ΝΠ | Αφηγήματα

Ο Τυφώνας του Κόνραντ

Από την αυθεντική εικονογράφηση της πρώτης έκδοσης στο Pall Mall  (1902)

~.~

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Η πιο όμορφη, πιο δυνατή, κι η πιο ανταριασμένη περιγραφή, για τη μανία των άγριων ανέμων που διαγουμίζουν τη θάλασσα και τους ταξιδιώτες της, απ᾽ όσες έχω διαβάσει ίσαμε σήμερα, παραμένει ο Τυφώνας του Κόνραντ. Όπως ο ίδιος ο Κόνραντ είπε στον Richard Curle (Joseph Conrad: A Study, σ. 17-18), το περιστατικό που περιέγραψε στον Τυφώνα να εξελίσσεται πάνω στο Ναν-Σαν είναι αληθινό και συνέβη στο πραγματικό ατμόπλοιο John P. Best. Και καθώς έγραψετο συμβάν εκείνο άκουσε να το αφηγούνται ναυτικοί στην Ανατολή, μα δεν έτυχε να γνωρίσει κανέναν που να έχει πείρα προσωπική του πράγματος. Από το διήγημα λοιπόν, μεταφέρω εδώ ένα κομμάτι, με την άγρια και μανιασμένη επίθεση του τυφώνα καταπάνω στο Ναν-Σαν, από την συγκλονιστικά ζωντανή, σχεδόν εικονογραφικά τρικυμισμένη μετάφραση του Άγγελου Τερζάκη.

«Μια αστραπή αδύναμη τρέμισε ολοτρίγυρα, λες κι αντιφέγγιζε στο στόμιο μιας σπηλιάς ― μιας κάμαρας μαύρης κι απόκρυφης του πελάγου, πούχει για πάτωμα κύματα αφρισμένα. Φανέρωσε, μέσα σε μιας στιγμής το απαίσιο φτεροκόπημα, ένα κουβάρι σύννεφα κουρελιασμένα που κρέμονταν χαμηλά, τη μακρουλή κόψη του καραβιού, και πάνω στη γέφυρα τις μαύρες μορφές των ανθρώπων που στέκονταν με τα κεφάλια χαμηλωμένα, σα νάχανε πετρώσει πάνω σε μια κουτουλιά. Το σκοτάδι έκλεισε τις φτερούγες του πάνω σ’ όλα αυτά, και τότε μονάχα τ’ αληθινό κείνο πράμα ήρθε επιτέλους.

Ήτανε κάτι φοβερό και κεραυνοβόλο, έκρηξη που λες και κομματιάζει το μέγα δοχείο της Οργής. Η ανατίναξη φάνηκε να ζώνει το καράβι μ’ ένα τεράστιο τράνταγμα, πάφλασμα κραταιό, σαν και κανένα πελώριο φράγμα νάχε σκάσει εκεί στην πλώρη. Με μιας οι άντρες χάσαν ο ένας τον άλλον. Γιατί τέτοια είναι η αποσυνθετική δύναμη των μεγάλων ανέμων. Απομονώνουν τον άνθρωπο. Ένας σεισμός, μια καθίζηση της γης, το γκρέμισμα μιας χιονοστιβάδας, αδράχνουνε τον άνθρωπο στην τύχη πες, δίχως πάθος. Το άγριο δρολάπι όμως χυμάει πάνω του σαν εχθρός προσωπικός, πασχίζει να του μαγκώσει τα μέλη, να του σκοτίσει το νου, γυρεύει να του εξουθενώσει το κουράγιο…

Του φάνηκε πως έμεινε για πολύ, ώρες, εκεί, άθλια απομονωμένος, με τα χέρια πάνω στο μπουντέλι. Η βροχή έπεφτε πάνω του πυκνή, κρουνελιάζοντας στο κορμί του. Ανάσαινε μ’ αγκομαχητό και το νερό που κατάπινε ήταν άλλοτε γλυκό κι άλλοτε αλμυρό. Τις περισσότερες στιγμές κρατούσε τα μάτια του σφιχτά κλεισμένα, σαν και να φοβότανε πως των στοιχείων η τρομερή σύρραξη θα χαντάκωνε το φως του…

Καινούργια κύματα, βουνά, σαρώσανε τη γέφυρα. Και τα δέχτηκε ανυπεράσπιστος, πάνω στο γυμνό του κεφάλι, έχοντας τα δυο χέρια του μονάχα για να κρατιέται.

Το χοροπηδητό του καραβιού είχε ξεπεράσει τα όρια. Ο παραδαρμός του φανέρωνε τώρα τη φοβερή εγκατάλειψη. Βούταγε με το κεφάλι, σα μέσα σε χάος, και την κάθε φορά θαρρείς πως τρακάριζε πάνω σε τοίχο. Το μπόζι το πλάγιαζε ολότελα και, σαν ανορθωνόταν, το τίναγμα ήτανε τόσο γερό που ο Τζουκς τόνοιωθε να παραπατάει, καθώς τρεκλίζει, προτού σωριαστεί χάμου, ένας άνθρωπος πούχει φάει μια στο κεφάλι με ρόπαλο. Η θύελλα ούρλιαζε, σφύριζε μανιακά μέσα στη νύχτα, λες κι ολάκερος ο κόσμος είχε γίνει τώρα ένας μαύρος οχετός. Κάποιες στιγμές, ο άνεμος σούρωνε πάνω στο καράβι σα ν’ αναρρουφιόταν μέσα από σήραγγα, με τη σύμπυκνη και στέρεη πίεση του εμβόλου. Το καράβι σηκωνόταν γυμνό πάνω απ’ το νερό και για λίγο στεκόταν έτσι, με μιαν ανατριχίλα που το περνούσε πέρα ώς πέρα. Ύστερα ξανάρχιζε πάλι το κουτρουβάλημα, μέσα στο καζάνι τούτο που αναβράζει…

Ήτανε ξέρα στ’ ανοιχτά, που το νερό τη ζώνει αναβράζοντας, τη γλύφει, την ξεπλένει κι αλύπητα τη δέρνει ― βράχος μέσα στο σκάσιμο της θάλασσας που πάνω του γραπώνονται οι ναυαγοί προτού βουτήξουν οριστικά. Μοναχικό ορθωνόταν, βούλιαζε, έγερνε ασταμάτητα, δίχως αναπαμό κι ανάσα, σαν ξερολίθι που ξεκόλλησε από τη στεριά κι από κάποιο θάμα κυλιέται πέρα, στον αφρό του πελάγου, σαν καρυδότσουφλο.

Η θύελλα κούρσεψε το Ναν-Σαν με παράφορη, καταστροφική μανία. Σχίστηκαν τα πανιά, φύγαν οι τέντες, η γέφυρα σαρώθηκε, κουρελιάστηκαν οι μουσαμάδες, στραβώσανε τα ρέλια, τσακίστηκαν οι προφυλαχτήρες, και στα τελευταία ξέφυγαν και δυο βάρκες. Είχανε χαθεί, δίχως να το πάρει μυρουδιά κανένας, λες κι ανάλυωσαν μέσα στη σύρραξη των κυμάτων.

…Σκοτάδι αδιαπέραστο καθότανε βαρύ πάνω στις δαιμονικές λάμψεις του νερού. Μια στυγνή πεποίθηση άρχισε να τον κατέχει, πως στο εξής κάθε προσπάθεια είναι ανώφελη.

Αν δεν σπάσει το τιμόνι, αν οι τόννοι το νερό που πέφτουνε στην κουβέρτα δεν τη βουλιάξουν, ή δεν τσακίσουνε τα καπάκια, αν δε σταματήσουν οι μηχανές, αν δεν κόψει του καραβιού το δρόμο ο τρομαχτικός τούτος άνεμος και δεν καταπιεί κανέναν από τα κυματόβουνα που μονάχα τ’ άσπρα τους λοφία ξεχωρίζουνε ψηλά πάνω από τα καπόνια, καθώς τα βλέπει κάπου-κάπου σε μια λιγόθυμη ματιά ο Τζουκς ― τότε μονάχα θα μπορείς να πεις πως το καράβι γλύτωσε. Κάτι μέσα στην ψυχή του δεύτερου λύγισε, κι η σκέψη έφεξε στο νου του πως πάει, χάνεται πια το Ναν-Σαν. «Ξέγραφτο», είπε μέσα του με ταραγμένο παράδοξα το νου, σαν και νάχε ανακαλύψει σ’ αυτή τη σκέψη μια σημασία αναπάντεχη. Απ’ όλα κείνα τα ενδεχόμενα κάτι θα τύχαινε στο τέλος. Τώρα, τίποτα πια δεν μπορούσες να προλάβεις και τίποτα να διορθώσεις. Το τσούρμο δε φελάει και το καράβι δεν αντέχει. Καιρός φοβερός, ακαταδάμαστος.

…Βαστήχτηκαν γερά. Το ξεμπουκάρισμα της ξαμολυμένης λύσσας, η μοχθηρή φούρια του ανέμου, κάρφωσαν ξαφνικά το καράβι στον τόπο. Στη φοβερή εκείνη στιγμή του μετεωρισμού, το Ναν-Σαν πήγε κι ήρθε, γοργά κι ανάλαφρα, σαν κούνια μωρού, ενώ η ατμόσφαιρα ολάκερη θαρρείς να χυνότανε μανιακά πέρα, ξεφεύγοντας πολύβουη από τη νυχτωμένη γη.

Πιάστηκε η ανάσα τους και με κλειστά τα μάτια σφίξανε περισσότερο τ’ αγκάλιασμά τους. Η στήλη του νερού ξεπετάχτηκε από το φοβερό τράνταγμα, ήρθε ολόρθη μέσα στο σκοτάδι να τρακάρει το καράβι. Τσάκισε, κι από ψηλάθε, με το θανάσιμο βάρος της, γκρεμίστηκε συντριφτική στη γέφυρα.

Ξεσκλίδι φευγάτο από τούτη την κατάρρευση, απλή πιτσιλιά, τους τύλιξε στρουφίζοντας, από το κεφάλι στα πόδια, μπουκώνοντας τ’ αυτιά τους, τα στόματα και τα ρουθούνια με νερό αλμυρό. Τους πελέκησε τα καλάμια, τους ξεκλείδωσε τα μπράτσα στη στιγμή, κόχλασε κάτω από τα σαγόνια τους. Κι ανοίγοντας τα μάτια, είδανε τους στιβαγμένους αφρούς να χτυπιόνται δώθε-κείθε, πάνω στο πράμα κείνο που έμοιαζε τώρα να είναι το ερείπιο ενός καραβιού. Ρουφηγμένο το Ναν-Σαν, εβούλιαζε. Και οι καρδιές τους, που αγκομαχούσαν, έσβυναν κι αυτές στην προσμονή του τελειωτικού σπασμού. Μα ξάφνου, το καράβι αναπήδησε μέσα από την ανέλπιδη βουτιά του, πασχίζοντας λες να τραβηχτεί από τα ερείπια.

Στο σκοτάδι μέσα, τα κύματα μοιάζανε να ξεπετιούνται από παντού για να το πισωστρέψουν εκεί που θάβρισκε τον τάφο. Έκρυβε μίσος ο τρόπος που τόσπρωχναν κι είχε αγριότητα περίσσια το χτύπημά τους. Εκείνο πάλι ήτανε σαν πλάσμα ζωντανό που το παράδωσαν στη λύσσα του όχλου. Το σκούνταγαν με μανία, το βάραγαν, τ’ ανασηκώνανε στον αέρα, χάμου το βροντούσανε, το ποδοπατούσαν… Και το αλαλητό των στοιχείων, έχθρα ξαπολυμένη, έζωνε τα κορμιά τους, παραλύοντας την ψυχή.

Μια άγρια, αποτρόπαιη κραυγή, από κείνες που οι ανεμοζάλες, κουβαλάνε κάποτε, άγνωστο πώς, μέσα στη μάνητά τους, έπεσε χτυπώντας τα φτερά της πάνω στο καράβι…»

Τζόζεφ Κόνραντ, Τυφώνας, μετάφραση Άγγελου Τερζάκη

*

Joseph Conrad’s Nan Shan in Typhoon, watercolor. Copyright Richard C. Moore

~.~

Εδώ μπορεί κανείς να δει την πρώτη έκδοση, με τις εικονογραφήσεις, στο περιοδικό Pall Mall, Ιαν.-Μάρτ. 1902

Πρώτη δημοσίευση: iliasmalevitis.wordpress.com

~.~

*

(περισσότερα…)

Άγριο σώμα

*

Την τρίτη νύχτα επιτέλους στάθηκε ένα σύννεφο μπροστά στο φεγγάρι και κινήσαμε να φύγουμε – ο Θεός ξέρει για πού. Ο αδελφός Δομήνικος ξεπετάχτηκε μπροστά και βάλθηκε να προχωρά στα τυφλά, λες και στην άλλη άκρη του απόλυτου σκοταδιού θα έβρισκε τη σωτηρία μας. Του ψιθύρισα μια και δυο, αλλά στο τέλος έκλεισα το στόμα μου κι απλά τον ακολούθησα, παρότι ήξερα πως δεν είχε ιδέα πού πήγαινε. Το άγριο σώμα του άνοιγε δρόμο μέσα στη βλάστηση.

Πίσω από τα δέντρα με τα άθεα ονόματα άκουγα όλο ήχους και πατημασιές. Δεν άντεχα καν να πλάσω στο μυαλό τις χλωμές φάτσες αυτών που ήθελαν να μας βλάψουν. Υπάρξεις με πρόσωπα αξεχώριστα, που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να μάθουν τον Λόγο του Θεού, τώρα είχαν γίνει οι κυνηγοί μας. Κοιτούσα από δω κι εκεί μήπως και κατάφερνα να φυλαχτώ αν ορμούσαν, αλλά με φρίκη σκέφτηκα πως απλώς μας έσπαγαν τα νεύρα. Μπροστά μου, σε σταθερή απόσταση όσο είχα αντοχή, ο αδελφός Δομήνικος ξάνοιγε δρόμο, ίδιος πανικόβλητη αντιλόπη. (περισσότερα…)

Ένα στραβό χαμόγελο

*

Η κλήση που δέχτηκα ένα χειμωνιάτικο βράδυ ήταν απρόσμενη. Ένας παλιός φίλος ήθελε να βρεθούμε. Δεν έφερα αντίρρηση – είχα καλές αναμνήσεις. Μου εξήγησε με ειλικρίνεια την κατάσταση. Ήθελε λίγη παρέα, κάποιον να μιλήσει. Τους τελευταίους μήνες η μάνα του πάλευε με τον καρκίνο.

Είπα στη γυναίκα μου ότι θα βγω. Ανησύχησε. Είχε απαγόρευση κυκλοφορίας. Με παρακάλεσε να συμπληρώσω το χαρτί εξόδου, «έτσι, για μάτια του κόσμου, σε περίπτωση που πέσεις σε έλεγχο». Της είπα όχι. Δεν επέμενε, ήξερε τις απόψεις μου. Βγήκα στη νύχτα, στην έρημη πόλη.

Το σπίτι του φίλου ήταν κοντά – πέντε λεπτά απ’ το δικό μας. Τον αντίκρισα με τη μάσκα στο πρόσωπο. Απέφυγε τη χειραψία. Δεν είπα τίποτα. Έφτιαξε καφέ και καθίσαμε στο σαλονάκι. Κάθισε σε απόσταση και κατέβασε τη μάσκα στο σαγόνι. Άρχισε να μου λέει τα δικά του.

«Από τη γλώσσα ξεκίνησε, το πιστεύεις;» μου είπε, ανήμπορος ακόμα να το δεχτεί, να το πιστέψει, σαν να μην μπορούσε να καταλάβει πώς και γιατί η αρρώστια είχε ξεκινήσει από κει, από τη γλώσσα. (περισσότερα…)

Στη διαπασών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Από παιδί είχε μανία με την ησυχία. Μωρέ και τρίχα να ’πεφτε στο πάτωμα θα την άκουγε. Μια νύχτα μάτι δεν έκλεισε, γιατί δεν τον άφηνε η καρδιά του που χτυπούσε! Οι ωτασπίδες πρώτα στο πορτοφόλι, τα προφυλακτικά μετά. Κι απορούσαν οι πάντες, έτσι που τον τρέλαιναν οι θόρυβοι, πώς ζουρλαίνονταν για το κυνήγι. «Μπαμ» και «μπουμ» όλη μέρα δεν του σπάνε τα τύμπανα; Δεν του τσιτώνουν τα νεύρα;

Εκείνη την Κυριακή είχαν γλέντι στον περιφερειακό. Οι γύφτοι πάλι έκαιγαν το πελεκούδι. Ξεκίναγαν απ’ το γιόμα και το τράβαγαν ως το συρίπωμα. Πήγαινε το σκυλοκλάρινο σύγνεφο. Η ένταση στην διαπασών. Τα ντεσιμπέλ στο κόκκινο.

Δυο χιλιόμετρα απ’ το σπίτι του το νταβαντούρι, αλλά ήταν σαν να βάραγαν τα κλαπατσίμπαλα στ’ αυτιά του. Συνήθως έλειπε στο κυνήγι, και γυρνούσε όσο αργότερα μπορούσε για να γλυτώσει το ντίρι-ντίρι. Σήμερα, όμως, είχε ένα πόνο στην μέση από κάτι ξύλα που έκοψε χτες, και δεν πήγε να κόψει την ανάσα από καμιά κύκλα.

Προσπάθησε να το αντιμετωπίσει με ψυχραιμία. Κλειδαμπαρώθηκε μέσα. Διπλά τζάμια, τρίδιπλα στην κάμαρή του, αλλά πάπαλα! Το στρίγκλισμα των κλαρίνων κοντά. Τόσο κοντά, που νόμιζε πως αν κλείσει τα μάτια θα χόρευαν οι γυφτοπούλες τσιφτετέλι στα βλέφαρά του. Δοκίμασε τις ωτασπίδες. Λίγο καλύτερα, όμως το «ντάπα-ντούπα» εξακολουθούσε, υπόκωφο, ύπουλο, σαλιάρικο, σαν φίδι που έρπει στους κοχλίες των αυτιών του. (περισσότερα…)

Μια γενναιόδωρη γυναίκα

*

Στα τριάντα μου ένοιωθα σιγά-σιγά να λυγίζω, εθισμένος στην παραίτηση, προδομένος απ’ τον εαυτό μου, ξεχασμένος απ’ όλους. Ήταν μια ακόμα περίοδος ανέχειας και φτώχειας – χειμώνας, με ένα επίδομα ανεργίας 360 ευρώ, πολεμούσα να κρατήσω πεντέξι κατοστάρικα στην άκρη για να ξεγελώ τον εαυτό μου και να μπορώ να πάω σε γιατρό αν κάτι σοβαρό γινόταν. Φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι, όλοι εξαφανισμένοι – τόσες κλήσεις αναπάντητες και κάτι τυχαίες συναντήσεις που γίνονταν υποσχέσεις που ποτέ δεν τηρήθηκαν. Δεν επέμενα – είχα και μια αξιοπρέπεια. Μακαρόνια, ψωμί, αυγά, καφές και μια φορά τη βδομάδα ένα κιλό φτηνή τροφή για τις γάτες της γειτονιάς – τίποτε άλλο δεν αγόραζα. Τα ρούχα μου μιλούσαν από μόνα τους – η φτώχεια δεν κρύβεται.

Όλη μέρα έμενα κλεισμένος στο σπίτι και το βράδυ, αν ο καιρός το επέτρεπε, έκανα μεγάλες, άσκοπες βόλτες. Αλλά ο χειμώνας ήταν σκληρός, ανελέητος, επίμονος – βροχές και κρύα εναλλάσσονταν και το κλείσιμο στο σπίτι κάποια βράδια κόντευε να με τρελάνει. Έβλεπα τηλεόραση, χανόμουν σε ρεμβασμούς, μετρούσα τις στιγμές που χάνονταν, αναρωτιόμουν γιατί ζούσα, μου φαινόταν παράξενο που υπήρχε ο κόσμος. Είχα και κάτι βιβλία, ήταν μια παρηγοριά, αλλά ήτανε στιγμές που κοίταζα γύρω μου το δωμάτιο και φούσκωναν μέσα μου δάκρυα που δεν τ’ άφηνα να κυλήσουν.

Τα βράδια κατέβαινα και τάιζα τις γάτες, σχεδόν στα κρυφά – είχαμε και κάποιους που δεν τις ήθελαν στη γειτονιά. Ανάμεσα στ’ άλλα ο ύπνος μου είχε γίνει άστατος, χαοτικός. Είχα δοκιμάσει όλα τα ωράρια ύπνου και το βιολογικό μου ρολόι ήταν στα πρόθυρα της καταστροφής. Κοιμόμουν στις έξι το πρωί και ξυπνούσα στις δύο το μεσημέρι. Ή από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι το βράδυ στο κρεβάτι και μετά όρθιος όλη νύχτα μέχρι αργά το πρωί. Κάποιες μέρες κοιμόμουν με δόσεις και δεν ήξερα τι μου γινόταν. Σωματικά τις περισσότερες μέρες ήμουν ράκος και ένα πλάκωμα στο στήθος δυσκόλευε την αναπνοή και έκανε το μυαλό μου να πλέκει σενάρια ξαφνικού επικείμενου θανάτου. Τα βράδια που ο καιρός ήταν υποφερτός και έβγαινα έξω όλο και κάτι περίεργο εμφανιζόταν μπροστά μου, από τύπους που έψαχναν σεξ στα όρθια σε κάποιο πάρκο μέχρι και ένα νεαρό παιδί που το έβλεπα να μιλά με τους τοίχους – την πρώτη φορά νόμιζα πως έκανα λάθος αλλά τις επόμενες φορές που τον συνάντησα σιγουρεύτηκα ότι πράγματι μιλούσε με τους τοίχους. (περισσότερα…)

Ο φετινός παράδεισος

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Αναζητεί τη διαφορά ανάμεσα στο αλπικό τοπίο και το παράθυρό της και δεν τη βρίσκει. Βιντεοσκοπεί με το κινητό της τα έλατα που έχουν ακόμα πάνω τους τις στάλες της χθεσινής βροχής, τα ανεβάζει στο Instagram και κοιτάζει τα σχόλια από κάτω. Οι άλλοι βλέπουν λεπτομέρειες που η Άννα δεν μπορεί να εντοπίσει. Κάθε καλοκαίρι, κάθε τοπίο της φαίνεται το ίδιο, μια δοκιμασία. Τα συνέδρια και οι εαρινές ημερίδες είναι η δική της κατασκήνωση, κάθε χρόνο περιμένει την ετυμηγορία, πού θα βρεθεί μαζί του, σε ποιον παράδεισο. Φέτος είναι οι Ελβετικές Άλπεις. Προσκεκλημένος ομιλητής σε ένα συνέδριο με τίτλο Golden Visa: Ένα ζήτημα συνταγματικότητας. Τι σε χρειάζονται εσένα εκεί, τον ρώτησε πριν ξεκινήσουν. Δεν ξέρω, πάμε διακοπές. Κλειδωμένη σε ένα ακριβό δωμάτιο με υπέροχη θέα, πλήττει. Αντιλαμβάνεται ότι δεν διαφέρει από τους ομαδάρχες της (δικηγόρους, μεσίτες, συμβολαιογράφους), όταν αναγκάζεται να μπει στην αίθουσα συνεδριάσεων. Όλοι κοιτάζουν με ανυπομονησία το πρόγραμμα, το ρολόι τους, πόσοι ομιλητές έμειναν, πόσος χρόνος πέρασε, πότε μπορούν να βγουν από εκεί, να διασκεδάσουν, να φάνε και να πιούνε από το μπαρ του ξενοδοχείου. Πριν ο τελευταίος ομιλητής κλείσει την ομιλία του, πριν καν το προεδρείο απευθύνει χαιρετισμό, σκορπίζουν, βγαίνουν τρέχοντας από την αίθουσα.

Το σημερινό πρόγραμμα ξεκινάει με εκδρομή στη φύση πριν τις απογευματινές ομιλίες, μια ιδέα ενός από τους χορηγούς του συνεδρίου. Μια δύναμη που δεν την κατανοούν και μια όρεξη που σβήνει γρήγορα τους βγάζει από το δωμάτιό τους, τους φέρνει πιο κοντά στη θέα που η Άννα βλέπει άυπνη από το παράθυρό της όλη τη νύχτα. Όταν συναντιούνται στη σάλα τα μάτια τους λάμπουν από χαρά, συζητούν για το τοπίο, τα έλατα. Αν μείνουν για λίγο μόνοι, χωρίς συνομιλητή, χωρίς κάποιον για να ανταλλάξουν ένα βλέμμα, μια προσδοκία, βουλιάζουν στον καναπέ και περιμένουν μια κουβέντα για να λάμψουν τα πρόσωπά τους πάλι. Επιτέλους ο ξεναγός δίνει το πρόσταγμα. Πρέπει να ξεκινήσουμε. Την εντολή του την αντιλαμβάνονται ως σύνθημα για να συνεχίσουν τις συζητήσεις τους για την εκδρομή. Θα είναι υπέροχα.

Ο πατέρας της τη σέρνει από το χέρι κακοδιάθετος. Είναι πιο κακοντυμένος από όλους. Φοράει μια ξεθωριασμένη γκρι βερμούδα και ένα κίτρινο πόλο μπλουζάκι και μουρμουρίζει, λάθος, λάθος, λάθος. Ίσως την κρατάει έτσι δεμένη, για να νομίζουν ότι μιλάει σε κάποιον. Βλέπουν ένα ζευγάρι που κατηφορίζει το ίδιο μονοπάτι. Αυτοί δεν μιλούν καθόλου, ούτε κοιτιούνται, δεν τους έφερε κάποιο πρόγραμμα εδώ. Έχουν έναν σκύλο, έναν ποιμενικό, αυτόν φαίνεται να ακολουθούν. Όταν ο σκύλος τους πλησιάζει ο πατέρας της Άννας του κάνει χαρούλες, απλώνει το μπατόν, δήθεν για να τον χαϊδέψει, ξέρει ότι δεν επιτρέπεται εδώ αυτό, παρόλα αυτά προσποιείται το χάδι, πλησιάζει το χέρι στο ζώο και ύστερα το απομακρύνει. Αρκετοί από το γκρουπ που βρίσκονται πίσω του τον μιμούνται, απλώνουν χέρια ή μπατόν στον αέρα, χαμογελάνε, τα παίρνουν πίσω. Το σκυλί συνεχίζει το δρόμο του. Από πίσω το σιωπηλό ζευγάρι. (περισσότερα…)

Οι μεταφυσικές αγωνίες μιας λιβελούλας

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Ένας θόρυβος, σαν φτερουγίσματα. Ξέρεις τι είναι. Άλλη μία λιβελούλα μπήκε από το παράθυρο και παγιδεύτηκε στο φωτιστικό πάνω από το κεφάλι σου. Αφήνεις το βλέμμα σου να ακολουθήσει τις τροχιές που διαγράφει η σκιά γύρω από τη λάμπα.

Σήμερα το πρωί, λίγο μετά την ανατολή, βγήκε από το κουκούλι της. Στάθηκε να δροσιστεί σ’ ένα λακκάκι με νερό, σ’ εκείνον τον βράχο, στον κήπο του κινηματογραφόφιλου και βαθιά θρησκευόμενου γέρου γείτονά σου. Κάθε βράδυ, την ίδια ώρα, βγαίνει στον κήπο και ποτίζει τον κατάξερο βράχο.

Ο υπνωτιστικός χορός της σκιάς ακολουθεί πλέον τον ρυθμό της μουσικής σου. Φέρνει βόλτες γύρω από τη λάμπα, όπως εκείνη η κατσαρίδα γύρω από το πιάτο. Η μυρωδιά νεκρών εντόμων δείχνει το δρόμο. Ένα κουκούλι από φως πυρακτώσεως.

Στο τέλος, με μία απαλή κίνηση, πατάς τον διακόπτη και σβήνεις το φως, όπως κάνεις για κάθε παγιδευμένο τετέλεσται, σαν να ντρέπεσαι λίγο.

Στο σκοτάδι, τα φώτα των διερχόμενων αυτοκινήτων χαράζουν γραμμές πάνω στο σώμα σου. Ξανά και ξανά και ξανά… Με βέβαιη τυχαιότητα.

Λίγες ώρες μόνο μέχρι το τελετουργικό της ανατολής. Και της δύσης. Και της ανατολής…

Αύριο βράδυ, μία άλλη λιβελούλα θα ακολουθήσει το ίδιο χημικό μονοπάτι προς τη λάμπα πάνω απ’ το κεφάλι σου. Ο γέρος θα λείπει κι ένα οριγκάμι με άρωμα ντατούρας θα έχει ανθίσει πάνω στον βράχο. Θα σταθεί να το μυρίσει, λίγο πριν σε επισκεφθεί.

Κι εσύ ξέρεις πως αν τολμήσεις να έχεις ανοιχτό το παράθυρο, θα προσγειωθεί στο περβάζι, θα σε παρατηρήσει για μερικά δευτερόλεπτα και με λίγα παιξίματα του κεφαλιού της θα τινάξει από τις κεραίες της την τελευταία ανατολή των κόσμων. Οι πλανήτες θα γίνουν οματίδια μ’ ένα νήμα βολφραμίου στον πυρήνα τους κι εσύ μέσα στο δωμάτιο θα χορεύεις σε κύκλους γύρω από την λάμπα. Τα αυτοκίνητα θα περιφέρουν τα φώτα τους γύρω από το αόρατο κέντρο της πόλης και η πόλη θα κυλάει σιωπηλά γύρω από το αόρατο κέντρο του ηλιακού συστήματος.

Τροχιές αμείλικτης βεβαιότητας, χωνεύοντας ακόρεστα χιλιετηρίδες μέχρι να μουδιάσουν τα πόδια σου από την εξάντληση και να αποδεχτείς ότι το περιήλιο του Ερμή θα αψηφάει πάντα τους καλύτερους υπολογισμούς σου.

Και τότε όλα θα παγώσουν. Ημιλιπόθυμος, πάνω στο ζεματιστό γυαλί, με μία μυρωδιά κρεματορίων στα ρουθούνια, θα δεις ένα-ένα όλα τα φωτογενή νήματα να εξαϋλώνονται και θα παρακολουθείς με τρόμο τον ήλιο να εξαντλεί τα πυρηνικά του αποθέματα.

Μην ανησυχείς. Απαλά, αλλά χωρίς ντροπές, η λιβελούλα πέταξε μέχρι τον απέναντι τοίχο και έκατσε πάνω στον διακόπτη.

Φωτογραφία Χαρίδημος Μπάρκας

*

 

Δίχως χάρτη

*

Ο Χάρτης ήταν ένα από τα γατάκια που κατοικοέδρευαν στην αυλή. Πέντε τον αριθμό, σε κανένα δεν έδωσε όνομα εκτός απ’ αυτό. Όλα ίδια με τη μάνα τους. Στο σκοτάδι, όταν θηλάζανε, νόμιζε πως ήταν κάποιο ξεκούρδιστο μουσικό όργανο, μαύρο με άσπρα πλήκτρα – γιατί μαυρόασπρα ήταν όλα. Ένα μόνο ξεχώριζε, με απλωμένο τόσο ακανόνιστα το μαύρο χρώμα σε όλο το μουτράκι του, που έμοιαζε με ζωντανή αποτύπωση του χάρτη ενός άγνωστου προς το παρόν πλανήτη. Η χρωματική συμμετρία, που κατά κανόνα χαίρει εκτίμησης από τους ανθρώπους, όταν διαλέγουν κατοικίδιο, απουσίαζε παντελώς. Κανείς δεν μπορούσε να πει για τον Χάρτη: «Τι χαριτωμένο! Σαν να φοράει λευκά καλτσάκια». Ή: «Για δες τι φτιάχνει η φύση! Μια ολόλευκη καρδιά στο στήθος του!» Και σαν να μην έφτανε η χαοτική αταξία στην οποία παρέπεμπαν τα σχέδιά του, κανένας γνωστός τουλάχιστον τόπος δεν αποτυπωνόταν στη μορφή του, όσο κι αν τον παρατηρούσε.

Δεν γνώριζε αν, ακριβώς εξαιτίας αυτής της κραυγαλέας ασυμμετρίας των χρωματικών του μοτίβων, τον προίκισε άθελά της με χαρακτήρα, μόνο και μόνο εκ του γεγονότος ότι αυτόν ονομάτισε, ενώ οι αδελφές του –κατά σύμπτωση ήταν το μόνο αρσενικό– ήταν απλώς «τα γατάκια». Το σίγουρο είναι πως όλο για αυτόν μιλούσε: ο Χάρτης άνοιξε τα μάτια του, ο Χάρτης πήδηξε από το καλάθι, ο Χάρτης χώθηκε κρυφά στο σπίτι και κρύφτηκε. Πάντα ο Χάρτης. Πολύ σπάνια πρόσεχε τα μικρά κατορθώματα των αδελφών του, παρότι εξίσου χαριτωμένες με αυτόν. Οι οποίες, όλως παραδόξως, όσο λιγότερη προσοχή τους έδινε, τόσο πιο γρήγορα εξημερώνονταν. Ούτε έτρεχαν να κρυφτούν μόλις την έβλεπαν, ούτε αρνούνταν τυχόν χάδια. Ο Χάρτης αντίθετα, παρά την πολλαπλάσια προσπάθειά της, παρέμενε αγρίμι.

Ίσως αυτό να τον προφύλαξε από την άτυχη συνάντηση με τον σκύλο του σπιτιού. Αυτός, μολονότι εξοικειωμένος με τη γάτα της, ήταν περιορισμένος καλού-κακού, για να μη βλάψει τα άγνωστά του γατάκια της. Παρόλα αυτά δύο από τα πιο φιλικά, τον πλησίασαν χωρίς κανένα ένστικτο επιβίωσης. Δεν μπορούσε αλλιώς να εξηγήσει πώς έκαναν την αποκοτιά να πλησιάσουν από μόνα τους τον ορκισμένο εχθρό του είδους τους. Έμειναν τρία. Έπρεπε πάση θυσία να τους βρει νέο σπίτι, πράγμα σχεδόν ακατόρθωτο με τόσα αδέσποτα γατιά που κυκλοφορούν στους δρόμους. Ένας ήταν ο τρόπος, σκέφτηκε: το ίνσταγκραμ της φοιτήτριας κόρης της. (περισσότερα…)

Ο άγγελος των βροχών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό, είχα την Τιμή να υπηρετήσω υπό τας διαταγάς ενός αληθινού ευπατρίδη, του πλωτάρχη Δημήτρη Ντούλια. Αξιωματικός βαθιά καλλιεργημένος. Φιλόπατρις, με την ευγενέστερη αντίληψη περί ιδεωδών και ελληνισμού. Καταγίνονταν μάλιστα και με την φιλολογία.

Έπεσε στην αντίληψή του μια συλλογή διηγημάτων μου και με φώναξε στο γραφείο του. Από τότε γίναμε σχεδόν φίλοι. Όποτε βρισκόμαστε, ξεκίναγε με το στερεότυπο: «Τι καινούργιο έχεις να μου διηγηθείς;» Κι εγώ ξεσκόνιζα την μνήμη μου και του αράδιαζα παραμύθια, ιστορίες και θρύλους του νησιού μου. Έβαζα και λίγο αλατοπίπερο και περίμενα την εντύπωση που του έκαναν.

Εκείνος άναβε την πίπα του, μισόκλεινε τα μάτια και ταξίδευε ανάμεσα στους καπνούς, λες και διάβαινε με το καράβι του μέσ’ απ’ την ομίχλη. Πού και πού διέκοπτε την αφήγηση για να κάνει μια παρατήρηση, όπως θα έδειχνε έναν ύφαλο στον υποπλοίαρχο. Ενίοτε θαύμαζε με το στόμα ορθάνοιχτο, καθώς θα ’κανε σε μια πετυχημένη βολή του κανονιού ή βλέποντας, κατά την πλοήγηση, στον νυχτερινό ουρανό τον Πολικό Αστέρα, που από οποιοδήποτε σημείο κι αν τον παρατηρήσεις δείχνει πάντοτε τον πραγματικό Βορρά.

Όπως κάθε φορά, έτσι κι αυτή, αφού με κάλεσε στο γραφείο του εκείνη την μέρα και μ’ έβαλε να καθίσω στην δερμάτινη πολυθρόνα απέναντί του,  κερνώντας με τσάι του βουνού και κουλουράκια γλυκάνισου, με ρώτησε: (περισσότερα…)

1947: Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ στη λογοτεχνία

*

Πώς αποτυπώθηκε στην εβραϊκή και την παλαιστινιακή λογοτεχνία η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1947, μετά την απόφαση 181 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, και οι απαρχές της μετέπειτα σύγκρουσης; Ο Ηλίας Μαλεβίτης ανθολογεί αποσπάσματα δύο μυθιστοριογράφων: του Εβραίου Αμός Οζ και του Παλαιστίνιου Ελίας Χουρί.

~.~

Τα μεσάνυχτα, λίγο πριν τελειώσει η ψηφοφορία, ξύπνησα […] Σαν μέσα σε ένα εφιαλτικό όνειρο στέκονταν στριμωγμένες, σιωπηλές και ακίνητες, κάτω από το φως των φαναριών του δρόμου, στην αυλή μας, και στις γειτονικές αυλές, στα πεζοδρόμια, στο δρόμο, άπειρες στητές σκιές, σαν μια πελώρια συγκέντρωση από ασάλευτα φαντάσματα μέσα σε εκείνο το χλομό φως, πάνω σε όλα τα μπαλκόνια, εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες και ούτε το παραμικρό θρόισμα, γείτονες και γνωστοί και ξένοι, άλλοι με τις πιτζάμες, άλλοι με σακάκια και γραβάτες, εδώ και εκεί μερικοί άνδρες με ρεπούμπλικες ή κασκέτα. Γυναίκες με ακάλυπτα κεφάλια και άλλες με ρόμπες και κεφαλομάντιλα, στους ώμους πολλών ήταν καβάλα κοιμισμένα παιδιά, που πάλι, κάπου στο βάθος του πλήθους μια γριά καθισμένη σε ένα σκαμνάκι ή ένας υπερήλικος που τον είχαν κουβαλήσει έξω στο δρόμο με την καρέκλα του. Όλη αυτή η κοσμοσυρροή λες και είχε πετρώσει εκεί, μέσα στην τρομακτική νυχτερινή σιωπή, σαν να μην ήταν αληθινοί άνθρωποι, αλλά εκατοντάδες σκούρες σιλουέτες ζωγραφισμένες πάνω στον καμβά του σκοταδιού που τρεμόσβηνε. Σαν να είχαν όλοι πεθάνει όρθιοι. Ούτε λαλιά ούτε βήχας μια πατημασιά. Κουνούπι δεν βούιζε εκεί. Μόνο η βαθιά και τραχιά φωνή του Αμερικανού εκφωνητή που ξεσπούσε από το ραδιόφωνο στη διαπασών και τραντάζει το νυχτερινό αέρα, ίσως να ήταν η φωνή του Οσβάλντο Αράνια από τη Βραζιλία, του προέδρου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Το ένα μετά το άλλο, διάβαζε τα ονόματα των τελευταίων κρατών στη λίστα, σύμφωνα με την αγγλική αλφάβητο, κι αμέσως επανερχόταν και βροντοφώναζε στο μικρόφωνο τις απαντήσεις των εκπροσώπων τους. Γιουνάιτεντ Κίνγκντομ: άμπστενς. Γιούνιον οφ Σόβιετ Σοσιαλίστ Ρεπάμπλικς: γιες. Γιουνάιτεντ Στέιτς: γιες. Ουρουγουάη: ναι. Βενετσουέλα: ναι. Υεμένη: όχι. Γιουγκοσλαβία: απέχει.

Ύστερα η φωνή κόπηκε μεμιάς. Και ξαφνικά μια σιωπή από άλλους κόσμους κατέβηκε και πάγωσε όλο το θέαμα, μια σιωπή τρομαχτική, καταστροφική, μια σιωπή άπειρων ανθρώπων με κομμένη την ανάσα, που σαν αυτή δεν άκουσα ποτέ στη ζωή μου, ούτε πριν από εκείνη τη νύχτα ούτε μετά. (περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Βιάννος

*

Το Ολοκαύτωμα (ή Σφαγή) της Βιάννου αναφέρεται στις μαζικές εκτελέσεις κατοίκων και καταστροφές πάνω από 20 χωριών στις περιοχές της Βιάννου και της Ιεράπετρας στο νησί της Κρήτης από Γερμανούς Ναζί κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η διαταγή που δόθηκε ήταν η εξής: «Καταστρέψατε την επαρχία Βιάννου. Εκτελέσατε πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες που είναι πάνω από 16 ετών καθώς και όλους όσοι συλλαμβάνονται στην ύπαιθρο, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας». Την Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα του Τιμίου Σταυρού, έβαλαν φωτιά στον Πεύκο και την Σύμη. Ταυτόχρονα επιδόθηκαν σε μαζικές εκτελέσεις, λεηλασίες, βανδαλισμούς και κατεδαφίσεις στα υπόλοιπα χωριά: Κεφαλοβρύσι, Κάτω Σύμη, Αμιράς, Πεύκος, Βαχός, Άγιος Βασίλειος, Άνω Βιάννος, Συκολόγος, Κρεββατάς, Καλάμι, Λουτράκι της Βιάννου, Μύρτος, Γδόχια, Ρίζα, Μουρνιές, Μύθοι, Μάλλες, Χριστός και Παρσάς – Μεταξοχώρι. Οι εκτελέσεις, που πραγματοποιήθηκαν από μονάδες της Βέρμαχτ, είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους καταγεγραμμένα 461 άτομα, μεταξύ αυτών έγκυες και ανάπηροι, ενώ υποστηρίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των νεκρών ξεπερνά τους 500. Οι εκτελέσεις διατάχτηκαν από τον στρατηγό Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ, που έμεινε γνωστός και ως ο Σφαγέας της Κρήτης, σαν αντίποινα για δράσεις της Κρητικής Αντίστασης. Το Ολοκαύτωμα της Βιάννου θεωρείται το δεύτερο μεγαλύτερο της Ελλάδας μετά από αυτό των Καλαβρύτων.

Wikipedia

~.~

Κρυμμένος πίσ’ απ’ τους θάμνους, είδε τους Γερμανούς στρατιώτες να εισβάλουν  στο αγρόκτημα του Αργουλίδα. Κρατούσαν τα πολυβόλα στα χέρια και βάδιζαν αργά προς την μικρή αγροικία. Ο επικεφαλής έκανε νόημα στους δύο προπορευόμενους. Εκείνοι κλώτσησαν με τις βαριές αρβύλες τους την ξύλινη πόρτα και τα πολυβόλα γάζωσαν το σκοτεινό άνοιγμα. Κιχ δεν ακούστηκε από μέσα. Μπήκαν στο σπιτάκι κι άρχισαν να ψάχνουν. Σε μια γωνιά βρήκαν τις βούργες – τα σακίδια με τα τρόφιμα – και μια Αγγλική Μέθοδο.

«Προορίζονταν για τους αντάρτες!» βρυχήθηκε ο αξιωματικός. Και διέταξε: «Κάντε το κτήμα φύλλο και φτερό!»

Σε λίγο έφεραν μπροστά του τρία παιδιά, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι.

«Τα βρήκαμε κρυμμένα, κύριε λοχαγέ!» έδωσε αναφορά ένας ψηλός λοχίας με γυαλιά.

Ο λοχαγός πλησίασε:

«Μην φοβάστε, δεν θα σας κάνω κακό, όπως βλέπετε μιλώ την γλώσσα σας, αγαπώ την Ελλάδα!» Και στρεφόμενος προς τον οδηγό του τζιπ είπε: «Φέρε σοκολάτες για τους μικρούς μας φίλους!»

Εκείνος εκτέλεσε την διαταγή στο λεπτό. Τα παιδιά δεν κουνήθηκαν απ’ την θέση τους.

«Δεν σας αρέσουν οι σοκολάτες;» ρώτησε ο Γερμανός.

Ο λοχίας του ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί κι εκείνος διέταξε και πάλι:

«Φαγητό, φέρτε αμέσως φαγητό! Πρώτα να φάνε και μετά οι σοκολάτες. Δεν βλέπετε τα ποδαράκια τους, που είναι σαν καλάμια από την πείνα;»

Κονσέρβες με κρέας και φρέσκο ψωμί αφέθηκαν στα πόδια των παιδιών. Εκείνα ακούνητα. (περισσότερα…)

Πεταλίδα

*

Ίσως αναζητούσε την εμπειρία. Ίσως πάλι να θέλησε να δοκιμάσει την τόλμη της. Έτσι βρέθηκε να κάθεται στον μικρό αλλά με κοφτερές μύτες βράχο στα δέκα μέτρα από την ακτή. Πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Γλυκιές και η θάλασσα βάλσαμο. Ο βράχος στη μονοτονία του. Οι παρέες εφήβων που συναγωνίζονταν στα μακροβούτια από την κορυφή του ασκούνταν τώρα στις αυλές των ιδρυμάτων εκπαίδευσης. Έτσι ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε να τον πολιορκούν τρία σώματα γυναικών.

Οι φωνές τους σήκωσαν κυματάκια που μου έφεραν ανατριχίλα.  Τα σώματα κρατούσαν απόσταση ενός μέτρου από μένα. Έκαναν τον γύρο μου δυο τρεις φορές, άλλοτε πλησιάζοντας περισσότερο άλλοτε όχι. Παρατηρούσαν τα έμβρυα μύδια και τις πεταλίδες που ήταν κολλημένα στο σώμα μου. Έβγαλαν κραυγές ενθουσιασμού όταν μία από τις τρεις είδε ένα καβουράκι που ξαφνιασμένο βρήκε καταφύγιο στην πρώτη κόχη μου. Συνέχισαν να κωπηλατούν με τα χέρια τους και να με γυροφέρνουν. Οι δυο βαρέθηκαν και με απλωτές απομακρύνθηκαν. Με ξάφνιασε το άγγιγμα της τρίτης. Τα δάχτυλά της χώθηκαν στις μικρές οπές μου που ήταν ακριβώς στο μέγεθός τους. Έδειχνε αποφασισμένη και αυτή την πρόθεσή της τη βεβαίωσε το πέλμα του ενός ποδιού της που με δύναμη πίεσε το σώμα μου. Ακολούθησε και το άλλο και τα δάχτυλα των χεριών μετατοπίστηκαν στις πιο πάνω κοφτερές μου οπές. Χωρίς κλυδωνισμούς σήκωσε το σώμα της σωστό ιστίο πάνω μου. Ζύγιασε το ύψος, το βάθος μα περισσότερο την τόλμη της. Εγώ άφωνος περίμενα την εξέλιξη με βεβαιότητα αναβολής ενός πηδήματος. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζήτημα να έζησα πάνω από δέκα μακροβούτια εφήβων γυναικών. Ήταν αλήθεια διαφορετικά από αυτά των αγοριών. Να όπως ας πούμε διαφέρει το μακροβούτι του Ποσειδώνα από αυτό μιας γοργόνας που η ουρά της σε πνίγει αλλά και σε νεκρανασταίνει.

Περίμενα με κομμένη την ανάσα. Τα μύδια και κάθε είδους πεταλίδα σφίχτηκαν εντελώς πάνω μου. Τα καβουράκια εξαφανισμένα. Μόνο εκείνο το ξέμπαρκο χταποδάκι ξεμύτισε από την κρυψώνα του για να δει το μακροβούτι.

Τότε το είδαν οι άλλες δυο και «χταπόδι! Χταπόδι!” λες και μπροστά τους φάνηκε ο Άγιος Πέτρος! Κι αμέσως βουβάθηκαν. Ήταν η στιγμή που την είδαν όρθια πάνω μου. Το βλέμμα τους αδηφάγο. Θα βουτήξει; Όχι;

Το σώμα της δίπλωσε. θύμισε σπασμό που το έκοψε στα δυο. Τα γόνατα λύγισαν τα χέρια έψαχναν αγγίγματα ήπια να κρατηθούν. Αναζητούσε κατάλληλο σημείο να καθίσει, να στερεωθεί. Κι όταν το βρήκε τα πόδια της δοκίμαζαν θέσεις ασφαλείς ώστε σιγά να γλιστρήσει στο νερό χωρίς τραυματισμούς. Λίγο πριν αφεθεί στο νερό και με εγκαταλείψει, την ώρα που δύο χιλιόμετρα μακριά στον παρακείμενο οικισμό οι δείκτες του ρολογιού της εκκλησίας φιλιόντουσαν στο στόμα για τέταρτη φορά μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, οι ολόλευκοι διάπλατα ανοιγμένοι στον ήλιο  μηροί της σχημάτισαν την ομορφότερη πεταλίδα που με είχε ποτέ κατοικήσει.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΤΣΙΛΙΜΕΝΗ

*