5η Γυναικεία Κραυγή – Δελτίο Τύπου

Poster Grito de Mujer 2015 (Greek)unnamed

index

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης «Γυναικεία Κραυγή», με θέμα την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, το ξεκίνημά του στη Δομινικανή Δημοκρατία το 2011 από το Διεθνές Κίνημα Ποιητριών (Mujeres Poetas Internacional) και με τη συμμετοχή 40 χωρών παγκοσμίως, επανέρχεται στην Ελλάδα το Μάρτιο. Φέτος το Φεστιβάλ, όντας αφιερωμένο στις Δομινικανές αδερφές Μιραμπάλ, τελεί υπό την αιγίδα της Ουνέσκο και συμμετέχει στους παγκόσμιους εορτασμούς για το 2015 ως «έτος φωτός».

Τη στιγμή που το ένα τρίτο των Ελληνίδων και όλων των γυναικών της Ευρώπης πέφτει θύμα σωματικής ή ψυχολογικής βίας, αλλά και παλαιωμένες αντιλήψεις, με θρησκευτικό ή άλλο μανδύα, καταδικάζουν τη γυναίκα σε μια ύπαρξη αόρατη και μια ζωή αβίωτη με στέρηση πρωταρχικών δικαιωμάτων, δεν υπάρχει περιθώριο για αδιαφορία. Έτσι, η 5η Γυναικεία Κραυγή έρχεται να αφυπνίσει συνειδήσεις και να καυτηριάσει ένα παγκόσμιο θλιβερό φαινόμενο, περισσότερο ενδυναμωμένη, πλούσια και ηχηρή αυτή τη φορά!

Υπό τη διοργάνωση φέτος του περιοδικού λόγου, κριτικής και ιδεών Νέο Πλανόδιον, το Φεστιβάλ στην Ελλάδα θα περιλαμβάνει 5 εκδηλώσεις, 2 θεατρικές παραστάσεις, 3 προβολές ταινιών, 2 προβολές ντοκυμαντέρ και 1 θεατρικό αναλόγιο, τόσο στην πρωτεύουσα, όσο και στην ελληνική περιφέρεια. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει: εκδηλώσεις στο Ινστιτούτο Θερβάντες (6/3, 19.00) και στο Abanico (14/3, 20.00), προβολή του ντοκυμαντέρ «Κισμέτ» (Αθήνα, 6/3, 17.00), ανοιχτή συζήτηση στον πολυχώρο Vault (8/3, 20.00), προβολές ταινιών (Βιβλιοθήκη Βολανάκη, 15/3 & 22/3, 19.00), καθώς και τις παραστάσεις «Πνιγμονή» (στο Vault και στη Θεσ/κη) και «Αρκετά πια με την Αντέλα» (στο θέατρο Βικτώρια). Στην Κρήτη θα πραγματοποιηθεί διήμερο εκδηλώσεων στα Χανιά (27-28/3) και εκδήλωση στην Κίσαμο Χανίων (29/3, 20.00).

Στις εκδηλώσεις, μεταξύ άλλων, συμμετέχουν οι ποιήτριες Δήμητρα Χριστοδούλου, Λένα Καλλέργη, Έλσα Κορνέτη, Άντζυ Κορρέ, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Νεκταρία Μενδρινού και Γεωργία Τριανταφυλλίδου, η συγγραφέας Νίκη Τρουλλινού και οι σκηνοθέτες Νίνα-Μαρία Πασχαλίδου, Μιχάλης Βιρβιδάκης και Δημήτρης Καρατζιάς.

Πέρα από το Νέο Πλανόδιον, την 5η Γυναικεία Κραυγή στηρίζει το Instituto Cervantes, ο Κύκλος Ποιητών, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας, οι Γιατροί χωρίς Σύνορα, η Βιβλιοθήκη Βολανάκη, το κέντρο Abanico, ο Ιστιοπλοϊκός Όμιλος Χανίων, ο Δήμος Κισάμου Χανίων και ο Φιλολογικός Σύλλογος Κισάμου. Την οργάνωση και το συντονισμό της ελληνικής συμμετοχής στο Φεστιβάλ ανέλαβε η μεταφράστρια και κριτικός θεάτρου Έλενα Σταγκουράκη ως επίσημη εκπρόσωπος του Διεθνούς Κινήματος Ποιητριών (MPI) στην Ελλάδα.

Αθήνα, 12.2.2015

Το σατιρικό έργο του Γιάννη Μπελεσιώτη, αλλέως «Στιχάκια»

Στιχάκιας (Γιάννης Μπελεσιώτης)

Η παρακμή της σατιρικής ποίησης στην Ελλάδα ξεκίνησε με τον μοντερνισμό. Τίποτα δεν αντιστρατεύεται το πνεύμα της σάτιρας περισσότερο από το ιδεώδες της «καθαρής ποίησης» που μέσω του συμβολισμού σφράγισε και τους νεωτερικούς. Η σάτιρα είναι εξ ορισμού «ακάθαρτη», επικαιρική, βέβηλη και γειωμένη – πολύ μακριά από το αποσαρκωμένο ίνδαλμα της Ιδέας που λάτρεψαν οι poètes puristes. Επιπλέον, η μοντέρνα στροφή στον ελεύθερο στίχο στέρησε από τους σατιρικούς το σπουδαιότερο ίσως όπλο τους – τη διαβρωτική ομοιοκαταληξία.

Με πρώτα της δείγματα τα «μανουσοφασσικά» του Μανόλη Αναγνωστάκη και την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, τα τελευταία χρόνια η σατιρική ποίηση έχει εντυπωσιακά ανακάμψει. Ποιητές όπως ο Γιώργος Κεντρωτής, ο Νίκος Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Ευσταθιάδης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Ηλίας Λάγιος, ο Νάσος Βαγενάς, η Αριστέα Παπαλεξάνδρου κ.ά. έχουν δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής που ανανεώνουν κατά τρόπο γόνιμο το είδος. Σημαντική είναι η συμβολή μιας ομάδας νεώτερων που είτε πρωτοξεκίνησε να δημοσιεύει απευθείας στο διαδίκτυο είτε έχει και διατηρεί σ’ αυτό αξιόλογη παρουσία. Ο Δημήτρης Σολδάτος, ο Θεοδόσης Βολκώφ, η Σοφία Κολοτούρου και ο Στιχάκιας ανήκουν σ’ αυτήν.

Στο επικείμενο τρίτο τεύχος του το Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει για πρώτη φορά εκτενώς «επί χάρτου» έναν από αυτούς τους ποιητές, τον Στιχάκια, κατά κόσμον Γιάννη Μπελεσιώτη. Ο Κώστας Κουτσουρέλης ανθολογεί το έργο του ενώ ο Γιώργος Πινακούλας το σχολιάζει στο επίμετρο.

Ρομαντικό δείπνο

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
σ’ αγαπώ και σε θέλω πολύ
μια κουβέντα κακιά δε σου λέω
γιατί ξέρω αυτό σε ενοχλεί

Καθισμένοι κι οι δυο στο τραπέζι
ομορφούλα μου εσύ προκομμένη
με φατσούλα γλυκιά πετιμέζι
και κορμί που νεκρούς ανασταίνει

Με κεριά, πορσελάνινα πιάτα
με χεράκια λεπτά και δραστήρια
μού προσφέρεις εσύ τη σαλάτα
κι εγώ βάζω κρασί στα ποτήρια

Τι έχεις φτιάξει μικρή μου για μένα!
– η καρδιά μου ανοιγμένη βεντάλια –
τόσα πιάτα ωραία, στολισμένα
τα κοιτώ και μου τρέχουν τα σάλια

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
Τρέχει η μύτη… Σου πιάνω το χέρι
σ’ αγαπώ και γι’ αυτό δε σου λέω
πως γαμάς το φαΐ στο πιπέρι

Έλενα Σταγκουράκη: Τόμας Μπέρνχαρντ, «Ιμμάνουελ Καντ»

1959458_1590118514566595_3385728327971812207_n

Ολόκληρος ο κόσμος του Μπέρνχαρντ σε μια παράσταση

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Ιμμάνουελ Καντ»
του Τόμας Μπέρνχαρντ,
σκην. Γιάννος Περλέγκας,
Θέατρο Τέχνης
Φεβρουάριος 2015

«Τα διαφωτισμένα μυαλά δεν διαφωτίζουν» -είναι γεγονός!- και «όσοι είναι να μιλήσουν, δεν μιλάνε». Είμαστε, ωστόσο, βέβαιοι πως οι αδιαφώτιστοι επιθυμούν το διαφωτισμό, οι κωφοί την ακοή και οι τυφλοί την όραση; Την απάντηση τη δίνει και πάλι ο Μπέρνχαρντ: το ζητούμενο από τον καιρό του Διαφωτισμού έχει αλλάξει.

Ο «Ιμμανουέλ Καντ», κωμωδία γραμμένη το 1978 -αν και στην περίπτωση του Μπέρνχαρντ ο όρος ‘κωμωδία’ μοιάζει πολύ λίγος ή επιφανειακός- συνιστά περίληψη τόσο της κοινωνίας και του σύγχρονου κόσμου της διανόησης, όσο και της κοσμοαντίληψης του ίδιου του συγγραφέα. Και τι δεν καυτηριάζει ο μεμψίμοιρος Μπέρνχαρντ, και τι δε συνιστά αντικείμενο σαρκασμού του: η τύφλωση των πνευματικών ανθρώπων, η αφέλεια και δουλοπρέπεια του κόσμου, η έπαρση της τέχνης, η αλαζονεία του χρήματος, η βαναυσότητα του δυνατού απέναντι στον αδύναμο, το ψέμα της ηθικής, ο καταστροφικός συχνά ρόλος των γονέων, συνεπικουρούμενος από εκείνον της Εκκλησίας και του σχολείου, η αδυναμία του ατόμου να προστατευτεί, μια ανθρωπότητα υπό καθεστώς τρόμου, η ανυπαρξία της ατομικής ελευθερίας, η αναζήτηση του εαυτού, το τίμημα που καλείται να πληρώσει καθένας, εν τέλει: η εξύψωση του κενού. Από τα βέλη του συγγραφέα δεν ξεφεύγουν ούτε οι ΗΠΑ, με έξοχα ειρωνικές φράσεις όπως: «Σε πολλά βάσανα βάζει τέλος η Αμερική» ή «Η Αμερική τραβάει σαν μαγνήτης όλους τους αρρώστους». Έτσι, στο έργο αυτό, με τον έντονο -κάποτε- αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, το κοινό συναντά το συγγραφέα που αγαπά να μισεί.

Το έργο ανεβαίνει για πρώτη φορά σε ελληνική σκηνή, σε συμπαραγωγή με το Θέατρο Τέχνης, αλλά αυτή δεν είναι η μόνη πρωτιά. Πρώτη είναι και η φορά που ο Γιάννος Περλέγκας υπογράφει σκηνοθέσια, εν προκειμένω μια σκηνοθεσία που προδίδει αγάπη και φροντίδα για τον Μπέρνχαρντ και τον κόσμο του. Με μια αφήγηση πλούσια και πολυεπίπεδη, επιτρέπει στο έργο όχι μόνο να ακουστεί, αλλά και να κυριαρχήσει. Δεδομένης της απαιτητικότητας του κειμένου, λόγω της διαρκούς επανάληψης μοτίβων, αλλά και των συχνά ανακόλουθων στιχομυθιών, η παράσταση συνιστά στοίχημα, το οποίο ο Περλέγκας κερδίζει, όχι ωστόσο απολύτως αλώβητος: δεν αποφεύγεται ένας πλατειασμός στο πρώτο μέρος, όπου ο ρυθμός θα έπρεπε να είναι γοργότερος, αντίστοιχος του δεύτερου μέρους. Αχρείαστος είναι και ο επεξηγηματικός επίλογος, ο οποίος αποκρυσταλλώνει ιδέες που αναλογούν στο θεατή να εξαγάγει, και συνιστά ταυτόχρονα επανάληψη μιας δεδομένης -σήμερα- κοινοτοπίας: ο καθείς και οι πληγές του.

Οι ηθοποιοί πλαισίωνουν ζεστά την παράσταση, με κάποιους να προδίδουν αμηχανία, όπως η Σύρμω Κεκέ στο ρόλο της κυρίας Καντ και ο Χρήστος Μαλάκης στο ρόλο του Έρνστ Λούντβιχ, άλλους όμως να λάμπουν, όπως η Κατερίνα Λυπηρίδου στο ρόλο της εκατομμυριούχου και ο Γιάννης Καπελέρης στο ρόλο του συλλέκτη έργων τέχνης. Ο Μάκης Παπαδημητρίου στον πρωταγωνιστικό ρόλο μάς άφησε αμφίθυμους.

Τα σκηνικά των Χριστίνα Κάλμπαρη και Αττάρτ Βίλλυ γοητευτικά, συνδυάζοντας τη λιτότητα και συμβολικότητα της σκηνής με το βάρος και την επιβλητικότητα της γαλαρίας. Δωρικά στιβαρή η μουσική του Σελαμσή σε εκτέλεση του Περλέγκα.

«Η ανθρωπότητα δεν τρέμει τίποτε περισσότερο από τον ίδιο της τον εαυτό». Ομοίως είχε εκφραστεί ο συμπατριώτης του Μπέρνχαρντ, Λούντβιχ Βίττγκενστάιν: «Η κόλαση δεν είναι οι άλλοι, είναι ο ευατός σου», κάτι που δεν ισχύει για την παράσταση στη Φρυνίχου. Με ένα τέτοιο επίτευγμα, υπό τις δεδομένες μάλιστα συνθήκες, δεν μπορεί κανείς, παρά να είναι υπερήφανος. Εν αναμονή μιας ανάλογης συνέχειας,

Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 8/3/2015

10378964_1590118021233311_3863012202721664719_n

Το νησί των σκλάβων

main_VICKY

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Κάνουν τα ράσα τον παπά;

«Το νησί των σκλάβων»
του Μαριβώ,
σκην. Μαριάννα Κάλμπαρη,
Θέατρο Τέχνης
Ιανουάριος 2015

Στο νησί των σκλάβων, όπου καταλήγουν ναυαγοί δύο αριστοκράτες και οι δυο δούλοι τους, τα πρόσωπα καλούνται να ανταλλάξουν ρόλους, με στόχο το συνετισμό των κυρίων και την ανεξαρτησία των σκλάβων. Αλλάζοντας όμως ρούχα, οι χαρακτήρες αδυνατούν να αλλάξουν ουσιαστικά και ρόλους.

Και ενώ το έργο του Μαριβώ που πρωτοπαρουσιάστηκε στα 1700 τείνει μάλλον να τονίζει την όμορφη, αισιόδοξη και ουμανιστική ανωτερότητα των σκλάβων, βάσει της οποίας δεν μπορούν ούτε και θέλουν να βασανίζουν και να εκμεταλλεύονται επ’ αόριστον τους κυρίους τους, η σκηνοθεσία της Κάλμπαρη έρχεται με τις ενέσεις μοντερνικότητας και μεταφοράς στο σήμερα να μιλήσει για τη ρεαλιστική και σκληρή πλευρά των πραγμάτων (πάντα με ένα πικρό χαμόγελο και την ψευδαίσθηση αισιοδοξίας): ο Ιφικράτης βιάζεται να ασκήσει πάλι βία και να πάρει το όπλο στο χέρι εις βάρος του σκλάβου του Αρλεκίνου, ενώ η Ευφροσύνη γίνεται και πάλι ματαιόδοξη και φιλάρεσκη. Λίγο πριν την αυλαία, βουτούν κυριολεκτικά και οι τέσσερις, κύριοι και δούλοι, για να πιάσουν το όπλο που ξεγλίστρησε από τα χέρια του Ιφικράτη, κάτι που παραπέμπει ευθέως στην πάλη των τάξεων μεταξύ τους, φαινόμενο πανάρχαιο, ανθρώπινο και αναπόφευκτο. Πικρό έρχεται το συμπέρασμα πως οι άρχοντες θα παραμένουν πάντα άρχοντες, ανεπίδεκτοι βελτιώσεως, τη στιγμή που οι σκλάβοι θα είναι εσαεί καταδικασμένοι -από τον ίδιο τον εαυτό τους- σε σκλαβιά. Μήπως αυτή δεν είναι και η στάση του ΚΚΕ, το οποίο, ενώ θεωρητικά στηρίζει και μάχεται για τα δικαιώματα των αδύναμων, στην πράξη αρνείται κατηγορηματικά να παίξει ενεργό ρόλο στη διεκδίκησή τους;

Θαυμάσια η σκηνοθετική απόδοση της Κάλμπαρη, η οποία όχι μόνο φρόντισε για μια δεμένη και ρέουσα αφήγηση, αλλά ανέδειξε και τις υποκριτικές δυνατότητες των ηθοποιών. Αν και στο έργο οι γυναίκες δέχτηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό κριτική, λόγω αφενός της ωραιοπάθειας και των τεχνασμάτων τους, αφετέρου της αναλγησίας και της σκληρότητάς τους, στην παράσταση ήταν οι γυναικείοι ρόλοι εκείνοι που έκλεψαν τις εντυπώσεις. Δίκαιη εξισορρόπηση. Από τη μια μεριά μια απολαυστική Βίκυ Βολιώτη ως αυτάρεσκη ντίβα, παραπονεμένο παιδί και αβοήθητη γυναίκα, από την άλλη μεριά μια Ιωάννα Παππά που για πρώτη φορά μάς πείθει με την ερμηνεία της, μια ερμηνεία που προσφέρει αληθινή συγκίνηση και συναίσθημα.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη εξαιρετικά. Αυτό το πολύχρωμο συνονθύλευμα ρούχων στη σκηνή, το οποίο επιπλέον πολλαπλασιαζόταν με τους καθρέφτες, όχι μόνο δεν εμπόδιζε την εστίαση στην αφήγηση, αλλά αντιθέτως αποδείκνυε κατηγορηματικά την ένταση της σκηνοθεσίας. Ομοίως ταιριαστή η μουσική επιμέλεια του Νέστορα Κοψιδά, η οποία επέτρεπε την απαραίτητη αποφόρτιση.

Το μόνο σίγουρο είναι πως «η κοινωνική θέση συνιστά δοκιμασία». Μπορεί η Τύχη να την καθορίζει για κάθε άνθρωπο, ωστόσο φέρει ο ίδιος την ευθύνη για τη λειτουργία του και τη συμπεριφορά του μέσα σε αυτήν. Έτσι, είναι δυνατόν ο μεγαλύτερος άρχοντας να είναι ο θλιβερότερος δούλος και ο ταπεινότερος δούλος να είναι ο πιο μεγαλόψυχος άρχοντας.

Έλενα Σταγκουράκη Αθήνα, 1.2.2015

ImageHandler.ashx

Η Αγνή του Θεού που έγινε η Αγνή των ανθρώπων

10407179_10153522305789622_6876676370387352883_n

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Η Αγνή του Θεού»
του Τζων Πήλμάιερ
σκηνοθεσία Μαριάννας Κοντούλη
θέατρο Αλκμήνη
Ιανουάριος 2015


«Έχουμε εξελιχθεί υπερβολικά: ό,τι κερδίσαμε σε λογική, το χάσαμε σε πίστη – δεν υπάρχει χώρος για θαύματα». Δεν υπάρχει; Ή μήπως υπάρχει; Το έργο επιχειρεί να δώσει κάποιες απαντήσεις μέσα από τη διαρκή αμφιταλάντευση. Η παράσταση στο θέατρο Αλκμήνη μάλλον το κατορθώνει.

Η Αγνή, βρίσκεται λυπόθυμη στο δωμάτιό της. Στο δε καλάθι των αχρήστων της, ένα νεκρό μωρό με τον ομφάλιο λώρο τυλιγμένο γύρω από το λαιμό του. Δεν είναι όμως μονάχα αυτό: η Αγνή είναι μοναχή και το δωμάτιό της είναι το κελί ενός μοναστηριού. Ποιος σκότωσε το μωρό και πώς έμεινε έγκυος η παρθένα μοναχή; Θαύμα ή συγκάλυψη εγκλημάτων; Στόχος του ψυχολογικού αυτού θρίλερ του Πήλμάιερ μοιάζει να μην είναι τόσο η απάντηση στο ερώτημα και η λύση του μυστηρίου, όσο η ίδια η διαδικασία ώς την άφιξη σε αυτήν, δηλαδή οι ψυχολογικές και νοητικές διεργασίες που συντελούνται ώς την κάθαρση. Την κάθαρση; Ποια κάθαρση όταν άλλοτε επινοούμε θαύματα και άλλοτε παραβλέπουμε τα μικρά θαύματα που όντως συμβαίνουν; Τι εστί Αλήθεια και ποια απ’ όλες τις αλήθειες είναι η πιο δόκιμη εξού και περισσότερο πιστευτή; Η αλήθεια σημαίνει και συνεπάγεται πάντα τη λύτρωση; Η ανοχή από την ενοχή βρίσκεται μόνο ένα φωνήεν μακριά. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το κατ’ εξοχήν περιβάλλον της ενοχής, το μοναστήρι.

Η παράσταση στο θέατρο Αλκμήνη συνεπαίρνει το θεατή στις διακυμάνσεις του έργου και τις μεταπτώσεις των χαρακτήρων, με μια σκηνοθεσία ικανοποιητική, με κάποιες όμως αδυναμίες. Τέτοια είναι για παράδειγμα η χρήση μαγνητοφώνου για μια αφήγηση σε παρελθόντα χρόνο. Συχνά χρησιμοποιείται το μέσο αυτό για την καταγραφή μιας υπόθεσης (ασθένειας, έρευνας κλπ) εν εξελίξει, σπανιότερα ωστόσο για μια εκ των υστέρων αφήγησή της. Σε αυτήν την περίπτωση, η παροντική αφήγηση θα είχε και το πλεονέκτημα του διαχωρισμού των σκέψεων της γιατρού Λίβινγκστόουν για την ασθενή από την εξιστόρηση προσωπικών της αναμνήσεων. Σε κάθε περίπτωση ξενίζει. Ακόμη, οι παύσεις μεταξύ των σκηνών ήταν υπερβολικά σύντομες, μαρτυρώντας την αγωνία της σκηνοθέτιδος για χαλάρωση του ρυθμού.

Τα σκηνικά της Αιμιλίας Κακουριώτη εξαιρετικά, αποτυπώνοντας επιτυχώς άλλοτε την υποβλητικότητα ενός χώρου προσευχής, άλλοτε την επιβλητικότητα ενός πεδίου εφαρμογής της επιστήμης κ.ο.κ. Τα φώτα του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου ακολουθούν τον αγωνιώδη ρυθμό της σκηνοθεσίας, ενώ η μουσική του Αχιλλέα Στέλιου αποπροσανατολίζει ελαφρώς στις στιγμές τής έντασης με τους περισσότερο ροκ ήχους της.

Όσο για τις ερμηνείες, η Άννα-Μαρία Στεφαδούρου έλαμψε στο ρόλο της δόκτορος Λίβινγκστοουν με την εκφραστικότητά της σε πρόσωπο και σώμα είτε ως δυναμική ψυχίατρος είτε ως εύθραυστη γυναίκα. Εξίσου λαμπρή, στο ρόλο της Αγνής, και η Αλεξάνδρα Μαρθαλαμάκη, σε ένα ρόλο με παγίδες που η ίδια ωστόσο απέφυγε με μαεστρία. Κάτι αντίστοιχο δεν ισχύει για την τρίτη της παρέας, την Ασπασία Μίχου, με τα πολλαπλά σαρδάμ.

Με θαύματα ή χωρίς, Θεός υπάρχει, μόνο που βρίσκεται νοτιότερα από το σημείο που υπέδειξε η γιατρός Λίβινγκστόουν. Και εκεί, η Αγνή του θεάτρου Αλκμήνη μάς άγγιξε.

Έλενα Σταγκουράκη

Αθήνα, 29.1.2015

Λογοκλοπής τεκμήρια: Γιάννης Πανούσης

panousis

Ὁ ἐγ­κλη­μα­το­λό­γος Γιά­ννης Πα­νού­σης εἶ­ναι σή­με­ρα γνω­στὸς ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κή του δρά­ση κυ­ρί­ως. Πα­λαι­ὸ στέ­λε­χος τοῦ ΠΑΣΟΚ, βρα­χύ­βι­ος Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας Ἀ­πό­δη­μου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ ἐ­πὶ κυ­βερ­νή­σε­ως Ση­μί­τη, ὑ­πο­ψή­φι­ος ὑ­περ­νο­μάρ­χης Ἀ­θη­νῶν-Πει­ραι­ῶς τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, στὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­κλο­γὲς βγῆ­κε βου­λευ­τὴς μὲ τὴ ΔΗΜΑΡ. Τὸ ὄ­νο­μά του πρω­τα­κού­στη­κε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1980 ὅ­ταν ἀ­πὸ κοι­νοῦ μὲ τὸν Δι­ο­νύ­ση Κλά­δη ὑ­πῆρ­ξε πρω­τερ­γά­της τοῦ ν. 1268/1982 γιὰ τὴν ἀ­νώ­τα­τη ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὰ πλέ­ον ἀμ­φι­λε­γό­με­να νο­μο­θε­τή­μα­τα τῆς με­τα­πο­λι­τευ­τι­κῆς πε­ρι­ό­δου, ὁ «νό­μος-πλαί­σι­ο» τοῦ 1982 μετέβαλε ἐκ βάθρων τὸ status quo στὰ πα­νε­πι­στή­μι­α: ἀ­πο­ψί­λω­σε τὴν ἰ­σχὺ τῶν κα­θη­γη­τῶν, δι­ευ­κό­λυ­νε τὴ ρα­γδαί­α ἄ­νο­δο τῶν πρώ­ην βο­η­θῶν καὶ ἐ­πι­με­λη­τῶν καὶ ἐγ­κα­τέ­στη­σε παν­το­δύ­να­μες στὰ ὄρ­γα­να τῆς δι­οί­κη­σης τὶς φοι­τη­τι­κὲς πα­ρα­τά­ξεις καὶ τὸν κομ­μα­τι­σμό. Τρεῖς δεκαετίες μετά, οἱ συ­νέ­πει­ές του εἶ­ναι, κα­τὰ κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, ὀ­φθαλ­μο­φα­νεῖς.

Δύ­ο χρόνια νω­ρί­τε­ρα, ὁ Πα­νού­σης εἶ­χε προ­κα­λέ­σει καὶ πά­λι τὴν προ­σο­χή, τοῦ στε­νοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ κοι­νοῦ ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρά. Ὁ νε­α­ρὸς ἐγ­κλη­μα­το­λό­γος θὰ κα­ταγ­γελ­θεῖ ὅ­τι στὸ ἐ­κτε­νὲς ἄρ­θρο του «Ναρ­κω­τι­κά, ἡ ἄλ­λη ὄ­ψη τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ», δη­μο­σι­ευμένο στὴ μη­νι­αί­α ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Ὁ Πο­λί­της (τχ. 36, Ἰ­ού­λι­ος 1980), «οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὴν εἰ­σή­γη­ση ποὺ ἔ­κα­νε ὁ Ἄγ­γλος κα­θη­γη­τὴς Λῶ­ρενς Ρέ­ιτ­να στὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δρι­ο Ση­μει­ω­τι­κῆς καὶ Ψυ­χα­νά­λυ­σης, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ στὸ Μι­λά­νο τὸ 1976». [1]

Λό­γω τῆς πο­λι­τι­κῆς ἰ­δι­ό­τη­τας τοῦ Πα­νού­ση, ἡ ὑ­πό­θε­ση θὰ πά­ρει ἀ­πρό­σμε­νη τρο­πὴ – πα­ρα­δό­ξως πρὸς ὄ­φε­λος τοῦ κα­ταγ­γελ­λο­μέ­νου.

Πο­λί­της κά­νει τὰ στρα­βὰ μά­τια, προ­κει­μέ­νου νὰ μὴν κα­τη­γο­ρη­θεῖ γιὰ φα­να­τι­κὸ ἀν­τι­πα­σο­κι­σμό, μέ­χρι ποὺ οἱ κα­ταγ­γε­λί­ες συσ­σω­ρεύ­ον­ται. Ὁ­πό­τε μὲ κα­θυ­στέ­ρη­ση δύ­ο χρό­νων, τὸν Μάρ­τι­ο τοῦ 1982, στὸ τεῦ­χος 49, δη­μο­σι­εύ­ει μιὰ σύν­το­μη ἐ­πα­νόρ­θω­ση. [2]

Ἐκεῖ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό (πι­θα­νό­τα­τα ὁ ἴδιος ὁ δι­ευ­θυν­τής του, Ἄγ­γε­λος Ἐ­λε­φάν­της), ἀ­φοῦ πρῶ­τα πα­ρα­δε­χτεῖ τὸ κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο τῆς ἀν­τι­δρά­σε­ως, πα­ρα­κα­λεῖ

τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες, ἂν τὸ θέ­μα τοὺς ἐν­δι­α­φέ­ρει, νὰ δια­βά­σουν τὸ πρω­τό­τυ­πο ἀπ’ ὅ­που ὁ κ. Πα­νού­σης ἔ­χει «δα­νει­στεῖ» τὸ με­γα­λύ­τε­ρο καὶ σο­βα­ρό­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ἄρ­θρου του […] Τὴν ἰ­τα­λι­κὴ ἔκ­δο­ση [τῶν πρα­κτι­κῶν του συ­νε­δρί­ου] εἶ­χε ἐ­πι­με­λη­θεῖ ὁ Armando Verdiglione, καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς Έκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ (Ἀ­θή­να 1978) σὲ με­τά­φρα­ση Καί­της Χα­τζη­δή­μου καὶ Ἰ­ου­λι­έτ­τας Ράλ­λη, με­τά­φρα­ση τὴν ὁ­ποί­α, ἐ­πί­σης, ἔ­χει «δα­νει­στεῖ» ὁ ἀρ­θρο­γρά­φος μας. [3]

Ὁ Πα­νού­σης θὰ ἀ­παν­τή­σει μὲ ἐ­πι­στο­λὴ στὸ ἑ­πό­με­νο τεῦ­χος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ (50-51, Ἀ­πρί­λι­ος-Μά­ι­ος 1982) ἐ­πι­κα­λού­με­νος τὶς κοι­νὲς πη­γὲς τῶν δύ­ο κει­μέ­νων ἀλ­λὰ καὶ τὴν κυ­κλο­φό­ρη­ση ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων ἀ­να­τύ­που τῆς με­λέ­της τὸν Σε­πτέμ­βρι­ο τοῦ 1981 μέ, ἑ­πτὰ τὸν ἀ­ριθ­μό, πα­ρα­πομ­πὲς στὸ ἄρ­θρο τοῦ Ρέ­ιτ­να. Ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ θὰ ἐμ­μεί­νει στὴ θέ­ση του πε­ρὶ «δα­νει­σμοῦ».

Τὰ ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­να χρό­νι­α, ὁ Πα­νού­σης θὰ ἀ­νέλ­θει ἀπρόσκοπτα τὰ σκα­λιὰ τῆς πα­νε­πι­στη­μι­α­κῆς ἱ­ε­ραρ­χί­ας. Θὰ ἐ­κλε­γεῖ ἀρ­χι­κὰ ἀν­τι­πρύ­τα­νης καὶ ἔ­πει­τα πρύ­τα­νης τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Σή­με­ρα εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς στὸ Πα­νε­πι­στή­μι­ο Ἀ­θη­νῶν.

 – – – –

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μικέλα Χαρτουλάρη, «Φάκελος Λογοκλοπή», Τὰ Νέα, Παρασκευὴ 15.5.1992. Ἡ τεκμηριωμένη καὶ τολμηρὴ ἐργασία τῆς Χαρτουλάρη εἶναι ἴσως ἡ πληρέστερη περὶ λογοκλοπῆς ποὺ ἔχει δημοσιευθεῖ στὸν ἑλληνικὸ τύπο.
2.  Ὅ.π.
3. Πλήρης παραπομπή: Ἡ τρέλα. Τὸ διεθνὲς συνέδριο σημειωτικῆς καὶ ψυχανάλυσης, Μιλάνο, 1-4 Δεκεμβρίου 1976, ἐπιμέλεια Armando Verdiglione, μετάφραση Ἰουλιέττα Ράλλη – Καίτη Χατζηδήμου, Ἐκδόσεις Χατζηνικολῆ, Ἀθήνα 1978, τόμος 2ος.

Από τον «Φάκελο Λογοκλοπή», ΝΠ1, Χειμώνας 2013-14

«Μάρτυς μου ο Θεός»…

180fcdb7f41ac43d22bad8660f0e6c4e_L

Της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Μάρτυς μου ο Θεός»
σε δραμ. επεξ. Μάκη Τσίτα,
σκην. Σοφία Καραγιάννη,
Θέατρο Vault
Ιανουάριος 2015

«Πολίτες του κόσμου καλωσήρθατε στην Αθήνα»: Οι Ολυμπιακοί του 2004, ένας γίγαντας με πήλινα πόδια, αποκορύφωμα της ελληνικής τακτικής των τελευταίων δεκαετιών, βάσει της οποίας χτίζαμε εθνικώς κάστρα στην άμμο, χρησιμοποιείται ως αντίστιξη στην γενικευμένη εξαθλίωση της τωρινής οικονομικής κρίσης και της προσωπικής καταστροφής του Χρυσοβαλάντη και κάθε Χρυσοβαλάντη.

Δέσμιος και θύμα ενός «ε, τότε, εντάξει», δηλαδή των συνεχών και ατέλειωτων υποχωρήσεων και παραχωρήσεων, δεν μπορεί, παρά να υποστεί τις συνέπειες, από μια κοινωνία και έναν περίγυρο που όχι μόνο δεν επιβραβεύει τον κόπο, αλλά και εκμεταλλεύεται ή ακόμη και εξουδετερώνει τους αδύναμους. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, και το ψάρι στην αφίσα της παράστασης (και στο εξώφυλλο του βιβλίου) αποδείχτηκε να έχει δυσανάλογα με τις διαστάσεις του δόντια.

Η σκηνοθετική προσέγγιση της Καραγιάννη ξεκλείδωσε επιτυχώς το κείμενο του Τσίτα, με ένα από τα συνταρακτικότερα φινάλε που έχουμε δει. Εξαιρετικός στην ερμηνεία τού μονολόγου της μιάμισης ώρας ο Ιωσηφίδης, ο οποίος συγκέρασε με μαεστρία το κωμικό με το δραματικό στοιχείο. Τη δεινότητά του σε κωμικούς ρόλους την είχαμε διαπιστώσει και επαινέσει στο παρελθόν και χαιρόμαστε που μπορούμε να κάνουμε το ίδιο και για ρόλους δραματικούς, αφού η υγρή λάμψη στα μάτια του, η αδύναμη χροιά στη φωνή του και η έκφραση πόνου στο πρόσωπό του, μάρτυς μας ο Θεός, προκαλούν βαθιά συγκίνηση. Η ομάδα Gaff συνεχίζει σε ένα δρόμο στρωμένο μεν με δυσκολίες, αλλά -έχοντας ως γνώμονα την ποιότητα και αξιοποιώντας το ταλέντο της- παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις.

Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 19.1.2015

DSC_0396

Ο Σωσίας…

sosias

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Ο σωσίας»
του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι
σκην. Έφη Μπίρμπα
θέατρο Ροές
Ιανουάριος 2015

Ανοίγω το βιβλίο, διαλέγω κάποιες φράσεις, αποσπώ δυο-τρεις σκηνές και φτιάχνω μια παράσταση μιάμισης ώρας. Θα μου πείτε, πώς γεμίζω ενενήντα λεπτά με υλικό που χωράει σε δεκαπέντε; Μα ελάτε τώρα! Όσοι παρακολουθούν έστω και λίγο τη μόδα, θα ξέρουν πως αυτό γίνεται με επαναλήψεις λέξεων, κινήσεων και σκηνών μέχρις αηδίας, για στρώσε-ξέστρωσε της άμμου που καλύπτει βεβαίως τη σκηνή, για πήγαινε-έλα, βάλε-βγάλε, πέσε-σήκω, μικρόφωνα, μεγάφωνα, ουδέτερο μουσικό φόντο και ξάφνου ένα μπλουζ με αχόρευτο χορό.

Δεν είναι που το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, το οποίο υποτίθεται παρουσιάζεται σε δραματοποίηση, μοιάζει ούτε με νουβέλα ούτε με διήγημα, αλλά με επίγραμμα: έχει δηλωθεί πως υπάρχει εστίαση σε ορισμένες σκηνές. Είναι που αυτό το επίγραμμα δεν λέει ούτε περικλείει κάποια ιστορία ή -για την ακρίβεια- λέει πολλές ιστορίες μαζί, λέει κάθε δυνατή ιστορία και εν τέλει δεν λέει απολύτως τίποτα. Τόση κίνηση επί σκηνής και δεν συμβαίνει τίποτα. Οι χαρακτήρες όλο μιλούν και δεν λένε τίποτα. Ο συμβολισμός τόσος και τέτοιος, που εντέλει μένει αδιάφορο το τι συμβολίζει ή το αν συμβολίζει καν κάτι. Μοιάζει να δραματοποιήθηκε ο ίδιος ο τίτλος, και αυτός ακόμη στο ένα τρίτο (ή τέταρτο) της παράστασης. Σίγουρα, κάποιος που δεν έχει διαβάσει το έργο δεν καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται και όποιος το έχει διαβάσει, μόνο από το όνομα Γκολιάτκιν μπορεί αδρά ίσως να το αναγνωρίσει.

Τι μένει λοιπόν από την παράσταση; Εικόνες, εικόνες, εικόνες! Αρκετές από αυτές, ομολογουμένως, ωραίες εικόνες. Στο θέατρο Ροές παρακολουθεί κανείς μια εικαστική αποτύπωση του μυθιστορήματος και όχι μια διασκευή του για το θέατρο. Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμη αν θα πρέπει να χαροποιήσει τη γράφουσα ή τη σκηνοθέτιδα της παράστασης το αποτέλεσμα σχετικής μας έρευνας, σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη είναι εικαστικός. Μάλλον όχι, εφόσον εν προκειμένω κλήθηκε να ενεργήσει με διαφορετική ιδιότητα. Δεν νομίζουμε ότι θα ικανοποιούνταν αναγνώστες, συντελεστές της παράστασης και θεατρόφιλο κοινό, αν αντί της παρούσας κριτικής μεταφράζαμε εδώ ολόκληρο το έργο. Όσον αφορά τη σκηνοθεσία, η παγίδα είναι -καλώς ή κακώς- πιο επικίνδυνη για εικαστικούς ή χορογράφους, προφανώς λόγω συγγένειας των ειδών.

Όσο για τους ηθοποιούς, -υπεράριθμοι και αυτοί για τα διαδραματιζόμενα- είναι κρίμα που η ουσιαστική -και σχεδόν αποκλειστική- λειτουργία δύο εξ αυτών ήταν να στρώνουν απλά την άμμο. Δεν αποκλείεται να είναι ικανοί για λαμπρές ερμηνείες. Άγνωστο. Η πραγματική απορία όμως είναι πώς ο Σερβετάλης κατορθώνει να Ερμηνεύει ακόμη και το Τίποτα!

Έλενα Σταγκουράκη
13.01.2015

newego_LARGE_t_641_106408672

«Της γης ιδρώτας η θάλασσα»

virvidakis

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Περί φύσεως»
του Μιχάλη Βιρβιδάκη,
σκηνοθεσία Έφη Θεοδώρου,
Αναλόγιο στο Θέατρο Τέχνης.
Οκτώβριος 2014

«Όσο απομακρύνεται κανείς απ’ την επιφάνεια, δυσκολεύουν τα πράγματα»: ακούγοντας αυτήν την αλήθεια ο θεατής ανάμεσα σε τόσες άλλες παντός φύσεως, ίσως δεν αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα γίνεται μάρτυρας τριών χαρακτήρων οι οποίοι –άλλοτε συνειδητά άλλοτε υποσυνείδητα– εγκαταλείπουν την επιφάνεια προς εξερεύνηση του βυθού και αναζήτηση του βάθους.

Το πιο πρόσφατο θεατρικό έργο του Μιχάλη Βιρβιδάκη, έργο σε δώδεκα σκηνές, παρακολουθεί σε ένα πρώτο επίπεδο την επιφανειακή συνομιλία τριών λουομένων τον Αύγουστο, παραμονή του Σωτήρος. Σε ένα δεύτερο όμως, γίνεται καθρέφτης των πιο μύχιων πεποιθήσεων, ανησυχιών και πληγών, αφού ο πόνος και η αντοχή σε αυτόν αναφέρονται επανειλημμένα, και ας είναι μέσα από το χαμόγελο. Πρόκειται μάλλον για χαμόγελο με τα δόντια ενωμένα σφιχτά, ίσως και για το αναπόφευκτο χαμόγελο της συγκατάβασης από την αποδοχή της ζωής ως έχει. Στο έργο, το κωμικό στοιχείο συμβαδίζει κι εναλλάσσεται με το δραματικό, η πραγματικότητα φλερτάρει με το παράλογο και υπάρχουν στιγμές γνήσιου ποιητικού ύψους. Έντονη είναι και η μεταφορικότητα του κειμένου, καθώς ο θεατής προσανατολίζεται περισσότερο στη μεταφορική έννοια των λόγων παρά την κυριολεκτική. Για παράδειγμα: «να επιπλέει κανείς –αυτό μόνο», «να μένεις στην επιφάνεια προϋποθέτει την ικανότητα του να μένεις στην επιφάνεια», «προσπαθώ να την ξεχάσω [τη γνώση], αλλά η ζημιά έχει γίνει», «όλος ο κόσμος είναι ένας άνθρωπος», «κολυμπάμε σε μια θάλασσα που δεν γνωρίζουμε».

Η σκηνοθετική επιμέλεια της Θεοδώρου υπήρξε ισορροπημένη για το είδος του αναλογίου, εξισορροπώντας το κείμενο με την παραστατικότητα και την περιορισμένη στο ελάχιστο κίνηση των ηθοποιών. Ωστόσο, θα άρμοζε ίσως μια πιο αργή ανάγνωση, λαχάνιασμα και περισσότερες παύσεις, κυρίως από τον γυναικείο χαρακτήρα και τον Σοφοκλή, δεδομένου ότι αυτοί κολυμπούσαν και βουτούσαν. Η κύρια ένστασή μας όμως σχετίζεται με την απόδοση του τρόπον τινά ιντερμέτζου με τα σχόλια-σκέψεις διάφορων λουομένων, η οποία εύστοχα μεν πραγματοποιήθηκε μέσω ηχογράφησης, έπρεπε δε να επιδεικνύει τη συγχρονικότητα ενός χορού φωνών, την οποία υπονοεί το έργο, και να έχει διάρκεια στο 1/3 αυτής που είχε, καθώς αντί να δίνει μια ανάσα, στο τέλος κούραζε.

Οι ερμηνείες χάρισαν πνοή και ζωντάνια στο κείμενο, με πρώτη και καλύτερη αυτήν του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη στο ρόλο του Ευριπίδη Περίανδρου. Σωστός και απολαυστικός χειρισμός φωνής, παύσεις, ύφος. Γλυκά υστερική η Ευλαμπία της Έλενας Τοπαλίδου, αλλά αρκετά άνευρος ο Σοφοκλής Ποθουλάκης του Δημήτρη Παπανικολάου.

Καίριος ο ρόλος του βίντεο της Αγγελικής Τσόλη, το οποίο όχι μόνο οπτικοποιούσε τη θάλασσα, αλλά και την ίδια την πορεία της παράστασης, από τα ανοιχτά ώς τη στεριά. Εξίσου λειτουργικός και ο σχεδιασμός του ήχου από την Χριστίνα Καρποδίνη.

«Να νομίζεις ότι… και να μην…». Αυτή η ασυνέπεια δεν αφορά το έργο του Βιρβιδάκη, το οποίο υπήρξε ειλικρινές και ατόφιο ακόμη και με τη χρήση λατινικών, αρχαιοελληνικών και ξενόγλωσσων εκφράσεων και μότο, ούτε τη μετρημένη σκηνοθεσία της Θεοδώρου σε αυτό το είδος παράστασης που ενέχει τόσες παγίδες. Αυτό το “vivere pericolosamente” μοιάζει να ταιριάζει σε συγγραφέα και σκηνοθέτιδα, όπου “pericolosamente” θα πει «στα όρια της αντοχής, εκεί που συναντούμε το βαθύ εαυτό μας».

Έλενα Σταγκουράκη
6 Οκτωβρίου 2014

7794696e-589e-4e6b-b4f0-6dd9178abf81_1                hqdefault

Μιχάλης Γκανάς, Αγάπης Εγκώμιον

Bokoros

*

Α Γ Α Π Η Σ   Ε Γ Κ Ω Μ Ι Ο Ν

Μ Π Ο Λ Ε Ρ Ο
Πρὸς Κο­ριν­θί­ους Α΄, 13. 1-13

Ἐὰν τὶς γλῶσ­σες τῶν ἀν­θρώ­πων μι­λῶ
Ἐὰν τὶς γλῶσ­σες τῶν ἀν­θρώ­πων μι­λῶ καὶ τῶν ἀγ­γέ­λων
Ἐὰν τὶς γλῶσ­σες τῶν ἀν­θρώ­πων μι­λῶ καὶ τῶν ἀγ­γέ­λων, ἀγά­πην δὲ μὴ ἔχω,
Εἶ­μαι χαλ­κὸς ποὺ ἀν­τη­χεῖ, κύμ­βα­λον ἀλα­λά­ζον.

Ἀκό­μη κι ἂν ἔχω τὸ χά­ρι­σμα
Ἀκό­μη κι ἂν ἔχω τὸ χά­ρι­σμα τῆς προ­φη­τεί­ας
Ἀκό­μη κι ἂν ἔχω τὸ χά­ρι­σμα τῆς προ­φη­τεί­ας καὶ κα­τέ­χω ὅλα τὰ μυ­στή­ρια
Καὶ ὅλη τὴ γνώ­ση καὶ ἡ πί­στη μου με­τα­κι­νεῖ βου­νά,
Ἀγά­πην δὲ μὴ ἔχω, εἶ­μαι ἕνα τί­πο­τα.

Ἐὰν δώ­σω ὅλα μου τὰ ὑπάρ­χον­τα
Ἐὰν δώ­σω ὅλα μου τὰ ὑπάρ­χον­τα στοὺς φτω­χοὺς
Ἐὰν δώ­σω ὅλα μου τὰ ὑπάρ­χον­τα στοὺς φτω­χοὺς καὶ γί­νω πα­ρα­νά­λω­μα
Πυρός, ἀγά­πην δὲ μὴ ἔχω, μά­ταιος κό­πος.

Ἡ ἀγά­πη μα­κρο­θυ­μεῖ, χρη­στεύ­ε­ται, δὲν ζη­λο­φθο­νεῖ
Δὲν ξι­πά­ζε­ται ἡ ἀγά­πη, δὲν πε­ρη­φα­νεύ­ε­ται, δὲν ἀσχη­μο­νεῖ
Ἡ ἀγά­πη δὲν ζη­τά­ει τί­πο­τα, δὲν πα­ρα­φέ­ρε­ται, δὲν θέ­λει τὸ κα­κό,
Δὲν στέρ­γει τ’ ἄδι­κο, μά­χε­ται γιὰ τὸ δί­κιο.

Ἡ ἀγά­πη ὅλα τὰ σκέ­πει
Ὅλα τὰ σκέ­πει, ὅλα τὰ πι­στεύ­ει
Πάν­τα ἐλ­πί­ζει, τὰ πάν­τα ὑπο­μέ­νει.

Ἡ ἀγά­πη οὐ­δέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει.
Οἱ προ­φη­τεῖ­ες μπο­ρεῖ νὰ στε­ρέ­ψουν
Οἱ γλῶσ­σες μπο­ρεῖ νὰ σι­γή­σουν
Ἡ γνώ­ση μπο­ρεῖ νὰ κα­ταρ­γη­θεῖ, για­τὶ ἐν μέ­ρει γνω­ρί­ζου­με
Καὶ ἐν μέ­ρει προ­φη­τεύ­ου­με καὶ ὅταν γνω­ρί­σου­με τὸ ὅλον
Θὰ ξε­χά­σου­με τὸ με­ρι­κό.

Ὅταν ἤμουν νή­πιο
Σὰν νή­πιο μι­λοῦ­σα
Σὰν νή­πιο σκε­πτό­μουν
Σὰν νή­πιο στο­χα­ζό­μουν.
Ὅταν ἔγι­να ἄν­τρας ἔπα­ψα νὰ σκέ­πτο­μαι σὰν νή­πιο.

Τώ­ρα δὲν βλέ­που­με κα­θα­ρά,
Για­τὶ εἶ­ναι σὰν νὰ βλέ­που­με σὲ κα­θρέ­φτη,
Ἐνῶ τό­τε θὰ βλέ­που­με πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο.
Τώ­ρα γνω­ρί­ζω ἐν μέ­ρει ἐνῶ τό­τε θὰ κα­τέ­χω τὸ ὅλον.

Ὅ,τι μᾶς μέ­νει λοι­πὸν εἶ­ναι
Ἡ πί­στη
Ἡ ἐλ­πί­δα
Ἡ ἀγά­πη
Αὐ­τὰ τὰ τρία.
Μεί­ζων δὲ τού­των ἡ ἀγά­πη.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ 

Πρώτη δημοσίευση, ΝΠ1, σ. 207-208

~.~

Εικονογράφηση

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ

*

*

*

 

Νέοι καιροί, νέοι Διόνυσοι

articleGal_50220_54548.w_hr

Πραγματικά, δεν ξέρω τι τους φταίει ο Κάρολος Κουν και φροντίζουν να αναμειγνύουν τελευταία το όνομά του σε αθλιότητες: είτε σε διασκευές φρίκης στο Υπόγειο που ούτε «Με τα δόντια» υπομένει κανείς, παρεκτός αν συχνάζει στα καλούμενα μπουζουκομάγαζα και δεν έχει γνωρίσει τίποτα πέραν της αμερικανικής τηλεόρασης, είτε με το βραβείο αρχαίου δράματος (!) στον Ρουβά.

Βέβαια, η αναφορά της Διαβάτη στην αστυνομία είναι μάλλον άστοχη, δεδομένου ότι Τέχνη/Ελευθερία και Αστυνομία είναι έννοιες αντίθετες. Υπάρχει όμως η άλλη, αυτή η παντού και πάντα παρούσα αστυνομοκρατία με τα πολιτικά που επιτρέπει και πολλαπλασιάζει φαινόμενα σαν και αυτά που ανέφερα. Ασυναίσθητα της έχουμε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού, της δουλειάς, κάθε έκφανσης της ζωής μας και εκεί αυτή πράττει όχι κατά βούληση, αλλά κατά βίτσιο.

Έτσι, από τα βραβεία στην Ελλάδα (ανεξαρτήτως χώρου) δεν μπορεί κανείς να περιμένει κάτι καλύτερο. Πρέπει μόνο να χαίρεται αν δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτά. Τότε και μόνον τότε σημαίνει πως πορεύεται καλά. Παρ’ όλα αυτά. Ήθελα να το αποφύγω αυτό το σχόλιο, αλλά τελικά αποδεικνύεται αδύνατον. Τον καιρό του Ρωμανού, για ποιον Κουν να μιλάμε, για ποιον και ποιον…

Νέοι καιροί, νέοι Διόνυσοι!

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

http://www.thetoc.gr/people-style/article/i-diabati-arnithike-brabeio-logw-roubasklires-dilwseis

Γιάννης Καλιόρης, Το κεκτημένο και το ιδεατό

Kalioris

«Όταν ένα αγαθό το έχουμε αυτονόητα κεκτημένο, δεν το εκτιμούμε θετικά, ακριβώς επειδή το βιώνουμε σαν αυτονόητη φυσική κατάσταση, σαν τον αέρα που αναπνέουμε και τον ήλιο που μας φωτίζει. Και μόνον όταν χάνεται ή κινδυνεύει νιώθουμε την ανεκτίμητη αξία του – εκ των υστέρων και εξ αντιδιαστολής. Έτσι, αντί όσο το κατέχουμε να το χαιρόμαστε και να αγωνιζόμαστε για την ουσιαστικότερη εννοημάτωση, την κατά δύναμιν βελτίωση και περαιτέρω διεύρυνση και προαγωγή του, και φυσικά να το υπερασπιζόμαστε από κάθε επιβουλή και αλλοίωση -διότι τίποτα δεν είναι διασφαλισμένο εις το διηνεκές, αλλά απαιτείται αδιάπτωτη εγρήγορση, κατ’ εξοχήν στον σημερινό ταραγμένο κόσμο-, αντί γι’ αυτό, λοιπόν, του προσδίδουμε πρόσημο αρνητικό στο πλαίσιο μιας στάσης μαξιμαλιστικής, όπου εν ονόματι ενός ιδεατού απολύτου απαξιώνουμε και το ήδη κεκτημένο πολύτιμο σχετικό.»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΙΟΡΗΣ
«Το ξεχείλωμα των λέξεων»
(στο ΝΠ3 που επίκειται)