ποίηση

Προς έναν νέο τόπο με “τον άλλο” τρόπο

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Μάριος Χατζηπροκοπίου,
Τοπικοί τροπικοί,
Αντίποδες, Αθήνα 2019

Πολλά είναι τα ζητήματα που προσφέρονται προς συζήτηση μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Μάριου Χατζηπροκοπίου Τοπικοί τροπικοί. Αφενός, η αξιοζήλευτη αρχιτεκτονική δόμηση αυτού του υβριδικά ποιητικού βιβλίου, σε συνάφεια με τα προσωπεία που σκαρφίζεται και ενσαρκώνει, καθώς και των ειδών που υπηρετεί/παρωδεί, κρατώντας ταυτόχρονα σε εγρήγορση την επιτελεστικότητα των κειμένων ενός συγγραφέα/περφόρμερ. Αφετέρου, ο ζωντανός και τολμηρός διάλογος με την τοπική παράδοση της δημοτικής ποίησης (σημαντική προσθήκη σε παρένθεση στο παρόν σημείο η κλισέ φράση “και όχι μόνο”, καθώς ο Χατζηπροκοπίου διαλέγεται γόνιμα και με τη νεώτερη νεοελληνική παράδοση, τον Καβάφη, τον Εμπειρίκο κ.ά.), αλλά και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό[i] (όχι μόνον και πάλι· ο Χατζηπροκοπίου με ειλικρίνεια ανασύρει τη σχέση του με το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ και τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο).

Από την άλλη, σε αυτό τον προφανή αλλά καθόλου αναμασημένο ή επιπόλαιο διάλογο άξια μελέτης είναι η επιβίωση και η πρόσληψη βαρύνουσων θεματικών, όπως

‒ του μοιρολογιού (από τον προφορικό λόγο στον γραπτό λόγο, από τη γυναικεία οπτική στην queer οπτική):[ii]

Στα σπίτια της τον μάζωξε, τον λούζει με τα μύρα
τα δασωμένα γένια του φράγκικα τα ξουρίζει
βάφει τα χείλη τοξωτά και βυσσινιά τα χείλη
πιάνει φουσκώνει τα βυζιά, τον ντύνει στα μετάξια
[iii]

‒ του έρωτα:

Ο έρως ουδέν έχει μέρος
Ο έρως, λέγω, της ιπποτικής ποιήσεως
άγνωστος
εις την γνήσιαν και δημοτικήν μας ποίησιν.
Μετωνομάσθη επί το ευαγγελικώτερο
Αγάπη
[iv]

‒ των θεσμών:

Ανοίξτε μου τα χώματα στην αγκαλιά του να ταφώ
κι αν τύχει και περνά Χριστός στο διάβολο η ανάσταση.
[v]

‒ και βεβαίως των φύλων, αντιστικτικά προς τη στερεοτυπική και πατριαρχική πρόσληψή τους. (περισσότερα…)

Μουσική και ποίηση

*

του ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗ

Οι παρακάτω σκέψεις με απασχολούν συχνά. Αφορμή για την προσπάθεια καταγραφής τους στάθηκε ένα μέχρι πρόσφατα άγνωστο σε μένα άρθρο του Μανώλη Καλομοίρη με τίτλο «Η μουσική μορφή στην ελληνική μουσική». Αν και σύντομο, σε αυτό ο Καλομοίρης θίγει καίρια ζητήματα ως προς τη χρήση των κλασσικών μουσικών δομών από Έλληνες συνθέτες. Δεν διστάζει να χαρακτηρίσει «αχίλλειο πτέρνα» της νεοελληνικής μουσικής το «μορφολογικό ζήτημα», το οποίο κατ’ αυτόν απειλεί να καταστήσει κάθε μουσικό έργο «απλή απομίμηση των παραδεδομένων μορφών της παγκόσμιας μουσικής τέχνης».

Ο Καλομοίρης καταλήγει: «Γι’ αυτό νομίζω πως η ελληνική μουσική, κρατώντας αυτήν τη μουσική λογική, θα έπρεπε να αναζητήσει την ανανέωση της μορφής της, και συγκεκριμένα τη διεύρυνση του μορφολογικού της πεδίου, στη μεγάλη της αδελφή, την ποίηση». Δεν αναφέρεται ο Καλομοίρης μόνον στο τραγούδι, μόνον στο λιντ για φωνή και πιάνο ή στα τραγούδια για φωνή και ορχήστρα. Αναφέρεται στη γενικότερη σχέση του συνθέτη με την ποίηση –ή και την πεζογραφία–, καθώς και στα έργα που θα μπορούσαν να γεννηθούν από την σύζευξή τους. Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, σκέφτεται κανείς τις δημιουργίες εκείνων των ποιητών που άφησαν τους στίχους τους να «λιποθυμήσουν» στα πεντάγραμμα, για να θυμηθώ μια χατζιδακική ρήση.

Επέλεξα τον Καλομοίρη ως αφετηρία των σκέψεων αυτών, για δύο λόγους: Αφενός επειδή έχω μελετήσει και γνωρίζω το έργο του, αφετέρου επειδή ο συγκεκριμένος συνθέτης αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα για τη σχέση μουσικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Καθ’ όλη την συνθετική του διαδρομή, από τα μαθητικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το θάνατό του το 1962, ο Καλομοίρης είχε επάνω στο πιάνο του βιβλία, από τους Ιάμβους και Αναπαίστους του Παλαμά μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο του Καζαντζάκη. Το πρώτο μεγάλο έργο του, τα Μαγιοβότανα, σε ποίηση Παλαμά, αποτελεί μοναδικό επίτευγμα του είδους: πλήρης ο δεύτερος κύκλος των Ιάμβων και Αναπαίστων με τη συνοδεία μεγάλης συμφωνικής ορχήστρας και μ’ ένα έξοχο πρελούδιο που εισάγει τον ακροατή στην ατμόσφαιρα του κύκλου. Από τις ελάχιστες περιπτώσεις μελοποίησης ενός πλήρους ποιητικού κύκλου.

(περισσότερα…)

Mε παιγνιώδη τρόπο

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗ

Χάρης Μελιτάς,
Τέσσερις ενοχές,
Μανδραγόρας 2021

«Θέλω ν’ αλλάξω / όλους τους καθρέφτες μου» (σ.13), γιατί «μπροστά μου χάραξε μια άδεια μέρα» (σ. 14). Ίσως να φταίει ότι είναι «το γκάζι πατημένο στο ανέφικτο» (σ. 15) και να επιβάλλεται μια «στραβοτιμονιά» (σ. 15). Αλλά πάντα καπνίζουμε «τα άφιλτρα [της] μνήμης» (σ. 16), παλεύοντας με τις πράξεις να γευτούμε τα όντα (σ. 17). Μήπως πρέπει «να εξομολογώ τους δεσμοφύλακες» (σ. 18), «όσο κοιμάμαι διαφανής» (σ. 19), «ποιο ποίημα μπορεί να με κρατήσει;» (σ. 53), «ανάβω το σκοτάδι να κρυφτώ» (σ. 53), «έχω να θρέψω μια κατάκοιτη ζωή» (σ. 54), «πονάει το κεντρί των πραγμάτων» (σ. 54).

Με αυτά τα λόγια προσπαθώ να μεταφέρω την αύρα της ποίησης, των σκέψεων και της ψυχολογίας του Χάρη Μελιτά. Είναι μια ποίηση σχεδόν ολοκληρωτικά μεταφορική. Σπάνια ο συγγραφέας κυριολεκτεί. Με αυτήν την τεχνική, με αδρές, σχεδόν αποφθεγματικές εκφράσεις, προσπαθεί να εντυπωθεί και να πλάσει ποιήματα αινιγματικά, μα εύληπτα, γιατί με τέχνη ισορροπεί επιτυχώς μεταξύ της αοριστίας και των στοιχείων που είναι απαραίτητα για την κατανόηση.

Οι παραφθορές γνωστών φράσεων ή τίτλων έργων τέχνης, που κουβαλούν παγιωμένες έννοιες, εντάσσονται στο ποιητικό οπλοστάσιο του έργου. «Οι τέσσερις ενοχές» (αντί τέσσερις εποχές), «η πάλη των πράξεων» (σ. 17 / αντί «η πάλη των τάξεων»), το «tango mortale» (σ. 20 / αντί «salto mortale»), η «λέσχη απόγνωσης» (σ. 52 / αντί «λέσχη ανάγνωσης») και η «απο-ποίηση» (σ. 53 / αντί «αποποίηση»), είναι μέρη του παιγνιώδους ύφους του ποιητή. Δρουν με δυο τρόπους. Αρχικά ξαφνιάζουν, ενεργοποιούν και “ξεβολεύουν” παγιωμένα δεδομένα του νου. Μετά αξιοποιούν αναλογίες ή διακείμενα και δρουν ως αντικειμενική συστοιχία σε συναισθήματα, δηλαδή συνειδητά ή ασυνείδητα ανακαλούν βιωμένα συναισθήματα μέσα από αντίστοιχα όντα, κάτι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει και με πολλές παρομοιώσεις και μεταφορές. Για παράδειγμα, «το γκάζι πατημένο στο ανέφικτο» (σ. 15 / αντί «πατάω το γκάζι του αυτοκινήτου»), παραπέμπει στις καταστάσεις των συναισθημάτων της αδρεναλίνης και της ταραχής της οδήγησης, συνδυάζοντας αυτές με τους ξέφρενους ρυθμούς αναζήτησης ενός στόχου ή ιδανικού. (περισσότερα…)

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Ο κυνηγός

O κυνηγός
δε βλέπει τον θάνατο
στο στόχαστρο.
Βλέπει μονάχα
ένα μέσο στον σκοπό
κι έναν σκοπό στον στόχο.
Ξαπλώνει με το σίδερο
την αλεπού στο χιόνι.
Την κόκκινη κλωστή της
στο σεντόνι
ξετυλίγει.

Διαφεντεύει
την απόσταση
με τον σκύλο του.
Με την ακαριαία του βούληση
ράβει την ολόκληρη
πλευρά εδώ
στη σκισμένη
πλευρά εκεί
με τη μαύρη βελόνα
στον θάνατο τη ράβει
για προικιό.

Μέσα του όμως
μια άλλη αλεπού
τον τρώει
αόρατη, κυτταρική·
τουφέκι δεν ακούγεται.
Τη νύχτα, αργά,
θα βρει το πρώτο αίμα
εκεί που κατουράει.
Και θ’ αναρωτηθεί
πώς ήρθε πίσω
η πληγή.

~.~

Ο υποδεέστερος άγγελος

O υποδεέστερος άγγελος
με τα πρισματικά του μάτια
βλέπει τον παράδεισο
σαν μωσαϊκό
κρυστάλλινο, λευκό
σε σχήμα κύβου
πεθαίνει
πριν προλάβει
να τον γευτεί
το λίγο αίμα του
σαν μέταλλο
πικρίζει πάνω στη μικρή
Εδέμ, δίπλα στο φλυτζάνι
το κουτάλι για λίγο
δονείται
έπειτα ακούγονται πάλι
απρόσκοπτα
τα ωδικά πτηνά
που θα ’ρθουν
να τον κατασπαράξουν
γιατί είναι μόνο
ο υποδεέστερος άγγελος
γιατί υμνείται μόνο
εδώ
για μια στιγμή
και πάει.

~.~

Το κοράκι

Το κοράκι είναι ένα είδος παρωδίας·
ένας φτερωτός βανδαλισμός
σε βάρος του γράμματος.
Γιατί, ενώ φτιαχτήκαμε κατ’ εικόνα
και ομοίωση του προσώπου,
εκπέσαμε στην ομοίωση
ενός σημείου που φθείρεται
από ερμηνείες.
Κι έτσι θα θέλαμε
να είμαστε γυαλιστεροί
και μαύροι και κακόφωνοι
και να αφήνουμε ίχνη τσουγκράνας
στην χιονισμένη γη.
Αυτό είναι για μας το κοράκι:
Ένα «ποτέ πια» σκοτεινότερο
του παπαγάλου και πιο κατηγορηματικό
απ’ τη γλυκιά φλυαρία του αηδονιού,
ένας καθρέφτης που τον σπάμε
με τη θέλησή μας, παρά τα εφτά
χρόνια κακοτυχίας. Κι όσο
για το τι είμαστε εμείς για το κοράκι
δε γνωρίζω. Ρωτήστε
τα σύρματα και ρωτήστε τα χωράφια
που τρελαίνονται απ’ το κίτρινο στα στάχυα
και φύγετε, φύγετε μακριά
απ’ αυτό το ποίημα.

~.~

Ο φονιάς

Ο φονιάς τριγυρνάει ορφανός μες στο δρόμο.
Ποιος μπορεί να διατρέξει τις ερωτήσεις
που βαραίνουν στην πλάτη του;
Σε ποιο σπίτι γεννήθηκε;
Ποια βροχή Φθινοπώρου τον κλαίει;

Έχει μια καρδιά που γέρνει απ’ το αίμα
σαν ήλιος που δύει
κι έχει αδύναμο στέρνο. Έχει αδέρφια
μυριάδες, μεταξύ τους αγνώριστα.
Κι έχει ένα μικρό, σκουριασμένο τραγούδι.

Τον δικάζουν τα λιόδεντρα, τον δικάζει ο ήλιος.
Τον δικάζει η χλόη μυριόστομη
κι η επίορκη πάχνη· κι ο αδέκαστος κόρακας
τρυγάει τον σβέρκο του
και ρουφάει τη χαρά του και κρώζει.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Τσέσλαφ Μίλος, Αφιέρωση

001

~.~

Ἕνα ἀναπάντητο ἐρώτημα καί ἕνας αἰνιγματικός στίχος

Μετάφραση-Σχολιασμός: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἐσύ πού δέν κατάφερα νά σέ σώσω
Ἄκουσέ με.
Προσπάθησε νά κατανοήσεις αὐτόν τόν ἁπλό λόγο, θά ντρεπόμουν κάθε ἄλλον.
Ὁρκίζομαι: στό βάθος μου δέν σκαρφίζομαι μαγικά κόλπα μέ τίς λέξεις.
Σοῦ μιλῶ μέ σιωπή ὅπως ἕνα σύννεφο ἤ ἕνα δέντρο.

Ὅ,τι στάθηκε ἰσχύς γιά μένα, γιά σένα ἦταν θανάσιμο.
Mπέρδεψες τόν ἀποχαιρετισμό μιᾶς ἐποχῆς μέ τήν ἀρχή μιᾶς ἄλλης,
Τήν ἔμπνευση ἀπό μίσος μέ τή λυρική ὀμορφιά·
Τήν τυφλή δύναμη μέ τήν πραγματοποιημένη μορφή.

Ἐδῶ εἶναι μιά κοιλάδα ρηχῶν πολωνικῶν ποταμῶν. Καί μιά τεράστια γέφυρα
Πού βγάζει σέ λευκή ὁμίχλη. Ἐδῶ εἶναι μιά καταστραμμένη πόλη·
Κι ὁ ἄνεμος σκορπίζει τούς κρωγμούς τῶν γλάρων πάνω στόν τάφο σου
Ὅταν μιλάω μαζί σου.

Πρός τί μιά ποίηση πού δέν σώζει
Ἔθνη ἤ λαούς;
Συνέργεια μέ ἐπίσημα ψεύδη,
Τραγούδι μέθυσων πού τό λαρύγγι τους θά κλείσει σέ μιά στιγμή,
Ἀναγνώσεις σέ δευτεροετῆ κορίτσια.
Πώς ποθοῦσα  τήν καλή ποίηση χωρίς νά τήν γνωρίζω,
Πώς ἀνακάλυψα, ἀργοπορημένα, τόν σωτήριο σκοπό της,
Σ’ αὐτό καί μόνο σ’ αὐτό βρίσκω ἀπολύτρωση.

Στούς τάφους ἄλλοτε ἔριχναν κεχρί ἤ σπόρους παπαρούνας
Νά θρέψουν τούς νεκρούς πού ἴσως ἐπέστρεφαν μεταμφιεσμένοι σέ πουλιά.
Βάζω τοῦτο τό βιβλίο ἐδῶ γιά σένα, πού κάποτε ἔζησες
Γιά νά μήν χρειάζεται νά μᾶς ἐπισκέπτεσαι πιά.

Bαρσοβία 1945

.~.

~.~

Ἄν καί ποτέ δέν εἶναι κανείς ἐπακριβῶς σίγουρος γιατί, μιάν ὁρισμένη χρονική στιγμή στρέφεται σ’ ἕναν ποιητή ἤ θυμᾶται ἕναν συγγραφέα, εἶναι πιθανόν πώς ὅσα τραγικά συμβαίνουν ἐκ νέου στά σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας, μέ ἔκαναν νά ἀνατρέξω στόν Μίλoς. Τό παραπάνω ποίημα του «Ἀφιέρωση» πού μετέφρασα ἀπό τή δική του μετάφραση στά ἀγγλικά, ἴσως εἶναι ἀπό τά πιό δημοφιλῆ του. Ἕνα ἐρώτημα πού μοιάζει παρωχημένο, ἐντούτοις παραμένει κρίσιμο ἀλλά ἀναπάντητο, καί μαζί ὁ καταληκτικός, ἀκατανόητος γιά μένα στίχος του, μέ ὤθησαν σέ μιά μικρή ἔρευνα. Τά ἀποτελέσματα ἐλπίζω νά εἶναι καί γιά τόν ἀναγνώστη ἐνδιαφέροντα. Ὁ ἰσχυρισμός πώς τό ποίημα τά λέει ὅλα, καί ἄρα κάθε περαιτέρω ἀναζήτηση δέν εἶναι περισσότερο ἀπό μιά, λίγο ἤ πολύ, αὐθαίρετη προσθήκη, δέν ἀποτελεῖ δογματικό κανόνα. Ἤδη στό κάθε μεταφραστικό ἐγχείρημα εἰσέρχονται ἐπιπλέον, ἄν ὄχι ξένα, στοιχεῖα. Τό θέμα τῆς ἑρμηνείας βρίσκεται πάντοτε ἐνώπιον τῶν ἐπιλογῶν μας.

Σ’ ἕνα δοκίμιο, λοιπόν, μέ τόν τίτλο: Ἡ ἐπιλογή τοῦ Μιλός· Μιά ἔρευνα γιά τήν Συναισθηματικότητα* ὁ συγγραφέας του Στῆβεν Ο’ Κόνορ ἔγραψε: «Ἕξι χρόνια Ναζιστικῆς κατοχῆς, αἱματηρή καταστολή τοῦ Πολωνικοῦ κινήματος ἀντίστασης στήν Βαρσοβία, ἡ ἐπακόλουθη ἔξοδος ἀπό τήν πόλη περισσότερων ἀπό ἕνα ἑκατομμύριο κατοίκων της, ἡ καταστροφή ὅλων τῶν κτιρίων πού εἶχαν ἀπομείνει ὄρθια, καί ἡ «ἀπελευθέρωση» ἀπό τήν Σοβιετική στρατιά… Κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες γράφτηκε ἡ «Ἀφιέρωση». Εἶναι σ’αὐτό ἀκριβῶς τό ποίημα πού τίθεται τό ἐρώτημα γιά τό σωτηριῶδες ἤ ὄχι τῆς ποίησης γιά ἔθνη καί λαούς(!) ἀπό τόν Μίλος, ἕναν ἀπό τούς γίγαντες τῆς Πολωνικῆς λογοτεχνίας τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Ποιός ἦταν; Τί τόν βασάνισε; Πῶς ἔζησε;

Οἱ γονεῖς του, ἐξ αἰτίας τῶν πολιτικῶν ἀναταραχῶν στήν πατρίδα τους, κατέφυγαν στήν Seteiniai, τή σημερινή Λιθουανία, ὅπου καί γεννήθηκε. Πρωτοεμφανίστηκε στά πολωνικά γράμματα τό 1930 μέ δύο τόμους ποίησης. Τότε ἐργάσθηκε στό Ραδιόφωνο. Ἔζησε τόν Δεύτερο Παγκόσμιο στήν Βαρσοβία γράφοντας σέ παράνομα, Σαμιζντάτ, ἔντυπα. Στίς ἀρχές τοῦ 1945 ἐργαζόταν στή Διπλωματική Ὑπηρεσία, καί γιά νά ξεφύγει ἀπό τό κομμουνιστικό καθεστώς κατέφυγε στήν Γαλλία τό 1951, ὅπου ἔγραψε ἀρκετά βιβλία. Τό Πανεπιστήμιο τῆς Καλιφόρνιας τόν κάλεσε τό 1960, νά διδάξει ὡς Καθηγητής Σλαβικῶν Γλωσσῶν καί Λογοτεχνίας στό Μπέρκλεϋ, ὅπου ἐγκαταστάθηκε παραμένοντας ἐκεῖ μέχρι τήν ἀπελευθέρωση τῆς Πολωνίας τό 1989, ὁπότε καί ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του. Πολλοί Πολωνοί διανοούμενοι, ἐξοργισμένοι μαζί του, ποτέ δέν τόν συγχώρησαν γιά τήν καταφυγή του στή Δύση, μέχρι τήν πτώση τοῦ Σιδηροῦ Παραπετάσματος. Μπορεῖ νά ὑπέθεταν πώς ὁ Σολτζενίτσιν, ὁ Μπρόντσκι ἤ ὁ Μίλος ἔνιωθαν ἰδιαιτέρως τυχεροί πού ἔγιναν δεκτοί στήν Ἀμερική. Ὅμως γιά τόν γεννημένο στήν Λιθουανία Μίλος, ἐπρόκειτο γιά ἐξορία. Ἡ ἀποξένωση ἀπό τούς δικούς του καί τό οἰκεῖο του περιβάλλον ἐπέτεινε τήν καταθλιπτική του φύση. Ὅταν βρισκόταν στό Παρίσι, σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ Andrzej Franaszek στήν βιογραφία τοῦ ποιητῆ, ὁ Μίλος ἔφτασε στά ὅρια τῆς πλήρους νευρικῆς κατάρρευσης καί τῆς αὐτοκτονίας. Εἶχε χάσει, μαζί μέ πολλούς συγγραφεῖς τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα (ἀνάμεσά τους ὁ Σολτζενίτσιν καί ὁ Μπρόντσκι), τήν ἀνταπόκριση πού ἔβρισκε στό ἀναγνωστικό του κοινό. Τά ἔργα αὐτῶν τῶν συγγραφέων, πολύ πρίν τίς ἐπίσημες ἀναγνωρίσεις, ὅπως τήν ἀπονομή τοῦ Νόμπελ, εἰσέδυαν στόν ἱστό τῆς κοινωνικοπολιτικῆς ζωῆς σέ πολλαπλά ἐπίπεδα, ἀνταποκρινόμενα στήν ἐξαπλωμένη πείνα γιά ἐλευθερία ἀνάμεσα σέ διαφορετικούς λαούς. Γιά τόν Μπρόντσκι τόν Σολτζενίτσιν, τόν Μίλος, καί πολλούς ἄλλους ἡ ἀποκοπή τους ἀπό τούς παραλῆπτες τῶν λόγων τους ἦταν καταβολή ὑψηλοῦ προσωπικοῦ κόστους: ὅπως συνέβη καί μέ τόν Σολντζενίτσιν, ἡ προσαρμογή στήν Ἀμερική ἦταν ἐξαιρετικά ὀδυνηρή. Καί οἱ δυό τους ἀπεχθάνονταν τόν ὑλισμό στήν καθημερινότητα τῆς Ἀμερικάνικης ζωῆς, τόν ἐθισμό στήν τηλεόραση καί τόν ἐθνικό ἐπαρχιώτικο πολιτισμό, ὅπως τόν ἐξελάμβαναν. Ὁ Μίλος συνέχιζε νά γράφει στά πολωνικά, ἄν καί κυρίως δημοσίευε σέ Εὐρωπαϊκά περιοδικά. Τό ἔργα του ἐμφανίστηκαν στήν Ἀμερική, μόνον ὅταν βρέθηκαν μεταφραστές. Συχνά ἀναλάμβανε ὁ ἴδιος τίς μεταφράσεις τῶν ἔργων του, κι ὅπως ἦταν ἀκούραστος συγγραφέας, τά δοκίμια, τά μυθιστορήματα καί τά ποιήματά του ἄρχισαν νά ἐκδίδονται. Αὐτό πού κυρίως τοῦ προσέφερε τό Νόμπελ στά 1980 ἦταν ἡ αὔξηση, διεθνῶς, τοῦ σεβασμοῦ τῶν φοιτητῶν Λογοτεχνίας. Ὅσο γιά τούς συγγραφεῖς, ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους πού τούς προσέλκυσε συγκαταλέγονται ἡ Σούζαν Σόνταγκ, ὁ Τόμας Μέρτον καί ὁ Ἰρλανδός Σέημους Χήνυ (Νόμπελ 1995).

Ὁ Χήνυ ἔγραψε γι’ αὐτόν πώς ὡς «ποιητής σορρόπησε νάμεσα στόν Λυρισμό καί τήν Μαρτυρία». Ὁ ἴδιος ὁ Μίλος στό Μαρτυρία τς Ποίησης ἔγραψε πώς: «Μιά ἰδιαίτερη συγχώνευση τοῦ ἀτομικοῦ καί τοῦ ἱστορικοῦ συνέβη, πράγμα πού σημαίνει ὅτι γεγονότα βαρύνοντα στή ζωή μιᾶς ὁλόκληρης κοινότητας προσλαμβάνονται ἀπό τόν ποιητή μέ τόν πιό προσωπικό τρόπο ἀγγίζοντάς τον βαθιά. Τότε ἡ ποίηση παύει νά εἶναι ἀλλοτριωμένη».

~.~

.~.~

Ὁ Χήνυ ἀναφορικά μέ τήν ποιητική δύναμη τοῦ Μίλος διατύπωσε τό ἑξῆς συμπέρασμα: «,τι κτινοβολε στήν ποίησή του καί ἐπιβάλλεται στόν ναγνώστη εναι ποιότητα τς σοφίας […] φωνή εναι κείνη πού μεταφέρει τό κάθε τί καί προσφέρει ασθηση ἐγγύησης (γιά τό ἀληθές). κόμα καί στή μετάφραση, κόμα κι ταν γίνεται φανερή μιά διδακτική φλέβα του, καί τότε ἐξακολουθεῖ τό ασθημα τῆς ὕπαρξης ἑνός ὑπόγειου ρεύματος φωνῆς πού λέει, πώς τό ποίημα εναι ἕνα ἁλίευμα, κι χι πλς κουβεντολόι».

Θέτοντας ὅμως τό ἐρώτημα γιά τίς ἐπιλογές τοῦ Μίλος, ὁ Ο΄Κόνορ παρατηρεῖ πώς σ’ ὅλο τό ἔργο του λειτουργεῖ ἕνα εἴδος διπλοπροσωπίας: «ἀφ’ ἑνός ἡ βεβαιότητα γιά τό ἀνέφικτο, τό ἀπλησίαστο καί ἄφταστο, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀπελπισμένη ἐπιθυμία στέρεης κατανόησης τοῦ πραγματικοῦ. Τό μόνο πού συμβαίνει ἐντούτοις εἶναι τό καθόλικό ἀγκίστρωμα σέ ψευδαισθήσεις. Ἐδῶ ἀκριβῶς θεμελιώνει τήν τέχνη του». Μέ τά λόγια τοῦ ποιητῆ: «Ἀπό τήν ἴδια μας τήν αὐταπάτη γεννιέται ἡ ποίηση πού ὁμολογεῖ τό ψεγάδι της». Γι’ αὐτόν τό κάθε τί ἀποτελεῖ ἕνα Ὡς ἐάν (As If).

Σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τοῦ Ο’ Κόνορ, παρά τήν πίστη του στή θεϊκή Παρουσία, συχνά στήν ποίησή του ἐκδηλωνόταν ἡ ἀπελπισία πώς τελικά θά κυριαρχοῦσε «ἡ ἀνυπαρξία», καί τό κατρακύλισμα τῶν πάντων στή λήθη. «Ἡ ἀπόγνωσή του εἶναι ψηλαφητή σ’ ὅλο τό ἔργο του· ἀποτελεῖ ἀντιστάθμισμα γιά κάθε τρεμόφεγγη στιγμή ὀμορφιᾶς καί χαρᾶς καί ὑφέρπει ὑποδηλώνοντας τόν τόνο πού κάνει τή γραφή του σπαρακτική καί πλούσια. Ἐντούτοις, ἐπιλέγει νά ἑστιάζει τήν προσοχή του στήν παράδοξη, ἀμφίσημη καί ἐφήμερη ἐπιμονή τοῦ ὡραίου καί τοῦ μή πραγματικοῦ».

Μέχρι τόν θάνατό του (2004) στό σπίτι του στήν Κρακοβία τίς νύχτες ἔγραφε ποιήματα. Μετέφραζε ἐπίσης στά πολωνικά τήν Βίβλο. Ὅμως στά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ σεβασμός ἀπέναντι στίς λογοτεχνικές του προσπάθειες ἔφθινε σταθερά. Γενιές νέων Πολωνῶν συνηθισμένων σέ διαρκῶς αὐξανόμενες συνθῆκες ἐλευθερίας καί εὐημερίας εἶχαν ἤδη ἀνδρωθεῖ. Καί μαζί τους, ποιητές ἀδιάφοροι πρός λογοτεχνικά ἐπιτεύγματα πού ἀπαίτησαν ὀδυνηρές ἐπιλογές καί προσωπικές θυσίες. Τά ἐρείπια ἀνθρώπινων ζωῶν μαζί καί πόλεων, ἡ πείνα γιά ἐλευθερία, δέν σπηρούνιζαν τήν ἀλλοτινή ἀγωνία. Τί ἀπήχηση μποροῦσε νά ἔχει ἕνα ἀκατανόητο σωτηριολογικό αἴτημα, ὅπως αὐτό πού ἐκφράζεται στήν «Ἀφιέρωση»; Πιθανόν, ἐκπηγάζοντας ἀρχικά ἀπό τή Μυστικιστική Ἀνάβλυση τοῦ Οὐίλλιαμ Μπλαίηκ, οἱ λεπτές φλέβες μιᾶς μυστικῆς πνευματικότητας μπορεῖ νά συνδέονται μέ τό ποιητικό ἰδεῶδες γιά τό ὁποῖο ἀναρωτιέται ἀλλά καί ποθεῖ: τήν ὕπαρξη σωτηριολογικῆς ἐπίγνωσης ἀπό πλευρᾶς ποιητῆ, καί τήν ἐκπλήρωσή της ἀπό τήν ποίησή του (καί τήν ποίηση γενικῶς). Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ θέματος ὅμως ξεπερνᾶ κατά πολύ τά ὅρια τοῦ παρόντος σχολιασμοῦ. Τί ἀπήχηση ὅμως μποροῦσε νά ἔχει καί τότε καί, ἀκόμη περισσότερο, σήμερα τό ἐρώτημά του; Πρός τί μιά ποίηση πού δέν σώζει ἔθνη ἤ λαούς;

Παραμένει ὄντως ἀναπάντητο, ἀλλά ἐπιμένει ὡς διαρκής ἐκκρεμότητα γιά τίς ληθαργικές συνειδήσεις. Ἀπωθεῖται ὡς ἕνα νεκρό ἀντικείμενο. Ἀλλά τά νεκρά ἀντικείμενα δέν μένουν ποτέ ἀνενεργά**, οὔτε στά ἄπατα βάθη τοῦ συλλογικού ὅσο καί τοῦ προσωπικού ἀσυνειδήτου. Βάζοντας τό ἐρώτημα, μαζί μέ ὅλες τίς συνέπειές του στό κέντρο ἑνός ὑποθετικοῦ κάντρου, τό πλαίσιο καί τό πεδίο καθορίζονται τώρα ἀπό τά ἐγκλωβισμένα πλήθη διαφόρων ἐθνοτήτων καί λαῶν στά σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας.

~.~

~.~

Τήν ἐξήγηση ὅμως τοῦ, ἀρχικά ἀκατανόητου, στίχου στό τέλος τῆς «Ἀφιέρωσης», τή βρῆκα καί ἡ ἀνακάλυψη εἶναι ὠφέλιμη, γιατί φωτίζει τό ποίημα, ἐκεῖ πού δέν μπορεῖ νά τά πεῖ ὅλα, σέ μή Πολωνούς πάντως. Ξαναγράφω τήν τελευταία στροφή, θυμίζω πώς μετέφρασα ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τοῦ Μίλος, καί τονίζω τόν καταληκτικό στίχο:

Ἄλλοτε ἔριχναν στούς τάφους κεχρί ἤ σπόρους παπαρούνας
Νά θρέψουν τούς νεκρούς πού ἴσως γύριζαν μεταμφιεσμένοι πουλιά.
Βάζω τοῦτο τό βιβλίο ἐδῶ γιά σένα, πού κάποτε ἔζησες
Γιά νά μήν χρειάζεται νά μᾶς ἐπισκέπτεσαι πιά.

Ἡ σχέση τῶν Πολωνῶν μέ τούς νεκρούς προγόνους καί προπρογόνους μέχρι σήμερα, γιά λόγους ἱστορικούς ἀλλά καί μυθολογικούς εἶναι φορτισμένη μέ τό φόβο μιᾶς ἐπιστροφῆς τους, κατά τήν ὁποία θά διεκδικήσουν τήν ἐκ νέου ἐγκατάστασή τους στήν πατρώα γῆ.*** Μέ διαφορετικές μορφές ἐπιβιώνουν πολλά παγανιστικά κατάλοιπα καί σ’ αὐτά ριζώνει ἡ ἐπίσημα θεσμοθετημένη ἐτήσια ἑορτή τῆς 1ης Νοεμβρίου μέ τό ὄνομα Zaduszki. Ὁλόκληρη τή μέρα μέχρι ἀργά τό βράδυ, ἀπό παντοῦ συρρέουν στά κοιμητήρια πλῆθος συγγενῶν καί φίλων τῶν κεκοιμημένων, ταξιδεύοντας ἀκόμη καί ἀπό ἄλλες χῶρες, μέ σκοπό νά προσευχηθοῦν γιά τούς νεκρούς. Τά κοιμητήρια εἶναι φωταγωγημένα καί ὁ σκοπός τῆς ἑορτῆς εἶναι πρωτίστως ἀποτρεπτικός: νά τιμηθοῦν ὅλοι οἱ προπάτορες, νά μείνουν ἱκανοποιημένοι ἀπό τίς προσευχές καί προσφορές, ἀπό τόν σεβασμό στήν παρουσία τους ἀνάμεσα στούς ζῶντες, ἔτσι ὥστε νά μήν χρειάζεται νά ἐπιστρέψουν.

Τώρα ὁ στίχος εἶναι φανερός, τό κλειστό αἴνιγμα ἀνοίγει σάν ἀνοιξιάτικη παπαρούνα.

Τό ἀνάθημα τοῦ ποιητῆ δέν εἶναι σπόροι, ἀλλά ὁ πνευματικός ἄρτος τῆς γλώσσας, πού, χωρίς καταφυγή σέ μαγικά τερτίπια καί ξόρκια μέσα στήν ἁγνή προθετικότητα τοῦ ποιητῆ, ξεπερνᾶ τά σύνορα ζωῆς καί θανάτου τρέφοντας ζῶντες καί κεκοιμημένους· κυρίως ὅμως ἀποκαθιστᾶ τή σωτηριώδη λειτουργία τῆς ποίησης. Τά ζωτικά σύμβολα ἀναγεννῶνται στήν ψυχική ἐνδοχώρα καί τό ποιητικό γεγονός μεταμορφώνεται σέ πολύπλευρη ἀπολυτρωτική πράξη. Ἄλλωστε ὁ Μίλος «ἐκτός ἀπό πολύ σπάνιες στιγμές, ἐπέλεγε νά μήν συγκεντρώνει τήν προσοχή του (καί τή δική μας) στήν ἄβυσσο, ἀλλά, ἀντιθέτως, νά τήν ἑστιάζει σέ κεῖνες τίς περιπτώσεις τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη, ἀκόμη καί ὡς αύταπάτη, λοιδωρεῖ τήν ἄβυσσο. Γιόρταζε μιά τέτοια αὐταπάτη. Τήν ἁποκαλοῦσε «πολύτιμη».****

~.~

~.~
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΠΙΝΑΚΕΣ
Zaduszki candle, photo: Jan Morek / Forum
Powązki Cemetery in Warsaw, photo: Jacek Marczewski / AG
John Nash – Ironbridge, Shropshire,1956
https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/10/Destroyed_Warsaw%2C_capital_of_Poland%2C_January_1945_-_version_2.jpg
Marion Adnams, «Spring in the Cemetery» (1956)
~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
*https://www.stephenoconnor.net/milosz_s_choice__an_investigation_of_sentimentality_86842.htm
** Δημήτρης Α. Κυριαζής, Ἡ Διεργασία τοῦ «ψυχικοῦ θανάτου» στήν Κλινική Ψυχανάλυση. Σύναξη 158 (2021), σσ. 39-48.
***https://culture.pl/en/article/powazki-cemetery-warsaw-sculpture-gallery
**** Ὁ ἀναγνώστης πού θά ἤθελε νά γνωρίσει βαθύτερα ἕναν ποιητή μέ τό προνόμιο τῆς ἐποπτείας σέ ὅλο τό πανόραμα τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, μπορεῖ νά ἀνατρέξει στό ἀφιέρωμα μέ ἐπιλεγμένες ἐργασίες γιά τά ἑκατόχρονά του, ἐδῶ :
http://pamietnik-literacki.pl/wp-content/uploads/2017/02/Mi%C5%82osz-in-Pami%C4%99tnik-Literacki-Literary-Memoir.pdf

Ένας πλους που περιπλέει τον θάνατο

Δήμητρα Χριστοδούλου
ευγενής ναυσιπλοΐα
Μελάνι, 2021

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Η ευγενής ναυσιπλοΐα είναι το 15ο ποιητικό βιβλίο της Δήμητρας Χριστοδούλου. Πενήντα ποιήματα γραμμένα όλα σε είκοσι-τέσσερις στίχους. Η αυστηρή οικονομία του στίχου και η συνύπαρξη μιας στέρεας νοητικής κατασκευής με τη ρίζα του υπαρξιακού απελπισμού αλλά και της συμπάθειας είναι ένας μόνιμος και γοητευτικός τρόπος στην Χριστοδούλου, Εδώ πρυτανεύει ο κομψός, ώριμος και βέβαιος ποιητικά πλους στη διπλή ζωή της συνείδησης που αδρανεί, ενώ ο νεκρός της περιφέρεται στις χαμένες δυνατότητες ή στις ανείπωτες διαστάσεις του υπαρκτού. Η εγκατοίκηση του φαινομενικά ακίνδυνου, τετριμμένα καθημερινού από τον εφιάλτη του, την εκκρεμότητά του, την ειρωνική διπλοτυπία του, η διεμβόλιση της προφάνειας με εκείνη την ασταθή ύλη του αμφίσημου είναι τα υλικά και τα κέρδη μιας ανάγνωσης που αφήνει στιβαρό χνάρι στον νου της ψυχής. Ποιήματα γερά δομημένα στη ρυθμική, ειρωνικά αποστασιοποιημένη, ενίοτε αφοριστική φράση, συχνά σε ενεστωτική ρηματική διατύπωση, καταγράφουν δήθεν διαπιστωτικά και ψύχραιμα τη χασματική συνθήκη της ύπαρξης που τελείται ταυτόχρονα στα στιγμιότυπα του βίου και στην παράλληλη δράση της συνείδησης που επανεγγράφει αυτά τα συμβάντα οδηγώντας τα στην επικίνδυνη περιοχή μιας ανησυχαστικής διαύγειας ή, άλλες φορές, στην επίκληση μιας ουρανόθεν λύτρωσης. (περισσότερα…)

Στο κάτοπτρο του μύθου

Σχόλια πάνω στην ποιητική σύνθεση της Αυγής Λίλλη, Στην άκρη μια ουρά (Θράκα 2021)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την τρίτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Στην άκρη μια ουρά, η Αυγή Λίλλη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό χώρο, στον οποίο τα ήδη κατακτημένα όπλα μιας σπαρακτικής διακειμενικότητας, μιας ανατρεπτικής όρασης και κυρίως μιας βίαιης αποστακτικής επεξεργασίας του λόγου οξύνονται ακόμη περισσότερο. Όπως, καταδεικνύει τόσο ο τίτλος όσο και η καλαίσθητη εκδοτική της ανά χείρας συλλογής-συνθετικού ποιήματος, η Αυγή Λίλλη διαλέγεται δημιουργικά με τον γνωστό, σκοτεινό μύθο της μικρής γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πιο συγκεκριμένα, ο διάλογος εντοπίζεται αφενός στον άνισο αγώνα με τον χρόνο που επιβάλλεται προοδευτικά, τραυματικά και αδιαπραγμάτευτα στην ύπαρξη και αφετέρου στον αρχέγονο έρωτα, ο οποίος αν και δρα προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλει, εντούτοις, αντιθετικά και επίμονα από τη μια το τυραννικό δράμα του ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου κι από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου. Το βιβλίο αυτό, με άλλα λόγια, αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδά από βιώματα έρωτα και απώλειας και συμπυκνώνει αισθητικά τη βιολογική, αλλά και ποιητική ωρίμανση της ποιήτριας, η οποία μοιάζει να εισέρχεται σε μια εποχή αποχαιρετισμού του έρωτα. (περισσότερα…)

Θωμάς Ιωάννου, Δύο ποιήματα

~.~

ΛΑΚΩΝΙΚΑ

Λακωνικά τα μάτια σου
Μου τα ’παν όλα εν ριπή
Τα βλέφαρά τους γέρνοντας στον ώμο μου
Τ’ όνειρο να σκουντήσουν

Πάει καιρός που ήταν άπιαστα
Και μήτε με τη θύμηση δε τα ’φτανα
Τις νύχτες που σημάδευα ψηλά
Τα σιδερένια τ’ ουρανού πουλιά
Να προσγειώσω πάνω μου

Μα τώρα πια σε μέρες γόνιμες
Στις κόγχες τους σαν μπαίνω
Να τα προλάβω ανοιχτά
Προτού ποτέ με κλάψουν
Ή των ομματιών τους πάρουνε
Φέγγουν οι κόρες μας σε πλήρη διαστολή
Σαν κόλπος πριν τη γέννα

Μια τρίχα άσπρη μια ρυτίδα
Κι αν δεν βρήκες πάνω μου
Μες στο κουβάρι των φλεβών
Άραγε είδες όσα έγιναν καπνός
Πίσσα και νικοτίνη στόμωσαν
Το σφυγμικό μου κύμα
Και τράτο πια δεν έχω

Μα με  συνοδηγό το βλέμμα σου
Φουλάρω πάλι την καρδιά

Μ’ ένα σκαρί αβέβαιο
Τέρμα Θεού να φτάσω

~.~

ΤΑΙΝΑΡΟ

Πήγα και ήρθα
Δυο και τρεις
Ως τον αγύριστο
Για να σε δω μια στάλα

Αλλά στο γυρισμό στιγμή δεν πάψανε
Να τρέχουν οι καθαριστήρες στο παρμπρίζ
Γυαλί να κάνουνε τα μάτια μου
Το πρόσωπό σου μη βραχεί
Απ’ του καιρού την μπόρα

Νύχτες σαν παίρνω το αμάξι μου ξανά
Με καρφωμένη την ταχύτητα στην πρώτη
Ν’ ανέβω του λαιμού την ανηφόρα σου
Τον Γολγοθά τόσης σιωπής
Τρεχάτος με τη γλώσσα έξω να διαβώ
Το σταυρουδάκι σου να σύρω
Που βαραίνει πάνω μου
Όσο με χίλιους όρκους

Απάτητο να μην αφήνω πόντο
Απ’ το δέρμα σου
Και ας στερέψει τ’ οξυγόνο μου
Στην πιο ψηλή του αίματός σου κορυφή
Άντρας με άντρα να λογαριαστώ
Με τον Ταΰγετο
Που από μικρή στα πόδια του σε έχει

Μονόπετρο να σου περάσω τον Μυστρά
Στο χώμα σου να μπω
Μέχρι το Ταίναρο

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ


Από το επερχόμενο ποιητικό βιβλίο του Θωμά Ιωάννου, Δρόμος ημιαντοχής.

~.~

H ατελείωτη ιστορία ενός δωματίου

Μυρτώ Χμιελέφσκι
Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος
Αθήνα: Ενύπνιο 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στο δεύτερό της βιβλίο με τίτλο Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος, η ποιήτρια και εικαστικός Μυρτώ Χμιελέφσκι συνεχίζει τις αστικές περιπλανήσεις της, επιλέγοντας θραύσματα της καθημερινότητας και ανάγοντας τις παρατηρήσεις ανθρώπων και χώρων σε υλικό ποιητικού σχολιασμού και μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Οι περιπλανήσεις στα κείμενα της Χμιελέφσκι γίνονται τρόποι για να δει κριτικά τις διαδρομές τις δικές της και των άλλων, χωρίς να ενδιαφέρεται να συγκροτήσει μια ενιαία εικόνα του αστικού τοπίου και των κατοίκων του. Αντίθετα, συναρμολογώντας τα σπαράγματα που διαπερνούν χώρους και ανθρώπους παραθέτει συμβάντα με τρόπους πολυφωνικούς. Η πολυφωνικότητα εδώ έχει την εκκίνησή της όχι μόνο από τις διαφορετικές φωνές που διατρέχουν το βιβλίο, αλλά και από όλες τις συνομιλίες μαζί τους. Η αλληλεπίδραση της ποιήτριας με όσα και όσους περιγράφει συνεχίζεται καθώς εξελίσσεται το βιβλίο και παρουσιάζονται τα συμβάντα και ο αντίκτυπός τους. Οι συνέπειες της ανθρώπινης κατάστασης γίνονται ύλη βιωματική, η οποία συνοδεύεται από μια διαρκή μνημονική αναζήτηση παρελθόντος-παρόντος. Πέρα από το να καταγράφει στιγμές του καθημερινού η Χμιελέφσκι αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα για τα όρια της οικειοποίησης και για το πού βρίσκονται οι δικές της ιστορίες μέσα σε αυτές των άλλων.

(περισσότερα…)

Γιώργος Παλαβράκης, Τρία σονέτα

Τρία σονέτα

Εκμυστήρευση
Σύντομος εσωτερικός μονόλογος με φανταστικό κοινό την Αθηνά

Μακάρι να μπορούσες, καλή μου Αθηνά,
να αισθανθείς τη λύπη που πάντα κουβαλώ,
να δεις πως τη ζωή μου η τύχη προσπερνά
και στα σκαλιά του βίου διαρκώς κατρακυλώ.

Τι φταίει πραγματικά που άλλαξε ο κόσμος
και πια κανείς δεν είναι λιγάκι προσηνής
σταμάτησα να ψάχνω, με κούρασε ο δρόμος·
απόμεινα υπηρέτης μιας τέχνης ταπεινής.

Φοβάμαι μήπως τώρα με παρεξηγήσεις,
μην φαίνεται πως πέφτω θύμα κάποιας πλάνης.
Οδύρομαι μονάχος, θέλω εξηγήσεις

που βρέθηκα αδίκως σε ιστό αράχνης.
Βαρέθηκα να βλέπω χέρια που αρπάζουν,
που στήνουνε καρτέρι και σοδειές ρημάζουν.

Σβηστές οθόνες
Στον Θάνο Γιαννούδη

Τους νέους μην υποτιμάς ποτέ σου, Θάνο,
τα μέτρα είναι στην ψυχή τους χαραγμένα.
Μην πας μακριά αλλά κοίταξε και δες εμένα·
παιδεύομαι πολύ μα το σονέτο φτιάνω.

Σ’ απελπισιάς καιρούς, στα δύσκολα επάνω
φαντάζουν όλα είδωλα θρυμματισμένα.
Τα σπίτια μένουν χαμηλά κι ερειπωμένα·
ωστόσο, τη σιγή διακόπτει ένα πιάνο.

Είν’ εύκολο μια ιδέα ποίημα να γίνει
αν, πράγματι, ακολουθήσεις τους κανόνες.
Το ζήτημα μονάχα είναι τι θα μείνει

σαν κάποτε μεμιάς παρέλθουν οι αιώνες
και καταλάβουμε πως πια το έργο φθίνει,
πως τέλειωσε νωρίς και σβήσαν οι οθόνες.

Εφιάλτης

Δεν κελαηδούνε τα πουλιά στην μπόρα,
τα σήμαντρα πια πένθιμα χτυπούνε,
περαστικοί αδιάλειπτα ρωτούνε
τι μέλλει να συμβεί κακό στη χώρα.

Η θύελλα ζυγώνει απ’ ώρα σ’ ώρα
τα δέντρα από τον άνεμο λυγούνε,
τα βήματα σαν κρόταλα ηχούνε
και πλησιάζουν τα παιδιά μας τώρα.

Βαριόμοιροι, περίτρομοι γυρνούμε
να περισώσουμε τα υπάρχοντά μας,
σε καταφύγια να προστατευτούμε

να μην ξοφλήσει αίφνης η γενιά μας.
Από εφιάλτη ζοφερό ξυπνούμε
μα ήδη έχουν σπάσει τα φτερά μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΑΒΡΑΚΗΣ


Ο Γιώργος Παλαβράκης γεννήθηκε στα Τρίκαλα (Θεσσαλίας) το 1992. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με τα φιλολογικά έχει εργαστεί αρκετά χρόνια ως μουσικός. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Παραμύθια χωρίς αύριο

Κόκκινη κλωστή

Κρεμόταν απ’ τον ουρανό
από μια κόκκινη κλωστή
από της Νύχτας το σπασμένο χέρι.

Πάνω απ’ το δάσος των ανθρώπων
χέρια κλαδιά και δόντια κοφτερά
αχ, και πώς την πεινούσαν!

Φεγγάρι από πάνω της δρεπάνι
χλωμό ξεματωμένο διψούσε για κορίτσι.
Ήθελε να το πιει και να χορτάσει
αίμα και παραμύθια

~.~

Μαγεμένη κουρούνα

Με μάγια τιμωρείται η ομορφιά.
Σκληρά. Με δυο μαύρα φτερά κουρούνας
κρωγμούς, αδακρυσιά.

Όνειρο μαύρο της φραγκοσυκιάς, ολημερίς φτεροκοπάς.
Σαν πέφτει ο ήλιος το πέταγμά σου βασιλεύει
και ξαναπαίρνεις την ανθρώπινη μορφή.

Νομίζεις σε λυπήθηκαν σαν είπαν:
Θέλεις τα μάγια να λυθούν;
Ρίξ’ τα φτερά σου στη φωτιά και κάψ’ τα!

Το έκανες. Και τώρα είσαι ελεύθερη.
Ελεύθερη να μην πετάς
το πριγκιπόπουλο να παντρευτείς
παιδιά να ταχταρίσεις.

Και κάθε μέρα στο παλάτι τριγυρνάς
τον περιμένεις ώς αργά το βράδυ
να επιστρέψει απ’ το κυνήγι.
Σκύβεις τού φέρνεις τις παντόφλες
προσφέρεις το ζεστό πρώην πουλιού κορμί
αίμα σε φλιτζανάκι του καφέ.
Πριγκίπισσα σωστή!

Μονάχα όταν σου πετάει στην ποδιά
μια δέσμη με πουλιά να ζεματίσεις
να μαδήσεις
σου πιάνεται η καρδιά.

Θρηνείς καθώς θυμάσαι τον απέραντο ουρανό
κλαις τις σφαγμένες πτήσεις
και νοσταλγείς την πρωινή δροσιά
που στα φτερά σου πια δε θα ξανακυλήσει.

~.~

Χωρίς Χέρια

Απλώνεις βλέμμα βελούδο απέραντο
ήχους κολυμπάς σιωπής
με τα μάτια ζυμώνεις ψωμί της ανάγκης
βράχια με τη γλώσσα σηκώνεις
δέντρα σκύβουν, σε ταΐζουν φρούτα της λύπης τους
στους κομμένους καρπούς σου δυο πέρδικες
αίμα θρόμβους ραμφίζουν δεν ξεδιψούν

τα κομμένα σου μέλη πεταμένα στο χώμα
περιστέρια μηνύματα ανεμπόδιστα στέλνουν
την αγάπη σου

καλοσύνη, η θλίψη σε κάνει πιο όμορφη

και βλασταίνει ζωή.

Πώς αγκαλιάζεις το μωρό σου, Χωρίς
Χέρια, κάθε μέρα πώς ντύνεσαι
τον καινούργιο σου θάνατο;

Εφτά ρούχα πληγές στο κορμί
κι εσύ διάφανη

Χωρίς Χέρια, επαίτης στη σκόνη της πόλης
πώς απλώνεις τα Χέρια Χωρίς
πώς τα μάτια καλύπτεις σε βλέμμα λεπίδες
με τι Χέρια τη μέρα σου σπρώχνεις Χωρίς
στο πηγάδι πώς ρίχνεις κουβά
πώς σφουγγίζεις τη νύχτα
πώς θερίζεις τις πίκρες με δρεπάνι στο στόμα;

Δείξε μου, Χωρίς Χέρια, δείξε μου πώς μπορείς!

~.~

Η γριά δούλα

Όταν τον πλησιάζει στο άσπλαχνο φως
καθρεφτίζονται στις φολίδες του τα χρόνια της.
Το αυλακωμένο με ρυτίδες πρόσωπο.
Τα σταχτιά μαλλιά, το γελοίο σαγόνι.

Πληγώνει η ασχήμια.

Πού πήγε το κορίτσι-λευκή καμέλια;
Αναμμένο νύχτες ολόκληρες
περίμενε να λιώσει στη φλόγα της ανάσας του.
Μ’ αυτός επέστρεφε κάθε φορά με νέο πλάσμα
που πότε τρώει πότε μαρμαρώνει και φυλά
στην κάμαρή του διπλοκλειδωμένο.

Με την απάτη, τα φιλιά τής ρούφηξε όλες τις χλωρασιές.
Ο έρωτάς του δηλητήριο στη φλέβα.
Τώρα κατάξερη ώς το μελούδι.
Το κατοικίδιο-γυναίκα εξημερώθηκε άγριο πολύ.
Παραμονεύει αθώα θύματα στις παρυφές του δάσους.
Σκυμμένη στη φωτιά τού ετοιμάζει φρέσκια σάρκα για το δείπνο
κρυφακούει πυρετικά πίσω απ’ την πόρτα
γλείφει τους ολονύχτιους τριγμούς απ’ τα σανίδια

χαϊδεύοντας του πύργου το κλειδί ανάμεσα στα στήθη.

~.~

Η γυναίκα του πρωτομάστορα

Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες

Λαχταρούσες το χάδι του.
Χέρια από την πέτρα όλο γκρίθια.
Πόθου στεναγμούς.
Μωρού κλάμα για το γάλα σου.
Μια ήσυχη ζωή λαχταρούσες.

Όχι. Ποτέ δεν πέρασαν από τον νου σου
καμάρες μονότοξες, δίτοξες
θρύλοι, τραγούδια, μοιρολόγια.
Κανείς να μη σ’ έκλαιγε. Ούτε ένα αχ.

Ποιος πρωτομάστορας σ’ έχτισε
και δεν άφησε απέξω ούτε ένα δάχτυλο ν’ αγγίζεις το μωρό σου
μια ίριδα να το βλέπεις να μεγαλώνει
μισή πατούσα να κουνάς την κούνια του
μισό στήθος να το θηλάζεις;

Ολόχτιστη.
Ποιό γιοφύρι στεριώνει τώρα το κορμί σου;

~.~

Η νέα κυρία Στάρκιν

Δεν ξέρω γιατί μ’ έφερε στο παλάτι του.
Είχε ήδη τη μικρή του πριγκίπισσα με
χείλη κεράσια, ενώ εγώ δυο λεπτές περισπωμένες
—χρώμα σκοτωμένο αίμα— γεμάτες απορίες.
Πώς να παραβγώ μαζί της;
Είχε χιονόδερμα. Είχα ρυτίδες.
Είχα κυτταρίτιδα. Είχε προζυμένιες γάμπες
όταν έβαζε το σκαμνάκι της
να πιάσει το βάζο με το γλυκό στο πάνω πάνω ράφι.
Της ζητούσε γλυκό κεράσι πρωί απόγευμα.
Είχε μάτια μόνο για κείνη.
Είχα μάτια σε προστάδιο καταρράχτη, ωχρά κηλίδα
αιμορραγία στα τριχοειδή. Προχωρημένη ουλίτιδα
και αλωπεκία. Εξού το μαύρο τουρμπάνι
τα σουβλερά δόντια, τα κόκκινα μάτια
σε όλες τις εικαστικές απεικονίσεις του παραμυθιού.
Ήταν ο γονιμοποιημένος του έρωτας.
Ήμουν η προσωποποίηση της αγονίας, της αγωνίας.
Όχι τόσο για την ομορφιά.
Η απόρριψή του μ’ ένοιαζε, η κατακραυγή της κοινωνίας.
Ήταν λάθος αυτός ο γάμος.
Πνιγόμουν απ’ τα στενά φορέματα, τους κορσέδες
το έντονο μακιγιάζ.
Λάθος ακόμα κι ο καθρέφτης μου
ραγισμένος, πολλαπλασιαστής ασχήμιας, δυσφορίας
σκονισμένος, αραχνιασμένος.
Πόσες φορές ήθελα να ξεκολλήσω το πιο αιχμηρό θραύσμα του
και να σκίσω τις φλέβες μου ή να της αφαιρέσω την καρδιά.
Όχι πως μ’ εκνεύριζαν τα καλά κορίτσια
αλλά ο ομοιοπαθητικός μού είχε συστήσει
συκώτι και καρδιά φρεσκοσφαγμένου κοριτσιού
για την προχωρημένη αναιμία μου.
Μα πώς θα καταπολεμούσα τον μεγαλύτερό μου τρόμο;
Την αιμοφοβία.

Γι’ αυτό κατέφυγα σε ασφυξία από κορσέ, σε δηλητηριασμένες χτένες, μήλα.

Για πες μου, έχω άδικο, καλέ μου υπηρέτη;
Μα έλα λιγάκι πιο κοντά και μίλα μου για μήλα.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Μίκης Θεοδωράκης ηγέτης του νεώτερου ελληνισμού

~.~

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Όλα άρχισαν με την αποφασιστική πρωτοβουλία του Μπετόβεν στο τελευταίο μέρος της Ενάτης συμφωνίας – διάλεξε την «Ωδή στην Χαρά» του Σίλερ. Δεν επρόκειτο για λιμπρέτο όπερας, ούτε θρησκευτικό κείμενο κάποιας μουσικής Λειτουργίας ή ενός Ορατορίου, όχι. Ο μέγας Λούντβιχ μελοποίησε ένα υπέροχο ποίημα (με κοινωνικές και πολιτικές αιχμές δίπλα στις ρομαντικές του πρόνοιες).

Ο Μίκης Θεοδωράκης υιοθέτησε (δεν υπήρξε ο μόνος αλλά ένας από τους πλέον αποτελεσματικούς) αυτήν την προσέγγιση και την εισήγαγε στον νεοελληνικό μουσικό πολιτισμό. Μελοποίησε Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Μαβίλη, Δροσίνη, Σικελιανό, Καβάφη, Καρυωτάκη, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Βάρναλη, Λειβαδίτη, Κατσαρό, Αναγνωστάκη, Γκάτσο, Ρώτα, Γκανά, Χάινε, Λόρκα, Νερούδα, Χικμέτ, Καμπανέλλη, Χριστοδούλου αλλά και Γ. Θεοδωράκη, Μποστ, Βίρβο, Ελευθερίου, Παπαδόπουλο, Μύρη, Καρατζά, Μπουρμπούλη, Νικολακοπούλου, Τριπολίτη… Και κατόρθωσε να βάλει στο στόμα του λαού του τους στίχους των ποιητών, τραγουδισμένους από ερμηνευτές λαϊκούς, φωνές εμβληματικές που διδάχτηκαν την τέχνη τους δίπλα σε λαϊκούς τραγουδοποιούς και συνθέτες του μεγέθους ενός Βαμβακάρη, ενός Τσιτσάνη, ενός Χιώτη. Ο νεώτερος Ελληνισμός (εκτός κάποιων λαμπρών εξαιρέσεων στα Επτάνησα και για μια χρονική περίοδο στην Κρήτη) δεν συμμετείχε στην Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό (τουλάχιστον με τον τρόπο άλλων ευρωπαϊκών λαών) – δεν θήτευσε στην αρχιτεκτονική σταθερότητα της Αρμονίας, έπαιζε (και παίζει) όμως στα δάχτυλα την Μελωδία, το Μέλος. Στην ελληνική γλώσσα (από την Οδύσσεια του Ομήρου ως το Ακριτικό Έπος και τον Ερωτόκριτο) όλες οι αφηγήσεις τραγουδούνται μονωδιακά, αποτελούν τμήμα μιας ευρύτερης «προφορικότητας» που συντηρείται ευλαβικά (μοτίβα, μελίσματα, ρυθμολογία) κάτω από την σκέπη της λόγιας (γραπτής σε παρτιτούρα) Βυζαντινής εκκλησιαστικής υμνωδίας. Ο Θεοδωράκης το γνωρίζει αυτό πολύ καλά (του το υπαγορεύει ίσως η Κρητική του ρίζα). Γι’ αυτό επιμένει πως η κεντρική μελωδική επιρροή της «Συνεφιασμένης Κυριακής» είναι ο Ακάθιστος Ύμνος.

Ο Θεοδωράκης, παιδί ωδείου και ακαδημαϊκής μουσικής μόρφωσης. Μαθητής της Νάντιας Μπουλανζέ, μιας από τις κορυφαίες θεωρητικούς της μουσικής στον εικοστό αιώνα αλλά και του σπουδαίου συνθέτη Ολιβιέ Μεσσιάν. Μελετά τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό (δωδεκάφθογγο, ατονικότητα, σειριακές δομές, αλεατορική ερμηνευτική προσέγγιση) – συγκλίνει και αποκλίνει. Αισθάνεται πιο κοντά με τους υπερασπιστές ενός ιδιότυπου «είδους μικτού και νόμιμου» (κατά την ρήση του Σολωμού) – μιας συνύπαρξης της μελωδίας με όλες τις κατακτήσεις του μοντερνισμού (Λουτοσλάφσκι, Πεντερέτσκι, Σνίτκε, Παρτ…). Στην ψυχή του Μίκη (είναι φανερό – ακούγοντας το έργο του) ηχούν προνομιακά ο Μπετόβεν, ο Μπραμς, ο Τσαϊκόφσκι, ο Ντβόρζακ, ο Σμέτανα, ο Μπερλιόζ, ο Βάγκνερ, ο Γκριγκ, ο Σιμπέλιους, ο Χολστ, ο Προκόφιεφ, ο Μπρούκνερ, ο Σοστακόβιτς… Η εξέλιξη του ευρωπαϊκού κλασσικισμού σε εκδοχές «εθνικών σχολών» τον προβληματίζει και τον υποχρεώνει να αναζητήσει το νεοελληνικό ανάλογο. Δεν τον ικανοποιούν οι προσπάθειες του Καλομοίρη, του Βάρβογλη, του Ριάδη. Τον συγκινούν ο Σκαλκώτας (η πιο «τονική» εκδοχή του) κι ο Κωνσταντινίδης (που με το ψευδώνυμο Κώστας Γιαννίδης υπογράφει την σύνθεση πολλών όμορφων «ελαφρών» τραγουδιών).

Ωστόσο ο Μίκης το αισθάνεται εμφατικά – η συμφωνική εκδοχή δεν «μιλά» στην καρδιά του λαού του. Ο λαός του από αλλού έρχεται – και χρειάζεται χρόνος, πείσμα και τρόπος για να συγκλίνει με την πολύπειρη (στο συμφωνικό ηχητικό πεδίο) Δύση. «‘Εθνική Σχολή» ίσον μουσικές επιρροές από την δημοτική και λαϊκή παράδοση ενός τόπου (ενός έθνους, ενός λαού) συν προσωπική δημιουργική προσέγγιση από τον συνθέτη συν (κατά περίπτωση) συνάντηση με σημαντικό λογοτέχνη που γράφει στην γλώσσα αυτού του τόπου (του έθνους, του λαού). Ωραίο παράδειγμα ο «Περ Γκίντ» του Γκρικ – έργο βασισμένο στο ομότιτλο θεατρικό κείμενο του Ίμπσεν. Αντί του συμφωνικού ηχητικού περιβάλλοντος (ξένου σ’ έναν λαό που έχει μουσικά κατηχηθεί με το μονωδιακό μέλος – στην εκκλησία, στο Δημοτικό και στο Λαϊκό Τραγούδι) ο Θεοδωράκης τολμά, προτείνει τον ήχο της λαϊκής ορχήστρας του Τσιτσάνη: Μπουζούκια, κιθάρες, πιάνο, κοντραμπάσο, κρουστά. Κι αντί για τενόρο, σοπράνο, άλτο και μπάσο (τραγουδιστές τεχνικής φωνητικής τοποθέτησης) επιλέγει λαϊκούς τροβαδούρους και λαϊκές μαντόνες.

Χαρακτηριστικό επεισόδιο της διαδρομής αυτής οι δύο εκδοχές στον «Επιτάφιο», το μελοποιημένο μοιρολόι του Ρίτσου, με την «φωνή» μιας μητέρας που θρηνεί (σε πρώτο πρόσωπο) τον σκοτωμένο γιο της: Η πρώτη εκδοχή έχει ενορχηστρωθεί λεπταίσθητα από τον Χατζιδάκι κι έχει ερμηνευτεί λυρικά από την Μούσχουρη, Η ορχήστρα «φθάνει» μέχρι την χρήση μαντολίνου (ως ηχητική μετωνυμία του μπουζουκιού που ο μέγας Μάνος πολλές φορές θα επιλέξει -σολομώντεια λύση – στις ενορχηστρώσεις του, προτείνοντας ένα λαϊκής καταγωγής έγχορδο που εξελίχθηκε εξίσου σε εκφραστή ακαδημαϊκών συνθέσεων ως καμεράτα νυκτών εγχόρδων, με πλήθος μουσικών δημιουργιών για χάρη του (ανάμεσα τους πολλά εξαίρετα έργα του Βιβάλντι). Η δεύτερη εκδοχή, ενορχηστρωμένη από τον δημιουργό, τον Μίκη, επιλέγει στα ίσια τον λαϊκό ήχο – μπουζούκια που συμπρωταγωνιστούν με μια ανδρική φωνή (και τι φωνή – τον Μπιθικώτση) σε μια ηχητική προσέγγιση που υποστηρίζει πως «Εθνική Σχολή» για τον νέο ελληνισμό (δεν μπορεί παρά να) είναι μουσικά το Τραγούδι του Λαού (εκκλησιαστικό, δημοτικό, λαϊκό), περασμένο μέσα από τα απαραίτητα φίλτρα μιας συνθετικής προσέγγισης που διατηρεί τα αναγκαία ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά. Ένα λαϊκό τραγούδι του Μίκη (και του Μάνου) ακούγεται πολύ διαφορετικό από ένα αντίστοιχο του Τσιτσάνη ή του Καλδάρα.

Ο Θεοδωράκης πάλεψε ολόκληρη ζωή με το αίνιγμα του «μικτού και νόμιμου» είδους και ύφους. Σε πολλά έργα του απομακρύνθηκε αποφασιστικά από το λαϊκό ηχητικό περιβάλλον, στο «Κάντο Χενεράλ» πχ. (σε ποίηση Νερούδα) και βέβαια σε όλο το ακαδημαϊκό συμφωνικό του έργο – διατηρώντας ωστόσο πάντα ζωντανή την μοτιβική συνομιλία με την Ελληνική μουσική Παράδοση. Στο εμβληματικό «Άξιον Εστί» (σε ποίηση Ελύτη) υποχρεώνει συναρπαστικά σε συνύπαρξη όλες του τις μουσικές επιρροές, όλες τις «αντιφάσεις» των καταγωγών και των εκκινήσεων του: Μοντερνισμός και λαϊκά τραγούδια, δομή ορατορίου, θεατρικός και μουσικός αφηγητής, βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής μονωδιακά μοτίβα που συμπλέκονται με πολυφωνικά χορωδιακά που παραπέμπουν σε προχωρημένες αρμονικές κατακτήσεις του δυτικού μουσικού εικοστού αιώνα – ένα πολυπρισματικό ανεπανάληπτο αριστούργημα που κηρύττει την ανάγκη ειρήνευσης του Ελληνισμού με όλες του τις πολιτισμικές καταγωγές, αυτό που ο Σεφέρης προσδιορισε ως απόσταση μας εξίσου από την Ανατολή και την Δύση.

Υποστηρίζω πως η λέξη «απόσταση» εδώ ιστορεί την ύπαρξη ενός πρωθύστερου σχήματος στον νεοελληνικό πολιτισμό: Καταγόμαστε από περιοχές παλαιότερες των νεωτερικών δυτικών αντιστοίχων, τις οποίες εκλεκτικά ενσωματώνουμε στο σύγχρονο ηθικό και πολιτισμικό μας σύμπαν, αναγνωρίζοντας τες ως ιδιοφυή τέκνα του λαμπρού παρελθόντος που διεκδικούμε ως «δικό» μας (αλλά που αποτελεί έτσι κι αλλιώς παγκόσμια κληρονομιά). Ο Θεοδωράκης περιέχει το Ακριτικό Έπος και τον Ερωτόκριτο στο ποιητικό του σύμπαν, αναγνωρίζοντας την ιδιοφυή δυνατότητα τόσο του Λαού όσο και του προσδιορισμένου ταυτοτικά επώνυμου δημιουργού να παράξουν αριστουργήματα. Συγχρόνως συνειδητοποιεί την παρουσία του Ρωμανού του Μελωδού ως μέγιστου τραγουδοποιού (με βαθύτατα ερωτική προσέγγιση του Θείου) κι αυτή η διαδρομή αυτογνωσίας τον οδηγεί αναπόφευκτα στους μεγάλους Τραγικούς που –κατά την παράδοση– συνέθεταν την μουσική των χορικών τους και τα χορογραφούσαν οι ίδιοι. Ο Χρόνος ως Καιρός κι ο Χώρος ως Τόπος (κατά την ιδιοφυή προσέγγιση του Μαρωνίτη). Ο Μίκης δρα στο μουσικό πεδίο όπως ο Παλαμάς κι ο Σεφέρης – είναι συγχρόνως δημιουργός και θεωρητικός, όχι αφηρημένα αλλά βιωματικά, με το δέρμα και το αίμα, με το δράμα που βιώνει ο μεγάλος καλλιτέχνης όταν ψηλαφεί το έργο με το Νού και την Καρδιά σε αγαστή ενότητα.

Οι μελωδίες κι οι ρυθμοί του Μίκη συνομιλούν αγαπητικά με τις αντίστοιχες του Λαϊκού μας Τραγουδιού. Κατά το ένα μέρος – ένα άλλο κυριαρχείται από την Κρητική μουσική παράδοση. Η γλώσσα των μουσικών του δημιουργιών περιέχει τις μελισματικές εκδοχές των μαντινάδων και του Ριζίτικου, ο αγαπημένος του ρυθμός (τα δύο τέταρτα) αποτελεί εμφανή αναφορά στους κρητικούς χορούς που μετριούνται στα δύο. Υπάρχει και τρίτο μέρος – με ηχώ ηπειρώτικη («Την Ρωμιοσύνη μη την κλαις»), ευρύτερα της δημοτικής παράδοσης (παραλογές και μοιρολόγια – «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού») – και τέταρτο, εκείνο των εκτός ελληνικού τοπίου επιρροών (κλασσική μουσική, ποπ, ροκ και «έθνικ» ιδιώματα).

Ο Θεοδωράκης κατάγεται από την πατριωτική εκδοχή της Αριστεράς. Απεχθάνεται τον «εθνομηδενισμό». Δυσπιστεί απέναντι σε προκατασκευασμένους ιδεολογικούς θύλακες (τους οποίους αρκετές φορές συνδημιούργησε για να τους υπονομεύσει στην συνέχεια – ουδείς αναμάρτητος). Υπήρξε ο αρχηγός των Λαμπράκηδων. Βίωσε τα τραγικά Δεκεμβριανά ως νεαρός μαχητής. Πέρασε από την Μακρόνησο. Επιβίωσε από σοβαρές ασθένειες, βιαιότητες, βασανιστήρια, κακουχίες, προσβολές και ηθική υπονόμευση. Κέρδισε ευρωπαϊκές υποτροφίες για μουσικές σπουδές, τιμήθηκε με διεθνή βραβεία, είδε τα ακαδημαϊκά έργα του να ερμηνεύονται από σημαντικές ορχήστρες παντού στον κόσμο. Συνάντησε δια ζώσης αρκετούς μεγάλους (όπως ο ίδιος), περιέφερε τον κόσμο των τραγουδιών του στην οικουμένη. Συνέθεσε μουσικές για ταινίες του παγκόσμιου χωριού. Αγαπήθηκε από εκατομμύρια ακροατές, αναρίθμητοι δίσκοι των έργων του εκδόθηκαν κι έγιναν ανάρπαστοι σε πάμπολες χώρες. Ο καημός του υπήρξε πάντοτε ο Ελληνισμός. Αυτός ο γίγαντας, το «τάνκερ στην λίμνη των Ιωαννίνων» (όπως κάποτε αυτοχαρακτηρίστηκε, εκνευρισμένος με την μικρότητα του νεοελληνικού κρατιδίου), ο οικουμενικός αριστερός που δεν δίστασε να προειδοποιήσει στην αυγή της Μεταπολίτευσης «Ή Καραμανλής ή τανκς», ο αιρετικός υπουργός κυβερνήσεων με αντίθετο με το δικό του πολιτικό πρόσημο, ο αναθεωρητής που επιθύμησε να πεθάνει (κατά την γραπτή του επιθυμία) ως κομμουνιστής – ο Μίκης Θεοδωράκης με τον βίο, την πολιτεία και το έργο του, υπήρξε ένας από τους ελάχιστους αυθεντικούς ηγέτες του νεώτερου Ελληνισμού. Έφυγε το 2021, στην επέτειο των διακοσίων χρόνων από την Εθνική Παλιγγενεσία. Δεν υπάρχει αμφιβολία καμμία – πολέμησε κοντά στον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Μακρυγιάννη, τον Πλαπούτα, τον Διάκο, τον Ανδρούτσο, τον Νικηταρά. Καταδικάστηκε κι εκείνος από τους Βαυαρούς σε θάνατο. Επιβίωσε για να μας τραγουδήσει:

Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους
σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό
και τον Χάρο θα καλέσουμε
να πιούμε αντάμα και να τραγουδήσουμε μαζί

Κράτα το κλαρίνο και το ζουρνά
κι εγώ θα ’ρθώ με τον μικρό μου τον μπαγλαμά
Αχ, κι εγώ θα ’ρθώ…
μες στης μάχης τη φωτιά με πήρες, Χάρε
πάμε στα περβόλια για χορό

Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους
αν σε πάρω, Χάρε, στο κρασί
αν σε πάρω στον χορό και στο τραγούδι
τότες χάρισέ μου μιας νυχτιάς ζωή

Κράτα την καρδιά σου, μάνα γλυκιά
κι εγώ είμ’ ο γιος που γύρισε για μια σου ματιά
Αχ, για μια ματιά..

Για το μέτωπο σαν έφυγα, μανούλα
εσύ δεν ήρθες να με δεις
Ξενοδούλευες και πήρα μόνος μου το τρένο
που με πήγε πέρ’ απ’ τη ζωή…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
4 Σεπτεμβρίου 2021

ανδρε