Ερωτική νεορομαντική ποίηση

*

της ΕΛΣΑΣ ΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Μαρία Σύρρου,
Έτσι ελάχιστη,
Τύρφη, 2024

Στην εποχή μας, ένα μεγάλο μέρος αυτών που ασχολούνται με τη λογοτεχνία επιστρέφουν στο ρομαντικό αίτημα της αποκάθαρσης της τέχνης από το μη συγκινησιακό της περιεχόμενο. Κάνουν, δηλαδή, μια έμμεση ρομαντική κριτική στη νεωτερικότητα, ειδικά στην εργαλειοποίηση που τη χαρακτηρίζει, καθώς και στην τεχνολογική φρενίτιδα και τον θετικισμό που αποστερούν την καλλιτεχνική δημιουργία από το συναισθηματικό της περιεχόμενο και από την εστίαση στο υποκείμενο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο καταιγιστικά πλέον κυρίαρχος ορθολογισμός τείνει να δημιουργήσει τον μηχανοποιημένο νέο κόσμο, όχι μόνο στους χώρους της επιστήμης και της εργασίας, αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις και στην τέχνη, όλα γίνονται πράγματα αναλώσιμα που εξυπηρετούν τις ανάγκες της αγοράς.

Θεωρίες, τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όπως ο φορμαλισμός, η νέα κριτική και ο δομισμός, συνδέουν τη λογοτεχνία με τη γλώσσα καθαυτή, όχι με την κοινωνική συνθήκη και την έκφραση συναισθημάτων και προσωπικής αγωνίας που οφείλει να οδηγεί στη δημιουργία του έργου τέχνης. Η πραγματικότητα υπονομεύεται, κατά τον Τοντόρωφ, από τη γλωσσική ανοικείωση. Η δομή γίνεται το τι και το πώς της τέχνης, τα συναισθήματα, το καλλιτεχνικό υποκείμενο δείχνουν να αποσύρονται προς όφελος της φόρμας.

Σε πείσμα, ωστόσο, της εργαλειακής και εργαλειοποιητικής εποχής μας, των λογοτεχνικών θεωριών και της κυρίαρχης κριτικής, η λογοτεχνική παραγωγή του 20ού και του 21ου αιώνα προκύπτει κυρίως από τη βασανιστική ανάγκη των καλλιτεχνών να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους και τους άλλους και να μετουσιώσουν τα συναισθήματα, τους φόβους, τις ουτοπίες, τα οράματά τους, τις υπαρξιακές ανησυχίες τους, τα όνειρά τους, αναγνωρίζοντας ότι ζουν σε μια αδιέξοδη ιστορική στιγμή που η κοινωνική μηχανή τείνει να ισοπεδώσει την ανθρώπινη δυναμική. (περισσότερα…)

Παρμενίδης, Αποσπάσματα (Μετάφραση Βασίλης Κάλφας)

*

[ΠPOOIMIO]

B1

Οι φοράδες που με πάνε όσο μακριά ποθεί η ψυχή
με έφερναν, σαν μπήκαν στον δρόμο της θεάς τον ξακουστό,
που σε κάθε πόλη τον σοφό τον άνθρωπο οδηγεί.
Αυτόν τον δρόμο έπαιρνα· εκεί με πήγαιναν οι συνετές φοράδες
σέρνοντας το άρμα μου, και μπροστά τον δρόμο έδειχναν οι κόρες.
Και ο άξονας στις άκρες έβγαζε ήχο σφυριχτό
ανάβοντας, γιατί τον έσφιγγαν με δίνες διπλοί κύκλοι
και από τις δυο μεριές, όταν σπεύδαν να με σύρουν
οι κόρες του Ήλιου, ν’ αφήσουν τα δώματα της νύχτας
προς το φως τραβώντας τις καλύπτρες απ’ το κεφάλι.
Εκεί είναι οι πύλες για τους δρόμους της νύχτας και της μέρας·
ανώφλι και κατώφλι πέτρινο τις περικλείει·
ψηλά στον αιθέρα μεγάλα θυρόφυλλα τις κλείνουν,
και τα κλειδιά τα ταιριαστά η Δίκη η τιμωρός κρατά. (περισσότερα…)

Χριστουγεννιάτικα μαθήματα

*

Τέσσερα πράγματα που έμαθα από τη χθεσινή χριστουγεννιάτικη παράσταση στο σχολείο της 7χρονης κόρης μου:

Ότι η ελληνική παιδεία, όποιο περιεχόμενο κι αν δώσει κανείς στη λέξη, όποια ιδεολογική φόρτιση, είναι πασσέ, τελειωμένη υπόθεση. Σαράντα λέπτα στη σκηνή και δεν ακούστηκε ένα τραγούδι, ένα στίχος, μια μελωδία γηγενής, κοσμική ή εκκλησιαστική, δημοτική ή επώνυμη. Αλλά, αυτό είναι το ωραίο, ούτε και ευρωπαϊκή, η Άγια Νύχτα έστω της παλιάς Μεσευρώπης. Σαν να μη γιορτάσαμε ποτέ Χριστούγεννα σ’ αυτόν τον τόπο, σ’ αυτήν την ήπειρο… Όλα, απ΄ την αρχή ώς το τέλος ήταν αγγλόφωνα και αμερικάνικα, πολλά χωρίς καν σχέση με τα Χριστούγεννα – από τα γλυκερά χολλυγουντιανά χιτάκια της δεκαετίας του 1940 ώς κάτι ροκ και ποπ ακκόρντα, αναμνήσεις εφηβικές προφανώς της δασκάλας-σκηνοθέτιδος-συγγραφέως.

Ότι τα Χριστούγεννα δεν έχουν την παραμικρή πια σχέση με Χριστούς και φάτνες και Ηρώδηδες και θρησκείες και άλλα τέτοια παρωχημένα και αδιάφορα, ότι δεν έχουν σε τίποτε να κάνουν με τη διδαχή της αγάπης, της θυσίας, της προσφοράς, ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για την ειλικρίνεια των διδάχων. Ακόμη και η υπόθεση του «έργου» ήταν κι αυτή κλεμμένη κι αγύριστη αμερικανιά. Κι αν κόπιαρε, ας πούμε, το «Μια υπέροχη ζωή» του σπουδαίου Φρανκ Κάπρα, αριστούργημα που τιμά και το σινεμά και τον χριστιανισμό και την αμερικανική τέχνη, ποιος θα είχε αντίρρηση; Όχι! Κάποιος κακός θέλει να καταργήσει τα Χριστούγεννα και τα παιδιά κινδυνεύουν να χάσουν τα ρεγάλα, αυτό ήταν το στόρυ. Έννοείται ότι η τρομερή απειλή απεφεύχθη: κανείς δεν θα στερηθεί τα ψώνια του, τα πολυκαταστήματα δεν θα χάσουν πελάτη. (περισσότερα…)

Α, εκείνες οι συμμορίες του παλιού καιρού!

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Πέρα από τις επικές, κάπως μεγαλομανείς, διεισδύσεις του Φράνσις Φορντ Κόππολα στα εντόσθια της αμερικανικής ιστορίας και κοινωνίας, υπάρχει κι ένας «ελάσσων» Κόππολα, ακαταμάχητα πειστικός και εξίσου, αν όχι περισσότερο, αισθητικά ειλικρινής από τον πρώτο. Υπάρχουν οι Νονοί, η Αποκάλυψη, που συνήθως θεωρούνται τα δυνατά χαρτιά της φιλμογραφικής του πρόκλησης, υπάρχουν όμως και ταινίες όπως Η συνομιλία, όπως Οι άνθρωποι της Βροχής, όπως το Μια μέρα ένας έρωτας, όπως ο Αταίριαστος, που ακολουθούν μια άλλου είδους «καταγραφή», πετώντας χαμηλότερα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, μακριά από τον ελικοφόρο βόμβο των στρατιωτικών ελικοπτέρων ή τους αιμάτινους πίδακες των πατριαρχικών δομών της ιταλικής παροικίας. Κριτικοί και κοινό έβλεπαν πολλές φορές τις δεύτερες αυτές ταινίες να επιβιώνουν χάρη στον τοκισμό τους από τις πρώτες, ως ένα συμπαθητικό πάρεργο ενός μεγαλόπνοου δημιουργικού ειρμού, ως την απαραίτητη κάμψη του δημιουργού που θα του έδινε τη φορά για ακόμη περισσότερο υψιπετείς επιτεύξεις.

Στον ανανεωμένο και αναβαπτισθέντα κινηματογράφο Cinobo Πατησίων (τον πρώην «Αλεξάνδρα» δηλαδή) είχαμε την ευκαιρία να δούμε συγκεντρωμένες κάποιες από τις δεύτερες αυτές ταινίες του Κόππολα, αλλά και να τις συγκρίνουμε με τις πρώτες. Είναι όντως μια χαρά για τον θεατή τούτη η συνύπαρξη και η δυνατότητα συγχρονικής αντιπαραβολής και δεν μπορούμε παρά να είμαστε ευγνώμονες στους υπεύθυνους του ιστορικού κινηματογράφου. Ομολογουμένως, μια τέτοια παρουσίαση θα έπρεπε να είναι καθήκον της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, όπως γίνεται σε κάθε ευρωπαϊκή πόλη, όπου οι ταινίες δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως πρόσχημα για την κατανάλωση ποπ-κορν, αλλά επένδυση του ανθρώπινου δημιουργικού νου. Μέχρι να ξυπνήσουν οι κρατικοί φορείς και να αποκτήσουμε μια σοβαρή κρατική κινηματογραφική πολιτική, ας χαρούμε, λοιπόν, και ας στηρίξουμε προπαντός την ιδιωτική πρωτοβουλία τού κατά κόσμον πλέον «Cinobo Πατησίων».

Aς αφήσουμε, λοιπόν, τη γειωμένη εκδοχή του road movie (πριν ακόμη το είδος προσβληθεί από τους αυτοαναφορικούς ακκισμούς του), στο Οι άνθρωποι της βροχής, όσο και τους συνταρακτικούς τόνους τής, τόσο υποτιμημένης, Σίρλεϋ Νάιτ, και του αναπάντεχης εσωτερικής υποκριτικής λιτότητας Τζαίημς Κάαν, παρά τη χαρά μας ότι τους ανακαλύπτουμε εκ νέου, και ας εστιάσουμε ειδικά στον Αταίριαστο (Rumblefish, 1983). (περισσότερα…)

Ἀνθρωποτροφεῖο

*

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Όταν περνάμε απ’ τις Σειρήνες
να μη με δέσετε στο κατάρτι.
Πώς να με ξελογιάσει το τραγούδι
που δεν τραγουδήθηκε για μένα;

///

ΕΠΑΙΤΕΙΑ

Έμεινε άπλυτος πολλές εβδομάδες
κουρέλιασε τα ρούχα του
άφησε καιρό τις κάλτσες του
στις φωλιές των τρωκτικών.
Δε βγήκε έξω να ζητιανέψει
ήθελε, όμως, έστω για μια φορά
να νιώσουν γι’ αυτόν οι άνθρωποι
ό,τι είχε μέσα του για κείνους.

///

(περισσότερα…)

Μικρό γλωσσάρι της συριακής επικαιρότητας

*

Το τέμενος των Ουμαγιάντ, και ξανά-μανά το τέμενος των Ουμαγιάντ

Το τζαμί των Ομεϋαδών (Ουμεγιαδών), της πρώτης αραβικής δυναστείας που εγκαθιδρύθηκε με την αραβική κατάκτηση των ανατολικών επαρχιών της ρωμαϊκής (βυζαντινής αυτοκρατορίας) τον 7ο αιώνα και κράτησε μέχρι το 750, στη Δαμασκό. Το όνομά τους (Μπανού Ουμάγια) προέρχεται από το όνομα μιας οικογένειας-φατρίας εντός της φυλής των Κουραϊσιτών της Αραβίας. Αυτοί και οικοδόμησαν το τζαμί κι έδωσαν την ονομασία τους σε αυτό, η δε σημερινή του μορφή κρατά από τις αρχές του 8ου αιώνα, καθιστώντας το μάλλον το παλαιότερο σωζόμενο ως σήμερα τζαμί. Εμπρός στην κίμπλα του (την αψίδα που δείχνει την κατεύθυνση προσευχής προς την Μέκκα) εκφώνησε την πρώτη του ομιλία ο νέος ισχυρός άνδρας της Συρίας  αλ-Τζουλάνι· διόλου τυχαία βεβαίως.

Αντάρτες/επαναστάτες που έριξαν την κυβέρνηση Άσαντ

Απλά τζιχαντιστές (και μέχρι σήμερα χαρακτηρισμένοι τρομοκράτες από τη Δύση). Οι μεν μίσθαρνα κι ευπειθή όργανα της Τουρκίας του Ερντογάν (εθνικός συριακός στρατός), οι δε οικονομικά εξαρτημένοι από την Τουρκία και επίσης εξοπλισμένοι από αυτήν, την Ουκρανία και Κύριος οίδεν ποιες άλλες δυνάμεις. Και μη στενοχωρηθεί κανείς μπας και αδικούμε τον αλ-Τζουλάνι, κατά κόσμον Άχμεντ αλ-Σάραα, ή τη περιβόητη ομάδα του (που αποτελούσε τον κορμό της κυβέρνησης στο Ιντλίμπ αλλά και της νυν μεταβατικής κυβέρνησης της Δαμασκού), διότι ουδείς τους έχει αποκηρύξει τις τζιχαντιστικές και σαλαφιστικές αρχές που τους εμπνέουν και τους καθοδηγούν στη φωτεινή πορεία τους μα ούτε υπάρχει και καμία διαβεβαίωση πως κάτι τέτοιο θα πράξουν εάν και εφόσον λάβουν την εξουσία. (περισσότερα…)

Κυκλοφόρησε!

*

«Το μοιρολόγι της φώκιας», Προσπάθεια για μια βαθύτερη ανάγνωση

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Εἰσαγωγικὸ σημείωμα ‒ Ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

Ὁ Γιώργης Μανουσάκης ἐπιλέγει τὴ γραφὴ τῆς λέξης «μοιρολόγι» με οι καὶ ὄχι μὲ υ,  ὅπως στὰ Ἅπαντα. Ἡ ἐπιλογή του αὐτὴ ὀφείλεται, νομίζω, στὸ γεγονὸς ὅτι «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» περιλαμβανόταν γιὰ χρόνια στὸ σχολικὸ βιβλίο Νεοελληνικὰ Ἀναγνώσματα τῆς Γ΄ Γυμνασίου, (τῶν Καλαματιανοῦ, Μακρόπουλου, Κοντόπουλου). Φιλόλογος καθηγητὴς τῆς Γ΄ τάξης ὁ Μανουσάκης, τὸ δίδαξε καὶ τὸ σχολ. ἔτος 1978‒1979,  ἀπὸ τὸ ἐγχειρίδιο τῆς 16ης ἔκδοσης τοῦ 1978. Καὶ ἔχοντας, φαίνεται, ἀπὸ τὴν πολύχρονη διδασκαλία τοῦ διηγήματος, διαπιστώσει τὴν ἀνάγκη «γιὰ μιὰ βαθύτερη ἀνάγνωσή» του, ἀκούμπησε στὸ χαρτὶ τὶς σκέψεις του τὸ 1979, χρονιὰ ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ κείμενό του. Ὅμως «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» τὸ ἑπόμενο σχολ. ἔτος (1979-1980) δὲν ὑπήρχε στὸ νέο ἐγχειρίδιο τῆς Γ΄ γυμνασίου Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας (τῶν Γρηγοριάδη, Καρβέλη, Μπαλάσκα, Παγανοῦ). Οἱ ἐπιμελητές, (μὲ τοὺς Μηλιώνη καὶ Παπακώστα ἐπιπλέον), προτίμησαν νὰ τὸ μετακινήσουν στὸ ἀντίστοιχο ἐγχειρίδιο τῆς Β΄ Λυκείου, διατηρώντας τὴν ἐπίμαχη λέξη μὲ οι.

Ἐπιστρέφω στὸ σχολικὸ ἐγχειρίδιο τοῦ 1978· στὸ τέλος τοῦ διηγήματος ὑπάρχει ἡ ἑξῆς πληροφορία: Ἐφημερίδα «Πατρίς», 13 Μαρτ. 1908. Ἀναζήτησα καὶ βρῆκα τὴν έφημερίδα: Πατρίς (τοῦ Βουκουρεστίου). Καθημερινὴ Πολιτικὴ Ἀνεξάρτητος ἐφημερίς, ἱδρυτὴς ὁ ἠπειρώτης δημοσιογράφος Σπ. Μ. Σίμος, (μὲ γραφεῖα στὴν Ἀθήνα, ὅπως δηλώνεται). Στὸ ἀναφερόμενο φύλλο (ἀρ. 5112)  δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο ἐνθουσιῶδες δίστηλο ἄρθρο, σὲ τέσσερεις ἑνότητες, μὲ ὑπέρτιτλο «Ἡ σημερινὴ φιλολογικὴ 25ετηρὶς» καὶ τίτλο: «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης»· ἐνδιάμεσα ἡ γνωστὴ φωτογραφία του ἀπὸ τὸν Νιρβάνα (1906). Τὸ ἄρθρο ἔχει ὑπογραφὴ Σ. Μ. (ὑποθέτω τοῦ νεαροῦ τότε Σπύρου Μελᾶ). Ὁ ἴδιος μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου του ἀνακοινώνει: «Δημοσιεύομεν κατωτέρω ἓν ἀνέκδοτον διήγημα τοῦ διακεκριμένου διηγηματογράφου. Τὸ «Μυρολόγι τῆς φώκιας» ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα τὸ τάλαντον τοῦ διηγηματογράφου ἔχει δώσει εἰς τόσα μέχρι τοῦδε ἀριστουργήματά του. Ἡ ἁπλότης τῆς φράσεως, τὸ ζωντανὸν τῶν εἰκόνων του καὶ ἡ βαθεῖα περιπάθεια τῆς ἐμπνεύσεώς του ὑπάρχουν ζωηρότατα εἰς τὸ «Μυρολόγι τῆς φώκιας», εἰς τὸ σύνολον τοῦ ὁποίου τόσον δυνατὸς καὶ τόσον γνωστὸς ἐπιχύνεται ὁ τοπικὸς χρωματισμός». Στὴ συνέχεια παρατίθεται τὸ διήγημα, μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος του στὴν ἑπόμενη σελίδα. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει ἐπιλέξει τὴ γραφὴ μὲ υ  γιὰ οὐσιαστικὸ καὶ ρῆμα: «μυρολόι…», «μυρολογᾶ». — Α.Κ.

~.~

Ὁ Παπαδιαμάντης στὸ «Μοιρολόγι τῆς φώκιας» δουλεύει μὲ τὸν τρόπο τοῦ σκηνοθέτη.[1] Μᾶς παρουσιάζει ἕνα-ἕνα τὰ τρία πρόσωπα τοῦ διηγήματος, παρακολουθώντας τα γιὰ λίγο σὲ μιὰν ἁπλὴ ἐκδήλωση τῆς καθημερινῆς τους ζωῆς, ὣς μιὰ στιγμὴ πρὶν ἀπὸ τ’ ἄξαφνο δράμα. Στὸ σύντομο τοῦτο διάστημα ἔχει φυσήξει στὸ καθένα τους ὅση πνοὴ χρειάζεται γιὰ τὴ συνέχεια. Αὐτό, βέβαια, δὲ σημαίνει πὼς ὁ συγγραφέας κατευθύνει τοὺς ἥρωές του καὶ πὼς τὸ ἔργο μοιάζει σκηνοθετημένο.

Οἱ ἄνθρωποι στὸ διήγημα κινοῦνται καὶ δροῦν αὐτόνομα, ἀπὸ δική τους προαίρεση. Ὁ Παπαδιαμάντης τὸ μόνο ποὺ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του, ὡς συγγραφέα, εἶναι νὰ παρακολουθεῖ τὸν καθένα τους ὅσο κρίνει ἀπαραίτητο γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ ἔργου. Κι ἡ ἐπιλογὴ τούτη τοῦ χρόνου γίνεται μὲ τὴ γνώση μεγάλου τεχνίτη τοῦ εἴδους. Ἔτσι «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» οἰκοδομεῖται, κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος του, μὲ τὴν παρουσίαση τῶν τριῶν ἀνθρώπινων μορφῶν καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τρεῖς διαφορετικὲς ἀφετηρίες φτάνει στὴν κορυφαία του τραγικὴ στιγμή. (περισσότερα…)

Ιωάννης Δαμασκηνός, Νεκρώσιμα ιδιόμελα

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Με τον δικό του τρόπο και την ιδιαίτερη ματιά του απέδωσε στη νεοελληνική ο Άρης Δικταίος τα Νεκρώσιμα Ιδιόμελα του Ιωάννη Δαμασκηνού, που ψάλλονται στη Νεκρώσιμη Ακολουθία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για τον Δαμασκηνό ως ποιητή και υμνογράφο καθώς και για τη Νεκρώσιμη Ακολουθία παραπέμπουμε στην πρώτη δημοσίευση της ανθολόγησης της βυζαντινής ποίησης.

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Νεκρώσιμα ἰδιόμελα

Ἀπόδοση Ἄρη Δικταίου

 

Σὲ ποιὰν ἀπόλαυση τῆς ζωῆς δὲν ἔχει ἡ θλίψη
τὸ μοιράδι της; Πάνω στὴ γῆ ποιά δόξα
ἔμεινε ἀσάλευτη; Πιὸ εὔθραυστος κι ἀπὸ τὸν ἴσκιο,
πιὸ ἀπατηλὸς κι ἀπ’ τὰ ὄνειρά εἶναι ὁ κόσμος.
Λίγο νὰ γείρει, καὶ τὴ θέση του ὁ θάνατος παίρνει.

Σὰν λουλούδι μαραίνεται, σὰν ὄνειρο φεύγει
καὶ περνᾶ καὶ σβήνει ὁ ἄνθρωπος. Ἂλλ’ ὅταν
ἡ σάλπιγγα ξανασημάνει, οἱ πεθαμένοι,
ὅλοι, ὡς σὲ δυνατὸ σεισμό, θὰ σηκωθοῦνε.

Θέ μου, ἡ ψυχὴ πόσο ἀγωνιᾶ, πόσο ὑποφέρει
ὅταν τὸ σῶμα ἀποχωρίζεται! Πῶς κλαίει, τότε,
Θέ μου, καὶ νὰ τὴ λυπηθεῖ κανεὶς δὲν εἶναι!
Παρακαλεστικὰ γυρνᾶ καὶ βλέπει τοὺς Ἀγγέλους,
ἀλλὰ τοῦ κακοῦ! Ἁπλώνει στοὺς ἀνθρώπους
τὰ χέρια της, μὰ δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴ βοηθήσει.

Μάταια, μάταια εἶναι ὅλα τ’ ἀνθρώπινα, γιατί
δὲν δύνονται κ’ ὕστερα ἀπὸ τὸ θάνατο νὰ ὑπάρχουν.
Κανεὶς δὲν παίρνει τὸν πλοῦτο του μαζί του,
ἡ δόξα δὲν τὸν ἀκλουθεῖ, γιατί ὅλα, ἄχ, ὅλα
χάνονται ἀμέσως μόλις ὁ θάνατος προβάλλει. (περισσότερα…)

Αιώνια λιακάδα, ο Χουάν

*

Πάνε δυο χρόνια από την τελευταία βροχή. Ο ήλιος λάμπει ακαταπόνητος παρά τις ανησυχίες, τις προβλέψεις, τις ικεσίες. Η χώρα θεωρείται επισήμως η πιο άνυδρη της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι το σημείο αναφοράς, κι όχι  μόνο για τις βροχοπτώσεις. Σε τέτοια ατμόσφαιρα άκρατης ηλιοφάνειας, τα προβλήματα φαίνονται συχνά μικρότερα. Σαν οπτικές οφθαλμαπάτες της ερήμου. Το φως τυφλώνει και ζεσταίνει, ο ασυννέφιαστος, γαλάζιος ουρανός μοιάζει με προστατευτική αγκαλιά. Ποιος μπορεί να υποφέρει όταν έξω ο καιρός είναι υπέροχος;

Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Μια ιδανική θερμοκρασία είκοσι βαθμών Κελσίου σύμφωνα με τις εμπειρικές μου μετρήσεις δεσπόζει εδώ και βδομάδες. Ανοίγω τα παράθυρα καθώς η σιωπή περιβάλλει το σπίτι και βλέπω την καταπράσινη πρασιά του γείτονα made in P.R.C[1] από ανθεκτικό πλαστικό να τείνει να φύλλα της στον ανύπαρκτο αέρα. Πίσω απ’ την πρασιά ακούγεται το γουργουρητό του συστήματος αυτοκαθαρισμού μιας πισίνας. Η δυνατότητα έξυπνης προσαρμογής προσφέρει εκπληκτικά πλεονεκτήματα. Στην περιοχή μας οι πωλήσεις συνθετικού χλωροτάπητα, πλαστικών λουλουδιών και τεχνητών δέντρων φτιαγμένων σαν  αληθινά, εκτοξεύθηκαν απ’ τον προηγούμενο χρόνο.

Το γεγονός πως ζούμε ανάμεσα σε νταμάρια όπου τίποτα δεν φυτρώνει, δεν εμποδίζει κάποιον να ξαπλώσει στη σκιά του συνθετικού κλώνου ενός πεύκου, αν και είναι αλήθεια πως οι περισσότεροι αγοραστές προτιμούν να διακοσμούν τους κήπους τους με ψιλόλιγνους φοίνικες τους οποίους συνδυάζουν συνήθως με ‒αειθαλείς‒ ανθισμένες βουκαμβίλιες. Η προσομοίωση βλάστησης έχει κάνει θαύματα σ’ αυτή τη σχεδόν ηφαιστειογενή περιοχή. (περισσότερα…)

Διευρεύνηση της ελληνικής και ευρωπαϊκής αυτοσυνειδησίας

 

Κάποιες σκέψεις για το Αγκριτζέντο
του Κώστα Χατζηαντωνίου

~.~

του ΒΑΣΙΛΗ ΖΗΛΑΚΟΥ

σὺν τοῖσδ᾽ ἱκετῶν ἐγχειριδίοις
ΑΙΣΧΥΛΟΣ, Ικέτιδες

Όταν ο συγγραφέας μας επισκέφτηκε πρώτη φορά την Ιταλία και τη Σικελία το 2008, η πρώτη γραφή του Αγκριτζέντο είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Η δεύτερη γραφή πραγματοποιήθηκε μεταξύ του 2008 και του 2009, έτος της πρώτης έκδοσης του βιβλίου από τις ιστορικές Εκδόσεις Ιδεόγραμμα.

Θυμάμαι τον Χρήστο Δάρρα να μου αναγγέλλει το 2011 το χαρμόσυνο γεγονός της βράβευσης του Κώστα Χατζηαντωνίου από την Επιτροπή Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βρισκόμασταν στην οδό Ιπποκράτους. Φορούσε λευκό βελούδινο παντελόνι κι ένα πράσινο πουκάμισο από κασμίρι, ύφασμα σπάνιο για πουκάμισο. Ήταν βαρήκοος και μιλούσε πάνω απ’ τη φωνή μου. Ο δυνατός αέρας σκορπούσε τα λόγια του. Τα ίσια, μεταξένια του μαλλιά είχαν χώρισμα στη μέση. Έμοιαζαν με δύο μακριά λευκά πανιά που τα χτυπούσε με λύσσα ο μαΐστρος στα ανοικτά της Άνδρου. Ο τρόπος που τα είχε χτενισμένα, σε συνδυασμό με τα μικρά μαύρα μάτια του, τη σταρένια επιδερμίδα του, τα ψηλά ζυγωματικά και την ελαφρώς γαμψή μύτη τον έκανε να μοιάζει με Αζτέκο βασιλιά. Τον άφησα ύστερα από λίγο. Περπάτησα ως την οδό Μαυρομιχάλη. Ο Χριστόφορος Λιοντάκης κατέβαινε τον δρόμο κρατώντας δύο τσάντες με φρούτα από τη λαϊκή της Καλλιδρομίου. Έστριψε στη Ναυαρίνου. Ήταν Σάββατο; Ναι, ήταν Σάββατο. Κατάφερα να πιάσω εκείνο το ακατάπαυστο και βάναυσο να το άκουγες μμμ… μμμ… πίσω απ’ τα κλεισμένα χείλη. Τότε δεν μπορούσα ακόμη να καταλάβω από πού ερχόταν αυτή η εγγαστρίμυθη «γλώσσα». Θύμιζε άρρωστο και εγκαταλελειμμένο παιδί που τραβά χωρίς οίκτο τα νύχια του. Τώρα γνωρίζω. Την χτίζει σιγά σιγά ο χρόνος, όταν παίζει πεσσούς και κλέβει τους κόσμους των ανθρώπων, ενώ η Περσεφόνη, που ζει έξι μήνες πάνω από τη γη και έξι από κάτω, παράπονο δεν έχει.

Επιστρέφω. Ως το 2024 το βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου έχει μεταφραστεί στην Ιταλία, την Σερβία, την Πολωνία, την Κροατία, την Αλβανία και την Σλοβενία. Τον Ιούνιο του 2024 το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε σε νέα, επιμελημένη έκδοση από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Ωστόσο η αξεπέραστη έκδοση του Χρήστου Δάρρα εξακολουθεί να κατέχει περίοπτη θέση στη μνήμη μας. Είναι η μονοτυπία, είναι η «υψηλή» θωριά της σελίδας, είναι τέλος το χαρτί της «Αθηναϊκής» που χρησιμοποιήθηκε για την εκτύπωση του σώματος. Ένα χρόνο μετά την πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος το 2009, το τελευταίο κατάστημά που το διέθετε ακόμη στην αγορά με άλλη ονομασία, ο Διονυσόπουλος επί της οδού Αθηνάς θα κατέβαζε ρολά. Χαρτί αφράτο σαν την κίτρινη γη της Σικελίας και θερμό στην αφή. Όταν το αγόραζες έπαιρνες μαζί σου και τη μόνιμη μυρωδιά του γέροντα. Τέτοια ήταν η σαγήνη του χαρτιού και του τσιγάρου στις παλιές αποθήκες. (περισσότερα…)

Βίλχελμ Μύλλερ, Εκλογή από το ποιητικό και πεζογραφικό έργο

*

Κυκλοφόρησε πρόσφατα από το «Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος» ο τόμος Βίλχελμ Μύλλερ Εκλογή από το ποιητικό και πεζογραφικό έργο, με επιμέλεια της Αναστασίας Αντωνοπούλου και του Συμεών Σταμπουλού. Ο τόμος είναι προϊόν μεταφραστικού εργαστηρίου που οργανώθηκε το 2022 μετά από πρόταση του «Ιδρύματος» προς το Τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, και  λειτούργησε στο «σπίτι» του ποιητή Τ. Σινόπουλου, έδρα σήμερα του φερώνυμου Ιδρύματος για την ποίηση. Την εποπτεία του εργαστηρίου είχε ο Συμεών Σταμπουλού. Συμμετείχαν έξι απόφοιτες του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, αλλά και του Μεταπτυχιακού Προγράμματος του ίδιου Τμήματος. Αρκετές από τις συμμετέχουσες μεταφράστριες είναι ήδη υποψήφιες διδάκτορες. Πρόκειται για τις Ελένη Βίσκα, Παναγιώτα Καλογερά, Φιλαρέτη Καρκαλιά, Ειρήνη Κορώνη, Αγγελική Λυσικάτου και Λίνα Φιλοπούλου.

Ο τόμος περιλαμβάνει Προλογικά σημειώματα του Ξάνθου Μαϊντά, προέδρου του Ιδρύματος, και των επιμελητών της έκδοσης. Ως προς την άγνωστη σε μας πεζογραφία του Μύλλερ φιλοξενούνται στον τόμο τρία εκτενή αποσπάσματα από το επιστολικό του έργο Ρώμη, Ρωμαίοι και Ρωμαίες: συλλογή οικείων επιστολών από τη Ρώμη και το Αλμπάνο (Rom, Römer und Römerinnen: eine Sammlung vertrauter Briefe aus Rom und Albano mit einigen späteren Zusätzen und Belegen, 1820). Από το πλούσιο ποιητικό του έργο παρουσιάζονται τα Στιχάκια Καραμέλας (Devisen zu Bonbons,1823), κύκλος που μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά, και μάλιστα στο σύνολό του∙ ανθολογία από τους τρεις κύκλους ποιημάτων του, στη μορφή των λήντερ (Lieder), ασμάτων ή τραγουδιών, εμπνευσμένων από την επανάσταση του 1821: Τραγούδια των Ελλήνων (Lieder der Griechen, 1821), Νέα τραγούδια των Ελλήνων (Neue Lieder der Griechen, 1823), Νεώτερα τραγούδια των Ελλήνων (Neueste Lieder der Griechen, 1824). Έπεται επιλογή ποιημάτων από τον κύκλο Η ωραία Μυλωνού (Die schöne Müllerin, 1821). Ο τόμος κλείνει με εννέα ποιήματα από τον πιο γνωστό ίσως κύκλο του ποιητή Το χειμωνιάτικο ταξίδι (Die Winterreise, 1824). Τον τόμο συνοδεύει Παράρτημα με το μακροσκελές ποίημα «Μπάιρον» («Byron»), έναν επικήδειο ύμνο, γραμμένον για τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα στις 19 Απριλίου 1824.

Στο παρόν Σημείωμα παρέχονται βασικά εργοβιογραφικά στοιχεία για τον Μύλλερ, σύντομη παρουσίαση του πεζογραφικού και ποιητικού του έργου και μικρή εκλογή από τα μεταφρασμένα στον τόμο ποιήματα.

(περισσότερα…)