ΝΠ | Ταξιδιωτικά – Μαρτυρίες

Μετὰ τὸν βανδαλισμὸ

*

Κείμενο – Φωτογραφίες
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

Ἀπρίλιος 2024

Κατεβαίνοντας τὴ Via Toledo, στὸ δεξὶ χέρι, πρὶν τὴν Gallerie d’Italia Napoli (καὶ τὰ κολασμένα τῆς Victoria’s Secret) εἶναι ἡ περιώνυμος Via Emanuele de Deo. Τὸ ἀναφέρω αὐτὸ διότι ὅλο εὐθεία θὰ συναντήσεις τὴ γωνιὰ πού ’ναι ἀφιερωμένη στὸν τρισμέγιστο μπαλαδόρο ποὺ πάτησε ποτὲ τὰ ἅγια χώματα τοῦ ἀρχαίου ἡμῶν ἄστεως — ἕνας σύγχρονος «βωμὸς» γεμᾶτος κορδέλες, stickers, γκραφίτι, memorabilia κι ἕνα γιγάντιο murale μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἀνδρὸς νὰ ὑψώνεται ἴσαμε τὸν οὐρανό. Εἶναι ὁ Diego τῆς καρδιᾶς μας καὶ οἱ χιλιάδες τουρίστες ποὺ διασχίζουν τὴν ἱσπανικὴ συνοικία μὲ τὶς φωτογραφικὲς μηχανὲς στὰ χέρια, στὸ λέω· δὲν πρόκειται νὰ βροῦν στὰ μέρη μας ἄλλον Θεὸ ἀπὸ αὐτόν.

Λίγα μέτρα παραπέρα, κοντὰ στὴ Via Ipazia d’Alessandria, ἐλάχιστοι προσέχουν τὸ Palazzo Cammarota. Δὲν ξέρω νὰ σοῦ πῶ λεπτομέρειες —πότε χτίστηκε, ἀπὸ ποιόν, σὲ τί στύλ— ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπῆρξε ἡ κατοικία τοῦ Giacomo Leopardi καὶ τοῦτο, καταλαβαίνεις, προκαλεῖ συγκίνηση. Ὁ ποιητὴς ἦρθε στὴν πόλη μας στὰ τέλη τοῦ 1833 καὶ πέρα ἀπὸ ρομαντικοὺς στίχους προσέφερε τὴ μεγαλύτερη ὑπηρεσία· νὰ πεθάνει ἐδῶ. Μάλιστα, στὸν σταθμὸ Mergellina, ἔχουμε τὸ Parco Vergiliano a Piedigrotta ὅπου ὁ ἴδιος ἀναπαύεται δίπλα στὸν συνάδελφό του Publius Vergilius Maro. Ὁ μύθος θέλει τὸν Βιργίλιο ν’ ἀποθέτει ἕνα μαγικὸ αὐγὸ στὰ θεμέλια τοῦ κάστρου ποὺ διακρίνεται μακριά, στὸ βάθος τῆς Lungomare. Στὴ μηχανορραφία ἐμπλέκονται ἔμμεσα ὁ στρατηγὸς Λούκουλλος καὶ ἡ σειρήνα Παρθενόπη, ἀφοῦ προσπάθησε ὠδικῶς νὰ ξελογιάσει τὸν Ὀδυσσέα. Τὸ αὐγὸ δὲν ἔσπασε ποτὲ καὶ λογικὸ ἦταν ἔκτοτε ν’ ἀποκαλοῦμε τὸ μέρος Castel dell’Ovo.

Νά καὶ ἡ Port’Alba, μία ἀπ’ τὶς πύλες ποὺ σώζονται τῆς παλιᾶς πόλης, τῆς σημερινῆς Spaccanapoli. Ἐκεῖ, ἀπ’ τὸ 1826, στέκει περήφανο τὸ Conservatorio di Musica di San Pietro a Majella ὅπου σπούδασε ὁ Βιντσέντζο Μπελίνι (il grande Bellini!). Τὸ ἄγαλμά του, ἀκριβῶς ἀπέναντι καὶ ταλαιπωρημένο ἀπ’ τὰ περιστέρια, μᾶς κοιτάζει ἀφ’ ὑψηλοῦ ἀπ’ τὴν ὁμώνυμη πλατεία μαζὶ μὲ τὰ Mura Greche — ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει δηλαδὴ ἀπ’ τὰ δυτικὰ τείχη. Ἂν σκάψεις κατὰ μῆκος τῆς Via Santa Maria di Costantinopoli, πίστεψέ με θὰ φέρεις στὸ φῶς καὶ τὰ ὑπόλοιπα, πράγμα ποὺ θὰ ἔπραττε ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ ἂν δὲν ἦταν τὸ ἀσήκωτο ἄγαλμα τοῦ Dante. Ἡ ἁγία Μαρία ἡ Πατρικία ποὺ δίνει τὸ ὄνομα στὸν δρόμο, ἦταν μία ἀπ’ τὶς γυναῖκες ποὺ ἀντιτάχθηκαν σθεναρὰ στὴν ἀπομάκρυνση τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ ἀπ’ τὴ Χαλκὴ Πύλη τῆς Κωνσταντινούπολης, στὰ περίεργα χρόνια τῆς Εἰκονομαχίας, κατὰ διαταγὴ τοῦ Λέοντος Γ’. Τὴν ἐκκλησία της, στὸ τέλος τοῦ δρόμου πρὶν τὸ ἀρχαιολογικὸ μουσεῖο, ἀξίζει νὰ τὴν ἐπισκεφτεῖς. (περισσότερα…)

Μὴ κατόκνει μακρὰν ὁδὸν πορεύεσθαι

Η επιγραφή στο καμπαναριό των Ταξιαρχών της Πελόπης.

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Είναι ένα παγωμένο αλλά φωτεινό πρωινό του Φεβρουαρίου, στα ορεινά της βόρειας Λέσβου· οδοιπορούμε αναζητώντας βυζαντινά ανάγλυφα εντοιχισμένα στις εκκλησίες του νησιού. Εδώ και κάμποση ώρα έχουμε αφήσει την ανατολική ακτή, που βλέπει προς τη Μικρασία, και έχουμε μπει στην ενδοχώρα. Το τοπίο της Λέσβου —αυτή η μοναδικά πολυπρόσωπη γη— αλλάζει για ακόμα μία φορά και μεταμορφώνεται σε μια βουνίσια χώρα, όπου η ορογένεση μοιάζει να τελείωσε σε έναν πρόσφατο, ιστορικό χρόνο — νομίζεις ότι βλέπεις ακόμα τον αχνό της. Κάπου μακριά προς τον νότο, πέρα από επάλληλες πλαγιές, ο ήλιος φωτίζει τον μεγάλο κόλπο της Καλλονής.

Μια πινακίδα αναγγέλει την Πελόπη, ένα χωριό απλωμένο στις πλαγιές του Λεπέτυμνου, με πελώριες λεύκες να το στεφανώνουν. Τα περισσότερα σπίτια είναι κτισμένα με την τοπική πέτρα, ένα μείγμα γκρίζου και καστανού χρώματος, με μια στάλα ιώδες, που εναρμονίζεται με τις αποχρώσεις του γύρω χειμωνιάτικου τοπίου. Στον κεντρικό δρόμο ξεπροβάλλει ένας νεοκλασικός Άγιος Γεώργιος, με το ιδιαίτερο, ελαφρά λεβαντίνικο αρχιτεκτονικό στυλ της Λέσβου, και γύρω υπάρχουν μερικά μαγαζιά, όπου λίγοι ντόπιοι αγρότες και κτηνοτρόφοι μπαινοβγαίνουν για τα απαραίτητα.

Ανηφορίζουμε προς τη μεγάλη εκκλησία του οικισμού, τους Ταξιάρχες — τί άλλο θα μπορούσε να είναι;— η οποία ξεχωρίζει με τον όγκο της ανάμεσα στα σπίτια. Στα καλντερίμια συναντούμε τις πρώτες ντόπιες γάτες, ο πληθυσμός των οποίων ίσως ξεπερνά εκείνον των ανθρώπων στα χωριά του νησιού. Ψηλά, στις άκρες της στέγης των Ταξιαρχών, βρίσκεται το ζητούμενο, δύο κομμάτια από μαρμάρινα ανάγλυφα με σχέδια της εποχής των Μακεδόνων, μικρά μεν αλλά σπουδαία ως μαρτυρίες για το βυζαντινό παρελθόν της Λέσβου. Καθώς είναι φυσικά αδύνατο να τα προσεγγίσουμε, επιστρατεύεται ο τηλεφακός· για να δούμε καλύτερα το ένα, πρέπει να μπούμε στην αυλή της εκκλησίας. Εκεί, υπάρχει μια έκπληξη. (περισσότερα…)

Τα Εισόδια της Καινούργιας Χρονιάς

*

ΤΟ ΝΠ
ΣΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ
ΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣ
ΤΟ 2024

~.~

Φωτογραφία: Παραλία Νγκουεσάουνγκ,
Μυανμάρ, Δεκέμβριος 2013.

*

Ο πύργος της Λεψίνας

Karl Rottmann, άποψη της Ελευσίνας κατά το 1843, Νέα Πινακοθήκη Μονάχου. Διακρίνονται οι λόφοι της Ελευσίνας, με το τότε χωριό στον αριστερό (ανατολικό) και τον πύργο να προβάλει στον δεξιό (δυτικό). Στο πρώτο πλάνο, χωρικοί βαδίζουν στην Ιερά Οδό.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

«Αὕτη δὲν ἐπραγματοποιήθη μέχρι σήμερον»· τούτη η λακωνική πρόταση βρίσκεται σε μία υποσημείωση στον τόμο του 1960 του Αρχαιολογικού Δελτίου, του επίσημου περιοδικού της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, και αναφέρεται στην ανασύσταση του φραγκικού πύργου που υπήρχε στην Ελευσίνα, ο οποίος διαλύθηκε το 1953 προκειμένου να επεκταθούν τα λατομεία και οι εγκαταστάσεις της τσιμεντοβιομηχανίας “Τιτάν”. Η εταιρεία είχε δεσμευθεί ότι θα ανοικοδομήσει με δαπάνες της τον πύργο σε άλλο σημείο, με το αυθεντικό του υλικό. Όμως, επτά χρόνια αργότερα, οι λίθοι του πύργου ανέμεναν την αναστήλωσή του, όπως διαπιστώνει στην υποσημείωση ο αρχιτέκτων Ιωάννης Τραυλός, μελετητής του ιερού της Ελευσίνας. Και αναμένουν ακόμη, μέχρι τις μέρες μας.

Ο φραγκικός πύργος είχε κτιστεί στην κορυφή του λόφου που βρισκόταν αμέσως δυτικά του αρχαίου ιερού, εκεί όπου σήμερα υψώνονται καμινάδες – αγαπημένο θέμα πολλών φωτογράφων, φόντο των αγαλμάτων της αυλής του μουσείου της Ελευσίνας. Στο ίδιο σημείο είχε ιδρυθεί κατά τους ελληνιστικούς χρόνους ένα μικρό φρούριο, επάνω στα κατάλοιπα του οποίου θεμελιώθηκε η μεσαιωνική οχύρωση με τον μεγάλο πύργο. Ο ακριβής χρόνος κατασκευής του είναι άγνωστος, αλλά αποδίδεται με αρκετή βεβαιότητα στον 13ο αιώνα, όταν η Αττική κατακτήθηκε από τους σταυροφόρους και η ύπαιθρός της απέκτησε πολλούς τέτοιους πύργους, για να φρουρούν μικρά χωριά ή να επιτηρούν μεγάλες γαιοκτησίες. Στην περίπτωση της Ελευσίνας, ο πύργος μπορεί να συμμετείχε στο δίκτυο των φρυκτωριών που παρακολουθούσαν την κίνηση στο θαλάσσιο στενό μεταξύ Αττικής και Σαλαμίνας, ή να ήλεγχε τον χερσαίο δρόμο από την Αθήνα προς την Πελοπόννησο και τη βόρεια Ελλάδα. (περισσότερα…)

Ο Νήφων στους Κουρσούς

Ατενίζοντας τον κλειστό κόλπο από τα Κουμαρά
προς τη Χρυσομηλιά των Φούρνων ή Κουρσών.

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

To κεντρικό, ομώνυμο νησί του συμπλέγματος των Φούρνων, ανάμεσα στη Σάμο και την Ικαρία, είναι ένας μικρός και απλός τόπος που έχει να προσφέρει στον επισκέπτη του μόνο φυσική ομορφιά. Ακόμα και αυτή όμως χαρακτηρίζεται μάλλον λιτή – μικρές ακτές, ήπιο γενικά ανάγλυφο, χαμηλή βλάστηση, λίγες καλλιέργειες, μερικά μελίσσια. Αν κάτι γίνεται κάπως περίπλοκο, είναι το τοπίο που συνθέτουν οι γύρω νησίδες και τα ονόματά τους: Θύμαινα και Θυμαινάκι, Kισηριά, Αλατσονήσι, Στρογγυλό, Πλάκα, Μακρονήσι, Άγιος Μηνάς, Μικρός και Μεγάλος Ανθρωποφάς.

Οι Φούρνοι —οι αρχαίες Κορσεαί— άκμασαν κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και εξήγαγαν μάρμαρα από το λατομείο τους —το Πετροκοπειό— στις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Στην εποχή του Βυζαντίου φαίνεται ότι ερημώθηκαν, παρόλο που παρέμεναν κομβικό σημείο στους θαλάσσιους δρόμους του Αιγαίου. Στις αρχές  του 15ου αιώνα ναυάγησε εδώ ο περίφημος Ιταλός ταξιδευτής Χριστόφορος Μπουοντελμόντι, ο οποίος, πεπεισμένος ότι θα πεθάνει, έγραψε σε μια σπηλιά τη φράση «Hic dira fame Christophorus mortuus est». Κατά την οθωμανική περίοδο, οι Φούρνοι συχνάζονταν από πειρατές, που έβρισκαν κρησφύγετο στους πολλούς κολπίσκους τους. Το κεντρικό νησί επανοικίστηκε από τον 18ο αιώνα. Οι κάτοικοί του υπερηφανεύονται σήμερα ότι κρατούν από κουρσάρους· σίγουρα είναι φύσει ατίθασοι και αγαπούν πολύ τον κρότο του δυναμίτη. (περισσότερα…)

Θεσσαλονίκη

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

*

Α΄ Ἡ σύγχρονη πολιτεία κι ἡ μαγικὴ πολιτεία [1]

Μὲ καρδιοχτύπι περιμένω πάντα τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πρωταντικρύσω ἕνα τοπίο, μιὰ πόλη ἢ ἕνα μνημεῖο, γνωστὰ ἀπὸ  τὰ βιβλία. Ἀνησυχῶ γιὰ τὴν πρώτη ἐντύπωση ποὺ θἀ μ’ ἀφήσει, γιὰ τοὺς ἀντίλαλους ποὺ θὰ ξυπνήσει μέσα μου. Νά ’ναι, ἄραγε, ὅπως τό ’χει δουλέψει ἡ φαντασία μου χρόνια τώρα, παίρνοντας τροφὴ ἀπὸ φωτογραφίες, σχέδια καὶ περιγραφὲς ἢ θὰ μ’ ἀπογοητέψει;

Μὲ τούτη τὴν ἀνησυχία μέσα μου πήγαινα, ἀνυπόμονος νὰ κάμω τὴν πρώτη γνωριμία μὲ τὴ Θεσσαλονίκη.

Καθὼς τὸ λεωφορεῖο ἄρχισε νὰ συναντᾶ τὰ πρῶτα σπιτάκια κι ὕστερα, ὅσο πήγαινε, τὰ σπιτάκια νὰ πληθαίνουνε καὶ νὰ φαίνεται μπροστά μας μιὰ ὁλάκερη πολιτεία ἀνεβασμένη ἀπάνω στοὺς χωματόλοφους, μήτε ὑποψιάστηκα πὼς εἴχαμε μπεῖ στὴ Θεσσαλονίκη. Ἀναρωτιόμουνα ποιά πολιτεία νά ’τανε κι ἔψαχνα νοερὰ τὸ χάρτη νὰ θυμηθῶ τὴ μαύρη μικρὴ κουκίδα ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴ μακεδονίτικη πρωτεύουσα.  Μόνο σὰν ἐπροχωρήσαμε κάμποσο μέσα στὸ πέτρινο κορμί της κι ἄρχισε νὰ σταυρώνεται ὁ δρόμος μας μ’ ἄλλους δρόμους πολύβοους, τὴν ἀναγνώρισα.  Τὰ φτωχὰ τενεκεδόσπιτα, ξυλόσπιτα, χαμόσπιτα ἤτανε τὸ αἰώνιο θέμα ποὺ ὑπάρχει πάντα στὶς ἄκρες ὅλων τῶν ἑλληνικῶν πολιτειῶν.

Βέβαια, ἡ «Νύμφη τοῦ Θερμαϊκοῦ» ἔχει μιὰ λαμπρὴ βιτρίνα. Τὸ κέντρο της, ὅλη ἡ κάτω πόλη, ἀπὸ τὸν Ἅη Δημήτρη ὣς τὴ θάλασσα, εἶναι μιὰ μεγαλούπολη τοῦ καιροῦ μας. Δρόμοι πλατιοί, ἴσιοι, μὲ τὰ μέγαρά τους, μὲ τὰ φανταχτερά τους καταστήματα, μὲ τὸ πλῆθος τῶν τροχῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ κυλοῦν ἢ περπατοῦν στὴν ἄσφαλτό τους. Ἡ Ἐγνατία, ἡ ὁδὸς Τσιμισκῆ, ἡ ὁδὸς Ἑρμοῦ, ἡ ὁδὸς Βενιζέλου. Τὸ κομμάτι τοῦτο τῆς πολιτείας δὲν ἔχει νὰ ζηλέψει τίποτα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ἴσως εἶναι καὶ καλύτερό της. Ἔχει περισσότερη ἀρχιτεκτονικὴ συνέπεια ‒δὲν παρουσιάζει ἐκεῖνο  τὸ ἀνακάτωμα τῶν ρυθμῶν, άπὸ τὸν κλασικίζοντα τοῦ περασμένου αἰώνα, ὣς τοὺς περιστερώνες τῶν μοντέρνων πολυκατοικιῶν. Ἔχει ὁλόκληρο τὸ συντηρητικὸ σύγχρονο ὕφος πού ’χουνε τὰ χτίρια τῆς ἐποχῆς τοῦ μεσοπολέμου. Τοῦτο τὸ ὕφος παίρνει σὲ μερικοὺς δρόμους, ὅπως στὴν ὄμορφη ὁδὸ Ἀριστοτέλους, ἕνα ἰδιαίτερο χρῶμα, καθῶς σμίγει μὲ κάποια τυπικὰ στοιχεῖα βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, σὰν τὶς κολόνες ποὺ βαστοῦνε μιὰ σειρὰ ἡμικυκλικὰ τόξα, σ’ ὅλο τὸ μάκρος τοῦ δρόμου καὶ τὶς πλαστικὲς διακοσμήσεις στοὺς ἐξωτερικοὺς τοίχους.

Πίσω ἀπὸ τούτη τὴ βιτρίνα ἁπλώνεται μιὰ μελαγχολική, μιὰ σιωπηλὴ πολιτεία.  Οἱ παλιὲς γειτονιές, μὲ τὰ στενὰ φιδωτὰ δρομάκια τους προχωροῦν ἀνηφορίζοντας, ὥσπου νὰ συναντήσουνε τὸ κάστρο, τὸ Ἑπταπύργιο, στὴν κορυφή. Τὰ σπίτια μὲ τοὺς χαρακτηριστικοὺς μακεδονίτικους ἐξῶστες ἔχουνε τὴ γοητεία τῶν περασμένων καιρῶν. Ὅμως  πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν εἶδα τόσο ἔντονη τὴν εἰκόνα τῆς φθορᾶς τοῦ θανάτου ἑνὸς κόσμου, ὅσο ἐδῶ.  Τὰ περισσότερα παλιὰ σπίτια ἔχουνε μιὰ θλιβερὴ ὄψη ἐγκατάλειψης, ἄβαφα καθὼς εἶναι μὲ πεσμένους σοβάδες, μὲ ξεχαρβαλωμένα παράθυρα. Συχνὰ μεγάλες ραγισματιὲς  ἢ τοῖχοι ποὺ γέρνουν ἐπικίνδυνα πρὸς τὰ ἔξω, παραμορφωμένα σχήματα παραθυριῶν, φανερώνουνε τὴν ἐπιθανάτια ἀγωνία τοῦ γέρικου χτιρίου.  Κι ὅμως κάποιο κουρτινάκι πίσω ἀπὸ τὸ τζάμι λέει πὼς ἐξακολουθοῦνε νὰ κατοικοῦνε ἀκόμη ἄνθρωποι μέσα σ’ ἐκείνη τὴν παγίδα.  Κάπου κάπου  ἀνάμεσ’ ἀπὸ τοῦτα τὰ σπιτάκια τινάζει μιὰ ὁλοκαίνουργια πολυκατοικία πρὸς τὸν οὐρανὸ τὰ ὀχτώ της πατώματα, μὲ νεοπλουτίστικη  ξιπασιά.  Στὰ πόδια της τὰ ἑτοιμόρροπα σπιτάκια τὴ βλέπουνε ντροπιασμένα καὶ θαρρεῖς  πὼς μικραίνουν ἀκόμη πιὸ πολύ, θαρρεῖς πὼς  παρακαλοῦνε τὸ θάνατο νά ’ρθει νὰ τὰ σωριάσει στὴ γῆς. (περισσότερα…)

Σουλτανιγιέ, η αυτοκρατορική κι εγκαταλειμμένη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Δεν είναι άγνωστη στην ιστορία η συνήθεια πολλών ισχυρών να θεμελιώνουν νέες πόλεις, για τους δικούς του λόγους ο καθείς. Τουναντίον μάλιστα. Πολλοί χτίσανε νέες πόλεις, όπως ο Αλέξανδρος. Άλλοι θεμελιώσανε πόλεις για νέες πρωτεύουσες των αυτοκρατοριών τους, όπως ο Κωνσταντίνος την φερώνυμή του Πόλη, ο Μανσούρ την ολοστρόγγυλη Βαγδάτη στον Τίγρη ή ο Πέτρος την Άγια Πετρούπολή του στον Νέβα. Κι αλήθεια, κάποιες συνέχισαν για χρόνια και καιρούς να είναι πρωτεύουσες, πολυάνθρωπες και πολύβουες πολιτείες. Άλλες σύντομα απεκδύθηκαν τα παραφερνάλια της εστεμμένης κυριαρχίας τους, κράτησαν όμως τα παρελθόντα ψιμύθιά τους κι ανανεώθηκαν, συνεχίζοντας τον βίο τους ίσαμε σήμερα· εύκαιρα παραδείγματα οι πάλαι αββασιδικές (και χτυπημένες από τη βία στις μέρες μας) πρωτεύουσες Ράκκα και Σαμάρρα. Κι άλλες βυθίστηκαν στην λήθη, απολησμονημένες από το ανθρώπινο διάβα και, χωμένες στην κουφάλα του κορμιού τους, σαν την ψυχή του ‘μελβιλικού’ Αχαάβ, βυζαίνοντας το λαμπρό τους παρελθόν, αφέθηκαν να τις ρουφήξει ο τόπος· κι η εξαχνωμένη παρουσία τους μεταβλήθηκε σιγά σιγά από μνήμη σε κουκούλι-μνήμα τους, ωσότου η άπληστη τυμβωρυχία της νεωτερικής αρχαιολογίας τις αναδείξει σε μνημεία αξιοθέατα: το Ανγκόρ των Χμερ, το Καρακορούμ του Τζεγκισχάνου (ή μάλλον του γιου του Ογκετέϊ), η Βιτζαγιαναγκάρα των Ινδουϊστών βασιλέων του ινδικού νότου.

Η επιθυμία λοιπόν του Ολτζαϊτού να φτιάξει τη Σουλτανιγιέ ως νέα πρωτεύουσα του Ιλχανάτου, της αυτοκρατορίας του της κληρονομημένης απ’ τον εγγονό τού Τεμουτζίν, τον Χουλαγκού, διόλου καινούργια ή πρωτόφαντη δεν ήταν. Μάλιστα ο πατέρας του ο Αργκούν είχε ήδη διαλέξει τον τόπο αυτόν για θερινή του κατοικία. Κι ήδη τα βαφτίσια της δηλώναν και την ιδιότητά της: Σουλτανική, δηλονότι Αυτοκρατορική.

(περισσότερα…)

Μία άλλη Αμοργός

Τοπίο της Αμοργού στον Χρυσόστομο στα Κάψαλα, κοντά στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. (Φωτογραφία του συγγραφέα).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συστηθεί κανείς με έναν τόπο τον οποίο επισκέπτεται για πρώτη φορά — ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για ένα εμβληματικό νησί των Κυκλάδων, όπως η Αμοργός. Το διαδίκτυο προσφέρει δεκάδες σελίδες με πληροφορίες, συνήθως ρηχές και επιπόλαιες. Οι έντυποι ταξιδιωτικοί οδηγοί παραμένουν πιο αξιόπιστοι, παρόλο που  συχνά είναι άνισοι σε ποιότητα. Αν και σχετικά δυσεύρετη, η ταξιδιωτική γραμματεία μπορεί να κατευθύνει την προσοχή του επισκέπτη και να προετοιμάσει το βλέμμα του — όπως το Ελληνικό Καλοκαίρι του Ζακ Λακαρριέρ. Τα δε κείμενα των παλαιότερων, ξένων περιηγητών παρέχουν πάντοτε πλούσια ερεθίσματα.

Ξεκινώντας για ένα μικρό ταξίδι στην Αμοργό, επέλεξα μία άλλη πηγή, ένα από τα Ὑπομνήματα περιγραφικὰ τῶν Κυκλάδων Νήσων κατὰ μέρος, που δημοσίευε στα τέλη του 19ου αιώνα ο γεωγράφος και ιστορικός Αντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905). Το αφιερωμένο στην Αμοργό υπόμνημα, έκτασης 92 σελίδων, εκδόθηκε το 1884 στην Αθήνα από το τυπογραφείο των αδελφών Περρή και κυκλοφορεί σήμερα σε αναστατική επανέκδοση του βιβλιοπωλείου του Διονυσίου Νότη Καραβία. Επρόκειτο για το δεύτερο έργο αυτού του είδους του Μηλιαράκη, μετά το τομίδιο Άνδρος – Κέως που είχε εκδοθεί το 1880· ακολούθησε ένα ακόμη, το 1901, αφιερωμένο στην Κίμωλο.

Η Αμοργός του Μηλιαράκη αποτυπώνει την κατάσταση του νησιού στα χρόνια της παλαιάς Ελλάδας, όταν αυτό αποτελούσε το ανατολικότερο άκρο του βασιλείου και μόλις έβγαινε από την απομόνωση του, αφού το 1882 απέκτησε για πρώτη φορά τακτική εβδομαδιαία επικοινωνία με ατμόπλοιο. Ο συγγραφέας περιόδευσε την Αμοργό τον Ιούνιο του 1883 και συνομίλησε με πολλούς κατοίκους του, παρατηρώντας και συγκεντρώνοντας επί τόπου την περισσότερη ύλη του μικρού του βιβλίου. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κείμενο που γοητεύει τον αναγνώστη του: δεινός και διεισδυτικός παρατηρητής, ο Μηλιαράκης οργανώνει το υλικό του συστηματικά, είναι ακριβολόγος στις περιγραφές του, διακρίνει το μείζον από το δευτερεύον, επικρίνει καταστάσεις και προτείνει λύσεις, και όλα αυτά με εργαλείο μία λιτή αλλά χυμώδη και ρέουσα καθαρεύουσα, με μεγάλη οικονομία λόγου. (περισσότερα…)

Ιστορίες θερινής τρέλας

*

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΕΣ

Ήταν δυο φίλες, μια απ’ την Καρδίτσα
κι η άλλη πάλι απ’ το Ανκοράζ,
η φαλαινίτσα κι η σαρδελίτσα,
κι είπαν μια μέρα να παν στην πλαζ.

Είπαν μια μέρα να παν για μπάνιο
έλαμπε ο ήλιος, μούρλια ο καιρός,
είχαν τ’ αγέρι για καπετάνιο,
τα κυματάκια στην άμμο εμπρός.

Πήραν μαζί τους λάδια, παγούρια,
γυαλιά, πετσέτες λογιώ λογιώ
μα η φαλαινίτσα πάνω στη φούρια
πηγαίνει η ξύπνια χωρίς μαγιό.

«Α, μη σε νοιάζει», της λέει η σαρδέλα,
«κι έχω τα πάντα εγώ σκεφτεί.
Μαγιό ’χω κι άλλο, θα σού ’ρθει τρέλα!»
Και της το δίνει να βολευτεί.

– Μπα, δεν σου μπαίνει; – Ναι, με στενεύει…
– Πάχυνες μήπως; – Χμμμ, τι να πω…
– Ρουφήξου λίγο καλέ ν’ ανέβει!
– Μα μου σκαλώνει, δες, στον ποπό!

Κι όλο ρουφιέται, κι όλο ζαρώνει
η φαλαινίτσα καλά καλά,
μα κι αν τραβιέται, μα κι αν ιδρώνει,
το μαγιουδάκι δεν πάει ψηλά.

Γύρω παιδάκια, κάποιος σερφάρει,
τα κυματάκια «πλιτς» κάνουν, «πλατς»,
μα η φάλαινά μας έχει φρακάρει
μέχρι που ακούει ξάφνου ένα… χράαατς!

«Αχ, πάει το μπάνιο! Και τώρα; Πλήξη…»,
λέει με βλέμμα λυπητερό.
Η σαρδελίτσα πάει να βουτήξει
κι εκείνη ψάχνει για παρεό.

~.~

(περισσότερα…)

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί (Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

*

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα

Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί
(Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

Πρωτοστάτης του ιμαζισμού και του μοντερνιστικού κινήματος, ιδιοφυής κριτικός, νοσταλγός των μεγάλων αρχαίων πολιτισμών, συνοδοιπόρος του Έλιοτ, γραμματέας του Γέητς, δριμύς κατήγορος του καπιταλισμού, οπαδός του Μουσσολίνι, επινοητής μιας πρωτόγνωρης ποιητικής γλώσσας, δημιουργός των περιβόητων «Κάντος», ο Αμερικανός ποιητής Έζρα Πάουντ (1885-1972) στάθηκε εξαρχής, και παραμένει ώς σήμερα, μορφή σαγηνευτική και αμφιλεγόμενη.

Με αφορμή το αφιέρωμα του περιοδικού Νέο Πλανόδιον στο έργο του (τχ. 7), ο μεταφραστής Κώστας Κουτσουρέλης και ο μελετητής και βιογράφος του Πάουντ Ηλίας Μαλεβίτης παρουσιάζουν δυο σταθμούς της πορείας του, τη σύνθεση «Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ», που ο ποιητής δημοσίευσε στο Λονδίνο το 1920, και το περίφημο ταξίδι του στην Ελλάδα το 1965 και τις συναντήσεις του με σημαδιακές μορφές των ελληνικών γραμμάτων όπως ο Γιώργος Σεφέρης και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Ποιήματα και κείμενα του Πάουντ θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

*

Ταξιδιωτικό της συμφοράς

*

της ΜΑΡΙΑΣ Σ. ΜΠΛΑΝΑ

Μάνη, 2023. Του Αγίου Πνεύματος. Γερολιμένας. Φτάνοντας καταλαβαίνεις πόσο ταιριαστό το τοπωνύμιο. Τοπίο αγέρωχο, πέλαγος, γυμνόστηθα βουνά, κροκάλες, πέτρινα κτίσματα από άλλη εποχή. Εγκατάλειψη που πάει χέρι χέρι με την αρπαχτή. Κυριλέ εστιατόρια πάνω στο κύμα, απ’ αυτά όπου σου γεμίζουν το ποτήρι, πλάι σε χαλάσματα πέτρινων πύργων, στον χωματόδρομο με τα μαδέρια. Συντρίμμια δίπλα σε σωρούς αμμοχάλικο, έτοιμους να ορθώσουν τα Airbnb της επόμενης σεζόν, 250 ευρώ η διανυκτέρευση – τιμή μη επιστρέψιμη. Κακοφωτισμένα στενά που ζέχνουν μούχλα και σκουριά. Ο ήλιος, ευτυχώς τόσο καυτός που ζαλίζει. Κι η θάλασσα τόσο παγωμένη και κρυστάλλινη που σε κάνει να ξεχνάς τη θέα των πλαστικών σκουπιδιών στο βυθό. Στη στεριά πάλι, ούτε ένας κάδος σκουπιδιών.

Κάνουμε check in σ’ ένα από τα παμπάλαια κτίσματα όπου το τρεχούμενο νερό αποδεικνύεται πολυτέλεια – τιμή μη επιστρέψιμη. Πάτε στο χωράφι δίπλα, λέει η host όταν της λέμε πως δεν λειτουργεί το καζανάκι. Το νερό, νεράκι. Τη Μάνη ή τη μισείς ή τη λατρεύεις, διαβάζω σ’ ένα άρθρο της Καθημερινής. Κι οι Μανιάτες, «όπως είναι οι βράχοι τους», που λέει κι ο ποιητής. Τουλάχιστον η θέα στη βεράντα κάτι λέει, φεγγαράδα, κυματισμοί, η φαγωμένη από την υγρασία ταράτσα του μπροστινού μονώροφου πέτρινου με τις εξωτερικές μονάδες κλιματιστικών από το πάλαι ποτέ. Τολμώ να πηδήξω πάνω της για να δω τη θάλασσα απρόσκοπτα. Τζιτζίκια, βλαχομπαρόκ μουσική απ’ το καφέ–μπαρ με τις ξαπλώστρες πάνω στα τσιμεντωμένα βράχια, ο αχός των κυμάτων, μακρινές συζητήσεις εκδρομέων του τριημέρου, σερβιτόροι που πηγαινοέρχονται απέναντι, αυτοκίνητα μες στη σκόνη που σηκώνουν, βαρκάκια. Ένα ιστιοπλοϊκό. Ας περπατήσω λίγο για να ξεχαστώ. (περισσότερα…)

Η στοχαστική Μέσα Μάνη

*

του ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΖΑΧΑΡΕΑ

Όταν η οργισμένη θάλασσα φαίνεται να ρουφά αυτό το κομμάτι της λακωνικής γης με τους απόκρημνους και επικίνδυνους βράχους, φόβος δεν υπάρχει, μόνο δέος και θαυμασμός! Το μανιάτικο τοπίο δημιουργεί στον επισκέπτη σκέψεις και περισυλλογή. Είναι τόσο δυνατή η μορφολογία του εδάφους σε συνδυασμό με την θαλασσινή απεραντοσύνη, ώστε επιβάλλεται αμέσως στον επισκέπτη. Το τοπίο καθηλώνει τον άνθρωπο, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο σ’ άλλα μέρη της χώρας, όπου ο επισκέπτης κυριαρχεί στο τοπίο. Είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να βγει μια παρέα από ένα αυτοκίνητο σε οποιοδήποτε μέρος της Μέσα Μάνης και ν’ αρχίσει να τραγουδά ή να ακούει δυνατά μουσική. Ο περίγυρος, το χώμα, οι πέτρες, οι άνθρωποι, το φως, τα αγριολούλουδα, τα θυμάρια και τα φασκόμηλα, όλα μαζί σε προτρέπουν σε έντονη ενδοσκόπηση. Τ’ αγέρωχα τοπία, μαζί με τους πύργους του Πολέμου, η παλλόμενη ιστορική μνήμη, δημιουργούν εντάσεις διανοητικές και ψυχικές στον κάθε «ψαγμένο» και ευαίσθητο οδοιπόρο.

Η περιπλάνηση μου στα δυσπρόσιτα μανιάτικα εδάφη, η επαφή με τους ανθρώπους της, είναι συνεχής, πολύχρονη. Ίσως πουθενά αλλού δεν στοχάζεται κανείς, παρά μόνο ξεκινώντας από τις Στέρνες για να φθάσει στη Σπηλιά του Άδη με τη μικρή βάρκα, πως το σύνολο της προσωπικής μας ζωής δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διαδικασία της γέννησής μας και ο φυσικός θάνατος δεν είναι παρά ο πλήρης κύκλος της γέννησής μας.

Κολυμπώντας μόνος στο εσωτερικό της Σπηλιάς του Άδη, ενώ τα θαλασσοπούλια πετούσαν αδιάκοπα έξω από τις φωλιές τους, συγκλονιστικό ήταν το θέαμα, ζωηρές οι μεταφυσικές αναζητήσεις, ενώ ενστικτωδώς είχα στα χείλη μου ένα ειρωνικό μειδίαμα που ο Τόμας Μαν αποκαλούσε «το πιο βαθύ και συναρπαστικό πρόβλημα του κόσμου». Το νόημα, αλλά και η ενδεχόμενη εκμηδένιση της φυσικής ύπαρξης, είχε ταυτιστεί με τη μοναδική εικόνα και τον περίγυρο της Σπηλιάς.

Οι μανιάτικοι πύργοι του Πολέμου είναι από τα πιο εντυπωσιακά μνημεία της χώρας, και όχι μόνο της λακωνικής γης. Ιστορίες και θρύλοι καλύπτουν τα ιστορικά αυτά κτίρια, που πολλές φορές ξεπερνούν σε ύψος τα 15 έως 20 μέτρα. Χωρίς πολλά παράθυρα, κτισμένοι με σκούρες πέτρες, με τις «ζεματίστρες» πάνω από την κεντρική είσοδο για να ρίχνουν καυτό λάδι σε εχθρούς και αντιπάλους. Οι πολεμόπυργοι της Μάνης είναι μνημεία σοβαρότητας, δωρικότητας και αλήθειας. Σ’ όλο τον δρόμο, από τον Δυρό έως τον Γερολιμένα, πάνω και κάτω από την άσφαλτο, είναι εντυπωσιακή η εικόνα χωριών και οικισμών περιτριγυρισμένων από τους μανιάτικους πύργους. Έχει κανείς την εντύπωση πως κατά μήκος της διαδρομής θα εμφανιστούν βυζαντινοί ιππότες, με τ’ άλογα και τις πανοπλίες τους, για να επιτεθούν εναντίον των εισβολέων ή των πειρατών. Οι πύργοι του Πολέμου της Μέσα Μάνης είναι αρχαίο στοιχείο ενός περήφανου και αδούλωτου λαού. Ας θυμηθούμε πως ο Ναπολέων αποκαλούσε τους Μανιάτες κατ’ ευθείαν απογόνους των αρχαίων Σπαρτιατών. Σήμερα, ελάχιστοι είναι σε καλή κατάσταση, πολλοί είναι ερειπωμένοι, ενώ στον προηγούμενο αιώνα ο αριθμός τους έφθανε τους 700-800.

Ανεβαίνοντας τις σκάλες ενός πολεμόπυργου στη Λάγια, αντίκρισα το εκπληκτικό τοπίο των ελαιώνων, των άλλων πύργων και της άγριας θάλασσας. Σκεπτόμουν πως ο σύγχρονος άνθρωπος, και ιδιαίτερα της πολύπαθης πατρίδας μας, όταν περιβάλλεται από κινδύνους σοβαρούς, αναζητά μέσα από την πνευματική ευταξία διέξοδο προς το καλύτερο. Αισθάνθηκα επίσης, ότι όπου καιροφυλακτεί κίνδυνος μεγάλος, εκεί κοντά υποφώσκει η σωτηρία και η ελπίδα, τις οποίες ανακαλύπτουμε στην έξαρση της παιδείας και της κουλτούρας. Καθώς απουσιάζουν από την εποχή μας και τη χώρα οι ολιστικές σωτήριες εναλλακτικές λύσεις του παρελθόντος –θρησκευτικές, φιλοσοφικές, κοινωνικές– μόνο η διατήρηση της κουλτούρας αντιμετωπίζει τους κινδύνους του υπερκαταναλωτισμού και ελέγχει τ’ αλλοτριωτικά φαινόμενα. Είναι η κουλτούρα που έρχεται σε αντίθεση με την ασυδοσία της ελεύθερης αγοράς, τη Βαβέλ του θεάματος και του τζόγου και την κοινωνική περιθωριοποίηση. (περισσότερα…)