Κώστας Κουτσουρέλης

Ἕνα ἀντιμανιφέστο

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Γενάρης τοῦ 1919. Ὁ Μεγάλος Πόλεμος ἔχει τελειώσει, ὁ Κάιζερ ἐκθρονιστεῖ, ἡ Δημοκρατία τῆς Βαϊμάρης εἶναι στὰ σπάργανα, οἱ μπολσεβίκοι ἔχουν δεκατέσσερις μῆνες ποὺ καβάλησαν τὴν ἐξουσία στὴ Ρωσσία, οἱ ὁμοΐδεάτες τους σπαρτακιστὲς μόλις δοκίμασαν νὰ τοὺς μιμηθοῦν στὴ Γερμανία. Σ’ αὐτὴ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, ὁ μεγαλύτερος πολιτικὸς στοχαστὴς τῆς ἐποχῆς, ἀπὸ τοὺς μέγιστους στὴ διαχρονία, καλεῖται ἀπὸ ἕναν φοιτητικὸ σύλλογο νὰ δώσει στὸ Μόναχο μιὰ διάλεξη γιὰ τὴν πολιτική.

Τὸ νεανικὸ ἀκροατήριό του, τὸ ξέρει, σὲ μεγάλο βαθμὸ εἶναι διαβρωμένο ἀπὸ τὸν τυφλὸ ἠθικισμό. Ὁ ἀκραῖος πασιφισμὸς ἔχει ζευγαρώσει μὲ τὴ σοσιαλίζουσα στράτευση καὶ μὲ θέρμη θρησκευτικὴ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ τοὺς πολιτικοὺς νὰ κάνουν δυνατὰ τὰ ἀδύνατα, νὰ πραγματώσουν τὰ ἐξωπραγματικά.

Ὁ ὁμιλητής, ποὺ ὡς δάσκαλος ἀκαδημαϊκὸς γνωρίζει καλὰ αὐτὰ τὰ παιδιὰ καὶ δὲν ἔχει παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν προσπάθεια νὰ τὰ συνετίσει, δὲν θὰ μασήσει τὰ λόγια του. «Κοκορόμυαλους», «ἀνθρώπους χωρὶς ψυχικὴ σταθερότητα», θὰ ἀποκαλέσει ὅσους νομίζουν ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ ἐπιβάλουν στὴν πολιτικὴ πράξη τὴν ἰδεαλιστικὴ ἠθικὴ τοῦ φρονήματος ἀπὸ τὴν ὁποία διακατέχονται. Ὁ πολιτικὸς ὀφείλει νὰ δρᾶ μὲ βάση τὴν ρεαλιστικὴ ἠθικὴ τῆς εὐθύνης, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὶς ἀδυναμίες της. Νὰ μὴ φλερτάρει μὲ τὶς «δαιμονικὲς δυνάμεις» ποὺ ξεμυαλίζουν τοὺς πολλοὺς πετῶντας τους σὰν δόλωμα τὰ ἰδεώδη, γιὰ νὰ τοὺς ρίξουν μετὰ στὸ βάραθρο.

«Ὁ εἰρηνιστὴς ποὺ πράττει κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο τὰ ὅπλα θὰ τὰ ἀρνηθεῖ ἢ θὰ τὰ καταθέσει, ὅπως τὸ πρότειναν μερικοὶ στὴ Γερμανία, ὡς χρέος του ἠθικὸ γιὰ νὰ βάλει τέλος στὸν πόλεμο καί, μαζὶ μ’ αὐτόν, σὲ κάθε πόλεμο. Ὁ πολιτικὸς θὰ πεῖ: μόνο ἀσφαλὲς μέσον γιὰ νὰ ἀποκλειστεῖ ὁ πόλεμος στὸ προβλεπτὸ μέλλον θὰ ἦταν ἡ διηνεκὴς εἰρήνευση ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρόντος status quo. Τότε οἱ λαοὶ θὰ ρωτοῦσαν: πρὸς τί ὁ πόλεμος ἀφοῦ ἡ παροῦσα κατάσταση ἔτσι κι ἀλλιῶς δὲν ἀλλάζει; Ἡ διεξαγωγή του θὰ ὁδηγοῦσε ad absurdum – πράγμα ποὺ τώρα δὲν συμβαίνει. Διότι γιὰ τοὺς νικητές –ἂν μή τι ἄλλο, γιὰ ἕνα τμῆμα τους– ὁ πόλεμος πολιτικὰ συμφέρει. Καὶ φταίει σ’ αὐτὸ ἐκείνη ἡ στάση ποὺ μᾶς ἀπαγόρευσε νὰ τοὺς ἀντισταθοῦμε. Καὶ ἔτσι, ὅταν πιὰ θὰ ἔχει παρέλθει ἡ περίοδος τῆς τωρινῆς ἐξουθένωσης, ἀπαξιωμένη θὰ εἶναι ἡ εἰρήνη, ὄχι ὁ πόλεμος: εἶναι κι αὐτὴ μιὰ συνέπεια τῆς ἀπόλυτης ἠθικῆς.» (περισσότερα…)

8 Μαρτίου – Γυναίκες και Γέφυρες

*

Γ Ε Φ Υ Ρ Ι Α

Παντού σε είδα. Που έπινες και τραγουδούσες
στο Πόντε Βέκκιο δίπλα στου Άρνου τα νερά,
και στο Ουμπερτίνο μια βραδιά, στις Συρακούσες,
που κυνηγούσες του Αρχιμήδη τη σκιά.

Σ’ είδα μιαν άνοιξη πικρή στον Σηκουάνα
να μου απαγγέλλεις στην Πον Νεφ άγρια Ρεμπώ,
στο Ρισικές σ’ είδα, ερωμένη του Λακσμάνα,
πάνω απ’ του Γάγγη να κρεμιέσαι το κενό.

Σ’ είδα στον Τάγο, εικοσπέντε ήταν του Απρίλη,
μια κατακόκκινη σημαία να κρατάς
και στο Μοστάρ σκυφτή με τ’ άσπρο σου μαντήλι
το Στάρι Μοστ το ερειπωμένο να περνάς. (περισσότερα…)

Δεν ξεχνώ

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 02:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Τέμπη, Πύλος, Ρόδος, Έβρος, Πάρνηθα, Μαγνησία, Ν. Αγχίαλος, Ν. Φιλαδέλφεια, Πειραιάς, δάση, λιμάνια, στρατόπεδα, τραίνα, γήπεδα, σύνορα, πυρκαγιές, πλημμύρες, σκάνδαλα, δυστυχήματα, εγκλήματα…

Ο απολογισμός λίγων μόλις μηνών. Οι δεύτερες κυβερνητικές τετραετίες στην Ελλάδα τα τελευταία 40 χρόνια, συνδέονταν πάντα με φαινόμενα διάλυσης, ηθικής και οργανωτικής, έγραφα εδώ πριν τις εκλογές. Την κομματική επιβεβαίωση ακολουθεί η κρατική επανάπαυση, κι αυτή φέρνει διαχειριστική παράλυση και όργια διαφθοράς. Ετούτη εδώ η δεύτερη θητεία όμως έχω την εντύπωση ότι θα ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Όλη η χώρα κρέμεται σαν το φύλλο το ξερό από το κλαδί. Και σαν να περιμένει το φύσημα που θα τη σαρώσει.

Υπάρχει διέξοδος απ’ αυτόν τον ζόφο; Μόνο μία: η άρνησή μας να παραδοθούμε στην ευθανασία της λήθης. Ζω σημαίνει δεν ξεχνώ.

///

Η Αμερική καταψηφίζει στον ΟΗΕ σχέδιο απόφασης που καταδικάζει τη Ρωσσία για τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Και το κοινοβούλιο αυτής της τελευταίας απορρίπτει ψήφισμα στήριξης του Ζελένσκι ως νόμιμου προέδρου της χώρας.

Πριν λίγες μέρες έκλεισαν τρία χρόνια από το ξεκίνημα της «παράνομης και απρόκλητης ρωσσικής εισβολής» ή «Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης» (καθένας διαλέγει και παίρνει), αλλά τα τραγικά και τα κωμικά επεισόδια αυτού του πολέμου (του πιο εύκολα αποτρέψιμου στην ιστορία, όπως αποκλήθηκε) δεν λένε να λάβουν τέλος.

Το μόνο που είναι οριστικό και αμετάκλητο είναι η έκβασή του. Αυτήν την ξέραμε όμως ήδη προτού ξεκινήσει, ο Μερσχάιμερ λ.χ. την είχε προβλέψει με ανατριχιαστική ακρίβεια ήδη από το 2015. Η Ουκρανία ηττήθηκε. Για την ακρίβεια, δεν ηττήθηκε απλώς, συνετρίβη, συνεθλίβη από τις μυλόπετρες, κατά σειρά: της ρωσσικής ισχύος, του αμερικανικού τυχοδιωκτισμού, της ευρωπαϊκής ευήθειας και της εγκληματικής ιδιωτείας των «ηγετών» της.

Δεν ξέρω αν η ιστορία θα θυμηθεί να γράψει κάπου ότι οι Ουκρανοί πολέμησαν γενναία. Μακάρι να το κάνει. Οι ποντικοβρυχηθμοί όμως του Ζελένσκι θα της μείνουν σίγουρα αξέχαστοι. (περισσότερα…)

Τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Πολλοὶ μέμφονται σήμερα τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα ἐπειδὴ καταναγκάζει, λέει, τοὺς μαθητὲς στὸ παπαγάλισμα μιᾶς ἄχαρης καὶ ξηρῆς, ὅπως ὑποστηρίζουν, διδακτικῆς ὕλης. Καὶ ζητοῦν νὰ καρυκεύσουν τὶς μεθόδους του μὲ νέες, ποὺ νὰ περιλαμβάνουν τὴν τέρψη. Γιὰ νέα παιδαγωγία, συμμετοχική, μαθητοκεντρικὴ μάλιστα, εἶναι ὁ λόγος. Οἱ δὲ διδάσκοντες προτρέπονται νὰ ζητοῦν ἀνυπερθέτως τὴ γνώμη τῶν διδασκομένων, μεταξὺ ἄλλων μὲ ἐρωτήματα τοῦ τύπου:

«Τί σοῦ ἀρέσει νὰ κάνεις στὸ σχολεῖο; Τί ἄλλο θὰ σοῦ ἄρεσε νὰ κάνεις, ἀλλὰ δὲν τὸ κάνεις; Παίζεις μὲ ὅποιο παιχνίδι θέλεις; Παίζεις μὲ ὅποιο παιδὶ θέλεις; Λὲς τὶς ἀπόψεις σου γι’ αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰ γίνεται στὴν τάξη μας; Ἐσὺ καὶ τὰ παιδιὰ τῆς τάξης σου παίρνετε ἀποφάσεις γι’ αὐτὰ ποὺ γίνονται στὸ μάθημα;»

«Τέτοιου εἴδους ἐρωτήσεις», διαβάζουμε στὸ ἴδιο ἐπίσημο κείμενο, ἕναν ὁδηγὸ πρὸς τοὺς δασκάλους τοῦ Δημοτικοῦ ἐγκεκριμένο ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας, «ὑποστηρίζουν ἕνα κλίμα ὅπου τὰ παιδιὰ κατανοοῦν ὅτι οἱ ἀπόψεις τους εἶναι σημαντικές», καὶ συνδιαμορφώνουν μ’ αὐτὲς «μιὰ εὐχάριστη καὶ δημιουργικὴ ἐκπαιδευτικὴ διαδικασία.»

Ὅμως ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ «καλλιτεχνικὸ σύστημα», πολλοὶ (συχνὰ καὶ οἱ ἴδιοι) πρεσβεύουν τὸ ἀνάποδο. Ὅσο δύσκολο, ὅσο δυσκατάποτο καὶ στριφνὸ κι ἂν εἶναι τὸ καλλιτέχνημα, ἰσχυρίζονται, ἡ εὐθύνη βαραίνει ὄχι τὸν δημιουργὸ ἀλλὰ τὸν φιλότεχνο. Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ ὀφείλει μὲ καιρὸ καὶ μὲ κόπο νὰ μαθητεύσει στὸ ἔργο, καὶ παραιτούμενος ἀπὸ τὴν προσδοκία τῆς ἄμεσης ἀπόλαυσης, νὰ καταστεῖ ἄξιός του.

«Ἄκουσα τὴ Βαλκυρία τοῦ Βάγκνερ», ὁμολογοῦσε ἤδη τὴ δεκαετία τοῦ 1880 ὁ Ἀλεξάντερ Γκλαζοῦνοφ.

«Δὲν κατάλαβα γρί. Δὲν μοῦ ἄρεσε καθόλου. Τὴν ἄκουσα δεύτερη φορά. Πάλι δὲν κατάλαβα τίποτα. Τὴν τρίτη φορά, τὰ ἴδια. Πόσες φορὲς νομίζετε ἄκουσα αὐτὴ τὴν ὄπερα ὥσπου νὰ τὴν καταλάβω; Ἐννιά! Τὴ δέκατη ἐπιτέλους τὰ ἔπιασα ὅλα. Καὶ τότε μοῦ ἄρεσε πολύ.»

Καὶ ὁ ὁμότεχνός του Ἄρνολντ Σαῖνμπεργκ μισὸν αἰῶνα ἀργότερα ὑπερθεμάτιζε.

«Θὰ τὸ ἔχετε ἀσφαλῶς καταλάβει ὅτι δὲν εἶμαι φιλόδοξος καὶ ὅτι δὲν περιμένω ἀπὸ τὸ κοινὸ νὰ κατανοήσει τὴ μουσική μου μὲ τὴν πρώτη κιόλας ἀκρόαση. Θὰ ἤμουν εὐχαριστημένος ἂν μὲ τὴ δέκατη πέμπτη ἀκρόαση ἔπαυε ἁπλῶς νὰ τὴν ἀπεχθάνεται». (περισσότερα…)

Η μοίρα του τυφλοπόντικα: Αναλογισμοί για την τεχνητή νοημοσύνη

*

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΧΑΝΗ  #  5

Προσεγγίσεις στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης και των πραγματικών ή πλασματικών οριζόντων της

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Εκατό χιλιάδες δισεκατομμύρια ποιήματα του Ραϋμόν Κενώ πρωτοεκδόθηκαν το 1961. Το βιβλίο περιέχει δέκα σονέτα. Καθένας από τους 140 συνολικά στίχους του είναι τυπωμένος σε ξεχωριστή λωρίδα χαρτιού. Μετακινώντας τις λωρίδες και συνδυάζοντας οριζοντίως τους στίχους μεταξύ τους (και τα δέκα σονέτα έχουν τις ίδιες ρίμες), μπορεί κανείς να δημιουργήσει ούτε λίγο ούτε πολύ 1014, πάει να πει 100.000.000.000.000 ποιήματα! Αν φανταστούμε έναν αναγνώστη πρόθυμο και ικανό να διαβάζει 24 ώρες το 24ωρο 365 ημέρες τον χρόνο και με ρυθμό ένα ποίημα ανά λεπτό, θα του έπαιρνε μόλις 2.000.000 αιώνες για να διαβάσει το σύνολο.

Το Blanco του Οκτάβιο Πας είναι έργο λίγο μεταγενέστερο, του 1967. Το ποίημα είναι τυπωμένο σε ένα τεράστιο πολύπτυχο και πολύστηλο μονόφυλλο και οι στίχοι του με διάφορα μελάνια και γραμματοσειρές. «Ακολουθία σημείων», το αποκαλεί ο ποιητής, «η οποία αποκαλύπτεται και, κατά κάποιον τρόπο, παράγεται» κάθε φορά που ένας αναγνώστης την ξεδιπλώνει τυχαία. Στην πράξη, και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια γεννήτρια συνδυασμών, με ένα κείμενο που μπορεί να διαβαστεί από την αρχή ή τη μέση, οριζοντίως ή καθέτως, ολοκληρωμένα ή αποσπασματικά με πολλούς τρόπους. Ο Πας υποδεικνύει στο επίμετρό του μερικούς από αυτούς.

Από τέτοιες μηχανές αυτόματης παραγωγής έργων η ιστορία του μοντερνισμού βρίθει. Οι συνθέτες του αλεατορισμού και της απροσδιοριστίας από τον Κέητζ ώς τον Μπουλέζ και τον Στοκχάουζεν, συγγραφείς όπως ο Τζαρά και ο Μπάροουζ, καλλιτέχνες όπως ο Ντυσάν, ο Μπέηκον, οι ντανταϊστές πειραματίστηκαν με ποικίλες συνδυαστικές μεθόδους: από το παστίς και το κολλάζ ώς το Ταό τε Κινγκ ή τα ζάρια. Κατά βάση όλοι τους στηρίχθηκαν στη λογική του ντυσανικού ready made: Αρκεί να πάρεις κάτι ήδη έτοιμο και να το εκθέσεις αλλού, να το ενθέσεις σε νέα συμφραζόμενα, για να έχεις ένα νέο, αυτοτελές δημιούργημα.

Η μοντέρνα συνδυαστική έχει και αξιόλογη προϊστορία. Υπάρχουν έργα ήδη του Μότσαρτ ή του Ντα Βίντσι που βασίζονται στην τυχαιότητα. Η όψιμη αρχαιότητα και ο Μεσαίωνας πειραματίστηκαν με το είδος του κέντρωνα, της συνάρθρωσης ήδη έτοιμων στίχων παλαιών ποιητών, όπως ο Όμηρος και ο Ευριπίδης, ώστε να δημιουργηθεί ένα καινούργιο έργο. Ο Χριστός Πάσχων, η μόνη γνωστή μας βυζαντινή τραγωδία, είναι ένας τέτοιος κέντρων.

Με την έννοια αυτή, η «τεχνητή νοημοσύνη», όπως κάπως φανταιζίστικα αποκαλούμε τους σημερινούς ψηφιακούς υπερσυνδυαστήρες, και οι εφαρμογές της στις τέχνες μάς είναι αρκετά οικεία υπόθεση. Ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα είναι από τις θεμελιώδεις επίνοιες του μοντερνισμού, ήδη από την κλασσική του φάση. Για τους μοντέρνους, γράφει ο Παναγιώτης Κονδύλης, (περισσότερα…)

Ο Άγιος της Αριστεράς

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 01:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Άγιο της Αριστεράς» αποκαλεί τον Νίκο Πλουμπίδη η ιστορικός Ιωάννα Παπαθανασίου στο ντοκυμαντέρ του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου Ο κόκκινος δάσκαλος που έκανε την επίσημη πρεμιέρα του τις προάλλες. Η ταινία είναι θαυμαστή για την λεπτή ισορροπία που επιτυγχάνει ανάμεσα στον πλούτο των ιστορικών και βιογραφικών πληροφοριών που παρέχει, από τη μια, και την συγκινησιακή φόρτιση που μεταδίδει στον θεατή ξαναζωντανεύοντας με τον λόγο και την εικόνα τη μορφή αυτού του τόσο ιδιαίτερου ανθρώπου.

Δημοδιδάσκαλος και κομματικός καθοδηγητής, εθνικός ηγέτης επί Κατοχής όταν διοργάνωσε με δική του πρωτοβουλία το μεγάλο συλλαλητήριο που ακύρωσε την πολιτική επιστράτευση, προδομένος και εξευτελισμένος από τους ίδιους τους συντρόφους του την ίδια στιγμή που πέθαινε αναφωνώντας «Ζήτω το ΚΚΕ» εμπρός στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο Πλουμπίδης αναδύεται στην ταινία ως άνθρωπος τραγικός, ως μορφή παραδειγματικής ηθικής ακεραιότητας αλλά και αποκηρυγμένη και διωκόμενη από φίλους και εχθρούς. Και επιπλέον ως γνήσιος εκφραστής εκείνης της άλλης Ελλάδας, της φτωχής και καθημαγμένης αλλά υπερήφανης και αξιοπρεπούς που έδωσε το έπος του 1940 και της Εθνικής Αντίστασης.

Το ΚΚΕ αποκατέστησε τον Πλουμπίδη μισόκαρδα, σχεδόν κρυφά. Είναι οι μαρτυρίες των νεώτερων ιστορικών και των οικείων του (ιδίως του γιου του, Δημήτρη Πλουμπίδη, διακεκριμένου ψυχιάτρου) που φέρνουν σήμερα στο φως τον άνθρωπο. Ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος με την ταινία του προσφέρει διπλή υπηρεσία: στη συλλογική μας αυτογνωσία και τη δικαιοσύνη.

///

Με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του Διονύση Καψάλη. Με δεδομένο την όχι ζηλευτή κατάσταση της ποιητικής μας παιδείας εσχάτως, δεν είναι απρόσμενο ότι πολλοί συγχέουν τον ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό ενδεκασύλλαβο σ’ αυτό και σε παλιότερα βιβλία του ίδιου και άλλων, με τον ελεύθερο στίχο. Ο ενδεκασύλλαβος έχει μια εκπληκτική ευπλασία ρυθμική, μπορεί να πάρει μορφή ποικίλη, να δώσει φτερά στο πιο λυρικό αίσθημα ή αντιστρόφως να πεζοπορήσει σε τόνους πολύ συγγενικούς με την κοινή ομιλία. Η καταγωγή του κατά μία εκδοχή είναι από τα διαλογικά μέρη της αττικής τραγωδίας, από τον καταληκτικό ιαμβικό τρίμετρο, που ήταν ακριβώς στίχος υψηλής νοηματικής πύκνωσης (στιχομυθίες!) και προφορικού τόνου.

Ο ενδεκασύλλαβος, έχουν μετρήσει οι Ιταλοί στη γλώσσα τους, έχει καμιά 30 παραλλαγές, αναλόγως που πέφτουν οι τονισμένες και οι άτονες συλλανές. Συγκριτικά, ο δεκαπεντασύλλαβος είναι στίχος πολύ πιο δυσκίνητος, αφού λόγω της αμετάθετης τομής του απαντά σε λιγότερες από 20 παραλλαγές. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι είναι στατιστικά αδύνατο να πέσει κανείς πάνω σε δύο (πολυστιχα τουλάχιστον) ποιήματα γραμμένα σε ενδεκασύλλαβο που να ακολουθούν το ίδιο ακριβώς τονικό μοτίβο. Για το δεκατετράστιχο σονέτο λ.χ. υπάρχουν 3014 δυνατές παραλλαγές, δηλ. 478.296.900.000.000.000.000 τονικές εκδοχές. Σχεδόν 500 πεντάκις εκατομμύρια δυνατότητες!

Αυτά για όσους επιμένουν ότι το μέτρο και η ρίζα «περιορίζουν» λέει την ελευθερία του ποιητή.

///

Σκέψη και κόσμος είναι πράγματα ασύγχρονα. Κάποιες φορές, σπανιότατα, η σκέψη διαβλέπει τις εξελίξεις και διατυπώνει ακριβείς προγνώσεις. Τις περισσότερες όμως, τρέχει λαχανιασμένη πίσω τους. Όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει προς τα πού πάμε, είναι θύμα της λογοκρατικής πλάνης, της δεισιδαιμονίας δηλαδή ότι το μικρό κλάσμα (η ανθρώπινη νόηση) μπορεί να συλλάβει το ακαταμέτρητο όλον (την ιστορική κίνηση).

Από τον καιρό της Πυθίας, η κύρια λειτουργία κάθε πρόγνωσης είναι η παρηγορητική. Η δημιουργία της ανακουφιστικής ψευδαίσθησης δηλαδή ότι με την βοήθεια του θεού ή της θεωρίας μπορούμε να ψυχανεμιστούμε, έστω, τις μεταμορφώσεις της πραγματικότητας, να προετοιμαστούμε κάπως για την έλευσή τους. Να προδούμε το Μέλλον.

Δεν μπορούμε. Όμως ούτε και το Παρελθόν κατανοούμε στ’ αλήθεια. Εκ των υστέρων, μαζεύουμε τα σκόρπια κομμάτια του, σκαρώνουμε ένα μέσες άκρες ευπρόσωπο παζλ, και φανταζόμαστε ότι «Αχ, όλα έπρεπε νά ’ρθουν καθώς ήρθαν!», ο Περικλής να πεθάνει στον λοιμό, ο Αλέξιος Άγγελος να προσφέρει γην και ύδωρ στους Σταυροφόρους, η Μικρά και Τιμία Ελλάς να εκδιώξει τον Βενιζέλο, ότι συνέβη δηλαδή κάτι το αναμενόμενο. (περισσότερα…)

Οι κακοδαιμονίες της ελληνικής κριτικής (Απάντηση στον Δημήτρη Αγγελή)

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο Δημήτρης Αγγελής δημοσίευσε τις προάλλες στο Φρέαρ ένα αξιοπρόσεκτο κείμενο. Εκεί, σε μια απόπειρα πολεμικής ασυνήθιστα διμέτωπης, βάζει στο στόχαστρό του αφ’ ενός μεν την ποίηση της πολιτικής στράτευσης («αριστερή μελαγχολία», την αποκαλεί υιοθετώντας τον όρο του Β. Λαμπρόπουλου), αφ’ ετέρου δε τον αποκαλούμενο νεοφορμαλισμό. Δεδομένου ότι της πρώτης δεν μνημονεύει –ή δεν υπαινίσσεται κατά τρόπο αναγνωρίσιμο– κανέναν συγκεκριμένο εκπρόσωπο, εύλογη μοιάζει η υπόθεση ότι η επίθεσή του προς εκείνη την πλευρά είναι μάλλον προσχηματική και ότι πραγματικός στόχος του είναι μονομέτωπα οι νεοφορμαλιστές, από τους οποίους αναφέρει ονομαστικά όχι λιγότερους από δώδεκα.[1]

Αποκάλεσα το κείμενο του Αγγελή αξιοπρόσεκτο. Δυστυχώς οφείλω αμέσως να προσθέσω: και ατυχές. Τα προβληματικά του σημεία είναι δύο ειδών. Από τη μια μεριά, πραγματικά λάθη, αστήρικτες δηλαδή αποφάνσεις και κρίσεις· από την άλλη, αποσιωπήσεις προσώπων και πραγμάτων γνωστών, τα οποία αν είχαν ληφθεί υπ’ όψιν καί στον αρθρογράφο θα επέτρεπαν να εξαγάγει συμπεράσματα ασφαλέστερα καί στους αναγνώστες του να μορφώσουν άποψη σφαιρική.

Δυο τρία λόγια προκαταρκτικά, ώστε αν μη τι άλλο να είναι σαφές –δεν είναι πάντα– για ποιο πράγμα μιλάμε. Νεοφορμαλιστές είθισται να αποκαλούμε τους ποιητές που τις τελευταίες δεκαετίες αναβίωσαν τον έμμετρο στίχο και τις παραδοσιακές αυστηρές μορφές. Παρότι αναντικατάστατος λόγω της χρησιμότητάς του, επισημαίνω εδώ ότι ο όρος είναι αμφιλεγόμενος. Όχι τόσο επειδή η επινοήτριά του τον δημιούργησε ως όρο κακόσημο, με σκοπό να επικρίνει το ρεύμα.[2] Όσο διότι οι περισσότεροι από τους ποιητές που χαρακτηρίζονται έτσι δεν τον αποδέχονται, είτε επειδή καλλιεργούν παράλληλα και τον ελεύθερο στίχο, είτε επειδή οι μεταξύ τους διαφορές είναι τέτοιες ώστε να θεωρούν –συχνά βασίμως– ότι η συνομάδωσή τους με κριτήριο αποκλειστικό τις μορφικές τους προτιμήσεις παραπλανά. (περισσότερα…)

Τὸ νῆμα ποὺ δὲν κόπηκε

*

Ἀπὸ τὸν Θεοφύλακτο Σιμοκάττη ὤς τὸν πατριάρχη Νικηφόρο Α΄ μεσολαβεῖ ἑνάμισης αἰῶνας ἱστοριογραφικῆς σιωπῆς. Τὴ δεκαετία τοῦ 630 εἰκάζεται ὅτι συνέγραψε τὸ πόνημά του ὁ Σιμοκάττης, ἐνῷ ἡ Ἱστορία σύντομος τοῦ δεύτερου θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἔργο ὁλοκληρωμένο πρὸ τοῦ 780. Ὅπως ὁ Ξενοφῶν ξεκινάει τὰ Ἑλληνικά του ἀπὸ τὸ 411 π.Χ., ἀπὸ ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου, τοῖς Ἅδου ρήμασι πειθόμενος, ἐγκαταλείπει τὴν Ξυγγραφή του ὁ Θουκυδίδης, ἔτσι καὶ ὁ, νεαρὸς τότε, Νικηφόρος παραλαμβάνει τὴ σκυτάλη στὸ σημεῖο ἀκριβῶς ποὺ τὴν ἀφήνει ὁ Θεοφύλακτος: τὸ ἔτος 602, χρονιὰ τῆς τελευτῆς τοῦ βασιλέως Μαυρικίου, γιὰ νὰ τὴν κουβαλήσει μὲ τὴ σειρά του ὤς τὸ κοντινό του 769. Ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν συνηλικιώτη του Θεοφάνη τὸν Ὁμολογητή, ποὺ θὰ γράψει ὡστόσο τρεῖς δεκαετίες ἀργότερα, ὁ Νικηφόρος εἶναι ἡ κυριότερη πηγή μας γιὰ τοὺς λεγόμενους «σκοτεινοὺς αἰῶνες» τοῦ Βυζαντίου, τοὺς φτωχοὺς σὲ γραπτὲς μαρτυρίες καὶ σημαδεμένους βαθιὰ ἀπὸ τὴν εἰκονομαχικὴ ἔριδα.

Στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς σιωπῆς εἶναι τὸ μόνο. Ἀπὸ τὸν Ἐκαταῖο τὸν Μιλήσιο καὶ τοὺς Ἴωνες χρονογράφους ὣς τὸν Πολύβιο καὶ τὴν Ἄννα Κομνηνὴ καὶ ἀπ’ αὐτοὺς ὣς τὶς μέρες μας, ἡ συνέχεια, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίγνωση τῆς συνέχειας καὶ τῆς διαδοχῆς, εἶναι ἐντυπωσιακή. Ἀκόμη καὶ τοὺς αἰῶνες μετὰ τὸ 1453, ὅταν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα πέφτουν σὲ βαθιὰ ὕφεση καὶ οἱ λόγιοι ἀναζητοῦν καταφύγιο στὴν Εὐρώπη, καταπὼς ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ οἱ νεοπλατωνικοὶ τῶν Ἀθηνῶν στὴν Περσία, τὰ ἱστορικοῦ ἐνδιαφέροντος κείμενα δὲν ἐξέλιπαν. Ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς τῆς Ἅλωσης ὤς ἐκείνους τοῦ 19ου αἰῶνα ποὺ ξαναδίνουν στὴν ἑλληνικὴ ἱστοριογραφία ἕνα ὕψος κλασσικό, τὸ διάστημα καλύπτεται ἀπὸ μιὰ πληθώρα ἱστοριογραφικῶν μαρτυριῶν, χρονογραφικοῦ ἐπιπέδου καὶ ὕφους συνήθως, ἀλλὰ ὄχι γι’ αὐτὸ λιγότερο πολύτιμων.

Ἂν τὸ Χρονικὸν τοῦ Γεωργίου Σφραντζῆ ἐκτείνεται ὤς τὸ ἔτος 1477, ὁ Χρονογράφος του Ψευδο-Δωροθέου φτάνει ὤς τὸ 1579, ἡ Νέα Σύνοψις τοῦ Ματθαίου Κιγάλα ὤς τὸ 1637, ἡ Ἐπιτομὴ τῆς ἱεροκοσμικῆς ἱστορίας του Νεκταρίου τοῦ Κρητὸς ὣς τὸ 1677 κ.ο.κ. Συγγράμματα ὅπως ὁ Χρονογράφος καὶ ἡ Ἐπιτομὴ ἀνατυπώθηκαν ἐπανειλημμένα καί, συμπληρωμένα κάποτε, συνέχισαν νὰ ἐπανεκδίδονται ὣς τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα. (περισσότερα…)

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Λυρικά αποσπάσματα

*

Προλόγισμα-Εκλογή: Κώστας Κουτσουρέλης

«Ο Βαλαωρίτης δεν είναι λυρικός», προειδοποιεί τον αναγνώστη ο Κωστής Παλαμάς – ίσως για να τον προφυλάξει από την διαδεδομένη ήδη στον καιρό του παρεξήγηση ότι η ποίηση ταυτίζεται με το λυρικό της γένος. Ωστόσο δεν έχει εντελώς δίκιο. Το μέγιστο μέρος του έργου του Βαλαωρίτη το αποτελούν ασφαλώς τα αφηγηματικά του ποιήματα. Όμως ο Βαλαωρίτης είναι κάτι παραπάνω από ιστορητής, από εικονογράφος των μακραίωνων εθνικών παθών, για να θυμίσω μια από τις σημασίες της λέξης. Είναι βάρδος με το πλατύ περιεχόμενο που προσέδιδε στον όρο ο 19ος αιώνας, ποιητής δηλαδή που συνδέει οργανικά και αναπόσπαστα τον επικό με τον λυρικό και τον ελεγειακό τόνο. Παρότι ποιοτικά σημαντική, ποσοτικά αυτή του η πλευρά είναι αφανέστερη. Οι λυρικές στιγμές του συχνά είναι κρυμμένες σε εκτενέστερα έργα του, λειτουργούν ως πρελούδια ή ιντερμέδια τα οποία παρενείρονται στην αφήγηση και ρυθμίζουν τη ροή της. Στην Κυρά Φροσύνη, για παράδειγμα, βλέπουμε τον ποιητή να περιγράφει λυρικότατα την Λίμνη των Ιωαννίνων.

Κρυφά το γλυκοχάραμα προβαίνει από τον Πίνδο
ραντίζοντας με τη δροσιά το κάθε πάτημά του.
Κοιμάται η λίμνη ατάραχη, και στου γιαλού την άκρη
ακούεται γλυκά γλυκά λίγος αφρός να παίζει,
σαν ήσυχος ανασασμός μικρού παιδιού στον ύπνο.

Κύριο γνώρισμά του βαλαωριτικού λυρισμού είναι η βαθιά τρυφερότητα:

Στον κόσμο σ’ είδα μιαν αυγή, στον ουρανό μου αστέρι,
στον έρημό μου το γιαλό μονάκριβη αρμυρήθρα,
βυζασταρούδι γαλανό, δροσάτο σαν τη φτέρη,
ξανθό σαν την κερήθρα.

Ο λυρικός Βαλαωρίτης ποθεί τη γαλήνη και την αρμονία, οραματίζεται μια αιθρία όπου οι κίνδυνοι απέλειπαν, όπου και τα θηρία ακόμη έχουν εξουδετερωθεί.

Καλός καιρός οπού ’τανε! Το ’χα κρυφό καμάρι
να μη με σκιάζει η ομορφιά και δίχως χαλινάρι
να τρέχω θάλασσα και γη. Έβλεπα τον πετρίτη,
αντί να βάφει στη σφαγή τη σιδερένια μύτη,
να ξεψυχάει μες στη φωλιά. 

(περισσότερα…)

Η αλυσίδα που σπάζει

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:27
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Χθες ο Παπαδημητρακόπουλος, προχθές ο Γκανάς, παραπροχθές ο Βαλτινός. Για τα ελληνικά γράμματα, ήταν βαριές οι απώλειες της χρονιάς που φεύγει. Και δεν εννοώ τις απώλειες εδώ τις ατομικές. Η ελληνική λογοτεχνία, ως σύνολο πια, ως έκφραση ενός κόσμου διακριτού, χάνει σιγά σιγά τον συνεκτικό της ιστό, τους κρίκους που σχηματίζουν την αλυσίδα της.

Γιατί και οι τρεις αυτοί ήταν τέτοιοι, φυσιογνωμίες που υπερέβαιναν το ατομικό, που εξέφραζαν μια συλλογικότητα. Ήταν στιγμές, όψεις, μαρτυρίες, πείτε το όπως θέλετε, μιας ιδιαιτερότητας, της ιδιοφωνίας ενός τόπου και ενός καιρού. Και με την έννοια αυτή, η σημασία του έργου τους ξεπερνά κατά πολύ το ύψος του ατομικού τους, αναμφισβήτητου, επιτεύγματος.

Στην ιστορία της λογοτεχνίας, ανοίξτε όποιο εγχειρίδιο θέλετε, οι σημαντικότεροι σταθμοί ήταν πάντα τέτοιοι, διττοί. Εκφάνσεις, την ίδια στιγμή, και του προσωπικού ταλέντου και της υπερπροσωπικής παράδοσης, γεννήματα και μιας ατομικότητας ανεπανάληπτης και μιας ευαισθησίας γενικής. Στις μέρες μας αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Γιατί σε καιρούς φυγόκεντρους, το ατομικό χάρισμα δεν φτάνει για να προσδώσει σε κάτι αξία και διάρκεια. Χρειάζεται και οι άλλοι να μπορούν να καθρεφτιστούν και να αναγνωριστούν μέσα του. Είναι τα πρόσωπα των πολλών που δίνουν αξία στο πρόσωπο του ενός.

Νά γιατί οι ατομικιστικές εποχές, η όψιμη Αρχαιότητα φέρ’ ειπείν, ή η τωρινή Ευρώπη, έχουν να παρουσιάσουν στις τέχνες και στα γράμματα μια απειραριθμία ατόμων, αλλά τις καθολικές προσωπικότητες του παρελθόντος μόνο να τις ονειρεύονται μπορούν. Η απλή συμπαρεύρεση των μονάδων, όσο αξιόλογων και είναι, χωρίς άθροισή τους οργανική, δεν δίνει πρόσθετη, ανώτερη τιμή. Ίσα ίσα, απομειώνει και την αξία της ατομικής προσπάθειας.  Όταν η αλυσίδα σπάζει, μένουν σκόρπιοι κρίκοι.

/// (περισσότερα…)

Ταριχευτήριο Ευρώπη

*

Κώστας Κουτσουρέλης
Ταριχευτήριο Ευρώπη
Κίχλη, Δεκέμβριος 2024

Σελίδες: 136 • Σχήμα: 15 x 23 εκ.
ISBN: 978-618-5461-86-7 • Τιμή: 11,00 €

Π ρ ο δ η μ ο σ ί ε υ σ η
από το βιβλίο που κυκλοφορεί στις 24.12.2024

///

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΒΙΒΛΙΟ μοιράζονται τρία ανεξάρτητα μεταξύ τους έργα, γραμμένα τη διετία 2022-2023. Το εναρκτήριο «Καμιά φωνή» απαρτίζεται από 100+2 ελεγειακά και σατιρικά ρουμπαγιάτ, παλιά περσική φόρμα που στη δυτική παράδοση συνδέθηκε με το όνομα του Ομάρ Χαγιάμ (1048-1131). Το φερέτιτλο ποίημα «Ταριχευτήριο Ευρώπη» είναι ένας εκτενής μονόλογος πάνω στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα αυτής της ηπείρου λίγο προτού εκπνεύσει το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα. Τέλος, οι «Έλεγοι από τη Ρεματιά», 27 ποιήματα σε μορφή καταλόγου ή παρλάτας, απλώνονται σε θέματα που εν μέρει θίγονται και αλλού στο βιβλίο: από τα μεγάλα κοσμολογικά ερωτήματα ώς τις μικροπεριπέτειες του Εγώ.

(Από το αυτί της έκδοσης)

//

ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΑΡΓΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ
Κοιτάζω γύρω μου τους πεθαμένους
Ταριχευμένοι πάνε πάνω κάτω
Στιγμή δεν παύουν όντα κουρντισμένα
Σ’ ένα λιμάνι μισοβουλιαγμένο
Ντεκόρ για ειδύλλια και στο βάθος φάρος
Απέναντι το φρούριο επηρμένη
Σημαία στις επάλξεις αναμνήσεις
Dulce et decorum κάποτε ίτε παίδες
Τώρα προορισμός για αποδράσεις
Γδυτά Σαββατοκύριακα πακέτα
Αμμόλουτρων στον ήλιο all inclusive
Τα ρομποτάκια στην γραμμή σερβίρουν
Το άλλο πρόθυμο ρομπότ εσένα
Στις πιο βαθιές τ’ ονείρου σου ξαπλώστρες
Αύρα θαλάσσης εγκιβωτισμένη
Στα έγχρωμα παγάκια ενός κοκτέηλ
Όπως στης Γροιλανδίας τους παγετώνες
Η τέφρα των αρχαίων ηφαιστείων
Όπου κοιτάζω γύρω το ίδιο θέαμα
Νεκροί ηλιοκαμένοι σε όρθια στάση
Γελούν φωτογραφίζονται ψωνίζουν
Μιλούν χιλιάδες γλώσσες ούτε μία
Δεν βγάζει νόημα καμμία λέξη
Με νόημα όλοι τρώνε πτώματα άλλα
HOMO SAPIENS SAPIENS το πλέον
Γνωστό πτωματοφάγο έμβιο είδος
Με τέχνη κατακρεουργεί κι αλέθει
Με γνώση διαμοιράζει τη βορά του
Προτού σε σελοφάν την συσκευάσει
Έτοιμη προς ανάλωση και βρώση
Πτώμα που πτώμα δεν θυμίζει ζύμη
Ρόδινη μαλακή από πλαστελίνη
Μόνο αραιά και πού μια στάλα αίμα
Γλιστρά απ’ το φελιζόλ και σε λεκιάζει
Σαν κόκκινη λησμονημένη τύψη
Το μόνο ζων που τρώει είναι τα στρείδια
Που τα ναρκώνει πρώτα με λεμόνι
Όπως ναρκώνει τον εγκέφαλό του
Με ζάναξ ή λεξοτανίλ τις νύχτες
Θήρα γεωργία πτωματοφαγία
Τα τρία στάδια της Ιστορίας
Το τέταρτο δεν θα καθυστερήσει
Ο κανιβαλισμός

 

///

*

*

*

 

«στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι…»

*

Στις 2 του Δεκέμβρη 1944 «γεννήθηκε στη Σαλονίκη» ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μνεία τιμητική στην επέτειο, ένα απόσπασμα για τον ποιητή από παλιότερο δοκίμιο του Κ. Κουτσουρέλη.

~.~

Ο Διονύσης Σαββόπουλος επηρέασε την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού όσο κανείς άλλος τις τελευταίες δεκαετίες. Για να μην παρεξηγηθώ: δημιουργούς πληρέστερους, πλατύτερους, καθολικότερους εκείνου, η μουσική μας προφανώς διαθέτει. Και μόνο το όνομα του Μίκη εδώ θ’ αρκούσε. Όμως ο Σαββόπουλος δεν είναι ένας απλώς από τους πρωταγωνιστές του ελληνικού τραγουδιού μισόν αιώνα τώρα. Όπως έχει ειπωθεί, είναι ο άνθρωπος που φέρνει στην Ελλάδα τον τύπο του βάρδου της ροκ, που με τη σειρά του αναβιώνει τον παμπάλαιο τύπο του ραψωδού ή του τροβαδούρου. Συνενώνοντας στο πρόσωπό του και τις τρεις ιδιότητες που συνδιαμορφώνουν το τραγούδι, και τη σύνθεση και τη στιχουργική και την ερμηνεία, ο Σαββόπουλος επηρεάζει τους νεώτερούς του τραγουδοποιούς σε βαθμό ανώτερο από κάθε άλλον ομότεχνό του.

Για τους στίχους του Σαββόπουλου μπορεί να μιλάει κανείς για ώρες. Μπορεί να σταθεί στην πολιτική, την κριτική τους πλευρά, λ.χ. αυτήν που σαρκάζει τη δομική ανισορροπία της σύγχρονης ζωής:

σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
εν αφθονία μου παρέχεις
στέγη τροφή και προστασία
σ’ ευχαριστώ ω εταιρία

Ή που διεκτραγωδεί τα εθνικά μας πάθη, όπως στο τραγούδι του 1974 για την Κύπρο:

Σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ
δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
μόν’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις
και κάνα φράγκο στο κουτί που ’ναι στην άκρη. […]

Κι αν λέω ψέματα κι αν λέω παραμύθια
κι η ζητιανιά τα δυο χεράκια μου στραβώνει
μη με μαλώνεις, μόνο δώσε μια βοήθεια
το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει.

Ή μπορεί πάλι να σταθεί στην ερωτική του πλευρά, στον ποιητή που υμνεί τη γυναικεία μορφή όταν παραδίδεται, θροΐζοντας στην κυριολεξία μέσα από τις αλεπάλληλες συνηχήσεις του θήτα και του ρο, στο αμίμητο λίκνισμα ενός ταγκό: (περισσότερα…)