Παναγιώτης Κονδύλης

ΝΠ5 – Κώστας Κουτσουρέλης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο 21ος αιώνας

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Πλά­ι στοὺς πο­λυ­ά­ριθ­μους καὶ συ­νή­θως ὀγ­κώ­δεις τό­μους ποὺ συ­να­παρ­τί­ζουν τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη, τὰ καθ’ αὑ­τὸ πο­λι­τι­κά του κεί­με­να εἶ­ναι σχε­τι­κὰ λί­γα. Κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο, οἱ 350 σε­λί­δες τῶν δύ­ο συ­να­γω­γῶν τῆς ἀρ­θρο­γρα­φί­ας του κα­τὰ τὴ σύν­το­μη πρώ­τη με­τα­ψυ­χρο­πο­λε­μι­κὴ δε­κα­ε­τί­α ποὺ ὁ ἴ­διος πρό­λα­βε, ἀ­πὸ τὸ 1991 ἕ­ως τὸ 1998: ἡ Πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ με­τὰ τὸν Ψυ­χρὸ Πό­λε­μο (1996) καὶ τὸ Ἀ­πὸ τὸν 20ὸ στὸν 21ο αἰ­ώ­να: Το­μὲς στὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ πε­ρὶ τὸ 2000 (1998). Σ’ αὐ­τὰ πρέ­πει ἀ­σφα­λῶς νὰ προ­στε­θοῦν τὰ εἰ­δι­κοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος κεί­με­νά του ποὺ ἀ­νοί­γουν καὶ κλεί­νουν τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις τῆς Πα­ρακ­μῆς τοῦ ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ (1991) καὶ τῆς Θε­ω­ρί­ας τοῦ Πο­λέ­μου (1997) ἀν­τί­στοι­χα, κα­θὼς ἐ­πί­σης τὸ κεί­με­νό του γιὰ τὸν «Γερ­μα­νι­κὸ ξε­χω­ρι­στὸ δρό­μο» τοῦ 1993 ποὺ πε­ρι­ε­λή­φθη με­τὰ θά­να­τον στὸ Με­λαγ­χο­λί­α καὶ πο­λε­μι­κή, κα­θὼς ἐ­πί­σης κά­ποια ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὶς συ­νεν­τεύ­ξεις του τῆς ἴ­διας ἐ­κεί­νης πε­ρι­ό­δου. Ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς ἐ­κτε­νέ­στα­τες μο­νο­γρα­φί­ες τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πὸ τὴ Γέ­νε­ση τῆς δι­α­λε­κτι­κῆς ὣς τὴν Κοι­νω­νι­κὴ ὀν­το­λο­γί­α, πο­σο­τι­κὰ ὁ ἀ­πο­λο­γι­σμὸς δὲν εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σι­α­κός. Ὡ­στό­σο, καὶ μι­λών­τας γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἡ ἀ­πή­χη­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς ἀρ­θρο­γρα­φί­ας τοῦ Κον­δύ­λη στά­θη­κε ἤ­δη ἐ­ξαρ­χῆς καὶ πα­ρα­μέ­νει ἕ­ως σή­με­ρα κα­τα­φα­νῶς πλα­τύ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τῶν ἀ­μι­γῶς θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν με­λε­τῶν του. Ἀ­να­κί­νη­σε ἤ­δη στὸν και­ρό της ἔ­ρι­δες καὶ πο­λε­μι­κὲς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις καὶ προ­κα­λεῖ ἕ­ως σή­με­ρα τὸ ἀ­δι­ά­λει­πτο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ὥ­στε δὲν θὰ ἔ­κα­νε λά­θος κα­νεὶς νὰ ἰ­σχυ­ρι­στεῖ ὅ­τι ὁ Κον­δύ­λης εἶ­ναι γιὰ μᾶς σή­με­ρα πρω­τί­στως ὁ πο­λι­τι­κὸς Κον­δύ­λης, ὁ πο­λι­τι­κὸς ἀ­να­λυ­τὴς καὶ σχο­λι­ο­γρά­φος.

Ἡ ἐ­ξή­γη­ση γι’ αὐ­τὸ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι προ­φα­νής. Μὲ τὰ Αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς τῆς σύγ­χρο­νης Ἑλ­λά­δας, τί­τλο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε αὐ­το­τε­λῶς τὸ 2011 ἡ εἰ­σα­γω­γὴ τῆς Πα­ρακ­μῆς τοῦ Ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, καὶ μὲ κεί­με­νά του ὅ­πως τὸ Προ­ϋ­πο­θέ­σεις, πα­ρά­με­τροι καὶ ψευ­δαι­σθή­σεις τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς πο­λι­τι­κῆς (1992), ὁ Κον­δύ­λης προ­κα­τέ­λα­βε μὲ μο­να­δι­κὴ προ­γνω­στι­κή, κά­ποιοι τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σαν προ­φη­τι­κή, ἀ­κρί­βει­α τὰ κα­θέ­κα­στα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κρί­σης. Μὲ τὸ κεί­με­νό του γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρακ­μή, πρω­το­δη­μο­σι­ευ­μέ­νο θυ­μί­ζω τὸ μα­κρι­νὸ 1990, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξέ­θε­σε μιὰ ἀ­νά­λυ­ση γιὰ τὴ φύ­ση καὶ τὰ αἴ­τι­α τοῦ με­τα­πο­λι­τευ­τι­κοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πα­ρα­σι­τι­κοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ, ὅ­πως τὸν ἀ­πο­κά­λε­σε, προ­χώ­ρη­σε σὲ μιὰ γε­νι­κὴ δι­ά­γνω­ση τῆς κα­χε­ξί­ας τοῦ ἀ­στι­κοῦ στοι­χεί­ου στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ δι­α­τύ­πω­σε συγ­κε­κρι­μέ­νες προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ προ­σε­χὲς μέλ­λον.

Γρά­φον­τας τὴν ἐ­παύ­ρι­ο τῆς πτώ­σης τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου, ἀλ­λὰ καὶ στὴ δι­άρ­κει­α τῆς τα­ρα­χώ­δους πο­λι­τι­κὰ δι­ε­τί­ας 1989-1990, ποὺ με­τα­ξὺ ἄλ­λων εἶ­χε ση­μα­δευ­τεῖ ἀ­πὸ μιὰ ἔν­το­νη δη­μο­σι­ο­νο­μι­κὴ κρί­ση, τὴν πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά, ὁ Κον­δύ­λης ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ἡ εἰ­κο­νι­κὴ εὐ­η­με­ρί­α ποὺ ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­λάμ­βα­νε εἶ­χε ἡ­με­ρο­μη­νί­α λή­ξε­ως. Προ­ϊ­ὸν τῶν εἰ­δι­κῶν συν­θη­κῶν τοῦ Ψυ­χροῦ Πο­λέ­μου, βα­σι­ζό­ταν στὴν ἐν­τυ­πω­σι­α­κὴ ρο­ὴ δα­νει­α­κῶν καὶ ἄλ­λων με­τα­βι­βά­σε­ων πρὸς τὴ χώ­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἑ­ταί­ρους της. Ὅ­μως μὲ τὸ τέ­λος τοῦ Ψυ­χροῦ Πο­λέ­μου, ὁ ρό­λος τῆς Ἑλ­λά­δας στοὺς κόλ­πους τῆς Δύ­σης ἦ­ταν ἀ­να­πό­φευ­κτο νὰ ὑ­πο­βαθ­μι­στεῖ. Ἡ ὄ­ξυν­ση τοῦ πο­λι­τι­κοῦ καὶ ἄλ­λου ἀν­τα­γω­νι­σμοῦ, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα τοὺς ἑ­ταί­ρους μας, ἀ­φε­νὸς μέν, στὴν ἄρ­νη­ση

νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν πε­ραι­τέ­ρω τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμό, ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της.

Ἀ­φε­τέ­ρου δέ, στὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ ἀ­γνο­ή­σουν

ὅ,­τι οἱ Ἕλ­λη­νες θε­ω­ροῦν ὡς ἐ­θνι­κά τους δί­και­α, υἱ­ο­θε­τών­τας στὰ ἀν­τί­στοι­χα ζη­τή­μα­τα εἴ­τε τὴ θέ­ση τῶν ἀν­τι­πά­λων τῆς Ἑλ­λά­δας εἴ­τε ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει θέ­ση σύμ­φω­νη μὲ τὰ δι­κά τους πε­ρι­φε­ρει­α­κὰ συμ­φέ­ρον­τα.

Μὲ τὸ Μνη­μό­νι­ο τῆς 8ης Μα­ΐ­ου 2010 καὶ τὰ ὅ­σα ἐ­πα­κο­λού­θη­σαν, τὸ πρῶ­το σκέ­λος τῆς πρό­βλε­ψης, ἡ ἔ­ξω­θεν ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νη «αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα», ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε πλή­ρως. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­ξε­λί­ξεις στὶς ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κὲς σχέ­σεις καὶ ἡ ἀ­κα­τά­σχε­τη ὑ­πο­χώ­ρη­ση τῆς Ἀ­θή­νας στὶς ἰ­τα­μὲς τουρ­κι­κὲς πι­έ­σεις ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα καὶ τὸ δεύ­τε­ρο σκέ­λος της. Ση­μει­ώ­νω ἐ­δῶ ὅ­τι ὁ Κον­δύ­λης θε­ω­ροῦ­σε πὼς ἡ θέ­ση τῆς Ἑλ­λά­δας στὴν Ἑ­νω­μέ­νη Εὐ­ρώ­πη δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου γε­ω­πο­λι­τι­κὰ ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νη, ὅ­σο τὸ κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα ἂν ἀ­πο­τε­λεῖ γι’ αὐ­τὴν «ἀ­να­πό­σπα­στο τμῆ­μα ἢ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μη ἐ­παρ­χί­α» πα­ρα­μέ­νει ἀ­να­πάν­τη­το. Τὰ δι­α­δρα­μα­τι­σθέν­τα τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 2010 ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὴν ἐ­κτί­μη­σή του. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸ 1960, καὶ μὲ τὴν ΕΕ νὰ κλυ­δω­νί­ζε­ται ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἐ­πι­κίν­δυ­να, ἡ χώ­ρα εἶ­ναι κα­τα­φα­νὲς ὅ­τι βρί­σκε­ται σὲ πο­ρεί­α ἀ­πό­κλι­σης ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κούς της ἑ­ταί­ρους.

[…]

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ


[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

NΠ5 – Ιωάννα Τσιβάκου, Η ιδέα του έθνους στον Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τῆς Ἰωάννας Τσιβάκου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γι­κά

Σκο­πὸς τοῦ ἄρ­θρου εἶ­ναι νὰ ἐ­ξε­τά­σει κρι­τι­κὰ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ ἔ­θνους ὅ­πως τὴν ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα κεί­με­νά του ὁ Πα­να­γι­ώ­της Κοδ­νύ­λης, καὶ ἰ­δί­ως στὸ ἔρ­γο του Ἡ Πλα­νη­τι­κὴ Πο­λι­τι­κὴ με­τὰ τὸν Ψυ­χρὸ Πό­λε­μο.1 Ἐ­πει­δὴ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ν’ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ πολ­λὲς σύγ­χρο­νες πραγ­μα­τεῖ­ες, ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σεγ­γί­σου­με τὴν πάν­τα ἐ­πί­και­ρη ἔν­νοι­α τοῦ ἔ­θνους, ὅ­πως προ­βάλ­λει μέ­σα ἀ­πὸ τὶς σε­λί­δες του.

Στὸ προ­α­να­φερ­θὲν ἔρ­γο, ὁ Κον­δύ­λης, ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς ἤ­δη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90, λαμ­βά­νον­τας ὑπ’ ὄ­ψιν τὶς θε­με­λι­α­κὲς ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πέ­φε­ρε ἡ ἀ­νεμ­πό­δι­στη δι­ά­χυ­ση τῶν ρο­ῶν τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ τῆς πλη­ρο­φο­ρί­ας σὲ παγ­κό­σμι­ο ἐ­πί­πε­δο, ἀ­να­λύ­ει δι­εισ­δυ­τι­κὰ τὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκοῦν με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς Ἕ­νω­σης καὶ τῶν ἐ­ξαρ­τη­μέ­νων ἀ­πὸ αὐ­τὴν χω­ρῶν τὰ κυ­ρί­αρ­χα τῆς ἐ­πο­χῆς δυ­τι­κὰ κρά­τη μὲ ὅ­πλο τὸν παγ­κό­σμι­ο χα­ρα­κτή­ρα τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των. Πρό­κει­ται γιὰ πο­λύ­πλευ­ρη καὶ σύν­θε­τη πραγ­μά­τευ­ση φαι­νο­μέ­νων ποὺ θὰ ἄ­ξι­ζε κά­ποιος νὰ ἐ­ξε­τά­σει τὴν ἐ­πα­λή­θευ­ση καὶ τὶς συ­νέ­πει­ές τους σή­με­ρα, ὕ­στε­ρα δη­λα­δὴ ἀ­πὸ 30 σχε­δὸν χρό­νι­α ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φή τους.

Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἡ συ­ζή­τη­ση στὴν Ἑλ­λά­δα πά­νω στὰ θέ­μα­τα ποὺ ἔ­θε­τε τὸ ἐν λό­γῳ βι­βλί­ο προ­τί­μη­σε νὰ ἑ­στι­ά­σει τὴν προ­σο­χή της στὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἔκ­δο­σης, τὸ ἀ­να­φε­ρό­με­νο στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­θνι­κὴ πο­λι­τι­κή, καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο, τε­λι­κά, ὅ­πως ἔ­δει­ξαν τὰ πράγ­μα­τα, ἀ­πο­δεί­χθη­κε προ­φη­τι­κό. Τὸ 1992, ἔ­τος τῆς δη­μο­σί­ευ­σής του, λί­γο και­ρὸ με­τὰ τὴν ἕ­νω­ση τῆς Γερ­μα­νί­ας καὶ μὴν ἔ­χον­τας ἀ­κό­μη ἡ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Ἕ­νω­ση δε­χθεῖ στοὺς κόλ­πους της ἀρ­κε­τὲς χῶ­ρες τοῦ πρώ­ην σο­βι­ε­τι­κοῦ στρα­το­πέ­δου, ὁ Κον­δύ­λης κρού­ει τὸν κώ­δω­να τοῦ κιν­δύ­νου γιὰ μιὰ κα­τα­χρε­ω­μέ­νη Ἑλ­λά­δα λό­γω τοῦ πα­ρα­σι­τι­κοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ ποὺ ἔ­χει ἁ­λώ­σει τὶς συ­νει­δή­σεις τῶν πο­λι­τῶν της καὶ τῶν πε­λα­τει­α­κῶν σχέ­σε­ων τοῦ πο­λι­τι­κοῦ της συ­στή­μα­τος. Τὶς ἴ­διες σχε­δὸν κρί­σεις ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τὸ 1997, στὸ ἐ­πί­με­τρο γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Θε­ω­ρί­α Πο­λέ­μου,2 ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­τας αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν προ­σο­χή του στὴν ἀ­πί­σχναν­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ γε­ω­πο­λι­τι­κοῦ δυ­να­μι­κοῦ ἐν σχέ­σει μά­λι­στα μὲ τὴν ὑ­πε­ρεκ­χεί­λι­ση τοῦ ἀν­τί­στοι­χου τουρ­κι­κοῦ καὶ τὴν προ­βλε­πό­με­νη ἐκ μέ­ρους του ἀ­να­ζή­τη­ση δι­ε­ξό­δου πρὸς τὰ ἔ­ξω, πρὸς εὐ­ρύ­τε­ρους γε­ω­γρα­φι­κοὺς χώ­ρους.

Τὸ εὔ­λο­γο ὡ­στό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ἀλ­λὰ καὶ τῆς κρι­τι­κῆς στὰ καθ’ ἡ­μᾶς, μᾶς ἐμ­πό­δι­σε νὰ δοῦ­με ὅ­τι ἡ προ­βλε­φθεῖ­σα τύ­χη τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε δι­ό­τι στη­ρι­ζό­ταν κα­τὰ με­γά­λο μέ­ρος στὶς ὀρ­θὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τοῦ Κον­δύ­λη γιὰ τὴν πλα­νη­τι­κὴ ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ ἀ­πο­κα­λού­με­νου ἀ­πὸ αὐ­τὸν «μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοὺ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ» σὲ κά­θε μέ­ρος τοῦ πλα­νή­τη, ἀ­κό­μη καὶ ἐν­τὸς τῶν πα­ρα­δο­σι­α­κῶν κοι­νω­νι­ῶν τῆς Ἀ­σί­ας καὶ τῆς Ἀ­φρι­κῆς· ἕ­νας ἐκ­συγ­χρο­νι­σμὸς ἐμ­πνευ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῶν παγ­κό­σμι­ων ἀ­γο­ρῶν καὶ στη­ριγ­μέ­νος στὴν κοι­νω­νι­κὴ ἰ­σο­πέ­δω­ση καὶ τὸν κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸ τῶν κοι­νω­νι­ῶν σὲ ἄ­το­μα.3 Ἡ ὀ­πτι­κὴ αὐ­τὴ ὁ­δή­γη­σε τὸν Κον­δύ­λη στὸ νὰ δι­α­κρί­νει τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς βλέ­ψεις τοῦ συ­στή­μα­τος τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐν σχέ­σει μὲ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴ συ­ναρ­μο­γὴ τῶν δύ­ο συ­στη­μά­των, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ τὴν ὑ­πο­τα­γὴ τοῦ πρώ­του στὸ δεύ­τε­ρο. Πα­ρό­τι ἡ ἴ­δια ἡ οἰ­κο­νο­μί­α μὲ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου ἢ τοῦ μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοῦ ὑ­πο­δείγ­μα­τος πί­στε­ψε ὅ­τι θὰ κυ­ρι­αρ­χή­σει ἐ­πὶ τῆς πο­λι­τι­κῆς, ἐν τού­τοις ἀ­πὸ τό­τε ὁ Κον­δύ­λης δι­α­τύ­πω­νε μὲ σθέ­νος τὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ συμ­βεῖ δι­ό­τι ἡ πο­λι­τι­κὴ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῶν μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κῶν προσ­δο­κι­ῶν. Ἐ­πιπλέ­ον, πα­ρα­τη­ροῦ­σε, ὅ­τι «παρ’ ὅ­λες τὶς “ἰ­δι­ω­τι­κο­ποι­ή­σεις”, ὁ δη­μό­σι­ος το­μέ­ας θὰ πα­ρέ­με­νε πο­σο­τι­κά, καὶ συ­χνὰ ποι­ο­τι­κά, ὑ­πέρ­τε­ρος», μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα «ἡ «“νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη” μέ­θη» νὰ μὴν κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸν πε­ρι­ο­ρί­σει ἢ νὰ τὸν ἀν­τι­κα­τα­στή­σει σὲ ση­μαν­τι­κὸ πο­σο­στό.4 Εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σι­α­κὸ πό­σο αὐ­τές του οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις ἐ­πα­λη­θεύ­τη­καν κα­τὰ τὴν κρί­ση τοῦ 2008, ὅ­ταν ἡ οἰ­κο­νο­μί­α προ­σέ­τρε­ξε στὴν πο­λι­τι­κὴ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α της, ἐ­νῶ τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει καὶ σή­με­ρα μὲ τὴν κρί­ση τοῦ κο­ρω­νο­ϊ­οῦ, τὴν ὑ­πο­στο­λὴ τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν δρα­στη­ρι­ο­τή­των καὶ τὴν ἄ­σκη­ση βι­ο­πο­λι­τι­κῆς ἀ­πὸ τὶς κυ­βε­νή­σεις.

Πέ­ραν τῶν ἄλ­λων, στὴν Πλα­νη­τι­κὴ Πο­λι­τι­κὴ ὁ Κον­δύ­λης πα­ρα­τη­ρεῖ ἕ­να φαι­νό­με­νο μὲ αἰ­σθη­τὴ πα­ρου­σί­α κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990 στὶς πρώ­ην σο­σι­α­λι­στι­κὲς δη­μο­κρα­τί­ες, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κτο­τε ἀ­να­δεί­χτη­κε σὲ ση­μαν­τι­κὸ ἑλ­κυ­στὴ τῆς σύγ­χρο­νης πλα­νη­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς· πρό­κει­ται γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ἐ­θνι­κι­σμοῦ. Ἐ­ὰν θε­ω­ρή­σου­με τὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ ὡς δυ­να­μι­κὸ σύ­στη­μα, τό­τε δι­α­πι­στώ­νου­με πὼς γιὰ τὸν Κον­δύ­λη ὁ ἐ­θνι­κι­σμὸς μοιά­ζει μὲ κα­τά­στα­ση ἱ­κα­νὴ νὰ προ­κα­λεῖ ἔν­το­νες δι­α­τα­ρα­χὲς στὸ σύ­στη­μα τῆς πλα­νη­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τῶν ἰ­σχυ­ρῶν κρα­τῶν, πα­ρα­σύ­ρον­τάς το σὲ κι­νή­σεις ποὺ ἐκ­φεύ­γουν τοῦ μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοῦ του χα­ρα­κτή­ρα.

[…]

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

NΠ5 – Κώστας Ι. Μελάς, Η οικονομία στην προβληματική του Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Ἰ. Μελᾶ, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γή

Ἡ ὅ­λη προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ Παναγιώτη Κον­δύ­λη πα­ρέ­χει ση­μαν­τι­κὴ βο­ή­θει­α στὴν ἐ­πίρ­ρω­ση τῆς ἄ­πο­ψής μας πε­ρὶ τῆς πραγ­μα­τι­κῆς θέ­σης τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ὡς ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὑ­πο­συ­στή­μα­τος τῆς κοι­νω­νί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, μᾶς βο­η­θᾶ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ ἀ­παί­τη­ση νὰ συλ­λη­φθεῖ ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­τη­λὴ ἐλ­πί­δα. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι ἂν στὶς προ­κεί­με­νες ποὺ στη­ρί­ζουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ “ἐ­πι­στή­μη” εἰ­σα­χθεῖ ἡ ἰ­σχύς, κα­ταρ­ρέ­ει τὸ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κὸ πλαί­σι­ο ποὺ ὑ­πο­βα­στά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μί­α. Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση ὀ­φεί­λε­ται στὸ ὅ­τι ἡ Οἰ­κο­νο­μι­κὴ στη­ρί­ζε­ται ἀ­να­πό­δρα­στα στὴ θέ­ση “τῆς ἁρ­μο­νί­ας τῶν συμ­φε­ρόν­των” τῶν συμ­με­τε­χόν­των. Μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ ἀ­να­λυ­θεῖ ἡ ἀν­τι­πο­λι­τι­κὴ σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­νο­ποί­η­σης τῆς Ε.Ε. δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α στη­ρί­ζε­ται σὲ δε­δο­μέ­νες οἰ­κο­νο­μι­στι­κὲς ἀν­τι­λή­ψεις.

[…]

(περισσότερα…)

ΝΠ5 – Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Χατζηαντωνίου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Κα­τὰ τοὺς δύ­ο αἰ­ῶ­νες ἐ­λεύ­θε­ρου ὑ­πὸ τὴν τυ­πι­κὴ ἔν­νοι­α πο­λι­τι­κοῦ βί­ου, ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­κό­μι­σε ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ εὔ­λο­γα γεν­νοῦ­σαν ἄλ­λο­τε ὑ­πε­ρή­φα­νες δι­α­κη­ρύ­ξεις καὶ ἄλ­λο­τε θρη­νη­τι­κὲς εἰ­κα­σί­ες. Πα­ρὰ ὡ­στό­σο τὴ δι­αρ­κῆ  ἀν­τι­μα­χί­α πα­ρά­δο­σης καὶ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας ποὺ σφρα­γί­ζει τὸν νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ βί­ο ἐν συ­νό­λῳ, ἡ πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ καὶ ὁ πο­λι­τι­σμός μας ἐ­ξε­λίσ­σον­ταν καὶ ἡ χώ­ρα πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, ἔ­στω μὲ βρα­δύ­τη­τα καὶ μὲ τρό­πο στρε­βλό, τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πὸ τὰ χρό­νι­α της Ἐ­πα­νά­στα­σης οἱ Ἕλ­λη­νες ἦ­ταν προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι. Αἴφ­νης, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ μο­να­δι­κὴ στὴν ἱ­στο­ρί­α μας πε­ρί­ο­δο ὁ­μα­λοῦ πο­λι­τι­κοῦ βί­ου τεσ­σά­ρων δε­κα­ε­τι­ῶν, ξέ­σπα­σε ἡ κα­ται­γί­δα. Κρί­ση, πα­ρακ­μὴ ἢ κα­τάρ­ρευ­ση, ὅ­πως καὶ νὰ ὁ­ρί­σει κα­νεὶς αὐ­τὸ ποὺ συμ­βαί­νει στὶς ἡ­μέ­ρες μας, τὸ βέ­βαι­ον εἶ­ναι ὅ­τι γί­νε­ται πλέ­ον πα­σι­φα­νὴς ἡ πλή­ρης δι­ά­βρω­ση θε­σμῶν καὶ ἠ­θῶν κι ἡ γε­νι­κευ­μέ­νη ἀ­νο­μί­α ποὺ κα­θι­στᾶ τὴν ὅ­ποια ἐλ­πί­δα ἀ­νά­τα­ξης νὰ μοιά­ζει ἀ­δύ­να­τη. Τὸ φά­σμα τῆς κα­τα­στρο­φῆς ὑ­ψώ­νε­ται πιὰ γύ­ρω μας. (περισσότερα…)

ΝΠ5 – Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ Υπεροψία

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Γιάννη Κιουρτσάκη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Ὅ­ποιος ἐ­πι­χει­ρεῖ τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ ἕ­ξι χρό­νων κα­τα­στρο­φῆς τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ θαυ­μά­σει τὴ δι­ο­ρα­τι­κὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90: πὼς κά­ποια μέ­ρα οἱ ἑ­ταῖ­ροι μας στὴν Ε.Ε. θὰ ἀρ­νοῦν­ταν «νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν […] τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμὸ ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν οἰ­κο­νο­μί­α [μας] αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της».[i] Μπρο­στὰ στὴν ἀ­μεί­λι­κτη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση αὐ­τοῦ τοῦ λό­γου, τί βα­ρύ­τη­τα μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν οἱ δι­αι­ω­νι­ζό­με­νοι δῆ­θεν ἰ­δε­ο­λο­γι­κοὶ κα­βγά­δες μας γιὰ τὸν κα­τα­με­ρι­σμὸ τῶν εὐ­θυ­νῶν; Ἀλ­λὰ ἂν ὁ Κον­δύ­λης ἔ­βλε­πε τό­σο κα­θα­ρὰ τὸ μέλ­λον, ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πε βα­θι­ὰ στὸ πα­ρελ­θὸν τὰ δο­μι­κὰ αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς: τὴν ἀ­δυ­να­μί­α νὰ στε­ρι­ώ­σει στὴ νε­ό­τε­ρη Ἑλ­λά­δα ἀ­στι­κὸς πο­λι­τι­σμὸς ἱ­κα­νὸς νὰ οἰ­κο­δο­μή­σει εὔ­ρω­στη κοι­νω­νί­α τῶν πο­λι­τῶν καὶ σύγ­χρο­νο κρά­τος. Ἐ­ξοῦ μιὰ μό­νι­μη πνευ­μα­τι­κὴ κα­χε­ξί­α ποὺ δὲν ἄ­φη­σε νὰ ρι­ζώ­σουν στὸ συλ­λο­γι­κὸ σῶ­μα οἱ μεί­ζο­νες νε­ω­τε­ρι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ―φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, συν­τη­ρη­τι­σμός, σο­σι­α­λι­σμό­ς― πα­ρὰ μό­νο ὡς κομ­μα­τι­κὰ κα­κέ­κτυ­πα στὸ πλαί­σι­ο τῆς ἐγ­χώ­ρι­ας πε­λα­τει­ο­κρα­τί­ας. Ἄλ­λω­στε, πῶς θὰ ρί­ζω­ναν, ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Κον­δύ­λης δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ἀ­παρ­χαι­ώ­νον­ταν στὴν ἴ­δια τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ κοι­τί­δα τους, χά­νον­τας προ­ο­δευ­τι­κὰ τὸ ἱ­στο­ρι­κό τους πε­ρι­ε­χό­με­νο;[ii]

(περισσότερα…)

ΝΠ5 – Μανώλης Μπουζάκης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης όπως τον γνώρισα

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη αὐτοβιογραφία τοῦ Μανώλη Μπουζάκη, ἱδρυτῆ καὶ διευθυντῆ τῶν ἱστορικῶν ἐκδόσεων «Γνώση», Ὁ δρόμος τοῦ Ποσειδώνη: ἀναμνήσεις ἑνὸς πλάνητα ὁδοιπόρου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη μὲ τίτλο: «Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα»)

[…]

Ἡ «Φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ Πο­λι­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη» τῆς «γνώ­σης» ἔ­χει ἤ­δη κα­θι­ε­ρω­θεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ὡς μιὰ ση­μαν­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πρω­το­βου­λί­α. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ Πα­νε­πι­στη­μο­νι­κά μας Ἱ­δρύ­μα­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦν κάμ­πο­σα ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α μας ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ βο­η­θή­μα­τα. Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς «φι­λο­σό­φων», «συγ­γρα­φέ­ων», «κα­θη­γη­τῶν» ἀλ­λὰ καὶ κα­θη­γη­τῶν, με­λε­τη­τῶν, στο­χα­στῶν, ἐ­πι­σκέ­πτον­ται κα­θη­με­ρι­νὰ τὴ «γνώ­ση» καὶ ζη­τοῦν νὰ δεῖ ὁ «κύ­ρι­ος Κον­δύ­λης» τὰ ἔρ­γα τοὺς προ­κει­μέ­νου νὰ ἐν­τα­χθοῦν στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρά. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ζοῦ­σε καὶ ἐρ­γα­ζό­ταν στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τέσ­σε­ρις ἕ­ως ἕ­ξι μῆ­νες κά­θε χρό­νο. Τὸν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Ἕ­να πρω­ὶ δέ­χο­μαι ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα ἀ­πὸ πε­ρι­ώ­νυ­μο Πρύ­τα­νη τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς με­γά­λου μας Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Συμ­φω­νή­σα­με ραν­τε­βοὺ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας. Ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα τοῦ ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ δύ­ο βο­η­θούς του. Κά­θι­σαν στὶς κα­ρέ­κλες ποὺ τοὺς πρό­σφε­ρα, δὲν ἤ­θε­λαν κα­φὲ οὔ­τε τσά­ι. Ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς σο­βα­ρός, ψυ­χρός, ἀ­μί­λη­τος ζη­τὰ μὲ νό­η­μα ἀ­πὸ τοὺς βο­η­θούς του νὰ ξε­κι­νή­σουν. Ἀ­νέ­λα­βαν ἐ­κεῖ­νοι νὰ μοῦ πα­ρου­σιά­σουν τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου Κα­θη­γη­τῆ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε ὁ Συγ­γρα­φέ­ας του νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὰ ὑ­πὸ ἔκ­δο­σιν βι­βλί­α τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Τοὺς εἶ­πα ὅ­τι θὰ με­λε­τή­σει τὴν ἐρ­γα­σί­α ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς τῆς Σει­ρᾶς μας καὶ θὰ τοὺς ἐ­νη­με­ρώ­σου­με σὲ ἕ­να πε­ρί­που μή­να. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σαν οἱ βο­η­θοὶ ὅ­τι θὰ προ­τι­μοῦ­σαν μιὰ ἀ­πάν­τη­ση σὲ δε­κα­πέν­τε το πο­λὺ ἡ­μέ­ρες. Δὲν ἔ­χουν μου λέ­νε πε­ρι­θώ­ρι­ο γιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­να­μο­νή. Εἶ­πα, «κα­λά, θὰ κά­νω ὅ,­τι εἶ­ναι δυ­να­τόν.» Μοῦ πα­ρέ­δω­σαν τὸ ἔρ­γο τους καὶ ἀ­πῆλ­θαν. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἔ­δω­σα τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο στὸν Κον­δύ­λη. Σὲ μί­α ἑ­βδο­μά­δα μου τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε. Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Θυ­μή­θη­κα τὶς δι­ορ­θω­μέ­νες μὲ κόκ­κι­νο στυ­λὸ κα­κὲς ἐκ­θέ­σεις τοῦ φι­λο­λό­γου μου στὸ γυ­μνά­σι­ο. Πα­ρα­θέ­τω μιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ κα­θη­γη­τῆ μας σὲ κα­κὴ ἔκ­θε­ση συμ­μα­θη­τή. «Ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν εἶ­χες πρό­λο­γο καὶ ἐ­πί­λο­γο καὶ ὅ­τι ἤ­σουν ἐ­κτὸς θέ­μα­τος, προ­σέ­τι ἡ ἔκ­θε­σίς σου βρί­θει γραμ­μα­τι­κῶν καὶ συν­τα­κτι­κῶν λα­θῶν. Ἕ­να (1)» (Μὲ ἄ­ρι­στά το 20).

Με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ Κον­δύ­λη ποὺ θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου κα­θη­γη­τῆ. «Ἀ­δό­κι­μη ἔκ­φρα­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «πολ­λα­πλὴ ἐ­πα­νά­λη­ψις», «λα­θε­μέ­νη πα­ρά­θε­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης προ­σέγ­γι­σης θὰ συμ­φω­νοῦ­σε μὲ τὴν πα­ροῦ­σα κα­τα­χώ­ρη­ση ἄ­νευ τῆς ἔγ­γρα­φης ἀ­δεί­ας του…», «αὐ­θαί­ρε­τη εἰ­κα­σί­α» κ.α. κ.α. κ.α… Τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο ὁ­λό­κλη­ρο κα­τα­κόκ­κι­νο. Στὴν πρώ­τη σε­λί­δα μὲ κόκ­κι­να κε­φα­λαί­α γράμ­μα­τα: «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ!» Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­τρε­πτὸ τέ­τοια ἔρ­γα νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν πα­νε­πι­στη­μι­α­κὰ συγ­γράμ­μα­τα. Τὸ μι­σὸ ἔρ­γο κλεμ­μέ­νο ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες ἑλ­λη­νι­κὲς καὶ ξέ­νες ἐκ­δό­σεις, ἀ­πα­ρά­δε­κτες πα­ρα­δο­χὲς καὶ πλῆ­θος ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φι­ῶν. Εἶ­πα στὸν Κον­δύ­λη ὅ­τι θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σου­με πὼς τὸ ἔρ­γο δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρὰ χω­ρὶς κα­μι­ὰ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξή­γη­ση καὶ δι­και­ο­λο­γί­α. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σε κο­φτά: «ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς πρέ­πει νὰ ξέ­ρει πὼς ἐ­μεῖς ξέ­ρου­με!»

[…]

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΟΥΖΑΚΗΣ

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

Πωλ Γκότφριντ, Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο απαρχαιωμένος συντηρητισμός

Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο απαρχαιωμένος συντηρητισμός

του ΠΩΛ ΓΚΟΤΦΡΙΝΤ

(Μτφρ.: Γιώργος Καλογερόπουλος)

(περισσότερα…)

Κυκλοφόρησε!

Ἀφιέρωμα: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Πολιτικὴ καὶ Φιλοσοφία

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
‒ Παναγιώτης Κονδύλης, [Οἱ θεοὶ τοῦ Ὁμήρου καὶ ἡ ἠθική]
(ἀνέκδοτο σημείωμα ἀπὸ τὰ κατάλοιπα, μεταγραφή – ἐπιμέλεια: Κώστας Κουτσουρέλης)
‒ Παναγιώτης Κονδύλης, Φίλιππου Ἠλιοῦ ἐγκώμιον (τὸ τελευταῖο, ἀθησαύριστο στὶς κονδυλικὲς ἐκδόσεις, ἑλληνικὸ ἄρθρο τοῦ συγγραφέα)
‒ Μανώλης Μπουζάκης, Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα
‒ Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ ὑπεροψία
‒ Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτικὴ παραδοσιολατρεία καὶ εὐρωφιλικὸς παρασιτισμός: Ἡ παρακμὴ ὡς ἐθνικὴ ἑνότητα
‒ Κώστας Ι. Μελᾶς, Ἡ οἰκονομία στὴν προβληματικὴ τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη: Ἡ περίπτωση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης
‒ Ἰωάννα Τσιβάκου, Ἡ ἰδέα τοῦ ἔθνους στὸν Παναγιώτη Κονδύλη
‒ Κώστας Κουτσουρέλης, Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης καὶ ὁ 21ος αιώνας
‒ Παναγιώτα Βάσση, Στοχασμοὶ γιὰ τὴ μαζικὴ δημοκρατία στὸν Παναγιώτη Κονδύλη καὶ τὸν Κώστα Παπαϊωάννου
‒ Σωτήρης Γουνελᾶς, Ὁ Μάρξ, ὁ Κονδύλης καὶ ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα
‒ Γιῶργος Ξηροπαΐδης, Εἶναι πρὸς θάνατο: Κονδύλης καὶ Χάϊντεγγερ, μιὰ κριτικὴ θεώρηση
‒ π. Εὐάγγελος Γκανᾶς, Κράτος καὶ Ἐκκλησία, ἱστορία καὶ προοπτικὲς μιᾶς περίπλοκης σχέσης: Σχόλια ὑπὸ τὴν προοπτικὴ τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη
‒ Πέτρος Πολυμένης, Διαθλάσεις τοῦ ἡδονισμοῦ

Ἐπίσης:

Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α

‒ Γιάννης Πατίλης, Σονέτα μὲ σημαία εὐκαιρίας
‒ W. H. Auden, Τέχνη ἡ συγγραφική [μτφρ. Ἕλενα Σταγκουράκη]
‒ Μαρίνος Πουργούρης, Ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἀλμπὲρ Καμὺ στὴ διαμόρφωση τῆς θεωρίας τῶν ἀναλογιῶν τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη
‒ Δημήτρης Καρακίτσος, Ἀγριόχηνες
‒ Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση. Ἑπτὰ ποιήματα καὶ ἕνα θραῦσμα [μτφρ. Γιῶργος Ἀποσκίτης]
‒ Θωμᾶς Ἰωάννου, Δύο ποιήματα
‒ Δήμητρα Δημητρίου, Τὸ τραγούδι τῆς πράσινης ἰτιᾶς
‒ Αὐγὴ Λίλλη, Πέντε ποιήματα
‒ Λάμπρος Λαρέλης, Λιμερίκια μπινελίκια
~.~
Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ
‒ Στιχάκιας, Δελτίο τύπου
‒ Φώτης Δοῦσος, Τὸ συγγραφικὸ ἀδιέξοδο τοῦ Στρατῆ Τσίρκα
‒ Μύρων Ζαχαράκης, Ὁ Λίππμαν, ὁ Μπέρνεϋς καὶ ἡ διαμόρφωση τῆς κοινῆς γνώμης στὶς σύγχρονες δημοκρατίες
‒ Εὐσταθία Δήμου, Ποιητικὴ περιπλάνηση σὲ ἀν(οίκειους) τόπους [Ζωῆς Σαμαρᾶ, Ἐν ξένῃ γῇ. Ἐπιλεγμένα ποιήματα]
‒ Θεώνη Κοτίνη, Ἀτέλειωτος πόλεμος [Φώτη Σταθόπουλου, Χάνονται στὸ χιόνι]
‒ Κωστούλα Μάκη, Γιὰ μιὰ λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας [Νικήτα Σινιόσογλου, Λεωφόρος Νάτο]
‒ Κωστούλα Μάκη, Μιὰ ἰσορροπημένη πληθωρικὴ βιογραφία [Nick Henck, Subcomandante MarcosΒιογραφία]
‒ Παναγιώτης Νικολαΐδης, Τὸ πληγωμένο πρόσωπο τῆς Μήδειας [Δήμητρας Κουβάτα, Καθαρὸ οἰνόπνευμα]
‒ Θανάσης Γαλανάκης, Εἰκοσικάτηδες-σακάτηδες μὲ μνημηγγίτιδα
‒ Στέφανος Γιονᾶς, Ἡ νύστα τοῦ Μαραμπού
~.~
Στοὺς Τ Ε Ν Ε Κ Ε Δ Ε Ν Ι Ο Υ Σ  Σ Ι Δ Η Ρ Ο Δ Ρ Ο Μ Ο Υ Σ, ὁ Ἠλίας Μαλεβίτης γράφει γιὰ τοὺς Κυκλῶνες τοῦ Καββαδία καὶ κάποιες ἄλλες, παλιὲς περιδινήσεις.

Οἱ διορθώσεις τοῦ τεύχους ἔγιναν ἀπὸ τοὺς Πάνο Γιαλελῆ καὶ Ἠλία Μαλεβίτη.

Στέλιος Ράμφος, Γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη

Ράμφος        282_kondilis_panagiotis

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς. Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;

Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!

Πρώτη δημοσίευση 6. 5. 2015

[Σημείωση ΝΠ της 6.5.2015: Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ καινούργιο βιβλίο τοῦ Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ ποὺ θὰ κυκλοφορήσει προσεχῶς ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἁρμός. Ἀπὸ τὸν ἐκτενέστατο (120 σελίδων) καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης διάλογο τοῦ Ράμφου μὲ ὀμάδα συγγραφέων ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα πέρσι τὸν Ὁκτώβρη. Τὴν πρωτοβουλία τῆς συνάντησης εἶχε ὁ Γιῶργος Θ. Χατζηιακώβου, ἐκδότης τοῦ Ἁρμοῦ. Ἀπὸ τὸ ΝΠ, μετεῖχαν ὁ Κωνσταντῖνος Πουλῆς καὶ ὁ Κώστας Κουτσουρέλης.]

Η ευρισκομένη εν απορία ελληνική κοινωνία

~.~

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

Η χώρα Ελλάδα, νοούμενη ως όλον, δηλαδή πολιτικό σύστημα, κοινωνία, οικονομία και πολιτισμός, βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο αλληλεξαρτώμενες πραγματικότητες, αλλά και με σαφείς ιδιαιτερότητες που επιτρέπουν τη σχετική αυτονόμηση της μιας από την άλλη. Η πρώτη πραγματικότητα συνίσταται στο διεθνές-ευρωπαϊκό περιβάλλον στο οποίο ευρίσκεται ενταγμένη η ελληνική κοινωνία. Η δεύτερη αφορά στις εγχώριες εξελίξεις οι οποίες σαφώς επηρεάζονται από την πρώτη αλλά και από τις ιδιαιτερότητες της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.

Θεωρούμε ότι η πρώτη πραγματικότητα συνιστά μια “νέα” ιστορική εποχή με σαφή χαρακτηριστικά που όλο και περισσότερο εμπεδώνεται στο διεθνές περιβάλλον αποτελώντας πλέων το κυρίαρχο ισχύον υπόδειγμα. Συνεπώς δεν είναι πρέπον να χρησιμοποιήσουμε την έννοια “της κρίσεως”, προκειμένου να περιγράψουμε τη δεδομένη πραγματικότητα. Πρόκειται για την εγκαθίδρυση μιας νέας πραγματικότητας.

(περισσότερα…)