Παναγιώτης Κονδύλης

Συμπόσιο Κονδύλη: Οφειλές & ευχαριστίες

 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΟΦΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Και τις δύο μέρες του Συμποσίου για τον Παναγιώτη Κονδύλη, οι γενικές εντυπώσεις ήταν εξαίρετες. Ζωηρή και έντονη συζήτηση, πρωτότυπες και ουσιαστικές εισηγήσεις, αθρόα προσέλευση και αμείωτο ενδιαφέρον του κοινού. Ίσως η αποστροφή εκείνη του Νίκου Ξυδάκη ότι τόσοι και τόσοι άνθρωποι από τους πιο διαφορετικούς χώρους, συγγραφείς και πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί, λογοτέχνες και επιστήμονες, αφιερώσαμε ένα Σαββατοκύριακο για να μιλήσουμε για το έργο του Κονδύλη και την σημερινή Ελλάδα μέσα στην παρούσα συγκυρία, να συνοψίζει το πνεύμα της εκδήλωσης.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που μας τίμησαν με την παρουσία τους, ο Μιχάλης και η Πόπη Γκανά, ο Γιάννης Καλιόρης, ο Γιάννης Πατίλης και η Ηρώ Νικοπούλου, ο Δημήτρης Νόλλας, ο Γιώργος Ευαγγελόπουλος, ο Θεοφάνης Τάσης, η Παναγιώτα Βάσση, ο Βασίλης Ξυδιάς, ο Σωτήρης Μητραλέξης, ο Σπύρος Κουτρούλης, ο Διονύσης Σκλήρης, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, η Ζωή Μπέλλα, η αδελφή του τιμωμένου Μέλπω Μπούμπουλη-Κονδύλη, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, ο Άγγελος Καλογερόπουλος και ο Γιώργος Κοκκόλης, αντιδήμαρχος Ραφήνας, που προήδρευσαν σε τρεις από τις συνεδρίες μας και άλλοι πολλοί – ζητώ συγγνώμη απ’ όσους ξεχνώ αυτή τη στιγμή.

Εκτός από τους 16 συνολικά εισηγητές, για την επιτυχία της εκδήλωσης εργάστηκαν πολλοί άνθρωποι και με ποικίλους τρόπους. Πρώτα απ’ όλα όσοι είχαν την πρωτοβουλία του προγράμματος και του σχεδιασμού: ο Γιώργος Αντωνιάδης, που σήκωσε αγόγγυστα το μεγαλύτερο οργανωτικό βάρος και έκανε το περισσότερο τρέξιμο, ο Κυριάκος Κωσταρέλος (οι φωτογραφίες εδώ είναι δικές του), ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος και ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος· οι εθελοντές του ΙΝΣΠΟΛ και οι συνεργάτες του Νέου Πλανόδιου (ειδική μνεία από μέρους μου στην Ειρήνη Γιαννάκη)· οι άνθρωποι του Δήμου Αθηναίων στην 7η Δημοτική Κοινότητα γύρω από την αεικίνητη, υποχρεωτικότατη και πάντοτε ευδιάθετη Σύμβουλο κ. Δάφνη Γαβρίλη· η κινηματογραφική ομάδα του Αντιφώνου και του Κωνσταντίνου Βεργή και άλλοι.

Προς όλους και όλες, και από τη θέση αυτή, τις θερμές μας ευχαριστίες!

Οι εισηγήσεις του Συμποσίου, εμπλουτισμένες με συνεισφορές συνεργατών που για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν, όπως λ.χ. εκείνην της καθηγήτριας Ιωάννας Τσιβάκου την οποία θα προδημοσιεύσουμε προσεχώς στον ιστότοπο του Νέου Πλανόδιου, προβλέπεται να δημοσιευτούν την επόμενη χρονιά. Θα προηγηθεί κάποια στιγμή διαδικτυακώς η βιντεοσκόπηση όλης της εκδήλωσης.

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Print

Συμπόσιο Κονδύλη, 9-10. 4. 2016

Print

Συμπόσιο για τον Π. Κονδύλη

Αφίσα Συμποσίου α

Δελτίο Τύπου

«Η σκέψη είναι από τη φύση της πολεμική»
ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΝΔΥΛΗ

«Δεν υπάρχουν ιδέες. Υπάρχουν μόνον ανθρώπινες υπάρξεις μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις… οι ιδέες ούτε νικούν ούτε νικιούνται, παρά η νίκη ή η ήττα τους εκπροσωπεί συμβολικά την επικράτηση ή την καθυπόταξη ορισμένων ανθρώπινων υπάρξεων.»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ, Ισχύς και Απόφαση, 1984

ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ του κορυφαίου Έλληνα στοχαστή, και με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά της μελέτης του Συντηρητισμός: Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015), η εξαμηνιαία επιθεώρηση λόγου και ιδεών Νέο Πλανόδιον σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής διοργανώνουν στην Αθήνα συμπόσιο αφιερωμένο στη σκέψη του. Μετέχουν πανεπιστημιακοί, συγγραφείς, παλαιότεροι και νεώτεροι μελετητές οι οποίοι θα θίξουν ποικίλες πλευρές της: ζητήματα πολιτικά, οικονομικά, ιστορικά αλλά και αμιγώς φιλοσοφικά. Ιδιαίτερο βάρος θα τεθεί σε θέματα που αφορούν την νεοελληνική ιστορία και την παρούσα κρίση.

Το Συμπόσιο θα έχει διήμερη διάρκεια και θα λάβει χώρα στην αίθουσα του Διαμερισματικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, Πανόρμου 59, στις 9 και 10 Απριλίου 2016.

Στις 9 Απριλίου, ημέρα Σάββατο, και ώρα 19.00, το Συμπόσιο θα ανοίξει με συζήτηση στρογγυλής τραπέζης και θέμα:

2010-2016: Ευκαιρίες και χίμαιρες
Η ελληνική διανόηση απέναντι στην Κρίση

Μετέχουν οι:
– Ανδρέας Ανδριανόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Διπλωματίας του Αμερικανικού Κολλεγίου της Ελλάδος, πρώην υπουργός
– Γιάννης Κιουρτσάκης, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος
– Κώστας Μελάς, οικονομολόγος, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου
– Παντελής Μπουκάλας, δημοσιογράφος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
– Νίκος Ξυδάκης, Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών, δημοσιογράφος, τεχνοκριτικός
Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας, διευθυντής του Νέου Πλανόδιου.

Στις 10 Απριλίου, σε τέσσερις πρωινές και απογευματινές συνεδρίες ακολουθούμενες από συζήτηση με τους παρισταμένους και το κοινό, θα εισηγηθούν οι:

Α’ συνεδρία: Φιλόσοφοι και ιδέες (11.00 – 12.20)
– Σωτήρης Γουνελάς, συγγραφέας, πρώην διευθυντής περιοδικού Σύναξη («Ο Μαρξ, ο Κονδύλης και η Αρχαία Ελλάδα»)
– Γιώργος Ξηροπαΐδης, καθηγητής, κοσμήτωρ Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών («Είναι-προς-θάνατον: Κονδύλης και Χάιντεγγερ. Μια κριτική θεώρηση»)
– Πέτρος Πολυμένης, συγγραφέας, διδάκτωρ φιλοσοφίας («Διαθλάσεις ηδονισμού»)

Β’ συνεδρία: Διεθνής και ευρωπαϊκή πολιτική (12.40 -14.00)
– Κώστας Μελάς, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου («Το Οικονομικό στην προβληματική του Π. Κονδύλη. Η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης»)
– Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας, διευθυντής περιοδικού Νέο Πλανόδιον («‘…ο συγκλονιστικότερος και τραγικότερος της ανθρώπινης ιστορίας’. Ο Π. Κονδύλης και ο 21ος αιώνας»)
– Κυριάκος Μικέλης, λέκτορας Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας («Το Διεθνές και οι Ιδέες στον Παναγιώτη Κονδύλη»)

Γ’ συνεδρία: Περί μεθόδου, συγκριτικής και προσλήψεως (17.00-18.20)
– Λεωνίδας Σταματελόπουλος, πολιτικός επιστήμονας, μέλος της συντακτικής ομάδας του Νέου Πλανόδιου («Ο Παναγιώτης Κονδύλης ως ιστορικός των ιδεών και το πρόβλημα της μεθόδου»)
– Γιώργος Αντωνιάδης, διεθνολόγος, διευθύνων εταίρος του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής: («Finis Graeciae ή Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας: Γιανναράς και Κονδύλης»)
– Δημήτρης Δικαίος, νομικός, πολιτικός επιστήμονας («Η πρόσληψη του Παναγιώτη Κονδύλη από τη γερμανική διανόηση»)

Δ’ συνεδρία: Ζητήματα νεοελληνικής ιστορίας (18.40-20.00)
– Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, επ. καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς («Σκόρπιες μνήμες σε παράμερο τόπο: Ο Παναγιώτης Κονδύλης και το αίτημα της νεοελληνικής ιστορικότητας»)
– Κώστας Χατζηαντωνίου, συγγραφέας, ιστορικός («Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός: η παρακμή ως εθνική ενότητα»)
– π. Ευάγγελος Γκανάς, θεολόγος («Κράτος και Εκκλησία. Ιστορία και προοπτικές μιας περίπλοκης σχέσης: ένα σχόλιο υπό την προοπτική του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη»)

Η είσοδος είναι ελεύθερη. Για τους ενδιαφερόμενους θα διατεθούν βεβαιώσεις συμμετοχής. Οι εισηγήσεις του Συμποσίου θα συγκεντρωθούν προσεχώς σε ειδικό αφιερωματικό τεύχος του Νέου Πλανοδίου.

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ
Εξαμηνιαία επιθεώρηση
λόγου και ιδεών
Στ. Κουμανούδη 3, 11474 Αθήνα
τηλ.: 210 6442386, 6982713957
neoplanodion@gmail.com
http://www.neoplanodion.gr
http://www.facebook.com/NeoPlanodion

Κώστας Κουτσουρέλης: Μια ομολογία ενοχής

GUILTY

 

Όπως με τους αριστερούς φίλους όλη την περσινή χρονιά, όπως με τους ευρωπαϊστές και φιλελεύθερους φίλους ενίοτε, ή τους ομοτέχνους άλλοτε για ποικίλες αφορμές, μου συμβαίνει συχνά, πολύ συχνά ομολογουμένως τον τελευταίο καιρό, να στενοχωρώ φίλους και συνομιλητές με όλα αυτά που γράφω περί προσφυγιάς και περί μετανάστευσης. Αρκετές φορές, όταν όλα τα άλλα εμπράγματα επιχειρήματα παροπλιστούν –αν και πρέπει να ομολογήσω ότι τέτοια σπανίως μου αντιτάσσονται–, αυτό που μένει στην ατμόσφαιρα να επικρέμαται εναντίον μου είναι η μομφή, κάτι μεταξύ παραπόνου και καταγγελίας: ότι μου λείπει η συμπόνια, ότι δεν έχω καρδιά, ότι αυτό που απουσιάζει από τα λεγόμενά μου είναι ο ανθρωπισμός.

Ένα τέτοιο κατηγορητήριο δεν μου φαίνεται κακή αφετηρία. Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια ομολογία ενοχής, κι ας ονοματίσω εδώ το ακατονόμαστο: δεν είμαι ανθρωπιστής. Ο ανθρωπισμός στα μάτια μου είναι ένα ιδεολόγημα. Μια αυταπάτη. Πατάει πάνω στην πλανερή παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός και ότι αρκεί να τον απαλλάξεις από τα έξω του βάρη που τον κάνουν «κακό» (τις μολυσμένες ιδέες και λέξεις, τις φρικτές ύπερθεν εξουσίες) για να ανασάνει. Επιπλέον, ο ανθρωπισμός, ως ανθρωποκεντρισμός αυτή τη φορά, κρύβει μέσα του μια βαθιά έπαρση, είναι το αλαζονικό πιστεύω ενός βιολογικού είδους που επειδή ανέπτυξε αυτοσυνειδησία νομίζει ότι είναι ανώτερο απ’ όλα τα άλλα, και ότι γι’ αυτό και μόνο, η φύση, ο πλανήτης, το σύμπαν ολόκληρο, με επικεφαλής του τον Μεγαλοδύναμο, οφείλει να τον υπηρετεί. Μόνο μια τέτοια αλαζονεία εξηγεί το γεγονός ότι τούτο το βίαιο, βάναυσο βιολογικό είδος, το πιο απάνθρωπο που έχει περπατήσει πάνω στη γη, έχει βαφτίσει τα υψηλότερα, τα ευγενέστερα ιδεώδη που μπορεί να διανοηθεί, με το όνομά του: «ανθρωπιά».

Τις δύο αυτές πλάνες, την αυταπάτη και την έπαρση, τις συναντώ αδελφωμένες στο μεταναστευτικό. Στην αγιογράφηση του μετανάστη λ.χ. βλέπω την επείγουσα ανάγκη του ανθρωπιστή να βρει έναν υποδειγματικό τύπο ανθρώπου για να πιστέψει. Ένα πρότυπο όσο το δυνατόν αμόλυντο, απαλλαγμένο από την καιροσκοπία, την πονηρία και την ιδιοτέλεια την οποία –τόσο ορθά– εντοπίζει στον άμεσό του περίγυρο. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης σήμερα είναι ο πτωχός τω πνεύματι του Ιησού, ο ευγενής άγριος του Τάκιτου και του Ρουσσώ, ο αλυσοδεμένος προλετάριος του Μαρξ, ο εν γένει πάσχων άνθρωπος. Απέναντι στη λογοκριτική ορμή αυτής της πεποίθησης, όποιος επιμένει όχι στην πρώτη όψη των πραγμάτων και στις ρητορικές δηλώσεις των πρωταγωνιστών της (στην προαίρεση και στα λόγια μας μπορούμε να είμαστε όλοι αγαθοί) αλλά στην αμείλικτη δυναμική της ανθρώπινης κατάστασης και της ιστορίας (πρόσφυγες -οι Γότθοι- γκρέμισαν την -ευεργέτιδά τους- Ρώμη· πρόσφυγες -οι Εβραίοι- ξεσπίτωσαν τους Παλαιστίνιους· μετανάστες οικονομικοί στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού ευθύνονται για την γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών), είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ώς απολογητής, αυτοθέλητος κήρυκας του απάνθρωπου. Το συνήθειο να τα βάζουμε με τον αγγελιαφόρο όταν το μήνυμά του μας οχλεί είναι πανάρχαιο. Ο Ληρ αποκτά επίγνωση της αφροσύνης του όταν είναι αργά. Κανείς δεν αγαπά τους μάντεις κακών. Κανείς δεν συμπαθεί την Κασσάνδρα. Ας είναι ωστόσο, so be it. Γένοιτο.

Ότι η αγαθότητα (όπως και η μοχθηρότητα) δεν είναι φύσει αλλά θέσει ιδιότητα, παραπροϊόν της ίδιας πάντοτε επικαθοριστικής μας ορμής, της αυτοσυντήρησης, ο ανθρωπιστής δεν μπορεί να το παραδεχτεί. Τι ανθρωπιστής θα ήταν τότε; Όμως όλα στον βίο μας είναι ιδιοτελή, όλα υπηρετούν πρωτίστως τις δικές μας ανάγκες. Ενίοτε, όταν οι εξωτερικές συνθήκες βοηθούν, και όταν η ισορροπία αυτών των δικών μας αναγκών με τις ανάγκες του εκάστοτε άλλου είναι η σωστή (η ενσυναίσθηση εδώ βοηθάει), παίρνει σάρκα και οστά εκείνη η υπερπολύτιμη αρμονία που ονομάζουμε δικαιοσύνη. Όμως για λίγο. Κι αυτό δεν αναιρεί σε τίποτα την ανεκκρίζωτη ιδιοτέλεια της αρχικής μας πράξης.

Τώρα, η συμπόνια ως στρατηγική επιβίωσης διηθημένη μέσα από το φίλτρο της συγγένειας πρώτα, και εξακτινωμένη αργότερα σε όλο το κοινωνικό σώμα, μέχρι το νοερό, αφηρημένο επίπεδο της ανθρωπότητας και της ίδιας της ζωής, είναι ασφαλώς κατάσταση φυσική. Μόνο όμως στο μέτρο που δεν θίγει την αυτοσυντήρηση· όταν ναρκοθετεί τα βιοτικά και κοινωνικά θεμέλια, τότε ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό. Ο οίκτος για να πιάσει τόπο πρέπει να λογοδοτεί στην πραγματικότητα. Πρέπει να τον αντέχει πρώτα απ’ όλα αυτός που τον προσφέρει. Ειδάλλως, είναι γέννημα όχι της καλής καρδιάς αλλά της πλάνης, ή, ακόμη χειρότερα, της πιο βαθειάς αλαζονείας: γέννημα της ανάγκης μας να φανούμε ηθικώς ανώτεροι όχι στον άλλο μόνον, ώστε να μας θαυμάσει και να μας ευγνωμονεί, αλλά κυρίως (και εδώ έγκειται η υπουλότητά του) στα ίδια τα μάτια μας. Οι χριστιανοί ασκητές εδώ έχουν να μας διδάξουν πολλά, την πιο φρικτή του μορφή την παίρνει ο δαίμων όταν φοράει τη μάσκα της αυταρέσκειας. Και ο Στέφαν Τσβάιχ στον Επικίνδυνο οίκτο μάς έχει δώσει το συγκλονιστικό του πορτραίτο.

Θα ρωτήσει κανείς: Και μένουμε απαθείς εμπρός στον πόνο που αντικρίζουμε; Δεν δρούμε, δεν αντιδρούμε εμπρός στο κακό; Η απάντηση είναι ναι, αντιτασσόμαστε στο Κακό: δεν του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, δεκαετίες πρωτύτερα, περιέγραψε με μοναδική ψυχολογική ακρίβεια τη βαθιά δυσθυμία που αθέλητα καταλαμβάνει τον άνθρωπο, κάθε άνθρωπο, εμπρός στον Ξένο. Το σκηνικό είναι εκείνο του κουπέ σ’ ένα τραίνο εν κινήσει. Ο μόνος ώς τότε επιβάτης αντιδρά με ενστικτώδη ενόχληση όταν την ηρεμία, την άνεση της μόνωσής του, έρχεται να χαλάσει ένας νεοφερμένος. Χρειάζεται να περάσει λίγος χρόνος, κάποια λεπτά, ώσπου να συνηθίσει την παρουσία του και να συμβιβαστεί πια ψυχικά μαζί της, αναγνωρίζοντας στον συνεπιβάτη του ότι έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Μέχρι τον επόμενο σταθμό, οπότε ένας τρίτος κι ένας τέταρτος επιβάτης έρχονται να πάρουν θέση στα διπλανά τους καθίσματα. Τότε, σημειώνει ο Εντσενσμπέργκερ, την αρχική εκείνη ενόχληση του ενός την βλέπεις πια να διευρύνεται, δεν είναι μόνο εκείνος, αλλά και ο δεύτερος επιβάτης που την συμμερίζεται, κι από κοινού πια κι οι δυο, μέσα σε μια αναπάντεχη άδηλη αλληλεγγύη την στρέφουν προς τους νέους «εισβολείς».

Με αυτήν την εικόνα ο Εντσενσμπέργκερ περιέγραφε αλληγορικά την κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη των μεταπολεμικών μεταναστευτικών ρευμάτων και των ήδη τότε διαφαινόμενων αντιδράσεων. Περιέγραφε έναν πανίσχυρο ψυχικό αυτοματισμό δηλαδή σε μια ανώδυνή του εκδήλωση, ώστε να εννοήσουμε τη δυναμική και τις ακραίες του συνέπειες – που μόλις σήμερα αρχίζουμε κάπως να τις υποψιαζόμαστε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης το ίδιο αυτό αίσθημα, παροξυμένο πλέον ώς την ύπατή του αναβαθμίδα, το συνόψισε σε δύο αράδες. Τα φασίζοντα και ακροδεξιά αντιμεταναστευτικά ρεύματα που αυτή τη στιγμή μας απειλούν στην Ευρώπη, γράφει, δεν τα τρέφει τόσο μια ιδεολογία ή ένα νοσηρό ιδεώδες ρατσιστικής υφής αλλά κάτι βαθύτερο, στοιχειακό, η «επιθετικότητα του ζώου όταν ένα άλλο ζώο εισδύει στη φωλιά του». Όταν παραγνωρίζουμε τον ποσοτικό παράγοντα στα θέματα της μετανάστευσης, χάνουμε την επαφή με την πραγματικότητα. Κι άλλοι σημαντικοί συγγραφείς, λ.χ. ο Καστοριάδης, έχουν εγκαίρως επισημάνει την ακρισία μιας μεταναστευτικής πολιτικής που φαντάζεται ότι αρκεί να παραχωρήσει στον μουσουλμάνο επήλυδα ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα για να τον κάνει να προσχωρήσει εθελουσίως στον δυτικό τρόπο ζωής.

Υπάρχει στα νομικά μια κρίσιμη έννοια, εκ των ων ουκ άνευ. Και ισχύει εξίσου για την πολιτική: impossibilium nulla est obligatio – δεν μπορούμε να αξιώνουμε από κάποιον τα αδύνατα. Πολλώ δε μάλλον: δεν γίνεται να απαιτούμε από κάποιον να βλάψει ανήκεστα τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όμως αυτό ακριβώς πράττει εξήντα σχεδόν χρόνια τώρα η Ευρώπη, αξιώνει από τον εαυτό της, και από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που την κατοικούν, το αδύνατο. Εξήντα χρόνια διαρκών αποτυχιών, που γέννησαν γκέττο, εκκόλαψαν τρομοκρατικές οργανώσεις και φανατικούς ζηλωτές, γιγάντωσαν την εγκληματικότητα και την ανομία και ανέστησαν από τις στάχτες του το φίδι του φασισμού και της πολιτικής ακρότητας. Τα γεγονότα του περασμένου έτους εικονογραφούν αρκετά πιστά την κατάστασή μας.

Σήμερα έχουμε φτάσει στο απόγειο της παραδοξότητας. Σ’ ένα σημείο όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε δεν είναι ίσως ούτε η ακροδεξιά ούτε η ισλαμιστική βία, ούτε οι κοινωνικές συγκρούσεις ούτε οι εκατέρωθεν ρατσισμοί που τις συνοδεύουν. Αλλά αυτός ο αστόχαστος ιδεαλισμός, αυτός ο άκριτος ανθρωπισμός που επιμένει να τους δίνει τροφή, αποθαρρύνοντας κάθε συζήτηση επί της ουσίας, κάθε απόπειρα να δούμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις – άρα και κάθε δυνατότητά μας να το αντιμετωπίσουμε.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που τον δρόμο προς την κόλαση τον στρώνουν οι καλές προθέσεις – ετερογονία των σκοπών ονομάζουν το φαινόμενο οι φιλόσοφοι. Ωστόσο τι ωφελεί να το επισημαίνεις; Όποιος δεν καταλαβαίνει τον πόνο, δεν έχει καρδιά, σου απαντούν. Να το παραδεχθώ. Τι γίνεται όμως μ’ αυτόν που δεν έχει μυαλό;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Παναγιώτης Κονδύλης: Ο γερμανικός «ξεχωριστός δρόμος» και οι γερμανικές προοπτικές

κονδύλης

Το ζήτημα των μελλοντικών γερμανικών προοπτικών δεν μπορεί να συζητηθεί ανεξάρτητα από το ζήτημα του λεγόμενου «ξεχωριστού δρόμου» των Γερμανών κατά το παρελθόν. Άλλωστε, οφείλουμε να αποδεχθούμε μια κάποια συνάφεια μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος άσχετα από το πώς ερμηνεύουμε τον όρο «ξεχωριστός δρόμος», έστω δηλαδή κι αν δηλώνουμε με αυτόν απλώς και μόνο εκείνη την ιστορική πορεία που ακολούθησαν άπαξ και υπό το κράτος της ανάγκης οι Γερμανοί και η οποία τους οδήγησε στις σημερινές συνθήκες θέτοντας συγχρόνως το πλαίσιο της μελλοντικής τους δράσης.

Καθώς σήμερα η έννοια του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» χρησιμοποιείται κυρίως αρνητικά, το ζήτημα της συνάφειας μεταξύ γερμανικού παρελθόντος και μέλλοντος δεν τίθεται μόνο με ιστορική αλλά και με πολιτική πρόθεση. Έχουμε επομένως να κάνουμε εδώ με μια εργαλειοποίηση της αντίληψης εκείνης που παρουσιάζει τον γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο» ως αδιέξοδο και παραπλανητικό, εργαλειοποίηση που υποκινείται από όσους επιδιώκουν να στρέψουν τις γερμανικές προοπτικές προς συγκεκριμένη, κανονιστικά καθορισμένη κατεύθυνση. Έτσι οι προοπτικές αυτές επηρεάζονται πράγματι από τον γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο» – όχι όμως από τον γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο» με την αντικειμενική ιστορική έννοια που εξηγήσαμε παραπάνω, αλλά από τη θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» που αποτελεί πολιτικό όπλο. Άλλωστε δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε ότι η θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» θα μπορούσε να έχει διαφορετική επίδραση. Γιατί, όπως δείχνει η αναδρομή στην ιστορία του όρου, όλες οι εκδοχές της είχαν εξαρχής πολεμικά κίνητρα και γίνονταν αντίστοιχα αντιληπτές. Όμως ως καθαρή πολεμική η θεωρία αυτή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνον αν μέσω της επιστημολογικής και ιστορικής κριτικής αποκτήσουμε επίγνωση του γεγονότος ότι οι θεμελιώδεις παραδοχές της είναι αβάσιμες.

Προτού επιχειρήσουμε αυτή την κριτική στα στενά περιθώρια που έχουμε εδώ στη διάθεσή μας, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η θέση περί γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» δεν είχε πάντοτε τη σημερινή αρνητική χροιά και ότι η θετική εκδοχή της, όπως και η αρνητική, είχε τις καταβολές της τόσο στη Γερμανία όσο και στο εξωτερικό. Η θετική εκδοχή υπήρξε η αρχική και μπορούμε να την ανιχνεύσουμε ήδη στις αποφάνσεις εξεχόντων Γερμανών στοχαστών του 18ου αιώνα, με τις οποίες ζητούσαν να περιγράψουν την ειδοποιό διαφορά του γερμανικού πνεύματος έναντι της «Δύσης» και να συνεισφέρουν έτσι στη διάπλαση της γερμανικής εθνικής συνείδησης. Μπορούμε να καταρτίσουμε έναν μακρύ κατάλογο ονομαστών συγγραφέων που εγκωμιάζουν σε υψηλότατους τόνους την εν μέρει φιλοσοφική και μεταφυσική, εν μέρει αισθητική και παιδευτική υπεροχή των προϊόντων της γερμανικής σκέψης απέναντι στον «ρηχό» δυτικό Διαφωτισμό. Οι φρικαλεότητες της περιόδου της Τρομοκρατίας κατά τη Γαλλική Επανάσταση ερμηνεύθηκαν συχνά ως αναγκαίο επακόλουθο του Διαφωτισμού αυτού του είδους και φάνηκε να επιβεβαιώνουν την αυτάρεσκη αντίληψη ότι η υψηλότερου επιπέδου παιδεία τους προστάτευσε τους Γερμανούς από τέτοιες απάνθρωπες πράξεις. Όσοι Γερμανοί μετά το 1750 περίπου εξέφρασαν τέτοιες απόψεις για τη «Δύση», και προ πάντων για τους Γάλλους γείτονες, ήταν συνήθως λόγιοι με φιλελεύθερο και ουμανιστικό φρόνημα, που όμως εμπρός στην τότε συγκεχυμένη πολιτική κατάσταση του γερμανικού έθνους δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν μια εθνική ταυτότητα παρά μόνο στο πολιτισμικό πεδίο και με τη σχηματική περιχαράκωση έναντι ενός γείτονα, του οποίου η ακτινοβολία και ο πλούτος τούς γεννούσε ανάμικτα συναισθήματα. Για τους λόγους αυτούς, θα ήταν εσφαλμένο και άδικο να δούμε στις δηλώσεις τους εκείνες έναν κακό οιωνό και να παραγνωρίσουμε εντελώς ανιστόρητα τον ψυχολογικό και ιδεολογικό μηχανισμό, μέσα από τον οποίο συντελείται η αποκρυστάλλωση κάθε εθνικής συνείδησης. Εξάλλου, σχεδόν κανείς δεν παρεξηγούσε τότε τη στάση αυτή των Γερμανών. Καθώς η ξηρά και η θάλασσα ήταν υπό την κυριαρχία άλλων, παραχωρήθηκε ευχαρίστως στους Γερμανούς, όπως το είχε κατανοήσει ήδη ο μεγάλος ποιητής, η βασιλεία των ουρανών, δηλαδή το βασίλειο ενός πολιτισμού χτισμένου πάνω σε ιδέες και ιδεώδη, ενώ τους αναγνωρίστηκε μετ’ επαίνων το προβάδισμα στους μακράν της πολιτικής τομείς. Μάλιστα, την αυτοεκτίμηση των Γερμανών λογίων και καλλιτεχνών τη συμμερίζονταν ευρέα στρώματα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και τη γερμανική θετική εκδοχή της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» ήρθε από νωρίς να συνδράμει μια άλλη, προερχόμενη από το εξωτερικό. Γάλλοι και Άγγλοι θιασώτες των ρομαντικών-αντεπαναστατικών ιδεών εξιδανίκευαν τους Γερμανούς, επειδή τάχα έμειναν αμόλυντοι από την επιρροή του «ρηχού» διαφωτισμού και την καπιταλιστική μέθη, μένοντας πιστοί στα όσια και ιερά. Ο θαυμασμός για τις γερμανικές επιδόσεις στα πεδία των κλασσικών γραμμάτων αλλά και των φυσικών επιστημών ήρθε αργότερα να συνοδεύσει αυτές τις συμπάθειες και ο λόγος για τον «λαό των Στοχαστών και των Ποιητών» έγινε παροιμιώδης.

Η ίδρυση του γερμανικού κράτους σήμανε σε μεγάλο βαθμό το τέλος της προθυμίας των ξένων να συμμερίζονται την αυτοκατανόηση των Γερμανών. Γιατί αυτή αποκτούσε πλέον μια επιπρόσθετη διάσταση που καθώς φάνταζε επικίνδυνη στις άλλες (ευρωπαϊκές) χώρες, δεν άργησε να προκαλέσει την απάντησή τους. Αυτή ήταν η σταδιακή μορφοποίηση εκείνης της αρνητικής εκδοχής της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» που είναι σήμερα η κρατούσα. Οι νίκες του πρωσσικού στρατού και η πολιτική και οικονομική ισχύς της νεαρής Γερμανικής Αυτοκρατορίας συνετέλεσαν ώστε η έως τότε κυρίαρχη πολιτισμική πλευρά της γερμανικής (ιδεολογικής) αυτοκατανόησης να συνδυαστεί με μιαν άλλη, τουλάχιστον ισάξια, στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν η ιδέα της πολεμικής αρετής και της ισχύος. Συναρμολογημένο από ετερογενή και κούφια ή εύθραυστα υλικά, το συνονθύλευμα αυτό αποτέλεσε το θεμέλιο της εθνικιστικής μυθολογίας των λογίων και των καθηγητών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και υιοθετήθηκε κατόπιν κατά το μέγιστο μέρος του από την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα. Η «γερμανική ιδέα» πρόβαλλε εδώ ως εκείνη η ιδεώδης συνένωση του πολεμιστή και του στοχαστή που αντιστρατεύεται τα δυτικά «ιδεώδη των εμπόρων» και είναι κατά πολύ ανώτερή τους. Σύμφωνα με αυτήν, ο γερμανικός «ξεχωριστός δρόμος» παρέκαμπτε τόσο τους εν λόγω «εμπόρους» όσο και σύνολο τον «ρηχό» δυτικό διαφωτισμό, του οποίου η στενόμυαλη ορθολογικότητα υποβάσταζε τάχα την κοσμοθεωρήση του «εμπόρου».

Θα πρέπει κανείς να πιστεύει στη χυδαία μαρξιστική θεώρηση των ιδεών ως αντικατοπτρισμού της πραγματικότητας, για να θέλει να μετρήσει την πραγματική ιστορική απόσταση της Γερμανίας από τη μοντέρνα εποχή με αυτά τα μυθολογήματα. Ωστόσο οι ιδέες, ιδίως όσες έχουν κανονιστική φόρτιση, δεν αποτελούν αντικατοπτρισμούς αλλά όπλα, και το περιεχόμενό τους καθορίζεται αρνητικά από την εικαζόμενη πίστη του εκάστοτε εχθρού. Όπως ακριβώς από τις ομολογίες πίστεως των Άγγλων και Γάλλων ιδεολόγων προς τον ουμανιστικό «Διαφωτισμό» δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να συμπεράνουμε ότι η διαγωγή αυτών των εθνών υπήρξε αυστηρά ηθική, έτσι πρέπει να δούμε ότι και η πολεμική των ιδεολόγων της θετικής εκδοχής του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου»ενάντια στην αναποδογυρισμένη γελοιογραφία του ίδιου εκείνου «Διαφωτισμού» και γενικά «της Δύσης» είχε σκοπό να πλήξει έναν εχθρό που για λόγους παράδοσης κατείχε το ιδεολογικό έδαφος του «Διαφωτισμού». Οι ιδεολογικές τοποθετήσεις θα μπορούσαν υπό άλλες ιστορικές συνθήκες να έχουν τελείως άλλη όψη, αφού τόσο ο «Διαφωτισμός» είχε πλούσια εκπροσώπηση στο γερμανικό πνευματικό Πάνθεον, όσο και η «Αντίδραση» σε εκείνο της «Δύσης». Μάλιστα είναι νόστιμο να διαπιστώνουμε ότι πολλοί «προοδευτικοί» θιασώτες της θεωρίας του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου»τεκμηρίωναν τη θέση τους αυτή επικαλούμενοι τις «αντιδραστικές» τοποθετήσεις των ιδεολόγων της ίδιας αυτής «ξεχωριστού δρόμου», σαν να ήταν εκείνοι οι πλέον αξιόπιστοι ερμηνευτές της ιστορικής κίνησης. Όμως, το να συνάγουμε από την αυτοκατανόηση των πρωταγωνιστών της ιστορίας, που την υπαγορεύουν πολεμικές ανάγκες, την πραγματική σχέση τους προς την ιστορική εξέλιξη αποτελεί αφελέστατη μεθοδολογική αρχή. Και πάντως, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την κατάσταση των πραγμάτων, είναι άκρως παραπλανητικό να συγχέουμε τη θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» με τον «ξεχωριστό δρόμο» ως ιστορικό γεγονός.

Τη διευρυμένη θετική γερμανική εκδοχή του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» ήρθε να αντικρούσει μια αρνητική «δυτική» εκδοχή. Όπως ακριβώς το γερμανικό ιδεολογικό συνονθύλευμα, έτσι κι αυτή σχηματίστηκε με βάση ανομοιόμορφα και νεφελώδη υλικά και εξυπηρέτησε αρχικά τις κατανοητές ψυχολογικές και προπαγανδιστικές ανάγκες των Γάλλων, που ως αντίδραση στην ήττα του 1870 διψούσαν για revanche, καθώς και εκείνες των Άγγλων που ανησυχούσαν για τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό του δυναμικού γερμανικού κράτους. Η αρνητική αποτίμηση του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» εμφανίστηκε στην αγγλοσαξωνική και γαλλική πολεμική προπαγάνδα μετά το 1914 με την αξίωση να ερμηνεύσει τις βαναυσουργίες των Γερμανών ανατρέχοντας γι` αυτόν τον σκοπό στο απώτατο παρελθόν τους· μετά το 1933 θα συγκροτηθεί σε κανονική συστηματική κατασκευή που ο σκοπός της ήταν να κάνει κατανοητή τη μοιραία, υποτίθεται, πορεία της γερμανικής ιστορίας από τον Λούθηρο ώς τον Hitler μέσω του Φριδερίκου του Μεγάλου και του Bismarck. Δεν είναι ασφαλώς σύμπτωση ότι η μακρά και πλούσια ιστορία των ιδεών αυτής της κατασκευής δεν έγινε έως σήμερα αντικείμενο διεξοδικής έρευνας, μολονότι το θέμα είναι άκρως επίκαιρο και δελεαστικό: η επιστημονική κατανόηση των πραγματικών συνθηκών υπό τις οποίες η κατασκευή αυτή αποκρυσταλλώθηκε ή του πολεμικού-ιδεολογικού της χαρακτήρα  –για να μη μιλήσουμε για την πολλαπλή χαιρεκακία που εκφράζει– δίχως άλλο θα παρενοχλούσε την μεταπολεμική «αναδιαπαιδαγώγηση» των Γερμανών, της οποίας το περιεχόμενο εδράζεται όχι λίγο σ’ αυτή την κατασκευή.

Όσο είναι τώρα δυνατό να προοικονομήσουμε τα πορίσματα μιας τέτοιας έρευνας, μπορούμε να διακρίνουμε grosso modo μεταξύ δύο παραλλαγών αυτής της εκπορευόμενης από το εξωτερικό αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου». Η πρώτη εκδοχή επιχειρηματολογούσε με σχεδόν ρατσιστικούς όρους. Ήθελε να βλέπει στον Γερμανό το τευτονικό ξανθό κτήνος ή ακόμη τον «Ούννο» που έθεσε τα μέσα της σύγχρονης τεχνικής στην υπηρεσία του ηδονικού ορμέμφυτου της βάρβαρης καταστροφής, ορμέμφυτο το οποίο προσιδίαζε τάχα ανέκαθεν στη φύση του και ήταν επόμενο να τον οδηγήσει σε διαρκή σύγκρουση με την πολιτισμένη ανθρωπότητα. Η δεύτερη εκδοχή, που βέβαια αναμίχθηκε συχνά με την πρώτη, στην καθαρή τουλάχιστον μορφή της επικαλείται αποκλειστικώς κοινωνικοϊστορικά επιχειρήματα και αναζητεί τα αίτια του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» στην υποπλασία του γερμανικού αστισμού και στην αδυναμία του αστικού-φιλελεύθερου πνεύματος· η τελευταία συνοδεύτηκε από την αντιστρόφως ανάλογη δύναμη των αντιδραστικών-στρατοκρατικών ιδεών ως επακόλουθο της κοινωνικής ηγεμονίας ημιφεουδαρχικών στρωμάτων. Όμως αυτή η κοινωνικοϊστορική παραλλαγή της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» είχε διατυπωθεί ήδη προγενέστερα στην ίδια τη Γερμανία, και συγκεκριμένα την περίοδο που προηγήθηκε της Μαρτιανής Επανάστασης του 1848. Θυμίζουμε εδώ τη γνωστή φράση του Karl Marx ότι οι Γερμανοί γνώρισαν τις Παλινορθώσεις των σύγχρονων λαών, δίχως όμως να γνωρίσουν και τις Επαναστάσεις τους. Πρωτουργός και πρώτος επίσημος υποστηρικτής μιας τέτοιας παραλλαγής της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» ήταν μια νεοεγελιανή, αλλά και εμπνεόμενη από φιλελεύθερες με την ευρύτερη έννοια του όρου ιδέες, ομάδα διανοουμένων εξαιρετικά δραστήρια και πνευματικά αξιόλογη, που οικειοποιήθηκε την ιδέα της Προόδου για να την μετατρέψει αμέσως σε οξύ όπλο κατά του καθεστώτος: η «μοναρχική-φεουδαλική» ή «αστική-φιλισταϊκή» τάξη όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τα αιτήματα του ιστορικού μέλλοντος, αλλά υστερούσε ακόμη και σε σχέση με το κοινωνικό επιπέδο του ευρωπαϊκού παρόντος, άρα βρισκόταν σε μια ξεπερασμένη εξελικτική βαθμίδα και στιγμάτιζε το έθνος με τη σφραγίδα της καθυστέρησης.

Η αρχική ιστορική και λογική διασταύρωση της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» με την ιδέα της Προόδου και με την ιδέα της ανοδικά κλιμακούμενης ιστορικής εξέλιξης καταδεικνύει ήδη την θεμελιώδη επιστημολογική αναξιοπιστία του όλου σχήματος. Διότι δεν έχει νόημα να κάνουμε λόγο για «ξεχωριστό δρόμο», αν δεν έχουμε αποδεχθεί κατ’ αρχήν ένα ορισμένο, τελολογικό κατά βάση σχήμα για την ενιαία εξέλιξη της ιστορίας, που να μπορεί να τεκμηριωθεί εμπειρικά. Με άλλα λόγια: προτού αποκτήσουμε το δικαίωμα να μιλάμε για «ξεχωριστούς δρόμους» κατά τρόπο επιστημονικά και επιστημολογικά αξιόπιστο, πρέπει να έχουμε λύσει πειστικά και τελεσίδικα το δύσκολο πρόβλημα της ιστορικής εξέλιξης. Γνωρίζω τη μακρά διαμάχη πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, όμως δεν έχω ακούσει τίποτε για μια τέτοια λύση. Η πορεία της διαμάχης έως σήμερα έχει μάλλον επιβεβαιώσει την εντύπωση ότι αυτό καθαυτό το πρόβλημα δεν υφίσταται και ότι αναφύεται μόνο στην προοπτική των φιλοσοφιών της ιστορίας του 18ου και 19ου αιώνα που πίστευαν στην Πρόοδο. Αν όμως «η» εξέλιξη όπως την εννοούν αυτές οι φιλοσοφίες της ιστορίας είναι απλώς κατασκεύασμα, τότε ό,τι ονομάζουμε από πραγματολογικής-περιγραφικής πλευράς «ιστορική εξέλιξη» δεν μπορεί παρά να αποτελείται αποκλειστικά από «ξεχωριστούς δρόμους» – οπότε ο γερμανικός «ξεχωριστός δρόμος»δεν είναι σε καμμία περίπτωση ψεγάδι ή έγκλημα.

Σ’ αυτή τη βασική και αθεράπευτη επιστημολογική αδυναμία της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου», που εδράζεται σε μια θεώρηση της γερμανικής κοινωνικής ιστορίας, αντιστοιχεί αναγκαία ο μεθοδολογικά άκρως αμφίβολος τρόπος εργασίας των υποστηρικτών της. Για να αποδεχθούμε ως εύλογο έναν γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο», δεν αρκεί να παραβάλουμε τη γερμανική εξέλιξη με ένα γενικό και επιπροσθέτως εξιδανικευμένο σχήμα του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού, το οποίο σε τελευταία ανάλυση έχει αποσταχθεί από αυτήν την τελολογική αντίληψη για την ιδεώδη ιστορική εξέλιξη και όχι από την ιστορική πραγματικότητα του κοινοβουλευτισμού. Ούτε αρκεί να συγκρίνουμε τη γερμανική εξέλιξη με εκείνην ενός άλλου έθνους. Εκτός αυτού πρέπει να συγκρίνουμε επιπλέον την εξέλιξη όλων των σημαντικών εθνών πέραν της Γερμανίας, ώστε να διακριβώσουμε τον γενικής ισχύος τύπο από τον οποίο υποτίθεται ότι η Γερμανία παρεξέκλινε με μοιραίες συνέπειες. Όμως τέτοιες συγκρίσεις θα καταδείκνυαν ότι είναι αδύνατο να καταλήξουμε σε έναν τέτοιο ενιαίο τύπο. Οι πορείες της Αγγλίας και της Γαλλίας προς τον κοινοβουλευτισμό, λ.χ., ήταν μεταξύ τους ολότελα διαφορετικές, και άλλωστε μια προσεκτικότερη έρευνα δείχνει ότι η επικράτηση του κοινοβουλευτισμού δεν συμπίπτει κατά κανένα τρόπο με την κοινωνική επικράτηση της φιλελεύθερης-βιομηχανικής αστικής τάξης. Στην Αγγλία η αποκρυστάλλωση του κοινοβουλευτικού συστήματος προηγήθηκε της κοινωνικής ανόδου της αστικής τάξης· αντίθετα, στην αστοκρατούμενη Γαλλία του 19ου αιώνα ώς το 1870, ο –σημειωτέον αυστηρά ολιγαρχικός– κοινοβουλευτισμός πέτυχε να επιβληθεί μόνο στη διάρκεια των λίγων ετών της Ιουλιανής Μοναρχίας, και η κατάσταση δεν άλλαξε λόγω της αντίστασης της γαλλικής αστικής τάξης αλλά από τα πρωσσικά όπλα.

Δεν υπάρχει επομένως κάποια γενικής ισχύος ιστορική συνταγή ούτε μια υποχρεωτική σύνθεση των κοινωνικών δυνάμεων που να οδηγεί στην επικράτηση του κοινοβουλευτισμού. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η κοινωνική δομή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας είναι η αιτία για τη ματαίωση του εκκοινοβουλευτισμού, ήτοι της επικράτησης του κυρίαρχου κοινοβουλίου – για να παραβλέψουμε τελείως το γεγονός ότι ένα κυρίαρχο κοινοβούλιο δεν θα ήταν κατ’ ανάγκην eo ipso περισσότερο «φιλελεύθερο» ή «προοδευτικό» από άλλες μορφές διακυβέρνησης. Αν πάλι αναζητήσουμε τα αίτια αυτής της ιδιαίτερης εξέλιξης της Γερμανίας όχι στην κοινωνική δομή της γερμανικής κοινωνίας εκείνης της περιόδου, αλλά στην ώς έναν βαθμό τυραννική πολιτική ηγεμονία μιας προκεφαλαιοκρατικής και αντιφιλελεύθερης μειονότητας, τότε πρέπει αφ’ ενός μεν να εξηγήσουμε γιατί ο φιλελεύθερος αστισμός δεν εξεγέρθηκε εναντίον αυτής της μειονότητας, αφ’ ετέρου δε να αναλογιστούμε ποιες ήταν οι μακροπρόθεσμες τάσεις της πολιτικής εξέλιξης. Σε ό,τι αφορά το πρώτο σημείο, η προθυμία της γερμανικής αστικής τάξης να προβεί σε πολιτικούς συμβιβασμούς ή η αδιαφορία της δεν ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας της, αλλά –αντίθετα– είχε να κάνει με το γεγονός ότι οι Γερμανοί αστοί κατόρθωσαν έτσι κι αλλιώς να εκδιπλωθούν ραγδαία στο κοινωνικοοικονομικό πεδίο και να αναλάβουν την αδιαμφισβήτητη ηγεσία του· αυτή η ηγεσία ενδιέφερε πρωτίστως την γερμανική αστική τάξη ως ιστορικά συγκεκριμένη τάξη, και όχι λ.χ. τα κανονιστικά μελήματα με τα οποία οι «προοδευτικοί» ιστορικοί την έχουν εκ των υστέρων επιφορτίσει. Και η νομιμοφροσύνη της δεν είχε αποδέκτη βέβαια την «Αντίδραση» γενικά και αφηρημένα, αλλά ένα Στέμμα που παρ’ όλα τα αναχρονιστικά, παράδοξα ή και ευτράπελα χαρακτηριστικά του στάθηκε φίλα προσκείμενο στους φορείς της βιομηχανικής προόδου και στους πεπαιδευμένους αστούς. Η από κοινωνικής πλευράς καθ’ όλα φυσική συμμαχία αστών και ευγενών γαιοκτημόνων ως τάξεων ιδιοκτητών ενάντια στο ισχυρότερο και διεκδικητικότερο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα της Ευρώπης δεν οικοδομήθηκε –και αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο– σε ημιφεουδαρχικά λ.χ. θεμέλια αλλά στο έδαφος του σύγχρονου καπιταλισμού, και από την πλευρά τους οι μεγαλογαιοκτήμονες είχαν εγκλιματιστεί πλέον στην νέα κατάσταση.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο κοινοβουλευτισμός πράγματι καθυστέρησε, αλλά μόνον επειδή οι αστοί υποστηρικτές του δεν είχαν επείγοντα κοινωνικοοικονομικό λόγο να τον εκβιάσουν με ακραία μέσα. Όπως όμως διαφαίνεται από τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οριστική επιβολή του πλήρους κοινοβουλευτισμού θα ήταν πρακτικά αναπόφευκτη ακόμη και στην περίπτωση γερμανικής νίκης. Αλλά ακόμη και η ατυχής σύνδεσή του με το γεγονός της ήττας δεν θα είχε αποδειχθεί μοιραία για εκείνον, αν η εξωτερική πολιτική κατάσταση μετά το 1918 ήταν διαφορετική. Η μεγάλη οικονομική κρίση δεν θα μπορούσε να δρομολογήσει στη Γερμανία τη γνωστή πολιτική στροφή δίχως τον εθνικιστικό εκριζοσπαστισμό της αστικής τάξης και ευρέων λαϊκών στρωμάτων που ήρθε ως αντίδραση στους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, την κατοχή της περιοχής του Ρουρ και την άρνηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης για όλους τους Γερμανούς. Μετά το 1945 πάντως ήταν σχεδόν αδύνατο να γίνει ανοιχτά και απροκατάληπτα λόγος στη Γερμανία για αυτά τα ζητήματα και να εκτιμηθούν αντικειμενικά οι ψυχολογικές και ιδεολογικές τους επιπτώσεις. Όμως οι μελλοντικοί ιστορικοί δεν μπορεί παρά να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ο εθνικοσοσιαλισμός δεν ήταν η έκβαση κάποιων αναντίστρεπτων ρευμάτων της γερμανικής ιστορίας, αλλά προϊόν ενός συνδυασμού συγκεκριμένων και μοναδικών ιστορικών συνθηκών. Βεβαίως, ως προϊόν ειδικά γερμανικών συνθηκών έφερε και εκείνος γερμανικά κατ’ ανάγκην χαρακτηριστικά, μέσα δε στην κοσμοθεωρητική του αλαζονεία ήταν μάλιστα επόμενο να διεκδικεί για λογαριασμό του όλη τη γερμανική ιστορία. Από το γεγονός όμως αυτό και μόνο δεν μπορούμε να συμπεράνουμε μια ιστορική αναγκαιότητα.

Σε τελευταία ανάλυση, η προσανατολισμένη στην κοινωνική ιστορία αρνητική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» αποδίδει τις γερμανικές καταστροφές του 1918 και του 1945 στην κοινωνική οπισθοδρομικότητα ή «καθυστέρηση» του γερμανικού έθνους, δηλαδή εξαρτά την εξωτερική από την εσωτερική πολιτική. Στα επιστημολογικά άλματα και τις πραγματικές αστοχίες της πρέπει επομένως να προστεθεί και η αμφίβολη (μονόπλευρη, στην καλύτερη περίπτωση) αντίληψη για το «πρωτείο της εσωτερικής πολιτικής», αντίληψη που συνδέεται άλλωστε και με μια πολιτική ομολογία πίστεως κανονιστικού χαρακτήρα. Η βασική παραδοχή αυτής της τελευταίας έχει ως εξής: φιλελευθερισμός και κοινοβουλευτισμός είναι φύσει ανεκτικοί και ανθρώπινοι· ώς εκ τούτου μια φιλελεύθερη κυβέρνηση που λογοδοτεί στο κοινοβούλιο δεν θα ασκούσε ποτέ επιθετική και επεκτατική πολιτική. Τούτο το εγκώμιο του φιλελευθερισμού και του κοινοβουλευτισμού δεν αφορά, αναχρονιστικά ασφαλώς, την ολιγαρχική μορφή κυριαρχίας της αστικής τάξης του 19ου αιώνα, αλλά ένα ιστορικά πολύ πρόσφατο δημοκρατικό ιδεώδες. Όμως ακόμα κι αν παραβλέπαμε αυτό το γεγονός, παραμένει αινιγματικό γιατί η άνθηση του αγγλικού και γαλλικού φιλελευθερισμού συνέπεσε με το ζενίθ της ιμπεριαλιστικής επέκτασης αυτών των εθνών. Και πρέπει επίσης να εξηγηθεί γιατί από γερμανικής πλευράς η ναυπήγηση στόλου (την οποία απαίτησε η γερμανική αστική τάξη ήδη από το 1848!) αποτέλεσε επιθυμία της εθνικοφιλελεύθερης παράταξης και γιατί μάλιστα το αίτημα του εκκοινοβουλευτισμού, ακόμη και στη βεμπεριανή του εκδοχή, ξεπήδησε από την ρητή επιθυμία να ξεπεραστεί επιτέλους η ανικανότητα της επαρχιωτών μεγαλογαιοκτημόνων να ασκήσουν ιμπεριαλιστική πολιτική, ώστε οι Γερμανοί να πάρουν επιτέλους θέση ως «έθνος κυρίων» δίπλα στα υπόλοιπα «έθνη κυρίων». Συνεπώς μια φιλελεύθερη και κοινοβουλευτική Γερμανία θα ήταν πιθανότατα εκτεθειμένη στους ίδιους γεωπολιτικούς και εξωτερικούς πολιτικούς πειρασμούς και δυσκολίες όπως μια «ημιφεουδαρχική» ή «στρατοκρατική». Επιπλέον, ιδέες εκπορευόμενες από τον κοινωνικό δαρβινισμό, τον ρατσισμό και παρόμοια ρεύματα ανήκαν σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο σκέψης των φιλελεύθερων πριν από το 1914. Μόνο βαριά άγνοια της αγγλικής και γαλλικής ιστορίας των ιδεών επιτρέπει το συμπέρασμα ότι οι ιδέες αυτές γεννήθηκαν στη Γερμανία ή ότι ευδοκίμησαν περισσότερο επί γερμανικού εδάφους. Βεβαίως στη Γερμανία συνδέθηκαν τελικά με τη διάπραξη μιας γενοκτονίας· όμως αυτή υπήρξε αποτέλεσμα συγκεκριμένων αποφάσεων συγκεκριμένων ανθρώπων και όχι απόρροια μιας αδήριτης ιστορικής αναγκαιότητας με αυτό το ιδεολογικό ένδυμα.

Η κυρίαρχη σήμερα αρνητική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» με το δόγμα της για το «καθυστερημένο έθνος» επικράτησε στη Γερμανία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι όμως ως συνέπεια της βαθμιαίας αποδοχής και διάδοσης των απόψεων Γερμανών αριστερών ή φιλελεύθερων διανοουμένων, αλλά αρχικά ως επακόλουθο της αναπόφευκτης ηγεμονίας της γνώμης που είχαν σχηματίσει οι νικητές για το ποιόν και την ιστορία των ηττημένων. Ακόμη και στο υπό κομμουνιστική διακυβέρνηση τμήμα της Γερμανίας, αυτή η θεώρηση απόκτησε το πάνω χέρι μέσα από τις ερμηνείες που εισήγαγαν οι σοβιετικές δυνάμεις κατοχής. Θα ήταν όμως εσφαλμένο να κατανοήσουμε την επιβολή της ως φόρο βίας στην ιδεολογική βούληση των νικητών και ως συνοδό φαινόμενο της πολιτικής που εκείνοι υπαγόρευσαν. Απεναντίας πρόκειται για μια πολυπλοκότατη κοινωνική και ψυχολογική διεργασία που επικράτησε όσο τα οικονομικά και θεσμικά θεμέλια της παλαιάς Δυτικής Γερμανίας παγιώνονταν και εμπεδώνονταν. Με άλλα λόγια: η νέα συνείδηση των Γερμανών περί επιτυχίας δεν ήρθε καθόλου σε σύγκρουση με την αντίληψη του «καθυστερημένου έθνους» και την αρνητική εικόνα της Γερμανίας, αλλά τις επιβεβαίωνε και τις δυο.

Αυτό το φαινομενικά παράδοξο πρέπει να εξηγηθεί. Αν αντιστρέφαμε τη σχέση αυτή θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι στην περίπτωση που η εξαθλίωση και τα κοινωνικά αδιέξοδα της μεταπολεμικής Γερμανίας διαρκούσαν περισσότερο, θα είχαν ως αποτέλεσμα μια πολύ πιο σκεπτικιστική ή και εχθρική στάση των Γερμανών απέναντι στην αρνητική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου», πόσο μάλλον που αυτή υπήρξε κατά βάση προϊόν εισαγωγής. Όμως κάτω από τις συνθήκες του μεταπολεμικού γερμανικού «οικονομικού θαύματος» και της αυξανόμενης ευημερίας, η θεωρία αυτή όχι μόνο μετατράπηκε σε ευρέως διαδεδομένο άρθρο πίστεως, αλλά επιπλέον ζευγάρωσε με μια ομολογία ενοχής για εκείνα τα εγκλήματα που υποτίθεται ότι απέρρευσαν αναγκαία από τον «ξεχωριστό δρόμο» που ακολούθησαν οι Γερμανοί στην παλαιότερη ιστορία τους. Με αυτή τη διπλή μορφή, αφ` ενός ως κοινωνικοϊστορική κατασκευή και αφ` ετέρου ως ομολογία ενοχής, η θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» έγινε μόνιμο στοιχείο του γερμανικού εθνικού βίου και η τοποθέτηση απέναντί της έφτασε από μόνη της να δηλώνει τη θέση των ιδεοπολιτικών παρατάξεων και την εκάστοτε χάραξη των μετώπων.

Αυτό το φαινόμενο μπόρεσε να εκταθεί σε ευρεία κοινωνική βάση, επειδή έγινε δυνατή η δημιουργία μιας βαθύτερης συνάφειας μεταξύ της ομολογίας της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής ευημερίας. Άλλωστε, τα «παλαιά εγκλήματα» κολάστηκαν κατά τρόπο στ’ αλήθεια μοναδικό: ο λαός των εγκληματιών έλαβε την άδεια να εξάγει, να παράγει και να ταξιδεύει όλο και περισσότερο, όμως δεν είχε το δικαίωμα να κατέχει ατομικά όπλα ή να αναλαμβάνει ευθύνες στη σφαίρα της παγκόσμιας πολιτικής. Ώστε δίπλα στην υλική ευημερία, του εξασφαλίστηκε λίγο-πολύ και η πολιτική αμεριμνησία. Όσο πιο μεγαλόφωνα διατράνωνε κανείς την ευθύνη του για τα συλλογικά εγκλήματα, τόσο πιο βέβαιος ήταν ότι ο ίδιος δεν θα χρειαστεί να διακινδυνεύσει κάτι και ότι θα αφεθεί να απολαμβάνει την ευημερία του κατά κάποιον τρόπο εκείθεν της ιστορίας. Με τα παραπάνω δεν θέλω καθόλου να υποβαθμίσω την καθαρά ηθική όψη του προβλήματος, μολονότι πρέπει να παρατηρηθεί ότι για πάρα πολλούς όλη αυτή η ηθική ιεροτελεστία ήταν μάλλον μια υποχρεωτική άσκηση ή μια πράξη κοινωνικού κομφορμισμού που δεν απαιτούσε θυσίες, αλλά αντίθετα εξασφάλιζε χρήσιμη κοινωνική αναγνώριση. Σε κάθε περίπτωση, η ακραιφνώς ηθική πλευρά του ζητήματος δεν αρκεί ως γνωστόν για να φέρει και να κρατήσει στη ζωή ιδεολογήματα ικανά να στηρίξουν ένα επίσημο κράτος. Για κάτι τέτοιο απαιτούνται επιπλέον και προ παντός κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες, με τις οποίες να μπορεί να ευθυγραμιστεί η συλλογική ηθική. Αυτό ακριβώς επιτεύχθηκε με τη διασύνδεση της ομολογίας της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής ευημερίας. Όσοι εκπροσωπούν αυτόν τον μηχανισμό, είναι ασφαλώς υποχρεωμένοι να αρνούνται την ύπαρξή του, αφού τέτοιοι μηχανισμοί λειτουργούν μόνον όταν η δράση τους επιβεβαιώνει ακριβώς την ιδεατή αυτοκατανόηση των δρώντων. Όμως ακόμη και ένας αφελής παρατηρητής θα έπρεπε να εικάσει ότι η αρνητική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» στη συνάφειά της με την ομολογία της συλλογικής ενοχής θα είχε πολύ διαφορετικό αντίκτυπο στην γερμανική εθνική ζωή, αν η Γερμανία δεν ήταν η πρώτη αλλά η τεσσαρακοστή εξαγωγός χώρα του κόσμου. Και ο ίδιος θα έπρεπε να περιμένει ότι αν η ευημερία των Γερμανών έβαινε μειούμενη, θα μειωνόταν μαζί της και η προθυμία τους να ομολογούν την ενοχή τους. Ευκολότερα αισθάνεται κανείς ενοχές παραθερίζοντας στην Τοσκάνη ή την Αλσατία, παρά όταν κρέμεται για την επιβίωσή του από επιδόματα κοινωνικής αρωγής.

Αυτή η ηθικά αιτιολογημένη ή εξωραϊσμένη συνταγή της κοινωνικής ευδαιμονίας έγινε παρεμπιπτόντως αντικείμενο θεωρητικής επεξεργασίας από κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες που υποστήριξαν τη θέση ότι πολιτική και οικονομία αποτελούν ως εκ του χαρακτήρος τους διαφορετικές δραστηριότητες. Όποιος λοιπόν μετά πολιτικής ταπεινότητος αφιερώνεται αποκλειστικά στο οικονομείν, βρίσκεται στον καλύτερο δρόμο για να αποφύγει τον κυκεώνα και τα εγκλήματα της πολιτικής. Η ανέμελη δοχοτομία πολιτικής και οικονομίας οδηγούσε επομένως άμεσα ή έμμεσα στη σύζευξη του οικονομικού με το ηθικό στοιχείο. Και εδώ επίσης έκανε αισθητή την παρουσία της η σύνδεση ηθικής και ευημερίας που αναφέραμε. Διότι η κατά αποκλειστικότητα ή κατά προτίμηση ενασχόληση με την οικονομία φαίνεται να εγγυάται και τα δύο: και την ηθική αλλαγή ζωής πέραν των αναμημάτων της πολιτικής της ισχύος και την ευημερία. Έτσι διατυπώθηκε μια επιταγή που συγκεφαλαίωσε τα πρακτικά διδάγματα από τη σκοπιά της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου». Κατ’ αυτήν, ο ριζικός εκδημοκρατισμός ή εξηθικισμός της πολιτικής και της κοινωνίας πάνω στη βάση μιας ανθούσας οικονομίας θα ολοκλήρωνε στο εξής τον εκδυτικισμό, θα παγίωνε την πρόσδεση της Γερμανίας στη Δύση και θα καταστούσε a limine αδύνατο κάθε «ξεχωριστό δρόμο»· είναι χαρακτηριστικό ότι η κεντρική σημασία της οικονομικής βάσης δεν αμφισβητήθηκε έως σήμερα ούτε καν από εκείνους τους εμπνευσμένους ηθικοφιλόσοφους που ειδάλλως προσπερνούν ακατάδεχτοι τέτοια πεζά προβλήματα.

Η τραγωδία των Γερμανών ήταν συχνά ότι οι θεωρητικές συλλήψεις και συνταγές τους υπερείχαν τόσο πολύ της πραγματικότητας ώστε ήταν επόμενο να σκοντάφτουν με τη βαθυστόχαστη τελειότητά τους πάνω στη συγκεχυμένη ατέλεια της πραγματικής ζωής. Η θεωρητική εξιδανίκευση της πολιτικά χλιαρής ευημερίας μέσω της διχοτομίας μεταξύ οικονομίας και πολιτικής αποτελεί μια εξίσου αιθεροβάμονα κατασκευή που λίγο έχει να κάνει με τις κακοτοπιές της ζωής των εθνών. Όχι επειδή η πολιτική πρέπει πρώτα να φτάσει το επίπεδο της οικονομίας –όπως πιστεύουν όσοι ρομαντικοί θεωρητικοί της απόφασης ενστερνίζονται τη διχοτομία αυτή με αντεστραμμένα πρόσημα–, αλλά επειδή η οικονομία δεν είναι λιγότερο πολιτική από την ίδια την πολιτική, ήτοι αποτελεί όπως ακριβώς και η πολιτική (με την τρέχουσα στενή σημασία της λέξης) πρόβλημα συγκεκριμένων σχέσεων και συσχετισμών ισχύος μεταξύ συγκεκριμένων ανθρώπων. Ακόμη κι αν όλοι οι Ευρωπαίοι ή όλοι οι άνθρωποι αποφάσιζαν κάποτε να διαλύσουν τα κράτη και τα έθνη τους και να ιδρύσουν στη θέση τους μια γιγαντιαία ανώνυμη εταιρεία, ακόμη και τότε θα ανέκυπτε πάλι το ερώτημα ποιος θα κατέχει πoιο πακέτο μετοχών. Καθώς οι Γερμανοί γενικά έχουν εσωτερικεύσει την διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας κατά τρόπο ώστε να συμπίπτει με τις παραστάσεις τους περί ευτυχίας και ηθικής, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα προσαρμοστούν απρόσκοπτα στην μεταψυχροπολεμική πλανητική κατάσταση. Έτσι ζητούν να συλλάβουν το ζήτημα της ευρωπαϊκής ένωσης κατ` αρχήν επιστρατεύοντας οικονομικές ή πολιτικοοικονομικές κατηγορίες και αντιστέκονται όσο μπορούν στην ανησυχητική και οδυνηρή αλλά βαθμηδόν όλο και πιεστικότερη επίγνωση ότι μετά την γερμανική επανένωση και την έκλειψη της αμερικανικής προστασίας, μαζί με κάθε κεντρικό οικονομικό πρόβλημα, όπως είναι λ.χ. το πρόβλημα της νομισματικής ένωσης, ανακύπτει συγχρόνως και αναγκαία στον ορίζοντα το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας. Έτσι συγχέουν την αναντίρρητα υπαρκτή σήμερα καλή τους θέληση με τη δυναμική της ιστορικής κατάστασης, και με τρόπο γνήσια ηθικολογικό συνδέουν ευθέως την υποκειμενική τους πρόθεση με την αντικειμενική έκβαση των γεγονότων.

Σ’ αυτό το σημείο Γάλλοι και Άγγλοι είναι πολύ περισσότερο ρεαλιστές και έχουν απόλυτα δίκαιο όταν αρνούνται να προοικονομήσουν την πορεία της ιστορίας από τις διαβεβαιώσεις του εκάστοτε κυρίου Κίνκελ. Διότι από την πλευρά τους βλέπουν ό,τι οι Γερμανοί δεν μπορούν να αντιληφθούν: ότι οι διαβεβαιώσεις αυτές παραχωρούνται σήμερα τόσο ειλικρινά και γενναιόδωρα ακριβώς επειδή εκφέρονται από τη θέση του αντικειμενικά ισχυρότερου – του ισχυρότερου κατά το παρόν και του πιθανώς ακόμη ισχυρότερου στο μέλλον. Οι ανησυχίες τους έχουν να κάνουν με τη διαμόρφωση της μελλοντικής ισορροπίας δυνάμεων στο πλαίσιο του απαράκαμπτου ζητήματος της ηγεμονίας, και δεν αφορούν τους «ξεχωριστούς δρόμους» του παρελθόντος – μολονότι διακριτικοί ή αδιάκριτοι υπαινιγμοί για το παρελθόν καρυκεύουν ως εκ των πραγμάτων κάθε ευρωπαϊκή συζήτηση. Στην πραγματικότητα το παρελθόν θα είχε από καιρό ξεθωριάσει, αν η σημερινή Γερμανία ήταν μια μετρίως εκμηχανισμένη αγροτική χώρα. Ώστε δεν βοηθά να μεγαλοποιούμε τη διαφορά μεταξύ γερμανικού παρελθόντος και μέλλοντος επικαλούμενοι την ηθική και τις πολιτικές προθέσεις, όταν το ζήτημα της ισορροπίας ισχύος αφυπνίζει στους άλλους μια δυσπιστία καθ’ όλα κατανοητή: είναι εκείνη η δυσπιστία που θα αισθάνονταν 55 εκατομμύρια Γερμανοί απέναντι σε 80 εκατομμύρια παραγωγικότερους Γάλλους με ένα τεράστιο πεδίο εκδίπλωσης στην Ανατολή. Για Γάλλους και Άγγλους επομένως το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ένωσης είναι τόσο αυτονόητα ζήτημα ηγεμονίας και ζήτημα «δέσμευσης» της Γερμανίας, επειδή είναι παλαιοί ιμπεριαλιστικοί λαοί με κατά πολύ μακροβιότερες παραδόσεις στο πεδίο της παγκόσμιας πολιτικής και αντίστοιχα πλουσιότερες εμπειρίες καθώς και πιο εκλεπτυσμένο διπλωματικό αισθητήριο από τους Γερμανούς. Αντίθετα στους Γερμανούς είναι ενδεχόμενο ότι η αδέξια πολιτική ισχύος του παρελθόντος θα δώσει τώρα τη θέση της σε μια αδέξια ηθικολογία, που εξ ανάγκης θα οδηγήσει εξίσου σε αδιέξοδο. Ιδιότητες ικανές να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη δεν συγκαταλέγονται μάλλον στα προτερήματα του γερμανικού εθνικού χαρακτήρα. Οι Γερμανοί διαθέτουν μεν αποδεδειγμένα τις αρετές του πληβείου (φιλοπονία, φειδώ, ηθική σοβαρότητα, δράση σύμφωνα με προδιαγραφές και σχέδιο)· όμως σε γενικές γραμμές στερούνται τις αρετές του αριστοκράτη: την ειρωνεία και την αυτοειρωνεία του κυρίαρχου, την αταραξία κατά τις περιστάσεις όπου οι προδιαγραφές ναυαγούν, την αποστασιοποιήμενη ανωτερότητα απέναντι στους κάθε λογής κανόνες.

Οι μέλλουσες κυμάνσεις και προοπτικές της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ένωσης ή άλλων μορφών της πολιτικής συμβίωσης θα καθορίσουν συνεπώς ποιος θα κάνει ποια χρήση των «επιστημονικών» ή «χυδαίων» εκδοχών της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου». Η απόληξη των τεκταινομένων στην Ευρώπη ωστόσο δεν εξαρτάται έτσι απλά από τη βούληση των συμμετεχόντων, αλλά πολύ περισσότερο από τη γενική πλανητική κατάσταση. Αν η «Ευρώπη» ως μείζων χώρος εκτεθεί στην πίεση άλλων μειζόνων χώρων και αυτό εκληφθεί από ευρείες μάζες στα μεγάλα ευρωπαϊκά έθνη ως απειλή και πρόκληση, τότε δεν θα απομείνει πολύς χώρος για «ξεχωριστούς δρόμους» στην πράξη ή την πολεμική. Αν, αντίθετα, όλος ο πλανήτης – με λίγες ίσως εξαιρέσεις– κατευθυνθεί προς μια βαλκανοποίηση, τότε οι φυγόκεντρες δυνάμεις εντός της Ευρώπης θα κερδίσουν σε ένταση και οι εθνικοί δρόμοι θα χαρακτηριστούν εκ νέου από τους εκάστοτε ζημιωμένους ή αποκλεισμένους ως «ξεχωριστοί δρόμοι» και θα συσχετισθούν αναπόφευκτα με το παρελθόν. Όμως αυτά είναι μόνο δύο ακραία νοητά ενδεχόμενα. Είναι κατά βάση απίθανο ότι το πρώτο θα συντελεστεί τόσο ραγδαία και δραματικά, ώστε να εκπέσει εντέλει το ζήτημα της ηγεμονίας στην Ευρώπη στα πλαίσια μιας συλλογικής προσπάθειας επιβίωσης. Άρα στο ορατό μέλλον οι διαγκωνισμοί μεταξύ των εθνών θα εξακολουθήσουν – και είναι επίσης πολύ αμφίβολο αν μια γενικευμένη και γνήσια πολιτική ένωση, αν ποτέ προέκυπτε υπό συνθήκες εξωτερικής πίεσης, θα λάμβανε χώρα διά της οδού των προβλεπόμενων διαδικασιών. Σε κάθε περίπτωση σε ομαλούς καιρούς δεν πρόκειται να συντελεστεί αν ο οικονομικά ισχυρότερος δεν φανεί πρόθυμος να παραχωρήσει σε άλλους το πολιτικοστρατιωτικό προβάδισμα ως αντιστάθμισμα και εγγύηση. Όμως αυτό προϋποθέτει όχι μόνο διαρκή αρμονία συμφερόντων αλλά και εκείνη τη διχοτομία μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, της οποίας τον αμφίβολο χαρακτήρα, ιδίως στις σημερινές μαζικοδημοκρατικές σχέσεις, ήδη σχολιάσαμε. Σε ένα υψηλό βαθμό διαπλοκής «πολιτικής» και «οικονομίας», οι πολιτικοστρατιωτικές αποφάσεις θα έθιγαν άμεσα τα συμφέροντα του οικονομικά ισχυρότερου, ώστε αυτός, προκειμένου να διαφυλάξει το αδιαφιλονίκητο έδαφός του, θα αναγκαζόταν να ζητήσει δικαίωμα συγκαθορισμού της πολιτικής, αίτημα όμως που εν όψει της οικονομικής του επικυριαρχίας αργά ή γρήγορα θα μετατραπεί κατ’ ανάγκην σε πρακτική απαίτηση της ηγεμονικής θέσης. Πρέπει επομένως να αναμένουμε ότι οι Γερμανοί θα ακολουθήσουν μελλοντικά έναν στο έπακρο πολιτικό και ενδεχομένως μεστό σε συγκρούσεις δρόμο από την επιφανειακά μη πολιτική παρακαμπτήριο της προάσπισης της ευημερίας τους. Θα το κάνουν με ελαφρά τη συνείδηση, γιατί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες έμαθαν να συνδέουν στενά μεταξύ τους την ευημερία και την οικονομία με την ηθική. Οι λεπταίσθητοι παρατηρητές γνωρίζουν από μακρού πόσο αρέσκεται η ιστορία σε παρόμοια παράδοξα παιχνίδια.

Αν το ίδιο διάστημα η βαλκανοποίηση προχωρήσει σε οικουμενικό επίπεδο, πρέπει να αναμένεται ότι θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο τέτοιες εξωτερικές πολιτικές τάσεις και ότι –ιδίως υπό την πίεση των παρενεργειών της πληθυσμιακής έκρηξης καθώς και των χρόνιων κοινωνικών κρίσεων που προκαλεί η ακατάσχετη εξάπλωση της «νέας φτώχειας»– θα συνοδευθούν από εσωτερικές πολιτικές κρίσεις με πιθανό αποτέλεσμα μεταβολές στο σημερινό γερμανικό κομματικό τοπίο. Στην περίπτωση αυτή η αρνητική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» δεν θα υποστηρίζεται ούτε θα εκπορεύεται μόνο από το εξωτερικό, αλλά θα γίνει και εντός Γερμανίας σημαντικό σημείο ιδεολογικής έριδας – κάτι που όμως θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τον αριθμό των πολεμίων της. Το ότι ήταν και είναι απλώς και μόνο ένα όπλο σε μια μεγάλη πολιτική διαμάχη, πρέπει να είναι σήμερα περισσότερο σαφές παρά ποτέ. Γιατί σήμερα οι κοινωνικές δομές της Γερμανίας χωρίς να είναι βέβαια τέλειες, είναι κατά πάσα πιθανότητα οι πλέον προηγμένες (με την μαζικοδημοκρατική έννοια) στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Ήδη γι’ αυτό το λόγο είναι πλέον απαρχαιωμένο και μάλιστα έντελώς άνευ νοήματος να μιλούμε για έναν «αντιδραστικό» γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο». Οι θιασώτες της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου», που θέλουν να είναι συνεπείς στην επιχειρηματολογία τους και με το πρωτείο της εσωτερικής πολιτικής που υποστηρίζουν, πρέπει επομένως να περιμένουν μια «αντιδραστική» εξωτερική πολιτική μάλλον από τη σημερινή Μεγάλη Βρεταννία ή την Πορτογαλία παρά από την τωρινή Γερμανία. Όμως το ζητούμενο σ’ αυτή τη θεωρητική διαμάχη δεν ήταν ποτέ η συνέπεια, και ούτε πρόκειται ποτέ να είναι. Μόνο αφελείς και εύπιστοι μπορούν να προσδοκούν ότι η επιθετική εργαλειοποίηση της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» ανήκει στο παρελθόν εν όψει της πραγματωμένου εκδημοκρατισμού της γερμανικής κοινωνίας και της ευσυνείδητης διαγωγής των Γερμανών. Πάντα θα υπάρχει κάποιος στο εσωτερικό ή το εξωτερικό που θα επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να κρίνει αν και κατά πόσο αυτή η κοινωνία μπορεί να ονομαστεί «αληθινά» φιλελεύθερη ή δημοκρατική, αν και κατά πόσο η διαγωγή των Γερμανών είναι ή όχι «αληθινά» ηθική. Η σκιά της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» θα συνοδεύσει επομένως τη Γερμανία και στο ορατό μέλλον. Αν ως αντίδραση σ’ αυτήν προκύψει εν νέου μια θετική, αυτάρεσκη και μυθολογική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου», δεν είναι τόσο ζήτημα εξορκισμών του κακού και παιδαγωγικών προγραμμάτων, αλλά εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων και διά παντός. Πολλές φορές τα τέρατα του χθες γίνονται οι θεοί του αύριο, τα ανομήματα του χθες, τα πρότυπα του σήμερα.

Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης

Τίτλος πρωτοτύπου και πρώτη δημοσίευση: «Der deutsche Sonderweg und die deutschen Perspektiven», στο: R. Zitelmann-K. Weissmann-M. Grossheim (Hg.), Westbindung, Chancen und Risiken für Deutschland, Βερολίνο, 1993.
Πρώτη δημοσίευση στα ελληνικά: Παναγιώτης Κονδύλης, Μελαγχολία και πολεμική. Δοκίμια και μελετήματα, επιμέλεια Κώστας Κουτσουρέλης, Θεμέλιο 2000. 

Γ. Ηλιόπουλος-Δ. Ελέας: Σχόλιο στον Στέλιο Ράμφο

Για το απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, το σχετικό με τον Παναγιώτη Κονδύλη, που προδημοσιεύσαμε τον Μάιο, λάβαμε επιστολικώς και αναρτούμε το ακόλουθο κείμενο.  

* * *

Ο Ράμφος ως οικοδεσπότης και το χρέος της μεγαλοφυΐας

των ΓΙΩΡΓΟΥ Η. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΛΕΑ

Μετά την πρώτη ανάγνωση του κειμένου του Στέλιου Ράμφου για τον Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), το οποίο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ΝΠ, ήταν σίγουρο ότι θα ακολουθούσε και επόμενη ανάγνωση μετά την πρώτη δυσάρεστη έκπληξη. Την ημέρα εκείνη του Μαΐου, εξ άλλου, είχε ανέβει απότομα κι ο υδράργυρος… Ο ίδιος ο Ράμφος μιλώντας για τον Κονδύλη, καταφέρνει αρίστως να μιλάει για έναν σημαίνοντα εκλιπόντα, καταφέρνοντας συνάμα να πνίγεται μέσα στην θάλασσα του κονδυλικού έργου ή, αν δεν συμβαίνει αυτό (ανθρώπινο είναι να κάνουμε λάθος), τότε ο Ράμφος μιλάει για τον Κονδύλη, όπως μιλάει ο θείος αναφερόμενος στον ξεροκέφαλο ανιψιό του.

Η Τίνα Μανδηλαρά που σαφώς ένιωσε την ίδια έκπληξη, έγραψε σε ένα κοινωνικό δίκτυο την 6η Μαΐου του 2015: «Να μην έχεις καταλάβει λέξη από Κονδύλη και να θες να ασκείς και κριτική. Ας μαζέψει κάποιος τον Ράμφο επιτέλους!!». Είναι, ασφαλώς, υπερβολή να ισχυριστεί κανείς κυριολεκτώντας ότι ο Στέλιος Ράμφος «δεν έχει καταλάβει ούτε μία λέξη». Στη διάρκεια της υπερτριακονταετούς γνωριμίας και σχέσης τους δεν μπορεί, κάτι θα έπιασε. Το πρόβλημα δεν είναι η αφομοιωτική ικανότητα του «φίλου Στέλιου» (για τον Κονδύλη είναι βέβαιο ότι η όποια προσωπική φιλία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι «φιλτέρα της αληθείας»). Το πρόβλημα είναι ότι στη μονομερή κατανόηση του κονδυλικού έργου (στο εσωτερικό του οποίου ο Ράμφος εντοπίζει, με σχετική ευστοχία, αντινομίες και όρια) ο ίδιος δεν έχει να αντιτάξει παρά μόνο κάποιες δογματικές τοποθετήσεις, προβληματικές, αν μη τι άλλο, εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίον εκφέρονται. Το θεμελιώδες πρόβλημα της επιφανειακής κριτικής του στον Κονδύλη, από την άλλη, έγκειται στην αδυναμία του να εντοπίσει τη δύναμη του κονδυλικού έργου ακόμη και στα σημεία – κατά μείζονα λόγο, ίσως, σ’ αυτά – όπου εμφαίνονται αδυναμίες. Και τούτο διότι ο Κονδύλης, δεν πρέπει να λησμονούμε, ήταν κατ’ εξοχήν ένας στοχαστής που δεν δίστασε να αναμετρηθεί με ερωτήματα κρίσιμα και οριακά για κάθε στοχαστική προσέγγιση ερωτημάτων της πρακτικής, κυρίως, φιλοσοφίας.

Στο κείμενό του ο κύριος Ράμφος προσπαθεί να πλέξει τις λέξεις – και οι λέξεις είναι καλό να πλέκονται όταν παράγεται κρυστάλλινο νόημα και όχι νόημα που είναι είτε διφορούμενο μέσα στην ομίχλη, είτε νόημα απαξιωτικό για τον Κονδύλη. Ο Ράμφος καταφέρνει και εξισώνει τον εαυτό του με τον Κονδύλη. Έτσι απλώνονται σαν τραχανάς μέσα στο κείμενο διάφορες «χαριτωμένες και παροδικές αστοχίες». Ο Κορνήλιος Καστοριάδης λέει ρητώς σε ένα κείμενό του «το να σκέφτομαι δεν σημαίνει οικοδομώ Παρθενώνες», ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν κάνει λόγο για «κουταμάρες με τη σέσουλα» που είναι καλές για να περνάει η ώρα και μόνο, αλλά και ο ίδιος ο Κονδύλης διαπιστώνοντας απουσία εργασιακού ήθους στο χώρο του πνεύματος μίλησε για τις «πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακισμού και της ημιμάθειας». Έτσι είναι λυπηρό, μα από την άλλη φυσιολογικό κι αναμενόμενο, που στην πνευματική δημοσιότητα της Ελλάδας δεσπόζουν ρητορεύουσες και δημοσιοσχεσίτικες ασημαντότητες. Δεσπόζουν οι μίμοι, οι ψυχικά κλονισμένοι γελωτοποιοί και οι νοσοκόμοι τρελοκομείου που δηλώνουν διανοούμενοι.

Μια σημαντική ιδιοφυΐα – όπως υπήρξε ο Κονδύλης, με τη συγκρότηση του αναλυτικού και του στρατηγικού νου που είχε – δεν μπορεί να είναι σε κατάσταση ταραχής, όπως διεπίστωσε ο Ράμφος ως οικοδεσπότης. Θυμίζουμε πως ήδη είχε γράψει και εκδώσει το opus Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αλλά και την επιμελημένη ελληνόγλωσση έκδοση της Θεωρίας του Πολέμου με το περίφημο επίμετρο υπό τον τίτλο: «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου». Μήπως ταραχή ένιωθε ο οικοδεσπότης; Μήπως διάβασε, κατά λάθος, την ψυχική του κατάσταση εκείνη την ημέρα στο πρόσωπο του φιλοξενούμενου Κονδύλη; Ας μην ξεχνάμε πως ο ίδιος ο Σίγκμουντ Φρόυντ, όταν συναντούσε τον κύριο ανταγωνιστή του Καρλ Γιουνγκ, κάνα δυο φορές έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε μπροστά του.

Ο Ράμφος ακόμη και στα πιο στοχαστικά του κείμενα μπορεί να διαβαστεί ως ποιητής και ως συγγραφέας, αλλά μέχρι εκεί. Η ερμηνευτική του ελληνισμού μέσα στην σύνολη εργασία του δεν στερείται γραπτού πολυτονικού όγκου, αλλά στερείται πραγματικής ουσίας ή και πρωτοτυπίας. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα το πώς ο ίδιος αναγιγνώσκει τον εαυτό του. Το κάνει άραγε από καιρού εις καιρόν; Εμείς πάντως ακολουθούμε μια ανάγνωση στο έργο του Ράμφου, και σεβόμαστε την προσπαθειά του, αλλά σαφώς βλέπουμε ότι τα πνευματικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ή υπαινίσσεται, υπολείπονται κατά πολύ των εργαλείων που έριξε στη μάχη των ιδεών ο Κονδύλης. Και με βάση τα εργαλεία αυτά, της παλαίστρας του κληρονομημένου λόγου δηλαδή (που ο Καντ τα σφυρηλατούσε κάθε πρωί για δεκαετίες, με πυξίδα το λατινικό μότο Sapere aude πριν τις διαλέξεις που έδινε στο Πανεπιστήμιο του Königsberg) δεν μπορούμε να δούμε πώς θα μπορούσε να σταθεί το όποιο έργο του Στέλιου Ράμφου δίπλα στο αξιόλογο και ρηξικέλευθο έργο του Κονδύλη. Το να τα βάλουμε και εμείς, δίπλα-δίπλα, είναι ένα αστείο ατόπημα που θα ισοδυναμούσε με το να αγοράζαμε εισιτήριο πρώτης θέσης στον Τιτανικό. Δεν το κάνουμε και είναι καιρός να σκεφτούν σοβαρά επί του θέματος όσοι είναι ακόλουθοι του Ράμφου ή και συνομιλητές του ακόμη, για ένα μικρό ποσοστό φήμης ποτισμένης με θλιβερή ματαιότητα στις όχθες του Ρουβίκωνα.

Ο Ράμφος «διαδηλώνει» πως έχει ακολουθήσει τον μονήρη βίο του στοχαστή, ως ακόλουθο προνόμιο κρατάει σφιχτά για τον εαυτό του την «πνευματική διάσταση του νοήματος». Ο Κονδύλης από τη μεριά του έπραττε ουσιαστικά το ίδιο και δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να το διαλαλήσει στο πανελλήνιο. Όσο ζούσε ο Κονδύλης, δεν υπήρχε καλά-καλά ούτε δημοσιευμένη φωτογραφία του και ο Κονδύλης για να γίνει Κονδύλης «έφτυσε αίμα», προπαντός στη Γερμανία όπου και έλαμψε. Ο Ράμφος, εν αντιθέσει, επιζητεί την εν Αθήναις δημοσιότητα και καλά θα κάνει να συνεχίσει τις διαλέξεις του και να συνεχίσει να εναγκαλίζεται και να θωπεύει τη βυζαντινή σκέψη και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αφού, αν μη τι άλλο, η ζεστή αγκαλιά τους είναι σαν παρηγοριά. Μακάρι αυτή η αυστηρή πορεία του «πιστού» Ράμφου να ήταν πραγματικά στοχαστική και ανατρεπτική και όχι μια πορεία που καταλήγει στην εκκλησιαστική πεπατημένη. Διότι, δυστυχώς, είναι αμφίβολο αν μέσα από την όποια δογματική ορθοδοξία μπορούν να εξασφαλιστούν τα νοητικά εργαλεία που είναι απαραίτητα για μια ουσιαστική ανάγνωση και εις βάθος κατανόηση του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη: πρόκειται για το έργο ενός στοχαστή που δίνει αυθεντικό νόημα στη λέξη ιδιοφυΐα. Δυστυχώς, όμως, στις μέρες μας, ο Κονδύλης έχει ανάγκη από υπεράσπιση, καθώς το έργο του είναι αφ’ εαυτού δυσπρόσιτο, αγγλιστί «a tough nut to crack» και μπορεί εύκολα να πέφτει θύμα κακομεταχείρισης.

Οι υπογράφοντες χαιρετούμε και ασπαζόμαστε την παρέα του Κονδύλη στον «Κάτω Κόσμο» και με δέος «φανταζόμαστε» τις διαλεκτικές του αναζητήσεις με στοχαστές σημαντικού διαμετρήματος και βεληνεκούς, όπως: Θουκυδίδη, Μακιαβέλλι, Χέγκελ, Κλαούζεβιτς, Μαρξ, Βέμπερ και άλλους. Τα πράγματα στον «Πάνω Κόσμο», και δη τον ελληνικό και πνευματικό, είναι τα ίδια όπως τα άφησε, αν δεν είναι ήδη και χειρότερα, καθώς κυριαρχούνται από τις εναλλαγές και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις εμπαθείς κριτικές και τις άκριτες εξυμνήσεις («λιβανωτούς»): Διότι όσο απορριπτέα είναι η ανεύθυνη και αδόκιμη κριτική, το ίδιο απορριπτέο είναι και το «λιβάνισμα» που, αφρόνως, με τη μορφή «παρασιτικού σχολιασμού» και «ύπουλης αυθεντίας», εκδηλώνεται ενίοτε στη δική του μνήμη και στο όνομά του. Το όνομά του, πάντως, θα παραμένει ορισμός αυτού που πραγματικά οφείλει να είναι το χρέος της μεγαλοφυΐας: το χρέος ενός homo universalis, ενός κριτικού στοχαστή και πρωτότυπου διανοουμένου στην Ευρώπη και τον άτακτο κόσμο του σήμερα με τα οικονομικά, τα γεωπολιτικά, τα οικολογικά του προβλήματα και, προπαντός, τα προβλήματα στο ψυχικό απόθεμα των ανθρώπων και στην πνευματική συγκρότησή τους.

Το ΝΠ στο ραδιόφωνο

Από αυτή την Παρασκευή, και κάθε Παρασκευή, το ΝΠ αποκτά ραδιοφωνική παρουσία. «Οι Πλανόδιοι» λοιπόν, από τις 5 ώς τις 6 το απόγευμα, από τις διαδικτυακές συχνότητες του Τhe Press Project και με ποικίλα θέματα από τον κόσμο του λόγου και των ιδεών.

Η πρώτη εκπομπή έχει τίτλο της «Ο Στέλιος Ράμφος για τον Παναγιώτη Κονδύλη». Με αφετηρία το αυτοβιογραφικό κείμενο του Ράμφου για τον Κονδύλη που δημοσιεύσαμε στην ιστοσελίδα του περιοδικού και σχολιάστηκε πολύ, συζητάμε για τους διαφορετικούς δρόμους που ακολούθησαν αυτοί οι δυο εντελώς ιδιαίτεροι άνθρωποι από τότε που πρωτογνωρίστηκαν στα φοιτητικά έδρανα του Πανεπιστημίου Αθηνών στις αρχές της δεκαετίας του 1960, για τις πασίγνωστες αποκλίσεις στη σκέψη τους αλλά και για μερικές, απρόοπτες ίσως, συγκλίσεις τους.

Στο στούντιο ο Κωνσταντίνος Πουλής και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Προσκεκλημένος τους ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος.

Στέλιος Ράμφος: Γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη

Ράμφος        282_kondilis_panagiotis

[ ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ]

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς. Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;

Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!

Ἀπὸ τὸ καινούργιο βιβλίο τοῦ Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ ποὺ θὰ κυκλοφορήσει προσεχῶς ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἁρμός. Ἀπὸ τὸν ἐκτενέστατο (120 σελίδων) καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης διάλογο τοῦ Ράμφου μὲ ὀμάδα συγγραφέων ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα πέρσι τὸν Ὁκτώβρη. Τὴν πρωτοβουλία τῆς συνάντησης εἶχε ὁ Γιῶργος Θ. Χατζηιακώβου, ἐκδότης τοῦ Ἁρμοῦ. Ἀπὸ τὸ ΝΠ, μετεῖχαν ὁ Κωνσταντῖνος Πουλῆς καὶ ὁ Κώστας Κουτσουρέλης.