ΝΠ | Βιβλίο

Από το Πραξικόπημα στην οικία Αζίνα: Ένα βιβλίο με προϊστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[1/12]

~.~

Ο Νίκος Σαμψών είναι μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι οκτώ –και, κατά τον ίδιο, οι εννέα, που ο Κυριάκος Μαργαρίτης,  συγγραφέας του φερώνυμου Σαμψών[1] τού πιστώνει παιγνιωδώς–, μέρες που ηγήθηκε της πραξικοπηματικής κυβέρνησης της Κύπρου σήμαναν την απαρχή μιας εθνικής τραγωδίας, της μεγαλύτερης μετά από εκείνην του 1922, που έμελλε να ολοκληρωθεί με την τουρκική επέλαση και την de facto διχοτόμηση της χώρας.

Ήδη ο Βασίλης Γκουρογιάννης, αγγίζοντας στο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή (2009)[2] –ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της Μεταπολίτευσης– το ζήτημα των βετεράνων πολεμιστών της Κύπρου, είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Υπενθυμίζω, ενδεικτικά, ότι η παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα διακόπηκε από ορδές κουκουλοφόρων, ενώ ο συγγραφέας του βιβλίου λοιδορήθηκε από ακροδεξιά έντυπα για εθνική μειοδοσία, αλλά και χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα από την Αριστερά ως εκφραστής εθνομηδενιστικών αντιλήψεων.[3] Αντιθέτως, αρθρώνοντας την οδύνη του για τον οριστικό ακρωτηριασμό της Μεγαλονήσου από τον εθνικό κορμό, ο Γκουρογιάννης θέτει σημαντικά ζητήματα συνειδήσεως σε ό,τι αφορά στην πρότερη μετοχή –εκόντων ακόντων– Ελλαδιτών πολεμιστών της Κύπρου στο Πραξικόπημα και, συναφώς, στις βαριές ευθύνες του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας στην προδοσία της Κύπρου. Αν ο Γκουρογιάννης, δεκαέξι χρόνια πριν, προκάλεσε, φέρνοντας στο φως την ιστορία ενός ανθρώπου ψυχικά και σωματικά σακατεμένου, που εν τέλει δεν ήξερε εναντίον ποιων -δικών του ή ξένων- ήταν εντεταλμένος να πολεμήσει, χρειάζεται να πιστωθεί η αντίστοιχη τόλμη -ου μην η πρόκληση- στο βιβλίο του Μαργαρίτη υπό τον τίτλο Σαμψών, που καταπιάνεται ονομαστικά –και όχι πια συμβολικά και αφηρημένα– με έναν από τους κατεξοχήν πρωταγωνιστές της κυπριακής προδοσίας.

Για να γίνει αντιληπτός ο βαθμός στον οποίο ο Νίκος Σαμψών ταυτίστηκε στο συλλογικό συνειδητό των Κυπρίων με το ίδιο το Πραξικόπημα, αρκεί να αναφερθεί ενδεικτικά πως τα παιδιά του, Μίνα και Σωτήρης, έτυχαν σε παιδική ηλικία επίθεσης στο δημοτικό σχολείο που φοιτούσαν από ομάδα μαυροφορημένων γυναικών –μανάδων και συγγενών αγνοουμένων και πεσόντων– που τα περιέλουσαν, έναντι του χυμένου αίματος των οικείων τους, με κόκκινη μπογιά: «Είναι πολύ δύσκολο –καλώς ή κακώς– κάποιος να σου έχει φορτώσει την τραγωδία όλου του τόπου σου στον ώμο σου»,[4] δηλώνει σαράντα πέντε χρόνια μετά η κόρη του Νίκου Σαμψών, Μίνα. Ομολογώ προσωπικά πως, έχοντας μαζί μου το βιβλίο Σαμψών σε χώρους οικείων, διαβάζοντάς το αδηφάγα άμα τη δημοσιεύσει του από τον Ίκαρο, μόνο και μόνο ο τίτλος ή και η φωτογραφία του υπό αναφορά προσώπου στο εξώφυλλο προκαλούσε μορφασμούς, φορτισμένες συζητήσεις και αποτροπιασμό, ανασύροντας μνήμες και τραύματα των συνομιλητών μου, όπως και ενδοιασμούς γύρω από έναν πολλά επίφοβο αναθεωρητισμό, που αφορά τόσο στον συγγραφέα του βιβλίου όσο και στην υποφαινόμενη κριτικό. Όχι τυχαία, η κριτική τηρεί ακόμα ευλαβικά σιωπή γύρω από το Σαμψών,[5] παρότι κυκλοφορεί εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, κι ενώ ο Μαργαρίτης έχει ήδη προχωρήσει στην έκδοση του Συμβάν 74 (2024),[6] γεγονός που καθιστά την παρούσα μελέτη την πρώτη και σε κάθε περίπτωση ανενδοίαστη προσέγγισή του. (περισσότερα…)

Το ελληνικό διήγημα 1974-2024: 50 επιλογες

 *

Ανθολογεί ο Π. ΕΝΙΓΟΥΕΪ

~.~

Μετά την επιγραμματική παρουσίαση 85 διηγημάτων (εδώ) και την συνοπτική παράθεσή τους ανά κατηγορία (εδώ), θα ήθελα να ολοκληρώσω την προσωπική αυτή εξερεύνηση στο ελληνικό διήγημα της περιόδου 1974-2024 με μια σύντομη παρουσίαση 50 εξ αυτών.

Η παρούσα, λοιπόν, επιλογή επιχειρεί μια διαδρομή στον πυρήνα της σύγχρονης ελληνικής διηγηματογραφίας, εστιάζοντας όχι μόνο σε ονόματα αναγνωρισμένα και καταξιωμένα, αλλά και σε φωνές λιγότερο προβεβλημένες.

Η ποικιλία είναι εντυπωσιακή: διηγήματα υπαρξιακά, αλληγορικά, ερωτικά, αστυνομικά, πολιτικά, φουτουριστικά, σπαρακτικά ή κωμικά. Ιστορίες ωμού ρεαλισμού, ποιητικής αλληγορίας, σατιρικής πρόζας, φανταστικής λογοτεχνίας μέχρι και μεταμοντέρνας μεταμυθοπλασίας που διαδραματίζονται στη επαρχία, στο κέντρο της Αθήνας, σε ένα διαμέρισμα, σε ένα ορυχείο ή και στη… Δευτέρα Παρουσία.

Η θεματική ποικίλει εξίσου: Ιστορία, μνήμη, έμφυλη ταυτότητα, τεχνολογική αλλοτρίωση, μοναξιά, θάνατος, ερωτική επιθυμία.

Γλώσσα: λυρική, στομφώδης, ξερή, ρεαλιστική, σκωπτική, αρχαιοπρεπής, ωμή, ακατέργαστη, λαϊκή μέχρι βωμολοχική. Γιατί, από τη Μεταπολίτευση και μετά, το ελληνικό διήγημα έγινε και προκλητικό.

Τα κείμενα που ακολουθούν, με αλφαβητική σειρά ανά συγγραφέα, δεν αποτελούν «κανόνα», ούτε διεκδικούν το θέσφατο. Συνθέτουν, ωστόσο, έναν πυκνό χάρτη, μια εκδοχή λογοτεχνικής γεωγραφίας πέντε δεκαετιών.

Απολαύστε, λοιπόν, μια συλλογή-ταξίδι, ένα λογοτεχνικό road-trip.

~.~

Κώστας Ακρίβος
Λαέρτης, ο πατέρας
[Τελευταία νέα απ΄ την Ιθάκη, Μεταίχμιο, 2016]

Πρωτότυπο και ιδιόμορφο στο ύφος κείμενο που πλέκει τη φωνή του Θοδωρή Κολοκοτρώνη με αυτή του Λαέρτη της Ομηρικής Οδύσσειας, μεταφέροντας το σπαραχτικό πένθος ενός πατέρα που χάνει τον πρωτότοκο γιο του – τον Πάνο Κολοκοτρώνη – κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου το 1824.

Η εξαιρετική χρήση της προφορικής γλώσσας και η μίμηση (σε ύφος, ορθογραφία και σύνταξη) των χειρόγραφων απομνημονευμάτων ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ακούει τον ίδιο τον Γέρο του Μοριά να μιλά. Η ροή είναι συνεχής και το κείμενο εναλλάσσει ιστορικά γεγονότα, προσωπικές μνήμες και ηθικές εξομολογήσεις όλα αυτά με έκδηλη πικρία και παράπονο.

Κορυφαίο δείγμα της υποκατηγορίας της ιστορικής μεταμυθοπλασίας.

///

Τηλέμαχος Αλαβέρας
Αγέλη
[Ακριβά γούστα η κυρία, Κέδρος, 2006]

Εντύπωση προκαλεί το μάκρος της πρώτης πρότασης τετρακοσίων ογδόντα έξι λέξεων του σύντομου αυτού διηγήματος  –μοναδική περίπτωση στην εγχώρια διηγηματογραφία! Η φαινομενικά απλή σκηνή μιας βόλτας ενός ζευγαριού στο πάρκο μετατρέπεται, μετά τη συνάντηση με μια αγέλη αδέσποτων σκύλων, σε μια κινηματογραφική σκηνή έντασης και ανασφάλειας, δισταγμών και αναβλητικότητας.

Η αγέλη συμβολίζει την εξωτερική δύναμη που εισβάλλει στο πεδίο του ατόμου. Η διαφυγή του ζεύγους στην τελική σκηνή ερμηνεύεται τόσο ως νίκη όσο και ως προσωρινό ελιγμό μιας μόνιμης απειλής.

///

Ανδρέας Αποστολίδης
Εφιάλτης
[Αστυνομικές ιστορίες για πέντε δεκαετίες, Άγρα, 1998]

Διήγημα που διεξάγεται στην Αθήνα των Δεκεμβριανών 1944 παντρεύοντας το αστυνομικό σασπένς και την ιστορική τοιχογραφία με νευρώδη, κινηματογραφικό ρυθμό.

Πρόκειται για την απελπισμένη προσπάθεια δύο φίλων – του γλύπτη Λέλου και του «Παύλου» – να ξεφύγουν από την ομηρία τους στην κλινική «Λυμπέρη», ανάμεσα σε ΕΛΑΣίτες, Χίτες και μπλόκα βρετανικών στρατευμάτων.

Αφήγηση με λεπτομέρειες του χώρου, ενδυμάτων, μικρών καθημερινών σκηνών προσώπων: της κυνικής πανούργας αριστοκράτισσας, του μυστηριώδη πάτηρ (Άγγλου πράκτορα), της ταπεινής και λαϊκής μοδίστρας.

Ο συγγραφέας δίνει ένα πικρό σχόλιο για την εποχή: σε δύσκολους καιρούς η επιβίωση είναι ζήτημα μεταμόρφωσης και ψέματος.

/// (περισσότερα…)

«Η δουλειά σου δεν θα υπάρχει σε τρία χρόνια»: Λογοτεχνική μετάφραση και τεχνητή νοημοσύνη

~.~

Τη χρονιά που μας πέρασε, η γνωστή Γερμανίδα μεταφράστρια Janine Malz αποκάλυψε δημόσια ότι ένας εκδοτικός οίκος θέλησε να την προσλάβει όχι για να μεταφράσει ένα βιβλίο, αλλά απλώς για να «βελτιώσει» μια μετάφραση που είχε παραχθεί από πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης. Παρότι δεν είναι ευρέως γνωστά, και στην ελληνική βιβλιαγορά πληθαίνουν τα παρόμοια περιστατικά. Η υπόθεση αυτή ίσως αποτελέσει προηγούμενο, λέει η Γερμανίδα μεταφράστρια σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung.

///

Κυρία Μαλτς, πέρυσι δημοσιοποιήσατε ένα εκπληκτικό αίτημα του εκδοτικού οίκου Bastei Lübbe, προκαλώντας αναστάτωση στα ΜΜΕ. Σας ζήτησαν να επιμεληθείτε μια μετάφραση ολλανδικού μυθιστορήματος που είχε παραχθεί από τεχνητή νοημοσύνη, προσφέροντάς σας πέντε ευρώ ανά σελίδα – αντί για τα συνήθη είκοσι σχεδόν ευρώ που λαμβάνετε για μια κανονική λογοτεχνική μετάφραση. Πώς αντιδράσατε;

Έμεινα άφωνη. Φυσικά ήξερα ότι αργά ή γρήγορα κάποιος εκδοτικός οίκος θα δοκίμαζε κάτι τέτοιο. Απλώς δεν περίμενα να συμβεί τόσο γρήγορα – και τόσο ξεδιάντροπα. Η ξεδιαντροπιά ήταν που με σόκαρε περισσότερο.

Τι εννοείτε με αυτό;

Δεν μου πρόσφεραν συμβόλαιο μετάφρασης, αλλά σύμβαση επιμέλειας.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο;

Με μια σύμβαση μετάφρασης αναγνωρίζομαι ως δημιουργός του έργου – κάτι που προβλέπεται νομικά. Δεν πωλώ δηλαδή τα πνευματικά μου δικαιώματα, αλλά παραχωρώ μόνο ένα περιορισμένο δικαίωμα χρήσης. Επίσης, ως μεταφράστρια λαμβάνω ποσοστά από τα κέρδη, συγκεκριμένα το 0,8% επί της λιανικής τιμής πώλησης μετά τα πρώτα 5.000 αντίτυπα.

Βλέπετε συχνά κάποιο όφελος από αυτό;

Όχι συχνά. Ωστόσο, είναι ένα σημαντικό συμπλήρωμα του εισοδήματός μας. Και μέσω αυτού συμμετέχουμε στις αποζημιώσεις του οργανισμού VG Wort. Για τα δικά μας εισοδήματα, ακόμη και τα τριψήφια ποσά έχουν σημασία. Δυστυχώς, πολλοί εκδοτικοί οίκοι παρακάμπτουν αυτή την υποχρέωση.

Πώς αντέδρασε τότε η Bastei Lübbe; (περισσότερα…)

«Δε θέλω εγώ να μ’ αποκαλούνε ποιητή»: Ένας πρώιμος Βενέζης σε μια σύγχρονη έκδοση

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Ηλίας Βενέζης, Ανέκδοτα διηγήματα και ποιήματα [1920-1922],
Εισαγωγή Α. Καστρινάκη, Μελέτη-Επιμέλεια Κ. Καλαϊτζάκης,
Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2025

Δεν υπάρχει, ενδεχομένως, μεγαλύτερος σκόπελος στη μελέτη της λογοτεχνίας από το να επιχειρηθεί η ανατροπή ή η διεύρυνση των παγιωμένων ορίων και της προκατασκευασμένης επικράτειας εντός της οποίας οφείλει ντε φάκτο να κινείται κάποιος κλασικός δημιουργός που βρίσκεται στο επίκεντρο του «κανόνα». Αδυνατούμε να δεχτούμε εύκολα εκδοχές του έργου του Παλαμά χωρίς την πατριδολατρεία, του Καραγάτση δίχως τον σεξουαλισμό, του Ρίτσου άνευ της αριστερής στράτευσης, μιας και τέτοιες θεάσεις σπάνε τα βολικά για την έρευνα «καλούπια» εντός των οποίων έχουμε τοποθετήσει τους συγγραφείς του παρελθόντος χωρίς να επιδέχονται εύκολα αλλαγών, πέραν κάποιων επιφανειακών προσθηκών εντός της ίδιας και σταθερής δομής σκέψης και αφήγησης.

Μια τέτοια αντίστοιχη περίπτωση αποτελεί και το πεζογραφικό έργο του Ηλία Βενέζη, το οποίο έχει συνδεθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου με τους απόηχους της Μικρασιατικής Καταστροφής, με τα πάθη των αιχμαλώτων στα τάγματα εργασίας, με το δράμα της προσφυγιάς και με τη συνακόλουθη προσπάθεια για την εκκίνηση μιας νέας ζωής στον ελλαδικό χώρο, ενώ, παράλληλα, κυριαρχούν εντός του εφ όρου ζωής οι αναμνήσεις μιας χαμένης για πάντα πατρίδας στην άλλη πλευρά του Αιγαίου. Αδυνατούμε, λοιπόν, σήμερα ακόμα και να διανοηθούμε πως υπάρχει εκεί έξω μια πλευρά του νεανικού Βενέζη που αγωνίζεται να ανακαλύψει τη φωνή του στην πεζογραφία και την… ποίηση πειραματιζόμενος με τον αισθητισμό, διαλεγόμενος με τα καινοτόμα ρεύματα των αρχών του 20ού αιώνα και πριμοδοτώντας στη γραφή του τη ρευστότητα και την υποβολή αίσθησης έναντι της γραμμικής εξιστόρησης και πλοκής. Αδυνατούμε, μάλιστα, να κατανοήσουμε πως, αν δεν είχε λάβει χώρα η Καταστροφή και η οδυνηρή του εμπειρία, όλα τα στοιχεία του πρώιμου έργου του οδηγούν μαθηματικά στο συμπέρασμα ότι η γραφή του θα εξελισσόταν σε εντελώς διαφορετικούς άξονες και ο λογοτέχνης Βενέζης σήμερα θα ήταν ταυτισμένος με εξ ολοκλήρου άλλα χαρακτηριστικά, ελάχιστα συμβατά με την εικόνα μας για εκείνον.

Αυτή την ως τώρα ανέκδοτη εκδοχή του πρώιμου Βενέζη φέρνει στο φως η τολμηρή και καλοστημένη αισθητικά σειρά «Αναψηλαφήσεις» των Εκδόσεων Σοκόλη σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης και (εν προκειμένω) η ενδελεχής έρευνα του νέου επιστήμονα Κωνσταντίνου Καλαϊτζάκη, ο οποίος κατορθώνει να τοποθετήσει με απόλυτη ακρίβεια το έργο του Μικρασιάτη Λογοτέχνη στα δεδομένα της εποχής του. Ο Καλαϊτζάκης περιγράφει με σαφήνεια και αρκετές παράπλευρες πληροφορίες τη (λησμονημένη σήμερα) φιλολογική κίνηση της Μικράς Ασίας και των παραλίων τα χρόνια πριν την τραγική λήξη της εκεί ελληνικής εμπλοκής και αναλύει την επιρροή αισθητιστικών, νιτσεϊκών και πρωτοπόρων θεωριών σε νέους Λογοτέχνες της περιοχής που επιχειρούν τόσο να ορθώσουν αυτόνομα τη φωνή της δικής τους γενιάς όσο και να προβάλουν το στοιχείο της εντοπιότητας στην παραγωγή πνευματικού λόγου, δίχως να διαμεσολαβούνται από την ισχυρή μαγνητική δύναμη του «κέντρου» των Αθηνών. (περισσότερα…)

Η «στιχοσύνη» ως «βαλβίδα του ποιήματος»

*

του ΚΩΣΤΗ ΠΑΥΛΟΥ

Παναγιώτης Νικολαΐδης
Πόλη που ράγισε
Σμίλη, 2024

 Η συλλογή Πόλη που ράγισε του Παναγιώτη Νικολαΐδη κυκλοφόρησε τους πρώτους μήνες του 2024 από τις εκδόσεις Σμίλη[1]. Αποτελεί την όγδοη ποιητική συλλογή του σημαντικού αυτού Κύπριου δημιουργού σε ένα σύνολο εννιά ποιητικών καταθέσεών του σε μορφή βιβλίου, αν στο σύνολο αυτό συνυπολογιστεί αφενός η ποιητική σύνθεση Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση (2017), που συνέθεσε σε συνεργασία με τον ποιητή Μιχάλη Παπαδόπουλο, και αφετέρου η συλλογή Γράμματα στην αγαπημένη που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2025. Φανερό είναι επίσης ότι τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην Πόλη που ράγισε παρουσιάζουν μια εσωτερική ενότητα με τα ποιήματα τόσο των δύο προηγούμενων συλλογών του ποιητή, Η Νύφη του Ιούλη (2019) και Ριμαχό (2022), όσο και της πρόσφατης συλλογής του Γράμματα στην αγαπημένη. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν άτοπο να ισχυριστεί κανείς ότι οι τέσσερις συλλογές συνιστούν κατά βάση μια τετραλογία, με πολλές τις ορατές και αδιόρατες διαλεκτικές σχέσεις ανάμεσα σε αρκετά από τα ποιήματα που συγκεντρώνουν. Θα ήταν βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μια ευσύνοπτη συζήτηση που θα αποσκοπούσε στη μερική έστω διαλεύκανση των σχέσεων αυτών, ωστόσο το απαιτητικό αυτό εγχείρημα θα απαιτούσε μια αυτοτελή, συνθετικότερη εργασία. Σε ό,τι ακολουθεί λοιπόν επικεντρώνομαι αποκλειστικά και μόνο στην Πόλη που ράγισε, επιχειρώντας την ανάδειξη βασικών συνισταμένων του ενιαίου και αδιαίρετου συνόλου του περιεχομένου και της μορφής των ποιημάτων της συλλογής. (περισσότερα…)

Τροπικότητες του λόγου

 του ΚΩΣΤΑ ΓΟΥΛΙΑΜΟΥ

 Προλεγόμενα

Μελετώντας τον Ελεγκτή & άλλες ιστορίες βιοποριστικού έρωτα (εκδόσεις ΑΩ, 2024) διαπίστωσα πως η γραφή του Βαγγέλη Τασιόπουλου βρίσκεται στον αντίποδα του παραδοσιακού αφηγηματικού λόγου, καθώς στις ιστορίες του νοήματα, αισθήσεις και σχέσεις συνδέονται και αλληλεπιδρούν, αναδύοντας τελικά την οντολογική τους πλευρά και, κυρίως, τις αισθητικές διαστάσεις της συνείδησης και των περιεχομένων της.

Αναφορικά δε με τον παραδοσιακό αφηγηματικό λόγο, σημειώνω  μια παρατήρηση της Ελισάβετ Κοτζιά (2020) με βάση τη μυθοπλαστική παραγωγή από τις αρχές του 21ου αιώνα: «από δραματοποιημένη αναπαράσταση, το μυθιστόρημα μετατράπηκε σε τεκμήριο της δραματοποιημένης αναπαράστασης. Από υποτιθέμενα ζωντανή, η παρουσία των ανθρώπων υποκαταστάθηκε από τα τεκμήρια της ζωντανής παρουσίας τους. Και από υποτιθέμενα ζέων, ο λόγος υποκαταστάθηκε από το υποτιθέμενα προφορικό και γραπτό τεκμήριο της ζέουσας εκφοράς του».

Λαμβάνοντας υπόψη τις καταθέσεις πεζογράφων από την μεταπολιτευτική περίοδο μέχρι σήμερα, και ιδιαίτερα την παραγωγή από τις αρχές του 21ου αιώνα, θα έλεγα πως σπάνια στον δραματοποιημένης αναπαράστασης λόγο κυριαρχεί το πλέγμα του βιόκοσμου μέσα στα συνολικά συμφραζόμενα της συνείδησης. Το τι γνωρίζουμε για την πραγματικότητα από τους συγγραφείς είναι συνάρτηση ενός συμβατικού πλαισίου σκέψης, διήγησης, δράσης και αφηγηματικής ροής σχηματοποιήσεων και στερεότυπων σ’ ένα κατά τ’ άλλα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Αντίθετα, ο Τασιόπουλος αποκλίνοντας από τα αρχέτυπα της μυθοπλαστικής ημερολογιακής αφήγησης ή ενός αρχείου μαρτυριών, συγκλίνει με την αναστοχαστική διήγηση και, κυρίως, με τον αισθητικό ρεαλισμό, καθώς αποτυπώνει τις χρονικότητες των κοινωνικών αποσυναρμολογήσεων -παρωδιακού ή τραγελαφικού και μη χαρακτήρα- που λαμβάνουν χώρα στο λαβύρινθο του σύγχρονου βιόκοσμου.

(περισσότερα…)

Τα θηράματα της ιστορίας

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αλέξανδρος Μηλιάς
Απ’ την Αθήνα φάντασμα
Πατάκης, 2025

Πώς μπορεί η τέχνη να μιλήσει για τα σύγχρονα κοινωνικά δεινά, για τις κυνικές μετατοπίσεις των ηθικών ορίων στις διεθνείς σχέσεις, την ανθρωποφαγία ενός και πάλι πολωμένου κόσμου που είναι αποφασισμένος να μονοπωλήσει τη νομή της ισχύος χωρίς να νοιάζεται πλέον για ιδεολογικά επιχρίσματα; Μπορεί να μπει σε ποίημα ό,τι συμβαίνει σήμερα στη Γάζα; Η νέα απροσχημάτιστη ξετσιπωσιά των πανάρχαιων μηχανισμών επιβολής τώρα που δεν πολυνοιάζονται για την απονομιμοποίηση των μεθόδων τους αφήνει για ακόμα μια φορά την ανθρωπότητα αμήχανη μπροστά στο προφανές και το πρωτόφαντο συνάμα. Και ο ρόλος του λογοτέχνη; Αισθάνεσαι συχνά πως ό,τι μπορείς να πεις για τα προσωπικά δεινά είναι μια πολυτελής, μια καταχραστική ιδιοποίηση ενός λόγου που οφείλει να αφήσει χώρο σε ό,τι υπέρτερο συμβαίνει αυτή τη στιγμή μπροστά στη μουδιασμένη μας επανάπαυση. Μα πώς να μιλήσει κάποιος για τη Γάζα, πώς μπορεί να μπει σε ποίημα ό,τι συμβαίνει σήμερα σε εκείνο το «εκεί» που επαναδιατάσσει δια παντός τα όρια του «εδώ»;

Ο Αλέξανδρος Μηλιάς επέλεξε να μιλήσει για το «εκεί» εντάσσοντάς το στο πάντοτε «ενταύθα», συνδέοντας τη σημερινή γενοκτονία με τις ιστορικές της αφετηρίες και τα διαχρονικά παράλληλά της, συστοιχώντας την σύγχρονη εκδοχή της βίας με ό,τι εντόπια και παγκόσμια έχει συμβεί και θα συμβαίνει: την Ελληνική Επανάσταση, τον Εμφύλιο και την Κατοχή, τα επαναστατικά κινήματα της Νότιας Αμερικής, το Βιετνάμ κ.ο.κ. Για να το πετύχει αυτό, στήνει ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων ανάμεσα σε διαφορετικά είδη λόγου που επικοινωνούν διαλεγόμενα σε ένα πλατύ διακείμενο. Ένας λόγος-φάσμα που ταλαντώνεται ανάμεσα στην ενικότητα της προσωπικής οδύνης και στην πολλαπλότητα ενός πανοράματος φρίκης με σαφές κέντρο βάρους την τραγωδία στην Παλαιστίνη.

Αυτός ο λόγος-φάσμα εκπορεύεται από ένα ομιλούν και πάσχον υποκείμενο-φάντασμα, που είναι ταυτόχρονα το ποιητικό υποκείμενο, τα σκοτωμένα παιδιά της Γάζας, τα εκάστοτε θηράματα της ιστορίας, ένας λόγος στοιχειωμένος, εγκατοικημένος από τον ακατανόητο φόνο που ενοικεί στην καρδιά του σκότους που είναι η ανθρώπινη κατάσταση. (περισσότερα…)

Μια παγιωμένη δυστοπία: Για την κριτική στην Ελλάδα

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στα «απόνερα» ενός ακόμα παροδικού παροξυσμού ως προς τα χαρακτηριστικά της κριτικής βιβλίων στην Ελλάδα, ανακυκλώθηκαν κοινότοπες πλέον διαπιστώσεις που ορίζουν και περιγράφουν μια παγιωμένη δυστοπία: παρακμιακοί μικρόκοσμοι στους οποίους συναθροίζονται ποιητές/τριες, λογοτέχνες και «κριτικοί» στο πλαίσιο ενός άμετρου δούναι και λαβείν, εγκωμιαστικοί σχολιασμοί για κάτω του μετρίου κείμενα, συνεχείς εκδουλεύσεις και ανταλλαγές ανάμεσα στις διαφορετικές συντεχνίες, υπερπαραγωγή κειμένων και διογκωμένες φιλοδοξίες αναγνώρισης σε ό,τι εκλαμβάνεται ως λογοτεχνικό/κριτικό πεδίο, «θρήνος και οδυρμός» για την ευτέλεια όσων παρατηρούνται, λογοτεχνικά βραβεία, συνεχόμενες εκδηλώσεις με απαγγελίες ποίησης, βιβλιοπαρουσιάσεις του συρμού όπου ανταλλάσσονται κολακευτικοί λόγοι, άχρωμες εταιρείες και συναθροίσεις παντός τύπου, «λογοτεχνικά περιοδικά» με σχεδόν την ίδια συντακτική ομάδα και πληθώρα αδιάφορων κειμένων από αυτούς/ες, μονογραφίες πρόχειρες και κακόγουστες.

Ο παραπάνω κατάλογος θα μπορούσε να γίνει περισσότερο λεπτομερής και να συνεχιστεί για πολλές σελίδες με την παράθεση μάλιστα ονομάτων, λίγο-πολύ γνωστών, και τη διαπίστωση ότι η κατάσταση αυτή παγιώνεται με όλο και πιο ισχυρούς τρόπους, δημιουργώντας τελικά ένα «γαϊτανάκι» υποκρισίας με διαφορετικές ιεραρχικές διαστρωματώσεις και ευτράπελα παιχνίδια εξουσίας από όσους έχουν μεγαλύτερο ή μικρότερο κύρος στις κριτικές αυθεντίες του χώρου. Δεν είναι επίσης λίγες οι φορές που στους κύκλους της τέχνης το ζητούμενο δεν έγκειται μόνο στην πώληση των βιβλίων και την ταυτοτική εγκαθίδρυση της ποιητικής ή κριτικής περσόνας αλλά και στην επιδίωξη μιας θέσης στον ακαδημαϊκό χώρο.

Κατά τις διαρκείς απόπειρες να απαντηθούν σε κάθε ιστορική φάση αοριστολογικά ερωτήματα ως προς το τι είναι τέχνη, λογοτεχνία, ποίηση και κριτική, τις περισσότερες φορές διεισδύει μια ποιμαντολογική αίσθηση, όπου ο καθένας προσπαθεί να τεκμηριώσει πληθώρα ιδιοτήτων: την εγγραμματοσύνη, την κριτική σύνθεση, τις γνώσεις, την εμπειρία, την εξειδίκευση στα κριτικά αιτούμενα. Στις ανταγωνιστικές και αναμενόμενες συγκρούσεις θεωρίας και πράξης εγείρονται λοιπόν ζητήματα πολιτικά και αισθητικά τα οποία συνδυάζονται με τη φουκωική έννοια την κυβερνησιμότητας. Και πιθανότατα σε μια συνθήκη με τα χαρακτηριστικά που κατονομάστηκαν σύντομα προηγουμένως ένα από τα ζητούμενα στα οποία πρέπει να επιμείνουμε και να διερευνήσουμε είναι πού τοποθετείται ο καθένας αναγνωστικά και προσωπικά απέναντί τους αλλά και τι ακριβώς μπορεί να γίνει σε ένα τοπίο με τέτοια χαρακτηριστικά. (περισσότερα…)

Για δυνατούς λύτες

της ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΒΑΓΙΩΤΗ

Νίκος Ερηνάκης
ακόμα βαφτιζόμαστε
Κείμενα 2022

Καταπιάνομαι με την ποιητική συλλογή ακόμα βαφτιζόμαστε του Νίκου Ερηνάκη και προσπαθώ να βρω ερείσματα ερμηνευτικής ισορροπίας προκειμένου ως αναγνώστρια να σταθώ στο ύψος των μάλλον περίπλοκων περιστάσεων.

Διαρθρωμένο σε τέσσερα μέρη (στο βασίλειο των αναγκών, σε ανεπιθύμητες αποικίες, στη μακρινή ακτή, στη χώρα των ζώντων), εύχομαι, προτού ξεκινήσω την ανάγνωσή μου, η διάρθρωση αυτή να αποτελεί μια ενιαία πορεία προς μία κατεύθυνση παρά μια ποικιλόμορφη παράθεση στιχουργικών στοχασμών. Μια ποιητική συλλογή έχει ανάγκη να συναπαρτίζεται από οργανικά μέρη, ειδάλλως δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη.

Ας δεχτούμε ότι, μετά την ανάγνωση, αυτό είναι σε κάποιο βαθμό διαπιστωμένο, αν και η νοηματική του δυσκολία υπονομεύει την καθολικότητα. Ο Ερηνάκης αφήνει «αφρόντιστη» τη μορφή των ποιημάτων του χρησιμοποιώντας για όλες τις ποιητικές συλλήψεις του το ίδιο ακριβώς μοτίβο των δίστιχων, τρίστιχων (ή μονόστιχων) στροφικών συνόλων. Οι στίχοι του τέμνονται συνήθως σε δύο –ας τα ονομάσουμε– ημιστίχια, που ολοκληρώνουν το νόημά τους με τέτοιο τρόπο που θα μπορούσαν να παρατεθούν και σε έναν στίχο (π.χ. οι στίχοι «οτιδήποτε μη εκτεθειμένο/παραμένει εντυπωσιακό» θα μπορούσαν  να είναι και ένας. Ομοίως: «αυτό που ήσουν όμως/δε θα συμβεί ξανά» ή «ζεις τη ζωή σου/σαν να ’ναι δική μου» κτλ.). Προσθέτω εδώ, μια και γίνεται λόγος για ποιητικό σημαίνον, ότι ο ελεύθερος στίχος κυριαρχεί, παρατιθέμενος συνήθως αριστερά (αν και στο κέντρο της σελίδας), απουσιάζει κατά κανόνα η στίξη (πέρα από την άνω στιγμή και την παύλα), κυριαρχεί η πεζολογία και ο στοχασμός, υπερτερεί η ονοματική φράση έναντι της ρηματικής, όλα τα γράμματα στα ποιήματα είναι πεζά (μικρογράμματη γραφή), ενώ οι τίτλοι είναι γραμμένοι με κεφαλαία (απορίας άξιο βέβαια γιατί στα περιεχόμενα των σελίδων 61-62 οι τίτλοι σημειώνονται επίσης με πεζά). Υιοθετεί, επομένως, για όλα τα ποιήματα μιαν ορισμένη μορφή, πράγμα που αφενός συντείνει στην ανάγνωση της συλλογής ως ολοκληρωμένου συνόλου, αφετέρου όμως το επαναλαμβανόμενο μοτίβο δένει τόσο άρρηκτα με το «μυστηριώδες» περιεχόμενο ώστε ο τυπικός αναγνώστης της ποίησης δεν μπορεί παρά να αισθανθεί αρκετές φορές παγιδευμένος και μετέωρος.

Μα πρέπει οπωσδήποτε να ορίσουμε τον «τυπικό» αναγνώστη ως εκείνον που συνηθίζει να διαβάζει ποίηση (στην ουσία, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο) και αισθάνεται τη συγκίνηση (φευ!) του ποιητικού μύθου συντονίζοντας εαυτόν τόσο στο θέαμα που ονομάζουμε ποίημα όσο και σε αυτό που θέλει να μας πει. Είναι δηλαδή ο εξοικειωμένος με την ποίηση αναγνώστης γυμνασμένος στο βαθμό που δεν χρειάζεται περγαμηνές και διπλώματα προκειμένου να καταφέρει να θεωρείται αναγνώστης.  Όπως και να ’χει, παρασύρεται από τη δυναμική εισαγωγή στη συλλογή με το πλέον διαφημιζόμενο ποίημά της, το πρώτο, που μοιράζεται τον τίτλο μαζί της, και υπάγεται στο βασίλειο των αναγκών: ο χρόνος και ο χώρος είναι δύο διαστάσεις των οποίων τα όρια είναι συγκεχυμένα. Η ζωή παρουσιάζεται σαν το παιχνίδι της διελκυστίνδας, όπου στα δύο άκρα στέκει το ποιητικό υποκείμενο είτε μοιράζοντας τον εαυτό του είτε πολλαπλασιάζοντάς τον, προκειμένου να κινηθεί από τη νίκη στην ήττα δεδομένων των ψυχικών αποθεμάτων, των εκάστοτε συνθηκών, κυρίως δε, του αδιαμφισβήτητου τέλους. Κινούμενο μεταξύ πραγματικότητας και επινοημένης πραγματικότητας, δανειζόμενο πάντως στοιχεία υπαρκτά («Dalston», «Jericho», «Βαλτετσίου», «Λουκιανού», «νεραντζιές  […] /στους δρόμους του κέντρου») και διανύοντας τον επιμηκυμένο χρόνο («έναν αιώνα μετά») από το τίποτε στο τίποτε («ακόμα χωρίς δουλειά», «ανάνθιστος φοράω πάλι μαύρα/κι αφήνω γένια»), όμως έχοντας ως όπλο το φως –πράγμα που, ωστόσο, εκφράζεται με λεπτή ειρωνεία απέναντι στο οξύμωρο που δημιουργείται («ανάμεσα στον ήλιο και σε μια ανοιχτή φλέβα»)– το υποκείμενο κινείται με κυκλικό ρυθμό δεχόμενο τις συνέπειες της «ειρήνης», της «κρίσης», του «κόσμου». Σημειωτέον ότι στο εν λόγω ποίημα ο Ερηνάκης χρησιμοποιεί αρχικά α΄ ενικό πρόσωπο, όμως στην εκ νέου ζωή, στη ζωή της επανάληψης εντάσσει το μονοπρόσωπο στο ‘εμείς’. (περισσότερα…)

Το χιόνι που τραγουδά

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΣΤΑΚΑ

Ηλίας Κεφάλας,
Μισοφέγγαρα,
Θράκα 2024

Το ποιητικό έργο Μισοφέγγαρα του Ηλία Κεφάλα, μια συλλογή από 225 επιγράμματα, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Θράκα το 2024, αποτελεί ένα λεπταίσθητο ποιητικό σύμπαν, όπου το ελάχιστο αποδεικνύεται επαρκές και το καθημερινό ανυψώνεται σε ποιητικό στοχασμό.

Ο Ηλίας Κεφάλας, γεννημένος το 1951 στον Μέλιγο Τρικάλων, μας ταξιδεύει μέσα από τους στίχους του σε έναν κόσμο γεμάτο εικόνες, συναισθήματα και φιλοσοφικές αναζητήσεις. Στα διακόσια επιγράμματα που απαρτίζουν τη συλλογή, ο ποιητής καταγράφει με τρυφερότητα, χιούμορ, ειρωνεία και υπαρξιακό βάθος τα συμβάντα και τα συναισθήματα που διαπερνούν την καθημερινή ζωή. Τα ποιήματα, αφοπλιστικά λιτά και πάντα με έναν ή δύο στίχους, θυμίζουν χάικου όχι ως προς την αυστηρή συλλαβική δομή, αλλά ως προς την πρόθεση: τη σύλληψη και απόδοση μιας στιγμής με ακρίβεια και πνευματικότητα, όπως αυτό:

«Ἀπ᾿ τὰ χαράματα τὸ χιόνι τραγουδῶ – μόνος κατάμονος» (αρ. 1).

Πρόκειται για ένα επίγραμμα που είναι η εναρκτήρια χειρονομία της συλλογής και λειτουργεί ως προγραμματική δήλωση, ως ένα εισαγωγικό μότο του ποιητικού κόσμου του ποιητή. Σε δύο μόνο στίχους, ο Ηλίας Κεφάλας συμπυκνώνει έναν ολόκληρο υπαρξιακό ορίζοντα.

Η εικόνα του χιονιού λειτουργεί σε αρκετά επιγράμματα διττά: είναι και η φύση που παρατηρείται και ο καθρέφτης του εσωτερικού τοπίου. Το χιόνι «τραγουδά» — μια ποιητική προσωποποίηση που ενώνει τον φυσικό κόσμο με τον άνθρωπο. Η φωνή του ποιητή χρωματίζει τον ήχο της φύσης, τον μετουσιώνει σε τραγούδι. Ή μήπως το τραγούδι αυτό είναι δικό του, και το αποδίδει στο χιόνι για να μην ομολογήσει το δικό του κλάμα;

Η δεύτερη φράση του πρώτου επιγράμματος, «μόνος κατάμονος», επαναλαμβάνει την έννοια της μοναξιάς με έμφαση σχεδόν εκκωφαντική. Δεν πρόκειται για την απλή μοναξιά, αλλά για την απόλυτη απομόνωση – το κατάμονος εντείνει τη σιωπή, την παγωμένη ακινησία της ύπαρξης. Ο ποιητής στέκει μόνος μπροστά στη λευκή απεραντοσύνη του χιονιού, όπως ο στοχαστής μπροστά στο άγραφο χαρτί ή η ύπαρξη μπροστά στο κενό. Ο στίχος δεν αναζητά λύτρωση, αλλά αποδοχή: ο ποιητής τραγουδά, ακόμα κι αν είναι μόνος. Είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι στον παγερό κόσμο. Εδώ διαφαίνεται η ηθική της λιτότητας που διατρέχει όλη τη συλλογή – να λέγεις το λίγο με τρόπο πλήρη, να τραγουδάς έστω και μέσα στη σιωπή. (περισσότερα…)

Περιήγηση στις εσχατιές του χρόνου

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

Αθηνά Ιωσήφ,
Το ημερολόγιο ενός άϋπνου περιηγητή,
Εκάτη 2024

Ὁ εὐσυνείδητος κριτικὸς λέει μονάχα, δείχνοντας τὸν ποιητή·—

Αὐτὸς εἶναι! Ἀκοῦστε τον· εἶναι ἴδιος μ’ ἐμᾶς, ὅμως εἶναι βέβαιος γιὰ κάτι ποὺ δὲ γεμίζει ἀκόμα τὶς δικές μας καρδιές· γι’ αὐτὸν ἡ αἰωνιότητα εἶναι τόσο προσιτή, ὅπως γιὰ σᾶς ἡ φύση. Ἀκοῦστε τον· δὲν θὰ φοβᾶστε πιὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Οἱ φυσικοὶ νόμοι θὰ γίνουν γιὰ σᾶς οἱ νόμοι τοῦ Θεοῦ!—

(Γιῶργος Σαραντάρης, «Γύρω ἀπὸ τὴν κριτική», Άπαντα, τόμ. Α΄, σ. 307)

Αὐτὴ ἡ προσέγγιση τοῦ Σαραντάρη μᾶς φανερώνει ὅτι ἡ ἐπαναστατικὴ ἀνατροπὴ ποὺ φέρνει ὁ ποιητὴς εἶναι ὅτι ἀντιμετωπίζει τὴν τέχνη ὡς μέσο καὶ ὡς ὁδὸ γιὰ τὴν κατάκτηση μιᾶς βαθύτερης πνευματικότητας. Καὶ ὅτι ἡ ἀλήθεια αὐτὴ δὲν λέγεται ποτὲ ὁριστικά. Ἑπομένως, τὰ φιλολογικὰ κριτήρια γιὰ νὰ προσεγγίσουμνε τὴν ποίηση, χωρὶς νὰ χάνουν τὴ σημασία τους, ἔρχονται δευτερεύοντα. Τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ κριτήριο εἶναι ἂν ἡ ποίηση μᾶς ἀνοίγει μία ὁδὸ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ θέα αὐτῆς τῆς βαθύτερης πνευματικῆς ἀλήθειας, τῆς μιᾶς ἀλήθειας ποὺ ὅμως γίνεται ἀντιληπτὴ καὶ ἐκφράζεται πάντοτε μὲ τρόπο προσωπικό, μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο. (περισσότερα…)

Η ποίηση ως φιλοσοφία της γλώσσας

της ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΒΑΓΙΩΤΗ

Κ. Χ. Λουκόπουλος
Δεκαεννιά βινιέτες για τη γλώσσα και τη σιωπή,
ΑΩ, 2024

Η συλλογή δομείται σε δύο μέρη που ονομάζονται έκαστο «Η γλώσσα και οι λέξεις» και «Η γλώσσα και η σιωπή». Σε σχέση με τον γενικό τίτλο θα περίμενε κανείς το θέμα της «σιωπής» να αναπτυχθεί στο δεύτερο μέρος, όμως ο Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος δεν διαχωρίζει ισομερώς και έχει τους λόγους του: η φιλοσοφία της γλώσσας, η ανάγκη για αποσαφήνιση, επιμερίζεται για να ορίσει από τη μια τις «λέξεις» και από την άλλη τη «σιωπή». Γιατί και σιωπή χωρίς λόγο δεν μπορεί να υπάρξει. Η σιωπή προηγείται, η σιωπή έπεται, είναι το Α και το Ω της γλώσσας. Άλλωστε, το πρώτο μέρος είναι φανερά πιο μεγάλο σε έκταση από το δεύτερο, πράγμα που καθιστά τον διαχωρισμό εκ των πραγμάτων ποιοτικό και όχι ποσοτικό. Ως καταρχάς ταυτίζον το περιεχομενικό και φαινομενικό τι της συλλογής, διατείνεται μεταξύ αντίθετων πόλων ώσπου με την αναζήτηση του ιδεατού δια τη φθοράς αποκτά υπόσταση. Στο πρώτο μέρος:

«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ που ορίζουν, οι ίδιες αναιρούν»
«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ που έγραψα και οι λέξεις που πίνω»

Ενώ, στο δεύτερο μέρος:

«Η ΣΙΩΠΗ προηγείται επειδή είναι πηγή»
«Η ΣΙΩΠΗ είναι μια στάση κινδύνου (ψυχική) ή μία επικίνδυνη στάση (σωματική)»

Ο Λουκόπουλος έχει επιλέξει τον τρόπο των Γενόσημων (ΑΩ, 2021): έχουμε εδώ πεζά ποιήματα για το σύνολο των βινιετών, των αριθμημένων κατά τον τίτλο και χωρισμένων με τη σειρά τους σε μικρότερα μέρη, όσα χρειάζονται προκειμένου το νόημα να αποκτήσει έκταση και χρόνο. Διαβάζω την τρίτη βινιέτα (IIIème vignette) που τιτλοφορείται ΔΕΛΤΑ, όπου ένας αστερισμός με οδηγεί στον εκφρασμένο για το σώμα πόθο, όχι μέσω του ρομάντζου που παραδοσιακά τους συνδέει, αλλά μέσω της συμπτώσεως, του χρονικού άλματος, της επιστήμης. Διαβάζω την πέμπτη βινιέτα (Vème vignette) όπου τα χιλιάδες καρέ ενός ταξιδιού με ηλεκτρικό τρένο αποτυπώνουν μια θεατρική σκηνή Ναπολέοντος που θρύπτεται αλλεπάλληλα εις Βατερλό. Συνήθως η αποσαφήνιση με ενοχλεί, εδώ όμως, καθώς υπάρχει ο λεκτικός πλούτος να την υποστηρίξει, με ικανοποιεί: «Κι ο χρόνος που γίνεται ανοικτίρμων». Διαβάζω την έκτη βινιέτα (VΙème vignette) όπου ο Έρωτας βαφτίζεται Διάρρηξη, εδώ όμως η αποσαφήνιση περισσεύει στον βαθμό που η ποιητικότητα υπονομεύεται εκ προθέσεως να εναρμονιστεί –υποψιάζομαιππ με το σήμερα: «Και να μην το κοιτάζει στο φύλο του για να αποφασίσει αν θα το ερασθεί (παρά στα μάτια)». Διαβάζω τη δέκατη βινιέτα (Χème vignette) όπου «ΣΑΡ δίχως πόδια, αλλά τον πεθαίνουν οι πόνοι στα γόνατα» κι έχω πιστέψει στη μακρά αδυσώπητη διάρκεια του «κακού». Στη δέκατη τρίτη βινιέτα (ΧΙΙΙème vignette) τα «ΤΟΞΑ συντέμνονται, στον χρόνο που μας αδειάζει, οι στιγμές μας μαζί»  και ο χρόνος ο μυθοπλαστικός και ο χρόνος ο αληθινός, όλες οι χρονικές βαθμίδες πώς μπερδεύονται (θαυμαστικό): (περισσότερα…)