ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 24.1.2016

index

Βρυξέλλες, 24 Ιανουαρίου 2016

Αγαπημένη μου,

λυπάμαι για την ταλαιπωρία που περνάς κι ελπίζω να την ξεπεράσεις το συντομότερο δυνατόν. Αν και μακριά σου, η σκέψη μου είναι πάντα μαζί σου. Σήμερα σου γράφω έκπληκτη, αλλά και με ανάμεικτα συναισθήματα. Ο λόγος; Πρόκειται για κάτι που μάλλον δεν θα περίμενε να συναντήσει κανείς στην πρωτεύουσα του Βελγίου.

Θες οι θερμοκρασίες, που το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου φροντίζουν για έναν –βάσει ελληνικών δεδομένων- χειμώνα διαρκείας, θες οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, που ως τέτοιοι και λόγω της ‘ξύλινης γλώσσας’ που τους επιρρίπτουν κλπ. χαρακτηρίζονται ως ψυχροί, θα περίμενε κανείς μια γενικότερη ψυχρή ατμόσφαιρα στις Βρυξέλλες. Κακώς!

Μία από τις πρώτες εικόνες που εντυπώθηκαν στο νου μου, ήδη στη διαδρομή από το αεροδρόμιο στο σπίτι, ήταν εκείνη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού κρατημένου χέρι-χέρι που περίμενε να διασχίσει το δρόμο. Κάποια στιγμή μάλιστα ο άντρας έσκυψε και φίλησε τη σύντροφό του στο στόμα. «Τι τρυφερό» σκέφτηκα και το θεώρησα μια όμορφη εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, σαν τις εξαιρέσεις που έχω δει και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Δεν ξέρω αν συνειδητοποιείς τις συνθήκες, τη σημασία και τις προεκτάσεις αυτής της κίνησης.

Σε πληροφορώ, χθες, σε μία και μόνη μέρα, υπήρξα μάρτυρας τεσσάρων παρόμοιων σκηνών, με ζευγάρια διαφορετικών ηλικιών, ντυσιμάτων και προέλευσης. Πρωί-πρωί στο δρόμο για τη δουλειά ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση ένα ζευγάρι γύρω στα πενήντα που κατά πάσα πιθανότητα πήγαινε κι αυτό στη δουλειά χέρι-χέρι. Κατά το πέρας του μεσημεριανού διαλείμματος (ναι, υπάρχει τέτοιο πράγμα εδώ) ‘έπεσα’ πάνω σε ένα καλοντυμένο ζευγάρι που αποχωριζόταν με ένα πολύ τρυφερό φιλί στη γωνία της οδού Λουξεμβούργου. Στο σχόλασμα, ένιωσα έναν νεαρό να επιταχύνει στο πλάι μου, είδα το πρόσωπό του να φωτίζεται ολόκληρο, και λίγα μέτρα πιο κάτω τον έφτασα, μαζί τώρα με την κοπέλα του. Έτσι όπως ακουμπούσαν ζεστά τα μέτωπά τους, θύμιζαν πιγκουίνους, εστεμμένους με τις φωτογραφίες της Γιουσαφζάι και του Σουλτς που περιβάλλουν την πλατεία εισόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αργότερα, προπορευόταν μπροστά μου ένα άλλο ζευγάρι: εκείνος λευκός (αδύνατο να πεις εθνικότητα στις Βρυξέλλες) εκείνη μαυρούλα. Ξάφνου σταμάτησαν στη μέση του πεζοδρομίου της λεωφόρου, αντάλλαξαν ένα φιλί στο στόμα, και ύστερα συνέχισαν την πορεία τους. Αν αυτά γίνονται εδώ, σκέφτηκα, τότε τι πρέπει να συμβαίνει στη θρυλούμενη πόλη του έρωτα και του φωτός; Τώρα, βέβαια, μετά και το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα, μάλλον αλλού θα είναι στραμμένη η προσοχή του κόσμου.

Όλα αυτά η φίλη σου δεν τα σκέφτηκε ούτε σου τα γράφει από μισανθρωπία. Δεν μπόρεσε όμως να μην την απασχολήσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι εδώ έχουν διάθεση για έρωτα και αγάπη ή να μη διερωτηθεί ποιοι είναι οι λόγοι που αυτό συμβαίνει εδώ και όχι στον –περιώνυμο για τον έρωτα– θερμόαιμο Νότο. Ο πατέρας μου είχε πει κάποτε για την εξάσκηση ενός πολύ υπεύθυνου επαγγέλματος ότι για να μπορείς να το εξασκήσεις όπως αρμόζει, θα πρέπει να έχεις λύσει πρώτα το βιοποριστικό σου πρόβλημα. Θα πρέπει να έχεις απαλλαχθεί από κάποιες έγνοιες, ώστε να μπορείς να αφοσιωθείς ανενόχλητος στο λειτούργημά σου. Αυτό, διαπιστώνω, ισχύει για οτιδήποτε πέραν της απλής επιβίωσης και μάλλον εδώ εδράζει η αιτία των ευγενικών, ευδιάθετων και ερωτιάρηδων Βέλγων. Γιατί μπορεί ο έρωτας, η αγάπη και η συντροφικότητα να είναι απαραίτητα στοιχεία της ζωής, όμως στην Ελλάδα του 2016 θεωρούνται ‘τεκμήρια’ του «ευ ζην». Και πέφτει βαρύτατος εκεί ο φόρος, ανεξαρτήτως δε ηλικίας ή ντυσίματος.

Η προβληματισμένη φίλη σου,
Ε.

*Φωτογραφία, κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 20.1.2016

?

Βρυξέλλες, 20 Ιανουαρίου 2016

Φίλη μου,

οι πρώτες μέρες στις Βρυξέλλες περνούν με τα διαδικαστικά. Δεν γνώριζα, δεν είχα συνειδητοποιήσει ούτε φανταστεί πως άνευ 2.500 ευρώ δεν μπορείς καν να υπογράψεις συμβόλαιο και να πάρεις απλώς τα κλειδιά για ένα διαμέρισμα -χώρια τα λευκά είδη, είδη προικός και άλλα είδη. Και μη βάλεις στο νου σου τίποτε πολυτέλειες, αν και –τώρα που το σκέφτομαι– ένα ανεξάρτητο αξιοπρεπές κατάλυμα ίσως να συνιστά χλιδή στο Βέλγιο, ποιος ξέρει; Το δικό μου βρίσκεται πάντως σε κτίριο του 1867, no more no less.

Αντιθέτως, και ομοίως με την Ελλάδα, εξόχως θαυμαστή είναι η ευκολία απόκτησης αριθμού κινητής τηλεφωνίας. Καρτοκινητής για την ακρίβεια. Δεν μπορεί, σκέφτεσαι, κάτι θα έχω παραλείψει. Η διαφορά είναι ότι εδώ έχουν και άλλου είδους καταστήματα, πέρα από αυτά κινητής τηλεφωνίας.

Αυτό όμως που κυρίως έκανε εντύπωση στην πασιονάρια φίλη σου και την χαροποίησε ιδιαιτέρως, πλησιάζοντας εκεί στο ‘Τετράγωνο των Οργάνων’, όπως θα το ονόμαζε (ηχεί σαν «Τρίγωνο των Βερμούδων» ή είναι ιδέα μου;), είναι οι αθλητικοαεροδυναμικές Porsche Carrera. Σιγά το πράγμα θα μου πεις. Για θυμήσου το άλλο το ωραίο του πατέρα μου: «Έτσι μόνο εσείς οι δυο θα σκεφτόσασταν!» Ναι, αλλά ποιες Πόρσε! Πόρσε που τις οδηγούν γυναίκες! Γυναίκες με γούνα και αέρα. Έχω ήδη δει δυο-τρεις. Μπορεί να μην επέλεγα ποτέ αυτό το όχημα (όχι ότι θα μου δινόταν ποτέ η δυνατότητα επιλογής), αλλά βλέποντάς τις νιώθω σαν φίλαθλος ομάδας που βάζει γκολ. Το συμμεριζόμενο πάθος βέβαια δεν σχετίζεται με δυο πόδια που κλωτσούν μια μπάλα για κάμποσα εκατομμύρια ευρώ το χρόνο ούτε με ένα δήθεν ιδανικό, αντιθέτως με μια μακρά ιστορία καταπίεσης κι έναν συνεχή αγώνα αναγνώρισης ή και επιβίωσης. Έτσι, μπερδεύομαι και αδυνατώ να ξεχωρίσω αν βλέπω πράγματι ένα συνωμοτικό μειδίαμα να χαράσσεται στο πρόσωπό μας, εκείνων κι εμένα, ή αν απλώς κι αφελώς το φαντάζομαι.

Φτάνοντας πλέον στις Πύλες του Κοινοβουλίου, λίγο πριν την πλατεία του Λουξεμβούργου, έχει στα δεξιά ένα ιταλικό εστιατόριο. Η ονομασία του, “Senza parole”, μοιάζει με καυστικό υπαινικτικό σχόλιο μπροστά σε έναν χώρο όπου κατεξοχήν δεσπόζει η Λέξη, δομημένη σε Οδηγίες, Εκθέσεις ή και απλές συνομιλίες μεταξύ υπαλλήλων, μα κυρίως στο Διάλογο, πάνω στο ανοιχτό πνεύμα του οποίου βασίζεται η ίδια η ουσία της Ένωσης. Θα προτιμήσω λοιπόν το –εξίσου ιταλικό– άσμα “Parole, parole, parole” της Μίνας, και η ερμηνεία δική σου!

Σε φιλώ,
Έλενα

ΥΓ.: Να μου φιλήσεις τα παιδιά!

*Φωτογραφία, κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 17.1.2016

20160116_125939

Βρυξέλλες, 17 Γενάρη 2016

Καλή μου,

έφτασα πια στην περιλάλητη πρωτεύουσα του Βελγίου. Δεν μπορώ να παραπονεθώ, με υποδέχτηκε ένας ήλιος λαμπρός, παρά τις επανειλημμένες και διαφορετικής προέλευσης προειδοποιήσεις για έναν ακατάπαυστα βροχερό και σκοτεινό ουρανό. Τα δελτία καιρού που συμβουλεύτηκε η φίλη σου και προέβλεπαν θερμοκρασίες υπό του μηδενός αποδείχθηκαν –τύχη αγαθή– επίσης αναληθή.

Μη σου περάσει βέβαια από το μυαλό πως η ηλιοφάνεια συνεπάγεται και συναφείς με τις ελληνικές θερμοκρασίες. Το λευκό μάννα με προϋπάντησε για αρκετή ώρα κατά την προσγείωση. Λευκές εκτείνονταν οι απέραντες πεδιάδες του Βελγίου και η φίλη σου –με τη γνωστή λατρεία της για τα σύμβολα και τα σημεία– παιδευόταν με σημασίες κι ερμηνείες. Σε αποζήτησε εκείνη τη στιγμή. Άραγε πώς θα το ερμήνευες εσύ; Καλό σημάδι το λευκό για μια διαμονή αγνή, ανέφελη κι ευχάριστη ή προάγγελος μιας περιόδου που θα τη στέψει η θλίψη και το πένθος; Και για τα δύο στέκει το λευκό. Και να που η απάντησή σου υπήρξε άμεση –άλλη πάλι αυτή η ικανότητα της φίλης σου να επικοινωνεί νοητά με τους δικούς της–. Ενώ για χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων το λευκό χαλί απλωνόταν κάτω απ’ τα πόδια μου, καθώς πλησιάζαμε στο αεροδρόμιο η γης ξεγυμνώθηκε. Κι όχι μόνο εκεί, αλλά και στα περίχωρα και παντού στην πόλη. Και ήρθε στο νου μου η φράση σου, μόλις δυο βράδια νωρίτερα. «Ό, τι είναι, θα ξεκαθαρίσει γρήγορα». Και ηρέμησα.

Στην έξοδο του αεροδρομίου συνάντησα και την τελευταία βρυξελλιώτικη μόδα: κομάντος σε ζευγαρωτή περιπολία. Καλάσνικοφ ανά χείρας, πιστόλι στη μέση, αλεξίσφαιρο που δεν το διαπερνάει ούτε κανόνι, στολή παραλλαγής, μπότες κι ένα σωρό άλλα μαραφέτια που δεν θέλησα ούτε θα ήμουν σε θέση να αναγνωρίσω. Δεν αισθάνθηκα ούτε στιγμή πιο ασφαλής. Αντιθέτως. Μπήκα κι εγώ σε συναγερμό. Επομένως όχι, δεν οφειλόταν σε έλλειψη εγρήγορσης –και ας μου τα ψάλλεις– που δεν ανταπέδωσα το παιχνιδιάρικο κατά τα άλλα βλέμμα του ενός. Ποιος είπε άλλωστε ότι αληθεύει πως η εξουσία και η στολή έχουν απαραιτήτως αφροδισιακή επίδραση στις γυναίκες;

Σε φιλώ,
Έ.

*Φωτογραφία, κείμενο: ‘Ελενα Σταγκουράκη

Κωστής Παλαμάς: Ποιητική αυτοβιογραφία

KostisPalamas19001

Λίγοι ποιητές Έλληνες μας δίνουν μέσα από τα ποιήματά τους μια λεπτομερή αποτύπωση της προσωπικής τους ζωής. Ο Παλαμάς, που γεννήθηκε σαν σήμερα, 13.1.1859 στην Πάτρα, ανήκει σ’ αυτούς. Είκονες από τα παιδικά χρόνια στο Μεσολόγγι, από τη ζωή του ορφανού που το ανάστησαν χέρια συγγενικά, από τις χαρές και τους θρήνους της οικείας ζωής, στίχοι για τη γυναίκα του και, φυσικά, για τον τόσο πρόωρα χαμένο Άλκη, στον οποίο θ’ αφιερώσει ένα από τα ωραιότερα επιτάφια κείμενα της ελληνικής γλώσσας, την ποιητική σύνθεση Τάφος, για τους συνοδοιπόρους στα γράμματα και τη λογοτεχνία, για την καθημερινή μάχη με τις λέξεις.  Με αφορμή τη σημερινή επέτειο, αλλά και εν όψει του μεγάλου αφιερώματος στον ποιητή που ετοιμάζουμε για το επόμενο τεύχος του Νέου Πλανόδιου, ένα μικρό ανθολόγιο από αυτήν, την ποιητική, αυτοβιογραφία του Κωστή Παλαμά.

 

ΜΙΑ ΖΩΗ

Στο Βασιλάδι χτύπησα με το σκληρό καμάκι
για το ξανθό αυγοτάραχο τον κέφαλο, ψαράς.
Ξενύχτησα στης Κλείσοβας το πρόσχαρο εκκλησάκι,
ξεφαντωτής αμαρτωλός, του πειρασμού ραγιάς.

Άη Σώστη, εσύ με ξάφνισες· τού πλατιού πέλαου βόγγοι,
και τα καράβια τ’ άφταστα και τα διαβατικά !
Μ’ έδειρες, λιμνοθάλασσα, με πήρες, Μισολόγγι.
Δαρμοί, πληγές αγιάτρευτες, ονείρατ’ αδειανά.

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912

* * *

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ δεν έμπαινες, πετούσες
καημένη θειά Βγενούλα, αμάχη, μπόρα,
σα να μην είχες με κανένα γνώρα,
δεν έστεκες, δεν άκουες, δεν κοιτούσες.
Οι Παναγιές οι χαμηλοβλεπούσες
του δρόμου σου κρατούσανε τη φόρα·
στο εικονοστάσι αγνάντια ρασοφόρα
γονατισμένη και παρακαλούσες:
«Ουράνια Χάρη, βόηθα τ’ ορφανό,
και στο κατατρεμένο σκέπη γίνε !»
Πάντα η θωριά σου μέσ’ στα μάτια μου είναι,
κ’ εγώ, και πάντα, το κατατρεμένο.
Μα σκέπη από κανέναν ουρανό
δεν περίμενα, μήτε περιμένω.

Τα δεκατετράστιχα, 1919

* * *

ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ

Γύρισα στα ξανθά παιδιάτικα λημέρια,
γύρισα στο λευκό της νιότης μονοπάτι,
γύρισα για να ιδώ το θαυμαστό παλάτι,
για με χτισμένο απ’ τών Ερώτων τ’ άγια χέρια.
Το μονοπάτι το ’πνιξαν οι αρκουδοβάτοι,
και τα λημέρια τα ’καψαν τα μεσημέρια,
κ’ ένας σεισμός το ’ρριξε κάτου το παλάτι,
και μέσ’ στα ερείπια τώρα και στ’ αποκαΐδια
απομένω παράλυτος· σαύρες και φίδια
μαζί μου αδερφοζούν οι λύπες και τα μίση·
και το παλάτι ένας σεισμός το ’χει γκρεμίσει.

Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑ

Ω του σπιτιού μου πρωτογέννητο καμάρι,
θυμάμαι του ερχομού σου την αγία τη μέρα·
μια χαραυγούλα σαν μαργαριτάρι
λεύκαινε τον αστρόσπαρτο ακόμα αιθέρα.

Το ρόδο ολόδροσο δεν έμοιαζες πριν πάρη
ν’ ανοίξει, αγκαλιασμένο απ’ τη χλωρή μητέρα,
σαν άπλερο και σαν ελεεινό σφαχτάρι
ήρθες ριμμένο από σκληρόχερο εδώ πέρα,

και σα να ζήταγες βοήθεια, άρχισες θρήνο
πιο θλιβερό από χτύπο νεκρικής καμπάνας,
κ’ έσμιξε με το βόγγο το στερνό της μάννας

ο πρώτος θρήνος. Άρχισε το μέγα Δράμα !
Τ’ ακολουθώ, κ’ αιστάνομαι μπροστά σε κείνο
ελέου και φόβου μυστικό μέσα μου κλάμα.

1894

Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ωραίε νεκρέ, μονάρχη εσύ του μυστικού ουρανού μου
αστέρινε, ήρθες πάλι,
σ’ έφερε η νύχτα, φάντασμα του λατρευτού μου
στην ορφανή μου αγκάλη.
Και σε κρατούσα όπως ποτέ δεν κράτησε μητέρα
το πρωτογέννητο παιδί στην αγκαλιά της,
και κάποιου πόνου μια ψυχή, χυμένη απ’ άλλο αέρα,
την όψη σου την άγιαζε με τ’ αντιφέγγισμά της.
Κ’ είσουν ωραίος, όπως ποτέ κανένας έρωτάς μου
δεν είτανε στης νιότης μου τα χρόνια,
και σώπαινες, όπως ποτέ δε μίλησαν τ’ αηδόνια
τών ποιητών στα βάθη της καρδιάς μου.

1906

Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

* * *

ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ

Εδώ το σπίτι άνθιζ’, εδώ το πράσινο βλαστάρι
μέσα στον​ ​ίσκιο της χλωρής χλωρής κληματαριάς.
Περιπλεχτό μες στα χλωρά το μυστικό φεγγάρι
σαν πνέμα πρωτοθώρητο κατέβαινε σ’ εμάς.

Εδώ του πόθου δυο πηγές μάς δρόσιζαν τα χρόνια,
η μια στα μάτια μας μπροστά, κι η άλλη ονειρευτή
η Μούσα εδώ αποκοίμιζε της έγνοιας τα τριζόνια
και τη μανία ανάσταινε της λύρας την ιερή.

Εδώ γλυκαπολάψαμε της πρωτογεννημένης
τα πρώτα ξεπετάματα, και πήρε μας το νου,
σαν ερχομός παμπόθητος που δεν τον περιμένεις,
το φέγγος τ’ ολοστρόγγυλο του δεύτερου καρπού.

Εδώ πρωτοδεχτήκαμε στην αγκαλιά μια μέρα
τον τρίτο τον ασύγκριτο και τον περαστικό
που ολόγυρά μας άλλαξε τον κοσμικόν αέρα
το θείο κρασί στ’ ολάσπρο φως του Ολύμπου προσφερτό.

Εδώ τα νιάτα σου ήτανε και στη φροντίδα απάνου
μια ζωγραφιά βενέτικη πλατιά ζωγραφιστή
από το χέρι κανενός φεγγόβολου Τισιάνου,
λαμποκοπώντας τη χαρά σε αδρότατο κορμί.

Εδώ το σπίτι άνθιζ’, εδώ το πράσινο βλαστάρι
και το ’κρυβε η κληματαριά στο ίσκιο της χλωρή.
Τώρα δε μένει τίποτε… Το μυστικό φεγγάρι
κλαίει σε παλάτι αμίλητο, τετράπατο, βαρύ.

Εδώ η ζωή που πέθανεν ήθελε νεκροθάφτη
κάποιον Απρίλη, ανθότατον, ήθελε τάφον,​ ω​!
Ποι​ο​ς να την καταράστηκε; Δε βρέθηκε για δαύτη
παρά ένα μνήμα αταίριαστο κι αναγελαστικό​.​

​Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ

Ζωούλα εσύ, που σ’ έσβησε το φύσημα του Χάρου
στην αγκαλιά των απαλών ονείρων της αυγής,
στη σκαλιστή δε δύναμαι λαμπράδα του μαρμάρου
να σ’ αναστήσω αθάνατη, φτωχός τραγουδιστής.

Ω σωπασμένη μουσική, που η μνήμη δε μπορεί μου,
να θυμηθή τον ήχο σου και να τον ξαναπή,
γι’ αυτό με κάτι πιο βαθύ τη δένεις την ψυχή μου,
εσύ ατραγούδιστη κ’ εσύ αζωγράφιστη πνοή.

Σα μακρινό ξημέρωμα χάραξες μέσ’ στο νου μου,
πολύ γλυκό, πολύ δειλό, πολύ διαβατικό.
Μια μέρα απάνω από τ’ αγνό κεφάλι του παιδιού μου
ανθού χαμόγελο έσκυψες και χάϊδεμ’ αγαθό.

Και κάτι μέσα μου άφησες ξανθό σαν κεχριμπάρι,
και πέρασες αγύριστη. Και τώρα στη βραδιά,
που αργά ανεβαίνει μέσα μου, την όψη σου έχει πάρει
τών γαλανών παραμυθιών η άυλη ξωτικιά.

Η ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Μ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ

Και καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
και τάραζε το διάβα σου το σιγαλό σοκκάκι,
στα πράσινα παράθυρα και πίσω απ’ τα καφάσια
να σ’ αγναντέψουν τρέχανε τ’ απάρθενα κοράσια.
Τώρα ο καιρός ξεφούντωσε τα φουντωτά μαλλιά σου
και την ξανθή ξεθώριασε θωριά σου,
και στρατολάτης πέρασες αλλού και ταξιδεύεις·
μα τώρα ευγενικώτερο φαρί καβαλλικεύεις,
και τ’ άλογό σου φτερωτό, και πας να το ποτίσης
με το νερό της Κασταλίας της βρύσης.

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912

* * *

ΥΣΤΕΡ’ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ

Στο φίλο Ν. Καμπά

Ο καιρός, η μελέτη, η ξενιτιά,
τη σκέψη αλλού σου γύρανε, σου σβύσαν
τα τραγούδια… Θυμάσαι ; ντροπαλά
τα τραγούδια το στόμα σου φιλήσαν.

Εμένα μ’ ηύρεν άπραγο η νυχτιά,
τα πόδια μου συχνά παραστρατίσαν,
μα η Μούσα γαληνή φεγγοβολά,
τα μητρικά της χέρια με κρατήσαν.

Τάχα και ποιούς να λάτρεψες θεούς,
από πίσω ποιές χίμαιρες να πήρες ;
Δεν ξέρω· αν είναι αταίριαστες οι μοίρες,

δεν κάνουν οι καρδιές τους αδερφούς ;
Σε ξανακούω, στο πλάι μου σ’ αγναντεύω,
κι από χαρά ο ασάλευτος σαλεύω.

1912

Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

* * *

ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΠΟΥ

Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σε τούτον το σκοπό,
κάποτε, πρώτη και στερνή φορά· και δεν το βρίσκω
για να το ξαναπώ.

Στ’ άδειο σεντούκι του γυρτός ο σφιχτοχέρης, ίδιος,
πάθος, χαμός, ω λύπη !
Του τρέμουνε τα δάχτυλα σα να μετράν ακόμα
το θησαυρό που λείπει.

Βαστώ μιας φλόγας τον καπνό κ’ ενός καπνού τον ίσκιο
σε τούτον το σκοπό.
Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανά δε θα το πώ.

Τα παθητικά κρυφομιλήματα, 1925

* * *

ΚΑΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ…

Και μεσ’ στον τάφο ασάλευτο και μεσ’ στο ζόφο που με κλει,
σαν κάποιο σάλεμα με πάει προς την ανατολή,
με την ασύγκριτην αυγή που ο Χάρος δεν τη σβύνει.
Και λάμπει η λυρική ψυχή και μεσ’ στο μνήμα εκείνη !

Βραδινή φωτιά, 1939

Ρόμπερτ Φροστ: Στάση ένα απόβραδο στο δάσος με χιονιά

Frohe-Weihnachten-2014.jpg

*

Θαρρώ το ξέρω τίνος δάσος είν’ αυτό.
Κείνος που το ’χει μένει ωστόσο στο χωριό·
μέσα σε τούτο τον χιονιά δεν θα με δει
που κοντοστάθηκα εδώ πέρα και κοιτώ.

Το αλογατάκι μου όσο νά ’ναι θ’ απορεί,
δεν έχει χάνι εδώ στο δάσος να σταθεί,
πιο κει της λίμνης κρυσταλλιάσαν τα νερά
κι είν’ της χρονιάς η νύχτ’ αυτή η πιο σκοτεινή.

Τα κουδουνάκια του όλο ανήσυχο χτυπά,
μήπως χαθήκαμε είναι λες και με ρωτά.
Γύρω σιωπή, μόνο ένα θρόισμα απαλό
κι οι αχνές νιφάδες του χιονιού που πέφτει αργά.

Είναι βαθύ το δάσος, όμορφο, πυκνό,
μα εγώ ’χω λόγο δώσει κι έχω άλλο σκοπό,
μίλια πολλά να κάμω πριν να κοιμηθώ,
μίλια πολλά να κάμω πριν να κοιμηθώ.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ
(μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης)

Φώτης Δούσος: Ανοιχτό γράμμα προς φίλους (και μη) ποιητές

smf

Τείνουμε να στηλιτεύουμε την οκνηρία και την ολιγωρία ως εκφράσεις ανθρώπινης συμπεριφοράς. Και είναι λογικό. Σε μια εποχή που  πριμοδοτεί το κέρδος, την παραγωγικότητα, τον ανταγωνισμό και απαιτεί εγρήγορση και άμεσες αντιδράσεις, τα παραπάνω χαρακτηριστικά φαίνονται άκρως ελαττωματικά. Δεν μπορούμε να πούμε όμως ότι κάτι τέτοιο πρέπει αναγκαστικά να ισχύει σε όλους τους τομείς. Στην λογοτεχνία για παράδειγμα, τα πράγματα είναι καλύτερο να τρέχουν στον δικό τους ρυθμό.

Παλαιότερα ένα πνευματικό κατασκεύασμα (ας πούμε ένα ποίημα) έπαιρνε τον χρόνο του στο συρτάρι ή στο γραφείο του δημιουργού του και αφηνόταν στις διηθήσεις και στις μεταλλάξεις που επιφέρει το πέρασμα του καιρού. Καθώς απλωνόταν στον χρόνο (και όχι στον χώρο!) το δημιούργημα ωρίμαζε, αποκτούσε βάθος και επέτρεπε να βγουν στην επιφάνεια οι όποιες αδυναμίες του. Κάτι τέτοιο έδινε την ευκαιρία στον δημιουργό του να το επεξεργαστεί εκ νέου, να το σμιλεύσει πιο περίτεχνα, και να δώσει έμφαση σε λεπτομέρειες και σε λεπτές αποχρώσεις. Τώρα, με την ευκολία της άμεσης δημοσίευσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το φρεσκομαγειρεμένο ποίημα (άνοστο συνήθως, λόγω ταχύτητας, αλλά και λόγω ενδεχόμενης έλλειψης ταλέντου του πνευματικού του πατέρα),  δεν προλαβαίνει καν να κρυώσει και σερβίρεται στα πιάτα των αδηφάγων αναγνωστών. Το σερβίρισμα ακολουθείται κατά κανόνα από μια χιονοστιβάδα φιλοφρονήσεων που σε κάνουν να απορείς με την ευγένεια, την καλοπροαίρετη διάθεση, αλλά και τον ενθουσιασμό αυτών που διαβάζουν (αλήθεια διαβάζουν;), ενώ τελικά όλα αυτά τα στοιχεία σε οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, πλέον,  έχουν δημιουργηθεί πλήθη αναγνωστών-αυλικών, που αλαλάζουν ευφρόσυνα, άκριτα και τυφλά στην φανταστική αυλή του facebook (κυρίως), με μια υστεροβουλία σχεδόν εμμονική…

Η αγαπημένη μας ηλεκτρονική πλατφόρμα έχει αρχίσει να διαδραματίζει ρόλο έγκριτου λογοτεχνικού περιοδικού (και από όσο γνωρίζω, ως χώρα δεν στερούμεθα εντύπων και ηλεκτρονικών λογοτεχνικών περιοδικών). Έτσι, ενώ παλιότερα το facebook ήταν ένα μέσο για να κάνεις γνωριμίες ή να βρεις παλιούς ξεχασμένους φίλους ή να εκμεταλλευθείς κάποιες δυνατότητες ευκαιριακού σεξ ή ακόμα και για να συναντήσεις τον έρωτα της ζωής σου, τώρα έχει εκπέσει στην θλιβερή διάσταση του καταλόγου πρόχειρων, δήθεν συναισθηματικών, δήθεν πνευματικών στιχουργημάτων.

Αλλά όλα αυτά είναι γνωστά. Το καλύτερο που έχει να κάνει ένας δημιουργός τώρα, είναι να σταθεί με ψυχραιμία απέναντι σε όλη αυτή την οχλοβοή. Να αντισταθεί στις σειρήνες των like και των ελαφρών “εύγε” και να επιστρέψει για λίγο στην ένδον παρατήρηση. Μη καθιστάτε τα ποιήματά σας βορά ενός αναγνωστικού κοινού που διακρίνεται από συμπεριφορές βδέλλας. Αφήστε τους πεινασμένους: μη στεναχωριέστε, δεν θα πάθουν τίποτε.

Ένας “οκνηρός” δημιουργός που δεν σπεύδει να ολοκληρώσει και να θέσει αυθωρεί και παραχρήμα στην κρίση του κόσμου το πόνημά του, έχει πιο πολλές πιθανότητες να διασωθεί μέσα στον ιντερνετικό Αρμαγεδδώνα (συγχωρέστε μου την πομπώδη έκφραση, αλλά στα μάτια μου όλος αυτός ο ορυμαγδός, η σπατάλη λόγου, το update του τίποτα, μοιάζει κάποιες φορές με απειλή τελεολογικού χαρακτήρα…). Καλύτερα οκνηρία και ολιγωρία λοιπόν. Ας μην ανεβάσουμε σήμερα το γραπτό μας, ας αναβάλουμε το γαϊτανάκι των επαίνων, ας ασχοληθούμε με κάτι άλλο που μπορεί να μην ικανοποιεί τον υπερτροφικό ναρκισσισμό μας, αλλά θα μας κάνει σίγουρα καλό. Αντί να πληκτρογραφούμε, ας πάμε μια βόλτα στην λιακάδα και ας αφήσουμε τις ιδέες, τα ποιήματα, τα πεζά, να ωριμάσουν λίγο παραπάνω μέσα στα κελάρια τους.

ΦΩΤΗΣ  ΔΟΥΣΟΣ

Μὰρκ Λίλλα: Ἀπὸ τὶς αὐταπάτες στὸ χάος

Ἀλλὰ ἂν οἱ μόνες ἐπιλογὲς ποὺ μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε εἶναι ἡ δημοκρατία ἢ τὸ χάος, ἀποκλείουμε τὴ δυνατότητα νὰ βελτιώσουμε τὴν κατάσταση στὰ μὴ δημοκρατικὰ καθεστῶτα χωρὶς νὰ τὰ μετασχηματίσουμε διὰ τῆς βίας (ἀμερικανικὴ μέθοδος) ἢ τρέφοντας τὴ μάταιη ἐλπίδα (εὐρωπαϊκὴ μέθοδος) ὅτι οἱ συνθῆκες γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, οἱ ἀνθρωπιστικὲς ἐπεμβάσεις, οἱ νομικὲς κυρώσεις, ἡ δράση τῶν ΜΚΟ καὶ οἱ μπλόγκερ μὲ τὰ i-phone θὰ κάνουν κάποτε τὴ διαφορά. Πρόκειται γιὰ αὐταπάτες τῶν δύο ἡπείρων μας ἄκρως χαρακτηριστικὲς.

Τὸ ἑπόμενο Νομπὲλ Εἰρήνης δὲν θὰ ἔπρεπε ν’ ἀπονεμηθεῖ σὲ κάποιον ἀκτιβιστὴ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἢ σὲ κάποιον ἱδρυτὴ ΜΚΟ. Θὰ ἔπρεπε ν’ ἀπονεμηθεῖ στὸν στοχαστὴ ἐκεῖνον ἢ τὸν ἡγέτη ποὺ θὰ παρουσιάσει ἕνα μοντέλο συνταγματικῆς θεοκρατίας ἡ ὁποία θὰ προσέφερε στὶς μουσουλμανικὲς χῶρες ἕναν λογικὸ τρόπο ν’ ἀναγνωρίσουν τοὺς περιορισμοὺς τῆς αὐθεντίας τοῦ θρησκευτικοῦ νόμου καὶ νὰ τὸν καταστήσουν συμβατὸ μὲ τὴ χρηστὴ διακυβέρνηση. Κάτι τέτοιο θὰ ἀποτελοῦσε ἱστορικό, μολονότι ὄχι κι ἀναγκαῖα δημοκρατικό, ἐπίτευγμα.

Φυσικά, κανένα τέτοιο βραβεῖο δὲν πρόκειται νὰ δοθεῖ, καὶ ὄχι μόνο ἐπειδὴ παρόμοιοι στοχαστὲς καὶ ἡγέτες ἐλλείπουν. Ἡ ἀναγνώριση ἑνὸς τέτοιου ἐπιτεύγματος θὰ προϋπέθετε τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ δόγματος ὅτι ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία εἶναι τὸ μόνο ἢ ἀκόμη καὶ τὸ ὕψιστο πολιτικὸ ἀγαθὸ σὲ κάθε ἱστορικὴ συγκυρία, καὶ ἐπίσης τὴν παραδοχὴ ὅτι οἱ συμβιβασμοὶ εἶναι ἀναπόφευκτοι. Θὰ σήμαινε ἀποδοχὴ τοῦ γεγονότος ὅτι ἂν ὑπάρχει δρόμος ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ στὴ δημοκρατία αὐτὸς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι στρωμένος σὲ μεγάλο τμῆμα του ἀπὸ τὴ μὴ δημοκρατία – ὅπως ἀκριβῶς συνέβη καὶ στὴ Δύση.

Ἀρχίζω νὰ νιώθω κάποια συμπάθεια γιὰ ἐκείνους τοὺς Ἀμερικανοὺς ἀξιωματούχους ποὺ ἡγήθηκαν τῆς κατάληψης τοῦ Ἀφγανιστὰν καὶ τοῦ Ἰρὰκ πρὶν ἀπὸ δέκα χρόνια καὶ ξεκίνησαν τὴ διάλυση τῶν ὑπαρχόντων πολιτικῶν κομμάτων, τῶν ὑφιστάμενων στρατῶν καὶ τῶν παραδοσιακῶν θεσμῶν πολιτικῆς διαβούλευσης καὶ ἐξουσίας. Ὁ βαθύτερος λόγος γι’ αὐτὴν τὴν κολοσσιαία γκάφα δὲν ἦταν ἡ ἀμερικανικὴ ὕβρις οὔτε ἡ ἀφέλεια, παρ’ ὅλο ποὺ ὑπῆρξε καὶ πολλὴ ἀπὸ δαύτη. Ἀλλὰ ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπινοήσουν καμιὰ ἐναλλακτικὴ λύση ἄν ἤθελαν νὰ ἐπιβάλλουν ἕναν ἄμεσο –καί, ὅπως ἀποδείχτηκε ἔντέλει, ἐπιδερμικὸ–ἐκδημοκρατισμό. Πρὸς τὰ ποῦ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν στραφεῖ; Τίνος τὰ βιβλία θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν διαβάσει; Σὲ ποιό μοντέλο θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν βασιστεῖ;

Τὸ μόνο ποὺ ἤξεραν ἦταν ἡ βασικὴ ἐντολή: σχεδιάστε νέα συντάγματα, ἐγκαθιδρύστε κοινοβούλια καὶ προεδρικοὺς θώκους, προκηρύξτε ἐκλογές. Καὶ μετὰ ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἦρθε πράγματι τὸ χάος.

ΜΑΡΚ ΛΙΛΛΑ, Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴν ἐλευθεριακὴ ἐποχή μας,
Νέο Πλανόδιον, τχ. 3, σελ. 10​2-103, μτφρ. Ἰ. Ἀβραμίδης (ἀπόσπασμα)

Ἀπὸ τὸ κεντρικὸ Θέμα τοῦ τεύχους: Τὰ ὅρια τῆς ἐλευθερίας:
Φιλελευθερισμὸς καὶ Δύση τὸν 21ο αιώνα

Χάρης Βρόντος: Φύλλα ἡμερολογίου

χαρτης βρόντος

τοῦ ΧΑΡΗ ΒΡΟΝΤΟΥ

28. 12. 2008

Σήμερα δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικὰ κίνητρα γιὰ νὰ γράψω μουσική. Ἔχει ἀπομείνει μόνο ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη νὰ ἐκφραστῶ ὅπως μπορῶ: ἂς τὴν ποῦμε ἀνάγκη αὐτοέκφρασης. Σχεδὸν κανεὶς δὲν μᾶς παραγγέλνει ἔργα. Οὔτε ἡ ΕΡΤ, οὔτε οἱ Κρατικὲς Ὀρχῆστρες, οὔτε ἡ Λυρική, οὔτε τὰ φεστιβάλ. Τὸ «Μέγαρο» δίνει ἐλάχιστες παραγγελίες, κυρίως γιὰ μικρὰ σύνολα δωματίου. Εἶμαι 58 ἐτῶν καὶ ἡ Κρατικὴ Ὀρχήστρα Ἀθηνῶν ἔχει παίξει ἔργα μου δύο φορές. Πρὶν ἀπὸ δύο καὶ πρὶν ἀπὸ εἴκοσι δύο χρόνια. Οἱ προηγούμενες γενιὲς συνθετῶν, μέχρι καὶ τὴ δεκαετία τοῦ ’60, μποροῦσαν ν’ ἀκούσουν ἀπ’ αὐτὴ τὴν ὀρχήστρα, ὅσο ζοῦσαν, τουλάχιστον ἕξι μὲ ὀκτὼ ἔργα τους. Ὄχι ὅλοι, πάντως οἱ περισσότεροι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Παλιότερα γινόντουσαν συζητήσεις γύρω ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἔργα. Ὑπῆρχαν μιὰ δεκάδα κριτικῶν μουσικῆς καὶ μιὰ χιλιάδα σταθερῶν μορφωμένων ἀκροατῶν καὶ οἱ πρῶτες παρουσιάσεις δὲν περνάγανε ἀσχολίαστες.

Θὰ πεῖ βεβαίως κάποιος ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐντυπωσιακοί. Ἀλλ’ ἂν τοὺς συγκρίνουμε μὲ τὴ σημερινὴ πραγματικότητα τῆς Ἀθήνας, μ’ ἕναν πληθυσμὸ σχεδὸν τριπλάσιο, μὲ πέντε μόνο κριτικοὺς μουσικῆς καὶ πεντακόσιους περίπου σταθεροὺς ἀκροατὲς σὲ κάθε συναυλία τῆς Κρατικῆς Ὀρχήστρας, τί συμπέρασμα βγαίνει; Ἂν ὑπολογίσουμε μάλιστα ὅτι στὸ μεταξὺ ἔχουν ἀποφοιτήσει ἑκατοντάδες νέοι ἀπ’ τὰ μουσικὰ τμήματα τῶν πανεπιστημίων μας, ἔχουν φτιαχτεῖ δύο Μέγαρα Μουσικῆς, ἀρκετὰ Μουσικὰ Λύκεια καὶ πολλὰ δημοτικὰ ὠδεῖα, ἀναρωτιόμαστε: τί ἀκοῦνε ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τί συζητᾶνε; Πολὺ θά ’θελα νὰ τὸ ξέρω. Πάντως ἐμᾶς δὲν μᾶς ἀκοῦνε.

Οἱ δισκογραφικὲς ἐταιρίες ζητᾶνε πιὰ χρήματα γιὰ νὰ μᾶς ἐκδώσουν καὶ στὰ κρατικὰ ραδιόφωνα ὑπάρχουν μόνο δυὸ-τρεῖς ἐκπομπὲς ποὺ μπορεῖ νὰ τὰ μεταδώσουν. Πῶς μπορεῖ λοιπόν, αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα, ν’ ἀντέξουν μέσα στὸν ἀνηλεὴ «πολιτιστικὸ» βομβαρδισμὸ μιᾶς κοινωνίας παραδομένης στὴ διασκέδαση, στὴ βιτρίνα τοῦ θεαθῆναι, σὲ πόζες λάιφ-στάυλ, ἀλλὰ στὸ βάθος φοβισμένης, συντηρητικῆς καὶ ἀνίκανης γιὰ ὁτιδήποτε οὐσιαστικὸ στὴ σκέψη καὶ στὶς σχέσεις; Οἱ περισσότεροι ζοῦν ἕνα διαρκὲς δῆθεν, ὑποθέτοντας πὼς ὄντας ἰνφορματισμένοι εἶναι καὶ ἐπαρκεῖς κριτές.

30. 12. 2008

Ἡ ἀρρώστια τῆς ἐποχῆς μας εἶναι λοιπὸν ἡ ὑπερπληροφόρηση. Ὅμως, ὅταν δὲν ἔχεις χρόνο νὰ διαβάσεις, ν’ ἀκούσεις, νὰ δεῖς καὶ νὰ σκεφτεῖς, κανένα ἔργο τέχνης δὲν μπορεῖ νὰ σοῦ πεῖ τίποτα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ πραγματικὴ τέχνη ἀφομοιώνεται ἀπὸ λίγους. Οἱ περισσότεροι παραμένουν στὴν πλανερὴ ἐπιφάνεια ποὺ διαμεσολαβεῖται ἀπὸ τὴν κατευθυνόμενη, πληρωμένη ἢ ἐξαγορασμένη ἐνημέρωση ποὺ σερβίρεται ὡς ἀντικειμενικὴ πληροφόρηση. Ἔτσι οἱ δημιουργοὶ οὔτε τὰ ἔργα τους δὲν μποροῦν νὰ προτείνουν στὸ κοινό. Μόνο οἱ λίγοι ποὺ ψάχνουν μποροῦν λοιπὸν νὰ μᾶς βροῦν. Ἂς ἐλπίσουμε ὅτι ἐνδέχεται τὸ ἴντερνετ νὰ μᾶς δώσει τὶς προσβάσεις ποὺ τώρα δὲν διαθέτουμε.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι ἄλλο ποὺ πρέπει ἐπιτέλους, ἴσως γιὰ πρώτη φορά, νὰ εἰπωθεῖ ἐδῶ: ἔχουμε πολλοὺς ἐχθροὺς μέσα στὸ ἴδιο τὸ συνάφι μας. Πολλοὶ μουσικοί, μαέστροι καὶ παράγοντες τοῦ χώρου μας μᾶς μισοῦν. Ὁ φθόνος καὶ ἡ μνησικακία περισσεύουν. Αὐτοὶ κι αὐτὰ ἄλλωστε σκότωσαν τὸν Σκαλκώτα. Τὸ μίσος πρὸς ὅ,τι τοὺς ὑπερβαίνει: ἀφοῦ δὲν τὸ φτάνουν πρέπει νὰ τὸ κόψουν!

Ἔχω φάει κι ἐγὼ πολλὲς τσεκουριές: ὁ μακαρίτης Ἀλέξανδρος Συμεωνίδης, «πρίγκηπας τῶν μαέστρων» (σύμφωνα μὲ τὴν Καθημερινή) ὅταν τοῦ πρότεινα τὴν Πρώτη Συμφωνία μου (ἦταν τότε διευθυντὴς τῆς Κρατικῆς Ὀρχήστρας Ἀθηνῶν), μοῦ ἀπάντησε: «Γιατί νὰ παίξω Βρόντο ἀφοῦ μπορῶ νὰ παίξω Μπετόβεν;» Ἐλπίζω τώρα στὸν τάφο του νὰ παίζει ὅσο Μπετόβεν θέλει. Κι αὐτὸς καὶ ἄλλοι, ποὺ ἐν τῷ μεταξὺ πέθαναν, πρόλαβαν νὰ σνομπάρουν τὶς πρῶτες μας συνθέσεις, πάρ’ ὅτι ἀμείβονταν ἀπ’ τὴν Πολιτεία γιὰ τὸ ἀντίθετο.

Δὲν μπορῶ νὰ τοὺς συγχωρέσω, δὲν ἔχω ἔλεος, δὲν ἔχω λάδι! Ἂς μείνει στὴ μιζέρια της ἡ ἑλληνικὴ μουσική. Ἔχουν περάσει εικόσι έξι χρόνια καὶ ἡ Πρώτη Συμφωνία μου δὲν ἔχει παιχτεῖ ποτὲ στὴν Ἑλλάδα!

31. 12. 08

Ὅλοι σχεδὸν οἱ δίσκοι μὲ ἔργα μας ἔχουν Βούλγαρους, Γιουγκοσλάβους ἢ Ρώσσους ἑρμηνευτές. Βλέπετε οἱ ἑλληνικὲς ὀρχῆστρες περνοῦν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴ Φιλαρμονικὴ τοῦ Βερολίνου ἢ τῆς Νέας Ὑόρκης καὶ ἀπαξιώνουν νὰ μᾶς ἠχογραφήσουν. Οἱ ἑκάστοτε διευθυντές τους, ἀντὶ νὰ ὁδηγήσουν τὶς μέτριες αὐτὲς ὀρχῆστρες σὲ μιὰ σωστὴ στάση ἀπέναντί μας, καλλιεργοῦν ἕνα κλίμα ἀπαξίωσης τῆς μουσικῆς μας, ὅπως ἔκανε ὁ μακαρίτης Συμεωνίδης ποὺ προανέφερα.

 Ὅταν ἀνεβάστηκε ἡ ὄπερά μου Οἱ Δαιμονισμένοι στὴ Λυρικὴ Σκηνὴ τὸ 2001, ἕνας μουσικὸς τῆς ὀρχήστρας εἶπε στὸν φίλο μου συνθέτη Μπάμπη Κανᾶ: «Τώρα, μὲ τὸ ἔργο τοῦ Βρόντου, γιὰ δεκαπέντε χρόνια καθαρίσαμε μὲ τὴν ἑλληνικὴ ὄπερα»!!! Δὲν εἶναι ὑπέροχη αὐτὴ ἡ ὀπτικὴ γωνία τῶν πραγμάτων; Τόση κακεντρέχεια καὶ μίσος γιὰ τοὺς Ἕλληνες συνθέτες; Γιατί ἄραγε;

Ἀγωνίστηκα, ὅπως κι ἄλλοι, γιὰ νὰ φύγει ἡ δικτατορία καὶ στὴ συνέχεια ἐναντίον τῶν ἀνήθικων πολιτικῶν καὶ τῆς ὑποκριτικῆς ἐκκλησίας καὶ τώρα ἔρχεται μία ἄλλη ἐξουσία, αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ τὸ μανδύα τῆς τέχνης, νὰ μὲ ἐξορίσει στὴν ἀφάνεια καὶ νὰ μὲ καταστρέψει, ἐνῶ ὑποτίθεται πὼς ἔχουμε δημοκρατία! Γιὰ ποιό λόγο ἄραγε;

Οἱ φίλοι μου μοῦ λένε νὰ μὴ μιλάω, ὅπως κάνω, ἀλλὰ ν’ ἀσκῶ πολιτικὴ καὶ διπλωματία. Μοῦ τονίζουν συνεχῶς: ἄσ’ τους νὰ λένε καὶ συνέχισε νὰ γράφεις. Εἴμαστε ὅμως ἢ δὲν εἴμαστε δημιουργοί; Ἄλλωστε, μετὰ τὸν Μπετόβεν, δὲν ἔχει καὶ πολὺ νόημα νὰ γράφεις, παρὰ μόνο ἂν τέχνη γιὰ σένα σημαίνει ἐλευθερία: νὰ μὴ φοβᾶσαι, νὰ μὴν ὑποκύπτεις καὶ νὰ ὑπηρετεῖς τὴν ἀλήθεια μ’ ὅποιο κόστος καὶ συνέπειες.

2. 1. 2009

Εἶναι ὀδυνηρὸ νὰ ξύνεις πληγές, ἀλλὰ καὶ μάταιο. Ὕστερα, τὰ πράγματα, γιὰ νὰ μετακινηθοῦν ἔστω καὶ λίγο, χρειάζεται καιρός – ἄσε ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ μὴ γίνουν ποτὲ καλύτερα.

Γιὰ τὴ μουσική, εὐτυχῶς, μετράει μόνο ὁ ἐσωτερικὸς χρόνος, ὁ ὑποκειμενικός. Αὐτὲς οἱ σταγόνες ποὺ πέφτουν χωρὶς ρυθμὸ καὶ χωρὶς προφανὴ αἰτία, γιὰ νὰ φτιαχτεῖ ἴσως ἕνα καινούργιο ἔργο. Ἀλλιῶς εἶναι μάταιο νὰ ἐκβιάζεις τὴ δουλειά. Ἄλλωστε δὲν ἔχουμε λόγους νὰ τὸ κάνουμε αὐτὸ σήμερα, ἐνῶ ὁ Χάυντν σαφῶς εἶχε, ὅπως ὁ Παλεστρίνα παλιότερα ἢ ὁ Στραβίνσκυ στὸν 20ὸ αἰώνα, στὶς ἀρχές, ὅταν τὸν πίεζαν οἱ παραγγελίες καὶ ἡ σοβαρὴ μουσικὴ μαγνήτιζε τὸ πλατὺ κοινό.

Ἐδῶ μπορεῖς νὰ πάρεις παραγγελία μιὰ φορὰ στὰ πέντε χρόνια καὶ ὄχι βέβαια γιὰ ὄπερα ἢ συμφωνικὸ σύνολο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἐπαγγελματική μας πραγματικότητα. Ὁ Μὰρξ εἶχε δίκιο ποὺ ἔγραφε ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ βάση προσδιορίζει τὸ ἐποικοδόμημα. Ἴσως αὐτὴ ἡ σχέση νὰ μὴν ἰσχύει γιὰ τοὺς ὅρους παραγωγῆς τῆς ποιητικῆς γραφῆς. Γιὰ τὴ μουσικὴ ὅμως εἶναι νόμος. Καβάφης στὴν Αἴγυπτο μπόρεσε νὰ ὑπάρξει. Δὲν θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ ὑπάρξει Σαῖνμπεργκ. Καὶ ὁ Σκαλκώτας ἔγινε ὅ,τι ἔγινε στὸ Βερολίνο τοῦ Μεσοπολέμου. Οἱ διαδρομὲς τῆς ποιητικῆς γλώσσας δὲν εἶναι ἴδιες μὲ τὶς διαδρομὲς τῆς μουσικῆς. Ἡ ποιητικὴ γλώσσα ὀνοματίζει, ἐνῶ ἡ μουσικὴ γλώσσα ὁδηγεῖ στὴν ἀφαίρεση. Οἱ λέξεις ἔχουν καταγωγή, οἱ νότες ὅμως ὄχι. Μὲ τὴ γλώσσα ἀγοράζουμε καὶ πουλᾶμε, κι ὅσο νὰ γίνει ποιητικὴ κρατάει τὶς ρίζες τοῦ γένους της. Τὴ λέξη μπορεῖς νὰ τὴν ἀποφλοιώσεις, ὅπως τὸ κρεμμύδι, ἀλλὰ δὲν θὰ πάψει νὰ μυρίζει. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει στὶς νότες, ὅπου ἰσχύει ἡ παρθενογένεση. Γιὰ τοῦτο αὐτὰ τὰ δύο εἴδη ἕλκονται μοιραῖα συμπληρώνοντας τὸ ἕνα τ’ ἄλλο: τὸ νόημα μορφοποιεῖ τὴν ἀφαίρεση, κι ἔτσι γεννιέται τὸ τραγούδι, ἡ καντάτα, τὸ ὀρατόριο καὶ ἡ ὄπερα.

3. 1. 2009

Ἀλλὰ σήμερα τί γίνεται; Ἐπικρατεῖ δυστυχῶς παντοῦ μιὰ μουσικὴ πολυγλωσσία. Τόσο στὴ λεγόμενη ἐλαφρά, ὅσο καὶ στὴ λεγόμενη σοβαρὴ μουσική. Μὲ λίγα λόγια ὑπάρχει μία Βαβέλ. Ὅμως στὸ πλανητικὸ σοῦπερ μάρκετ πουλιέται μόνο ἡ ἐλαφρὰ μουσική. Τὴν ἄλλη μπορεῖ νὰ τὴ βρεῖς ἴσως σὲ μικρὰ μπακάλικα ποὺ ἐπιβιώνουν κατὰ τύχη καί, βεβαίως, στὸ ἴντερνετ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ψάξει κανεὶς τὸ ὄνομα Βρόντος στὸ ἴντερνετ, πρέπει νὰ ξέρει ἀπὸ κάπου αὐτὸ τὸ ὄνομα. Δηλαδὴ ὁ Βρόντος πρέπει νὰ εἶναι ἤδη γνωστὸς ἀπ’ τὶς ἐφημερίδες, τὸ ραδιόφωνο καὶ τὴν τηλεόραση. Ἀλλιῶς πῶς; Γιατί νὰ τὸν ψάξεις στὸ ἴντερνετ; Εἶναι αὐτὸ δημοκρατία τῶν μέσων;

Ὁ Ντέηβιντ Μπάουι ποὺ ἔβγαλε μόνο στὸ ἴντερνετ τὴν τελευταία δουλειά του εἶναι ἤδη γνωστὸς σ’ ἑκατομμύρια ἀκροατὲς καὶ δὲν διακινδύνευσε –ἀντιθέτως κέρδισε πολλά– παρακάμπτοντας τοὺς μεσάζοντες. Πρὸς τὸ παρὸν λοιπὸν φαίνεται νὰ μὴν ὑπάρχει ἄλλη λύση: κι ἐμεῖς θὰ μποῦμε, ἐκόντες ἄκοντες στὸ ἴντερνετ, ἀλλὰ πάλι ὡς ζητιάνοι.

5. 1. 2009

Τί ζητιανεύουμε ἀκριβῶς; Ἐκεῖνο ποὺ ἦταν αὐτονόητο μέχρι τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: ὁ αὐτάρκης ζωτικὸς χῶρος. Καὶ τί παίρνουμε; Μόνο δεκάρες καὶ ψίχουλα, μένοντας διαρκῶς μ’ ἁπλωμένο τὸ χέρι. Τί ψυχολογία ἄραγε δημιουργεῖ αὐτὴ ἡ σχέση; Μπορεῖς νὰ τὴν ἀποδεχτεῖς; Ὑπῆρξε ποτὲ ὑποταγμένη τέχνη;

Ἑπομένως ὁ μόνος δρόμος εἶναι ἡ ἐξανάσταση. Εἴμαστε σὰν τοὺς μαύρους ποὺ φτιάχνανε τὴ μουσική τους τὸν καιρὸ τῆς σκλαβιᾶς. Τέχνη μὲ δυναμίτη: ναί! Καὶ μὴν ξεγελιέστε! Ἡ ζωὴ εἶναι μία καὶ μικρή! Ἢ εἶσαι βέλος, ἢ εἶσαι ἕλος! Οἱ ἀποφάσεις ποὺ θὰ πάρεις εἶναι προσωπικὲς καὶ κανεὶς δὲν θὰ σὲ βοηθήσει. Θὰ τὰ χτίσεις ὅλα μόνος σου. Σήμερα γιὰ μᾶς δὲν ὑπάρχουν Ἐστερχάζυ, Λόμπκοβιτς, Μέδικοι, Γκονζάγκα καὶ Λουδοβίκοι. Δὲν ὑπάρχει Περικλῆς, Πτολεμαῖος ἢ Ἐλισάβετ: εἴμαστε γυμνοί, μὲ τὰ κόκκαλά μας. Οὔτε κὰν μᾶς κυνηγάει ἡ Ἱερὰ Ἐξέταση, ὁ Χίτλερ ἢ ὁ Στάλιν, γιὰ νὰ γίνουμε ἥρωες. Ζοῦμε στὴν ἀδιαφορία. Μᾶς καταλαβαίνουν δέκα ἄνθρωποι ἐδῶ καὶ δέκα ἄνθρωποι ἐκεῖ.

Μέχρι ποίου σημείου λοιπὸν μπορεῖς νὰ ὑποχωρήσεις γιὰ νὰ γίνεις ἀρεστός; Καὶ γιατί νὰ γίνεις ἀρεστὸς ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κρατήσεις τὸ πρόσωπό σου; Εἶναι σοφὸ λοιπὸν νὰ προτιμήσεις τὴ μοναξιὰ παρὰ νὰ χάσεις τὴν ψυχή σου.

Παλεύει ὅσο μπορεῖ κανεὶς παίρνοντας κουράγιο ἄπ’ τοὺς δασκάλους ποὺ ἐκτιμάει κι ἄπ’ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγαπάει. Γιὰ μένα, στὴν Ἑλλάδα, οἱ δάσκαλοί μου εἶναι τρεῖς, ἀξιολογικά: ὁ Σκαλκώτας, ὁ Χρήστου καὶ ὁ Σισιλιάνος. Πέρ’ ἀπ΄αὐτοὺς ὑπάρχουν λίγα πράγματα ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, ἀλλὰ δὲν συγκροτοῦν σῶμα ἢ ἄποψη. Θὰ μποροῦσα νὰ γράψω γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους δασκάλους μου, αὐτὸ ὅμως δὲν θάδειχνε τίποτ’ ἄλλο παρὰ τοὺς δασκάλους ποὺ εἶχαν οἱ συνθέτες ποὺ ἀνέφερα. Δηλαδὴ τὸν Γιάνατσεκ, τὸν Ντεμπυσσύ, τὸν Μπὲργκ καὶ τὸν Μπάρτοκ: νομίζω πὼς γεννιέται ὁ ἕνας μέσα στὸν ἄλλον. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν πίστεψα ποτὲ στὸν Μαρσὲλ Ντυσάν, στὸν Ξενάκη, στοὺς Μπουλέζ, Μπέριο καὶ Στοκχάουζεν ποὺ ἀποτελοῦν κλασικὸ σύμπτωμα ἄρνησης τῆς ἱστορίας τῆς μουσικῆς, μιᾶς ἄρνησης ποὺ διαφημίστηκε ὡς ἐπανάσταση, ἀλλὰ ποὺ ὁδήγησε στὴ στειρότητα. Ἄν, κυρίες καὶ κύριοι, σᾶς ἀρέσουν οἱ Κέητζ, Κουνέλλης, Μπὶλ Βαϊόλα, Τζὲφ Κούνς, Ἄντυ Γουῶρχολ καὶ Ντέμιαν Χὴρστ (γουρούνια στὴ φορμόλη, ἑκατομμύρια στὸ πορτοφόλι) περαστικά σας! Ἐγὼ ἀποδέχομαι ὅσους μὲ μάθανε νὰ μὴ φτύνω αὐτὰ ποὺ αἰσθάνομαι. Γιατὶ ἂν πράγματι ὁ Στοκχάουζεν ἐρωτεύτηκε διαφορετικὰ ἀπ’ τὸν Μότσαρτ, τότε σίγουρα ἔχω ἐγὼ τὸ πρόβλημα.

ΧΑΡΗΣ ΒΡΟΝΤΟΣ

Αλέξανδρος Κορδάς: Για τις ποιητικές εκδηλώσεις

imagmicr

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΡΔΑ

Οι ποιητικές εκδηλώσεις των ημερών μας, οι οποίες συνοδεύονται και από μουσική, καταλήγουν κατά κανόνα σε μνημειώδεις αποτυχίες. Αυτό συμβαίνει γιατί τις περισσότερες φορές δεν έχει προηγηθεί καμία προετοιμασία, με αποτέλεσμα το μουσικό μέλος να μην συμβαδίζει με το ποιητικό και το μήνυμα να μη βρίσκει τελικά τον αποδέκτη του. Η ποίηση είναι μια τέχνη που αποσκοπεί στο να κεντρίσει τη σκέψη και το συναίσθημα του ακροατή της, απαιτεί λοιπόν την τέλεια συγκέντρωσή του ~ δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται το χαλί για οποιαδήποτε μουσική φράση, αλλά μάλλον το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει, η μουσική πρέπει να υποτάσσεται στην ποίηση, για να επιτευχθεί αυτό όμως απαιτείται κοπιώδης προεργασία, ειδάλλως είναι προτιμότερο να γίνεται μια απλή ανάγνωση του κειμένου χωρίς τη συνοδεία μουσικής. Οι ποιητικές εκδηλώσεις εν γένει, πάσχουν ακριβώς απ’ αυτό: αδιαφορούν εντελώς για το κοινό τους! Στοχεύουν ως επί το πλείστον στη ναρκισσιστική προβολή των συμμετεχόντων τους και στην ανταλλαγή κούφιων φιλοφρονήσεων μετά το πέρας της βραδιάς. Αν το κοινό ήταν πεπαιδευμένο θα γιουχάιζε άγρια αυτούς τους μασκαράδες, που τους κοροϊδεύουν μες τα μούτρα του, αντ’ αυτού τους χειροκροτεί επιτείνοντας με αυτό τον τρόπο την πνευματική τους εξαχρείωση. Όσοι έχουν παραβρεθεί σε αρκετές εκδηλώσεις αυτού του είδους θα έχουν διαπιστώσει ότι ανάμεσα στους απαγγέλοντες υπάρχει πάντα, τουλάχιστον μία βαριά ψυχιατρική περίπτωση, κι από κει και πέρα το πράγμα παρουσιάζει μια διακύμανση, η οποία όμως δεν φτάνει σχεδόν ποτέ στα όρια του φυσιολογικού. Ευτυχώς που υπάρχουν και λίγοι φωτισμένοι άνθρωποι που ανεβάζουν κάπως τον μέσο όρο με την αξιοπρεπή παρουσία τους, η κατανομή ωστόσο παραμένει ασύμμετρη. Λύση στο πρόβλημα αυτό θα μπορέσει να δοθεί όταν οι καλλιτέχνες αρχίσουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για το κοινό τους, για το πως θέλουν να το κάνουν να αισθανθεί με το έργο τους και την παρουσίασή του. Γιατί όπως εύστοχα σημειώνει και ο Άλαν Μουρ «το κοινό δεν ξέρει τι θέλει, αν ήξερε τι θέλει δεν θα ήταν το κοινό, θα ήταν ο καλλιτέχνης».

Γ. Ηλιόπουλος-Δ. Ελέας: Σχόλιο στον Στέλιο Ράμφο

Για το απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, το σχετικό με τον Παναγιώτη Κονδύλη, που προδημοσιεύσαμε τον Μάιο, λάβαμε επιστολικώς και αναρτούμε το ακόλουθο κείμενο.  

* * *

Ο Ράμφος ως οικοδεσπότης και το χρέος της μεγαλοφυΐας

των ΓΙΩΡΓΟΥ Η. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΛΕΑ

Μετά την πρώτη ανάγνωση του κειμένου του Στέλιου Ράμφου για τον Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), το οποίο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ΝΠ, ήταν σίγουρο ότι θα ακολουθούσε και επόμενη ανάγνωση μετά την πρώτη δυσάρεστη έκπληξη. Την ημέρα εκείνη του Μαΐου, εξ άλλου, είχε ανέβει απότομα κι ο υδράργυρος… Ο ίδιος ο Ράμφος μιλώντας για τον Κονδύλη, καταφέρνει αρίστως να μιλάει για έναν σημαίνοντα εκλιπόντα, καταφέρνοντας συνάμα να πνίγεται μέσα στην θάλασσα του κονδυλικού έργου ή, αν δεν συμβαίνει αυτό (ανθρώπινο είναι να κάνουμε λάθος), τότε ο Ράμφος μιλάει για τον Κονδύλη, όπως μιλάει ο θείος αναφερόμενος στον ξεροκέφαλο ανιψιό του.

Η Τίνα Μανδηλαρά που σαφώς ένιωσε την ίδια έκπληξη, έγραψε σε ένα κοινωνικό δίκτυο την 6η Μαΐου του 2015: «Να μην έχεις καταλάβει λέξη από Κονδύλη και να θες να ασκείς και κριτική. Ας μαζέψει κάποιος τον Ράμφο επιτέλους!!». Είναι, ασφαλώς, υπερβολή να ισχυριστεί κανείς κυριολεκτώντας ότι ο Στέλιος Ράμφος «δεν έχει καταλάβει ούτε μία λέξη». Στη διάρκεια της υπερτριακονταετούς γνωριμίας και σχέσης τους δεν μπορεί, κάτι θα έπιασε. Το πρόβλημα δεν είναι η αφομοιωτική ικανότητα του «φίλου Στέλιου» (για τον Κονδύλη είναι βέβαιο ότι η όποια προσωπική φιλία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι «φιλτέρα της αληθείας»). Το πρόβλημα είναι ότι στη μονομερή κατανόηση του κονδυλικού έργου (στο εσωτερικό του οποίου ο Ράμφος εντοπίζει, με σχετική ευστοχία, αντινομίες και όρια) ο ίδιος δεν έχει να αντιτάξει παρά μόνο κάποιες δογματικές τοποθετήσεις, προβληματικές, αν μη τι άλλο, εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίον εκφέρονται. Το θεμελιώδες πρόβλημα της επιφανειακής κριτικής του στον Κονδύλη, από την άλλη, έγκειται στην αδυναμία του να εντοπίσει τη δύναμη του κονδυλικού έργου ακόμη και στα σημεία – κατά μείζονα λόγο, ίσως, σ’ αυτά – όπου εμφαίνονται αδυναμίες. Και τούτο διότι ο Κονδύλης, δεν πρέπει να λησμονούμε, ήταν κατ’ εξοχήν ένας στοχαστής που δεν δίστασε να αναμετρηθεί με ερωτήματα κρίσιμα και οριακά για κάθε στοχαστική προσέγγιση ερωτημάτων της πρακτικής, κυρίως, φιλοσοφίας.

Στο κείμενό του ο κύριος Ράμφος προσπαθεί να πλέξει τις λέξεις – και οι λέξεις είναι καλό να πλέκονται όταν παράγεται κρυστάλλινο νόημα και όχι νόημα που είναι είτε διφορούμενο μέσα στην ομίχλη, είτε νόημα απαξιωτικό για τον Κονδύλη. Ο Ράμφος καταφέρνει και εξισώνει τον εαυτό του με τον Κονδύλη. Έτσι απλώνονται σαν τραχανάς μέσα στο κείμενο διάφορες «χαριτωμένες και παροδικές αστοχίες». Ο Κορνήλιος Καστοριάδης λέει ρητώς σε ένα κείμενό του «το να σκέφτομαι δεν σημαίνει οικοδομώ Παρθενώνες», ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν κάνει λόγο για «κουταμάρες με τη σέσουλα» που είναι καλές για να περνάει η ώρα και μόνο, αλλά και ο ίδιος ο Κονδύλης διαπιστώνοντας απουσία εργασιακού ήθους στο χώρο του πνεύματος μίλησε για τις «πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακισμού και της ημιμάθειας». Έτσι είναι λυπηρό, μα από την άλλη φυσιολογικό κι αναμενόμενο, που στην πνευματική δημοσιότητα της Ελλάδας δεσπόζουν ρητορεύουσες και δημοσιοσχεσίτικες ασημαντότητες. Δεσπόζουν οι μίμοι, οι ψυχικά κλονισμένοι γελωτοποιοί και οι νοσοκόμοι τρελοκομείου που δηλώνουν διανοούμενοι.

Μια σημαντική ιδιοφυΐα – όπως υπήρξε ο Κονδύλης, με τη συγκρότηση του αναλυτικού και του στρατηγικού νου που είχε – δεν μπορεί να είναι σε κατάσταση ταραχής, όπως διεπίστωσε ο Ράμφος ως οικοδεσπότης. Θυμίζουμε πως ήδη είχε γράψει και εκδώσει το opus Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αλλά και την επιμελημένη ελληνόγλωσση έκδοση της Θεωρίας του Πολέμου με το περίφημο επίμετρο υπό τον τίτλο: «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου». Μήπως ταραχή ένιωθε ο οικοδεσπότης; Μήπως διάβασε, κατά λάθος, την ψυχική του κατάσταση εκείνη την ημέρα στο πρόσωπο του φιλοξενούμενου Κονδύλη; Ας μην ξεχνάμε πως ο ίδιος ο Σίγκμουντ Φρόυντ, όταν συναντούσε τον κύριο ανταγωνιστή του Καρλ Γιουνγκ, κάνα δυο φορές έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε μπροστά του.

Ο Ράμφος ακόμη και στα πιο στοχαστικά του κείμενα μπορεί να διαβαστεί ως ποιητής και ως συγγραφέας, αλλά μέχρι εκεί. Η ερμηνευτική του ελληνισμού μέσα στην σύνολη εργασία του δεν στερείται γραπτού πολυτονικού όγκου, αλλά στερείται πραγματικής ουσίας ή και πρωτοτυπίας. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα το πώς ο ίδιος αναγιγνώσκει τον εαυτό του. Το κάνει άραγε από καιρού εις καιρόν; Εμείς πάντως ακολουθούμε μια ανάγνωση στο έργο του Ράμφου, και σεβόμαστε την προσπαθειά του, αλλά σαφώς βλέπουμε ότι τα πνευματικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ή υπαινίσσεται, υπολείπονται κατά πολύ των εργαλείων που έριξε στη μάχη των ιδεών ο Κονδύλης. Και με βάση τα εργαλεία αυτά, της παλαίστρας του κληρονομημένου λόγου δηλαδή (που ο Καντ τα σφυρηλατούσε κάθε πρωί για δεκαετίες, με πυξίδα το λατινικό μότο Sapere aude πριν τις διαλέξεις που έδινε στο Πανεπιστήμιο του Königsberg) δεν μπορούμε να δούμε πώς θα μπορούσε να σταθεί το όποιο έργο του Στέλιου Ράμφου δίπλα στο αξιόλογο και ρηξικέλευθο έργο του Κονδύλη. Το να τα βάλουμε και εμείς, δίπλα-δίπλα, είναι ένα αστείο ατόπημα που θα ισοδυναμούσε με το να αγοράζαμε εισιτήριο πρώτης θέσης στον Τιτανικό. Δεν το κάνουμε και είναι καιρός να σκεφτούν σοβαρά επί του θέματος όσοι είναι ακόλουθοι του Ράμφου ή και συνομιλητές του ακόμη, για ένα μικρό ποσοστό φήμης ποτισμένης με θλιβερή ματαιότητα στις όχθες του Ρουβίκωνα.

Ο Ράμφος «διαδηλώνει» πως έχει ακολουθήσει τον μονήρη βίο του στοχαστή, ως ακόλουθο προνόμιο κρατάει σφιχτά για τον εαυτό του την «πνευματική διάσταση του νοήματος». Ο Κονδύλης από τη μεριά του έπραττε ουσιαστικά το ίδιο και δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να το διαλαλήσει στο πανελλήνιο. Όσο ζούσε ο Κονδύλης, δεν υπήρχε καλά-καλά ούτε δημοσιευμένη φωτογραφία του και ο Κονδύλης για να γίνει Κονδύλης «έφτυσε αίμα», προπαντός στη Γερμανία όπου και έλαμψε. Ο Ράμφος, εν αντιθέσει, επιζητεί την εν Αθήναις δημοσιότητα και καλά θα κάνει να συνεχίσει τις διαλέξεις του και να συνεχίσει να εναγκαλίζεται και να θωπεύει τη βυζαντινή σκέψη και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αφού, αν μη τι άλλο, η ζεστή αγκαλιά τους είναι σαν παρηγοριά. Μακάρι αυτή η αυστηρή πορεία του «πιστού» Ράμφου να ήταν πραγματικά στοχαστική και ανατρεπτική και όχι μια πορεία που καταλήγει στην εκκλησιαστική πεπατημένη. Διότι, δυστυχώς, είναι αμφίβολο αν μέσα από την όποια δογματική ορθοδοξία μπορούν να εξασφαλιστούν τα νοητικά εργαλεία που είναι απαραίτητα για μια ουσιαστική ανάγνωση και εις βάθος κατανόηση του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη: πρόκειται για το έργο ενός στοχαστή που δίνει αυθεντικό νόημα στη λέξη ιδιοφυΐα. Δυστυχώς, όμως, στις μέρες μας, ο Κονδύλης έχει ανάγκη από υπεράσπιση, καθώς το έργο του είναι αφ’ εαυτού δυσπρόσιτο, αγγλιστί «a tough nut to crack» και μπορεί εύκολα να πέφτει θύμα κακομεταχείρισης.

Οι υπογράφοντες χαιρετούμε και ασπαζόμαστε την παρέα του Κονδύλη στον «Κάτω Κόσμο» και με δέος «φανταζόμαστε» τις διαλεκτικές του αναζητήσεις με στοχαστές σημαντικού διαμετρήματος και βεληνεκούς, όπως: Θουκυδίδη, Μακιαβέλλι, Χέγκελ, Κλαούζεβιτς, Μαρξ, Βέμπερ και άλλους. Τα πράγματα στον «Πάνω Κόσμο», και δη τον ελληνικό και πνευματικό, είναι τα ίδια όπως τα άφησε, αν δεν είναι ήδη και χειρότερα, καθώς κυριαρχούνται από τις εναλλαγές και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις εμπαθείς κριτικές και τις άκριτες εξυμνήσεις («λιβανωτούς»): Διότι όσο απορριπτέα είναι η ανεύθυνη και αδόκιμη κριτική, το ίδιο απορριπτέο είναι και το «λιβάνισμα» που, αφρόνως, με τη μορφή «παρασιτικού σχολιασμού» και «ύπουλης αυθεντίας», εκδηλώνεται ενίοτε στη δική του μνήμη και στο όνομά του. Το όνομά του, πάντως, θα παραμένει ορισμός αυτού που πραγματικά οφείλει να είναι το χρέος της μεγαλοφυΐας: το χρέος ενός homo universalis, ενός κριτικού στοχαστή και πρωτότυπου διανοουμένου στην Ευρώπη και τον άτακτο κόσμο του σήμερα με τα οικονομικά, τα γεωπολιτικά, τα οικολογικά του προβλήματα και, προπαντός, τα προβλήματα στο ψυχικό απόθεμα των ανθρώπων και στην πνευματική συγκρότησή τους.

Οι «Πλανόδιοι» για τον Δημήτρη Αρμάο, 5.6.2015

armaos

Οι Πλανόδιοι
17:00 – 18:00

Η σημερινή μας εκπομπή, 5.6., είναι αφιερωμένη στη μνήμη και το έργο του ποιητή και φιλόλογου Δημήτρη Αρμάου. Για τον Αρμάο συζητούν με τον Κώστα Κουτσουρέλη ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ξενοφών Μπρουντζάκης και ο τυπογράφος και επιμελητής των εκδόσεων Gutenberg Γιάννης Μαμάης.

Μας ακούτε εδώ: http://www.thepressproject.gr/tppradio.php

Τις προηγούμενες εκπομπές μας τις ακούτε από το Αρχείο του TPP:

– 15.5, για τον Στέλιο Ράμφο και τον Παναγιώτη Κονδύλη με καλεσμένο τον Ηλία Παπαγιαννόπουλο

– 22.5. για την ελληνική λογοτεχνία και τη μετάφραση με καλεσμένο τον Νικόλα Κροτσέττι

– 29.5. για τον Γιώργο Ιωάννου

Οι «Πλανόδιοι» για τον Γιώργο Ιωάννου, 29.5.2015

Οι Πλανόδιοι
17:00 – 18:00

Κάθε Παρασκευή, το ΝΠ έχει πλέον ραδιοφωνική παρουσία. «Οι Πλανόδιοι» λοιπόν, από τις 5 έως τις 6 το απόγευμα, από τις διαδικτυακές συχνότητες του Τhe Press Project και με ποικίλα θέματα από τον κόσμο του λόγου και των ιδεών. Στο στούντιο ο Κωνσταντίνος Πουλής και ο Κώστας Κουτσουρέλης.

Το θέμα της σημερινής εκπομπής, 29.5.: ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου.

Μας ακούτε εδώ: http://www.thepressproject.gr/tppradio.php

Τις προηγούμενες εκπομπές μας τις ακούτε από το Αρχείο του TPP:

– 15.5, για τον Στέλιο Ράμφο και τον Παναγιώτη Κονδύλη με καλεσμένο τον Ηλία Παπαγιαννόπουλο

– 22.5. για την ελληνική λογοτεχνία και τη μετάφραση με καλεσμένο τον Νικόλα Κροτσέττι