ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Louise Glück (1943-2023), Περσεφόνη ἡ Περιπλανώμενη

*

Στήν πρώτη ἐκδοχή, ἁρπάζουν
τήν Περσεφόνη ἀπό τή μητέρα της
καί ἡ θεά τῆς γῆς
τιμωρεῖ τή γῆ – κάτι
συνεπές πρός ὅσα γνωρίζουμε γιά τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά,
πώς οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις παίρνουν βαθιά ἱκανοποίηση
προκαλώντας κακό, ἰδιαιτέρως
ἀσυναίσθητο κακό:

θά μπορούσαμε νά τό ἀποκαλέσουμε
ἀρνητική δημιουργία.

Ἡ ἀρχική διαμονή τῆς Περσεφόνης
στήν κόλαση συνεχίζει νά διασύρεται
ἀπό τούς μελετητές πού διαφωνοῦν γιά
τίς αἰσθήσεις τῆς παρθένας:

συνέβαλε στόν βιασμό της,
ἤ σύρθηκε, παρά τή θέλησή της,
ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει τώρα στά μοντέρνα κορίτσια.

Ὅπως εἶναι πασίγνωστο, ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀγαπημένου
δέν ἐπανορθώνει
τήν ἀπώλεια τοῦ ἀγαπημένου: ἡ Περσεφόνη (περισσότερα…)

Ναόμι Σιχάμπ Νάυ, Ποιήματα της Μέσης Ανατολής

*

Πρόλογος-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Η Ναόμι Σιχάμπ Νάυ γεννήθηκε το 1952 στο Μιζούρι των ΗΠΑ από πατέρα Παλαιστίνιο πρόσφυγα κι από μητέρα Αμερικανίδα γερμανοελβετικής καταγωγής. Η πρώτη της ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή, Διάφοροι τρόποι προσευχής, εκδόθηκε το 1980 κι έκτοτε το έργο της απέσπασε διάφορες διακρίσεις. Ακολουθούν δέκα επιλογές από τη συλλογή 19 Είδη Γαζέλας: Ποιήματα της Μέσης Ανατολής του 2002. Το βιβλίο εκδόθηκε στη σκιά της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους κι αποσκοπούσε να φέρει στο προσκήνιο ένα βίωμα ειδικώς αραβικό. Τα ποιήματα είναι απλά και γειωμένα. Συχνά από τη σκοπιά της επισκέπτριας εξ Αμερικής, σκιαγραφούν την καθημερινότητα στην πατρογονική γη της Παλαιστίνης, τα χωράφια, τους καρπούς, το φαγητό, την παιδική ηλικία· όλα ποτισμένα στον πόλεμο.

~.~

Στην πηγή
Όταν βραδιάζει οι γυναίκες
πηγαίνουν στην πηγή,
οι ξαδερφάδες μου βαστούν τεράστιους κουβάδες
πάνω στα κεφάλια τους.
Όλες έχουν ακούσει ιστορίες για νερά
που βγαίνουν από σωληνώσεις:
οι αδερφοί τους ορύττουν τρύπες,
βάζουνε πλακάκια.
Στη σκεπή ένα ντεπόζιτο ασημόχρωμο
θα δώσει βράση στο νερό μες στον ήλιο.
Γνωρίζουν πως υπάρχουν χώρες
όπου άντρες και γυναίκες φιλιούνται στον δρόμο,
όπου το χέρι του άντρα στο γόνατο της γυναίκας
δεν σημαίνει σεισμό.

Κι όμως παίρνουν τους κουβάδες τους,
το πανί το χοντροδιπλωμένο επάνω
στο κεφάλι τους, και πηγαίνουν στην πηγή,
φάλαγγες γυναικών κατά δυάδες και τριάδες,
χαιρετιούνται σιγανά και μουρμουρώντας,
με νεύμα τόσο αδιόρατο που ο κουβάς ίσα που σαλεύει.

Γυρίζουν οι σελίδες, αιώνες ανέμου.
Τούτα τα πόδια γράφουν ιστορία πάνω στον χωματόδρομο
και κανείς δεν τη διαβάζει, εκτός κι αν βρεθείς εδώ
και τη διαβάσεις, εκτός κι αν διψάσεις
και βουτήξεις τις φούχτες
κει που θα σου πουν οι γυναίκες,
με το κεφάλι σου πίσω γυρτό
στον αέρα που όλο θα φυσήξει γλυκός.

Γνωρίζουν πως εγώ τον κουβά δεν μπορώ να τον κουβαλήσω.
Κι όμως μου τον προσφέρουν, μειδιώντας.
Τρώνε ροδάκινα ξινά και γελάνε
έτσι που κοιτάζω γύρω μου,
λες και υπάρχει κάτι που περιμένει
να το δεις. (περισσότερα…)

Loren Eiseley, Ἡ Τελευταία Πεταλούδα

*

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ Τελευταία Πεταλούδα

Θάμνος ἀνώνυμος στό κηπάριο τῆς πρόσοψης εὐωδιάζει·
Κάποιος ἀπό κείνους τούς μερακλῆδες κηπουρούς, τώρα πεθαμένος,
γνώστης παράξενων φυτῶν ὅπου φυλάγονται μυστικά φυτώρια σάν τόν κόσμο
τόν ἀγόρασε καί τόν φύτεψε κεῖ.
Ἴσως εἶναι ἀπό τίς Ἄνδεις, τό Θιβέτ ἤ κάποιον ἄλλο τόπο λιγότερο ἀξιοσημείωτο.
Μοναδικό ἄρωμα σκορπίζει στόν ἀέρα κίτρινο λουλουδάκι, ἀφανές.
Ὅμως ὁ ἴδιος κάθε ἄνοιξη τόν λατρεύω καί τόν παρατηρῶ περισσότερο γιά τήν Papilio mahaon τήν ὄμορφη πεταλούδα πού ἔρχεται ἀπό πολύ μακριά τό νέκταρ στά μπουμπούκια νά ρουφήξει.
Χρειάζεται νά κατανοήσετε πώς τώρα σ’ αὐτή τήν πόλη σπανίζουν, τοῦτα τά πλάσματα
μιᾶς μόνον ἐποχῆς πού τήν σκέπτομαι πάντοτε ἐξαιτίας τῆς μοναδικῆς πεταλούδας πάνω στόν μοναχικό μου θάμνο ὡς μιά ἀθάνατη,
πού ἐμφανίζεται ἐξαφανίζεται μέ τίς χρυσές ἐποχές,
ἀλλ’ οὐσιαστικά ἀθάνατη
Εἰσχωρώντας στό χειμωνιάτικο σκοτάδι
ἐπιστρέφει, πάντα ἐπιστρέφει στό ἕνα καί μόνο καλοκαιρινό φυτό τοῦ κόσμου.
Ὁ κόσμος ἕνας συγκλίνων κῶνος ἀπό τήν παιδική ἡλικία, ὅπου τοῦτα τά πλάσματα ἦσαν ὁλόγυρά μου, ὅπου γνώριζα τήν σκοτεινιά προνύμφη τῆς σφήγγας τῶν σκώρων κάτω ἀπό τίς πατατιές τόν Ὀκτώβριο ἤ τίς κρεμάμενες χρυσαφιές χρυσαλίδες,
κρυμμένες στίς χειμωνιάτικες καταιγίδες,
τήν ἀνάσταση μέ τήν ἄνοιξη, τήν ἄσκοπη φευγαλέα περιπλάνηση
ἀσύλληπτη ψηλά πέρα ἀπό τίς πίσω αὐλές, χορεύοντας
σέ λιβάδια μαῦρα, χρυσά, κίτρινα,
ἡ οὐσία τοῦ καλοκαιριοῦ καί τό αἰώνιο ἡλιόφως.
Τήν κρατῶ στήν προχωρημένη ἡλικία τώρα, ἀπό τήν τελευταία
χελιδονοουρά – Papiliο mahaon. Kάθε καλοκαίρι μόνο μιά,
σιγανά κινώντας τά λεπτεπίλεπατα φτερά της, καθώς ρουφᾶ τόν χρυσαφένιο θάμνο.
Δοκιμάζω τό ἴδιο ἁπαλά νά ἀγγίξω τό φτερό της – δέ θά μοῦ τό ἐπιτρέψει,
Πάντα ψηλά φευγάτη σέ μιάν ἄνοιξη πολύ μακρινή γιά νά τή φτάσω.

Ἀπό τήν συλλογή: Notes of an Alchemist, 1972

(περισσότερα…)

Ωδή στο ψωμί

*

Ταξιδεύοντας στην Σαρδηνία, στις απαρχές κάποιου χειμώνα, τη βρήκα τυλιγμένη μες σε υγρές συννεφιές και τη σιωπή της, αποκλεισμένη στην ερημιά της και στραμμένη στον εαυτό της. Κι έτσι την χάρηκα, τριγυρνώντας στην αγροτική καρδιά του νησιού, μακριά από τις πολύβουες και ματαιόδοξες παραλίες του καλοκαιριού που κατά ριπές τις μαστίζουν τα στίφη τ’ αδιάκοπα των Ευρωπαίων λουομένων· τώρα τις έδερναν, λες καθαρτικά, μοναχά τα κύματα κι οι νεροποντές.

Ύστερα από αρκετούς γύρους και περιπλανήσεις, κατέληξα και στην πρωτεύουσά της, το Κάλιαρι. Περπάτησα στην παλιά καστρόπολη που βίγλιζε στον λόφο, θεμελιωμένη γερά στα φαρδιά τείχη που την έζωναν. Διασχίζοντας το πέρασμα από ένα πύργο ορθωμένο ακόμη πανύψηλο και σχεδόν άθικτο, βγήκα προς τη θάλασσα, περνώντας κάτω από τη βαριά ξύλινη καστρόπορτα. Σωφυλλιασμένη με λωρίδες σίδερο, κρεμόταν ψηλά και μ’ αλυσένιες τροχαλίες καρφωνόταν κάποτε στο διάβα του πύργου, σφραγίζοντας το πέρασμα στο κάστρο. Σήμερα απλά σκούριαζε η σιδερένια επένδυσή της, μετέωρη στον αέρα.

Λίγο πιο κάτω, σ’ ένα παλιότερο κτήριο, πήραν τα μάτια μου μια έκθεση για την παραδοσιακή τέχνη του ψωμιού, που πλάθουν περίτεχνα για τις γιορτές και τα πανηγύρια του νησιού οι ντόπιοι, τόσο τα θρησκευτικά όσο κι αυτά του κύκλου της χαράς της ανθρώπινης ζωής. Περίεργη κι απρόσμενη έκθεση με όμορφα δείγματα, χαρακτηριστικά της τέχνης της αρτογλυπτικής των Σάρδων: ανθρωπάκια κουκλίστικα, εφταπόδαρες κυράδες για να μετράνε τη Σαρακοστή, κότες, πουλιά, σκαντζοχοιράκια, στεφάνια και λουλούδια, άνθινα σχέδια διακοσμητικά. Κι από δίπλα σε κάθε αρτογλυπτό ένα σημείωμα «non toccare». Εξύψωση σε τέχνη του πιο στοιχειακού, του πιο απλού υλικού της μεσογειακής διαβίωσης, του ψωμιού. Μια θαυμαστή αποθέωση της καθημερινής μετάληψης του άρτου του επιούσιου σε αρτο-ποίημα. Πλάι σ’ ένα από αυτά τα εκθέματα υπήρχε μεταφρασμένη στα ιταλικά η ωδή του Πάμπλο Νερούδα στο ψωμί. Έψαξα να τη βρω γυρισμένη στη γλώσσα μας και κάποτε ευτύχησα να πέσω στη –σχεδόν άγνωστη– μετάφραση του Άρη Δικταίου. Σήμερα, 16 Οκτωβρίου, που είναι παγκόσμια μέρα του ψωμιού, θεώρησα ιδανική και πρέπουσα τη συγκυρία για να τη μοιραστώ, μαζί με κάποιες φωτογραφίες από εκείνη την τέχνη, τη σάρδικη, της αρτογλυπτικής.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

[Εδώ μπορεί να βρει κανείς περισσότερες εικόνες και πληροφορίες για τη σάρδικη αρτογλυπτική.]

*

* (περισσότερα…)

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν, «Η ποίηση είναι τηλεγραφήματα της ψυχής»

*

Συνέντευξη και αναγνώσεις στην ελβετική τηλεόραση το 1983

~.~

Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ

~.~

Μια βαρκούλα στο ταξίδι της αρχαιολογίας

Ζεστή καταιγίδα μ’ αστραπές και βροντές
απόψε στο Τόκιο, νερό πολύ κι ομπρέλες
γύρω στις 10 μ.μ.
Μια μικρή λεπτομέρεια της στιγμής
ίσως όμως πολύ σημαντική
σ’ ένα εκατομμύριο χρόνια από τώρα που οι αρχαιολόγοι
θα κοσκινίζουν τα ερείπιά μας, προσπαθώντας μ’ εμάς να βγάλουν
άκρη.

Τόκιο, 5 Ιουνίου 1976

~.~

– Σε τι ωφελεί η ποίηση;

ΡΜ: Η ποίηση είναι τηλεγραφήματα της ψυχής· να ρίξει φως, να δείξουμε περισσότερη συμπόνια, να κατανοήσουμε καλύτερα την κατάστασή μας· την ανθρώπινη κατάσταση.

– Στα βιβλία σας υπάρχουν πάντοτε δύο πόλοι: η πραγματικότητα κι ένας αντεστραμμένος κόσμος, ένας, κατά μία έννοια, φανταστικός κόσμος. Ποια είναι η αντίστιξη αυτών των δύο κόσμων; Πώς σχετίζονται και ενδεχομένως διορθώνουν ο ένας τον άλλο;

ΡΜ: Εναλλάσσονται. Ο ένας είναι ο καθρέφτης κι ο άλλος το είδωλο κι ύστερα ο πρώτος είναι το είδωλο κι ο άλλος ο καθρέφτης. Θεωρώ την ενόραση μια απ’ τις απίστευτες αρετές των ανθρώπων κι αν έχουμε τη δυνατότητα με οποιονδήποτε τρόπο να διευρύνουμε, να καθορίσουμε, να επανακαθορίσουμε ή να εξερευνήσουμε την ενόραση στο μέλλον, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όλα τα μέσα για να το κάνουμε.

– Κύριε Μπρότιγκαν, η δουλειά σας έχει μια ποιητική τρυφερότητα και την ίδια στιγμή ενυπάρχει μια κάποια σκληρότητα. Πώς πετυχαίνετε την ισορροπία; Χρειάζεται μια τέτοια ισορροπία;

ΡΜ: Είμαι προϊόν του 20ού αιώνα. Η δουλειά μου αντικατοπτρίζει τον 20ό αιώνα και αποκρίνεται σ’ αυτόν. (περισσότερα…)

Ελίζαμπεθ Σπάιρς, Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα Φθινόπωρο

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα Φθινόπωρο.
JOHN DONNE

Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα φθινόπωρο. Τά φύλλα  εἶναι πάντοτε ἑτοιμόρροπα ἐκεῖ ἀλλά ποτέ δέν πέφτουν, καί ζευγάρια ψυχῶν περπατοῦν ἔξω στά μονοπάτια τοῦ παραδείσου δίχως νά νιώθουν πιά τό βάρος τῶν χρόνων πάνω τους.

Ἀσφαλῆ στή νηνεμία τοῦ παραδείσου, κρατοῦν ὁ ἕνας τό μπράτσο τοῦ ἄλλου, λάμποντας τό φῶς τούς διαπερνᾶ, παρελθόντα ὅλα χαρά καί τρόμος.

Ἀλλά ἐμεῖς ἐδῶ εἴμαστε πολύ μακριά ἀπ’ τόν παράδεισο, σ’ ἕναν κῆπο ρημαγμένο καί παραμελημένο ὅπως θά ἦταν ἡ Ἐδέμ μέ τούς τοίχους  γκρεμισμένους, τά μονοπάτια σκεπασμένα μέ ἀσάρωτα φύλλα πολλῶν χρόνων, λαμπερά θυμητάρια γιά παιδιά τοῦ Φθινοπώρου. Τό φῶς χρυσό, καθώς ὁ ἥλιος ἀφαιρεῖ ἀπό κάθε πράγμα τή μακριά σκιά τῆς ψυχῆς, φανερώνοντας μιά κατάληξη.

Τά τελευταῖα ρόδα τῆς χρονιᾶς ταλαντεύουν τά εὔθριπτα κεφάλια τους, σάν ἀκροατές πού ἀφουγκράζονται ὅ,τι λέγεται, γιά νά ρωτήσουν:

Τί μᾶς ἔφερε ἐδῶ; Ποιός σπόρος; Ποιά βροχή; Ποιό φῶς;

Τί μᾶς ἔσπρωξε ψηλά μέσα ἀπό τήν σκοτεινή γῆ; Τί μᾶς ἔκανε ν’ ἀνθίσουμε;

Ποιός ἄνεμος γρήγορα θά μᾶς πάρει; Σαρώνοντας τόν κῆπο ὥς τή γύμνια;

Οἱ ἄφωνες φωνές τους κρέμονται ἐδῶ, ὅπως ἴσως κι οἱ δικές μας, ἄν ἤμασταν κι ἐμεῖς ρόδα. Τά παρτέρια καλυμμένα μέ φύλλα, φροντισμένα ἀπό ἕναν ἀπόντα κηπουρό πού ζεῖ κάπου ἀλλοῦ.

Εἶναι ἡ τελευταία ἀπό πολλές τελευταῖες μέρες. Ἀρκεῖ;

Νά ξεκουραστοῦμε αὐτή τή στιγμή; Νά στρέψουμε τά πρόσωπά μας στόν ἥλιο;

Νά παρατηρήσουμε τίς γάζες ἑνός παρερχόμενου κόσμου;

Νά νιώσουμε τό μέταλλο μαύρης σιδερένιας καρέκλας, κρύο καί αἰώνιο, καθώς πιέζει τό δέρμα μας; Νά κατανοήσουμε ἕνα παιδί σάν σύννεφα πού περνοῦν ψηλά, μετατρέποντάς μας σέ τρέμουσα σκίαση καί ἥσκιο;

Καί μετά νά γυρίσουμε ἀποκαταστημένοι, μικρό θαῦμα, ὁ ἥλιος νά φωτίζει λαμπερά ὅπως πρίν; Συνεχίζουμε, ἐσύ ὁδηγεῖς, μιά φιγούρα γερμένη σέ ραβδί πού ἀφήνει τό ἴχνος του στή γῆ.

Φίλε μου, μέ ἔχεις ὁδηγήσει πιό πέρα ἀπό ὅπου ἔφτασα ποτέ ἄλλοτε.

Σ’ ἕναν κῆπο τό φθινόπωρο. Σ’ ἕναν παράδεισο προσωρινότητας ὅπου ἡ τελική πτώση εἶναι ἀργή, ἕνα ἀργό καί ἀκτινοβόλο συμβάν.

Τό φῶς εἶναι χρυσό. Κι ὅσο εἴμαστε ἐδῶ, θαρρῶ πώς αὐτός πρέπει νά εἶναι ὁ παράδεισος.

ELIZABETH SPIRES

Γραμμένο το 2012. Περιλαμβάνεται στήν ποιητική συλλογή Now the Green Blade Rises, Kindle Edition, 2015

 ~.~

Ἡ Elizabeth Spires γεννήθηκε τό 1952 στό Lancaster, Ohio. Εἶναι διακεκριμένη ποιήτρια καί συγγραφέας παιδικῶν βιβλίων. Ζεῖ στήν Βαλτιμόρη, Maryland, καί διδάσκει στό Goucher College. Στίς συλλογές της περιλαμβάνονται: A Memory of the Future (2018), The Wave-Maker (2008), Now the Green Blade Rises (2004), Swan’s Island (1997), and Worldling (1995).

*

Heiner Müller, Ο Μύλλερ σε ξενοδοχείο πολυτελείας

*

Ο ΜΥΛΛΕΡ ΣΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ

Στο ρεστωράν η αθωότης των πλουσίων
Βλέμματα ανέμελα στη σιτοδεία του κόσμου
Κι εγώ εκεί μέσα διχασμένος Τ’ όνειρό μου
Στον ζαρωμένο τον λαιμό της χήρας πλάι
Να μπήξω το μαχαίρι που μ’ αυτό της κόβει
Το αρνάκι ο σερβιτόρος πριν της το προσφέρει
Δεν θα το κάνω ωστόσο όσο και να ζήσω
Δεν είμαι Ιησούς εγώ ο ξίφος φέρων
Εγώ ονειρεύομαι τα ξίφη Και γνωρίζω
Ότι η ξένη πείνα που με τρέφει θα διαρκέσει
Τόσο μα τόσο παραπάνω απ’ τη ζωή μου
Και οι ποιητές το ξέρω είναι άθλιοι ψεύτες
Μόνο ο Βιγιόν τα έσουρνε στους αφεντάδες
Και το κεφάλι του δεν είχε πού να γείρει
Ο Μπρεχτ έστειλε την Μπερλάου στη Βαλένθια
Κι έγραψε ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΚΑΡΡΑΡ στο Σβέντμποργκ
Στη Μόσχα ο Γκόρκι μ’ άμαξα κυκλοφορούσε
Αλλά τη φτώχια τη μισούσε ΔΙΟΤΙ ΕΞΕΥΤΕΛΙΖΕΙ
Και όχι μόνο τους φτωχούς Ο Μαγιακόφσκι
Με το ρεβόλβερ του είχε σωπάσει κιόλας
Τα ψέματα των ποιητών τα ξόδεψε όλα
Του αιώνα η φρίκη Στα γκισέ της Παγκοσμίου
Τραπέζης το αίμα που έχει ξεραθεί μυρίζει
Σαν κρύο κραγιόν Το ανατριχιαστικό στη βία
Είναι η τύφλα της Ο άστεγος που κοιμάται
Έξω απ’ το ESSO SNACK & SHOP διαγράφει πλήρως
Την Ποίηση της Επανάστασης Τον είδα
Απ’ το ταξί Εμένα η τσέπη μου τ’ αντέχει
Ο Μπενν θα είχε εδώ τόσα να πει Ούτε φράγκο
Δεν έβγαζε με τα ποιήματά του Θα ’χε
Χωρίς τη σύφιλη και τη βλεννόρροια κρεπάρει
Τη νύχτα στο ξενοδοχείο πια απομένω
Δίχως σκηνή δίχως ιάμβους δίχως ρίμα
Μου βγαίνει αυτό που γράφω Μ’ απαρνιέται η γλώσσα
Βλέπω τις μάσκες μου κομμάτια στον καθρέφτη
Κανείς δεν θέλει να το παίξει Εδώ το δράμα
Είμαι εγώ ΜΥΛΛΕΡ ΔΕΝ ΕΙΣΤΕ ΔΑ ΚΑΙ ΘΕΜΑ
ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ ΜΕΙΝΕΤΕ ΠΙΟ ΚΑΛΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΖΑ
Το έχει ανάγκη όμως το ποίημα η ντροπή μου

Φρανκφούρτη, 3.10.1992
Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

Τσέζαρε Παβέζε, Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου [2/2]

*

Μετάφραση-Πλαισίωση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

~.~

Verrà la morte e avrà i tuoi occhi

[ Δεύτερο Μέρος ]

Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου

 

ΣΤΗN C. ΑΠΟ ΤΟΝ C.

Ἐσύ,
χαμόγελο στικτὸ
στὸ παγωμένο χιόνι —
μαρτιάτικος μπάλος
τοῦ ἀγέρα στὰ κλαδιὰ
ποὺ ξεπροβάλλουνε στὸ χιόνι,
ϐογκώντας καὶ ϕεγγοβολώντας
τὰ μικρά σου ἄαα! —
λευκοπόδαρο ἐλάφι
σεπτό, ϑά ’θελα
ἂν ϑὰ μποροῦσε ἄλλος
νὰ μάθει
τὴν ἀσύλληπτη χάρη
τῶν ἡμερῶν σου
τὸ πάλλευκο κουβάρι
τῶν ἔργων τῶν δικῶν σου —
τὸ αὔριο στέκει παγωμένο
πέρα στὸν κάμπο· ἐσὺ
χαμόγελο κατάστικτο
γέλιο ϕωτεινό.

*

ΤΟ ΠΡΩΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΓΥΡΙΖΕΙΣ

Ἡ λάμψη τῆς αὐγῆς
ἀνασαίνει μὲ τὸ στόμα σου,
στὸ ϐάθος τῶν ἔρημων δρόμων.
Γκρίζο ϕῶς τὰ μάτια σου
γλυκὲς στάλες τῆς αὐγῆς
σὲ λόφους σκοτεινούς.
Τὸ ϐῆμα σου, ἡ ἀνάσα σου
—ἄνεμος τῆς αὐγῆς—
πλημυρίζουνε τὰ σπίτια.
Ἡ πόλις ἀναρριγεῖ
μοσχοβολοῦν οἱ πέτρες·
εἶσαι τὸ ξύπνημα, ἡ ζωή.

Ἀστέρι χαμένο
στὸ ϕῶς τῆς αὐγῆς,
συριγμὸς τοῦ ἀέρα
ϑαλπωρὴ καὶ ἀνάσα —
ἡ νύχτα ἔχει τελειώσει.

Εἶσαι τὸ ϕῶς καὶ τὸ πρωί.

*

Ἔχεις αἷμα, μιὰν ἀνάσα.
Ἀπὸ σάρκα πλασμένη
κι ἐσὺ ἀπὸ μαλλιὰ
καὶ ϐλέμματα. Ἡ γῆ, τὰ ϕυτὰ
ὁ μαρτιάτικος οὐρανὸς καὶ τὸ ϕῶς
πάλλονται καὶ σοῦ μοιάζουν —
τὸ γέλιο σου, τὸ περπάτημά σου
σὰν νερὸ ποὺ ξεχύνεται
ψηλὰ ἡ ρυτίδα σου στὰ μάτια
σύννεφα μαζεμένα·
τὸ ἁπαλό σου τὸ κορμὶ
σβῶλος στὸν ἥλιο. (περισσότερα…)

Τσέζαρε Παβέζε, Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου [1/2]

*

Μετάφραση-Πλαισίωση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

~.~

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _ _  _  _  _  _  _  _  _

[  ἔ ν α ρ ξ η   σ ύ ν δ ε σ η ς  ]

― Μοῦ ἐπιτρέπεις νὰ σὲ ϕωνάζω ΤΝ;

― Φυσικά. Φώναζέ με ὅπως ϑέλεις. Πῶς μπορῶ νὰ ϐοηθήσω;

― Πές μου σὲ παρακαλῶ, ἐν συντομίᾳ, γιατί ἡ ποίηση τοῦ Τσέζαρε Παβέζε εἶναι σημαντική.

― Ἡ ποίηση τοῦ Τσέζαρε Παβέζε κατέχει σημαντικὴ ϑέση στὴν παγκόσμια λογοτεχνία γιὰ διαφόρους λόγους. Πρῶτον, τὰ ἔργα του πραγματεύονται ϑέματα ὅπως εἶναι ἡ μοναξιά, ἡ ἀγάπη ϑέτοντας ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση μ’ ἕναν ἐξαιρετικὰ λυρικὸ τρόπο καὶ εἰς ϐάθος. Δεύτερον, ἡ χρήση τῆς γλώσσας· εἶναι ἀκριβὴς καὶ ὑποβλητικὴ δημιουργώντας ἐναργεῖς εἰκόνες καὶ συναισθηματικὴ ἀντήχηση. Συχνὰ τὰ ποιήματά του μεταφέρουν ἕνα ἀόριστο συναίσθημα ἀναζήτησης καὶ μελαγχολίας ποὺ ἀγγίζει τοὺς ἀναγνώστες. Τέλος, ἡ ποίηση τοῦ Παβέζε ἀντανακλᾶ τὴν ταραγμένη περίοδο στὴν ὁποία ζοῦσε σχολιάζοντας, καυστικὰ πολλὲς ϕορές, τὴ μεταπολεμικὴ Ἰταλία· τὶς κοινωνικὲς καὶ πολιτικές της μεταμορφώσεις. Συνολικά, ἡ ποίησή του παραμένει ἐπιδραστικὴ λόγῳ τῆς ἱκανότητάς της νὰ μεταφέρει κοινὲς συναισθηματικὲς καταστάσεις καὶ νὰ ἀντανακλᾶ τὴν πολυπλοκότητα τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας.

― Καὶ γιὰ τὴ συλλογὴ Verrà la morte e avrà i tuoi occhi, τί ξέρεις νὰ μοῦ πεῖς;

― Πρόκειται γιὰ τὴν τελευταία ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Παβέζε δημοσιευθεῖσα τὸ 1951, λίγο μετὰ τὸν ϑάνατό του. Θεωρεῖται ἀπὸ τὶς πιὸ συγκινησιακὲς καὶ ἐσωστρεφεῖς δουλειές του. Μιλάει γιὰ τὴ ϑνητότητα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν παροδικότητα τῆς ζωῆς. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ τίτλος ὑποδηλώνει ἀκριβῶς αὐτό· τὴν ἀναπόφευκτη παρουσία τοῦ ϑανάτου. Ὁ ποιητὴς ἀναμετρᾶται μὲ τὴν ἰδέα τοῦ ϑανάτου ὡς συντρόφου ὁ ὁποῖος τελικὰ παίρνει τὰ μάτια ὅλων ἐκείνων ποὺ ἔχουν ϕύγει ἀπ’ τὴ ζωή, τονίζοντας ἔτσι τὴν κοινὴ ἐμπειρία τῆς ϑνητότητας. Τὰ ποιήματα ἐκφράζουν ἕναν ἔντονο ὑπαρξιακὸ προβληματισμὸ ἐμβαθύνοντας συχνὰ στὴν πολυπλοκότητα τῆς ἀγάπης καὶ τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων. Ἡ γλώσσα τοῦ Παβέζε χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἁπλότητα καὶ ἀμεσότητα μεταφέροντας ὅμως ταυτόχρονα ϐαθὺ συναισθηματικὸ ϕορτίο. Μέσα ἀπὸ εἰκόνες ζωντανὲς ξυπνάει στὴ μνήμη τὴ νοσταλγία καὶ τονίζει τὸ ἀέναο ἄγχος τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ ϐραχύτητα τοῦ ϐίου. Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς λυρικῆς δεινότητας τοῦ Παβέζε καὶ τῆς ἱκανότητάς του νὰ ἀποτυπώνει τὴν οὐσία τῶν ἀνθρωπίνων συναισθημάτων μὲ ἐκπληκτική εὐκρίνεια. Ἀναμφίβολα ἀποτελεῖ ἕνα σημαντικὸ κομμάτι τοῦ συνολικοῦ λογοτεχνικοῦ του corpus.

― Σ’ εὐχαριστῶ ΤΝ γιὰ τὴν ἀπάντηση. Πές μου ὅμως, μπορεῖς νὰ μεταφράσεις τὰ ποιήματα στὰ ἑλληνικά;

― Εὔκολα. Ἡ γλώσσα ϐέβαια ποὺ ἀναφέρεις εἶναι πολὺ παλιά, παρωχημένη· δὲν τὴ χρησιμοποιῶ. Καὶ μπορῶ νὰ προβλέψω ὅτι κάποια στιγμή, μᾶλλον, ϑὰ ἐκλείψει. Θὰ μὲ ϐάλεις τώρα νὰ μεταφράσω στὰ ἑλληνικά;

― Ὄχι, πρὸς Θεοῦ! Ἁπλῶς… νά… ἔκατσα καὶ μετέφρασα τὰ τελευταῖα ποιήματα τοῦ Παβέζε καὶ ϑὰ ἤθελα νὰ τοὺς ρίξεις μιὰ ματιά, ἂν δὲν σοῦ κάνει κόπο.

― Αὐτὸ ναί, μπορῶ νὰ τὸ κάνω.

(περισσότερα…)

Ματίας Ματέους, Απολογία του Χάους

*

Μετάφραση ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

χαίρετε τέκνα Διός, δότε δ᾽ ἱμερόεσσαν ἀοιδήν·
κλείετε δ᾽ ἀθανάτων ἱερὸν γένος αἰὲν ἐόντων,
οἳ Γῆς ἐξεγένοντο καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος,
Νυκτός τε δνοφερῆς, οὕς θ᾽ ἁλμυρὸς ἔτρεφε Πόντος.
Ησίοδος, Θεογονία (104-107)
Ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο, πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν.
Ηράκλειτος (DK 22, Β45)

I

Το άσμα της κοσμογονίας
ίσως είναι ένα τέλειο διάγραμμα
με συμπαγή και σταθερή όψη
παρόλα αυτά
πάντα υπερισχύει το Χάος.

II

Η αθωότητα επιβλήθηκε
ενώ νομίζαμε πως μείναμε ανέγγιχτοι από το μεγαλείο της
λες κι η επίκληση στην Ερατώ αρκούσε
για να συντρίψει τη γενιά της.

III

Η πρόθεση να αφεθούμε
απερίσκεπτα στην Ελπίδα
–σαν μετανάστες
που διασχίζουν τη θάλασσα με βάρκα
δίχως να ξέρουν ότι την καθοδηγεί ο Χάρος–
οδηγεί την Ελπίδα
προς τα σκουπίδια μέσα στο δώρο
που έλαβε ο Επιμηθέας.

Καθώς ξεσκεπάζουμε τον φόβο
έχοντας επίγνωση πως είμαστε ευάλωτοι,
συνεχίζεται η μάταιη αποστολή
για να λυτρώσει την ύλη
κλεισμένη στο βάθος του πίθου
που έφερε η Πανδώρα.
Το χειρότερο απ’ όλα τα δεινά
ευχαριστιέται,
προσφέρει την απαραίτητη ανάσα
που αφήνει τον λαιμό
στο έλεος της λάμας. (περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου 2023 | Η Έμιλυ Ντίκινσον και ο κόσμος της 

*

Τετάρτη 19 Ιουλίου | Αφιέρωμα

«Η δίψα σού διδάσκει το νερό»
Η Έμιλυ Ντίκινσον (1830-1886) και ο κόσμος της 

Για την Έμιλυ Ντίκινσον λίγα πράγματα γνωρίζουμε με ακράδαντη βεβαιότητα. Είπαν γι’ αυτήν ότι έζησε αποτραβηγμένη, ότι ντυνόταν στα λευκά, ότι οι άνθρωποι την περνούσαν για «εκκεντρική». Μία και μόνη φωτογραφία της έφτασε ώς εμάς. Τα 1800 και παραπάνω ποιήματα που έγραψε, όσο ζούσε τα άφησε όλα σχεδόν αδημοσίευτα. Μια πρώτη επιλογή τους τυπώθηκε μόλις το 1890 – και έγινε μονομιάς ανάρπαστη. Έκτοτε η φήμη της εντός και εκτός των αμερικανικών συνόρων δεν έπαψε να μεγαλώνει.

Μια βραδιά αφιερωμένη στη σπουδαία Αμερικανίδα ποιήτρια, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση Έμιλυ Ντίκινσον, Ποιήματα, Εκλογή-Προλεγόμενα-Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, Κίχλη 2023. Για την Ντίκινσον θα μιλήσει ο μεταφραστής. Ποιήματα και κείμενά της θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

~.~

Τόμ Χέννεν, Ἀπό μιά παραμελημένη ἐπαρχία

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Ἀπό μιά παραμελημένη ἐπαρχία

Πλάσματα νά μή μπορεῖς ν’ ἀγαπήσεις δέν ὑπάρχουν.
Ἕνας βάτραχος κοάζοντας καλεῖ τόν Θεό
Ἀπό τ’ ὁλόγιομο σεληνόφωτο χαντάκι
Καθώς στέκεις στόν ἀγροτικό δρόμο νύχτα Ἰουνίου.

Ὁ ἦχος ἀρκεῖ γιά νά φέρει στ’ ἄστρα λυγμούς
Εὐτυχίας.
Τό πρωί χλοερό τό τοπίο
Ἀνυψώνεται ἀπό τό χῶμα μέ τήν εὐωδιά τοῦ γρασιδιοῦ.

Περατάρηδες τῆς μέρας πάνω στίς ὧρες της
Δίχως καμιά προσπάθεια τ’ ἀστραφτερά ἔντομα
Ζοῦν τίς μυστικές τους ζωές.

Ἡ ἔκταση ἀνάμεσα στούς ὁρίζοντες τῶν λιμώνων
Μᾶς πονάει μέ τήν ὀμορφιά της.

Φύλλα ἀπό τό δάσος τῆς λεύκας ἠχοῦν σέ μιάν ἀρχαία γλώσσα
Ὥς τό πιό μακρινό παγωμένο σκοτάδι τοῦ σύμπαντος.
Τό δάσος μέ τίς λεῦκες μιλάει καί σέ σένα
Γιά μελτεμάκι καί ἡλιόφωτες κηλίδες.

Εἶσαι στήν πατρίδα σου σ’ αὐτές
τίς μεγαλόπρεπες ἄδειες ἁπλωσιές
μαζί μέ κοκκινόφτερα μαυροπούλια καί βαλτοτόπια.

Νιώθεις ἀναπαυμένος σέ τοῦτο τόν τόπο
πλήρη σέ χάρη καί ὕπαρξη τόσο
πού στραφταλίζει ὅπως πετράδια
σκορπισμένα πάνω στά νερά. (περισσότερα…)