βυζαντινή ποίηση

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΒ΄: Χριστόφορος Μυτιληναίος [2/2]

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ  [2/2]

Μετάφραση Τασούλας Καραγεωργίου

~.~

Θερμές ευχαριστίες στη μεταφράστρια και στον φίλο Άγγελο Καλογερόπουλο εκ μέρους του περιοδικού Το Κοινόν των ωραίων τεχνών για την άδεια της αναδημοσίευσης (οι αποδόσεις βρίσκονται στο τχ. 3, Ιούνιος 2018). – ΗΜ

Πρὸς μοναχὸν Ἀνδρέαν
(ἀπόσπασμα)

Πολλοὶ λένε (κι ἂν εἶναι ἀληθινὰ τὰ λόγια τους
δὲν τὸ γνωρίζω), λένε ὅμως καὶ μὲ πείθουν· ὅ
τι πολὺ χαίρεσαι, ὦ μοναχὲ καὶ πατέρα,
ἂν κάποιος σοῦ προσφέρει λείψανα σεπτὰ
ἀνδρῶν μαρτύρων ἢ σεβαστῶν γυναικῶν,
καὶ θῆκες θείων λειψάνων λένε πὼς ἔχεις πολλές,
ποὺ τὶς ἀνοίγεις πάντα καὶ τὶς δείχνεις
στοὺς φίλους σου· δέκα χέρια τοῦ μάρτυρα Προκόπιου,
τοῦ Θεοδώρου δεκαπέντε γνάθους,
τοῦ Νέστορος περὶ τὰ ὀκτὼ ποδάρια,
τοῦ Γεωργίου δε κάρες τέσσερις
καὶ μαστοὺς πέντε τῆς ἀθλοφόρου Βαρβάρας
καὶ –πρόσφατα ἀποκτήματα– τὰ ὀστᾶ
ἀπὸ τοὺς δώδεκα βραχίονες
τοῦ καλλινίκου μάρτυρα Δημήτριου
κι ἀκόμα τοὺς καλάμους ἀπὸ τὰ εἴκοσι συνολικὰ σκέλη
τοῦ Παντελεήμονος (τί πλῆθος στ’ ἀλήθεια!)

~•~ (περισσότερα…)

Μια ποιητική ανταλλαγή ύβρεων από τον Δέκατο Aιώνα

*

Ιωάννης Γεωμέτρης εναντίον Στυλιανού

Μια ποιητική ανταλλαγή ύβρεων
από τον Δέκατο Aιώνα

Εισαγωγικά-Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Οι λόγιοι Βυζαντινοί αρέσκονταν και στις λόγιες ανταλλαγές ύβρεων. Τον 10ο αιώνα έχουμε μία τέτοια, έμμετρη μάλιστα, μεταξύ του κορυφαίου ποιητή της εποχής Ιωάννη Γεωμέτρη και κάποιου Στυλιανού. Η πρόσθετη στρατιωτική ιδιότητα του Γεωμέτρη δίνει την ευκαιρία στον αντίπαλό του να κάνει χρήση πολεμικής ορολογίας στις δικές του προσβολές (στ. 6-10, 29-33). Όσον αφορά στην απόδοση, προτίμησα την ισορροπία μεταξύ της ήπια λόγιας και της ξεκάθαρα καθημερινής φρασεολογίας. Τον κίνδυνο της υπερβολικής «απολογιοποίησης» του πρωτοτύπου τον περιορίζει αυτομάτως ο ίδιος ο έμμετρος στίχος. Επιπλέον, τι νόημα θα είχε για τον σύγχρονο αναγνώστη η προσβολή που βγήκε απευθείας από το σκονισμένο ερμάρι; Άλλωστε, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε έναν λόγιο που χάνει την υπομονή του να ξεπέφτει στιγμιαία στο επίπεδο του απλού ανθρώπου. Χρησιμοποίησα την έκδοση: E. Van Opstall, «The pleasure of mud-slinging: An invective dialogue in verse from 10th century Byzantium», Byzantinische Zeitschrift 108 (2015), 771-796.

*
Γεωμέτρης
Πονάει το σώμα σαν φουσκώσει η κήλη,
μα αν τα μυαλά φουσκώσουν, ξεμωραίνεις.
Κι ο φθόνος πάντα τα αίματα τ’ ανάβει.
Έτσι λοιπόν, με φθόνο και μωρία
ο Στυλιανός ξερνάει μοχθηρία.

Στυλιανός
Φυσάς και το μυαλό σου ξεφουσκώνει·
τσαντίζεσαι μα οι εχθροί σου σε στραβώνουν.
Με τέτοια χάλια θα λογομαχήσεις;
Την έχεις δει, μπροστά σου όμως δεν βλέπεις
και λες τη μια βλακεία μετά την άλλη. (περισσότερα…)

Γεώργιος Πισίδης, Στον αυτοκράτορα Ηράκλειο και τους Περσικούς Πολέμους

*

Μετάφραση ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

[στ. 66-99]

Τον Όμηρο, που είναι η πηγή των λόγων
(τις αρτηρίες του λόγου αυτός διανοίγει
και της ζωηρής του φρόνησης τις σκέψεις
διαρκώς ποτίζει κι έτσι μεγαλώνουν·
και το νερό ποτέ δεν του τελειώνει)
βλέπεις που τις αυτάδελφες μοιράζει
αρετές – μια σε κάθε ποίημα βάζει
και πώς αλλιώς; Στα χρόνια του δεν ζούσε
κανείς με φρόνηση μαζί κι ανδρεία,
αλλά και με άλλες αρετές λουσμένος.
Μα αν κάποιος του έδινε το πρότυπό σου
θα γνώριζε την τελειότητά σου
κι αφήνοντας τους μύθους κατά μέρος
θα ενστάλαζε παντού τον ψυχισμό σου.
Εικόνα τότε θα έπλαθε σπουδαία·
τέσσερις αρετές συνενωμένες
κι αυτό σ’ εσένα πάνω βασισμένο.

Του Νέστορα τα χείλη ας στάζουν μέλι,
της μέλισσας θυμίζοντας τους κόπους,
κατά τον ποιητή. Λοιπόν φαντάσου
πόσο πολύ θα θαύμαζε τον νου σου
που φτιάχνει μέλι νοητά κι αλήθειες
μ’ ευφράδεια πολλή και χάρη αρθρώνει.
Μέσα σου δηλητήριο δεν έχεις.
Απ’ τα άνθη εσύ το χρήσιμο συλλέγεις
διαρκώς κι όχι την άνοιξη μονάχα.
Έχεις, σαν μέλισσα, κεντρί· τους νόμους.
Μα δεν σκοτώνεις, ούτε καν λαβώνεις,
γιατί όταν βρεις κανέναν που το αξίζει
με το κεντρί –τους νόμους– τον φοβίζεις
μα κατά βάθος έλεος του δείχνεις.
Προτάσσεις το κεντρί και το μαζεύεις.
Δεν βλάπτει πια, τελείως το αχρηστεύεις·
με μια εντολή σου πλέον δεν τρυπάει.
Λες έγινε φιλάνθρωπο κι εκείνο
κι αντί για πίκρα μέλι μας κερνάει. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης | Αποδόσεις Γιώργου Βαρθαλίτη (2/2)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Αποδόσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη  [2/2]

~.~

Στὸν σαρκικὸ ἔρωτα.

Ὁ τρομερὸς τὸν νοῦ μου ὁ ἔρωτας τυφλώνει
μὰ τὸ σκοτάδι διώχνει ὁ πόθος σου, Χριστέ μου.

~•~

Σὰν νὰ μιλάει κάποιος ποὺ ζήτησε νερὸ ἀπὸ μιὰ κοπέλα καὶ τὴν ἐρωτεύθηκε.

Ὢ τὸ πικρὸ νερὸ ποὺ πάλι ἤπια καὶ πάλι.
Διψῶ ἀκατάπαυστα. Ποιό τὸ νερὸ εἶναι ἐτοῦτο
ποὺ ἀνάβει πυρκαγιὰ καὶ καίει τὴν καρδιά μου;
Κρυβόταν τῶν ἐρώτων ὁ δαυλὸς ἐντός του.
Καὶ τώρα τί νὰ κάνω; Δῶσε μου ὅμως, κόρη,
τὰ χείλη σου νὰ πιῶ· μὰ ἀπὸ μακριὰ μὲ λιώνεις.
Κοντά σου τὴ φωτιὰ τοῦ πάθους πῶς θὰ ἀντέξω;
Μόνο ἕνα φάρμακο γιὰ αὐτὴ τὴ δίψα ξέρω:
τὸν ἔρωτα ἔρωτας πιὸ φλογερὸς τὸν σβήνει,
τὸν πιὸ μεγάλον ἔρωτα ἕνας πιὸ μεγάλος.
Χριστέ μου, ἁρπάζομαι ἀπὸ σένα τώρα, δῶσ᾽ μου
τὸ ζῶν νερό σου, αὐτὸ θὰ σβήσει καὶ τὴ φλόγα.

~•~

Στὸν ἑαυτό μου Α’.

Ἄχ! Ὁ τοξότης τῶν καρδιῶν καὶ τώρα πάλι,
φωτιὰν ἀνάβοντας, μοῦ ρίχνει τὰ πυρφόρα
τὰ βέλη τὰ φριχτὰ κι ἀγαπημένα. Μ᾽ ἔχει
βαριὰ λαβώσει καὶ δὲν θέλω νὰ τὰ βγάλω,
τὸ ξίφος μπήγω ἐντός μου, θέλω νὰ πεθάνω,
ποθῶ νὰ καῶ, νὰ λαβωθῶ καὶ ἄλλο ἀκόμα.
Ὢ συμφορὰ μεγάλη! Ποιό νερὸ τὴ φλόγα
θὰ σβήσει τὴν πικρή; Τὸ βέλος ποιός θὰ βγάλει;
Ὁ λόγος σου, Χριστέ μου, καὶ τὸ ζῶν νερό σου.
Τὰ φάρμακά σου ἀμέσως φέρε, λυτρωτή μου.

~•~

Στὸν ἑαυτό μου Γ΄.

Εἶσαι, Χριστέ μου, γῆ καὶ θάλασσα καὶ πόλος.
Στὴ γῆ βαδίζω ὅπως προστάζεις κάθε μέρα,
μὲ κυβερνᾶς ἐσὺ στὴ θάλασσα σὰν πλέω,
στὸν οὐρανὸ τοῦ νοῦ μου ὑψώνω τὸ κατάρτι.
Βλέπω ὅλο ἀνέμους μανιασμένους τὸ ταξίδι,
φοβᾶμαι ἀκόμα καὶ τὶς ἄγριες καταιγίδες,
τὶς τρικυμίες μὲ φρίκη βλέπω τῶν παθῶν μου
καὶ τρέμω καὶ τὴν ταραχὴ τῶν λογισμῶν μου.
Πῶς νὰ περάσω καὶ τὸν ἀέρα νὰ διασχίσω;
Πῶς νὰ ξεφύγω τόσα ἐμπόδια καὶ παγίδες,
χωρὶς νὰ πέσω καὶ χωρὶς νὰ ναυαγήσω
στῆς γῆς τὰ βάθη καὶ στὰ μύχια τοῦ ταρτάρου;
Μόνο ἂν κρατήσεις σὺ τοῦ πλοίου μου τὸ δοιάκι
κι ἅμα τοῦ πνεύματός σου ὁ ἀέρας τὰ πανιά μου
φουσκώσει τώρα καὶ στὸν θρόνο σου μὲ φέρει.

~•~

Στὴ ζωὴ Β΄.

Γιατί ἀποφεύγεις τὰ καθημερνά, ψυχή μου,
βάσανα; Δὲν θὰ βρεῖς τῆς ἀλυπίας τὴν τέχνη.
Θέσπισε ὁ Πλάστης νά ᾽χει ἀγκάθια ἡ γῆ ἀπὸ κάτω
καὶ μύριες ἔγνοιες ἡ ζωή μας. Βάσταξέ τες.

~•~

Στὸν πυλωρὸ τοῦ πατρικίου Ἠλιού.

Πές, ποιά εἶναι ἡ μάνα σου, ποιός ὁ πατέρας σου εἶναι.
Εἶσαι ἀπ᾽ ἀλάστορες, ἡ μάνα σου Ἐρινύα.
Ὁ Θεὸς νὰ σὲ μισήσει, βδέλυγμα καὶ τέρας,
ἔχιδνα, δράκαινα, πικρὲ σκορπιὲ καὶ φίδι,
θαλασσινὴ τρυγόνα, βδέλλα, γριὰ καὶ σκύλλα,
κι ὅ,τι θηρίο στάζει ἀπὸ φαρμάκι.

~•~

Στὴ Βάπτιση.

Συνάθροισα ὅλο τὸ νερὸ τῶν θαλασσῶν
ἐγὼ κι ὅλα τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου.
Τὸ χέρι τὸ δικό μου πάλι μ᾽ αἷμα
τὸν θόλον ἅπλωσε ψηλὰ τῶν οὐρανῶν.
Βρέχω τὴ γῆ, μὰ ἐδῶ τὴν κεφαλή μου
μὲς στὸ νερὸ βουτάω καὶ βυθίζω
τὴν κεφαλὴ τοῦ δράκοντα μαζί μου.
Ὁ βασιλέας στὸν δοῦλο γέρνω τὸν αὐχένα
καὶ τοὺς θνητοὺς στ᾽ οὐράνια ἀνυψώνω.

~•~

Σὲ κάποιον μουσικό.

Κάποτε ὁ Θάμυρις κι ὁ Ὀρφέας κι ὁ Κινύρας
μὲ τὰ τραγούδια τους μάγευαν δέντρα, πέτρες
καὶ τ᾽ ἄγρια ζῶα. Μὰ οἱ τερπνές σου μελωδίες
τὰ πάντα μάγεψαν: τῆς θάλασσας τοὺς βράχους,
νομίζω, καὶ τὴ θάλασσα τὴν ἄγρια ἀκόμη
τήνε κοιμίζουν καὶ τοὺς δυνατοὺς ἀνέμους.
Κοίτα, σὰν ἄκουσεν ὁ αἰθέρας τὸ τραγούδι
πιὰ τὴν ἀμάχη τῶν ἀγέρηδων τελειώνει
κι ὅλα τὰ γνέφια ποὺ ἀντιστέκονται σκορπίζει.
Δὲς πῶς χαρούμενη χαμογελᾶ ἡ λιακάδα!
Καὶ κάτω ἡ θάλασσα ἡ φουρτουνιασμένη πρῶτα
αἴφνης ἠρέμησε κι ἁπλώθηκε σὰν λάδι,
τὴν ὕβρη πέταξε ὅπως ὁ φονιὰς πετάει
στὴ γῆ τὸ ξίφος, μαλακώνει κι ἡ ἀφορμή του·
ἀπ᾽ τὴ χαρὰ ποὺ μελωδεῖς σοῦ ἀνοίγει δρόμο.
Γλυκὰ ἡ Γαλήνη σὲ κοιτάζει καὶ γελάει.
Σκιρτοῦν τὰ ψάρια κι ἡ φιλόμουση Ἀλκυόνα
μὲ τὸ δικό της σοῦ ἀποκρίνεται τραγούδι.
Γύρω καὶ πλάι στὴ λύρα πλέει τὸ δελφίνι,
κρώζει κι ὁ σκάρος καὶ μπροστὰ χιμᾶ ὁ ναυτίλος,
φτάνει γοργὰ καὶ προβοδᾶ τὸ πλοῖο ὁ πομπίλος.
Ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ μαγέψεις τὸ καράβι
καὶ στὸ τραγούδι σου τὸ κάνεις νὰ χορέψει
καὶ τ᾽ ἄνω κάτω τὸ φέρεις μὲ τὴ βία,
ἢ κάνεις νὰ ἀνεβοῦν πουλιά, θεριὰ καὶ ψάρια
στὸ πλοῖο πάνω καὶ στὸν πάτο τὸ τραβήξεις,
ἢ μήπως πέτρες γίνουν αἴφνης ὣς κι οἱ ναῦτες
ἢ καὶ τὰ πάντα, ἂν θὲς νὰ μοιάσεις στὶς Σειρῆνες.
Βλέπεις αὐτὸς κάνει ὣς κι οἱ πέτρες νὰ σαλεύουν,
ζωὴ σὰν νά ᾽χουνε κι αὐτές, κι ἀπὸ τοὺς ζῶντες
μπορεῖ νὰ κάνει πέτρες ὅποιους κι ἂν θελήσεις.

~•~

[Μήτε ζωγράφου χέρια…]

Μήτε ζωγράφου χέρια μήτε λιθοξόου,
μά, δημιουργέ, ἡ δική σου τέχνη καὶ τὰ χέρια
τὴν ὀμορφιὰ τῶν πάντων σ᾽ ἕνα συγκεράζει.
Μὲ φῶς των ἄστρων τῶν πετρῶν ἡ λάμψῃ μοιάζει,
μὲ τὴ λαμπρὴ φωτιὰ τοῦ αἰθέρα ἡ χρυσὴ ἁψίδα,
τὰ μωσαϊκὰ τὰ ἐξαίσια καὶ τὰ χρώματα εἶναι
ζωγραφιστὸς καθὼς λειμώνας ὅλος μ᾽ ἄνθη.
Ἐδῶ κι ἡ τέχνη τῶν μορφῶν νικᾶ τὴ φύση
καὶ ζωγραφίζει σχῆμα, κίνηση καὶ βλέμμα,
θαρρεῖς ἀκόμα καὶ τὸ πνεῦμα παριστάνει.
Βουνὰ κινεῖ κι ἡ πίστη. Πιὰ τὸ βλέπω ἀλήθεια.
Τοῦ λάτρη σου Νικήτα ἡ ἀγάπη μὰ κι ὁ πόθος
σὰν ζωντανὲς νὰ μοιάζουν ἔκαναν οἱ εἰκόνες,
ὣς κι ἀστραπὲς νὰ ρίχνουν ἔπεισαν τὶς πέτρες
κι ὅλα γεμίσαν μὲ τὴ λάμψη σου, Χριστέ μου.

~•~

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης | Αποδόσεις Γιώργου Βαρθαλίτη (1/2)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Αποδόσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη  [1/2]

Ένα ευρύτερο τμήμα των ποιητικών έργων του Ιωάννη Γεωμέτρη απέδωσε στη νεοελληνική για πρώτη φορά ο ποιητής Γιώργος Βαρθαλίτης (Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, Αρμός, 2012) τον οποίο και ευχαριστώ για την ευγενική άδεια αναδημοσίευσης εδώ. Προτίμησα να παραθέσω τις αποδόσεις του από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Τρεις μεγάλοι Βυζαντινοί ποιητές (Αρμός, 2017), όπου συγκεντρώνει τη μεταφραστική του εργασία σε τρεις βυζαντινούς ποιητές, διότι έχει επεξεργαστεί ορισμένες μεταφράσεις του, έχοντας επιφέρει μικρές αλλαγές σε κάποιες από τις αποδόσεις των έργων του Γεωμέτρη, σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση.

~•~

Στὴν ἀποστασία.

Αἷμα νὰ ρίξεις σὰ βροχή, οὐρανέ μου, τώρα·
τώρα ντύσου μὲ πένθιμο σκοτάδι, ἀέρα·
ἡ γῆ, ἀπ’ τὸν πόνο μὲ τὰ νύχια σου ξεσκίσου,
ξερίζωσε τὰ δέντρα, ρίξ’ τα σὰν πλεξοῦδες
καὶ βόγγηξε, σκεπάζοντας μὲ μαῦρο ροῦχο
τὸ πρόσωπό σου τώρα ἀντὶ γιὰ τὸ χορτάρι.
Δικό μας αἷμα τὴν Μικρὰν Ἀσίαν ὅλη
τὴ διαφεντεύει καὶ τὸ ξίφος διαχωρίζει,
ὠιμέ!, γονεῖς καὶ συγγενεῖς, παιδιὰ κι ἀδέρφια.
Τρέχει ὁ πατέρας νὰ σκοτώσει τὸ παιδί του·
καὶ τὸ παιδὶ μετὰ φονεύει τὸν πατέρα·
μαχαίρι βγάζει ὁ ἀδερφός, ὢ πικρὴ τρέλα,
γιὰ νὰ τὸ μπήξει μὲς στὸ στέρνο τ᾽ ἀδερφοῦ του.
Κάτω ἀπό μᾶς ἡ γῆ σπαράζεται καὶ σειέται
ἀπὸ τὸν τρόμο κι ἀπὸ πάνω μας οἱ φλόγες
τῶν κεραυνῶν κάνουνε στάχτη καὶ τὴ σκόνη.
Οἱ πολιτεῖες τῆς Ρώμης τώρα τὰ μπεντένια
σὰν κόμη ρίχνουνε στὴ γῆ καὶ σπαραγμένες
κλαῖνε πικρὰ πῶς κλαῖνε κόρες μαυροφόρες.
Οἱ Ἀγαρηνοὶ νικᾶνε· οἱ πόλεις ποὺ ἦταν πρῶτα
στὴ δούλεψή μας πληρωμὴ τώρα ζητᾶνε
κι ἀπὸ τοὺς φόνους ἐναντίον μας καὶ γλεντᾶνε.
Κι αὐτὰ συμβαίνουν ὅπου ὁ ἥλιος ἀνατέλλει.
Μὰ ποιός μπορεῖ τί γίνεται νὰ πεῖ στὴ δύση;
Σμήνη Σκυθῶν σὰν νά ᾽τανε δική τους χώρα
ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη τὴ διασχίζουν ὣς τὴν ἄλλη•
καὶ σὰν τὴ γῆ ποὺ εὐγενικὰ κλαδιὰ φυτρώνει
ἄνδρες ἀτρόμητους σὰν σίδερο γενναίους
ἀπὸ τὴ ρίζα κόβουνε καὶ βρέφη ξίφη
τὰ σφαγιάζουν· κι ἄλλα τά ᾽χει ἡ μάνα ἀκόμη,
κι ἄλλα ἀναρπάζουνε τὰ βέλη τῶν ἐχθρῶν μας.
Γίνανε σκόνη κι οἱ μεγάλες πολιτεῖες.
Πῶς θὰ μπορέσω δίχως δάκρυα νὰ ἀντικρίσω
Νὰ τρέφουν ἄλογα ὅσες πρὶν ἀνθρώπους τρέφαν;
Χῶρες ὁλόκληρες καὶ τόποι πυρπολοῦνται.
Κι ἐσύ, βασίλισσά μου, ἑστία τοῦ Βυζαντίου,
ποιά συμφορὰ σὲ βρῆκε τώρα, πές μου, πόλη,
πόλις ἡ πρώτη στὰ δεινά, καθὼς πρὶν ἤσουν
ἡ πιὸ τρανὴ τῆς γῆς; Δὲν τρέμεις κάθε μέρα,
ἢ μὴ δὲν πέφτουνε τὰ βάθρα ἀπὸ τὸν τρόμο;
Δὲν εἶδες τὰ κλαδιὰ ποὺ βλάστησε ἡ ἀγκαλιά σου
νεκρὰ νὰ πέφτουνε τὰ βάθρα ἀπὸ τὸν τρόμο;
Δὲν εἶδες τὰ κλαδιὰ ποὺ βλάστησε ἡ ἀγκαλιά σου
νεκρὰ νὰ πέφτουνε στὴ μάχῃ ἀπ᾽ τὸ μαχαίρι
τῶν συγγενῶν τους, ὢ τί φρίκη! Κι ἄλλοι πάλι
καταδικάστηκαν ἐξόριστοι νὰ μένουν,
ἀντὶ στ᾽ ὡραῖα καὶ τὰ λαμπρά τους τὰ παλάτια,
σὲ ἐρημονήσια καὶ σὲ βράχια καὶ φαράγγια
κι ἐκεῖ νὰ σβήνουνε; Κι (ὢ Θεέ μου, ἐσὺ τῶν πάντων
κριτή!) γιὰ αὐτὰ κανεὶς τὴν πέτρινη καρδιά του
δὲν μαλακώνει, δὲν φιλιώνει μὲ τὸν ἄλλον,
κανεὶς τῆς σωτηρίας τὸ φάρμακο ―τὸ δάκρυ―
δὲν χύνει. Μὰ ἔγινε σκοτάδι πιὰ κι ὁ ἥλιος
καὶ τῆς σελήνης κρύφτηκε μὲ μιᾶς τὸ φέγγος
καί, νέας θρησκείας παράξενο σημάδι, ἐφάνη
καινούργιο ἀστέρι, ὅμως ἐγὼ δὲν συλλογιέμαι
μηδὲ τὴ ραθυμιά, μηδὲ τὰ κρίματά μου.
Μὰ κοίταξέ με μ᾽ οἶκτο, Λόγε,
λυπήσου μας, σταμάτα πιὰ τὴ φρίκη ἐτούτη:
σφαγές, ἁλώσεις πόλεων, μάχες, ἀνταρσίες,
φυγές, διώξεις, ἁρπαγές, ποινὲς καὶ δίκες·
λυπήθηκες τὴ Νινευὴ τὴν πολιτεία
καὶ τὸν λαὸ ποὺ τότε ἁμάρτησε, τὸ ξέρω.
Τὸ ποίμνιο ποὺ ἐξαγόρασες μὲ τὸ αἷμα σου εἶμαι,
Χριστέ μου, ἡ μάντρα σου εἶμαι· αὐτὰ ἡ δική σου πόλη,
ἡ πόλη σου βοᾶ, τῶν συμφορῶν της κοίτα
τὴν ἄβυσσον· ὣς πότε θὰ ὑποφέρει;

~•~

Τί λόγια θὰ ἔλεγε ὁ ἐν Ἁγίοις βασιλιὰς Νικηφόρος,
ὅταν ἀποκεφάλιζαν τ᾽ ἀγάλματά του.

Ναί, ξίφος τὸ κεφάλι μου τό ᾽κοψε κι ἀνδροφόνος
τὴν ἐξουσία μου ἅρπαξεν ὁ βασιλιὰς τοῦ σκότους.
Μὰ τὰ νεκρά μου ἀγάλματα γιατί συντρίβει ὁ φθόνος;
Τοῦ Φάλαρι καὶ τοῦ Ἔχετου τὴν τρέλα ξεπερνᾶτε.
Ποιό μίσος τοὺς ἀνδριάντες μου μπορεῖ ὅμως νὰ γκρεμίσει,
τὴν Κρήτη τὴν εὐγενική, τὴ λαμπερὴ τὴν Κύπρο,
καὶ τὴν ἀνίκητη Ταρσό, τῆς Κιλικίας τὰ κάστρα,
τῆς Ἀντιόχειας τὰ τειχιά, τῆς Ἀσσυρίας τις πόλεις;
Πέρσες, Φοίνικες, Ἄραβες, ἔθνη τοῦ κόσμου μύρια,
ὅλα τους στὸ κοντάρι μου γονάτισαν, λυγίσαν.
Ποιός θὰ τὰ σακατέψει αὐτά; Ρίξτε τοὺς τοίχους! Σπάστε!
Μὲς στὶς καρδιὲς ἡ εἰκόνα μου, στὶς χῶρες πάντα μένει.

~•~

Σ᾽ ἕνα στολισμένο σπαθί.

Σπαθὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας σιδερένιο·
σπαθὶ γιὰ τοὺς δικούς μας χρυσαφένιο·
σπαθὶ ἐσὺ τρομερὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας·
σπαθὶ κι ἐσὺ ἀρωγὸ γιὰ τοὺς δικούς μας·
σπαθί, ποὺ τὴν καρδιὰ δὲν κόβεις μόνον·
σπαθί, τὸ δίστομο τῆς Ρώμης ξίφος·
σπαθί, τοῦ κράτους τὰ δεινὰ ποὺ κόβεις.

~•~

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης (Μεταφράσεις Ά. Δικταίου και Δ. Κούρτοβικ)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Μεταφράσεις του Άρη Δικταίου και του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Λιγοστά είναι τα όσα γνωρίζουμε για τον Ιωάννη Γεωμέτρη ή Κυριώτη κι αυτά εξάγονται μέσα από τα έργα του (πεζά και ποιητικά). Ποιητής που έζησε κατά το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα ο Ιωάννης φαίνεται πως καταγόταν από ευγενή οικογένεια και έλαβε καλή εκπαίδευση ενώ υπηρέτησε στον στρατό πριν αποσυρθεί και ζήσει ως μοναχός. Συνέγραψε επιγράμματα (αρκετά θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε λυρικά ποιήματα), προγυμνάσματα, αλλά και ύμνους και ομιλίες στη Θεοτόκο και σε άλλους αγίους. Ο Αλεξάντερ Κάζνταν, από τον οποίο αντλούμε και αυτές τις πληροφορίες, τού αποδίδει και τη συλλογή 99 μοναστικών τετράστιχων επιγραμμάτων Παράδεισος. Λόγω της εποχής (θέρος γαρ!) ξεκινάμε με την μεταγενέστερη χρονικά απόδοση του Δημοσθένη Κούρτοβικ (τον οποίο και ευχαριστώ για την ευγενική άδεια αναδημοσίευσης) και συνεχίζουμε με τις χρονολογικά πρότερες αποδόσεις του Άρη Δικταίου. [Μικρή σημείωση: ο τίτλος του δεύτερου ποιήματος, που αποδίδει ο Δικταίος, όπως φανερώνει και το πρωτότυπο, αναφέρεται στη Μονή Στουδίου κι όχι σε κάποια Θεολογική Σχολή].

~•~

Ὅλα καρπίζουν καὶ τ’ ἀμπέλι θέλει νὰ γεννήσει,
ξέχειλες οἱ κερῆθρες ἀπὸ φρέσκο μέλι.
Σφύζουν τὰ μαστάρια, χαρὰ γιὰ τ’ ἀρνάκια,
βαριὲς ἀπ’ τὸ γάλα οἱ κατσίκες, τὰ στάχυα
τὸ θεριστὴ κιόλας προσμένουν.
Στὰ δέντρα κελαϊδοῦνε τὰ πουλιά,
σκιὰ δροσερὴ σκορποῦνε τ’ ἄλση.
Τὸ γάργαρο νερὸ παίζει μὲ τὴν πέτρα.
Συναυλία σωστὴ δίνουν τὰ τζιτζίκια,
χαρούμενα ὁ ναύτης τραγουδάει.
Τραγούδησε κι ἐσύ, Ἰωάννη, κι ἂς πονᾶς!

~•~

εἰς τὸ θέρος

Ὥρια πάντα τέθηλε, καὶ ἄμπελος ἐς τόκον ὀργᾷ,
σμήνεα δ’ ἄρτι μέλι χλωρὸν ὑπεκπρορέει,
οὔθατα δὲ σφαραγεῦσι καὶ ἄρνες ἀεὶ σκαίροντες,
αἶγες δ’ εὐγλαγέες, λήϊα κεκλιμένα·
ὄρνεα δ’ εὐφωνοῦσι καὶ ἄλσεα, εὔσκια δένδρα,
ὕδασι δὲ κρυεροῖς ἀμφιγέγηθε πέτρα.
τέττιξ σύντονον ἠχεῖ, ναυτίλος ἥδιον ᾄδει·
ᾆσον, Ἰωάννη, καὶ σύ τι κἂν μογέῃς.

Μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ στο Hans-Georg Βeck, Η βυζαντινή χιλιετία, Αθήνα 2005, ΜΙΕΤ, σ. 161. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Ι΄: Επιτάφιο Βασίλειου Β΄ Βουλγαροκτόνου – Νικόλαος Ειρηνικός

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΕΠΙΤΑΦΙΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Β΄ ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΟΥ – ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ

Δύο αποδόσεις του Άρη Δικταίου

Παρουσιάζουμε σήμερα τις αποδόσεις δύο ιδιαίτερων βυζαντινών κειμένων του Άρη Δικταίου από την ανθολογία του της παγκόσμιας ποίησης, Σ᾽ ἀναζήτηση τοῦ ἀπόλυτου: Ἱστορικὴ Ἀνθολογία τῆς παγκοσμίου ποιήσεως, Ἀθήνα 1960. Γράφω για ιδιαίτερα κείμενα για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι πως και τα δύο ήταν την εποχή που τα διάβασε και τα απέδωσε ο Δικταίος σπάνια και γνωστά μόνον σε μια δράκα ιστορικών και βυζαντινολόγων. Και ο δεύτερος λόγος πως, ως εκ τούτου, φανερώνουν τον αξιοθαύμαστο ζήλο, την ευρύτατη παιδεία και την εξονυχιστική, σοβαρή και εξαντλητική έρευνα και μελέτη του ποιητή Άρη Δικταίου ώστε να καταφέρει να παραδώσει σε μια ανθολογία παγκόσμιας ποίησης (ας μην ξεχνιόμαστε!) ξεχωριστά και μοναδικά κείμενα της βυζαντινής ποιητικής δημιουργίας (όπως αυτά που δημοσιεύουμε σήμερα). Οπότε αυτή η δημοσίευση ας αποτελέσει κι εκ μέρους μου έναν δίκαιο –αν κι ελάχιστο– φόρο τιμής στον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο, που ειδικά σε ό,τι αφορά τη βυζαντινή ποίηση, εν πρώτοις την αξιολογεί ως μια ιδιαίτερη ενότητα προς παρουσίαση εντός του ελληνικού λόγου, μα και επειδή διαλέγει και παρουσιάζει στους ανγνώστες της εποχής του μιαν αρμαθιά άγνωστα ως επί το πλείστον ποιήματα, ώστε να καταδείξει εμφανέστερα το ενδεχόμενο εύρος και την ποικιλία της.

Το πρώτο κείμενο είναι ένα επιτάφιο επίγραμμα από τον τάφο του Βασίλειου Β΄ που σώζεται σε διάφορες παραλλαγές, από χειρόγραφους κώδικες όμως μόνον. Η απόδοση του Δικταίου θεωρώ ότι μάλλον ακολουθεί την δημοσίευση του Ι. Σακκελίωνος στον Παρνασσό, τ. 11, 1888.

Το δεύτερο έργο είναι πράγματι ελάχιστα γνωστό (πολλώ δε μάλλον την εποχή της απόδοσής του), καθώς αφορά σε έναν παντελώς άγνωστο άλλοθεν συγγραφέα αφενός και αφετέρου έχει δημοσιευτεί στο έργο του Heisenberg, Aus Geschichte und Literatur der Paläologenzeit, Μόναχο 1920. Ο συγγραφέας, Νικόλαος Ειρηνικός, πρέπει να έζησε στη Νίκαια κατά το πρώτο μισό του 13ου αιώνα. Πρόκειται για ένα επιθαλάμιο τραγούδι για τους γάμους της –φυσικής, δηλονότι νόθας, παρότι αναγνωρισμένης νομίμως από τον πατέρα της– θυγατέρας του Φρειδερίκου Β΄ (Χοεστάουφεν ή Ωτβίλ ή Αλταβίλα) Κωνστάντζας-Κωσταντίας (που ονομάστηκε Άννα για τον ορθόδοξο γάμο) με τον αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Γ΄Δούκα Βατάτζη. Ας σημειωθούν υπαινικτικά μόνον τα εξής ιστορικά στοιχεία. Αυτός ήταν ο δεύτερος γάμος του Ιωάννη Βατάτζη, ο οποίος είχε από τον πρώτο γάμο του αποκτήσει γιο που τον διαδέχτηκε στον θρόνο, τον περίφημο Θεόδωρο Β΄ Λασκάρι. Η Άννα ήταν μόλις 14 ετών όταν προσήλθε εις γάμου κοινωνίαν μετά του αυτοκράτορος, ο οποίος φαίνεται ότι προτίμησε τα κάλλη της γκουβερνάντας της από την παιδούλα, σύμφωνα με τον Γεώργιο Ακροπολίτη και τον Παχυμέρη, όπου μπορεί να ανατρέξει κανείς και για περισσότερες λεπτομέρειες για την κατάσταση που επικρατούσε στο παλάτι. Η δε Κωστάντζα ήταν ένας από τους καρπούς της –πλέον ηδείας και σταθερής, όπως όλα δείχνουν– ένωσης, παρά τους τρεις γάμους και τις τόσες και τόσες μη νόμιμες σχέσεις του, του Φρειδερίκου, “του θαύματος της οικουμένης” με την ερωμένη του Μπιάνκα Λάντσια. Για τον ίδιο τον Φρειδερίκο Β΄, τον βίο, την πολιτεία του, την πολύπλευρη πολιτική του, σε Ανατολή και Δύση, το πολιτιστικό και παιδευτικό του έργο στη Νότια Ιταλία και στη Σικελία (τη λατρεία του για τη Σικελία), έχουν ήδη γραφεί τόμοι και τόμοι.

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Θ΄: Συνέσιος ο Κυρηναίος

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΣΥΝΕΣΙΟΣ

Ύμνοι

Απόδοση Άρη Δικταίου

Ο Κυρηναίος Συνέσιος, συγγραφέας και χριστιανός επίσκοπος («φιλόσοφος ἱερεὺς» αυτοαποκαλείται), έζησε στον μεταιχμιακό κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας του 4ου-5ου αι. (π. 370-π. 413), κατά την μετάβαση προς τον χριστιανισμό, στην μεθοριακή περιοχή της Κυρηναϊκής στην Βόρεια Αφρική. Νεοπλατωνικός μαθητής της φιλοσόφου Υπατίας, κι ενώ δεν ήταν ακόμη βαπτισμένος, απαίτησε ο λαός να γίνει επίσκοπος Πτολεμαΐδος, λόγω της δραστήριας εμπλοκής του στην αντιμετώπιση βαρβάρων εισβολέων το 410. Όπερ και εγένετο, εξασφαλίζοντας ότι και θα παραμείνει νυμφευμένος αλλά και θα διατηρήσει κάποιες (νεοπλατωνικές) φιλοσοφικές-θεολογικές του απόψεις (προΰπαρξη ψυχής, αλληγορική ανάσταση, αϊδιότητα του κόσμου), που διέφεραν από το υπό διαμόρφωσιν χριστιανικό δογματικό πλαίσιο. Ανάμεσα στα διάφορα έργα και τις επιστολές που συνέγραψε, υπάρχουν και εννέα ύμνοι (με έναν επιπλέον δέκατο που θεωρείται νόθος) σε δωρική διάλεκτο με εμφανή την ύπαρξη στοιχείων της νεοπλατωνικής και της χριστιανικής θεολογίας. Αυτόν τον τελευταίο, μαζί με έναν ακόμη, απέδωσε στα νεοελληνικά ο Άρης Δικταίος, στο έργο του Σ᾽ ἀναζήτηση τοῦ ἀπόλυτου: Ἱστορικὴ Ἀνθολογία τῆς παγκοσμίου ποιήσεως, Ἀθήνα 1960.

~.~ (περισσότερα…)

Στίχοι εἰς τὴν λαμπρὰν Κυριακήν

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Το ποίημα του κατά τα άλλα άγνωστου Αρσένιου  Στίχοι εἰς τὴν λαμπρὰν Κυριακήν  παραδίδεται μόνο σε ένα υστεροβυζαντινό χειρόγραφο, αν και οι περισσότεροι μελετητές τοποθετούν τη σύνθεσή του, βάσει ειδολογικών και μετρολογικών παραμέτρων, στον 9ο αιώνα. Η υπόθεση που έχει γίνει από τον M. Lauxtermann ότι πρόκειται για ποίημα που σχετίζεται με τη σχολική τάξη είναι βάσιμη (δες τον τελευταίο στίχο του συνθέματος· η λέξη διατριβὴ στο πρωτότυπο μπορεί να σημαίνει, μεταξύ άλλων, «σχολή» και «σχολείο»). Από αυτή την άποψη το ποίημα μπορεί να θεωρηθεί, εφόσον προοριζόταν και για (τραγουδιστή) απαγγελία, ως ένα είδος «χελιδονίσματος» του ελληνικού Μεσαίωνα, περιέχοντας όμως εκείνα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν την εποχή ιδιαίτερη, σε ό,τι αφορά τις αντιλήψεις για την εκπαίδευση και την παιδεία. Πιο συγκεκριμένα, ο ποιητής συνδυάζει τη θεολογική θεωρία με την «παγανιστική» λατρεία της φύσης, κατασκευάζοντας έναν εν πολλοίς χριστιανικό ύμνο που εκφράζεται μέσα από την τεχνητή αρχαιοπρέπεια της γλώσσας (αττική κατά βάση, με σκόρπια επικά και ελάχιστα δωρικά στοιχεία) και του ποιητικού μέτρου («ανακρεόντειο» = ιωνικό δίμετρο), και όλα αυτά διανθισμένα με πλήθος διακειμενικών (βλ., πρωτίστως, τη βουκολική ποίηση του Θεόκριτου) και ρητορικών στοιχείων. Σημειώνω ότι «έσπασα» το στιχούργημα σε δύο μέρη για να διευκολύνω την ανάγνωση.

Αρσένιος
Στίχοι στη Λαμπρή

1
Ελάτε οι νέοι, καθίστε όλοι κοντά μου,
ελάτε η αγαπημένη μου χορεία,
ελάτε εδώ της ποίησης τα τέκνα·
αφήνοντας γλυκιά φωνή θα πούμε
σκοπό μελωδικό κι ας ακουστούμε
γιατί όλων μας τα χείλη θ’ ανυμνήσουν
τον Βασιλιά και Δημιουργό του κόσμου.
Βασίλισσα των εποχών μας ήρθες!
Εμπρός λοιπόν, οι σάλπιγγες ηχήστε·
εμπρός λοιπόν, συνθέστε με κιθάρες·
εμπρός λοιπόν, με των αυλών τη χάρη
να στείλουμε τον ύμνο στον Θεό μας.
Τι εγέρθηκε, στον τάφο πια δεν είναι·
μεμιάς συνέτριψε όλες τις αμπάρες
του ζοφερού, πικρόχολου θανάτου
κι ανέτρεψε τον αδηφάγο Χάρο·
δες τώρα τις ψυχές αναστημένες
χάρη στον παντοδύναμο Θεό μας.
Τα Κτίσματα γελούν ευτυχισμένα·
Εκείνον που αναστήθηκε τιμάνε,
Εκείνον που εξυψώθηκε δοξάζουν. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Η΄: Χριστός Πάσχων

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Χριστὸς Πάσχων

Έμμετρη απόδοση Θρασύβουλου Σταύρου

Παρότι για πρώτη φορά ο τίτλος εμφανίζεται στην πρώτη έκδοση του έργου (1542), σε όλα τα χειρόγραφα που μας παραδόθηκε, ο Χριστός πάσχων μνημονεύεται ως δημιούργημα του Γρηγόριου Ναζιανζηνού. Κι ενώ σχεδόν ομόφωνα ομονοούν πως δεν προέρχεται από την γραφίδα του Ναζιανζηνού, οι μελετητές συζητούν ακόμη τον χρόνο της δημιουργίας του, με τους περισσότερους πλέον να τοποθετούν τη συγγραφή του κατά τον ενδέκατο-δωδέκατο αιώνα κι ελάχιστους να επιμένουν σε μια προγενέστερη εποχή από τον έκτο αιώνα και εντεύθεν. Παραταύτα, η συζήτηση δεν έχει λήξει ακόμη μα κι ούτε έχει ειπωθεί και η τελευταία λέξη, όχι μόνο για τον χρόνο συγγραφής μα ούτε και για το πρόσωπο του συγγραφέα· εξακολουθούν να προσφέρονται διάφορες εικασίες και υποθέσεις. Ιδιόμορφο και άτεχνο για θεατρικό έργο (προσφέρεται μάλλον περισσότερο για ανάγνωση), ο Χριστός πάσχων παραμένει γνωστός ως η μόνη σχεδόν βυζαντινή τραγωδία, γραμμένη σε ιαμβικά τρίμετρα. Το ένα τρίτο του κειμένου προέρχεται από επτά τραγωδίες του Ευριπίδη (ιδιαίτερα τη Μήδεια και τις Βάκχες), τον Αισχύλο και την Αλεξάνδρα του Λυκόφρονα. [Την ευριπίδεια εμπνοή και προθετικότητά του ο συγγραφέας την δηλώνει ανοιχτά ήδη από τους προλογικούς στίχους του έργου.] Παράλληλα παρουσιάζει και πολλά δάνεια από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και από Απόκρυφα Ευαγγέλια, όπως του Νικοδήμου και το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Η δράση ξεκινά με τη σύλληψη του Ιησού και τελειώνει με την αναστάσιμη εμφάνιση του Χριστού στους μαθητές και την Παναγία στο σπίτι όπου ήταν συγκεντρωμένοι. Παρά το γεγονός πως το έργο μιλά για τα Πάθη του Ιησού, κύριο τραγικό πρόσωπο δεν είναι ο πάσχων Χριστός αλλά η πάσχουσα Μητέρα του, και δια μέσου του θρήνου και των δραματικών διαλόγων της με τα άλλα πρόσωπα, όπως ένας χορός παρθένων, ο Μαντατοφόρος, ο Ιωάννης ο Θεολόγος, η Μαγδαληνή, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος μεταξύ άλλων εκτυλίσσεται η υπόθεση. Ο Αλέξης Σολομός βλέποντας σε αυτό το έργο «το απαραίτητο γεφύρι ανάμεσα στην αρχαία τραγωδία και στη σύγχρονη δραματική αρχιτεκτονική», αποφαίνεται: «ο Χριστός Πάσχων είναι, σ’ εσωτερική διάθεση, η πρώτη πεντάπρακτη ευρωπαϊκή τραγωδία».

Από τους συνολικά 2610 (συν επιπλέον 30 στίχους του προλόγου), επιλέξαμε ορισμένους που εκφράζουν πιο έντονα και ζωηρά τον θρήνο της Παναγίας για το Πάθος του Χριστού, και σε ορισμένα σημεία μάλιστα απηχούν μια ορισμένη εκφραστική/γλωσσική οικειότητα/ομοιότητα με τους ψαλλόμενους μέχρι σήμερα εκκλησιαστικούς ύμνους και τα Εγκώμια του Επιταφίου. Η έμμετρη μετάφραση (δεκατρισύλλαβοι ίαμβοι) του Θρασύβουλου Σταύρου έγινε για την πρώτη σύγχρονη θεατρική παράσταση του έργου από το –τότε Βασιλικό- Εθνικό Θέατρο, στις 23 Απρίλη του 1964, και εκδόθηκε από την Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη. Οι φωτογραφίες της παράστασης, που συνοδεύουν την παρούσα ανάρτηση, προέρχονται από το Αρχείο του Θεάτρου.

~·~

*

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Ζ΄: Παύλος Σιλεντιάριος

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΣ

Επιγράμματα

Αποδόσεις των Σίμου Μενάρδου, Ηλία Κυζηράκου, Άρη Δικταίου, Ανδρέα Λεντάκη και Γιώργου Κεντρωτή

Ο Παύλος Σιλεντιάριος, γιος του ύπατου Κύρου, ποιητής και αυλικός (όπως δηλώνει και το αξίωμά του), έζησε στα χρόνια του Ιουστινιανού. Το σημαντικότερο ποίημά του ήταν μια περιγραφή (έκφρασις) της Αγίας Σοφίας, σε εξάμετρους στίχους, η πληρέστερη περιγραφή του ναού μετά την ανακαίνιση του Ιουστινιανού, και εκφωνήθηκε ενώπιον του αυτοκράτορα στις 6 Ιανουαρίου 563. Στην Παλατινή Ανθολογία σώζονται 78 δικά του επιγράμματα, επί το πλείστον ερωτικά, που τα διακρίνει ηδυπάθεια, έκδηλος ερωτισμός μα και δεν τους λείπει η χάρη. Αν και μεταστράφηκε στον χριστιανισμό, το έργο του παρουσιάζει μία σύμμειξη χριστιανικών και παγανιστικών θεμάτων, παρότι τα ερωτικά του επιγράμματα θεωρείται ότι δεν είναι αυτοβιογραφικού περιεχομένου αλλά μάλλον προϊόντα της φαντασίας του. Μαρτυρούν όμως ταυτόχρονα την έσχατη επίδραση και επιβίωση της συγκεκριμένης ποιητικής εθνικής κληρονομιάς κατά τον 6ο αιώνα. Ευχαριστίες στον Γιώργο Κεντρωτή για την άδεια αναδημοσίευσης των αποδόσεών του.

~·~

Ἂς παίρνωμε ἁρπακτὰ φιλιά, Ροδόπη, καὶ κλεφτάτη,
πουλάκι μου, ἂς γυρέψωμε παράμερη φωλεά.
Τί γέλοια, νὰ ξεφύγωμε τόσων φυλάκων μάτι!
καὶ τὰ κλεμμένα πάντα ᾽ναι τὰ πιὸ γλυκὰ φιλιά.

 

Τὰ βάρυπνα τὰ μάτια σου θωροῦνε κουρασμένα
σὰν τώρα νὰ σηκώθηκες, ὡραῖα Πολυμνώ.
Ἡ κόμη σου εἶναι ξέπλεκη κι ὠχρὰ καὶ ξασπρισμένα
τὰ ρόδινά σου μάγουλα, τὸ σῶμα σου χαμνό.
Κι ἂν εἶναι μιᾶς ὀλόνυκτης τούτ᾽ ἀγρυπνίας δῶρα,
τὸν μακαρίζω τρεῖς φορὲς καὶ τὸν δοξολογῶ
ὅποιον μαζί σου ἀγρύπνησεν· ἂν ὅμως λυώνῃς τώρα
γιὰ τὴν ἀγάπη κανενός, θέμου καὶ νἆμ᾽ἐγώ!

 

Φίλοι, γλυκὺ χαμόγελον ἔχει ἡ πιστή μου Ἑλένη·
μ᾽ ἀπὸ τ᾽ ἁγνά της βλέφαρα καὶ δάκρυ ρέει γλυκύ·
χθὲς ἄδικ᾽ ἀναστέναζε· στὸν ὦμο μου σκυμμένη,
τ᾽ ὡραῖο κεφάλι κάμποσην ὥρ᾽ ἀκουμποῦσ᾽ ἐκεῖ.
Κλαμένην τὴν ἐφίλησα καὶ σὰν τὸ νᾶμα κρήνης
στὰ σμικτὰ πῆγε χείλη μας τὸ κλάμ᾽ ἀναμεσῆς
καὶ μοὖπε ὡς τὴν ἐρώτησα «γιατί τὸ δάκρυ χύνεις;»
«φοβοῦμαι, μὴν ἀφήσῃς με· ὅρκους πατᾶτ᾽ ἐσεῖς!»

Σίμος Μενάρδος, Στέφανος, Ἀθήνα 1971, β’ έκδοση.

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή (δ΄)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιλογές από το ποιητικό του έργο

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή  (δ΄)

Ο Ιγνάτιος Σακαλής παραμένει ο μόνος που μετέφρασε το σύνολο ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά δε την συμπαράθεση των συγκεκριμένων αποδόσεων σε γνωστή θεολογική σειρά εκκλησιαστικής γραμματείας (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), τόσο ο τρόπος όσο και η διάθεση, η πρόθεση και η γλώσσα του Σακαλή στις αποδόσεις του παραμένουν εκδήλως ποιητικοί. Το σύνολο λοιπόν της μεταφραστικής του εργασίας, επιτρέπει την διεύρυνση των επιλογών μας, τόσο ως προς τα θέματα της ποίησης του Γρηγορίου όσο και ως προς την γλώσσα των αποδόσεων, καθιστώντας έτσι την παρουσίαση και την γνωριμία της ποίησης του Γρηγορίου εκτενέστερη και ουσιαστικότερη.

~·~

ΛΑ΄ Πόθος Θανάτου

Διπλὰ ἔμαθα διπλὰ ξεγελασμένος.
Δίκαιο ἂν εἴχατε, ὁ Θεὸς μαζί σας.
Δὲ σᾶς παρακαλῶ καθόλου ἀκόμα κι ἔτσι.
Μὰ ἔχω τελειώσει, οἱ συμφορές μου ἂς πάψουν.
Ἀπ᾽ τὰ παρόντα οὔτ᾽ ἕνα δὲ μοῦ λείπει·
πλοῦτος καὶ φτώχεια καὶ χαρὰ καὶ λύπες,
δόξα καὶ καταφρόνια, ἐχθροὶ καὶ φίλοι·
ὥρα νὰ δοκιμάσω ὅσα προσμένω.
Τέλειωσε ὁ λόγος· τόλμησα καὶ σὺ ἄκουσέ τον.
Τί μ᾽ ἔπλασες, μηδέν, Χριστέ μου, ἂν εἶμαι;
Κι ἂν μὲ τιμᾶς, πῶς συμφορὲς μὲ δέρνουν τόσες;

~•~

ΜΓ΄ Διάλογος μὲ τὸν ἑαυτό του

Ποῦ εἶναι οἱ φτερωτοὶ λόγοι; Στὸν ἀέρα. Ποῦ εἶναι τὸ ἄνθος
τῆς νεότητάς μου; Χάθηκε. Ἡ δόξα; Ἔγινε ἄφαντη.
Ποῦ εἶναι ἡ δύναμη τῶν καλοφτιαγμένων μελῶν; Τὴν τσάκισε
ἡ ἀρρώστια. Τὰ κτήματα καὶ τὰ πλούτη; Τὰ ἔχει ὁ Θεός. Σ᾽ ἁμαρτωλῶν
ἁρπαχτικὲς παλάμες ἔδωσε ὁ φθόνος ἄλλα. Οἱ γονεῖς
καὶ τὸ ἱερὸ ζευγάρι τῶν ἀδελφῶν; Μπῆκαν στὸν τάφο.
Ἡ πατρίδα μ᾽ ἀπόμεινε μόνο. Ἀλλὰ κι ἀπ᾽ αὐτὴν
σήκωσε μαῦρο κῦμα καὶ μ᾽ ἔδιωξε ὁ φθονερὸς δαίμονας,
καὶ τώρα ξένος, ἔρημος πλανιέμαι στὴν ξενητειά,
θλιβερὴ ζωὴ σέρνοντας κι ἄραχλα γηρατειά,
χωρὶς θρόνο, χωρὶς πόλη, χωρὶς παιδιὰ ποὺ γιὰ παιδιὰ νοιάζομαι,
ζώντας μέρα τὴ μέρα μὲ πόδια ἀειπλάνητα.
Ποῦ νὰ ρίξω αὐτὸ τὸ σῶμα; Ποιό τέλος θὰ μὲ βρεῖ;
Ποιό χῶμα, ποιός φιλόξενος τάφος θὰ μὲ σκεπάσει;
Ποιός τὰ μάτια μου ποὺ βασιλεύουν θὰ κλείσει μὲ τὰ δάχτυλά του;
Κάποιος εὐσεβής, τοῦ Χριστοῦ φίλος ἢ κάποιος πάγκακος;

Αὐτὰ ἡ αὔρα ἂς τὰ πάρει. Αὐτὴ εἶναι μικροῦ μυαλοῦ φροντίδα,
ἂν θὰ δώσει στὸν τάφο κάποιος τὸ σῶμα μου, φορτίο νεκρό,
ἢ θὰ γίνει τροφὴ τῶν θηρίων ἀστόλιστο,
τῶν θηρίων ἢ τῶν σκυλιῶν τροφὴ ἢ τῶν πουλιῶν,
κι ἂν θέλεις, σκόρπισέ το στάχτη στὸν ἀέρα,
ἢ σὲ μεγάλες πέτρες ἄταφο πέταξέ το,
ἢ σὲ ποτάμι ἂς σαπίσει καὶ μὲ τὰ ρυάκια τῆς βροχῆς·
δὲ θὰ εἶμαι ἐγὼ ὁ μόνος ποὺ δὲ θὰ γνωρίσουν καὶ δὲ θὰ μαζέψουν.
Μακάρι νὰ γινόταν ἔτσι! Θὰ ἦταν γιὰ πολλοὺς τὸ καλύτερο. Ἀλλὰ
ὅλους μαζὶ ἡ στερνὴ μέρα μᾶς ὁδηγεῖ ἀπὸ τὰ πέρατα, μὲ θεῖα νεύματα,
ὅπου τυχὸν εἶναι λίγο χῶμα καὶ μέλη καταλυμένα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια.

Γιὰ ἕνα μόνο θρηνῶ καὶ φοβοῦμαι, τὸ βῆμα τοῦ Θεοῦ,
καὶ τοὺς πύρινους ποταμοὺς καὶ τὰ σκοτεινὰ βάραθρα.
Χριστὲ βασιλιά, σὺ εἶσαι πατρίδα μου, δύναμη, εὐτυχία, ὅλα.
Σ᾽ ἐσένα θὰ βρῶ ἀναψυχὴ γλιτώνοντας ἀπὸ ζωὴ καὶ βάσανα.

(περισσότερα…)