ευρώπη εστιάζουν, κυρίως, στη σύγκριση με τη Γερμανία της Βαϊμάρης. Έχουν την τάση να διαπιστώνουν αναλογίες ανάμεσα στα δεξιά εξτρεμιστικά κινήματα  που σημειώνουν επιτυχίες στο πολιτικό σκηνικό της σημερινής Ευρώπης και τον «ιστορικό φασισμό»: το πρώτο κύμα φασιστικών κινημάτων που σάρωσε την Ευρώπη τη δεκαετία του ’20 και του ’30.

Παρόλο που τα κόμματα της άκρας δεξιάς διέπονται από μια νεοφασιστική αντίληψη η οποία έχει σημαντικές ιδεολογικές συγγένειες με τους φασισμούς του παρελθόντος, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι δεν είναι το ίδιο φαινόμενο με τον ιστορικό φασισμό. Από την άποψη αυτή, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο ιστορικός φασισμός είναι ένα ιδιαίτερο πολιτικό φαινόμενο της μεσοπολεμικής περιόδου, που αποτελούσε αντίδραση σε μια σειρά από κρίσιμα προβλήματα- την πολιτική αστάθεια, την οικονομική καταστροφή και την σοβιετική απειλή- που ενέσκηψε στην πολιτική σκηνή της Ευρώπης μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι τα κυρίαρχα φασιστικά κόμματα της μεσοπολεμικής περιόδου διέθεταν μαζικές παραστρατιωτικές οργανώσεις (τα Τάγματα Εφόδου του Χίτλερ, τις Squadre του Μουσολίνι, τη Σιδηρά Φρουρά των Κορνήλιου Κοντρεάνου και Χόρια Σίμα κ.τ.λ.) ο ρόλος των οποίων ήταν να υποθάλπουν την κοινωνική αταξία και να τρομοκρατούν τους αντίπαλους πολιτικούς σχηματισμούς αλλά και την κοινωνία. (περισσότερα…)

Επιστροφή στην κανονικότητα

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί για την πλειοψηφία των Ελλήνων το στερεότυπο εκείνο που κυριαρχεί στις ημερήσιες συζητήσεις τους και στοιχειώνει τα νυχτερινά τους όνειρα. Παράλληλα αποτελεί μόνιμη επωδό των άνευ σημασίας ρητορειών των πολιτικών κομμάτων.

Αν δεχτούμε ότι ως στερεότυπο θα μπορούσαμε να ορίσουμε σε γενικές γραμμές «μια εμβριθή παρατήρηση της οποίας η ουσιαστική αλήθεια έχει αμβλυνθεί από την επανάληψη» (Τζόναθαν Κόου, Μέση Αγγλία, Πόλις, 2021), γίνεται άμεσα αντιληπτό κάτι πολύ απλό: η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί μια επαναλαμβανόμενη συζήτηση που η (όποια) αλήθεια της έχει ξεφτίσει. Έχει κουράσει. Έχει μετατραπεί σε ένα σλόγκαν, τελικά, άνευ περιεχομένου και επομένως στην πραγματικότητα δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Ή μάλλον σημαίνει ό,τι ο καθένας έχει στο μυαλό του.

Στην πραγματικότητα η φράση «επιστροφή στην κανονικότητα», δεν συνδέεται καθόλου με το παρελθόν – κάτι που υπονοείται μέσω του ουσιαστικού «η επιστροφή»– αλλά με το μέλλον.

Γιατί όμως δεν λέγεται αυτό με ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο αλλά χρησιμοποιείται μια λέξη που δηλώνει την επαναφορά κάποιας παρελθούσης περιόδου; Με παιγνιώδη τρόπο αφήνει να υπερίπταται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων η ελπίδα – το τελευταίο στοιχείο που υπάρχει στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας– για μια επιστροφή σε μια ακαθόριστη εποχή όπου ο καθένας μπορεί να φαντασιώνεται ότι η ζωή του ήταν καλύτερη από ότι είναι σήμερα.

Ο πιο πιθανός λόγος θα πρέπει να αναζητηθεί, μάλλον, στην άδηλη και αβέβαιη μελλοντική «κανονικότητα» που συνεχώς εξελίσσεται καθημερινά μπροστά μας. Αυτή πρέπει με κάποιο τρόπο να συνδεθεί με το παρελθόν αλλά και συγχρόνως να αποκοπεί από αυτό δημιουργώντας μέσω των συμβολικών μηχανισμών μια παραμόρφωση της εν εξελίξει συντελούμενης κοινωνικής διαδικασίας.

Η προσέγγιση αυτή δεν αφορά κάποιο πολιτικό κόμμα, κάποια οργάνωση πολιτών, αφορά και είναι πολύτιμη για ένα ετερόκλητο, άμορφο συνασπισμό συμφερόντων που φροντίζει ιδιαίτερα να συγκαλύπτει τις προθέσεις του.

Καμμιά κοινωνική αλλαγή δεν επιτυγχάνεται χωρίς να έχει προαγγελθεί, προετοιμαστεί και διευκολυνθεί από ένα σύνολο μικρότερων αλλαγών, οι οποίες συχνά περνούν απαρατήρητες στην ιστορική καθημερινότητα.

Αυτές οι μικρές αλλαγές περνούν απαρατήρητες διότι καλύπτονται από την εντύπωση ότι αποτελούν θετικές και προοδευτικές απαντήσεις στις νέες ιστορικές προκλήσεις, μια αίσθηση προερχόμενη από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της εξουσίας, και όταν τελικά «επιβάλλεται η τροποποίηση ή η ανανέωση του θεμελιώδους δόγματος, οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές» (August Comte, Έκκληση στους συντηρητικούς, Καστανιώτης, 2000).

Όμως όταν εγκαθίσταται, πλέον, ως κυρίαρχη η κοινωνική αλλαγή, η ιστορία έχει πάρει το δρόμο της. Το ουσιαστικό είναι η ιδεολογική ματιά να έχει κάνει όλη τη «βρώμικη δουλειά».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

 

 

 

Μεσαία στρώματα: στο προσκήνιο της πολιτικής αντιπαράθεσης

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση για τα μεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας καταλαμβάνει μια από τις πρώτες θέσεις στην πολιτική αντιπαράθεση των κομμάτων εξουσίας. Προφανώς για λόγους εκλογικούς και ψηφοθηρίας. Τούτο καθίσταται απολύτως εμφανές από το γεγονός ότι η ΝΔ, κυρίως την περίοδο μετά το 2015, αναφέρεται σε αυτήν ως το επίκεντρο του νέου ανορθωτικού της εγχειρήματος και ως βασικό πυλώνα της Δημοκρατίας. Το προεκλογικό της πρόγραμμα του 2019, ακριβώς οργανώθηκε γύρω από το πλήθος των ανθρώπων που οι ίδιοι με διάφορα κριτήρια, πραγματικά ή φανταστικά, τοποθετούσαν τον εαυτό τους σε αυτή την κοινωνική κατηγορία των μεσαίων στρωμάτων. Αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ήττα στις εκλογές του 2019, εγκατέλειψε την κατά τον Τσακαλώτο «ταξική μεροληψία»[1] ( που σήμαινε ότι μια ταξική πολιτική πρέπει να στηριχθεί στη σκληρότερη επιβάρυνση της μεσαίας τάξης, μέσω φορολογίας, ακόμα και μέσω περιορισμών στην ισότητα για πρόσβαση στο σύστημα υγείας κ.α.) και στράφηκε ολοταχώς προς τα μεσοστρώματα, πιθανά καλυπτόμενος πίσω από τη ρήση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ «ότι όποιος αγωνίζεται για το μεροκάματο ανήκει και αυτός στη μεσαία τάξη»[2].

Με απλά λόγια τα μεσαία στρώματα, πάλι, αποτελούν την πολύφερνη νύφη για τα κόμματα εξουσίας και για την εξασφάλιση της τελευταίας. Δεν είναι της ώρας η συστηματική ανάλυση των λόγων που τοποθετούνται τα μεσαία στρώματα στο επίκεντρο, με νέο φυσικά τρόπο, του πολιτικού και εκλογικού αναστοχασμού. Όμως δεν διστάζω να υπογραμμίσω έναν θεμελιώδη, κατά την άποψή μου, λόγο, που συνέχει αυτή τη συμπεριφορά των κομμάτων εξουσίας, που δεν είναι άλλως από την αυτοτοποθέτηση της πλειοψηφίας των πολιτών στην Ελλάδα ότι ανήκουν σε αυτήν την κοινωνική κατηγορία. Συγχρόνως ένας ακόμη συγκυριακός λόγος που φέρνει εμφατικά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων, είναι, η κοινά αποδεκτή εντύπωση, ότι αυτά σήκωσαν το μέγιστο βάρος των μνημονιακών πολιτικών και ως εκ τούτου έχει έλθει η ώρα να αποκατασταθεί με βάση τις δυνατότητες της οικονομίας η οικονομική τους θέση. Να αποκατασταθούν δηλαδή οι αδικίες.

Η επικέντρωση της συζήτησης στα μεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας παραγνωρίζει, ειδικά από την πλευρά της ΝΔ, την κατάσταση στα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται πάνω και κάτω από τα μεσαία.

Η κυρίαρχη αυτή διαμορφωθείσα –από πολιτικούς και ΜΜΕ– εντύπωση, δεν φαίνεται, όμως, να υποστηρίζεται με πειστικό τρόπο από τα υπάρχοντα οικονομικά στοιχεία. Πριν προχωρήσουμε αυτές τις σκέψεις, ή μάλλον για να προχωρήσουμε αυτές τις σκέψεις, θα πρέπει στοιχειωδώς να θέσουμε ορισμένα κριτήρια καθορισμού των μεσαίων στρωμάτων. Αφήνοντας στην άκρη, μια σειρά άλλων κριτηρίων, π.χ. πολιτιστικά, (καθόλου φρόνιμο βέβαια αλλά αναγκαίο προκειμένου να έχουμε μια αίσθηση προσανατολισμού) θα περιοριστούμε στα εισοδηματικά κριτήρια (ούτε καν στα οικονομικά, δεομένου ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στην περιουσιακή κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων) όπως τα θέτει ο ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα οποία οι ανήκοντες στα μεσαία στρώματα εντοπίζονται στην εισοδηματική κατανομή μεταξύ 2/3 και διπλάσιου του διάμεσου εισοδήματος, μετά τους φόρους. Με βάση αυτό το εισοδηματικό κριτήριο, αν χωρίσουμε το σύνολο του εισοδήματος σε δέκα ίσα μέρη (δεκατημόρια), μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το πρώτο κατά σειρά δεκατημόριο ανήκουν τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, στα ακολουθούντα τρία δεκατημόρια τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα και στα υπόλοιπα έξι τα χαμηλότερα. Βεβαίως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη έντονης εισοδηματικής διαφοράς εντός των μεσαίων, των χαμηλών αλλά και των ανωτέρων. Για το λόγο αυτό ομιλούμε π.χ. για υψηλά, μεσαία και χαμηλά μεσαία στρώματα και κατ’ αντιστοιχία για τα υπόλοιπα.

 

2.

Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2009 έπληξε έντονα και οριζόντια όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα: χαμηλά, μεσαία, ανώτερα. Οι επιδράσεις της κρίσης στο εισόδημα προέρχονται από τρεις διακριτούς παράγοντες: την ύφεση και την ανεργία, μεταβολές στη φορολογική επιβάρυνση και μεταβολές στην κατανομή των κρατικών δαπανών.

Ο Τάσος Γιαννίτσης[3] προσπάθησε να ποσοτικοποιήσει αυτές τις επιδράσεις με βάση τα φορολογικά δεδομένα της περιόδου 2008-2018, Σύμφωνα με την ανάλυσή του η εικόνα δείχνει μια αρκετά διαφορετική πραγματικότητα από αυτήν που προβάλλεται. Συγκεκριμένα υποστηρίζει:

«Αναφορικά με τα εισοδήματα: Στην πρώτη περίοδο της κρίσης (2008-2014, μέχρι πριν από το τρίτο μνημόνιο), τα εισοδήματα που λόγω της ύφεσης συρρικνώθηκαν περισσότερο ήταν –κατά σειρά– τα ανώτερα 10% (-35,2%), τα χαμηλότερα 60% (-14%) και τα μεσαία (-6,5%). Στην περίοδο 2014-2018, η μείωση των εισοδημάτων ακολούθησε διαφορετική εξέλιξη: το εισόδημα του χαμηλότερου 60% μειώθηκε περισσότερο (10%), των μεσαίων λιγότερο (4,4%), ενώ των ανώτερων εισοδημάτων αυξήθηκε (+44%). Συνολικά, μεταξύ 2008 και 2018, τα χαμηλά εισοδήματα μειώθηκαν 23%, τα μεσαία 11% και τα υψηλά 6,6%.

Αναφορικά με τη Φορολογία: Με δεδομένες τις μεταβολές αυτές η φορολογία εισοδήματος ήρθε να περιορίσει ακόμα περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα. Στην περίοδο 2008-2014 η μεγάλη αύξηση στη φορολογική επιβάρυνση έπληξε κυρίως τα χαμηλότερα εισοδήματα (+229%). Τα πολύ υψηλά και μεσαία εισοδήματα, πέρα από τη σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους λόγω ύφεσης, επιβαρύνθηκαν και από μεταβολές φόρου εισοδήματος της τάξης του 12% (συνολικά μεγέθη). Στα μεσαία (1.000-2.500 μηνιαίως) και χαμηλά εισοδήματα, η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση από φόρους εισοδήματος (και περιουσίας) είχε συντελεστεί ήδη στα χρόνια μέχρι το 2012/13 περίπου. Στη συνέχεια, η φορολογική επιβάρυνσή τους παρέμεινε περίπου σταθερή, ενώ των ανώτερων εισοδημάτων μειώθηκε κατά 14% μεταξύ 2014 και 2018. Συνολικά, στην περίοδο 2008-2018, τα χαμηλά εισοδήματα είδαν τη συμμετοχή τους στα συνολικά έσοδα του φόρου εισοδήματος να αυξάνεται κατά 152%, τα μεσαία κατά 5,3% ενώ στα ανώτερα η συμμετοχή μειώθηκε κατά 7,4%.

Στα παραπάνω δεν περιλαμβάνεται η επίδραση από την αύξηση του ΦΠΑ, ούτε της φορολογίας ακίνητης περιουσίας, που έπληξαν ιδιαίτερα τα χαμηλά στρώματα, λιγότερο τα μεσαία και ακόμα λιγότερο τα υψηλά. Επίσης, δεν περιλαμβάνονται οι σοβαρές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες για υγεία και ανεργία, με αρνητικές επιπτώσεις κυρίως στις ασθενέστερες ομάδες, αλλά ούτε και οι ειδικές ενισχύσεις φτωχότερων ομάδων στα έτη 2017-19, που δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί».

Μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα μεσαία στρώματα κατά τη διάρκεια της κρίσης και των μνημονίων πράγματι έχουν επιβαρυνθεί. Όμως, τα εισοδηματικά πιο αδύναμα στρώματα έχουν επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο. Γιατί επομένως η δημόσια συζήτηση είναι επικεντρωμένη στην (από)κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων που αποτελούν το 30,0% της ελληνικής κοινωνίας (με το συμβατικό κριτήριο που έχει τεθεί) ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα (60% της κοινωνίας) μένουν έξω από τη συζήτηση; Επίσης κουβέντα δεν ακούγεται για τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα (το 10%) που φαίνεται τελικά ότι ουσιαστικά δεν είχαν απώλειες;

Οι παραπάνω εξελίξεις αναδεικνύουν, επίσης, ένα κεντρικό μακροοικονομικό πρόβλημα. Τα εισοδήματα των μεσαίων και υψηλότερων στρωμάτων καθορίζουν σε αντίστοιχο βαθμό την εξέλιξη των αποταμιεύσεων, των επενδύσεων, τη μεγέθυνση της οικονομίας και συνεπώς και το επίπεδο απασχόλησης και της ανεργίας.

Η εξέλιξη στα χαμηλά εισοδήματα θέτει ζητήματα που αφορούν στην κατανάλωση (βασικότατος παράγοντας μεγέθυνσης του ΑΕΠ) ενώ συνακόλουθα θέτουν ζητήματα κοινωνικής πολιτικής και αλληλεγγύης προκειμένου να αποφευχθεί η είσοδος αυτών των στρωμάτων στον χώρο της φτώχειας.

Όχι μόνο δεν μπορεί να επιτευχθεί η μία ή η άλλη από τις μεγάλες αυτές ‘προτεραιότητες’, όσο οι δύο πτυχές παραμένουν αποκομμένες, αλλά μια ασύμμετρη αντιμετώπισή τους δεν θα οδηγήσει στην αναμενόμενη σταθερή μεγεθυντική διαδικασία και στην σωστή κατανομή των επιτευγμάτων της μεγέθυνσης.

Τα δεδομένα αυτά σημαίνουν ότι έχουμε πολλά μεγάλα και αλληλένδετα προβλήματα διαφορετικής υφής το καθένα και ότι τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν μεμονωμένες, αλλά όλες τις κοινωνικές ομάδες. Κάθε μία από τις επιδράσεις που διαπιστώνουμε δημιουργεί διακριτά προβλήματα που, αν δεν αντιμετωπιστούν, επιδεινώνουν την όλη κατάσταση.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

 

[1] Ε. Τσακαλώτος, «Είμαστε μια κυβέρνηση με ταξική μεροληψία», iefimerida.gr (24.11.2018)
[2] «Ράδιο Κ: Ποια είναι και τι θέλει η ‘‘μεσαία τάξη’’;» Η Καθημερινή (ηλεκτρονική έκδοση, 04.06.2021)
[3] Η Καθημερινή (ηλεκτρονική έκδοση, 06.09.2021)

 

 

Λόγος υπέρ των δημοσίων αγαθών και του δημόσιου νοικοκυριού

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ [1]

1.

Ένας από τους βασικούς στόχους της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης θεωρητικά αλλά και εν τοις πράγμασι είναι η απροκάλυπτη κατάργηση του Δημόσιου Χώρου μέσω της ιδιωτικοποίησης όλων εκείνων των αγαθών που αποτελούσαν μέχρι πρόσφατα τη Δημόσια Περιουσία. Πρόκειται για μια διαδικασία εν εξελίξει της οποίας όμως τα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή.

Στο σύνολο τους οι κυβερνήσεις των χωρών του πλανήτη, ανεξάρτητα των «ιδεολογικών» τους προκηρύξεων καθώς και των κοινωνικών στρωμάτων που επικαλούνται ότι εκπροσωπούν, είτε ονομάζονται χριστιανοδημοκρατικές, συντηρητικές, σοσιαλδημοκρατικές ή σοσιαλιστικές ή όπως αλλιώς, έχουν ταυτίσει το ζήτημα των διαρθρωτικών αλλαγών με τις ιδιωτικοποιήσεις.

Γιγάντιοι τομείς που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων σαράντα χρόνων που πέρασαν στον έλεγχο του δημοσίου ως απάντηση στις επείγουσες ανάγκες της αξιοποίησης του κεφαλαίου τη συγκεκριμένη περίοδο, αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν τον χώρο επιχειρηματικότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων στη σημερινή περίοδο.

Η ιδιωτικοποίηση των αστικών συγκοινωνιών, σιδηροδρόμων, αερομεταφορών, υπηρεσιών υγείας, νοσοκομείων, τραπεζών, ασφαλίσεων, εκπαίδευσης, πολιτισμού, ηλεκτρισμού και αερίου, διοικητικών υπηρεσιών, πρώτων υλών, τηλεπικοινωνιών, υπηρεσιών εμπορίου κλπ., αποτελεί για τους ιθύνοντες των κυβερνήσεων του συνόλου των χωρών του πλανήτη, «μονόδρομο» για την επιβίωση των χωρών τους, σ’ ένα διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Με την πράξη τους αυτή όμως ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες για την εξάπλωση των πολυεθνικών επιχειρήσεων και συγχρόνως υποσκάπτουν όλο και περισσότερο τα θεμέλια της ίδιας τους της ύπαρξης.

Οι νέες γεωγραφικές, οικονομικές και τεχνολογικές περιοχές που με φρενήρη ρυθμό παραδίνονται στις πολυεθνικές εταιρείες, επιταχύνουν τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια τους. Υπάρχουν τομείς της νέας υψηλής βιομηχανικής τεχνολογίας (λογισμικό, ηλεκτρικός εξοπλισμός, ηλεκτρονικές συσκευές, αεροναυπηγική και αεροδιαστημική) όπου οι πέντε κυριότερες πολυεθνικές εταιρείες μοιράζονται μεταξύ τους περισσότερο από το μισό της παγκόσμιας παραγωγής.

Η ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς ενίσχυσε την κοινότητα των ολιγοπωλίων και μάλιστα διευκόλυνε αφάνταστα τη μεταξύ τους συνεννόηση, έτσι ώστε να θεμελιώνεται όλο και περισσότερο η κυριαρχία τους. Η παράδοση της δημόσιας περιουσίας πραγματοποιείται με τη διαμεσολάβηση των κυβερνώντων και της κρατικής παρέμβασης. Η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία ασκούνται υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων.

Τι να σημαίνουν άραγε όλα τα παραπάνω για τη Δημοκρατία δεδομένου των κοινών συνόρων με το Δημόσιο Χώρο και με τα Δημόσια Αγαθά; Με αφορμή, τις θεωρητικές συζητήσεις αλλά και όσα ακόμη διαδραματίζονται τα τελευταία τριάντα χρόνια στον πλανήτη θα επιδιώξουμε να θίξουμε ορισμένα ζητήματα που αφορούν στην παρατηρούμενη έντονη ιδιωτικοποίηση των δημοσίων αγαθών. Το κύριο βάρος της προσπάθειας θα ριχτεί στα πολιτικά προβλήματα που προκύπτουν από την ιδιωτικοποίηση των δημοσίων αγαθών και συγκεκριμένα στις επιπτώσεις στο δημοκρατικό πλαίσιο και στο δικαϊκό πολιτισμό που έχει εγκατασταθεί μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίως στις χώρες τις Δυτικής Ευρώπης. Παράλληλα με τις πολιτικές επεξηγήσεις που θα δοθούν ελπίζουμε να αναδυθούν και οι οικονομικοί μηχανισμοί του καπιταλιστικού συστήματος και οι τρόποι που συμμετέχουν στην αναπαραγωγή του μέσω της επέκτασης – συρρίκνωσης των Δημόσιων Αγαθών και του Δημόσιου Χώρου. Επίσης πιστεύουμε ότι θα υπάρξει πλήρης αποσαφήνιση σχετικά με τις έννοιες Δημόσιο και Ιδιωτικό. (περισσότερα…)

NΠ5 – Κώστας Ι. Μελάς, Η οικονομία στην προβληματική του Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Ἰ. Μελᾶ, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γή

Ἡ ὅ­λη προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ Παναγιώτη Κον­δύ­λη πα­ρέ­χει ση­μαν­τι­κὴ βο­ή­θει­α στὴν ἐ­πίρ­ρω­ση τῆς ἄ­πο­ψής μας πε­ρὶ τῆς πραγ­μα­τι­κῆς θέ­σης τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ὡς ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὑ­πο­συ­στή­μα­τος τῆς κοι­νω­νί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, μᾶς βο­η­θᾶ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ ἀ­παί­τη­ση νὰ συλ­λη­φθεῖ ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­τη­λὴ ἐλ­πί­δα. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι ἂν στὶς προ­κεί­με­νες ποὺ στη­ρί­ζουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ “ἐ­πι­στή­μη” εἰ­σα­χθεῖ ἡ ἰ­σχύς, κα­ταρ­ρέ­ει τὸ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κὸ πλαί­σι­ο ποὺ ὑ­πο­βα­στά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μί­α. Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση ὀ­φεί­λε­ται στὸ ὅ­τι ἡ Οἰ­κο­νο­μι­κὴ στη­ρί­ζε­ται ἀ­να­πό­δρα­στα στὴ θέ­ση “τῆς ἁρ­μο­νί­ας τῶν συμ­φε­ρόν­των” τῶν συμ­με­τε­χόν­των. Μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ ἀ­να­λυ­θεῖ ἡ ἀν­τι­πο­λι­τι­κὴ σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­νο­ποί­η­σης τῆς Ε.Ε. δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α στη­ρί­ζε­ται σὲ δε­δο­μέ­νες οἰ­κο­νο­μι­στι­κὲς ἀν­τι­λή­ψεις.

[…]

(περισσότερα…)

Για την ελληνική οικονομία μικρό σχόλιο

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η ελληνική οικονομία στα 200 χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους έχει πραγματοποιήσει διαχρονικά σημαντική πρόοδο ώστε σήμερα να βρίσκεται, παρά την υπερδεκάχρονη βαθιά κρίση, στις 30 πρώτες αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη.

Η ιστορική πορεία της ελληνικής οικονομίας στηρίχθηκε σε ένα ιδιόμορφο παραγωγικό υπόδειγμα το οποία ποτέ δεν κατάφερε να ενσωματώσει ουσιαστικά τις μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις που εμφανίστηκαν από την ύπαρξη του ελληνικού κράτους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επί της ουσίας «έχασε» τις δύο βιομηχανικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, και την ηλεκτρονική επανάσταση του τέλους του 20ου αιώνα. Στο παραγωγικό της υπόδειγμα ενσωμάτωσε πάντοτε μια μέση και χαμηλή τεχνολογία με ελάχιστες ίσως, κατά καιρούς, νησίδες υψηλότερης τεχνολογίας. Σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με την επανάσταση της ψηφιακής-τεχνικής νοημοσύνης η οποία ειρήσθω εν παρόδω ήδη έχει ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στις προηγμένες οικονομίες. Σημειώνω ότι η Ελλάδα πάντοτε υπήρξε καταναλωτής τεχνολογίας και παραγωγός.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με αφορμή τους πόρους που θα εισαχθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης επαναφέρει πάλι σε πρώτο πλάνο την αλλαγή του υφιστάμενου παραγωγικού υποδείγματος κυρίως με την ενσωμάτωση της νέας ψηφιακής τεχνολογίας. Η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας είναι μια παλιά συζήτηση η οποία διαρκεί στην χώρα τουλάχιστον από τις αρχές της μετεμφυλιακής περιόδου. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν αυτό που συνέβη ήταν ένας «ποσοτικός εκσυγχρονισμός» της οικονομίας που δεν ήταν πάντοτε προς τη σωστή κατεύθυνση. Ως παράδειγμα αναφέρω την υπέρμετρη διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών (με ενσωμάτωση χαμηλής τεχνολογίας, π.χ. τουρισμό και εμπόριο), αλλά και την ουσιαστική εγκατάλειψη του μεταποιητικού τομέα. Είναι τουλάχιστον άξιον απορίας από που απορρέει η υπέρμετρη αισιοδοξία της κυβέρνησης ότι μπορεί να δρομολογήσει τέτοιες αλλαγές που θα θίξουν τα δομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας που ανιχνεύονται σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Το ότι ομιλεί για αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος το 2021 και όχι για εκσυγχρονιστική προσαρμογή σε επιμέρους τομείς και σημεία δείχνει το μέγεθος του εγχειρήματος στο οποίο ενυπάρχουν εξ αρχής όλα τα σπέρματα της αποτυχίας. Τι είναι αυτό που κάνει την κυβέρνηση να πιστεύει ότι αυτή τη φορά θα μπορέσουν τα πράγματα να είναι διαφορετικά;

Αν θεωρεί η κυβέρνηση ότι είναι ο όγκος των πόρων που θα έχει στη διάθεσή της θα πρέπει να γνωρίζει ότι και στα τελευταία εβδομήντα χρόνια έχουν υπάρξει ανάλογες περιπτώσεις, το Σχέδιο Μάρσαλ, τα Μεσογειακά Προγράμματα, τα Πακέτα Ντελόρ και γενικά τα Κοινοτικά Προγράμματα Στήριξης. Με τα προγράμματα αυτά εισέρευσαν στην ελληνική οικονομία μεγάλα χρηματικά ποσά για να χρηματοδοτήσουν διάφορα εμβληματικά έργα που θα οδηγούσαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος και την χώρα σε νέες επιτυχίες. Γνωρίζουμε, εκ του αποτελέσματος, ότι τα μεγάλα αυτά ποσά δεν οδήγησαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, τα ονομαζόμενα «δομικά προβλήματα» της ελληνικής οικονομίας δεν ξεπεράστηκαν αλλά, ως εκ θαύματος, η ελληνική οικονομία έκανε σημαντικά βήματα προόδου και πήρε θέση στις πλέον αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Οι φοβεροί σχεδιασμοί, τα αλλεπάλληλα μεγαλεπήβολα σχέδια επί χάρτου παρέμειναν στα γραφεία όσων τα σχεδίασαν και οι ανάλογες φιλοδοξίες των κυβερνήσεων που παρέμειναν να αιωρούνται στον αέρα της ανυπαρξίας στοιχειώνουν και τη σημερινή κυβέρνηση.

Αν ακόμη θεωρεί η κυβέρνηση ότι η οικονομική της ιδεολογία της παρέχει την δυνατότητα να διαβάζει σωστά την πραγματικότητα και να επεμβαίνει σε αυτή, όλη η τελευταία περίοδος της κρίσης, σε παγκόσμιο περίοδο, έχει δείξει περίτρανα τις αποτυχίες της και μάλιστα σιγά σιγά έχουν αρχίσει να αναθεωρούνται βασικά της θεωρητικά δόγματα.

Επιπλέον η ανακήρυξη συλλήβδην του προηγούμενου αναπτυξιακού υποδείγματος ως «αντιπαραγωγικού», που αξίζει να καεί στις φωτιές της κόλασης, αποτελεί πράξη εθελοτυφλίας και αποπροσανατολισμού για την ιστορική παραγωγική πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι, στην παρούσα συγκυρία και υπό τις παρούσες συνθήκες, θα επιτευχθεί η πολυπόθητη δραστική αλλαγή στο παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Όλοι όσοι σκέπτονται με τον τρόπο αυτό λοιδορούν πρωταρχικά τον εαυτό τους και μετά όλους τους υπολοίπους. Αν τα παραγωγικά υποδείγματα των διαφόρων χωρών μπορούσαν να μεταβληθούν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα με βάση τα προτάγματα της ατελέσφορης οικονομικής discipline1, θα ζούσαμε σε άλλον κόσμο, πιθανά ιδανικό, όπως τα απαγωγικά οικονομικά υποδείγματα τα οποία παράγουν λύσεις μόνο στον πίνακα των αιθουσών διδασκαλίας. Δεν μπορεί κανείς να δημιουργήσει κάποιον άχρονο οικονομικό συμβολισμό, όπως ακριβώς δεν μπορεί να επινοήσει άχρονο, οικουμενικό τρόπο ζωής τον οποίο κάποια «ορθολογική ύπαρξη» θα ακολουθεί όπου και όποτε συμβαίνει να ζει. Είναι ο καθένας ό,τι είναι, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κανείς δεν μπορεί να διαφύγει από τις ιδιαίτερες κατηγορίες, κοινωνικές και ψυχολογικές, πνευματικές και συγκινησιακές που επικρατούν σε δεδομένο χώρο και χρόνο.

Οι μεταβολές είναι μακρόσυρτες και μακροχρόνιες, απαιτούν μεγάλη προσπάθεια για να ενσωματωθούν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι πολυδιάστατες και πολυεπίπεδες, δεν είναι επ’ ουδενί γραμμικές, οι κινήσεις τους παρουσιάζουν άλματα προς τα εμπρός και μεγάλα πισωγυρίσματα η ιστορία είναι ανοικτή και οι σκοποί της διέπονται από ετερογένεια.

Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πώς θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα, αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι είναι η πραγματικότητα. Οι αναλύσεις τέτοιου είδους, στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο. «Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θάπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θάπρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί»2

Η έλλειψη ιστορικής παιδείας επιτρέπει τον υπέρμετρο κομπασμό των οικονομολόγων (εκτός των φιλοσόφων όπως σημειώνει ο Π. Κονδύλης).

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

1 Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη, Εκδόσεις Ευρασία, 2013.
2 N. Machiavelli, «Ο Ηγεμόνας», στο: N. Machiavelli, Έργα, Τόμος Ι, μετάφραση Τάκη Κονδύλη, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1984, σελ. 266-267.

~.~

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές που διέπουν την ελληνική κοινωνία

Διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821:

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές

που διέπουν την ελληνική κοινωνία[1]

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Να πεθαίνεις για την “αλήθεια”. Δεν θα δεχόμαστε να καούμε για τις απόψεις μας. Δεν είμαστε τόσο σίγουροι γι’ αυτές. Αλλά θα δεχόμαστε ίσως να καούμε για να μπορούμε να έχουμε απόψεις και να μπορούμε να τις αλλάζουμε.

Εχθροί της αλήθειας. Οι πεποιθήσεις είναι χειρότεροι εχθροί της αλήθειας απ’ ό,τι τα ψέματα.

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

1

Η φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να προσεγγισθεί με βάση τις πολιτιστικές λογικές που συνέχουν τη δημόσια σφαίρα της. Είναι γνωστόν, ότι σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό υπάρχει μια κυρίαρχη πολιτισμική λογική. Συγχρόνως όμως, ενυπάρχουν και άλλες μικρότερες εμβέλειας πολιτιστικές λογικές που είτε βρίσκονται σε αποδρομή (είναι φθίνουσες) είτε αναδύονται σιγά-σιγά, επιχειρώντας να αναδειχθούν σε κυρίαρχες.[2]

(περισσότερα…)

Μικρές σκέψεις για την ελληνική οικονομία 200 χρόνια μετά την επανάσταση του 1821

«Η οποιαδήποτε θεωρία είναι απείρως απλούστερη
από οποιαδήποτε ιστορική κατάσταση» Π. Κονδύλης

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Η σωστή απεικόνιση της φυσικής και κυρίως κοινωνικής πραγματικότητας, αποτελεί διαχρονικά το ζητούμενο για όλες τις φιλοσοφικές και επιστημονικές θεωρήσεις.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στη ζωή από το να ανακαλύψεις το ακριβές σημείο, από το οποίο πρέπει να παρατηρούνται και να κρίνονται όλα τα πράγματα, και ύστερα να παραμείνεις σ’ αυτό το σημείο, υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο φὸν Κλαούζεβιτς.[1]

«Στο ακίνητο σημείο του περιστρεφόμενου κόσμου», κατά τη ρήση του Έλιοτ.[2]

Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πώς θα έπρεπε να είναι η κοινωνική πραγματικότητα αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι είναι η κοινωνική πραγματικότητα.

«Οι φιλόσοφοι αντιλαμβάνονται τα πάθη που μας βασανίζουν ως διαστροφές, στις οποίες οι άνθρωποι ενδίδουν από δικό τους φταίξιμο. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να τα περιγελούν, να τα οικτίρουν, να τα στηλιτεύουν ή (όσοι θέλουν να δείχνουν πιο ευσεβείς) να τα καταριώνται. Πιστεύουν ότι έτσι επιτελούν έργο θεάρεστο και αγγίζουν την υπέρτατη σοφία, εφόσον έμαθαν να εξυμνούν με χίλιους τρόπους μιάν ανθρώπινη φύση που δεν υπάρχει πουθενά και να κατακεραυνώνουν με τους λόγους των την πραγματική. Τούτο συμβαίνει επειδή αντιλαμβάνονται τους ανθρώπους όχι όπως είναι, αλλά όπως θα τους ήθελαν οι ίδιοι να είναι. Γι’ αυτό και, ως επί το πλείστον, αντί για ηθική έγραψαν σάτιρα και δεν συνέλαβαν ποτέ μια πολιτική που να μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη».[3]

Οι αναλύσεις τέτοιου είδους στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της κοινωνικής πραγματικότητας, με αποτέλεσμα αυτή να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες ενέργειες σε σχέση με το επιδιωκόμενο.

(περισσότερα…)

Η ευρισκομένη εν απορία ελληνική κοινωνία

~.~

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

Η χώρα Ελλάδα, νοούμενη ως όλον, δηλαδή πολιτικό σύστημα, κοινωνία, οικονομία και πολιτισμός, βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο αλληλεξαρτώμενες πραγματικότητες, αλλά και με σαφείς ιδιαιτερότητες που επιτρέπουν τη σχετική αυτονόμηση της μιας από την άλλη. Η πρώτη πραγματικότητα συνίσταται στο διεθνές-ευρωπαϊκό περιβάλλον στο οποίο ευρίσκεται ενταγμένη η ελληνική κοινωνία. Η δεύτερη αφορά στις εγχώριες εξελίξεις οι οποίες σαφώς επηρεάζονται από την πρώτη αλλά και από τις ιδιαιτερότητες της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.

Θεωρούμε ότι η πρώτη πραγματικότητα συνιστά μια “νέα” ιστορική εποχή με σαφή χαρακτηριστικά που όλο και περισσότερο εμπεδώνεται στο διεθνές περιβάλλον αποτελώντας πλέων το κυρίαρχο ισχύον υπόδειγμα. Συνεπώς δεν είναι πρέπον να χρησιμοποιήσουμε την έννοια “της κρίσεως”, προκειμένου να περιγράψουμε τη δεδομένη πραγματικότητα. Πρόκειται για την εγκαθίδρυση μιας νέας πραγματικότητας.

(περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η ανεξέλεγκτη δύναμη της τεχνοεπιστήμης

 

1.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, ίσως και περισσότερο, η ανθρωπότητα υφίσταται την όλο και αυξανόμενη χιονοστιβάδα της σύγχρονης τεχνολογίας (τεχνοεπιστήμης). Η κυριάρχηση της λογικής της είναι εμφανής σχεδόν στο σύνολο των ανθρωπίνων πεδίων δράσης.

Στο κοινωνικό πεδίο, η αποσάθρωση και η απουσία νοήματος από τις μαζικοδημοκρατικές συνομαδώσεις, οι οποίες όλο και επεκτείνονται σε πλανητικό επίπεδο υποκαθιστώντας τα προϋπάρχοντα κοινωνικά σχήματα, αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μετανεωτερικότητας. Η «κοινωνία» αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της[1] παραδιδόμενη αμετάκλητα σε έναν χυδαίο αγοραίο ηδονισμό. Πολτοποιείται η όποια συλλογικότητα στο όνομα ενός φρενήρη ατομισμού, της λατρείας του εφήμερου και της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης. Οι διαπιστώσεις που κάνουν οι ειδικοί για τις σημερινές δημοκρατίες είναι σαφείς: άρνηση της ύπαρξης, διαστροφή, σωματικοί και ψυχικοί φόνοι, παράδοξη παρακμή του υποκειμένου με τις μορφές ενός ακραίου ατομικισμού, μαζοποίηση των συμπεριφορών.[2] Ο άνθρωπος δεν διαθέτει πλέον άλλα σημεία αναφοράς πέρα από τις προσωπικές του αντιλήψεις, την εμπειρία και τις ερμηνείες του. Και από τη στιγμή που τα πάντα μπορούν να σημαίνουν τα πάντα, δε σημαίνουν τίποτε, επειδή έχουν χάσει την καθολική τους ισχύ. Το ατομικό Εγώ γίνεται το μέτρο των πάντων και, συνεπώς, αυτό είναι το μόνο που μετράει: πως αισθάνομαι Εγώ, πως σκέφτομαι Εγώ. Εγώ απαιτώ να γίνονται σεβαστά το δικό μου γούστο, το πώς Εγώ τελικά είμαι, γιατί διαφορετικά αισθάνομαι προσβεβλημένος[3]. (περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η διάκριση Φίλου – Εχθρού στη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη

 

 

1.

Γράφει ο Κονδύλης: «Η σκέψη μου, όπως κάθε σκέψη, έχει μιαν πεμπτουσία, όμως αυτήν πρέπει να την αποστάξει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μέσα από το σύνολο του έργου μου. Αλλιώς η οποιαδήποτε φόρμουλα όχι μόνον δεν θα κατανοηθεί, αλλά και σίγουρα θα παρανοηθεί»[1].

Έχω την γνώμη ότι ελάχιστοι, ίσως αρκετοί λιγότεροι από τα δάκτυλα του ενός χεριού, είναι οι μελετητές που έχουν ακολουθήσει την παραπάνω ρήση του Κονδύλη αναφορικά με το έργο του[2]. Η μεγάλη πλειοψηφία των μελετητών αναφέρονται σε σημεία του έργου του για να πουν την άποψή τους για κάποιο θέμα, θεωρώντας ότι με τον συγκεκριμένο τρόπο η άποψή τους αυτή αποκτά θεωρητικό κύρος. Οι παραπομπές είναι μερικές φορές άκρως επιφανειακές και τις περισσότερες δεν έχουν καμία συνάφεια με τον πυρήνα της σκέψης του Κονδύλη. Ο καθένας διαλέγει ό,τι «του πάει». Οι περισσότεροι βέβαια ούτε καν διαλέγουν, απλά σχηματίζουν μια δική τους αντίληψη, που πόρρω απέχει από τον πυρήνα της κονδύλειας σκέψης, και επιχειρηματολογούν γι’ αυτήν ακατάπαυστα. Άλλωστε είμαστε στην εποχή της αυτοπραγμάτωσης με κριτήριο μόνο τον εαυτό. (περισσότερα…)