Αγάπη για λύσιμο, αγάπη για δέσιμο

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Η ταινία έχει ως θέμα μιαν απαγωγή, έτσι φαίνεται κι από την προέκταση του τίτλου στην οποία μας προσκαλεί. Δεν είναι όμως μια οποιαδήποτε απαγωγή: ο θύτης είναι ένας πρώην τρόφιμος ψυχιατρείου, ενώ το θύμα μια πρώην πορνοστάρ. Έχουμε δηλαδή μια καλή εισαγωγή στο αλμοδοβαρικό σύμπαν, όπου οι πράξεις και οι χαρακτήρες χάνουν το πρωτογενές ειδικό τους βάρος, τονίζοντας έτσι με τον τρόπο τους ότι η ανθρώπινη κανονικότητα δεν υπάρχει, ότι δεν υπάρχουν αθώα θύματα απαγωγής, και πολλώ μάλλον, δεν υπάρχουν «αθώες» απαγωγές που νομιμοποιούν εντέλει τον θύτη ή αφαιρούν το βάρος μιας αυτονόητης ενοχής από το θύμα. Στο τέλος της ταινίας, βέβαια (μιλάμε για το Δέσε με του Πέδρο Αλμοδόβαρ), οι ιδιότροποι αυτοί χαρακτήρες θα συμβιβαστούν αβίαστα, αλλά και μέσω της εύλογης δραματουργικής προπαρασκευής, με ένα κοινότοπο χάπι-εντ που θα αναιρέσει αντιθέσεις και αντιφάσεις μέσα στους ήχους ενός χαρούμενου τραγουδιού.

Αυτός είναι ο κόσμος του Αλμοδόβαρ: χρησιμοποιεί κοινότοπα ψυχολογικά και κοινωνιολογικά στοιχεία, αξιοποιεί το δραματικό τους βάρος για να, αποστασιοποιείται από αυτά προκειμένου να οδηγήσει σε μια «εύκολη» λύση τους, σε ένα τέλος κοινής αποδοχής. Κανείς δεν έχει πιστέψει εντωμεταξύ ότι ο κίνδυνος που πλέκει τις δραματικές και δραματουργικές καταστάσεις είναι όντως ο κίνδυνος μιας απαγωγής. Σε αυτό συμβάλλουν, βέβαια, και τα κίνητρα της απαγωγής, τα κίνητρα του απαγωγέα δηλαδή. Κάνει ό,τι κάνει για να εκπληρώσει μια ταπεινή του επιθυμία: να παντρευτεί, να αποσυρθεί στο χωριό του, να κάνει δυο-τρία παιδιά και να ζήσει ήρεμα και ευτυχισμένα: τέλος του ειδυλλίου, αρχή της ζωής. Όμως η ταινία δεν ενδιαφέρεται για τα περαιτέρω, έχει ήδη τελειώσει. Η κορύφωση του χάπυ-εντ είναι μια λύση, αλλά αποτελεί και έναν δραματικό κόμβο που η λύση του αναβάλλεται στο διηνεκές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η αφηγηματική δομή, και ιδίως αυτή της ταινίας μυθοπλασίας, μας υποβάλλει την ιδεολογική της λειτουργία. Η περατότητα μιας ταινίας είναι ένα τέχνασμα, τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά: αυτό βλέπουμε από την εποχή των ομηρικών επών μέχρι τη σύγχρονη τάση της κινηματογραφικής βιομηχανίας για sequels.

Από την υπόθεση της ταινίας φαίνεται ότι ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί κεκτημένους κοινούς τόπους για να φτιάξει την ταινία του: απαγωγή, βία εις βάρος του θύματος, το οποίο, με πρόσχημα τα προβλήματα της υγείας του, αναγκάζει ψυχολογικά τον δράστη να παρατείνει την απαγωγή του, μόνο που η τριβή των προσώπων παράγει μια θερμότητα που αξιοποιείται αναπόδραστα ως καταλυτικό στοιχείο στις σχέσεις των ηρώων. Η τριβή αυτή θα αναδείξει βαθύτερα στρώματα του ψυχισμού τους που θα τους οδηγήσουν αναπόφευκτα στην τελική συμφιλίωση, στην ανακάλυψη του ψυχικού υπεδάφους τους. Σίγουρα, κάτι όχι τόσο πρωτότυπο, μιας και το μοτίβο του θύματος της απαγωγής που ταυτίζεται με τους απαγωγείς του δεν το βλέπουμε για πρώτη φορά. Το ότι έχει και ονοματεπώνυμο, π.χ. σύνδρομο της Στοκχόλμης, το ότι έχει εντοπιστεί από την ψυχολογία του βάθους, π.χ. σαδομαζοχισμός, ταύτιση με τον επιτιθέμενο, μάς στρέφει ήδη προς μια γνωστή και πεπατημένη κατεύθυνση. (περισσότερα…)

Κωστής Παλαμάς – Μίκης Θεοδωράκης: Ποιητής και συνθέτης προφήτες

*

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #6

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Η ιστορική και δημιουργική πορεία του Μίκη Θεοδωράκη, η ζωή και το έργο του διασταυρώθηκαν και μελετήθηκαν εκτεταμένα από την κριτική σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες πορείες συγκεκριμένων ποιητικών ονομάτων της Ελλάδας (κατά βάση της «Γενιάς του ’30» και του ρεύματος του «μοντερνισμού»), τα οποία ο συνθέτης γνώρισε από κοντά και μελοποίησε (Ρίτσος, Ελύτης, Σεφέρης και από τους «μεταπολεμικούς», Λειβαδίτης, Κατσαρός κ.ά.), αλλά και του εξωτερικού, ιδίως του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς (Λόρκα, Νερούδα). Μάλιστα, ακόμα και η (μάλλον άστοχη και μη δικαιωμένη στον χρόνο) μεταπολιτευτική απόπειρα του συνθέτη να διαλεχθεί με το έργο και τον μύθο του Κώστα Καρυωτάκη αποτέλεσε την αφορμή για μια (αποσπασματική) αναλογία του με τον αυτόχειρα ποιητή. Σχεδόν πουθενά, ωστόσο, στην εκτεταμένη βιβλιογραφία για τον συνθέτη δεν έχει επιχειρηθεί ως τώρα μια συντονισμένη σύγκριση και σύγκλιση της πορείας και του έργου του με τον πλέον «μείζονα» νεότερο Έλληνα ποιητή, Κωστή Παλαμά, η συνάρτηση του οποίου με την αντίστοιχη πορεία του Θεοδωράκη κρίνουμε πως έχει πολλά να κομίσει στην έρευνα, μιας και αμφότεροι διεκδικούν (και κατακτούν έπειτα από αγώνες) τον ρόλο του «εθνικού» και του «ποιητή/συνθέτη-προφήτη». Με το παρόν, έκτο άρθρο στη σταθερή φετινή μας στήλη για το «Έτος Μίκη Θεοδωράκη», επιχειρούμε να θέσουμε ως μια πρώτη βάση ορισμένους άξονες αναφοράς και σύγκλισης της πορείας και των κεντρικών κατευθύνσεων του έργου τους.

///

–>Γεννημένοι και οι δύο σε πόλεις της ελληνικής επαρχίας, αναγκάστηκαν να αλλάξουν σπίτι στα κρίσιμα παιδικά χρόνια, ο Κωστής Παλαμάς λόγω της απώλειας των γονιών του, ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης εξαιτίας των επαγγελματικών μεταθέσεων του πατέρα του, με τίμημα την απομάκρυνσή τους από μια σταθερή παιδική και εφηβική ηλικία. Όταν, ως ενήλικες πια, φτάνουν στην Αθήνα, ο πρώτος σε μια εποχή εθνικών εξορμήσεων κι ο δεύτερος στην καρδιά της ακμής της Εθνικής Αντίστασης, οι αδιαμόρφωτες επιρροές της ως τότε ζωής τους σχηματοποιούνται ευκρινώς και τους κινητοποιούν δυναμικά και προωθητικά προς τη δράση. Η δε ποίηση του Παλαμά, κατά δήλωση του Θεοδωράκη, υπήρξε ένας από τους βασικούς οδικούς άξονες για τον ίδιο στα εφηβικά του χρόνια, έχοντας ως απότοκο και κάποιες (πρωτόλειες) μελοποιήσεις σε ελάσσονα παλαμικά ποιήματα. (περισσότερα…)

Πότισμα με φόντο όχι και τόσο μακρινό ατομικό μανιτάρι

*

Ω ναι,
παρόλη την οσκαρική κανονικότητα
οι τραγωδίες συμβαίνουν

Φωνή ἐν Ῥαμᾷ
Φωνή ἐν Γάζῃ
– της ιστορίας ένδοξα υψώματα
ανεστραμμένες τάφροι, χαρακώματα
και déjà vu ελιγμοί
όπου ενδημεί
κατά στοιβάδες το αίμα
κι ολοένα «θάλαττα» –τυφλός–
να κρώζει ο μαουνιέρης

7 Μαρτίου, νεκροί 83
24 Μαΐου, εβδομήκοντα και εννιά
2 Αυγούστου – στο σημείο διανομής
τροφίμων ξηλωμένο χέρι
μες στη σφιγμένη ακόμα χούφτα
ασπαίροντας το μάννα
– στον αιώνα πια δικό του

83, 79, 250.9
αριθμοί ξεδιάντροπα αστρογγύλευτοι
καθόλου για OCD
φανατικά εμπαίζοντας
τις πτώσεις, τις νευρώσεις
κι όμως να επενδύεις γιατί «απ’ τα ολότελα»
τανγκό χορεύοντας δήθεν με το Παράλογο
καθώς πισώπλατα σε μαχαιρώνει
απεγνωσμένα ανασύροντας λαχνούς
μ’ αυτούς να σκαν στα χέρια σου
γιατί η βρώμα που είχε βγει (πως τα ψηφία του π
στην όλη τους κρυψίνοια
κάποτε –έστω και με στον κρόταφο την κάννη–
θα μιλήσουν)
ήταν εν τέλει πτωμαΐνη
χίλιων οπτιμιστών
παρόλη την επιμελή ταρίχευση (περισσότερα…)

Το δοκάρι με τα κίτρινα γράμματα

*

Βγαίναμε σαν καλαμιές. Φώναζε ο ένας τον άλλον και τρέχαμε στη μέση. Πεταγόταν από καμιά στροφή κάποιος τρίτος. Σε δέκα λεπτά ήμασταν τσούρμο. Κυνηγιόμασταν μέχρι να μας κοπεί η ανάσα.

Μέναμε στην τελευταία οικοδομή στο αδιέξοδο. Μπροστά είχε χωματόδρομο και ένα στενόμακρο μονοπάτι που τον χειμώνα ήταν μόνιμα λασπωμένο. Σέρνονταν σαν φίδι στις σκοτεινές βατσινιές και έβγαζε στην άλλη μεριά χωρίς τον κύκλο του τετραγώνου. Εκεί είχαμε το παλιόσπιτο για κάστρο. Μπαίναμε από την ετοιμόρροπη σκάλα στο αποθηκάκι και σκάβαμε ώς τα θεμέλια γιατί εκεί είχαν τις λίρες οι Γερμανοί. Ή, τουλάχιστον, έτσι έλεγε ο Φάνης.

Πίσω απ’ τις βατσινιές είχε ένα παλιό ισόγειο αρχοντικό. Όταν γέμισαν φαμίλιες οι καινούριες οικοδομές, του πήραμε τον ακάλυπτο για αλάνα. Είχε μια παλιά συκιά και σκαρφαλώναμε πάνω της για ενέδρα. Του χαλάσαμε την ησυχία και μια μέρα μας έφραξε έξω. Πάει η αλάνα. Από εκεί και μετά ήταν σαν τον κακό στα καουμπόικα. Τα παιδιά είναι σκληρά μα όχι άδικα.

Στην άλλη άκρη ήταν το σχολείο. Πηδούσαμε τη μάντρα για μπάλα στο τσιμέντο. Ξυπνούσαμε τους γείτονες τα μεσημέρια. Σπάγαμε τα τζάμια με αδέσποτες και ματώναμε τα γόνατά μας.

Δεν είχε κίνηση ούτε αμάξια. Στήναμε ολυμπιακούς ή παγκόσμιο στίβου – και μαζεύονταν τα παιδιά από τις γύρω γειτονιές.

Γράφαμε διαδρομές στο χώμα με τουβλόσκονη απ’ το παλιόσπιτο και όταν ήρθε η άσφαλτος, με κιμωλίες που κλέβαμε απ’ τον πίνακα. Εκκίνηση ήταν η διασταύρωση και τέρμα το σπίτι μου. Δεν είχαμε νήμα. Τσαλακώναμε τον φράχτη του κακού. Εκείνος, βαρύς όπως ήταν, έβγαινε ξεφυσώντας με τη φανέλα του και μας πετροβολούσε. (περισσότερα…)

Η «στιχοσύνη» ως «βαλβίδα του ποιήματος»

*

του ΚΩΣΤΗ ΠΑΥΛΟΥ

Παναγιώτης Νικολαΐδης
Πόλη που ράγισε
Σμίλη, 2024

 Η συλλογή Πόλη που ράγισε του Παναγιώτη Νικολαΐδη κυκλοφόρησε τους πρώτους μήνες του 2024 από τις εκδόσεις Σμίλη[1]. Αποτελεί την όγδοη ποιητική συλλογή του σημαντικού αυτού Κύπριου δημιουργού σε ένα σύνολο εννιά ποιητικών καταθέσεών του σε μορφή βιβλίου, αν στο σύνολο αυτό συνυπολογιστεί αφενός η ποιητική σύνθεση Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση (2017), που συνέθεσε σε συνεργασία με τον ποιητή Μιχάλη Παπαδόπουλο, και αφετέρου η συλλογή Γράμματα στην αγαπημένη που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2025. Φανερό είναι επίσης ότι τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην Πόλη που ράγισε παρουσιάζουν μια εσωτερική ενότητα με τα ποιήματα τόσο των δύο προηγούμενων συλλογών του ποιητή, Η Νύφη του Ιούλη (2019) και Ριμαχό (2022), όσο και της πρόσφατης συλλογής του Γράμματα στην αγαπημένη. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν άτοπο να ισχυριστεί κανείς ότι οι τέσσερις συλλογές συνιστούν κατά βάση μια τετραλογία, με πολλές τις ορατές και αδιόρατες διαλεκτικές σχέσεις ανάμεσα σε αρκετά από τα ποιήματα που συγκεντρώνουν. Θα ήταν βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μια ευσύνοπτη συζήτηση που θα αποσκοπούσε στη μερική έστω διαλεύκανση των σχέσεων αυτών, ωστόσο το απαιτητικό αυτό εγχείρημα θα απαιτούσε μια αυτοτελή, συνθετικότερη εργασία. Σε ό,τι ακολουθεί λοιπόν επικεντρώνομαι αποκλειστικά και μόνο στην Πόλη που ράγισε, επιχειρώντας την ανάδειξη βασικών συνισταμένων του ενιαίου και αδιαίρετου συνόλου του περιεχομένου και της μορφής των ποιημάτων της συλλογής. (περισσότερα…)

Τράνζιτο

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Καλοκαίρι με σαράντα υπό σκιάν. Έτρεμε ο αέρας πάνω στην καυτήν άσφαλτο.

Στο δρόμο προς την Κορώνη, σταματάμε σ’ ένα από τα κιόσκια οπωροκηπευτικών. Κοιτάμε με τη λαχτάρα της βορειοευρωπαϊκής έλλειψης τις ώριμες ντομάτες, τα φασολάκια, τα καρπούζια. Κάτι λέμε μεταξύ μας στα γερμανικά κι ευθύς ο οπωροπώλης μάς απαντά σε άπταιστα γερμανικά. Έκπληξη!

Φαντάστηκα προς στιγμήν τον κυρ-Μήτσο, που τον περιμέναμε ως παιδιά να βγει από την γωνία απέναντι, με το κάρο του που το έσερνε το γερασμένο άλογο φορτωμένο ζαρζαβατικά, να μας μιλά ξαφνικά στ’ αγγλικά ή στα γαλλικά…

Ευγενικότατος εκείνος, με ευρωπαϊκό παρουσιαστικό, φιλοτιμήθηκε να μας εξυπηρετήσει.

«Πώς κι έτσι πατριώτη; Από πού ήρθες;» – οι αυτονόητες ερωτήσεις.

Μεγάλωσε ως παιδί στο Μενχενγκλάντμπαχ αλλά δεν άντεξαν και γύρισαν. Του λέει η γυναίκα μου: «Και δεν πρέπει να το μετάνοιωσες».

«Auf keinen Fall, σε καμμιά περίπτωση», ήρθε αυτονόητη και η απάντηση.

Πίσω του, κάτω από την καλαμωτή, καθόταν ευδαίμων μέσα στο κλαρωτό της φόρεμα μια έμορφη, στρογγυλή κυρά.

Τρέμει ο ουρανός να πέσει
με τ’αστέρια του μαζί.

Εσύ, Μπάτη, τους δρόμους στα τάστα τους γνώριζες καλύτερα από τα γράμματα· είχες γι’ αυτά, παρέα τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Πληρώσαμε μπιρ ταμάμ, μετρητοίς βεβαίως, πήραμε ευτυχείς τις δυο γεμάτες πλαστικές σακούλες, ευχαριστήσαμε σε δυο γλώσσες και συνεχίσαμε το δρόμο μας. (περισσότερα…)

Στην Κοίμηση της Θεοτόκου

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Η γνωστή ποιητική συλλογή Ἄνθη εὐλαβείας, που περιλαμβάνει έμμετρες συνθέσεις των σπουδαστών της Φλαγγινείου Σχολής της Βενετίας, εκδόθηκε στη Βενετία το 1708. Σε αυτή περιέχονται στιχουργήματα συντεθειμένα στην αρχαία και νέα ελληνική, καθώς και στην ιταλική. Το «άσμα» που μεταφράζεται εδώ προέρχεται από τα αρχαιοπρεπή συνθέματα και το θέμα του, όπως και όλης της συλλογής, είναι το εγκώμιο της Θεοτόκου, με αφορμή τον εορτασμό της κοιμήσεώς της. Το ποίημα φέρει τον χαρακτηρισμό «ἆσμα σαπφικὸν» και πράγματι ακολουθεί τη μετρική μορφή της λεγόμενης «σαπφικής ωδής»: Τετράστιχες στροφές, με τρεις ενδεκασύλλαβους και έναν πεντασύλλαβο. Συνδιαλεγόμενος με αυτή τη διάταξη, επέλεξα τετράστιχες στροφές με τρεις ιαμβικούς ενδεκασύλλαβους και έναν καταληκτήριο ιαμβικό επτασύλλαβο. Πεζή μετάφραση του ποιήματος μπορεί κανείς να βρει στο: Α. Καραθανάσης (επιμ.), Ἄνθη εὐλαβείας, Αθήνα 1978, σ. 48. Από αυτή την έκδοση (σ. 24-25) παρατίθεται μετά τη δική μου μεταφραστική δοκιμή το πρωτότυπο.

///

ΣΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
KAI ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

Άσμα σαπφικό

Άσπιλη νύμφη, μέγιστη Μαρία,
των αοράτων κι αισθητών η δόξα,
του Θεού των όλων πάναγνη μητέρα,
χαρά πολλή σ’ εσένα!

Διαμένεις πια σε ουράνια κατοικία,
με τρόπαια που σ’ όλους διαμηνύουν
τις άρρητες, τις θείες αρετές σου
και τα επιτεύγματά σου. (περισσότερα…)

Πορταΐτισσα

*

Και μέσα στο ναό σου φωτεινή
Σε φορητές εικόνες και φωτογραφήματα
Παρά το χρώμα το φαιό της Αφρικάνας και το μαυράκι Σου
Στην αγκαλιά.

Μονάχα τα κεφάλια φαίνονται
Μια στάλα ξεχωρίζουν
Τα δυό πρόσωπα κοντά-κοντά
Κι άμα προσέξεις, το βλέμμα της ταξίδι σε δώματα βασιλικά,
Σε ουρανούς.
Ο Χριστός
Για νά ’ναι τόσο σοβαρός
Το σταυρικό μαρτύριο κινηματογράφος
Μπροστά στα μάτια θα περνά. (περισσότερα…)

Τη Ρωμιοσύνη να την καις

*

Αυτά τα δέντρα βολεύονται και με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες βολεύονται και κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα βολεύονται και δίχως τον ήλιο,
αυτές οι καρδιές βολεύονται και δίχως το δίκιο.

Όταν σφίγγουν το χέρι, τα ντηλ τους είναι όλεθρος για τον κόσμο,
όταν χασκογελάνε, ένα μικρό φιδάκι φεύγει μες απ’ τη γραβάτα τους,
όταν πληρώνονται, όταν πληρώνονται, τη γη ρημάζουν κερδοφόρα
με κονδύλια και με ρεμούλα.

Με τόση στάχτη εχάθη ο ήλιος αν και μέρα
με τόσες κάφτρες ανάβει κόκκινος ουρανός
και τούτοι πάνε διακοπές κι εκείνοι στις οθόνες
και τούτοι πάνε διακοπές κι εκείνοι κάνουν σκρόλινγκ. (περισσότερα…)

Hermann Hesse, Βήματα

*

Σαν τον ανθό μαραίνεται κι η κάθε νιότη
γέρνει απ’ τα γηρατειά, κάθε ηλικία θάλλει,
θάλλει κάθε αρετή, κάθε σοφία μεγάλη,
μα τη δροσιά της δεν κρατά ποτέ την πρώτη.
Όποτε την καλεί η ζωή, πρέπει να ξέρει
να λέει αντίο η καρδιά, πέρα να φεύγει,
πίσω τη θλίψη της ν’ αφήνει, να αλαργεύει,
γενναίο ξεκίνημα να κάνει σ’ άλλα μέρη.
Σε κάθε μας ξεκίνημα ζει μια μαγεία,
που είν’ της ζωής μας αρωγός και προστασία.

Σ’ αυτό το Αλλού λοιπόν ας μπούμε μ’ ευφροσύνη,
τόπος κανείς, καμιά πατρίδα δεν μας δένει,
από το πνεύμα αυτού του κόσμου οδηγημένοι
που βήμα βήμα μάς υψώνει, μας διευρύνει.
Δες, δεν προφταίνουν καν καλά να βολευτούνε
κι όλους τους τριγυρίζει η νάρκη, η χαύνωση ήδη·
οι έτοιμοι μόνο για φευγιό και για ταξίδι,
απ’ της συνήθειας τα δεσμά μπορούν να βγούνε.

Μα ίσως η ώρα του θανάτου θά ’ρθει πια
νέους ξανά σε νέους τόπους να μας στείλει,
το κάλεσμα της η ζωή δεν θα υποστείλει,
φύγε λοιπόν, καρδιά μου, αντίο κι έχε γεια! (περισσότερα…)

Στην Κηφισιά, στις 13 Αυγούστου του 1857

Άποψη της Πάρνηθας από την Κηφισιά, σε απεικόνιση του Γρηγορίου Σούτζου· στο κέντρο διακρίνεται ο λόφος του Προφήτη Ηλία (Εθνική Πινακοθήκη).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Αν ανατρέξει κανείς τα φύλλα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως των χρόνων της βασιλείας του Όθωνος, θα διαπιστώσει ότι συχνά, κατά τους μήνες του θέρους, τα βασιλικά διατάγματα είχαν ως τόπο υπογραφής τους την Κηφισιά —  «ἐν Κηφισσίᾳ», κατά τη γλώσσα της εποχής. Ο Βαυαρός πρώτος μονάρχης της Ελλάδας δεν διέθετε θερινά ανάκτορα και κατέφευγε τα καλοκαίρια σε αυτό το μικρό χωριό της Αττικής, που χάρις στην πηγή του Κεφαλαρίου και την πλούσια βλάστησή του, πρόσφερε τη μοναδική διέξοδο από την αφόρητη ζέστη της Αθήνας. Η Κηφισιά των 312 κατοίκων —κατά την απογραφή του 1844— γινόταν τότε η θερινή έδρα του βασιλείου και συγκέντρωνε, εκτός από τον βασιλιά και την ακολουθία του, κυβερνητικούς αξιωματούχους, πολιτικούς, διπλωμάτες και άλλα διακεκριμένα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας.

Ο Όθων διέμενε σε ταπεινά οικήματα δίχως βασιλικές ανέσεις, τα οποία του παραχωρούσαν οι ιδιοκτήτες τους. Μόνον κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του χρησιμοποίησε τη νεόδμητη κατοικία του Μιχαήλ Τοσίτσα, την πρώτη αληθινά άνετη και πολυτελή για τα δεδομένα του οικισμού, με άπλετη θέα προς την Πάρνηθα και μεγάλο μέρος της αθηναϊκής πεδιάδας. Οι μέρες του βασιλιά μοιράζονταν ανάμεσα στη διεκπεραίωση των κρατικών υποθέσεων, σε ακροάσεις, σε έφιππους και πεζούς περιπάτους στις εξοχές της Κηφισιάς και τα δάση της Πεντέλης, καθώς και σε υπαίθριες δεξιώσεις που παρέθεταν ο ίδιος και οι παρεπιδημούντες πρέσβεις. Ο Όθων είχε επίσης τη συνήθεια να παίρνει ένα πολύ πρωινό λουτρό, πριν ακόμη χαράξει η μέρα, στην πηγή του περίφημου νερού του Κεφαλαρίου.

Στις 13 Αυγούστου του 1857, το χωριό της Κηφισιάς έγινε το σκηνικό μιας ρομαντικής  γιορτής, την οποία οργάνωσε ο Όθων για να τιμήσει τα γενέθλια του πατέρα του Λουδοβίκου του Α΄, πρώην βασιλιά της Βαυαρίας. (περισσότερα…)

Paul Verlaine, Περισυλλογή

*

Πιάσου απ’ το χέρι μου και μη μιλάς, έλα μαζί μου
κάτω από τον γιγάντιο δρυ, κει που πεθαίνει η αύρα,
στους στεναγμούς σου ας προστεθούν οι στεναγμοί οι δικοί μου
σαν το φεγγάρι που ακουμπά στα σύννεφα τα μαύρα.

Ασάλευτο το βλέμμα μας ας καρφωθεί στο χώμα.
Όχι με σκέψεις, με όνειρα. Και ό,τι θέλει ας γίνει!
Πεθαίνει, χάνεται η χαρά, σβήνει κι η αγάπη ακόμα,
και τα μαλλιά μας ο λυγμός του γκιώνη θα ομορφύνει.

Ας πάψουμε να ελπίζουμε. Αργά και μυστικά
του καθενός μας η ψυχή ας βυθιστεί βαθιά
μες στου ήλιου τον μειλίχιο και ακύμαντο χαμό.

Της νύχτας μη συλήσουμε την άπεφθη σιωπή:
απ’ του ύπνου ας μη σηκώσουμε τη γαληνή ηδονή
τη Φύση, αυτόν τον άγριο και αμίλητο θεό.

Μτφρ. Λάμπρος Λαρέλης

*

*

*