ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλλάντα για κόμη ξανθή

 

Μ π α λ λ ά ν τ α   γ ι ὰ   κ ό μ η   ξ α ν θ ή 

Σf1f5ff8df750a2659a21ecaf85b250c1ὲ τραῖνο ἀκυβέρνητο ζητοῦν
νὰ βροῦνε ποιός θὰ πιάσει τὸ τιμόνι,
ἐνῶ ἀποσβολωμένοι ὅλοι κοιτοῦν
τῆς νήσου τὸ ἐξόδιο κανόνι.
Κοστοῦμι σιδηρὸ φτιάχνουν στὸ ἀμόνι
μίας Ἀγγλίας τέλειας παρακόρης,
ποὺ μοιάζει μὲ σαράβαλο καμιόνι.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Ὁ ἕνας ἐμπιστοσύνη ἔχει τυφλή,1160178137.jpg.0
ἄλλος ἐπιτιμᾶ στὰ φανερά:
ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιός ἐθελοτυφλεῖ;
Εἴτε ἔτσι εἴτ’ ἀλλιῶς κάνει νερά·
τὰ σχέδια ὅλων μοιράζουν πλανερά,
κι ὁ πρῶτος Τόρης εἶναι μὲς στοὺς Τόρις:
τὰ ὑπόλοιπα εἶναι λόγια φθονερά.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

jojohnsonΚάτω ἀπὸ τὴν κόμη τὴν ξανθὴ
χωρία τοῦ Ὁμήρου κατοικοῦν,
κι οἱ γόνιμες ἰδέες σὰν ψυχανθῆ,
τὰ ὅποια του κουσούρια ὑπερνικοῦν.
Ἐκεῖ ποὺ ἄλλοι εὐθὺς φυγοδικοῦν
αὐτὸς ἐπιθυμεῖ ἐπὶ ἴσοις ὅροις
τὴ χώρα οἱ ὁμοεθνεῖς του νὰ διοικοῦν.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Μιὰ ἀγκούσα παρακμῆς παντοῦ ἀντηχεῖ:_Boris-Johnson-blasts-‘ludicrous’-rules-which-ban-Brits-from-eating-rare-hamburgers
ἀπὸ τὴ μιὰ φαιδροὶ οἱ ἀριστοκράτες,
ἡ πρότασή τους κούφια ἀντηχεῖ
καὶ μοιάζουν θλιβεροὶ σὰν στὸ Sartoris,
μὰ ἀνήμποροι ἀπ’ τὴν ἄλλη κι οἱ ἐργάτες…
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη Τζῶνσον Μπόρις!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Ευσταθία Δήμου, Σατιρικά γυμνάσματα

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΝΕΑΡΕΣ ΤΩΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
 
Σε ινστιτούτα ομορφιάς παρκαρισμένη,
σαν ξεχαρβαλωμένη μηχανή,
ακούω να μου λεν∙ «σε περιμένει
ανόρθωση σ’ οπίσθια και σε βυζί.
Και μόλις θα σε δούνε σφριγηλή,
τ’ ανδρός σου τα χείλη ‘θαύμα!’ θα πούνε».
Μα εγώ θα γίνω από στιγμή σε στιγμή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Αν δείχνουν οι γλουτοί κατεβασμένοι,
κι αν οι ρυτίδες ξεπροβάλλουνε σερί,
η εξαφάνισή τους είναι ακριβοπληρωμένη.
Νυστέρι κοφτερό με καρτερεί
και το δέρμα μεμιάς θα τραβηχτεί
από γιατρούς που επάξια χειρουργούνε.
Μα εγώ θα γίνω η καψερή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Η ρίζα στο μαλλί όλο λευκαίνει,
και στην κοιλιά τα λιπαρά έχουν σταθεί,
στα μπράτσα μου η σάρκα κρεμασμένη
κι ο διαιτολόγος όπου να ’ναι θα φανεί,
κόκκαλο να μ’ αφήσει και πετσί.
Μα οι φίλες ποτέ τους δεν ξεχνούνε.
Κεριά θα μπήξουνε στη σαντιγί
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Δεν είναι ένα – τι κρίμα! – το κερί
όμως με όλα αυτά που θα συμβούνε
εγώ θα φαίνομαι για μια ζωή
τριάντα και τα εκατό ποτέ δεν θα με βρούνε.
 
 
UNA RATSA
 
Πήρε σκύλο κατοικίδιο,
από ράτσα αρρενωπή,
για να πάψει το αιφνίδιο
διαζύγιο να θρηνεί.
 
Του πέρασε σφιχτό λουρί.
του αγόρασε σπιτάκι,
του ’βαλε διαλεχτό φαΐ
και του έστρωσε χαλάκι.
 
Καθόταν και τον κοίταζε,
ήσυχα όπως κοιμόταν,
κι όταν στο τέλος νύσταζε,
στο πλάι του ξαπλωνόταν.
 
Το όνομα εκείνου έδωσε
– όμοια τα είχαν όλα –
και πήγε και τον στείρωσε
πριν του σερβίρει φόλα.
 
 
ΦΛΕΡΤING
 
Απ’ το παράθυρο κοιτώ – στο βάθος
βλέπω ξανθό τεκνό που μου γελάει.
Το βλέμμα του πονηρό με διαπερνάει.
Είναι πασιφανές, δεν κάνω λάθος.
 
Το χέρι του επιδέξια ανασκαλεύει
ό,τι η φύση του ’χει αφειδώς δωρίσει
και με την κίνησή του μ’ έχει πείσει
πως σμίξιμο καυτό μου μαγειρεύει.
 
Κάθε αναστολή μου έχει σβήσει.
Με θέλει και τον θέλω. Δεν κρατιέμαι
άλλο. Μεμιάς πάνω του ξαμολιέμαι
 
μα εκείνος την πλάτη έχει γυρίσει.
Θαρρώ πως μάλλον τρέχει κάτι άλλο.
Το σώβρακο τον κόβει στον καβάλο.
 
 
 
ΆΣΟ – ΔΥΟ
 
Ένα το παντελόνι
και η πρόσληψη αργεί,
το ύφασμα όλο λιώνει,
στο γόνυ έχει σχιστεί.
 
Τα δανεικά τελειώσαν
τελειώσαν κι οι ελπίδες
σ’ αυτούς που μου τα δώσαν
διαρκώς στήνω παγίδες.
 
Μα ο κλοιός στενεύει,
με πήρανε χαμπάρι,
μου μένει ένα ζάρι
 
να ρίξω και στα ερέβη
να χαθώ προτού χάσω
με δύο πάλι κι άσσο.
 
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |43. Θοδωρής Ρακόπουλος (ΙΙ)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θοδωρῆς Ρακόπουλος

lesvos-petrified-forest01

(Ὀρυκτὸ δάσος, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2013)

Καβάλ

Διαπίστωναν μὲ τὴν πάροδο τῶν γενεῶν πὼς ἐκείνη ἡ λαμπρὴ πίστη στὸ κέρατο
ἐλάφου, ὡς τὸ δῆθεν πιὸ ἀξιόπιστο ϋλικὸ γιὰ τὴν κατασκευὴ αὐλοῦ τοῦ Πανός
καὶ καβάλ, ἦταν μία ἀπὸ κεῖνες τὶς ἱστορίες πού, πλέον ὑποψιασμένα, ἀπο-
καλοῦσαν μύθους. Ὁ κοσμολογικός τους τρόμος εἶχε νὰ κάνει μὲ τὸ εὔθραυστο
τοῦ ὀργάνου: ἂν σπάσει ὁ μελωδικὸς ἄξονας τῆς ἀνάσας, θὰ γίνει κομμάτια ὁ
κόσμος· ὅλος. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ μετανάστευση στὸν γιαλὸ μετὰ τὴν ἀποδάσωση,
τοὺς ἔπεισε ὅτι ὁ θρυμματισμένος κόσμος ἦταν θάλασσα· ἀπὸ τὰ ἐξίσου εὔθραυ-
στα κοράλλια της μποροῦσαν τώρα νὰ φτιάχνουν τὰ ἴδια ὄργανα. Καὶ τότε,
κατάλαβαν πὼς τὰ κόκαλα ἦσαν πορώδη στὸν χρόνο, κι ἡ ἀνάσα ἔχανε στὸν
συριγμὸ τῆς μουσικῆς σταδιακά – ἐνῶ τὰ κοράλλια αίώνια, καὶ πὼς τὰ κύματα
τὰ ἔχτιζαν, ἀντὶ νὰ τὰ σπᾶν.

~.~

Μπαλλάντα γιὰ τοὺς Συνοριοφύλακες

Ἐκεῖνος κάθισε ὁλόκληρος, βαρύς, καὶ σήκωσε τὸ
χέρι νὰ καλέσει πίσω ἀπὸ τὸν πάγκο τὸ γνωστὸ
κορίτσι. Ἔνιωθε, γυρνᾶ καὶ λέει στὸν σύντροφό του,
σὰν ξαφνικὰ ἀπὸ μέσα νά ‘βγε ἕνα ζῶο ποὺ εἶχα ξεχάσει νηστικὸ
γιὰ μέρες – μὲ ἁρπάζει καὶ μοῦ ψιθυρίζω: «ἄκουσέ το».
(Σιώπησε. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὸ μαγαζί, στὸ διάκοσμό του) –
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το«,

ἄκουσα νὰ μοῦ λέει. Ἡ κρύα ὑφὴ στὸ δέρμα ἀπὸ μπουκάλι,
τὸν ἔκοψε. Κοιτᾶ τριγύρω: ξεδοντιάρικα χαμόγελα. «Ἡ πρώτη
γύρα Amstel κερασμένη», κάν’ ἡ γκαρσόνα, κάπως μηχανικά.
Κάθεται πάνω σὲ στοίβα ροῦχα ματωμένα. Ἐκεῖνος ἅρπαξε τὸ
μανίκι ἀπ’ τὸ κορίτσι. Οἱ τέσσερείς τους τώρα. Ἔξω, κρότοι
καὶ φωνὲς ἀκούγονται ἀπ’ τὸ χιόνι ἡσυχασμένα, ἐπαναληπτικά:
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το».

Ἐκεῖνος ἔκλεισε τὸ μάτι (τὸ καλό του) στὸν κόσμο ὁλόγυρα,
νὰ δείξει πὼς ὅλοι (ἔξω καὶ μἐσα) σὰν Ἐκεῖνον μοιάζουνε.
Ὁ σύντροφός του θυμήθηκε τὴ λάσπη, τὸ αἷμα:»τίναξέ το,
τίναξέ το
«. Δὲν μίλαγε. Μετὰ πῆρε νὰ σκέφτεται πῶς ἔπαιξε τὸ
Ἄρσεναλ-Μίλαν. Ἡ γκαρσόνα ἔσυρε ἀπ’ τὸ μπὰρ μιὰ γύρα
άκόμη. Ὁ ἄλλος (ὁ τέταρτος) δὲν εἶχε ἀγγίξει διόλου μπύρα,
θυμόταν μόνο πότε ἄκουσε πρώτη φορὰ νὰ κράζουνε
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το».

Κι ἐκεῖ εἶχε μείνει. Τέταρτος. Ξαναχιονισμένα μίλια ἐμπρός του.
Τὰ ροῦχα του συνέχισαν, μέσα στὴ λάσπη, μέσα στὸ αῐμα,
μ’ Ἐκεῖνον, μὲ τὸν σύντροφο, τὴν Ἄρσεναλ, τὸ βλέμμα
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το«.

~.~

Τῆς Ἔψιλον, Πάλι

Δὲν σ’ ἔχω δεῖ γυμνἠ. Ἡ θάλασσα
κρύβει, σὰν περιδέραιο ὑφήλιο
τὴ χοϊκὴ δορά σου. Χάλασα
εὐκαιρία σάν (γερτὴ στὸν ἥλιο)

στάθηκες, φορώντας τὸ νερὸ ποδῆρες.
Μετά, σὲ κάλυψε ὁ ὑγρὸς μανδύας
καί, τυφλός (ἀντηλιὰ ἐνενήντα μοῖρες).
συγχρονισμένα τ’ ἄκρα σου –σχῆμα ὑδρίας–

σκέφτηκα, ὑφυδρίως. Στιλπνὸ κῦμα φῶς
στὰ ἴσια μαλλιά. Χωρὶς τὸ πῶμα
τοῦ καπέλου, λυτά: λευκὲς γραμμές, πλαίσιο

στὶς πινελιὲς τοῦ προσώπου. Οὔτε ἀφρὸς
τ’ ἄγγιξε, οὔτε χέρι, πρίν, στὸ διθέσιο
ἀμάξι. Δὲν σ’ ἔχω δεῖ γυμνή. Ἀκόμα.

~.~

talos
(Ξέρετε τὸ τέλος, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2017 [μαζὶ μὲ Στέργιο Μήτα, Ἀντώνη Ψάλτη])

Τάλως

πὺρ στοὺς ἐκτὸς ὁρίων ἄνευ δίκης

Μὲ λὲν τὸ ἀρχαῖο ρομπότ· γυρνάω τρεῖς φορὲς
τὴ μέρα τὸ νησί μας δρασκελώντας τὰ βουνά.
Πηγαίνω πάντα στὰ ὅρια τῆς ταχύτητας  –
Μὲ προσπερνοῦν Κρητίκαροι μὲ SUV + dolby λύρες.

Μὲ λένε σκουριασμένη μηχανή: κανεὶς
τριγύρω δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴ φλόγα ποὺ
ἐκτοξεύω ἐπάνω στὰ πλοιάρια
ποὺ χάσκουνε μαῦρα κορμιὰ τοῦ Λιβυκοῦ, τοῦ λίβα.

Μὲ λὲν ἀρχαῖο φασίστα, ἄνεργο φρουρό,
μιλιτσια ἀπελπισίας. Δὲν μὲ ἀπασχολεῖ. Κρύβομαι
ἀνἀμεσα στὰ ὄρη. Μιὰ μηχανὴ ὁριζόντιου ἤθους
σὲ μέλλον γαλανόλευκο, σὲ κυβικὰ χαλκοῦ.

Καὶ ξέρετε τὸ τέλος.


Ὁ Θοδωρῆς Ρακόπουλος (Ἀμύνταιο, 1981) σπούδασε Νομικὰ καὶ Κοινωνικὴ ἀνθρωπολογία στὴ Θεσ/νίκη καὶ τὸ Λονδίνο. Ἔχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Φαγιούμ (2010), Ὀρυκτὸ δάσος (2013) καὶ Ξέρετε τὸ τέλος (μαζὶ μὲ τούς: Στέργιο Μήτα καὶ Ἀντώνη Ψάλτη) (2017) καὶ τὸ ὑβριδικὸ Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας (2014). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Νυχτερίδα στὴν τσέπη (2015) ὑπῆρξε τὸ πρῶτο του πεζογραφικὸ βιβλίο. Διατηρεῖ τὸ μπλογκ Ἡ Ἀφρικὴ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα (http://thodorisrakopoulos.blogspot.com/).

Τὸ πρῶτο μέρος τῆς ἀνθολόγησης τοῦ Θ.Ρ., ἐδῶ.

Θάνος Γιαννούδης, Ατλαντίδα

Ατλαντίδα
 
Εκατομμύρια χρόνια πέρασαν,
σκορπίσατε, σβηστήκατε απ’ το χάρτη.
Μα θα ’ρθει η στιγμή και θα ενωθείτε
και πάλι στην Παγγαία την Εσχάτη.
Λ. Λαρέλης
 
Ποια τύχη μού ’δωσε το χάρισμα του λόγου
κι ήρθα σιμά σ’ εσάς τα λόγια αυτά να πω;
Πολλοί την είπανε Θεό κι εμείς Αγέρα,
μα –ο,τι κι αν είναι– το ίδιο κάνει τη φλογέρα
να παρασέρνει τον καιρό του παραλόγου
σ’ ιαμβικό κι ακαταμάχητο σκοπό.
 
Μ’ υποδεχτήκατε, ω άνδρες Αθηναίοι,
σαν πρέσβη επίτιμο ονείρου μακρινού
κι –ενώ μου δώσατε νερό κι αφρώδην οίνο–
ξέρω καλά πως στην ψυχή σας δεν θα μείνω
γιατί άλλος ήχος τη ζωή σας τώρα εμπνέει,
καινούριοι στόχοι σάς συντάραξαν τον νου.
 
Προορισμός σας τα ψηλά και τα μεγάλα
μα το παρόν σας δυστυχώς στα ποταπά.
Λαέ ξεχνάς κι έχεις μια μνήμη σαν το ψάρι
που την ακτίδα απ’ την ψυχή του έχουν πάρει
κι εκείνο ελπίζει και ποθεί μια νέα γυάλα,
καινούρια τείχη να ’χει εμπρός του ν’ αγαπά.
 
Κι ήρθα, λοιπόν, και με κοιτάζετε σαν ξένο
κι όλα είναι ξένα πια σ’ αυτή την εποχή
– μα ποιος καιρός για μας δεν ήτανε εμπόδιο,
με το στερνό φιλί της μάνας κατευόδιο
και την καρδιά μου που –είτε ζω είτε πεθαίνω–
δίπλα στο αιώνιο τραγούδι θ’ αντηχεί;
 
Σας αναγγέλλω πως ξεφτίζει η Ατλαντίδα
κι εσείς το ίδιο ανασαίνετε, θνητοί
στην εκκλησιά του δήμου, γύρω στην πλατεία,
αγιάζι στο Μπουρνάζι, τέλμα στα Χαυτεία,
κοινές ζωές – και στέκει μόνη σας φροντίδα
να μη ραγίσει τούτ’ η μοίρα η τεχνητή!
 
Σώπα, καημέ, κι εσύ, ορμή μου, συγκρατήσου!
Μίκρυν’ η πλάση και δεν κάνει πια για μας…
Στο αττικό ετούτο τ’ άχρονο τ’ αλώνι
ο θαυμαστός καινούριος κόσμος ξεσαλώνει,
με το μυαλό νωθρό και την καρδιά εξίσου,
με δυο στιχάκια που ’χει γράψει ο Σατανάς.
 
Ξέρω καλά πως θε να σβήσει η φωνή μου,
μα αυτό μονάχα σας θερμοπαρακαλώ:
να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη,
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θά ’ρθει,
μεγάλη λέξη στον καιρό του ακρωνύμου,
μακρύ καράβι σε κοντόφθαλμο γιαλό.
 
Γενιές που βγαίνουν και θα σβήσουν γύρω μέτρα,
κραυγές κι αγάπες γέφυρα στον χαλασμό.
Στον Παρνασσό με βγάζει το στρατί που πήρα,
μα πάει καιρός που ο Δευκαλίωνας κι η Πύρρα
γεννούσαν άντρες και γυναίκες απ’ την πέτρα,
όσους δεν ζήσανε ποτέ Κατακλυσμό.
 
Τώρα πια η μνήμη του Κακού παντού θ’ ανήκει,
τις αναμνήσεις του ολούθε θα γροικώ,
θα συντροφεύει τα μικρά παιδιά στην κλίνη,
θα ’ναι λαμπτήρας του φωτός που ανοιγοκλείνει,
Μοίρα μας, που ’ταν να σε πω Θεσσαλονίκη,
μα γλυκογέρνω σε λυκόφως αττικό.
 
Κατακλυσμέ, αυτός ο κόσμος δεν μου φτάνει!
Όλα μού φαίνονται πως στέργουν στο κενό:
συντρίμμια ο έρωτας, το κώνειο στον Σωκράτη,
αιώνιοι πόλεμοι ξανά στις πόλεις-κράτη
κι είναι γραμμένο η Ατλαντίδα να πεθάνει,
να γίνει θρύλος σε βαθύν ωκεανό.
 
Μα κι ο απέραντος ο πόντος θα τελειώσει
σαν άγρια τέρατα ρουφήξουν το νερό
– η Γη είν’ επίπεδη και τ’ όνειρο επίσης,
προτού μας φύγεις την πορτούλα να του κλείσεις,
μην μπει ο Αγέρας ξαφνικά και μου κρυώσει,
γιατί χωρίς αυτό να ζήσω δεν μπορώ…
 
ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |42. Χάρης Ψαρράς (ΙΙ)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Χάρης Ψαρρᾶς (ΙΙ)

Γκότα

(Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς, Ἀθήνα, Κέδρος, 2008)

Ἡ Κίρκη Πηνελόπη

Θαλάσσης μάτια, κόμη ἐβένου
νηχθημερὸν στὸ φῶς. Τριζόνια
σὰν κάνεις σὲξ τοὺς ἤχους κρένουν.
Πυρφόρα,ὁλόφωτα λαμπιόνια

φέγγουν καὶ βλέπουν οἱ ἐκλεκτοί σου
τὰ κάλλη σου καὶ τὴν ἀγκάλη.
Σὲ πῆρα ἐγὼ γιὰ προσκεφάλι
κι ἂς μ’ ἀρρωσταίνει ἡ λογική σου

νὰ δίνεσαι σ’ ὅλον τὸν κόσμο.
Φιλώντας γεύομαι τὸν δυόσμο
στὸ στῆθος σου ποὺ ἀναστατώνει

τὸ πράο μου βλέμμα. Ξημερώνει
κι ἐγὼ σὲ πῆρα στὸ κατόπι,
Κίρκη, γλυκιά μου Πηνελόπη.

~.~

Ἡ ἐπιστροφή

Ραμφίζει ὁ γλάρος στὰ παράλια τὰ σκουπίδια.
Ὁ αὐγερινὸς φωτίζει τῆς τρελῆς
γριᾶς τὸ σπίτι. Οἱ ἀστοὶ κι οἱ εὐγενεῖς
λένε πὼς εἶναι μάγισσα. Τὰ ἴδια

μοῦ λέει γιὰ κείνη τοῦ τσαγκάρη ὁ παραγιός:
«Ἀπ’ τὸ σοκάκι της νὰ μὴν περνᾶς. Ρουφῆχτρες
μὲ μάγια στήνει στοῦ δρόμου τὴ μέση.
Τὴ συνοδεύουν μάγισσες καὶ χαρτορίχτρες

ποὺ σὰν λιμάρικα σκυλιὰ σοῦ τρῶν τὸ βιός».
Ὅμως ἐμένα ἡ αὐλίτσα της μ’ ἀρέσει
σὰν τὴ φωτίζει γελαστὸς ὁ αὐγερινὸς

κι ὁλοταχῶς τρέχει ἡ γριὰ στὸ ἀκρογιάλι
τὸν γλάρο νὰ ταΐσει, νηστικὸς
μὴ φύγει ἀπὸ τὰ μέρη μας, γιὰ νὰ ξανάρθει πάλι.

~.~

Ρεβεγιόν (Ἀγρυπνία)

Εὐχὲς στὴ φιέστα ἀνταλλάσσουμε καὶ πᾶμε
μιὰ ὥρα ἀρχύτερα εὐτυχεῖς νὰ κοιμηθοῦμε.
Ναί, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον! «Πεινᾶμε»
φωνάζουν οἱ φτωχοὶ κι ἐμεῖς ἀκοῦμε

τὶς οἰμωγὲς ρακένδυτων λιμάρηδων
ἀστέγων καθημένων στὴν Κλαυθμῶνος.
Καθὼς χαράζει ἡ πρώτη μέρα τοῦ αἰῶνος
οἱ ἰαχὲς ἀμίμητων λυράρηδων

Φοίβου, Καρβέλλα καὶ λοιπῶν μᾶς κατακλύζουν.
Πὼς θά ‘κανα τὸ ρεβεγιὸν στὸν δρόμο δὲν τὸ πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονὴ διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ἕνα παγκάκι στὴ Σταδίου. Μᾶς ὁρίζουν

καὶ οἱ κλοσὰρ καὶ ἡ πὸπ καὶ ἡ κουλτούρα.
Δές, ξημερώνει ἡ πρώτη πρώτου δυὸ χιλιάδες
μὲ ὅλα της τὰ συμπράγκαλα. Κατούρα
στοῦ μέλλοντος κι ἐσὺ τὶς συμπληγᾶδες!

~.~

Στὴν Γκότα

Ὅταν ὁ ἥλιος ἔδυσε
στὸ πιὸ φτηνὸ κατέλυσα
πανδοχεῖο τῆς Γκότα.

Μὲς στοὺς πολλοὺς
ποὺ συνωστίζονταν ἐκεῖ
γνώρισα ἕναν λυπημένο.
«Σὰν καὶ πρῶτα

ἂν ἦταν οἱ καιροί, θά ‘ταν καλά
ὅμως δὲν εἶναι πιά».
Σιγοψιθύριζε ἐτοῦτο
τὸ τραγούδι.

Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἔμαθα
μονάχος πέθανε κι αὐτός.
Στὸν τάφο του ἕνα
λουλούδι

δὲν ἄφησε κανείς, ὡς λένε, ἀλλὰ
αἴφνης γιὰ χάρη του ὁ Θεὸς
χαμήλωσε τὰ φῶτα
καὶ στὸ σκοτάδι βύθισε
τὴν Γκότα.

~.~

Ἡ κάθοδος στὸν Ἅδη (Ι)

Χαιρετισμὸ στερνὸ ἀπόψε σοῦ ἀπευθύνω,
Ποιητὴ τῶν Ὅλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Τοῦ ἔργου σου τὸ μεγαλεῖο δὲν θὰ κρίνω.
Μπροστά σου ἄφωνος θὰ στέκω ὥσπου τὸ χέρι

ἑνὸς ἀπ’ τοὺς ἀγγέλους σου νὰ ‘ρθεῖ νὰ μ’ εὐλογήσει.
Θυμᾶμαι ἕναν λουθηρανὸ πάστορα
ποὺ ἔλεγε μὲ περίσκεψη πὼς σὰν ὁ ἥλιος δύσει
στοῦ πλήρους σκότους ἀποσύρεται τὰ μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα
κι ὅμως ήχοῦν πολύτιμα τώρα ποὺ ξεμακραίνω
κι ἐγὼ ἀπ’ τὴ ζωή. Στοῦ βίου μου τὴν αἰώρα
κούρνιαζα πρὶν μ’ ἀπαρνηθεῖ ἡ θνητή μου φύση.

Τοῦ Ἅδη τὴ θύρα τώρα ἀργοδιαβαίνω
μὲς στῶν νεκρῶν ψυχῶν τὴν κατηφόρα.
«Ἄρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιός ὅμως;
Ὁ θάνατος ποὺ εἶν’ τῆς ζωῆς ἡ διχοτόμος.

Στὰ δυὸ τὴν κόβει ἐν τάχει κι ἔπειτα ἀφανίζεται.
Στὴ θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι ὀδύρεται
γιατὶ πιὸ πέρα κι ἀπ’ αὐτὸν μᾶς ἀναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σὰν τὸ φεγγάρι ποὺ ὅταν γείρει ὁ ἥλιος βγαίνει
πίσω ἀπ’ τοῦ ἡσυχαστηρίου τὰ κυπαρίσσια.

~.~

αρχείο λήψης

(Τὰ ὄντως ὄντα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2012)

Χιόνι καὶ νερό

Στὸν αὐχένα τῆς νύχτας σκαλώνουν
νιφάδες, ἔκθαμβες, λευκές,
ἀπ’ τὸ καλέμι ἑνὸς
ἀγνώστου γλύπτη σμιλεμένες.

Ἂν δοκιμάσεις νὰ τὶς κλείσεις
στὰ χέρια σου, θὰ λιώσουνε μεμιᾶς.
Στὴ θέση τους ἀστράφτει μιᾶ σταγόνα
φρέσκου νεροῦ, αὐτὴ
δὲν εἶναι παρὰ ἡ σκόνη
ποὺ ἀπόμεινε ἀπ’ τὴ χειραψία σου
μὲ τὸν ἄγνωστο γλύπτη,

μ’ Ἐκεῖνον ποὺ μειδίαεκαὶ σφράγισε γερὰ
τὴν τέχνη Του ὁλόκληρη σ’ ἕνα ἔργο
ἕτοιμο ν’ ἀφανισθεῖ,
μόλις θνητὸς τ’ ἀγγίξει.


Ὁ Χάρης Ψαρρᾶς σπούδασε νομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ὀξφόρδη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικὰ βιβλία του: Σπίρτα  χειρός (2002), Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κύκλου (2004), Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς (2008), Τὰ ὄντως ὄντα (2012), Gloria in excelsis (2017). Ποιήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικὰ καὶ στὰ ρουμανικά. Ἔχει ἐπίσης δημοσιεύσει δοκίμια, μελέτες καὶ μεταφράσεις.

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών (προδημοσίευση)

working-women-peter-black

ΣΤΑ ΔΕΚΑΕΦΤΑ

Ὅταν βρέθηκε κρεμασμένη

(εἶχε ἀγαπήσει τὸν θειό της
στενὴ συγγένεια
αἷμα της)

τὸ σημείωμα στὰ πόδια της
τρεῖς στίχοι ὅλοι κι ὅλοι
ἔγραφε.

Τώρα μάνα μπορεῖς
νὰ φορέσεις
κόκκινα.

~.~

Η ΣΑΣΑ
Κατέβηκε στὸν δρόμο,
λίγο πρὶν ξημερώσει.
Ἦταν ὁ ἔρωτας ποὺ ἔδινε
ἐκεῖνο τὸ ξεχωριστὸ χρῶμα.
Ἕνα σκοῦρο,
ὄχι ὅπως τὶς ἄλλες μέρες,
ἕνα φωτεινὸ σκοῦρο τ’ οὐρανοῦ.

Τὸ Ἀλβανάκι ἦταν δὲν ἦταν εἴκοσι χρονῶν
κι ἡ Σάσα, κοντὴ καὶ χοντρούλα,
πάνω ἀπ’ τὰ ἑξήντα.

Ὅταν κατέβηκε ἀπ’ τὸ ξενοδοχεῖο,
στέκι τῶν ξενιτεμένων τῆς πόλης,
δὲν σκέφτηκε τὰ βάσανα, χρόνια τώρα,
ποὺ εἶχε σηκώσει ἡ πλάτη της,
οὔτε τὰ παιδιὰ ἢ τὰ ἐγγόνια της.
Δὲν σκέφτηκε τὴν καθημερινὴ καταφρόνια.
Μὰ μόνο τοῦ νεαροῦ τὰ λίγα λόγια
(ἐργατικὸς νέος, ὀμορφόπαιδο
ὁ συμπατριώτης της):

«Γιατί ’σαι καθαρή».

Γι’ αὐτὸ τὴν ἤθελε, ἔτσι τῆς εἶπε.
Κι ἤτανε θολωμένο τὸ μυαλό του·
καὶ ὄχι ἀπ’ τὴ ρακή.

~.~

Η ΠΑΛΙΑ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

Στέκεται στὴ γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι τοῦ σπιτιοῦ,
ἄξια γιὰ ἐργασία ἀκόμη,
ὅμως κανεὶς δὲν τὴν καταδέχεται.
Γιατὶ κανεὶς δὲν ξέρει
τὶς ἱκανότητές της.

Στέκεται μόνη,
παλιὰ σεβάσμια ὑπηρέτρια,
ποὺ ὀφείλει σύντομα νὰ πεθάνει
γιὰ νὰ ἀδειάσει τὴ γωνιά,
τὸν τόπο της.

Κι ἂς τὴ θαυμάζουν ὅλοι,
– τὰ παλιὰ ἔχουν χάρη.
Ἡ χρήση τὰ ἔχει ἐξευγενίσει.
Στέκεται μόνη
ἡ παλιά μας Singer.
Ἡ αἰωνόβια.

~.~  

Τὰ λεφτά μου τὰ ἔβγαλα,
ἕνα δαμάλι τοῦ παπποῦ τοῦ Θεοχάρη
κι ἕνα τάλιρο ἀκόμη.
Ἔραψα παντελονάκια τῶν μικρῶν
ἐσώρουχα μὲ δαντέλες
μὰ καὶ νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι ἐγγονές.
Στὴν Κατοχὴ κρύφτηκα
ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς,
μαζὶ μὲ τὸ πιστόλι τοῦ παπποῦ.
Σκέβρωσε τὸ καπάκι, τὸ ντύσιμό μου
μὰ ἐγὼ στὴ θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι ὅλα ἐντάξει.

Τοὺς ἔραψα, τοὺς ἔντυσα
κι ἀκόμα ἀξίζω,
μὰ αὐτοὶ μὲ παραπέταξαν,
γιατὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν μποροῦν
οὔτε κλωστὴ στὴν τρύπα νὰ περάσουν
–κι ἂν τὴν περάσουν, τί;–
οὔτε τὴ ρόδα μὲ τὸ χέρι νὰ γυρίσουν
οὔτε ἕνα χάδι στὸ πανί,
ἕνα γαζὶ ἢ ἕνα στρίφωμα.

Ἔτσι ἀνήμποροι,
εὔκολοι ἀγοραστὲς τοῦ ἕτοιμου,
δῆθεν ὡραίου,
χαζεύουν τὸ σχῆμα καὶ τὴ γραμμὴ
τὸ στέρεο μέταλλο τῆς ρόδας μου
καὶ τὸ ἀστραφτερὸ ἀτσάλι τῆς βελόνας,
καθὼς μὲ παίζουν καὶ μὲ περιπαίζουν,
ἐκεῖ στὴ γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ τους,

ἄχρηστη καὶ διακοσμητική.

~.~

ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ

Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες

αὐστηρὰ σκυθρωπὲς
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.

Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.

Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρὶ
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς

ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντᾶ κι ἡδονή.

~.~

ΕΝ ΚΝΙΔΩι , 4ος Π.Χ. ΑΙΩΝΑΣ

Στὴν πόλη ἔγινε γνωστὸ πὼς συνευρέθη μὲ τ’ ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης.
Ἀξιοθαύμαστη, τοῦ νέου ἐπισκέπτη, ἡ τρέλα καὶ τὸ πάθος
νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἱερὴ σάρκα, ὅμως ἡ θεϊκὴ ἡ δύναμή της
κι ἡ σύνεση τῆς πολιτείας τιμώρησαν τὸ ἀνίερό του λάθος.

Καμία ἔπαρση στὴν πράξη του αὐτὴ
σὰν θέλησε νὰ νοιώσει δική του τὴν ἄψυχη τὴν πέτρα
καὶ ν’ ἀπολαύσει ὀλύμπια ἡδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχὲ τῆς καλλιπύγιας ἐραστή, τοῦ κάτεργου τὶς μέρες τώρα μέτρα.

Ὤ! Πόσο βέβηλοι οἱ αἰῶνες ποὺ πέρασαν ἀλλάζοντας τὰ ἤθη.
Φάνηκε, ναί, φάνηκε αὐτὸ στὸ ξέφραγο τῶν Παρισίων Λοῦβρο,
στὴν ξιπασιὰ μεσήλικα ποὺ χάιδευε χλευαστικὰ τῆς ἀπαράμιλλης θεᾶς τὰ στήθη.

Καὶ δὲν κατάλαβε κανεὶς πὼς ἄλλο ὁ θλιβερὸς τοῦ αἰώνα μας ἐπιδειξίας
(ποὺ εἶχε κακάσχημο τὸ ἀπαράδεκτό του μοῦτρο)
καὶ ἄλλο ὁ ἐρωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιὰς τῆς θεϊκῆς Κνιδίας.


Τὰ ποιήματα προέρχονται ἀπὸ τὴν ὑπὸ ἔκδοση ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ, Ἀφανῶν γυναικῶν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κυκλοφορήσει σὐντομα ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη.

Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Ποιητική βραδιά

Ποιητική βραδιά

Ένας ποιητής στυλάτος
που κυοφορεί
καμαρώνει και κορδώνει
και μακρηγορεί
και θαρρεί πως το κοινό του
μόνο αυτόν θωρεί
 
Αν σκεφτεί καμία λέξη
κάπως ασαφή
τα στιχάκια του σκαρώνει
εις το πι και φι
και τα ντύνει με βελούδο
και χρυσαλοιφή
 
Την στιγμή που απαγγέλλει
στο μικρόφωνο
οι κυρίες χύνουν δάκρυ
μεγαλόφωνο
Μα κι ο ίδιος πια δονείται
σώμα μεταλλόφωνο
 
Κι όταν επιτέλους πέσει
χειροκρότημα
για της ποίησης το σπουδαίο
κληροδότημα
θα τον ταλανίσει πάλι
το ερώτημα:
 
«Μήπως έφτασε η ώρα
να μ’ ακούσει κι άλλη χώρα;»
 
ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ
 

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |41. Χάρης Ψαρράς

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Χάρης Ψαρράς

3e2fa0375ab5a464c8218c96b17eae28-700

(Σπίρτα χειρός, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2002)

Στὴν Ἀθήνα

Σὲ παρακμιακὸ ἐργαζότανε café
ὅπου συχνάζανε οἱ γέροι γιὰ τὸ τάβλι
καὶ ἀνυπόφοροι ἀλλοδαποὶ ὅταν σχολοῦσαν.
Δὲν ἦταν τῆς Κοινότητας
στὸ πρόσωπό της ἔβλεπες
τὴν ἐπιβεβλημένη τιμιότητα τοῦ ξένου
ποὺ ξέρει πὼς δουλεύει γιὰ νὰ ζεῖ.
Ἀλκοολοῦχα σέρβιρε ποτά
τὶς στάχτες ἄδειαζε προσεκτικά
κρατοῦσε τὸ ταμεῖο
καὶ φρόντιζε νὰ δείχνει ἀξιοπρεπής.
Κορίτσι ξένο σὲ μητρόπολη στενή
κορίτσι πράμα σ’ ἕνα μαῦρο μαγαζὶ
πλήττει καὶ δυσανασχετεῖ
καὶ βαριαναστενάζει θά ‘λεγες
ὅμως τὴν ὀμορφιά της ἤξερε
τὴν πλήξη νὰ ἀποφεύγει
καὶ τὴν κούραση
καθὼς παραγγελίες ἔπαιρνε
καὶ ἔσκυβε ν’ ἀκούσει
ἀπὸ τὸ ἀνοιχτὸ πουκάμισο
στὸ στῆθος της περνοῦσαν
στὸ στῆθος της γλυκιές ματιές
πολλοὶ τοῦ ἔρωτα οἱ παλμοὶ
ποὺ ἔνιωθαν οἱ θαμῶνες γιὰ ὅσα ἐκείνη
ἀρνιότανε πεισματικὰ νὰ τοὺς σερβίρει.

~.~

Τραγούδι στάσιμο

Πηδάλιο  μηχανῆς  κοπέλα
φάσμα  ὁδοῦ  περαστικό
τὸ  κράνος  προστατεύει  ἀπ’  τὸ  κακὸ
ὅμως  ἡ  σέλα

στοὺς  ἀναβάτες  της  ἐπιφυλάσσει
τῆς  πτώσεως  αἰφνίδιο  συμβάν
οἱ  φίλοι  κοιμωμένη  θὰ  σὲ  πᾶν
θὰ  ἔχουν  χάσει

τῆς  ἱππασίας  σου  τὴν  ὑπὸ  προσθεσμία  αὔρα
ἀνυποψίαστη  καθὼς  κρατοῦσες  τὸ  τιμόνι
θρηνοῦν  μιὰ  μηχανόβια  ἀνεμώνη
μὲ  γκάζια  μαῦρα.

~.~

Τὸ δάσος

Τὸ δάσος δὲ χωρᾶ ἄλλους πιά.
Ἄστατο, κατσουφιασμένο, ξάστερο
μὲς  στὴ θλιβερὴ φυλλωσιά του
ἀποσύρεται σὲ μιὰ γωνίτσα.

Ἔτσι παράμερα ποὺ κουλουριάζεται
μόνο του καίει καὶ μόνο τσουρουφλίζεται.
Ψάχνει σπίρτα δὲ βρίσκει
καὶ χρησιμοποιεῖ ἀντ’ αὐτῶν τὰ ὀργανικά του ἔλατα
τὰ πυρπολεῖ.
Οἱ μέσα θάμνοι του ἀνάβουν σβήνουν ξανὰ καὶ ξανά.
Ἐδῶ ποὺ ἔφτασα κι ἀπομακρύνθηκα, λέει τὸ δάσος
ὥρα εἶναι πιὰ ν’ ἀρχίσω τὸν ἑαυτό μου νὰ μασῶ.

Μᾶς δίνει χαρτογραφημένη τώρα
πράσινη ἀνατομία
τὸ δάσος ποὺ ἦταν ἀλλοῦ
καὶ χήρεψε καὶ εἶναι ἐσωστρεφές.

~.~

Ὁ λαμπτήρας

Ὁ λαμπτήρας δὲν ἔχει βράγχια
δὲν ἀνασαίνει ὁ λαμπτήρας
μονάχα φῶς παρέχει
φῶς δοῦναι καὶ λαβεῖν.

Δὲν ἔχει μάτια ὁ λαμπτήρας
νὰ δεῖ τουλάχιστον πόσο σπινθηροβόλος εἶναι
μόνο φορέας εὐκαιριακοῦ ἠλεκτρισμοῦ
καὶ λάμψεις πότε-πότε.

Δὲν ἔχει δάχτυλα ὁ λαμπτήρας
γιὰ νὰ τὰ βάλει μὲ διακόπτες καὶ καλώδια
ἕνα ἐξάρτημα ὁ λαμπτήρας
κι ὅταν σβήνω τὸ φῶς
πάει ὁ λαμπτήρας
ὁ μύθος του τὸ ἦθος του
τὸ λίγο του τὸ πρὶν πάει

~.~

starry-sky-artmarketjapan

(Gloria in exclesis, Ἀθήνα, Κέδρος, 2017)

Belvedere

Ξενοδοχεῖο πολυτελείας. Αὔγουστος μήνας.
Ἄνθη εὐωδιαστὰ κι ἡ διαύγεια τῆς πισίνας.

Μπάτλερ΄ἐξυπηρετικοί, ὅποτε κι ὅπως θές.
Κατοπτρικὰ πατώματα. Ἀστραφτερὲς σκεπές.

Παλαιῶν ἐπαύλεων κῆποι – μιὰ τρυφηλὴ ἐνατένιση.
Πελάτες ποὺ ὑπακοῦνε στῶν γούστων τους τὴ θέληση.

Χρωμάτων κρυσταλλώσεις καὶ βλέμματα ἀπλανῆ.
Έξωτικὰ ἐνυδρεῖα. Μπουφὲς μὲ μοὺς καὶ ραβανί.

Ἀτμόσφαιρα χεορυβική. Κομψότητα καὶ τάξη.
Στρώματα πουπουλένια. Σεντόνια ἀπὸ μετάξι.

Στὸ τέρμα τῶν διαδρόμων εἰσοδοι δωματίων.
Ἀξιοζήλευτες φωλιὲς κυριῶν καὶ ἁβρῶν κυρίων.

Φόδρες φθαρτές, φαντάσματα τοῦ ἀριστοκράτη νοῦ.
Ἀϋπνίες. Χάπια. Θρόμβοι στὶς φλέβες τ’ οὐρανοῦ.

~.~

Scientia Naturalis

Κι ὅσο μακραίνουμε ἀπ’ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ,
δὲν μᾶς σκοτίζουν τῶν ἀγγέλων τὰ ἐρουρὲμ
ποὺ προκαλοῦνε στοὺς πιστοὺς μιὰ νοσταλγία καὶ θλίψη.
Φροντίζει ὁ κόσμος ὁ φθαρτὸς χαρὰ νὰ μὴν μᾶς λείψει.

Κι ἀπ’ τὴν πολλὴ χαρὰ ποὺ μᾶς κυκλώνει
βλέπουμε σ’ ὅραμα γυμνὴ τὴν Εὔα
νὰ λέει στὸν Νεύτωνα: «Φωλιά μου οἱ κλῶνοι

τῆς θρυλικῆς μηλιᾶς. Ἀνέβα
νὰ δεῖς πὼς παραμένουν ἀήττητα
τὰ στήθη μου ἀπ’ τὴ βαρύτητα».


Ὁ Χάρης Ψαρρᾶς σπούδασε νομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ὀξφόρδη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικὰ βιβλία του: Σπίρτα  χειρός (2002), Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κύκλου (2004), Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς (2008), Τὰ ὄντως ὄντα (2012), Gloria in excelsis (2017). Ποιήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικὰ καὶ στὰ ρουμανικά. Ἔχει ἐπίσης δημοσιεύσει δοκίμια, μελέτες καὶ μεταφράσεις.

Τάκης Κουφόπουλος, Ποιήματα (Μια επιλογή)

sun-dried-tomatoes-beata-czyzowska-young

ΤΑΚΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ

(Ἐπιλογὴ ποιημάτων: Θανάσης Γαλανἀκης)

(Διχθά, ἐκτὸς ἐμπορίου, 1996)

Τὸ νυφικό της μπερδευόταν στὰ πόδια της. Στὸ ἕνα χέρι κρατοῦσε τὴν ἀνθοδέσμη, μὲ τ’ ἄλλο χαιρετοῦσε. Ἐκεῖνοι τὴν ἔραιναν μὲ ρύζι. Στὴ σκάλα τῆς ἐκκλησίας ἔτρεξα καὶ τὴν ἔπιασα ἀπὸ τὸ χέρι νὰ τὴν βοηθήσω. Κατέβαινε ἀργά, ἡ παλάμη της ἔτρεμε μέσα στὴ δική μου. Στὸ τελευταῖο σκαλοπάτι ἦταν πιὰ μιὰ μαυροφορεμένη γριά. Ἡ παλάμη της ἐξακολουθοῦσε νὰ τρέμει. Στὸ ἄλλο χέρι κρατοῦσε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα.

~.~

Ὅσοι εἶχαν φάει τὴ μερίδα τους καὶ δὲν εἶχαν χορτάσει, ξαναγύριζαν. Ἦταν θυμωμένοι, τοὺς εἶχαν κοροϊδέψει, τοὺς εἶχαν πεῖ πὼς μιὰ μπουκιὰ ἀρκεῖ. Τώρα κρατοῦν στὰ χέρια τους χατζάρια. Θέλουν νὰ κόψουν μόνοι τους.

~.~

Στὸ τέλος κάθε μέρας κλείνω ἰσολογισμό: θάνατοι εἰς ἐξόφλησιν, θάνατοι εἰς πίστωσιν, θάνατοι ἐκκρεμεῖς.Κρατῶ πάντα τὸ νόμιμο ποσοστό μου.

~.~

Γιὰ χρόνια χώριζα τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων σὲ ὀμάδες. Ὀμάδες πρωινές, ὀμάδες τοῦ μεσημεριοῦ, ὀμάδες τοῦ ἀπογεύματος (ὀμάδες γιὰ τὴν νύχτα δὲν ὑπῆρχαν).Ἔτσι γέρασα.
Ὅταν ἀνακάτεψα πάλι τὰ μάτια ὁ κόσμος γέμισε χάντρες.


(περισσότερα…)

Το ποιητικό έργο του Τάκη Κουφόπουλου. Μια εξ όνυχος αναδίφηση

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Πάντοτε, σὲ ὅλες τὶς ἐθνικὲς γραμματολογίες, θὰ ἐντοπίζονται ἐκεῖνες οἱ sui generis φυσιογνωμίες, ποὺ εἴτε ἕνεκα ἱστορικῆς ἀναγκαιότητας εἴτε ἕνεκα προσωπικῆς ἀνάγκης γιὰ δήλωση τῆς διαφορᾶς τους (καμία σχέση μὲ τὴ χαμερπῆ ἐκδοχὴ τῆς ἐναγώνιας ἀναζήτησης προσοχῆς μὲ κάθε μέσο ἢ τρόπο) θὰ ξεχωρίζουν ἄλλοτε κερδίζοντας εὐρεία ἀποδοχὴ καὶ ἀναγνώριση, κι ἄλλοτε ὄχι. Μία τέτοια περίπτωση ὑπῆρξε καὶ ὁ Τάκης Κουφόπουλος.

Πλάι στὸ πεζογραφικό του ἔργο βρίσκεται –καταλαμβάνοντας σημαντικὰ μικρότερη ἔκταση– καὶ ἕνα μικρότερο ποιητικό, τὸ ὁποῖο ἀξίζει κανεὶς νὰ τὸ ἐξετάσει ξεχωριστά, μιᾶς καὶ μιὰ περιδιάβαση σ’ αὐτὸ ἀποζημιώνει τὸν ἐπίδοξο ἀναγνώστη, ἀποδεικνύοντάς του ὅτι ὁ Κουφόπουλος ἐπιδόθηκε στὸν ποιητικὸ λόγο μὲ λιγότερο ζῆλο ἀπ’ ὅ,τι στὴν πρόζα, ἐπενδύοντας ὡστόσο ἐξίσου ἀπὸ τὸ ψυχικό του ἀπόθεμα. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |40. Γιώργος Δυνέζης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Γιῶργος Δυνέζης

roerich

(Πεζὸς ὣς τὴν ἐπούλωση, Θεσσαλονίκη, Πανοπτικόν, 2019)

Λερναῖο

Τὴν τάιζα τὴν πότιζα
τῆς κλαδευα κεφάλια·

μιὰ δράκαινα ποὺ φύτεψα
γενναῖα μὲ ρωτοῦσε
κι ἐγώ;
ἐγὼ τὴ φρόντιζα νυχθημερὸν

καὶ κάθε μου ἀπάντηση
λεπίδι πού ‘πεφτε νὰ κόψει
τὴν κάθε ἀπορία της

μὰ ξαφνικὰ στὴ θέση της
φυτρώνανε δυὸ ἄλλες ἀπορίες
καὶ τέσσερις κι ὀκτὼ

κι ἐγὼ ἀπάνταγα
κι ἐκείνη μὲ ρωτοῦσε
– ἐγὼ ἀποκεφάλιζα
κι ἐκείνη ἀνθοβολοῦσε

ὥσπου στὸ τέλος δάγκωσε
καὶ τὸν πυρσὸ ποὺ ἄναψα

~.~

Λυδία

Στὴν ἀρχὴ μετακινοῦσε
πράγματα μὲ τὰ χέρια της
ἔπειτα μὲ τὸ μυαλό της·

τὰ παιχνίδια ποὺ τῆς ἔκρυβα
στὸ ἀνάκλιντρο – χορεύανε
μόλις τὰ παρατηροῦσε

τὸ ἴδιο καὶ οἱ στάλες τῆς βροχῆς
μεσουρανὶς παλινδρομούσανε
στὸ ρῖγος τῶν βλεφάρων της

κι αὐτὴ σὲ κάθε κεραυνὸ
νὰ μεγαλώνει
ὅπως ὁ μύθος στὸν καιρό

φοβήθηκα μὴν τὴνε κλέψουνε
μὴν τὴνε κάνουνε πειραματόζωο

ἅμα σοῦ σβήνει μέσα ὁ ἄνθρωπος
σὲ ἐξομολογοῦν τὰ τέρατα

ἔσκαψα τὸ μπουντρούμι της
καὶ πέρασα μονοκοντυλιὰ
τὸ σῶμα της

πάνω της νὰ γεννιοῦνται ἀνάποδα τὰ δέντρα
κι οἱ ρίζες δίχως θαύματα

τώρα ὁ κόσμος πιὰ μπορεῖ
ἥσυχος νὰ κοιμᾶται

μέχρι νὰ πεῖ
Λυδία, καλημέρα

~.~

Project 1: Γιγάντιοι ἄγγελοι

Ἐμβολιάσαμε ἀγγέλους
μὲ τὸ μικρόβιο τῆς μοίρας μας
νὰ δοῦμε

ἂν τὸ φτέρωμα ἀντέχει –
ἂν ἀντέχουν τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία
καὶ δὲν ξεπουπουλιάζονται ἐντελῶς

μέχρι νὰ συγγενέψουμε·
τοὺς πιὸ ἀγαθοὺς ἀνοίξαμε
σὲ ἀνατομικὸ κρεβάτι

μὲ τὴν τσιμπίδα μας τραβήξαμε
κόκκινο ἱστὸ τὸ μέλλον –
(στὸ βάθος
κάθε τρέμουλο ἀντιστοιχοῦσε σὲ σεισμό)

παλιότερα δυό-τρεῖς τό ‘χανε σκάσει

πεζοὶ ὣς τὴν ἐπούλωση

σκάψανε τὸν ἑαυτό τους
]]]]]]]]χωρὶς ἀναισθησία

καὶ ἀνανῆψαν χελιδόνες
μαῦρες πιτσιλιὲς σ’ ἀκουαρέλα

λὲς καὶ τὰ ἔνστικτα τῆς πτήσης
ριζοβολοῦν καλύτερα ξεγυμνωμένα·

δὲν τοὺς λυπήθηκε κανεὶς
γιατί

νὰ μᾶς λυπηθοῦνε τώρα;


Ὁ Γιῶργος Δυνέζης γεννήθηκε τὸ 1984 καὶ μένει στὴν Ἀθήνα. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο Πεζὸς ὣς τὴν ἐπούλωση [2019]

 

Χρήστος Μαρκίδης, Πέντε ποιήματα

005

ΟΙ ΙΣΚΙΟΙ

Ύστερα ήρθαν οι ίσκιοι
φέρνοντας άλλους ίσκιους
εκείνους που ταράζουν το κορμί
κι εκείνους που αλώνουν τα όνειρα
σημαδεμένος είσαι μου είπαν
ο ένας σ’ έκοψε στα δυο
ο άλλος το μυστήριο σου χάρισε
ο τρίτος ο φαρμακερός σε βάφτισε στο πυρ
ο τοξοφόρος στην άβυσσο.
Όμως εσύ οξεία είχες για νυγμό και
τυχερή περισπωμένη στον λέοντα
και δουλεμένα χέρια στο υνί
ψυχή από οίστρο και άργιλο
χρόνια εξερευνούσες σήραγγες σεμνές
ποτάμια με φιδίσια αινίγματα
στέρνες στεγνές άλλοτε πληρωμένες
από θεσπέσια ερείπια και ύδωρ
άλογα λόγια, κάμπους βατούς
τοπάζια περίοπτα, άβατα νάματα
ψιλές και δασείες, αιώρες και ρήγματα.

Ποιος άραγε τεχνούργησε τέτοια χαρά;
Ποιος πίσω την άρπαξε;

~.~

090

ΝΙΨΕ

Ανυπεράσπιστο παιδί ή παιδαριογέρων;
ρώτησε ο σοφός το νήπιο.
Όφις καημένε και νερό
νερόφιδο του απάντησε με στόμφο εκείνο
καθώς κροτάλιζαν τα τόξα
καθώς δεξαμενές αδειάζαν από ήχο
και θύρες ανοιχτές με πάταγο βροντούσαν
τι πάταγος κι αυτός, ο προαιώνιος
Κύριος, ο από μηχανής ελεήμων
μα και θυσιασμένος απολωλός
Άγγελος, τι στήθος που πορεύεται
στην ιστορία με γυμνωμένους μυς
δίχως νοήματα, δίχως ελπίδα
στυγνό κουφάρι πολλαπλασιασμένο
στο άπειρο, τι σώματα τερπνά
μέσα στον ύπνο, τι τέρατα δεμένα
στης κοινωνίας τον χαμό
ιδιοτέλεια σαύρας, σκύμνου κραυγή
αητού τροφή, έπος τριήμερο
χαντακωμένο μίσος, θέα παράλογη
μνήμης φωτιά, φύτρα περίοπτη
ξεμωραμένη νύχτα.

Στύψε το αίμα να χαρείς, μωρέ
Νίψε την άβυσσο.

~.~

L1020697

ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

Κάποτε  τα όνειρα δικαιώνονται
κάποτε παραμονεύουν
κάποτε σκύβουν και ρωτούν:
Ζεις; Για δεν ζεις;
Ζήσε! Να στοιχηθείς δεν θέλησες
να μοιραστείς δεν ήρθες
στην αλχημεία της φωτιάς πορεύτηκες ολκός
σ’ ανυπεράσπιστα βλέμματα γεύτηκες ύδωρ
τρυγόνια νοερά, βρύσες λιμένων άντλησες
στης αγωνίας τον αχό εντοιχισμένα μάρμαρα
και δυστοπίες αιώνων συνόψισες
δόρατα φίλων, μνήμες νεκρών, κατηγορίες απίστων
με παρρησία κατήγγειλες
πέρατα ιερά, περιπολίες αγίων
χνάρια πολύφερνα, δόκανα χώματα
μνήματα αθύρματα, σώματα ασώματα.

Πέτρα την πέτρα σκάναρες μαρτυρικά στο γέρμα
της ερημιάς το τρίστρατο και τα κρυφά μαντάτα.

~.~

xq 035.JPG

ΝΥΚΤΩΡ ΑΛΕΚΤΩΡ

Ψες στ’ όνειρό μου είδα τον θεό
νεκρές οι φύσεις στέκονταν λαμπρές
τελειωμένες, οριζόντιες
μαύρες βαμμένες και χρυσές

– Θα πάμε στην Εικοσιφοίνισσα μωρέ;
– Αμέ! Αν μας αφήσουν τα σκυλιά θα πάμε
– Θα τα στραβώσουμε με τους φακούς.
– Γυάλινα μάτια ζύγωσες Μιχάλη

Σκέψου Μιχάλη τις σκιές τις μοναχές
τα κυπαρίσσια σκέψου, κινήσαμε
γυρίσαμε, οι πιπεριές ποτίσματα
δικά μας περιμένουν
για να τραφούν να μαζωχτούν
νύκτωρ αλέκτωρ, τα καπνά να σπάσουν

Τηρ

Φων

Φως   Περσεφόνη

– Πού είν’ ο λόφος, πού ειν’ ο Τρύφων;
– Δες από δω σύρσου εκεί
αριστερά ο Λ., δεξιά η Ε., χαμαί ο Φωστήρας.

~.~

Ζ 012

ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΒΡΟΧΗ

Ξύπνησα με βροχή
κρατούσα λέει στα χέρια μου
ένα μεγάλο αίνιγμα φαιό ακίνητο
ωσάν τον ουρανό που αντίκρισα
ανοίγοντας με κρότο τα παραθυρόφυλλα.
Δύο εικοσιτετράωρα ο θεός
καταδέχτηκε να συνωμοτήσει στο νόημα
εκείνο των σαράντα ημερών, το μέγα.

Μα τα φαινόμενα ως είθισται απατούν
μέχρι το ποίημα να τραφεί
ήλιος ανέτειλε χλωμός, δεν συμφωνεί η φύσις.

Η βούληση από το συμβάν έτη φωτός απέχει.


* Τὰ εἰκαστικὰ ἔργα ποὺ πλαισιώνουν τὰ ποιήματα ἀνήκουν στὸν συγγραφέα.