Η ηθική χρεοκοπία της Δύσης

*

του JOHN MEARSHEIMER

Στις 19 Δεκεμβρίου 2024, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δημοσίευσε έκθεση 179 σελίδων που περιγράφει λεπτομερώς τη γενοκτονία του Ισραήλ κατά των κατοίκων της Γάζας.

Στις 5 Δεκεμβρίου 2024, η Διεθνής Αμνηστία εξέδωσε έκθεση 296 σελίδων που περιγράφει λεπτομερώς τη γενοκτονία του Ισραήλ κατά των κατοίκων της Γάζας.

Στις 21 Νοεμβρίου 2024, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον πρώην υπουργό Άμυνας του Ισραήλ Γιοάβ Γκαλάντ για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου.

Στις 26 Ιανουαρίου 2024, το Διεθνές Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπάρχουν εύλογες ενδείξεις ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα.

Δεδομένης της υποτιθέμενης δέσμευσης της Δύσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ιδιαίτερα για την πρόληψη της γενοκτονίας, θα περίμενε κανείς ότι χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Γερμανία, θα είχαν σταματήσει την ισραηλινή γενοκτονία εν τη γενέσει της.

Αντ’ αυτού, οι κυβερνήσεις αυτών των τριών χωρών, ειδικά οι Ηνωμένες Πολιτείες, υποστήριξαν την αδιανόητη συμπεριφορά του Ισραήλ στη Γάζα σε κάθε ευκαιρία. Στην πράξη, αυτές οι τρεις χώρες είναι συνεργοί στη γενοκτονία.

Επιπλέον, σχεδόν όλο το πλήθος των υποστηρικτών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε αυτές τις χώρες, και στη Δύση γενικότερα, παρέμεινε σιωπηλό ενώ το Ισραήλ εκτελούσε τη γενοκτονία του. Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης δεν έχουν κάνει σχεδόν καμία προσπάθεια να αποκαλύψουν και να επικρίνουν αυτό που κάνει το Ισραήλ στους Παλαιστίνιους. Αντίθετα, ορισμένα κορυφαία ΜΜΕ έχουν υποστηρίξει σταθερά τις ενέργειες του Ισραήλ.

Αναρωτιέται κανείς τι λένε στον εαυτό τους οι Δυτικοί που είτε υποστηρίζουν τη γενοκτονία του Ισραήλ είτε μένουν σιωπηλοί για να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά τους και να μπορούν να κοιμούνται ήσυχα τις νύχτες.

Η ιστορία δεν θα είναι ευγενική μαζί τους.

24 Δεκεμβρίου 2024

*

*

*

*

Ποιήματα γιά τήν Ἔλευση

*

Μετάφραση: Νατάσα Κεσμέτη

~.~

Οἱ Μάγοι

Πρός τό τέλος τοῦ κόσμου, μέσα ἀπό τίς γυμνές
Ἀπαρχές τοῦ χειμώνα, ταξιδεύουν καί πάλι.
Πόσους χειμῶνες τό ἔχουμε δεῖ νά συμβαίνει,
Παρακολουθήσαμε τό ἴδιο σημάδι νά προχωρεῖ καθώς περνοῦν
Πόλεις φυτρώνουν γύρω ἀπό αὐτή τή ρότα τό χρυσάφι τους
Χαραγμένο στήν ἔρημο, κι ὡστόσο
Φύλαξαν τήν εἰρήνη μας, αὐτοί
Ὄντας οἱ Σοφοί, ἔρχονται νά δοῦν τήν καθορισμένη ὥρα
Πώς τίποτα δέν ἄλλαξε: στέγες, ὁ στάβλος
Λαμποκοπώντας στό σκοτάδι, ὅλα ὅσα εὔχονται νά δοῦν.

LOUISE GLÜCK (1943-2023)

~.~ (περισσότερα…)

Ρούντολφ Αγκρίκολα, Για τη γέννηση του Χριστού

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Την ομιλία Για τη γέννηση του Χριστού (De nativitate Christi) την εκφώνησε ο Rudolph Agricola (1443-1485) τα Χριστούγεννα του 1484, ενώπιον ενός ακαδημαϊκού κοινού στη Χαϊδελβέργη, λίγους μήνες πριν από τον πρόωρο θάνατό του. Ο Αγκρίκολα, κορυφαίος θεωρητικός της ρητορικής τέχνης, είχε συντάξει πριν από λίγα χρόνια το De inventione dialectica (Περί της διαλεκτικής ευρέσεως), έργο που επρόκειτο να αποτελέσει το βασικό εγχειρίδιο (ρητορικής) διαλεκτικής κατά τον 16ο αιώνα. Η χριστουγεννιάτικη ομιλία του 1484 συντάσσεται με εμφανή την προσπάθεια να εφαρμοσθούν η τέχνη και η μέθοδος τις οποίες είχε περιγράψει ο Αγκρίκολα στο εγχειρίδιό του. Και δίκαια θεωρείται όχι μόνον η κορυφαία του ομιλία, μα και λεπτούργημα της ρητορικής του 15ου αιώνα.

Το βασικό ερώτημα του κειμένου είναι απλό: με ποια λόγια, αναρωτιέται ο Αγκρίκολα, μπορεί κανείς να περιγράψει τη χαρμοσύνη που προκαλεί η γέννηση του Χριστού; Τη δυσκολία να απαντηθεί το ερώτημα την πλάθει εξηγώντας, με κλιμάκωση μοναδική, πόσο ξεχωριστό έργο θείας οικονομίας αποτελεί η ενανθρώπηση. Για τον Αγκρίκολα, η γέννηση του Χριστού αποτελεί έργο πιο σπουδαίο και από τη Δημιουργία, ανώτερο και από την Ανάσταση, λαμπρότερο και από το χάρισμα της αιώνιας ζωής. Με πλατωνικής έμπνευσης εικονοποιΐα αποτυπώνει πόσο θαυμαστό είναι ότι ο υπέρτατος Θεός καταδέχθηκε μια ασύλληπτη μεταβολή: να θέσει τον Υιό του στο πεδίο της φθαρτής φύσης και να ενστερνιστεί ο Υιός τη μορφή του δημιουργήματος που ήθελε να εξιλεώσει. Ο ακατάληπτος Λόγος του Θεού γίνεται πλάσμα του οποίου ο Λόγος συνίσταται σε κλάματα. Το έργο αυτό υπερβαίνει σε καλοσύνη κάθε άλλη ενέργεια του Θεού. Ακόμα περισσότερο θαυμαστό είναι αυτό εάν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες της γέννησής του: ενισχύοντας περαιτέρω την ταπείνωσή του, ο βασιλεύς των βασιλέων γεννιέται στην ερημιά, φασκιώνεται με κουρέλια κι έχει για παραστάτες ένα βόδι κι ένα γαϊδουράκι.

Όσο αδύνατον είναι να βρει κανείς τα λόγια να υμνήσει αυτήν τη χαρά, άλλο τόσο αδύνατον είναι και να σιωπήσει. Με οδηγούς τους αγγέλους, οι άνθρωποι δεν έχουν παρά να επαναλάβουν με όλη τη δύναμη της φωνής και της ψυχής τους τον αγγελικό ύμνο: δόξα ν ψίστοις Θε κα π γς ερήνη, ν νθρώποις εδοκία.

~.~

ΡΟΥΝΤΟΛΦ ΑΓΚΡΙΚΟΛΑ

Για τη γέννηση του Χριστού [1]

Σοφότατοι άνδρες, αποτελεί πανάρχαιη παράδοση η γενέθλια ημέρα κάθε ανθρώπου να γιορτάζεται· γιορτάζεται στο οικογενειακό περιβάλλον για τους απλούς πολίτες, αλλά για τους ηγεμόνες και τους επιφανείς άνδρες γιορτάζεται με ομοψυχία και χαρά που εκδηλώνονται δημόσια, με τη συμμετοχή λαών και επαρχιών. Ανέκαθεν οι άνθρωποι πίστευαν πως η ημέρα αυτή πρέπει να τιμάται σαν επίσημη γιορτή και η χαρά να ανανεώνεται κάθε χρόνο. Πρόκειται, άλλωστε, για την ημέρα που έδωσε στον κάθε άνθρωπο το χάρισμα του φωτός και της ζωής, που άνοιξε το δρόμο σε όλες τις υπόλοιπες, και μας έδωσε τη δυνατότητα να δεχθούμε όλα τα αγαθά που απολαμβάνουμε στη ζωή. Οι άνθρωποι θεωρούσαν, λοιπόν, πως πρέπει να τιμούν με πολύ περισσότερη χαρμοσύνη και σεβασμό την ημέρα στην οποία γεννήθηκε κάποιος άνδρας εξέχων και μεγάλου διαμετρήματος. Είναι, φυσικά, πολύ πιο σπουδαίο και όμορφο να ωφελείς την κοινή ζωή και σωτηρία των πολλών, παρά απλά να ζεις. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, οι πιο ασήμαντοι άνθρωποι γεννιούνται μόνον για να πεθάνουν, και η ημέρα της γέννησής τους ανέτειλε μόνον για να σβήσει με τη δύση. Όμως εκείνη την ημέρα που έφερε στο φως κάποιον άνθρωπο περίλαμπρο, κάποιον που ήταν προς το κοινό συμφέρον να γεννηθεί, δεν θεωρούσαν ότι πρέπει να τη βλέπουν σαν μια ημέρα η οποία, όπως όλες οι άλλες, διήρκεσε από την ανατολή έως τη δύση, αλλά σαν μια ημέρα που έπρεπε να υπερισχύσει κατά κράτος έναντι των πολλών ετών που ακολούθησαν, και, ει δυνατόν, να διαφυλαχθεί λαμπρή, λουσμένη σε αιώνιο φως, χωρίς να τη σκιάζει η υπεισέλευση καμίας νύχτας. (περισσότερα…)

Παραμονή Χριστουγέννων 1914 μ.Χ. – Στα χαρακώματα της Φλάνδρας

*

Ο χειμώνας του 1914 έσφιγγε σαν θηλιά τα χαρακώματα της Φλάνδρας. Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες αντίκριζαν ο ένας τον άλλο μέσα από τη λάσπη και το αίμα του Μεγάλου Πολέμου.

—Τη μάσκα θα τη φοράς κι όταν κοιμάσαι, κι όταν κατουράς, ακόμη κι όταν γαμάς! Ακούς, σκατόπαιδο, παλιομαλάκα; Θα σου σώσει τη ζωή!

Τα λόγια του λοχία Τσέισον Μπακ του 2ου Τάγματος «Γκόρντον Χάιλαντερ» αντηχούσαν ακόμη στ’ αυτιά του. Η μάσκα τον έπνιγε, δεν την άντεχε στιγμή. Στεκόταν φρουρός στο χαράκωμα, παρατηρώντας τις κινήσεις των Γερμανών απέναντι. Τις είχε μάθει πια απ’ έξω: την ακριβή ώρα που ο καθρέφτης έκανε σκοπιά, ποιος κάπνιζε, ποιος ούρλιαζε, ποιος έκλαιγε, ποιος αψηφούσε το κράνος με το γελοίο καρφί στην κορυφή.

Τους είχε δώσει ονόματα και τα ψιθύριζε μέσα του: Hans, Wilhelm, Friedrich… Η ομίχλη απλωνόταν απόκοσμη πάνω από τα άταφα πτώματα με τα ορθάνοιχτα μάτια και στόματα, παγωμένα σε αφύσικες στάσεις.

—Έεε, Νικ, πρόσεχε τους Φρίτσηδες απέναντι, έρχονται Χριστούγεννα και θέλω να γράψω στους δικούς μου, φώναξε ο Άντριου Χολμς τελειώνοντας τη σκοπιά του.

Και τότε, σαν από θαύμα, οι Γερμανοί άρχισαν να βγαίνουν από τα χαρακώματά τους. Αντί για όπλα κρατούσαν ένα έλατο. Το έστησαν και άρχισαν να το στολίζουν, περιμένοντας τους απέναντι να τους ακολουθήσουν.

O Tannenbaum, o Tannenbaum
Wie treu sind deine Blätter!
Du grünst nicht nur zur Sommerzeit
Nein, auch im Winter, wenn es schneit
O Tannenbaum, o Tannenbaum
Wie treu sind deine Blätter!
 
O Christmas Tree, O Christmas Tree,
How faithful are thy branches!
Thy leaves are constant ever green,
Not only in the summertime,
But in the winter’s frost and rime.
O Christmas Tree, O Christmas Tree,
How faithful are thy branches!

Έθαψαν μαζί τους νεκρούς τους. Αντάλλαξαν σοκολάτες με τσιγάρα. Έπαιξαν ποδόσφαιρο στη νεκρή ζώνη. Για λίγο, ο πόλεμος σώπασε.

Μα ο Άντριου Χολμς κείτεται τώρα νεκρός, με μια σφαίρα στο μέτωπο και τα πνευμόνια του δηλητηριασμένα. Δεν ήταν πια Χριστούγεννα.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

*

*

*

Εὐχές!

*

*

*

Χριστουγεννιάτικο ταξίδι

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ ‒Ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

Σᾶς προσκαλῶ σ’ ἕνα ταξίδι. Δὲν πειράζει πού ’ναι μέρα Χριστουγέννων. Θὰ πᾶμε νὰ ἐπσκεφτοῦμε κάποιους παλιοὺς κι ἀγαπημένους φίλους. Σήμερο εἶναι ἡ πιὸ κατάλληλη μέρα γιὰ μιὰ τέτοια ἐπίσκεψη. Μὴ ξαφνιαστεῖτε ἂν σᾶς πῶ πὼς βρίσκουνται στὴ Σκιάθο, στὴν Ἀγγλία ἢ στὴ Σουηδία. Μὴ φοβηθεῖτε τὴν ἀπόσταση, τὴν ταλαιπωρία ἢ τὰ ἔξοδα τοῦ ταξιδιοῦ. Τὸ μέσο ποὺ θὰ χρησιμοποιήσομε εἶναι τὸ γρηγορότερο καὶ τὸ πιὸ οἰκονομικό. Τρέχει μὲ τὴν ταχύτητα τῆς σκέψης καὶ δὲ στοιχίζει ἄλλο ἀπὸ τὸ ξόδεμα λίγης φαντασίας μαζὶ μὲ λίγη ἀγάπη.  Καὶ ξέρω πὼς ἐσεῖς τά ’χετε ἄφθονα καὶ τὰ δυὸ καὶ πὼς δὲν τσιγκουνεύεστε. Ἂς ξεκινήσομε λοιπόν.

***

Φτάσαμε κιόλας στὸν πρῶτο σταθμὸ τοῦ ταξιδιοῦ μας. Βρίσκετε πὼς σᾶς εἶναι γνωστὸ τὸ μέρος; Καθόλου ἀπίθανο νά ’χετε κάποτε ξανάρθει. Εἴμαστε ψηλὰ στὸ Κάστρο τῆς Σκιάθος.[1] Στὰ πόδια τοῦ «ἁλίκτυπου» βράχου ἀφρίζει τὸ κῦμα. Γλάροι φτερουγίζουνε πάνω ἀπ’ τὰ κεφάλια μας. Μὰ ἐκεῖ πιὸ πέρα εἰρηνικό, γελαζούμενο, μ’ ὅλη τὴ χιονένια κάπα ποὺ τοῦ σκεπάζει τὴ στέγη, μᾶς καλεῖ τὸ ἐκκλησάκι «τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως». Καθαρό, φροντισμένο, μ’ ἀναμμένα τὰ καντήλια μπροστὰ στὶς μαυρισμένες βυζαντινές του εἰκόνες, μὲ τὰ κεριὰ ν’ ἀργοκαίγουνται στὰ μανουάλια του. Δὲν εἶναι πολλὴ ὥρα ποὺ τέλειωσε ἡ χριστουγεννιάτικη λειτουργία.

Ἀκοῦτε κάποιες χαρούμενες φωνές, γέλια, ἀστεῖα πίσω ἀπὸ τοὺς τοίχους ἑνὸς μισογκρεμισμένου σπιτιοῦ τῆς «ἀρχαίας πολίχνης»; Σᾶς ἔρχεται στὴ μύτη ἡ μυρωδιὰ ψητοῦ «ἐριφίου»; Ἐκεῖ εἶναι μαζωμένοι οἱ πανηγυριῶτες κι ἑτοιμάζουνε τὸ πλούσιο χριστουγεννιάτικο γεῦμα τους.  Νά ὁ παπά Φραγκούλης μὲ τὴν  παπαδιά του καὶ μὲ τὸ μικρὸ Λαμπράκη. Ὁ μπάρμπα Στεφανὴς κι ὁ κύρ Ἀλέξανδρος, ὁ ψάλτης. Νά ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ κι οἱ δυὸ βοσκοὶ ποὺ τοὺς εἶχε ἀποκλείσει τὸ χιόνι. Κι ὁ καπετὰν Κωνσταντὴς μὲ δυὸ ναῦτες του πού ’ρχεται κουβαλώντας δυὸ ἀσκιὰ γεμᾶτα κρασί, «αὐγὰ καὶ κασκαβάλι[2] τῆς Αἴνου, καὶ ἡμίσειαν δωδεκάδα ὄρνιθας καὶ μικρὸν βυτίον μὲ σκομβρία». Ὅλα τοῦτα τ’ ἀγαθὰ τὰ φέρνουν ἀπὸ τὸ γολετὶ ποὺ κιντύνεψε μέσα στὴ νύχτα μὰ ποὺ τώρα βρίσκεται ἀσφαλισμένο στὸν «ὑπήνεμον ὅρμον». Θὰ τὰ φᾶνε ὅλοι μαζὶ νὰ γιορτάσουνε τὴ μεγάλη μέρα. (περισσότερα…)

Ταριχευτήριο Ευρώπη

*

Κώστας Κουτσουρέλης
Ταριχευτήριο Ευρώπη
Κίχλη, Δεκέμβριος 2024

Σελίδες: 136 • Σχήμα: 15 x 23 εκ.
ISBN: 978-618-5461-86-7 • Τιμή: 11,00 €

Π ρ ο δ η μ ο σ ί ε υ σ η
από το βιβλίο που κυκλοφορεί στις 24.12.2024

///

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΒΙΒΛΙΟ μοιράζονται τρία ανεξάρτητα μεταξύ τους έργα, γραμμένα τη διετία 2022-2023. Το εναρκτήριο «Καμιά φωνή» απαρτίζεται από 100+2 ελεγειακά και σατιρικά ρουμπαγιάτ, παλιά περσική φόρμα που στη δυτική παράδοση συνδέθηκε με το όνομα του Ομάρ Χαγιάμ (1048-1131). Το φερέτιτλο ποίημα «Ταριχευτήριο Ευρώπη» είναι ένας εκτενής μονόλογος πάνω στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα αυτής της ηπείρου λίγο προτού εκπνεύσει το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα. Τέλος, οι «Έλεγοι από τη Ρεματιά», 27 ποιήματα σε μορφή καταλόγου ή παρλάτας, απλώνονται σε θέματα που εν μέρει θίγονται και αλλού στο βιβλίο: από τα μεγάλα κοσμολογικά ερωτήματα ώς τις μικροπεριπέτειες του Εγώ.

(Από το αυτί της έκδοσης)

//

ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΑΡΓΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ
Κοιτάζω γύρω μου τους πεθαμένους
Ταριχευμένοι πάνε πάνω κάτω
Στιγμή δεν παύουν όντα κουρντισμένα
Σ’ ένα λιμάνι μισοβουλιαγμένο
Ντεκόρ για ειδύλλια και στο βάθος φάρος
Απέναντι το φρούριο επηρμένη
Σημαία στις επάλξεις αναμνήσεις
Dulce et decorum κάποτε ίτε παίδες
Τώρα προορισμός για αποδράσεις
Γδυτά Σαββατοκύριακα πακέτα
Αμμόλουτρων στον ήλιο all inclusive
Τα ρομποτάκια στην γραμμή σερβίρουν
Το άλλο πρόθυμο ρομπότ εσένα
Στις πιο βαθιές τ’ ονείρου σου ξαπλώστρες
Αύρα θαλάσσης εγκιβωτισμένη
Στα έγχρωμα παγάκια ενός κοκτέηλ
Όπως στης Γροιλανδίας τους παγετώνες
Η τέφρα των αρχαίων ηφαιστείων
Όπου κοιτάζω γύρω το ίδιο θέαμα
Νεκροί ηλιοκαμένοι σε όρθια στάση
Γελούν φωτογραφίζονται ψωνίζουν
Μιλούν χιλιάδες γλώσσες ούτε μία
Δεν βγάζει νόημα καμμία λέξη
Με νόημα όλοι τρώνε πτώματα άλλα
HOMO SAPIENS SAPIENS το πλέον
Γνωστό πτωματοφάγο έμβιο είδος
Με τέχνη κατακρεουργεί κι αλέθει
Με γνώση διαμοιράζει τη βορά του
Προτού σε σελοφάν την συσκευάσει
Έτοιμη προς ανάλωση και βρώση
Πτώμα που πτώμα δεν θυμίζει ζύμη
Ρόδινη μαλακή από πλαστελίνη
Μόνο αραιά και πού μια στάλα αίμα
Γλιστρά απ’ το φελιζόλ και σε λεκιάζει
Σαν κόκκινη λησμονημένη τύψη
Το μόνο ζων που τρώει είναι τα στρείδια
Που τα ναρκώνει πρώτα με λεμόνι
Όπως ναρκώνει τον εγκέφαλό του
Με ζάναξ ή λεξοτανίλ τις νύχτες
Θήρα γεωργία πτωματοφαγία
Τα τρία στάδια της Ιστορίας
Το τέταρτο δεν θα καθυστερήσει
Ο κανιβαλισμός

 

///

*

*

*

 

Ο μυστικός στρατός των Χριστουγέννων

Vincent van Gogh, Οι φτωχοί και το χρήμα (1882)

~.~ 

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Τον διάβολο δεν τον ενδιαφέρει τι κάνεις,
αλλά γιατί το κάνεις.

Πάω να πάρω τα γάλατα απ’ το δημαρχείο. Μια δουλειά που είναι να γίνει, ας γίνει. Θα τα φορτώσω στ’ αμάξι και μετά βλέπω τι θα τα κάνω.

Διαβαίνοντας την διασταύρωση, παραλίγο να τρακάρω μ’ ένα φάντασμα. Κόρναρα παρατεταμένα. Δεν πήρε είδηση. Μόνον το κασκόλ της πλατάγιζε στον αέρα, σαν γλώσσα προτεταμένη που με κορόιδευε.

Πολλές φορές την είχα δει, ασουλούπωτη και ξεδοντιασμένη, να κυκλοφορεί μ’ ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο στην πόλη σαν λάμπασμα. Ποια ήταν και πού πήγαινε δεν μ’ ενδιέφερε. Στα λίγα δευτερόλεπτα που καθρεφτιζόταν στα μάτια μου, σκεφτόμουν πως το ’σκασε από κάποιο ίδρυμα. Αν ήθελε να με καταραστεί ο Θεός, θα μ’ έκανε να γυρίζω έτσι –ανέστιος και πένης, ασουλούπωτος και ξεδοντιάρης– να σκιάζω τους περαστικούς με την παρουσία μου, όπως αυτή εμένα.

Πάρκαρα έξω απ’ τον δήμο να φορτώσω τα γάλατα.

«Παραμονή Χριστουγέννων, αδερφέ!» διαμαρτυρήθηκε ο αποθηκάριος. «Ημιαργία σήμερα, ετοιμαζόμουν να κλείσω».

«Σιγά, μωρέ, ούτε ο Χριστός για να γεννηθεί δεν βιάζεται τόσο!» τον κορόιδεψα εγώ, ενώ προσπαθούσα να φανταστώ πού θα μπορούσε να πήγαινε όταν σχολούσε αυτός ο κακομούτσουνος αποθηκάριος, που τον έκρυψαν, λες, εδώ, στο ζοφερό ετούτο υπόγειο, για έναν και μοναδικό λόγο: για να μην φαίνεται η ασχήμια του.

Εκείνος μου γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε σε μια γωνιά της αποθήκης.

«Αυτά είναι, πάρτα κι άντε στο καλό!» είπε.

Ήταν πέντε χαρτονένιες κούτες, που εμπεριείχαν σαράντα οκτώ κουτιά γάλα εβαπορέ το καθένα. Μια παροχή βασισμένη σ’ ένα παλαιό άρθρο, που αφορά στους εργαζόμενους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αν μας έδιναν και μερικά κουτιά μέλι, θα μπορούσαμε να πούμε πως την περνάγαμε –και στην κυριολεξία– μέλι-γάλα στο δημόσιο.

Εγώ τον καφέ μου τον πίνω σκέτο. Σκέτο από ζάχαρη, γιατί μια κουταλιά γάλα την χρειάζομαι για να στρώσει η γεύση. Μα με μια κουταλιά γάλα σε κάθε καφέ που φτιάχνω, δεν τελειώνουν σ’ έναν χρόνο πέντε κούτες, με σαράντα οκτώ κουτιά ανά κούτα, δηλαδή διακόσια σαράντα κουτιά ετησίως. Για να τελείωναν, θα έπρεπε να έβαζα σε κάθε φλιτζάνι καφέ, μισό κουτί γάλα. Τότε, όμως, δεν θα ήταν καφές με γάλα, αλλά γάλα με καφέ.

Σκέφτηκα να χαρίσω μερικά κουτιά σε φίλους, σε γείτονες και σε γνωστούς, μα κανείς δεν τα ’θελε, γιατί ήταν μάρκα «κλάψε με», κι ας είχαν γεύση «μπόμπα».

Καλόμαθε ο κοσμάκης τελευταία – κωλόμαθε πες καλύτερα. Ένας πόλεμος μας σώζει, μια κατοχή, να πούμε «το ψωμί ψωμάκι», να δούμε «πόσα απίδια παίρνει ο σάκος» και «πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι».

Κάποιος πρότεινε να πάω τα γάλατα στην μητρόπολη. Τα δίναν, λέει, στους φτωχούς – μέρες που είναι. Μ’ αφού σε φτωχούς τα ’δινα κι εγώ και δεν τα ’παιρναν, σε πόσο πιο φτωχούς θα τα ’διναν εκείνοι για να τα πάρουν;

Κράτησα δυο κούτες για τον καφέ μου. Τις υπόλοιπες τις πήγα, τελικά, στην μητρόπολη, μα ήταν αργά και την βρήκα κλειστή. Ένας περαστικός είπε να τις αφήσω στην είσοδο και θα τις πάρουν αυτοί. Τώρα, αν κάποιος τις έκλεβε μέχρι αύριο, θα σήμαινε πως τις ήθελε πραγματικά, οπότε θα έφταναν στον παραλήπτη τους αδιαμεσολάβητες. (περισσότερα…)

Nicanor Parra, Οικοποιήματα

*

Εισαγωγή-Μετάφραση: ΝΑΝΣΥ ΑΓΓΕΛΗ

Τα Οικοποιήματα του Χιλιανού ποιητή Νικανόρ Πάρρα (1914-2018), τα Ecopoemas όπως τα τιτλοφορεί ο ίδιος, δεν αποτελούν απλώς μια κριτική στο σύχρονο οικοδόμημα του κοινωνικοπολιτικού συστήματος, μα μια σφοδρή καταγγελία κατά του Δυτικού κόσμου συλλήβδην. Ο Πάρρα, πάντα πρωτοπόρος, εξέθεσε από πολύ νωρίς τον προβληματισμό του για τη διαλεκτική σχέση ανθρώπου-φύσης ενσωμάτωντας την οικολογική ευαισθησία και την αγάπη για τη φύση στην ευρύτερη μεταμοντερνιστική προσέγγιση που χαρακτηρίζει το έργο του. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα απορρέουν από την έλλειψη οικολογικής συνείδησης, μας λέει ο ποιητής, και η επιστήμη της οικολογίας προσφέρει ένα νέο πεδίο κριτικής θεώρησης όσων μαστίζουν τον πλανήτη.

Τα ποιήματα «Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου» και «Μονόλογος του ατόμου» που ακολουθούν συμπεριλαμβάνονται στην περίφημη συλλογή Ποιήματα και Αντιποιήματα του Πάρρα που κυκλοφόρησε το 1954 και έθεσε τις βάσεις της «αντι- ποίησης». Ο όρος που έγινε ευρύτερα γνωστός υπαγορεύοντας τη ρήξη με την παραδοσιακή ποίηση, έχει τις ρίζες του στη διαμονή του ποιητή στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1949- 1952 και την επαφή του με το έργο των Πάουντ, Έλιοτ, Κάφκα, Μπλέηκ, με τη φροϋδιανή θεωρία και τον υπερρεαλισμό. Χρόνια μετά, το ποίημα «Ιδιωτικός εξακριβωτής» που δημοσιεύεται στον Τύπο το 1981 παρωδώντας τον εθνικό ύμνο της Χιλής, αποτελεί την πρώτη αποκλειστικά οικολογική διακήρυξη του ποιητή σε μια εποχή που η βιομηχανική ανάπτυξη βρίσκεται στο απόγειο της και το κίνημα της οικολογίας σε συνδυασμό με την επιστημονική κοινότητα εκπέμπουν τα πρώτα ανησυχητικά σήματα κινδύνου: Ο επερχόμενος θάνατος του πλανήτη δεν είναι μακριά.

///

Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου

Οι σύχρονοι εγκληματίες
έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε κήπους και πλατείες.
Εφοδιασμένοι με ισχυρά ματογυάλια και με ρολόγια τσέπης
μπουκάρουν σε πέργκολες όπου πλανιέται ο θάνατος
και εγκαθιστούν ανάμεσα στις ανθισμένες τριανταφυλλιές τα εργαστήρια τους.
Από κει εποπτεύουν τυχόν φωτογράφους και ζητιάνους που γυρνάνε στα πέριξ
φροντίζοντας να στήσουν ένα μικρό βωμό αφιερωμένο στην αθλιότητα
κι αν βρουν ευκαιρία κάνουν δικό τους κάποιον μελαγχολικό λουστράκο.
Η αστυνομία τρομοκρατημένη τρέχει μακριά απ’ αυτά τα τέρατα
με κατεύθυνση το κέντρο της πόλης
όπου μεγάλες πυρκαγιές ξεσπούν παραμονές πρωτοχρονιάς
και ένας γενναίος κουκουλοφόρος επιτίθεται σε δυο φιλάνθρωπες Μητέρες.

Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου:
Τα τετράτροχα κι ο ομιλών κινηματογράφος,
οι φυλετικές διακρίσεις,
ο αφανισμός των ερυθρόδερμων
τα κόλπα του τραπεζικού συστήματος,
η εξόντωση των ηλικιωμένων,
το παράνομο εμπόριο λευκής σαρκός από σοδομιστές διεθνώς,
η αυτοέπαρση και η απληστία,
οι εργολάβοι κηδειών,
οι προσωπικοί φίλοι της Αυτού Μεγαλειότητος, (περισσότερα…)

Εκδηλώσεις χαράς στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

«Πασίχαρο κελάηδαε το νερό στα μαγληνά χοχλάδια»[1]
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Οδύσσεια (Η 1120)

01.  Ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) θεωρούσε την Οδύσσειά του (1938)[2] ως το κορυφαίο έργο του. Αν, λοιπόν, οι συγγραφείς αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε κάποιο από τα έργα τους, το καλύτερό τους γι’ αυτούς ή όχι, για τον Καζαντζάκη το έργο αυτό θα ήταν, ασφαλώς, η Οδύσσεια. Στη διάρκεια της επίσκεψής του στη Σοβιετική Ένωση, συμμετέχοντας στον εορτασμό των δεκάχρονων της Οκτωβριανής Επανάστασης, εξομολογήθηκε σε γράμμα του στον Παντελή Πρεβελάκη ότι διάγει τον βίο του σαν να είναι ένας από τους ναύτες του δικού του Οδυσσέα. Γράφει στον Πρεβελάκη:

«Το ξέρεις καλά, Παντελή, ο δικός μου αρχηγός δεν είναι κανένας από τους τρεις αρχηγούς των ανθρώπινων ψυχών· μήτε ο Φάουστ, μήτε ο Αμλέτος, μήτε ο Δον Κιχώτης· αλλά ο Δον Οδυσσέας! Μέσα στο καράβι του ήρθα στη Σοβιετική Ένωση. Δεν έχω την άσβηστη δίψα της δυτικής διάνοιας, μήδε ταλαντεύουμαι ανάμεσα στο ναι και στο όχι για να καταλήξω στην ακινησία, μήδε κατέχω πια τη γελοία και υπέροχη ορμή του ευγενικού αγωνιστή των ανεμόμυλων. Είμαι ένας ναύτης του Οδυσσέα, με καρδιά φλεγόμενη και πνέμα ανήλεο και λαγαρό· όμως όχι του Οδυσσέα που γυρίζει στην Ιθάκη, παρά του άλλου, που γύρισε, σκότωσε τους εχτρούς, αλλά πλάνταζε στην πατρίδα και πήρε μια μέρα τα πέλαγα. Είχε ακούσει στο Βορρά, μέσα στην υπερβόρεια καταχνιά, μια καινούρια Σειρήνα. Τη Σλάβα Σειρήνα. Ιδού εμείς τώρα μπροστά της, χωρίς να βουλώνουμε τ’ αυτιά μας, χωρίς να δενόμαστε στο κατάρτι, πηγαίνοντας πάνω-κάτω στο καράβι μας, λεύτεροι. Ακούμε το θαμαστό τραγούδι και κρατούμε την ψυχή μας ανέγγιχτη. Ο καπετάν Οδυσσέας, ασάλευτος στην πλώρη, φωνάζει: Ε, συντρόφοι! Ανοίχτε τα μάτια, τ’ αυτιά, τα ρουθούνια, το στόμα, τα χέρια· ανοίχτε το μυαλό· γεμίστε τα σπλάχνα σας!»[3]. (περισσότερα…)

Πολιτισμικός καπιταλισμός

*

Απ’ όλες τις μορφές δουλείας, η δουλεία
της διανόησης είναι η πιο εξευτελιστική.
ΝΟΑΜ ΤΣΟΜΣΚΙ

«Για τους σοσιαλφιλελεύθερους της αριστεράς και τους νεοφιλελεύθερους της δεξιάς επικρατεί η εντύπωση ότι εχθρεύονται οι μεν τους δε. Όμως αν τους δούμε από κάποια απόσταση, είναι και οι δύο τους στοιχεία οργανικά της ίδιας βαθύρριζης διεργασίας, είναι πτέρυγες του ίδιου κινήματος, προωθούν με κάθε μέσο την “απελευθέρωση”, το “άνοιγμα”, την “απορρύθμιση” που οδήγησαν στον σημερινό κοινωνικό σχηματισμό. Οραμά τους κοινό και οι δύο αυτές πτέρυγες της Νέας Μεσαίας Τάξης έχουν την αυτοπραγμάτωση, συνδυασμένη όμως με την επιτυχία και το πρεστίζ. Ώστε αστισμός και μποεμία εδώ ταυτίζονται.»

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από παλιότερη συνέντευξη στην εφημερίδα Τageszeitung του Βερολίνου του Γερμανού κοινωνιολόγου Αντρέας Ρέκβιτς. Στο βιβλίο του Die Gesellschaft der Singularitäten (Suhrkamp 2017), ο Ρέκβιτς συνδέει πολλά σκόρπια νήματα και προτείνει μια συνεκτική όσο και πειστική περιγραφή της σημερινής ταξικής δομής των δυτικών κοινωνιών. Η κυρίαρχη «Νέα Μεσαία Τάξη», όπως την αποκαλεί, απαρτίζεται από οπαδούς του άκρατου λιμπεραλισμού, του κοσμοπολιτισμού, των ανοιχτών συνόρων, της κατάργησης των εθνικών κρατών. Μπορεί να ψηφίζουν οικολόγους ή Μακρόν, κεντροδεξιά ή Ομπάμα, μπορεί να είναι χρηματιστές ή τραπεζίτες, καλλιτέχνες ή διανοούμενοι. Η ψήφος τους όμως δεν έχει σημασία, στα μείζονα ζητήματα συμπίπτουν.

Απέναντί τους, έχουν την «Παλιά Μεσαία Τάξη», τα φθίνοντα λόγω της αποβιομηχάνισης αστικά και εργατικά στρώματα που στήριξαν μεταπολεμικά την σοσιαλδημοκρατία και την χριστιανοδημοκρατία. Τα στρώματα αυτά κατά παράδοση υποστηρίζουν μέτρα υπέρ της εισοδηματικής αναδιανομής και της μείωσης του ταξικού χάσματος και είναι οι ιστορικοί φορείς του κοινωνικού κράτους. Πλέον όμως, καθώς αισθάνονται ότι τα κόμματά τους τα έχουν εγκαταλείψει, στρέφονται όλο και συχνότερα σε αντισυστημικούς δεξιόστροφους ή αριστερόστροφους πολιτικούς για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Στις ΗΠΑ ήταν εκείνα που εξέλεξαν πρόεδρο τον Ντόναλντ Τραμπ. Στη Βρετανία έδωσαν την πλειοψηφία στις δυνάμεις του Μπρέξιτ. (περισσότερα…)

O κυκλικός χρόνος ως χώρος ζωής

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

*

Στους Νεότερους Χρόνους ο άνθρωπος εκπίπτει με ταχύτατους ρυθμούς από τον μεταφυσικό στον φυσικό κόσμο. Το μετά (επέκεινα) μετατοπίζεται στο εδώ. Πρόκειται για μια επανεκτίμηση του χώρου που τον περιτριγυρίζει και που θα ονομαστεί από τους εγκυκλοπαιδιστές περιβάλλον. Ταυτόχρονα η εκκοσμίκευση του χρόνου κρατάει το ομοίωμα της χριστιανικής κοσμοεικόνας αποβάλλοντας την έννοια της ιερότητας. Ο χρόνος στη νεότερη εποχή νοηματοδοτείται από την ιδέα μιας συνεχούς εξελικτικής πορείας της ανθρωπότητας. Η εκκοσμικεύμενη μορφή του χρόνου οικειοποιείται το μοντέλο του ευθύγραμμου χρόνου απαλείφοντας και παραλείποντας την έννοια του τέλους που θα συνεπέφερε η Δευτέρα Παρουσία.

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν παρατηρεί ότι πρόκειται για μία «εκλαΐκευση του ευθύγραμμου και μη-αναστρέψιμου χριστιανικού χρόνου». Ο εκκοσμικευμένος χρόνος εστιάζεται στην αξία της παρούσας στιγμής ως της μοναδικής στιγμής που βιώνει το ανθρώπινο ον. Κάθε στιγμή δίνει τη θέση της σε ένα μετά για να γίνει η ίδια ένα πριν. Το μέλλον είναι η εξελικτική πορεία του παρελθόντος, μέσω του παρόντος. Η συνέχεια του νοήματος στον εκκοσμικευμένο χρόνο βρίσκεται στην παραγωγή. Ο παραγωγικός χρόνος γίνεται αξίωμα με την άνοδο του καπιταλισμού και της τεχνοεπιστήμης. Η ηθική της αξίας της εργατικότητας απαιτεί τη σωστή χρήση του χρόνου, δηλαδή τη μέγιστη παραγωγικότητα στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Τα αξιώματα της καπιταλιστικής κοσμοεικόνας στηρίζονται στην έννοια της ταχύτητας. Ο χρόνος της εκκοσμίκευσης είναι και ο χρόνος της ταχύτητας. Τηλέγραφος, τηλέφωνο, ταχεία αμαξοστοιχία και σήμερα τρένα υψηλής ταχύτητας (TGV, Frecciarossa), γρήγορο ίντερνετ και fast food είναι συνώνυμα της ριζοσπαστικής εκκοσμίκευσης που κεφαλοποιούν τον χρόνο. Η περατότητα μετριέται πλέον στα δευτερόλεπτα και τα νανοδευτερόλεπτα. Ο φυτικός και φυσικός κόσμος δεν θα μπορούσαν να μείνουν έξω από αυτό το πλέγμα χρονοδημιουργίας. Η κεφαλαιοποίηση της φύσης ξεπετάχθηκε μέσα από τη μήτρα της τεχνοεπιστήμης του κεφαλαίου και διαμόρφωσε την έννοια του βοτανικού κήπου. (περισσότερα…)