Ωδή στο Café Degenhardt

*

Ωδή στο Café Degenhardt

Κοινωνία της διασκέδασης, της καλοπέρασης
Σ’ αυτήν ανήκω εγώ
Κι ολόκληρη η γενιά μου
Είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι
Τις μέρες μας έχουμε ζήσει σε τέτοια καφέ
Με μοντέρνα διακόσμηση
Που κρατάνε στοιχεία από τα παλιά
Δεκαετίας ’70 σαν εκείνα
Που ήξερα στη Φωκίωνος Νέγρη
Στην πατρίδα μου Αθήνα
Τα ζαχαροπλαστεία της Πλατείας Βικτωρίας
Ή του Κολωνακίου
Το Café Degenhardt δεν είναι
από τ’ αγαπημένα μου εδώ
στην πόλη που με φιλοξένησε καιρό
Δεν είναι αξιοπρόσεκτο σαν το Maldaner
Το ιστορικό κι αριστοκρατικό
Δεν είναι πρώτο στην καρδιά μου σαν το Blum
Αλλά έχω αφήσει ωραίες στιγμές
Στο Café Degenhardt
Στα καθίσματά του, στα τραπέζια του
Στα πιάτα και τα φλυτζάνια του (περισσότερα…)

«Το τραγικόν ειδύλλιον δύο ποιητών» [2/3]

*

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

[ Συνέχεια από το πρώτο μέρος ]

~.~

Εφημερίς ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Σάββατον, 13 Φεβρουαρίου 1932

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟΝ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΔΥΟ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΟΥΛΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΟΣ

Ούτε και χθες υπήρχε καμμιά πληροφορία σχετικώς με τον εξαφανισθεντα ποιητήν κ. Βαφόπουλον. Η δ)νίς Ανθούλα Σταθοπούλου προσήλθε μόνον εις τα γραφεία μας και με σπαραγμόν ψυχής μας είπε τα εξής:

— Τίποτε ακόμη και από πουθενά καμμιά πληροφορία. Ίσως να πήγε στο Άγιον Όρος. Το πιθανότερο είναι αυτό! Ήταν ένας άνανδρος… Φέρθηκε ελεεινά. Αγαπιούμασταν με έναν ξεχωριστό τρόπο. Δεν ήταν έρωτας αυτός. Ήταν μια σωστή φρενοπάθεια. Έσκυβε να μου φιλήση το χέρι και κατέληγε σε δάγκωμα. Ξεύρω πως μ’ αγαπά και πως μια μέρα θα γυρίση. Αχ… αν γυρίση.

Είχεν ένα σφύριγμα στην φωνή της. Τα παράξενα γαλανά μάτια της, απ’ τα οποία ξαφνικά ανέβλυζαν δάκρυα και ξέφευγαν αστραπές, έδειχναν όλη την τρικυμίαν της ψυχής της, την καταιγίδα που είναι έτοιμη να ξεσπάση.

— Ας είναι, συνεχίζει, η ιστορία αυτή δεν θάχη φοβερό τέλος γι’ αυτόν. Εγώ θα πεθάνω, να ιδήτε. Όλα έχουν κάποιο τέλος. Και η δική μου περιπέτεια ασφαλώς θα τελειώση, ασφαλώς αλλά μ’ έναν τρόπο… θα ιδήτε… α! μια στιγμή! Κάποια εφημερίδα έγραψε πως ντύθηκα στα μαύρα μια και τον έχασα. Όχι. Πενθώ το χαμό της αδελφής μου που έγινε τώρα και δυο-τρεις μήνες. Και τι δεν έχω να πενθήσω εγώ; Το σπίτι μου σαρώθηκε. Δέκα χρόνια τώρα όλο και γκρεμίζονταν. Πέθανε η μαμά, ο αδελφός, η αδελφή μου. Το σπίτι μας ρήμαξεν. Όλο πτώματα γύρω και ρημάδια. Τάφοι και μαύρα ρούχα. Κάπου, κάπου μια ώρα χαράς και ύστερα μέρες, μήνες, χρόνια θλίψης. Ζω μέσα σε μια βαθύτατη οδύνη!

Έφυγε. Αργά. Με βήμα σταθερό. Τα μάτια της ήταν στεγνά. Τα χείλη σφιγμένα.

— Αχ, αν γύριζε!

Κι είχεν έναν τόσο παράξενον τόνο στη φωνή της, τόσο παράξενο…

*

* (περισσότερα…)

Ξέχωρο

*

Είμαι χωριό στη μέση του βουνού· μήδε στη ρίζα του και μήδε στην κορφή του· μακρά ’πο θάλασσες και κάμπους: ξέχωρο, ατάιστο, απότιστο, αφρόντιστο. Λίγοι κατοίκοι· παλιά τα σπίτια· πέτρα στην πέτρα, δίχως λάσπη και ασβέστη· στο λάκκο όξ’ απ’ τα σπίτια τους αποπατούν οι ανθρώποι: κάθε θαμνί κι ένα κουράδι. Με κάτουρο ανθούν οι ασπαλάθοι. Λίγοι με ξέρουν· ούτε κι οι κοντοχωριανοί (ανάθεμά κι αν μ’ έχει χάρτης)· λίγοι κατοίκοι.

Και μια το χρόνο, δυο το χρόνο γίνεται κάποιος τους διάσημος, αφίσα και νεκρόσημο· ψηλά στην άκρη μου και το νεκροταφείο. Κι έχουν νεκροί και ζωντανοί την ίδια κούφια και απέραστη ζωή· ένα το καφενείο, δύο οι τράπουλες, τρία τα τάβλια.

Δεκαπενταύγουστό ’χουμε μία πανήγυρη κι αυτό είν’ όλο. Βάνουν οι ανθρώποι ρεφενέ τα λίγα ζα τους, τα τυριά τους, τα κρασά τους, βγαίνει στη μέση ένας λυράρης ξενομπάτης και δυο πάσα, κι εκεί γλεντάνε τη χαρά και τον καημό ότι δεν έχουνε καημούς ούτε χαρές.

Δέκα ελιές στην κατηφόρα δίνουν λάδι στους ανθρώπους, πέντε οζά το κρέας τους, δυο κότες το αυγό τους, ένα πηγάδι το νερό, κι εκείνο αποθαμένο, βουλισμένο.

Στις δυο του μήνα έρχετ’ ο γύφτος με ντουντούκα και δυο κιλίμια, ένα λεμόνι, μια καρπούζα.

Την κάθε μέρα ίδιες φάτσες, ίδιες φάτσες βλέπονται, βρίζονται, γελούνε, καλημερίζονται, καληνυχτίζονται, μιλούνε· παίζουν πρέφα. Στον πόλεμο εδώσανε το αίμα τους· πλέρωσα με κατοίκους μου το αίμα το πεταμένο: μήδε μνημείο τως εφτιάξανε· και όλοι οι τάφοι φτωχικοί: μια πλάκα από το σπλάχνο του βουνού, ένα ’νοματεπώνυμο, καμία μαντινάδα.

Ούτε μουσεία έχει εδώ, ούτε συλλόγους, ούτε ήρωες: ένα σχολειό κι αυτό μικρό, κι αυτό λειψό κι ερειπωμένο. Αριά και που έρχετ’ ο δάσκαλος να τον πετροβολήσουν τα παιδιά, και τον σβερκώνουνε οι γρες (αφού κατέχει και διαβάζει) κι ανοίγει το ξωκλήσι. (Πέτρα στην πέτρα και αυτό, κι έχει το χώμα του σκαφτό και πατημένο). Απέ τού δίδουν μια μαγκούρα, μια φεσάρα, ένα καρβέλι και κρασί, και βάνουν τον να κοινωνά μ’ έναν Ονειροκρίτη· ύστερα κάμουν το σταυρό τους, ανάφτουν κι απο ’να κλαράκι (κεριά δεν έχει η εκκλησιά) και πάνε στις δουλειές τους· ολημερίς ξεχορταριάζουνε, φυτεύουνε τους δέκα σπόρους, τους μαζώνουνε, κι ολοχρονίς πεινούνε και διψούνε· δε μιλούνε· μόν’ περιμένουν να περάσει η ζωή ως περιμένεις λίγη ώρα να περάσει.

Δεν έχω το χωριό κανέν’ ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, να με παινέψουν ποιητάδες κι επιστήμονες, να πουν για το φιλότιμό μου, για το φίλεμα, το χώμα και την πλάση που αναδίδω· αξία δεν έχω ποιητική: κανείς για να με θυμηθεί, κανείς να με ξεχάσει: γκρίζο τοπίο, γκρίζα ζωή· ούτε και μαύρη για να πεις πως πήρε χρώμα, ούτε και άσπρη για να πεις θα ξαποστάσω.

Είμαι χωριό σαν τις γριές του: ξεδόντιαστες, ολόσκυφτες, με χίλιους δέκα πόνους σιγανούς κι αξομολόγητους· μόνο να τρώω και να πίνω -κι αν βρω να φάω και να πιω-, να κατουρώ και να κοιμούμαι, μ’ ένα εικόνισμα μικρό και μιαν αυλή να τη σκουπίζω κάθε μέρα, κι ας είν’ η σκόνη ανύπαρκτη αφού αέρας δε φυσά να τη χορέψει· μονάχα ήλιος και βροχή – κι αυτά στην ώρα τους· καμία έκπληξη, καμία έκπληξη.

Έτσι αφόρητο, βαρύ, σαν τη βαριά και την αφόρετη ζωή των χωριανών είμαι κι εγώ· αξία ποιητική καμιά, αξία ζωντανή καμιά (μήδε κι αξία ποθαμένη):

βάρος.

ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ

*

*

*

H διαπλοκή αθλήματος και ζωής

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Για να κάνουμε μιαν, αναπόφευκτα κοινότοπη, θεματική εισαγωγή: το τένις εμφανίζεται ως θέμα στον κινηματογράφο σε διαφορετικές ταινίες έχοντας διαφορετική αισθητική θέση: δεν είναι, βέβαια, τόσο συχνό όσο αθλήματα όπως η πυγμαχία, ίσως επειδή σε σύγκριση με αυτήν την τελευταία, για παράδειγμα, είναι κάπως αντικινηματογραφικό: οι δύο αντίπαλοι έχουν μιαν απόσταση μεταξύ τους, οι κινήσεις τους δεν παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, η κάμερα αναγκάζεται σε συνεχείς εναλλαγές που είναι μοιραίο να κουράζουν τους θεατές της ταινίας (πολλώ μάλλον τους «πραγματικούς» θεατές της φιλμικής υπόθεσης), το μπαλάκι και η πορεία του, που κρίνουν τον αγώνα, δεν είναι πάντα εύκολο να γίνουν αντιληπτά, λόγω μεγέθους και ταχύτητας, και να δημιουργήσουν έτσι την αντίστοιχη αγωνία για την έκβαση του αγώνα. Από την άλλη, το τένις είναι ένα άθλημα ατομικό, που φέρνει αντιμέτωπους μετωπικά δύο αντιπάλους που έχουν ως άμεσο στόχο την επικράτηση, χωρίς δυνατότητα ισόπαλης έκβασης του αγώνα. Από αυτήν την ευθεία αναμέτρηση δυνάμεων μπορούν να αντληθούν ποικίλες δραματουργικές αντιθέσεις, όχι, βέβαια, μόνο αγωνιστικού ενδιαφέροντος αλλά και με προεκτάσεις εκτός τεραίν, οι οποίες είναι εκείνες που είναι δραματουργικά αξιοποιήσιμες.

Κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα μπορούν να έχουν εδώ θέση επεξήγησης: ο πρωταγωνιστής στον Άγνωστο του εξπρές του Χίτσκοκ είναι ένας διάσημος τενίστας. Εκείνο που διακυβεύεται όταν εμπλέκεται άθελά του (;) στην υπόθεση ανταλλαγής θυμάτων είναι και η υπόληψή του ως τενίστα. Ο σκηνοθέτης μάς τον δείχνει στο τεραίν, ενώ ταυτόχρονα η τύχη του παίζεται εκτός αυτού, όταν ο άνθρωπος που τον ενέπλεξε προσπαθεί να τον εκβιάσει και να τον ενοχοποιήσει. Κάνοντας μια παραδειγματική χρήση του παράλληλου μοντάζ, ο Χίτσκοκ μάς δείχνει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ του αγώνα και της ζωής, όταν αυτή η τελευταία και οι κίνδυνοι που εγκυμονεί τείνουν να ανατρέψουν την ισορροπία μεταξύ των δύο «πεδίων» αγώνα και να οδηγήσουν αμφότερα στην καταστροφή. Στο Μπλόου-απ του Μικελάντζελο Αντονιόνι η περίφημη σκηνή του τέλους, με μια ομάδα ελευθεριακών νεαρών να παίζουν εικονικά, χωρίς ρακέτα και μπαλάκι, και να εισάγουν μέσα στον πλασματικό τους κόσμο τον πρωταγωνιστή (Νταίηβιντ Χέμινγκς), το τένις έχει μια καθαρά συμβολική σημασία που ανακατευθύνει την ιστορία της ταινίας και το νόημα του μυθοπλαστικού της κόσμου: το μυστήριο που προσπαθούσε να εξηγήσει ο φωτογράφος ήρωας αποδεικνύεται άλυτο και μάταιο να φωτιστεί σε έναν κόσμο όπου επικρατεί η πλασματικότητα της εικόνας και η καταναγκαστική εσωτερίκευσή της. Από την άλλη, στο Ματς-πόιντ του Γούντυ Άλλεν το τένις είναι απλώς ένα ντεκόρ, μετωνυμία μιας κοινωνικής τάξης μέσα στην οποία πρέπει να ανελιχθεί και να εξελιχθεί κοινωνικά ο κατώτερης κοινωνικής καταγωγής ήρωας, ένα παιχνίδι που οι κανόνες του έχουν ευθείες αναλογίες με τις τροπές της μοίρας και της αντικειμενικής ζωής, ένα πεδίο αναμέτρησης δυνάμεων των κοινωνικών δρώντων. Στο Μπoργκ εναντίον Μακενρό το άθλημα παρουσιάζεται με την κατ’ εξοχήν αγωνιστική του όψη, ενώ οι κοινωνικοί παραλληλισμοί είναι μόνο έμμεσοι. Η ταινία τεκμηριώνει τρόπον τινά την περίφημη αναμέτρηση δύο διασημοτήτων του χώρου που το παθιασμένο ενδιαφέρον το οποίο προκάλεσαν δεν οφείλεται‒ κι εδώ‒ μόνο σε καθαρά αγωνιστικούς λόγους αλλά αφορά στην αντιπαλότητα δύο χαρακτήρων και στη συμβολική διάσταση που πήρε αυτή εντός της σφαίρας του αθλητικού «σχολιασμού». (περισσότερα…)

Plage d’Εurope και άλλα σονέτα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Ἀπὸ κοντὰ ἡ Καταστροφὴ σοῦ μοιάζει.
Χαμογελάει μ’ εὐγένεια, σοῦ εἶναι συμπαθής.
Δικαιολογεῖται, κόπτεται, μορφάζει :
«Ἐγὼ ; Ὄχι βέβαια ! Οἱ συνθῆκες οἱ ἐπαχθεῖς . . . »

Συχνὰ σοῦ ὁρκίζεται. Μὲ ὕφος καμικάζι
ποὺ θυσιάστηκε, ἀπαιτεῖ νὰ τῆς σταθεῖς :
«Τῆς μηχανῆς ἤμουν ἐγὼ τὸ τελευταῖο γρανάζι !
Κι ὁ θάνατος ; Ἀπὸ καιρὸ προαναγγελθείς . . . »

Ἀπό κοντὰ ἡ Καταστροφὴ σοῦ μοιάζει.
Μιλάει τὴ γλώσσα τῆς βλακείας φαρσί.
Πιστεύει στ’ ἄστρα, παραμύθια ἀναχαράζει,

ἔχει ἕνα βλέμμα τόσο ἀθῶο καὶ θρασύ . . .
Εἶναι γιὰ λύπηση – κι ὡστόσο σ’ ἀηδιάζει.
Ἀπό κοντὰ ἡ Καταστροφὴ εἶσαι Ἐσύ.

2012

~.~ (περισσότερα…)

Ανατομία της ματαιότητας

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Κάθε απόπειρα εξωραϊσμού της ζωής είναι μασκάρεμα. Όλες οι καθιερωμένες δράσεις ισοδυναμούν με λήθη και απώθηση, νάρκωση και αποχαύνωση. Βιασύνη, άγχος, ιδρώτας, λαχάνιασμα, κόπωση, μίμηση, φιλοδοξίες, σχέδια, στόχοι: συμπτώματα μιας συλλογικής υστερίας που βυθίζει το εγώ μας στην αυταπάτη μιας αδιατάρακτης μονιμότητας, το εθίζει σε μια τυπική διαχείριση της ζωής και το καθιστά ανίκανο να στοχαστεί με θάρρος τα βασικά δεδομένα της ύπαρξης. Όμως οι απωθημένες αλήθειες κάποτε φανερώνονται. Μπορεί η είδηση ενός ξαφνικού θανάτου ή η αποκάλυψη μιας τερματικής ασθένειας να μας θυμίσει το αναπότρεπτο. Ή μπορεί κάποιο βράδυ η κούραση να έχει ασυνήθιστη κατάληξη. Μπροστά στον καθρέφτη, το είδωλό μας μάς κοιτάζει περίεργα. Η μάσκα ξεθωριάζει, το κρανίο αποκαλύπτεται: σύμβολο της ματαιότητας, τελική μορφή του μέλλοντός μας, υπαινιγμός θανάτου που διαρκεί όσο και το κοίταγμα. Το ίδιο φευγαλέα είναι και τα ερωτήματα. Γιατί υπάρχουμε; Τι νόημα έχει τόση κούραση; Προς τι όλα αυτά αφού κάποτε θα πεθάνουμε; Ενοχλητικά ερωτήματα. Τα απωθούμε ξανά. Τα προσπερνάμε και συνεχίζουμε. Ξεγελάμε τον εαυτό μας και περιμένουμε.

~~~

Υπάρχω σημαίνει υποφέρω, υπομένω, περιμένω. Το τέλος γνωστό: δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Μόνο Ένας γλίτωσε αλλά το μυστικό το πήρε μαζί του. Ο άνθρωπος γεννιέται με τη σφραγίδα του θανάτου. Το επιχείρημα του σκελετού είναι ακλόνητο, όπως και το επιχείρημα της τέφρας. Άρα, κάθε ανθρώπινο εγχείρημα είναι μάταιο. Χιλιοειπωμένη και αυτονόητη, αυτή η παραδοχή δεν είναι απαισιόδοξη, είναι απλώς φυσιολογική. Και χρήσιμη. Όποιος την αποδέχεται ανεπιφύλακτα μπορεί να θεραπεύσει την ασθένεια της υπερβολικής σοβαρότητας που μας μετατρέπει σε γελοία θύματα της ματαιοδοξίας και της έπαρσης. Ίσως η μοναδική νίκη που μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος είναι να μη γίνει γελοίος, δηλαδή παράφορα και καταστροφικά σοβαρός. Μόνο όσοι δεν προσβάλλονται από την υστερία του ενθουσιασμού και της παθιασμένης σοβαρότητας διατηρούν πιθανότητες να κρατηθούν μακριά απ’ το κακό ή τουλάχιστον να αποφύγουν περιττά δράματα και ρεζιλίκια.

~~~

Βρήκα καταφύγιο στα βιβλία όπως άλλοι βρίσκουν καταφύγιο στο χρήμα, άλλοι στο αλκοόλ και άλλοι σε κάθε λογής εξαρτήσεις. Χρήσιμο ή καταστροφικό, κάθε στήριγμα έχει τη δική του ιστορία. Εύκολος τρόπος να εξηγήσουμε το πώς οικοδομεί ο καθένας τις αυταπάτες του δεν υπάρχει. (περισσότερα…)

Το νέο μουνί

*

του ΘΑΝΟΥ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Στην επίδειξη μόδας του Maison Margiela, που συνέλαβε ιδιοφυώς ο John Galliano και έλαβε χώρα κάτω από τη γέφυρα Alexandre III, στις 26 Ιανουαρίου, στο Παρίσι, εντός της μαύρης φαντασμαγορίας, στο αστραφτερό σκοτάδι προβάλλει το μουνί ενός μοντέλου –για όσους έχουν μάτια να το δουν, όχι να το δουν: είναι ένα μεγάλο μουνί, ένα μουνί ωραίο, υπέροχο, βαθύ, οδυνηρό, σαν πρόσωπο, πλούσιο σε τρίχωμα –έχει πολλά μαλλιά–, μια ιδέα μπλάβο, όπως τα νεογνά στη γέννα. Το μουνί αυτό είναι ένα νέο μουνί. Το νέο αυτό μουνί που βγήκε μαζί με το νέο φεγγάρι δεν είναι ένα μουνί που διατίθεται∙ ο μίσχος του ενώνει το φύλο και το άχθος: είναι ένα μουνί που θέλει να πεθάνεις αργά στην αυτοκρατορία του.

Λεπτομέρεια εικόνας από την επίδειξη μόδας του Maison Margiela.
Επεξεργασία: Νάντια Μεϊδάνη.

*

*

*

 

 

 

 

 

Go home! Γυρίστε σπίτια σας!

*

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα παράδοξο σύνθημα πλανάται πάνω από τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις: GO HOME! ΓΥΡΙΣΤΕ ΣΠΙΤΙΑ ΣΑΣ! Στόχος και παραλήπτης του είναι συνήθως είτε οι μετανάστες/πρόσφυγες είτε, πιο πρόσφατα, οι τουρίστες. Είναι ο μαζικός τουρισμός που βιώνεται στα πρώτα μεταπανδημικά χρόνια απλώς ένα φαινόμενο που γεννήθηκε από την πανδημία; Ή μήπως υπάρχει μια ουσιαστικότερη σύνδεση που κάνει τόσο τον υπερτουρισμό όσο και τη μετανάστευση να ανάγονται σε μια κοινή ρίζα; Κι αν ναι, ποια είναι αυτή;

Ακολουθώντας τον Πολωνό κοινωνιολόγο Ζίγκμουντ Μπάουμαν μπορούμε να συγκατανεύσουμε στο ότι πρόκειται για ανθρώπινες συνέπειες της παγκοσμιοποίησης. Στο ομότιτλο βιβλίο του αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη διάκριση ανάμεσα στον τουρίστα και τον πλάνητα, διάκριση που θεωρεί ότι ορίζει τη μετανεωτερική κοινωνία που χαρακτηρίζεται σε όλα τα επίπεδα, μπορεί να πει κανείς, από την κινητικότητα. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο τύπους, τον τουρίστα και τον πλάνητα, έγκειται στο ότι ο πρώτος μετακινείται εθελούσια ενώ ο δεύτερος εξαναγκάζεται λόγω των συνθηκών στις οποίες ζει[1]. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπάουμαν συγκαταλέγει ανάμεσα στους πλάνητες και τα θύματα του λεγόμενου «εξευγενισμού» των γειτονιών, gentrification επί το ελληνικότερο. Η στεγαστική κρίση που παρατηρείται αλλά και η αύξηση του κόστους διαβίωσης, φαινόμενα που πλήττουν κυρίως τους τοπικούς, μη μετακινούμενους, πληθυσμούς, είναι απότοκα του μαζικού τουρισμού. Οι πλάνητες, στοιβαγμένοι είτε σε νέες, φτηνότερες γειτονιές, είτε σε κέντρα φιλοξενίας (μεταναστών, προσφύγων, ηλικιωμένων) δένονται στον νέο τόπο τους, χωρίς επιλογή μετακίνησης, εκτός κι αν εκ νέου αναγκαστούν. Η δε σχέση των τουριστών με τους πλάνητες είναι μια αμφίδρομη σχέση μιας και

«Οι τουρίστες τρέμουν τους πλάνητες για τον ίδιο λόγο που οι πλάνητες έχουν τους τουρίστες ως γκουρού και είδωλα: στην κοινωνία των ταξιδιωτών ο τουρισμός και η αλητεία (vagrancy) είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος»[2]. (περισσότερα…)

«Στο μυαλό σου θα μπαινοβγαίνω»

*
Καθότι γνώστης, κύριε Σατί
είδατε μ’ έναν τόνο
πως αλλάζει η σημασία
ο ρυθμός, η μουσική.

Δονούνται μ’ άλλο τρόπο τα ηχεία
ρίχνεται αλλιώς το ζάρι στη σκηνή
παίρνουν με κάρβουνα σβηστά
φωτιά τα θεωρεία.

Τα, τα, τα, τα, τα, τα
κι άσε να μας φέρει ό,τι θέλει μετά.

Ερίκ, σας άρεσε αυτή η συνταγή;

Εσείς μιλούσατε
για νέα ευαισθησία
μοτίβο συνεχόμενο
και φόρμα κλασική.

Πόνος μην μας έρθει μακάρι
ο άνεμος για πού θα μας πάρει;

Κίνηση συνεχόμενη
φωνή και χειροκρότημα

Κι όλα αλλάζουν γύρω σου απότομα

Τι είναι στις μέρες μας
το πνεύμα, ποιητή;

Πώς θ’ απαντούσες στο ερώτημα

Σάττι ή Σατί;

ΕΙΡΗΝΗ ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ

*

*

*

 

 

Οι φοβέρες του Μακρόν

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Ο Μακρόν επαναλαμβάνει σε τακτά χρονικά διαστήματα την γνωστή πλέον θέση του για την αποστολή στρατευμάτων της Γαλλίας και άλλων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία, αλλά όσο περισσότερο την επαναλαμβάνει τόσο λιγότερο αξιόπιστη γίνεται. Μάλιστα αυτό που κυκλοφορεί υπό τύπον αστείου είναι ότι ο πρόεδρος Μακρόν ουσιαστικά καλεί τους άλλους συμμάχους της Ουκρανίας «να οπλιστούμε και να πάτε στον πόλεμο» και επίσης τους καλεί να πολεμήσουν τους Ρώσους μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό! Το αστείο υπό μίαν έννοια ακουμπά και σε μια αντικειμενική βάση δεδομένου ότι η Γαλλία έχει τη μικρότερη προσφορά βοήθειας[1] –πάσης φύσεως– προς την Ουκρανία…

Μεγαλοστομίες του Γάλλου προέδρου ο οποίος ξαφνικά έγινε ιέρακας; Κάθε πολιτική ρητορεία βέβαια έχει και την εξήγησή της: στην περίπτωση του Γάλλου προέδρου η βασική εξήγηση που δίνεται έχει να κάνει με την εκδίωξη των γαλλικών στρατευμάτων από την περιοχή του Σαχέλ –του Νίγηρα, του Μάλι και της Μπουρκίνα Φάσο– και η αντικατάστασή τους από είτε απευθείας από ρωσικές δυνάμεις, είτε μέσω της Wagner. Αυτή η «ταπείνωση» γίνεται αισθητή στο Μέγαρο των Ηλυσίων και ιδιαίτερα στον Μακρόν, ο οποίος, λένε οι αντίπαλοί του, έβλαψε τα εθνικά και επιχειρηματικά συμφέροντα της Γαλλίας στο εξωτερικό, και μάλιστα σε περιοχές οι οποίες παραδοσιακά βρίσκονταν στην επιρροή της.

Η δεύτερη εξήγηση της ρητορικής Μακρόν είναι ότι θέλει να χρησιμοποιήσει τον φόβο της ρωσικής απειλής για την Ευρώπη προκειμένου να βοηθήσει τη Γαλλία να αποκτήσει ηγετική θέση στην ηπειρωτική χώρα, ενισχυμένος από το γεγονός ότι μόνο το Παρίσι διαθέτει πυρηνικό αποτρεπτικό μέσο, ​​στοιχείο που σε ένα πλαίσιο στρατιωτικής αντιπαράθεσης με μια τεράστια ατομική δύναμη όπως η Ρωσία θεωρητικά έχει αναμφίβολα το βάρος του, αλλά ουσιαστικά ελάχιστο ή καθόλου σε πραγματικό συσχετισμό πυρηνικής ισχύος. (περισσότερα…)

Η απογραφή

*

Η βοηθός του γιατρού ήταν κατηγορηματική: πρέπει να εκτελέσετε τη συνταγή στο φαρμακείο του ΕΟΠΥΥ εντός του έτους. Άρα, σκέφτηκε επιστρέφοντας σπίτι, η μόνη μέρα που έχω είναι αύριο – ας ελπίσω ότι θα έχουν το φάρμακο. Πρωί πρωί έβαλε τα αθλητικά της, πήρε την τσάντα-ψυγείο για το φάρμακο και ξεκίνησε ευδιάθετη χάρη στην ανοιξιάτικη μέρα – τέλειωνε ο Δεκέμβρης και το θερμόμετρο δεν έδειχνε κάτω από 16ο. Ευτυχώς η Καλλιθέα ήταν κοντά, απόσταση που έκανε άνετα πεζή – κανονικά δεν θα ’βρισκε μεγάλη ουρά. Το φαρμακείο ήταν στη Δαβάκη, σε ένα άθλιο κτίριο, το οποίο είχε απέξω δύο παγκάκια για να κάθονται έξι από τους συνήθως είκοσι έως και σαράντα ανθρώπους που περίμεναν τη σειρά τους.

Πλησιάζοντας την παραξένεψε το γεγονός ότι δεν περίμενε κανείς ούτε όρθιος ούτε καθιστός, σημάδι ότι το φαρμακείο ήταν κλειστό. Όταν έφτασε απέξω διάβασε: Μεταφερθήκαμε Κολοκοτρώνη 146, Τζιτζιφιές. Θα ’χει πολύ κόσμο αλλά δεν γίνεται κι αλλιώς, το φάρμακο είναι απαραίτητο αν θέλει να διατηρήσει το φως της, αρκεί να το έχουν. Προσπαθώντας να είναι αισιόδοξη, αποφάσισε να περπατήσει ώς τις Τζιτζιφιές, για να νιώθει ότι δεν πάει αναγκαστικά αλλά για άσκηση.

Η διαδρομή αποδείχτηκε μεγαλύτερη από όσο περίμενε. Περπατούσε μία ώρα και πάλι είδε κι έπαθε να βρει το κτίριο. Αντίθετα από την τεράστια ουρά που περίμενε ότι θα βρει, κανείς δεν περίμενε και η πόρτα ήταν κλειστή με σιδεριά περίφρακτη. Έπρεπε να πλησιάσει πολύ κοντά και να βάλει τα γιαλιά της για να διαβάσει. Κλειστόν λόγω απογραφής, Απευθυνθείτε στο φαρμακείο του Ρέντη. Απίστευτο! Τι τους κόστιζε να βγάλουν ανακοίνωση ώστε να μην ταλαιπωρείται ο κόσμος… (περισσότερα…)

«Το τραγικόν ειδύλλιον δύο ποιητών» [1/3]

*

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

«Η Ανθούλα τώρα με γερμένο το κεφάλι της μιλούσε με το θάνατο. Στεκόμουν στη μέση της κάμαρας, τρελός μέσα στην απελπισία μου… Δεκάξι του μηνός Απριλίου, Αγάπης, Ειρήνης, Χιονίας μαρτύρων. Εν αγάπη μένε. Εν ειρήνη αναπαύσου. Λευκοτέρα χιόνος. Ένα πάθος είχε πεθάνει»  γράφει ο Γιώργος Βαφόπουλος όταν χάνει τον μεγάλο του έρωτα. Ο ποιητής πρωτογνωρίστηκε με την 15χρονη τότε Ανθούλα Σταθοπούλου το 1924. Όταν εκείνη, σύζυγός του πλέον, πεθαίνει από φυματίωση το 1935, είναι 26 ετών.

Η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου φοίτησε στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο και στη Γαλλική Σχολή Καλογραιών. Για σύντομο χρονικό διάστημα εργάστηκε στη Δημαρχία Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια στράφηκε στο θέατρο και γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου της Θεσσαλονίκης. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύσεις στίχων της σε λογοτεχνικά περιοδικά της συμπρωτεύουσας και της Αθήνας (Μακεδονικές Ημέρες, Νέα Αλήθεια, Νέα Εστία κ.α.). Το 1932 κυκλοφόρησε η πρώτη και μοναδική της ποιητική συλλογή με τίτλο Νύχτες αγρύπνιας, ενώ τα δύο έργα της για το θέατρο (Ντίνα Πέλλη και Την τελευταίαν στιγμή, γραμμένα το 1934) παραστάθηκαν από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη.

*

*

Ένα χρόνο μετά, με έξοδα του δήμου Θεσσαλονίκης και επιμέλεια του Γιώργου Βαφόπουλου, κυκλοφορεί η έκδοση Έργα με συγκεντρωμένα τα ποιήματα, τα διηγήματά και τα δύο θεατρικά της έργα. Στον πρόλογο της έκδοσης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γράφει:

Μα τώρα πάλι ρωτιέμαι: ποιος θα γνωρίσει έτσι την ψυχή της, ποιος θα διαβάσει τα έργα της, ποιος θα γνωρίσει την ψυχή της και δε θα την αγαπήσει σαν εμάς; (περισσότερα…)