ΝΠ | Δοκίμια

Μαντινάδα: Το “ρυθμικά σκεπτόμενο αίσθημα” της κοινότητας

*

Ο νους μου τα βουνά κρατεί  # 1
Γράφει ο Γιάννης Ματθαιουδάκης

Η λαϊκότητα της κρητικής υπαίθρου συνομιλεί με τον λόγιο, υψηλό στοχασμό για τα μεγάλα ζητήματα της καρδιάς και του κόσμου. Φιλόσοφοι και μαντιναδολόγοι κάθονται μαζί, στο ίδιο λιτό κρητικό τραπέζι. Η στήλη αφορά την περίπτωση της Κρήτης, αλλά στην οικουμενική της διάσταση. «Κάθε πολιτισμός ωστόσο είναι δυνάμει όλοι οι πολιτισμοί», δηλαδή βαθύριζες εκδηλώσεις λαϊκής ποίησης όπως π.χ. το ηπειρώτικο μοιρολόι, η ιταλική βιλανέλα, το μαλαϊκό παντούμ, το περσικό ρουμπάι. Στη μεταβατική εποχή μας, οι κοινές αναφορές, ο συλλογικός βίος, η αίσθηση του μέτρου και του ιερού, αμφισβητούνται από τις «διαλυτικές πνοές» ενός μαζικού, άρρυθμου, δήθεν εξορθολογιστικού τρόπου ζωής. Η μαντινάδα δεν μένει ανεπηρέαστη.

///

Ο νους μου τα βουνά κρατεί και μες τα δάση μπαίνει
κι όντε πετά στον ουρανό στα βάθη κατεβαίνει
Β. ΚΟΡΝΑΡΟΣ, Ερωτόκριτος
Στέκομαι μπροστά στο ψηλότερο βουνό μου και μπροστά στο μακρύτερο ταξίδι μου: γι΄αυτό πρέπει να κατέβω πιο βαθιά απ’ όσο κατέβηκα ποτέ… Αυτός είναι ο κίνδυνος μου: το ότι το βλέμμα μου ρίχνεται προς τα ύψη και το χέρι μου κρατιέται και στηρίζεται στα βάθη.
Φ. ΝΙΤΣΕ, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα

Ο έρωντάς σου τη ζωή την έκαμε καντάδα
και τραγουδεί τα κάλλη σου σε κάθε μαντινάδα!

Η «μαντινάδα» είναι λατινική λέξη και σημαίνει τραγούδι του πρωινού. Εμφανίζεται ως όρος ήδη από την αρχή της Ενετοκρατίας για να περιγράψει το ομοιοκατάληκτο δίστιχο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, αναπτύχθηκε και χρησιμοποιήθηκε στις ποιητικές συνθέσεις λόγιων ποιητών κατά τη μεσαιωνική περίοδο της ενετοκρατίας (Σαχλίκης, Δελλαπόρτας) και τελειοποιήθηκε στην αναγεννησιακή περίοδο του νησιού από τους Χορτάτση, Μπεργαδή, Τρωίλο, Φώσκολο και Κορνάρο.[1] Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ποιητές αυτοί αν και λόγιοι, με επιρροές από ιταλικά πρότυπα και μοτίβα της εποχής, συνέθεσαν τα έργα τους στο κρητικό ιδίωμα, αξιοποιώντας λαϊκά θέματα της Κρήτης. Μια θαυμαστή συνέργεια προφορικότητας και εγγραμματοσύνης. Αυτό καταδεικνύει ότι ο «ορίζοντας των προσδοκιών» τους, κατά την κριτική θεωρία[2], ήταν να διαβαστούν και να εκτιμηθούν αυτά τα έργα από το κοινό του νησιού.

Άλλαξαν γλώσσα κι έθιμα της Κρήτης οι Λατίνοι,
οι Αρκολέοι οι τωρινοί λέγονταν πρώτα Ursini,
Saturi οι Χορτάτσηδες, Columni οι Κολόνες,
Κλάδοι οι Ramuli γίνανε εδώ και κάτι αιώνες,
παλιότερα οι Μελισσηνοί λέγονταν Vespasiani,
οι Agliati είν’ πια Σκορδίληδες, Βλαστοί οι Papiniani.[3]

Τα διαμορφωτικά ίχνη της μαντινάδας ανάγονται ακόμη πιο πίσω στα βάθη του χρόνου, ως συνέχεια του αρχαίου κώμου και της ευρύτερης ελληνόφωνης ποιητικής παράδοσης. Ο Πρεβελάκης περιγράφει τη μαντινάδα με τον όρο «αρχαϊκή ρίμα». (περισσότερα…)

Η περίπτωση του Αλέξανδρου Σχινά

 

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Προδημοσίευση από το Eπίμετρο της νέας και συμπληρωμένης εκδόσεως της «Αναφοράς περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που θα κυκλοφορήσει αργότερα αυτήν την άνοιξη από τις Εκδόσεις της Εστίας.*

///

Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς ήταν ένας ιδιοφυής πρωτεργάτης του λογοτεχνικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, ολιγογράφος αλλά καίριος, και σήμερα εν πολλοίς λησμονημένος. Τα εκρηκτικά υπερλεξιστικά κείμενά του που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη το 1964 και το κορυφαίο βιβλίο του Αναφορά περιπτώσεων που κυκλοφόρησε το 1966 (επανεκδόθηκε τριπλασιασμένο το 1989 και ανατυπώνεται τώρα από τις εκδόσεις της Εστίας) υπήρξαν για την εποχή τους πρωτοποριακά, άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του και πλούτισαν απρόσμενα τον νεοελληνικό αφηγηματικό λόγο. Στην εποχή του η κριτική επισήμανε το ρηξικέλευθο για τα ελληνικά δεδομένα έργο του. Πολλοί θαύμασαν αυτό το έργο, πολλούς συνεπήρε, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν βρήκε συνέχεια, έμεινε στο στερέωμα σαν μια ειδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Όσο τα χρόνια περνούν, τα βιβλία εξαντλούνται, όπως και η διάχυση της λάμψης τους στις επόμενες γενιές. Η ανατύπωση της Αναφοράς περιπτώσεων δίνει τώρα την ευκαιρία στους νεότερους κυρίως αναγνώστες να ανακαλύψουν και πάλι ένα έργο που μοιάζει ατόφιο εξήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, να το ερμηνεύσουν με την ιδιοσυγκρασία της εποχής μας, να προσμετρήσουν από την αρχή την αξία του, να αποφανθούν οι ίδιοι αν στο παλιό κρυβόταν ο σπόρος του νέου.

Συνειδητή πρόθεση του Σχινά ήταν μια συναισθηματικά πλήρως αποφορτισμένη γλώσσα, μια γλώσσα μαθηματικής ακρίβειας, μια πρόζα τέλειου σχεδιασμού. Όπως στο κείμενο «Ενώπιον πολυβολητού», στο οποίο πειραματίζεται με μια ηλεκτρονική «αφηγηματική συσκευή». Της δίνει συνεχώς εναλλασσόμενες εντολές κι αυτή παράγει διαρκώς νέες εκδοχές του ίδιου θέματος ‒ ένα καλειδοσκόπιο αχαλίνωτης γλωσσικής ευφροσύνης. Το θέμα είναι εξαιρετικά απλό. Σε ένα γραφείο κάποιος αδέξιος υπαλληλίσκος θέλει να αστειευθεί και στρέφει τον χάρακά του εν είδει πολυβόλου κατά του έκπληκτου λογιστή Αμεδαίου, αλλά, μέχρις ότου η συσκευή με την παιδαριώδη ακόμα τεχνητή νοημοσύνη της καταφέρει να διηγηθεί το τετριμμένο αυτό συμβάν, γεμίζει πρώτα με τις αφηγηματικές σπουδές της εκατό σχεδόν σελίδες. Είναι αμέτρητες θαρρείς υφολογικές δοκιμές, περιπλανήσεις στα πιο διαφορετικά επίπεδα του λόγου, κατασκευές μικρών αυθύπαρκτων κόσμων.

Συσκευές και μηχανές υπήρξαν πολλές στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ο Αλφρέ Ζαρρύ επινόησε στο βιβλίο του Το υπεραρσενικό μια ηλεκτρική καρέκλα που ερωτεύεται τον παρθένο ήρωα, όμως τον σκοτώνει άθελά της μέσα στην ηλεκτροφόρα αγκαλιά της. Στην κατασκευή του Μαρσέλ Ντυσάν Μεγάλο ποτήρι, οι μνηστήρες θέτουν σε λειτουργία απλώς έναν τρίφτη σοκολάτας, κι ας περιμένει στον επάνω όροφο ξεγυμνωμένη κιόλας η νύφη. Και ο Φραντς Κάφκα μηχανεύεται στο βιβλίο του Στη σωφρονιστική αποικία μια δερματοστικτική συσκευή που χαράσσει στο γυμνό σώμα ενός απείθαρχου στρατιώτη το παράπτωμά του. Σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εφευρέσεις ενυπάρχει ένας ανεκπλήρωτος αισθησιασμός, γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «ασύζευκτες μηχανές» (machines célibataires). Η αφηγηματική συσκευή του Σχινά γίνεται σύμβολο ενός παθιασμένου έρωτα με τη γλώσσα που αναζητά τη λύτρωση, είναι σαν το αγωνιώδες ζουζούνισμα μιας απελπισμένης μύγας, κλεισμένης σ’ ένα χαρτόκουτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφουγκράζεται το ζουζούνισμα μέσα του και το δακτυλογραφεί. Πίσω πάντως από τη γεωμετρική αρμονία και εντέλεια της δακτυλογράφησης διαισθάνεται κανείς ένα απομονωμένο εγώ, έγκλειστο, που καγχάζει προκλητικά με τον έξω κόσμο. Η αφετηρία και η πεμπτουσία της ζωής και του έργου του Σχινά ήταν η αποξένωση του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο και η προσπάθεια λύτρωσης με την επινόηση νέων κόσμων, μέσα από ανανεούμενες γλωσσικές φαντασμαγορίες. (περισσότερα…)

Ἐπιστολή πρός τούς κριτάς

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 1

Ἐπιστολή πρός τούς κριτάς

Τό 1891 ἔλαβε μέρος στόν Φιλαδέλφειο Ποιητικό Διαγωνισμό ὁ εἰκοσιπεντάχρονος (;) Μιχαήλ Μητσάκης – ποιητής ἑλληνιστί καί κυρίως γαλλιστί, δημοσιογράφος, πεζογράφος, ταξιδιώτης, μετέπειτα τρόφιμος, κι αὐτός, τοῦ Δρομοκαΐτειου Πνευματικοῦ Ἱδρύματος, ἰδιόρρυθμος, ἀντιφατικός καί πλάνης – μέ τήν ὑπ’ ἀριθμόν 23, φέρουσα δέ τίτλο: Στίχοι Ἐλεύθεροι, ποιητική του συλλογή. Τό δέ πρῶτο, τιθέμενο ἐπικεφαλῆς, ποίημα τῆς ἐν λόγω συλλογῆς ἐπιγράφεται: Ἐπιστολή πρός τούς κριτάς (!) Τί ἀκριβῶς ἀπέστειλε, ὁ ἀθεόφοβος, πρός κρίσιν στήν ἐπιτροπή; Ἀπό τήν ἄλλη, ὁ βαρύτιμος καί λόγιος Ἄγγ. Βλάχος, ἐξέχουσα φυσιογνωμία τοῦ ἀθηναϊκοῦ ἑλληνίζειν τήν ἐποχή ἐκείνη, εἰσηγητής ἐν τῷ Ζαππείῳ Μεγάρῳ τῆς Ἔκθεσης τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἀγωνοδικῶν, ἀποφαίνεται πώς «ὀλίγοι μόνον [ἀπό τούς ἀποδυθέντες εἰς τόν συγκεκριμένο ἀγῶνα ποιητάς] δύνανται νά καταστῶσι λεπτομεροῦς λόγου ὑποκείμενον»[1]. Στούς ὀλίγους δέν συμπεριλαμβάνεται βεβαίως ὁ Μιχαήλ Μητσάκης. Δέν συγκαταριθμείται ὡστόσο σιωπηρῶς οὔτε καί σέ ἐκείνους, τούς πολλούς, πού τά προϊόντα τῆς ἐμμέτρου ποιήσεώς των κρίθηκαν, διά τό λόγον ἴσως ὅτι ἦταν κατάφορτα μέ κοινούς τόπους καί ἀνιαρές πεζολογίες, ἀνάξια νά λάβουν ἔγκριση βραβείου ἤ νά ἀνταμειφθοῦν ἔστω μέ ἔπαινο. Τουναντίον, ἡ ἔκθεση τῆς ἐπιτροπῆς, καί προσωπικά εἰκοτολογῶ τοῦ Ἄγγ. Βλάχου, ἐπιδαψίλευσε μέ ξεχωριστή μνεία στόν Μιχαήλ Μητσάκη τό βραβεῖο τοῦ χειρίστου συμμετέχοντος. Ἔλασσον βεβαίως λογοτεχνικό ζήτημα, χωρίς «ἐνδόξους θανάτους στρατηγῶν στό πεδίο τῆς μάχης»[2] ἀποτελεῖ, στά τέλη τῆς ΙΘ΄ ἑκατονταετηρίδος, ἡ ἀπόρριψη ἀπό τόν ἐρίτιμο Ἄγγ. Βλάχο τοῦ σχετικώς νεαροῦ ποιητή Μιχαήλ Μητσάκη. Δέν ἔχω ὡστόσο ὑπ’ ὄψιν μου, ἐδῶ, ἐπί τοῦ παρόντος, στά γραφεῖα τῆς πολυεθνικῆς ἐπί τῆς Μιχαλακοπούλου ὅπου ἐργάζομαι, κάποιο ἄλλο θέμα πού θά προσπόριζε περισσότερη δόξα. Προσβλέπουμε ἄλλωστε μόνο σέ ἀφορμές ὥστε νά παρεισάγουμε ἐντός κειμένου φράσεις ἀπό τή θεματική μονοτονία τοῦ δικοῦ μας χαρακτήρα.

Μέ τά ἀκόλουθα, ἅπαξ διά παντός λόγια, ἀφαιρεῖ ὁ ἑλλανοδίκης Ἄγγ. Βλάχος τά θριαμβικά διάσημα ἀπό τόν θώρακα τοῦ εὐσταλοῦς Μητσάκη: «Ὁ αναγιγνώσκων τούς στίχους του ἀμφιβάλλει πολλάκις ἄν ἔχει ἐνώπιόν του προϊόντα ἐντελῶς ὑγιοῦς καί νηφούσης διανοίας· τοσοῦτον εἶνε παραπαῖον μέν τό νόημα, χυδαία δέ πολλαχοῦ καί ἀσχήμων ἡ φράσις. Τήν γλῶσσαν τῶν Ἐλευθέρων Στίχων αποτελοῦσιν οἰκτρά σπαράγματα τῆς καθαρευούσης, ἀνάμικτα μετά λέξεων καί φράσεων οὐ μόνον τῆς δημοτικῆς ἀλλά καί αὐτῆς τῆς χυδαίας, ἐν πάσῃ δυνατῇ ἀκολασίᾳ μᾶλλον ἤ ἐλευθερίᾳ»[3]. «Εἰς ἀπόδειξιν τῶν εἰρημένων ἔστω τό ἑξῆς μικρόν ἀπόσπασμα ἐκ τῆς Πρός τούς Κριτάς Ἐπιστολῆς τοῦ ποιητοῦ, ἐν ᾧ ἐξηγεῖ οὗτος πρός αὐτούς τί θα ἦσαν ἀν δέν εἶχον ἐκλεχθῆ κριταί:

…ἀλληῶς –λέγει–
…δέν θά κρατούσατε στά χέρια αὐτή τήν ὥρα
τοῦ Πνεύματος τῆς γῆς αὐτῆς τή δοξασμένη τύχη,
μά θά δουλεύατε σιγά, κρυμμένοι σέ μιάν ἄκρη,
δίχως ἐάν ὑπάρχετε κανένας νά τό ξέρῃ,
δίχως σέ ὅ,τι κάνετε βλέμμα νά μή γυρίζῃ,
[…]
γιά ποιό [τέλος πάντων] σκοπό νομίσατε πώς ἤρθατε ’ς τόν κόσμο;
[ἀφοῦ ὅλοι γνωρίζουν…] δέν σᾶς εἵλκυσε ποτέ, οὐδέ θά σᾶς ἑλκύσῃ,
τοῦ Δρόμου ἡ φήμη ἡ πορνική καί τῆς στιγμῆς ἡ δόξα,
[…]”».[4] (περισσότερα…)

Ἕνα ἀντιμανιφέστο

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Γενάρης τοῦ 1919. Ὁ Μεγάλος Πόλεμος ἔχει τελειώσει, ὁ Κάιζερ ἐκθρονιστεῖ, ἡ Δημοκρατία τῆς Βαϊμάρης εἶναι στὰ σπάργανα, οἱ μπολσεβίκοι ἔχουν δεκατέσσερις μῆνες ποὺ καβάλησαν τὴν ἐξουσία στὴ Ρωσσία, οἱ ὁμοΐδεάτες τους σπαρτακιστὲς μόλις δοκίμασαν νὰ τοὺς μιμηθοῦν στὴ Γερμανία. Σ’ αὐτὴ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, ὁ μεγαλύτερος πολιτικὸς στοχαστὴς τῆς ἐποχῆς, ἀπὸ τοὺς μέγιστους στὴ διαχρονία, καλεῖται ἀπὸ ἕναν φοιτητικὸ σύλλογο νὰ δώσει στὸ Μόναχο μιὰ διάλεξη γιὰ τὴν πολιτική.

Τὸ νεανικὸ ἀκροατήριό του, τὸ ξέρει, σὲ μεγάλο βαθμὸ εἶναι διαβρωμένο ἀπὸ τὸν τυφλὸ ἠθικισμό. Ὁ ἀκραῖος πασιφισμὸς ἔχει ζευγαρώσει μὲ τὴ σοσιαλίζουσα στράτευση καὶ μὲ θέρμη θρησκευτικὴ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ τοὺς πολιτικοὺς νὰ κάνουν δυνατὰ τὰ ἀδύνατα, νὰ πραγματώσουν τὰ ἐξωπραγματικά.

Ὁ ὁμιλητής, ποὺ ὡς δάσκαλος ἀκαδημαϊκὸς γνωρίζει καλὰ αὐτὰ τὰ παιδιὰ καὶ δὲν ἔχει παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν προσπάθεια νὰ τὰ συνετίσει, δὲν θὰ μασήσει τὰ λόγια του. «Κοκορόμυαλους», «ἀνθρώπους χωρὶς ψυχικὴ σταθερότητα», θὰ ἀποκαλέσει ὅσους νομίζουν ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ ἐπιβάλουν στὴν πολιτικὴ πράξη τὴν ἰδεαλιστικὴ ἠθικὴ τοῦ φρονήματος ἀπὸ τὴν ὁποία διακατέχονται. Ὁ πολιτικὸς ὀφείλει νὰ δρᾶ μὲ βάση τὴν ρεαλιστικὴ ἠθικὴ τῆς εὐθύνης, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὶς ἀδυναμίες της. Νὰ μὴ φλερτάρει μὲ τὶς «δαιμονικὲς δυνάμεις» ποὺ ξεμυαλίζουν τοὺς πολλοὺς πετῶντας τους σὰν δόλωμα τὰ ἰδεώδη, γιὰ νὰ τοὺς ρίξουν μετὰ στὸ βάραθρο.

«Ὁ εἰρηνιστὴς ποὺ πράττει κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο τὰ ὅπλα θὰ τὰ ἀρνηθεῖ ἢ θὰ τὰ καταθέσει, ὅπως τὸ πρότειναν μερικοὶ στὴ Γερμανία, ὡς χρέος του ἠθικὸ γιὰ νὰ βάλει τέλος στὸν πόλεμο καί, μαζὶ μ’ αὐτόν, σὲ κάθε πόλεμο. Ὁ πολιτικὸς θὰ πεῖ: μόνο ἀσφαλὲς μέσον γιὰ νὰ ἀποκλειστεῖ ὁ πόλεμος στὸ προβλεπτὸ μέλλον θὰ ἦταν ἡ διηνεκὴς εἰρήνευση ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρόντος status quo. Τότε οἱ λαοὶ θὰ ρωτοῦσαν: πρὸς τί ὁ πόλεμος ἀφοῦ ἡ παροῦσα κατάσταση ἔτσι κι ἀλλιῶς δὲν ἀλλάζει; Ἡ διεξαγωγή του θὰ ὁδηγοῦσε ad absurdum – πράγμα ποὺ τώρα δὲν συμβαίνει. Διότι γιὰ τοὺς νικητές –ἂν μή τι ἄλλο, γιὰ ἕνα τμῆμα τους– ὁ πόλεμος πολιτικὰ συμφέρει. Καὶ φταίει σ’ αὐτὸ ἐκείνη ἡ στάση ποὺ μᾶς ἀπαγόρευσε νὰ τοὺς ἀντισταθοῦμε. Καὶ ἔτσι, ὅταν πιὰ θὰ ἔχει παρέλθει ἡ περίοδος τῆς τωρινῆς ἐξουθένωσης, ἀπαξιωμένη θὰ εἶναι ἡ εἰρήνη, ὄχι ὁ πόλεμος: εἶναι κι αὐτὴ μιὰ συνέπεια τῆς ἀπόλυτης ἠθικῆς.» (περισσότερα…)

Τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Πολλοὶ μέμφονται σήμερα τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα ἐπειδὴ καταναγκάζει, λέει, τοὺς μαθητὲς στὸ παπαγάλισμα μιᾶς ἄχαρης καὶ ξηρῆς, ὅπως ὑποστηρίζουν, διδακτικῆς ὕλης. Καὶ ζητοῦν νὰ καρυκεύσουν τὶς μεθόδους του μὲ νέες, ποὺ νὰ περιλαμβάνουν τὴν τέρψη. Γιὰ νέα παιδαγωγία, συμμετοχική, μαθητοκεντρικὴ μάλιστα, εἶναι ὁ λόγος. Οἱ δὲ διδάσκοντες προτρέπονται νὰ ζητοῦν ἀνυπερθέτως τὴ γνώμη τῶν διδασκομένων, μεταξὺ ἄλλων μὲ ἐρωτήματα τοῦ τύπου:

«Τί σοῦ ἀρέσει νὰ κάνεις στὸ σχολεῖο; Τί ἄλλο θὰ σοῦ ἄρεσε νὰ κάνεις, ἀλλὰ δὲν τὸ κάνεις; Παίζεις μὲ ὅποιο παιχνίδι θέλεις; Παίζεις μὲ ὅποιο παιδὶ θέλεις; Λὲς τὶς ἀπόψεις σου γι’ αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰ γίνεται στὴν τάξη μας; Ἐσὺ καὶ τὰ παιδιὰ τῆς τάξης σου παίρνετε ἀποφάσεις γι’ αὐτὰ ποὺ γίνονται στὸ μάθημα;»

«Τέτοιου εἴδους ἐρωτήσεις», διαβάζουμε στὸ ἴδιο ἐπίσημο κείμενο, ἕναν ὁδηγὸ πρὸς τοὺς δασκάλους τοῦ Δημοτικοῦ ἐγκεκριμένο ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας, «ὑποστηρίζουν ἕνα κλίμα ὅπου τὰ παιδιὰ κατανοοῦν ὅτι οἱ ἀπόψεις τους εἶναι σημαντικές», καὶ συνδιαμορφώνουν μ’ αὐτὲς «μιὰ εὐχάριστη καὶ δημιουργικὴ ἐκπαιδευτικὴ διαδικασία.»

Ὅμως ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ «καλλιτεχνικὸ σύστημα», πολλοὶ (συχνὰ καὶ οἱ ἴδιοι) πρεσβεύουν τὸ ἀνάποδο. Ὅσο δύσκολο, ὅσο δυσκατάποτο καὶ στριφνὸ κι ἂν εἶναι τὸ καλλιτέχνημα, ἰσχυρίζονται, ἡ εὐθύνη βαραίνει ὄχι τὸν δημιουργὸ ἀλλὰ τὸν φιλότεχνο. Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ ὀφείλει μὲ καιρὸ καὶ μὲ κόπο νὰ μαθητεύσει στὸ ἔργο, καὶ παραιτούμενος ἀπὸ τὴν προσδοκία τῆς ἄμεσης ἀπόλαυσης, νὰ καταστεῖ ἄξιός του.

«Ἄκουσα τὴ Βαλκυρία τοῦ Βάγκνερ», ὁμολογοῦσε ἤδη τὴ δεκαετία τοῦ 1880 ὁ Ἀλεξάντερ Γκλαζοῦνοφ.

«Δὲν κατάλαβα γρί. Δὲν μοῦ ἄρεσε καθόλου. Τὴν ἄκουσα δεύτερη φορά. Πάλι δὲν κατάλαβα τίποτα. Τὴν τρίτη φορά, τὰ ἴδια. Πόσες φορὲς νομίζετε ἄκουσα αὐτὴ τὴν ὄπερα ὥσπου νὰ τὴν καταλάβω; Ἐννιά! Τὴ δέκατη ἐπιτέλους τὰ ἔπιασα ὅλα. Καὶ τότε μοῦ ἄρεσε πολύ.»

Καὶ ὁ ὁμότεχνός του Ἄρνολντ Σαῖνμπεργκ μισὸν αἰῶνα ἀργότερα ὑπερθεμάτιζε.

«Θὰ τὸ ἔχετε ἀσφαλῶς καταλάβει ὅτι δὲν εἶμαι φιλόδοξος καὶ ὅτι δὲν περιμένω ἀπὸ τὸ κοινὸ νὰ κατανοήσει τὴ μουσική μου μὲ τὴν πρώτη κιόλας ἀκρόαση. Θὰ ἤμουν εὐχαριστημένος ἂν μὲ τὴ δέκατη πέμπτη ἀκρόαση ἔπαυε ἁπλῶς νὰ τὴν ἀπεχθάνεται». (περισσότερα…)

Η μοίρα του τυφλοπόντικα: Αναλογισμοί για την τεχνητή νοημοσύνη

*

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΧΑΝΗ  #  5

Προσεγγίσεις στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης και των πραγματικών ή πλασματικών οριζόντων της

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Εκατό χιλιάδες δισεκατομμύρια ποιήματα του Ραϋμόν Κενώ πρωτοεκδόθηκαν το 1961. Το βιβλίο περιέχει δέκα σονέτα. Καθένας από τους 140 συνολικά στίχους του είναι τυπωμένος σε ξεχωριστή λωρίδα χαρτιού. Μετακινώντας τις λωρίδες και συνδυάζοντας οριζοντίως τους στίχους μεταξύ τους (και τα δέκα σονέτα έχουν τις ίδιες ρίμες), μπορεί κανείς να δημιουργήσει ούτε λίγο ούτε πολύ 1014, πάει να πει 100.000.000.000.000 ποιήματα! Αν φανταστούμε έναν αναγνώστη πρόθυμο και ικανό να διαβάζει 24 ώρες το 24ωρο 365 ημέρες τον χρόνο και με ρυθμό ένα ποίημα ανά λεπτό, θα του έπαιρνε μόλις 2.000.000 αιώνες για να διαβάσει το σύνολο.

Το Blanco του Οκτάβιο Πας είναι έργο λίγο μεταγενέστερο, του 1967. Το ποίημα είναι τυπωμένο σε ένα τεράστιο πολύπτυχο και πολύστηλο μονόφυλλο και οι στίχοι του με διάφορα μελάνια και γραμματοσειρές. «Ακολουθία σημείων», το αποκαλεί ο ποιητής, «η οποία αποκαλύπτεται και, κατά κάποιον τρόπο, παράγεται» κάθε φορά που ένας αναγνώστης την ξεδιπλώνει τυχαία. Στην πράξη, και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια γεννήτρια συνδυασμών, με ένα κείμενο που μπορεί να διαβαστεί από την αρχή ή τη μέση, οριζοντίως ή καθέτως, ολοκληρωμένα ή αποσπασματικά με πολλούς τρόπους. Ο Πας υποδεικνύει στο επίμετρό του μερικούς από αυτούς.

Από τέτοιες μηχανές αυτόματης παραγωγής έργων η ιστορία του μοντερνισμού βρίθει. Οι συνθέτες του αλεατορισμού και της απροσδιοριστίας από τον Κέητζ ώς τον Μπουλέζ και τον Στοκχάουζεν, συγγραφείς όπως ο Τζαρά και ο Μπάροουζ, καλλιτέχνες όπως ο Ντυσάν, ο Μπέηκον, οι ντανταϊστές πειραματίστηκαν με ποικίλες συνδυαστικές μεθόδους: από το παστίς και το κολλάζ ώς το Ταό τε Κινγκ ή τα ζάρια. Κατά βάση όλοι τους στηρίχθηκαν στη λογική του ντυσανικού ready made: Αρκεί να πάρεις κάτι ήδη έτοιμο και να το εκθέσεις αλλού, να το ενθέσεις σε νέα συμφραζόμενα, για να έχεις ένα νέο, αυτοτελές δημιούργημα.

Η μοντέρνα συνδυαστική έχει και αξιόλογη προϊστορία. Υπάρχουν έργα ήδη του Μότσαρτ ή του Ντα Βίντσι που βασίζονται στην τυχαιότητα. Η όψιμη αρχαιότητα και ο Μεσαίωνας πειραματίστηκαν με το είδος του κέντρωνα, της συνάρθρωσης ήδη έτοιμων στίχων παλαιών ποιητών, όπως ο Όμηρος και ο Ευριπίδης, ώστε να δημιουργηθεί ένα καινούργιο έργο. Ο Χριστός Πάσχων, η μόνη γνωστή μας βυζαντινή τραγωδία, είναι ένας τέτοιος κέντρων.

Με την έννοια αυτή, η «τεχνητή νοημοσύνη», όπως κάπως φανταιζίστικα αποκαλούμε τους σημερινούς ψηφιακούς υπερσυνδυαστήρες, και οι εφαρμογές της στις τέχνες μάς είναι αρκετά οικεία υπόθεση. Ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα είναι από τις θεμελιώδεις επίνοιες του μοντερνισμού, ήδη από την κλασσική του φάση. Για τους μοντέρνους, γράφει ο Παναγιώτης Κονδύλης, (περισσότερα…)

 Έρημος Χώρος: Το γκρίζο και το πράσινο

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

*

Οι κοινοί αστικοί χώροι που κατοικούμε πλέον, ιδίως μετά την εμφάνιση του Covid-19 το 2020 και της εγκατάλειψης του δημόσιου χώρου, βρίσκονται σε συνεχή κάμψη. Η υποχώρηση της ζωής μπροστά στη συνεχόμενη και αυξανόμενη τυποποίηση του αστικού τοπίου σηματοδοτεί ταυτόχρονα και μια αποχώρηση από τον αστικό τρόπο συμμετοχής στον κοινό χώρο. Αυτές οι μεταλλάξεις γίνονται εμφανείς μέσα από μια διπλή κίνηση αποικιοποίησης.

Η πρώτη αποικιοποίηση του χώρου συντελείται από τα εργαλεία της τεχνοεπιστήμης και τις εκφάνσεις της όπως τα “έξυπνα” τηλέφωνα, καθώς και από την τουριστικοποίηση και μουσειοποίηση των κοινών χώρων. Μοιραία, η παραμέληση του παρόντος χρόνου και χώρου για το αλλογενές “εκεί” του ψηφιακού κόσμου και η παράδοση των γειτονιών στην ατομικοποιημένη εμπορική συνείδηση συναντούν στο δρόμο τους τον αισθητικό και αξιακό οδοστρωτήρα του μπετόν. Η δεύτερη αποικιοποίηση του χώρου προέρχεται από την άνοδο της νεοφιλελεύθερης πόλης. Η πτώση του Ανατολικού Μπλοκ διευκόλυνε και επιτάχυνε την μετατροπή του νεοφιλελευθερισμού, διαδικασία που είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, σε κοινωνικό σχέδιο. Ο πλανητικός σχεδιασμός του νεοφιλελευθερισμού προσηλώνεται όλο και περισσότερο σε μια συγκεκριμενοποίησή του στον αστικό χώρο μέσω της οικοδόμησης. Κατά τον Harvey ο νεοφιλελευθερισμός αστικοποιείται – γίνεται αστικός χώρος. Αυτή η πραγματοποίηση και η μορφοποίηση του συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου δεν αφορά μόνο στο σπεκουλάρισμα της αγοράς των ακινήτων στο χρηματιστήριο με τις γνωστές συνέπειες, αλλά και σε ένα νέο είδος πόλης που προβάλλει μέσα από τα συντρίμμια του φιλελευθέρου αστικού μοντέλου του 20ού αιώνα.

Πέρα από έναν “εξευγενισμό” των ιστορικών κέντρων τους, οι πλανητικές μητροπόλεις φαντάζουν ως συσσώρευση σκουπιδιών, αντικειμένων και ανθρώπων που στηρίζονται κυριολεκτικά πάνω στην κυβιστική γεωμετρία του μπετόν και του μπετόν αρμέ που με την σειρά τους ενώνονται μέσω τσιμεντένιων διαδρόμων. Πρόκειται για μια ριζοσπαστική στροφή στον δυτικοκεντρικό –κυρίως– τρόπο σκέψης που μέχρι πρόσφατα ταύτιζε την πόλη με την ευτυχία και την υλική ευημερία. Όσο περισσότερο γιγαντώνονται οι σύγχρονες μητροπόλεις, τόσο ο ανθρώπινος πολιτισμός βυθίζεται σε μια υλική δυστυχία και σε μια οντολογική σύγχυση του είναι. Η υπόσχεση της ευημερίας δίνει τη θέση της στον ιλιγγιώδη συνωστισμό. Η άνοδος του φαινομένου Ντουμπάι –που ξεπετάγεται από τη μήτρα του αμερικάνικου πολεοδομικού μοντέλου και που μέσα σε αυτόν βρίσκει τον εαυτό του ως μια συνέχειά του– και η επιβολή του ως σύγχρονου μοντέλου μητροπολιτικού πολιτισμού καταλύει την έννοια του δημόσιου κοινού χώρου μετατρέποντάς τον σε χώρο κατανάλωσης. Η ντουμπαϊοποίηση της φύσης είναι το ακραίο σημείο του κεφαλαίου ως αναπαράσταση του φυσικού κόσμου. Η τάση της “επιστροφής στη φύση” παράγεται από την αντιφύση της πόλης. Είτε με την μορφή ενός συγκρητισμού new age με βάση τη φύση είτε με την μορφή “απόδρασης” προς τη φύση είτε σε μια πιο ακραία μορφή με την ιδέα του νεοπρωτογονισμού, το σύγχρονο βλέμμα κοιτάζει έξω από τα τείχη της πόλης προς κάτι που στο φαντασιακό προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του αγνού και αθώου “εκεί” που αντιδιαστέλλεται στο παροντικό εδώ. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Τό δένδρο τῆς ζωῆς

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Δέν εἶναι καλό γιά τόν ἄνθρωπο νά θυμᾶται συνεχῶς ὅτι εἶναι ἄνθρωπος. Τό νά ἐγκύπτει κανείς στόν ἑαυτό του εἶναι ἀρκούντως κακό∙ πόσω μᾶλλον νά ἐγκύπτει καί στό ἴδιο τό εἶδος μέ ἐμμονικό ζῆλο. Εἶναι σάν νά προσδίδει στίς αὐθαίρετες κακομοιριές τῆς ἐνδοσκόπησης μιά ἀντικειμενική βάση, μιά φιλοσοφική δικαιολόγηση. Ὅσο μασουλᾶμε τό ἐγώ μας, μποροῦμε νά προβάλλουμε τή δικαιολογία ὅτι ἔχουμε ὑποκύψει σέ μιά παραξενιά∙ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ὅλα τά ἐγώ ἀποβαίνουν τό ἐπίκεντρο μιᾶς ἀτέρμονης φλυαρίας, τότε ἁπλῶς γενικεύουμε, διά τῆς πλαγίας ὁδοῦ, τίς μειονεξίες τῆς δικῆς μας κατάστασης, ἀναδεικνύουμε σέ κανόνα, σέ καθολική περίπτωση, τό συμβεβηκός τῆς ὕπαρξής μας.

Πρῶτα ἀντιλαμβανόμαστε τήν ἀνωμαλία πού συνιστᾶ τό γυμνό γεγονός τοῦ ὑπάρχειν καί μόνο μετά ἐκείνη τῆς δικῆς μας συγκεκριμένης κατάστασης: ἡ ἔκπληξη πού δοκιμάζω ὅτι εἶμαι, προηγεῖται τῆς ἔκπληξης ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος. Ὡστόσο, ὁ ἀσυνήθης χαρακτῆρας τῆς κατάστασής μας θά ἔπρεπε νά ἀποτελεῖ τό πρωταρχικό δεδομένο τῆς ἀμηχανίας μας: εἶναι λιγότερο φυσικό νά εἶσαι ἄνθρωπος παρά, ἁπλῶς, νά εἶσαι. Εἶναι κάτι πού τό αἰσθανόμαστε ἐνστικτωδῶς· ἐξ οὗ καί αὐτό τό ἡδονικό αἴσθημα πού βιώνουμε κάθε φορά πού στρεφόμαστε σέ ἄλλη ἀπό τόν ἑαυτό μας κατεύθυνση γιά νά συνταυτιστοῦμε μέ τόν μακάριο ὕπνο τῶν ἀντικειμένων. Εἴμαστε ἀληθινά ὁ ἑαυτός μας μόνο ὅταν δέν βρίσκουμε τίποτα γιά νά ταυτιστοῦμε, οὔτε κάν μέ τήν ἡμέτερη ἐξοχότητά μας. Ἡ κατάρα πού ἔχει πέσει πάνω μας βάρυνε κιόλας τόν πρῶτο μας πρόγονο, πολύ πρίν αὐτός στραφεῖ στό δένδρο τῆς γνώσης. Ἦταν δυσαρεστημένος μέ τόν ἑαυτό του, ἀκόμα ὅμως περισσότερο μέ τόν Θεό, τόν ὁποῖο ἀνεπίγνωστα ζήλευε· ἡ ἐπίγνωση ἦρθε χάρη στίς καλές ὑπηρεσίες τοῦ πειρασμοῦ, βοηθοῦ καί ὄχι δημιουργοῦ τῆς πτώσης. Πρό τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ζοῦσε μέσα στήν προαίσθηση τῆς γνώσης, σέ μιά γνώση πού δέν εἶχε συναίσθηση τοῦ ἑαυτοῦ της, σέ μιά κίβδηλη ἀθωότητα πρόσφορη μόνο γιά τήν ἐκκόλαψη τῆς ζήλειας, αὐτῆς τῆς κακίας πού γεννᾶ ἡ συναναστροφή μέ ἐκείνους πού εἶναι καλύτεροι ἀπό ἐμᾶς· νά ὅμως πού τώρα ὁ πρόγονός μας πιάνει σχέσεις μέ τόν Θεό, τόν παρακολουθεῖ κρυφίως καί παρακολουθεῖται ἀπό αὐτόν. Τίποτα καλό δέν θά μποροῦσε νά προκύψει ἀπό κάτι τέτοιο.

Ἀπό παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε. Ἡ ἄνωθεν παραίνεση ἀποδεικνύεται λιγότερο ἀποτελεσματική ἀπό τίς κάτωθεν ὑποδείξεις: καλύτερος ψυχολόγος, τό φίδι θριάμβευσε. Ὁ ἄνθρωπος, ἐξάλλου, δέν εἶχε κάτι ἐναντίον τοῦ θανάτου· γυρεύοντας νά ἰσοφαρίσει τόν Δημιουργό του στό πεδίο τῆς γνώσης, καί ὄχι νά ἐξομοιωθεῖ μαζί του μέσω τῆς ἀθανασίας, καμιά ὄρεξη δέν εἶχε νά προσεγγίσει τό δένδρο τῆς ζωῆς, τοῦ ἦταν ἀδιάφορο· κι αὐτό φάνηκε νά τό ἀντιλαμβάνεται ὁ Γιαχβέ, ἀφοῦ δέν τοῦ ἀπαγόρευσε κάν τήν πρόσβαση σέ αὐτό: ποῖος ὁ λόγος ἄλλωστε νά φοβᾶται τήν ἀθανασία ἑνός ἀδαοῦς; Τό πρᾶγμα ἄλλαξε ὅταν ὁ ἀδαής στράφηκε καί στά δυό δένδρα, ἐποφθαλμιῶντας τόσο τήν ἀθανασία ὅσο καί τή γνώση. (περισσότερα…)

Τὸ νῆμα ποὺ δὲν κόπηκε

*

Ἀπὸ τὸν Θεοφύλακτο Σιμοκάττη ὤς τὸν πατριάρχη Νικηφόρο Α΄ μεσολαβεῖ ἑνάμισης αἰῶνας ἱστοριογραφικῆς σιωπῆς. Τὴ δεκαετία τοῦ 630 εἰκάζεται ὅτι συνέγραψε τὸ πόνημά του ὁ Σιμοκάττης, ἐνῷ ἡ Ἱστορία σύντομος τοῦ δεύτερου θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἔργο ὁλοκληρωμένο πρὸ τοῦ 780. Ὅπως ὁ Ξενοφῶν ξεκινάει τὰ Ἑλληνικά του ἀπὸ τὸ 411 π.Χ., ἀπὸ ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου, τοῖς Ἅδου ρήμασι πειθόμενος, ἐγκαταλείπει τὴν Ξυγγραφή του ὁ Θουκυδίδης, ἔτσι καὶ ὁ, νεαρὸς τότε, Νικηφόρος παραλαμβάνει τὴ σκυτάλη στὸ σημεῖο ἀκριβῶς ποὺ τὴν ἀφήνει ὁ Θεοφύλακτος: τὸ ἔτος 602, χρονιὰ τῆς τελευτῆς τοῦ βασιλέως Μαυρικίου, γιὰ νὰ τὴν κουβαλήσει μὲ τὴ σειρά του ὤς τὸ κοντινό του 769. Ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν συνηλικιώτη του Θεοφάνη τὸν Ὁμολογητή, ποὺ θὰ γράψει ὡστόσο τρεῖς δεκαετίες ἀργότερα, ὁ Νικηφόρος εἶναι ἡ κυριότερη πηγή μας γιὰ τοὺς λεγόμενους «σκοτεινοὺς αἰῶνες» τοῦ Βυζαντίου, τοὺς φτωχοὺς σὲ γραπτὲς μαρτυρίες καὶ σημαδεμένους βαθιὰ ἀπὸ τὴν εἰκονομαχικὴ ἔριδα.

Στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς σιωπῆς εἶναι τὸ μόνο. Ἀπὸ τὸν Ἐκαταῖο τὸν Μιλήσιο καὶ τοὺς Ἴωνες χρονογράφους ὣς τὸν Πολύβιο καὶ τὴν Ἄννα Κομνηνὴ καὶ ἀπ’ αὐτοὺς ὣς τὶς μέρες μας, ἡ συνέχεια, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίγνωση τῆς συνέχειας καὶ τῆς διαδοχῆς, εἶναι ἐντυπωσιακή. Ἀκόμη καὶ τοὺς αἰῶνες μετὰ τὸ 1453, ὅταν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα πέφτουν σὲ βαθιὰ ὕφεση καὶ οἱ λόγιοι ἀναζητοῦν καταφύγιο στὴν Εὐρώπη, καταπὼς ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ οἱ νεοπλατωνικοὶ τῶν Ἀθηνῶν στὴν Περσία, τὰ ἱστορικοῦ ἐνδιαφέροντος κείμενα δὲν ἐξέλιπαν. Ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς τῆς Ἅλωσης ὤς ἐκείνους τοῦ 19ου αἰῶνα ποὺ ξαναδίνουν στὴν ἑλληνικὴ ἱστοριογραφία ἕνα ὕψος κλασσικό, τὸ διάστημα καλύπτεται ἀπὸ μιὰ πληθώρα ἱστοριογραφικῶν μαρτυριῶν, χρονογραφικοῦ ἐπιπέδου καὶ ὕφους συνήθως, ἀλλὰ ὄχι γι’ αὐτὸ λιγότερο πολύτιμων.

Ἂν τὸ Χρονικὸν τοῦ Γεωργίου Σφραντζῆ ἐκτείνεται ὤς τὸ ἔτος 1477, ὁ Χρονογράφος του Ψευδο-Δωροθέου φτάνει ὤς τὸ 1579, ἡ Νέα Σύνοψις τοῦ Ματθαίου Κιγάλα ὤς τὸ 1637, ἡ Ἐπιτομὴ τῆς ἱεροκοσμικῆς ἱστορίας του Νεκταρίου τοῦ Κρητὸς ὣς τὸ 1677 κ.ο.κ. Συγγράμματα ὅπως ὁ Χρονογράφος καὶ ἡ Ἐπιτομὴ ἀνατυπώθηκαν ἐπανειλημμένα καί, συμπληρωμένα κάποτε, συνέχισαν νὰ ἐπανεκδίδονται ὣς τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα. (περισσότερα…)

«Το μοιρολόγι της φώκιας», Προσπάθεια για μια βαθύτερη ανάγνωση

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Εἰσαγωγικὸ σημείωμα ‒ Ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

Ὁ Γιώργης Μανουσάκης ἐπιλέγει τὴ γραφὴ τῆς λέξης «μοιρολόγι» με οι καὶ ὄχι μὲ υ,  ὅπως στὰ Ἅπαντα. Ἡ ἐπιλογή του αὐτὴ ὀφείλεται, νομίζω, στὸ γεγονὸς ὅτι «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» περιλαμβανόταν γιὰ χρόνια στὸ σχολικὸ βιβλίο Νεοελληνικὰ Ἀναγνώσματα τῆς Γ΄ Γυμνασίου, (τῶν Καλαματιανοῦ, Μακρόπουλου, Κοντόπουλου). Φιλόλογος καθηγητὴς τῆς Γ΄ τάξης ὁ Μανουσάκης, τὸ δίδαξε καὶ τὸ σχολ. ἔτος 1978‒1979,  ἀπὸ τὸ ἐγχειρίδιο τῆς 16ης ἔκδοσης τοῦ 1978. Καὶ ἔχοντας, φαίνεται, ἀπὸ τὴν πολύχρονη διδασκαλία τοῦ διηγήματος, διαπιστώσει τὴν ἀνάγκη «γιὰ μιὰ βαθύτερη ἀνάγνωσή» του, ἀκούμπησε στὸ χαρτὶ τὶς σκέψεις του τὸ 1979, χρονιὰ ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ κείμενό του. Ὅμως «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» τὸ ἑπόμενο σχολ. ἔτος (1979-1980) δὲν ὑπήρχε στὸ νέο ἐγχειρίδιο τῆς Γ΄ γυμνασίου Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας (τῶν Γρηγοριάδη, Καρβέλη, Μπαλάσκα, Παγανοῦ). Οἱ ἐπιμελητές, (μὲ τοὺς Μηλιώνη καὶ Παπακώστα ἐπιπλέον), προτίμησαν νὰ τὸ μετακινήσουν στὸ ἀντίστοιχο ἐγχειρίδιο τῆς Β΄ Λυκείου, διατηρώντας τὴν ἐπίμαχη λέξη μὲ οι.

Ἐπιστρέφω στὸ σχολικὸ ἐγχειρίδιο τοῦ 1978· στὸ τέλος τοῦ διηγήματος ὑπάρχει ἡ ἑξῆς πληροφορία: Ἐφημερίδα «Πατρίς», 13 Μαρτ. 1908. Ἀναζήτησα καὶ βρῆκα τὴν έφημερίδα: Πατρίς (τοῦ Βουκουρεστίου). Καθημερινὴ Πολιτικὴ Ἀνεξάρτητος ἐφημερίς, ἱδρυτὴς ὁ ἠπειρώτης δημοσιογράφος Σπ. Μ. Σίμος, (μὲ γραφεῖα στὴν Ἀθήνα, ὅπως δηλώνεται). Στὸ ἀναφερόμενο φύλλο (ἀρ. 5112)  δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο ἐνθουσιῶδες δίστηλο ἄρθρο, σὲ τέσσερεις ἑνότητες, μὲ ὑπέρτιτλο «Ἡ σημερινὴ φιλολογικὴ 25ετηρὶς» καὶ τίτλο: «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης»· ἐνδιάμεσα ἡ γνωστὴ φωτογραφία του ἀπὸ τὸν Νιρβάνα (1906). Τὸ ἄρθρο ἔχει ὑπογραφὴ Σ. Μ. (ὑποθέτω τοῦ νεαροῦ τότε Σπύρου Μελᾶ). Ὁ ἴδιος μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου του ἀνακοινώνει: «Δημοσιεύομεν κατωτέρω ἓν ἀνέκδοτον διήγημα τοῦ διακεκριμένου διηγηματογράφου. Τὸ «Μυρολόγι τῆς φώκιας» ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα τὸ τάλαντον τοῦ διηγηματογράφου ἔχει δώσει εἰς τόσα μέχρι τοῦδε ἀριστουργήματά του. Ἡ ἁπλότης τῆς φράσεως, τὸ ζωντανὸν τῶν εἰκόνων του καὶ ἡ βαθεῖα περιπάθεια τῆς ἐμπνεύσεώς του ὑπάρχουν ζωηρότατα εἰς τὸ «Μυρολόγι τῆς φώκιας», εἰς τὸ σύνολον τοῦ ὁποίου τόσον δυνατὸς καὶ τόσον γνωστὸς ἐπιχύνεται ὁ τοπικὸς χρωματισμός». Στὴ συνέχεια παρατίθεται τὸ διήγημα, μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος του στὴν ἑπόμενη σελίδα. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει ἐπιλέξει τὴ γραφὴ μὲ υ  γιὰ οὐσιαστικὸ καὶ ρῆμα: «μυρολόι…», «μυρολογᾶ». — Α.Κ.

~.~

Ὁ Παπαδιαμάντης στὸ «Μοιρολόγι τῆς φώκιας» δουλεύει μὲ τὸν τρόπο τοῦ σκηνοθέτη.[1] Μᾶς παρουσιάζει ἕνα-ἕνα τὰ τρία πρόσωπα τοῦ διηγήματος, παρακολουθώντας τα γιὰ λίγο σὲ μιὰν ἁπλὴ ἐκδήλωση τῆς καθημερινῆς τους ζωῆς, ὣς μιὰ στιγμὴ πρὶν ἀπὸ τ’ ἄξαφνο δράμα. Στὸ σύντομο τοῦτο διάστημα ἔχει φυσήξει στὸ καθένα τους ὅση πνοὴ χρειάζεται γιὰ τὴ συνέχεια. Αὐτό, βέβαια, δὲ σημαίνει πὼς ὁ συγγραφέας κατευθύνει τοὺς ἥρωές του καὶ πὼς τὸ ἔργο μοιάζει σκηνοθετημένο.

Οἱ ἄνθρωποι στὸ διήγημα κινοῦνται καὶ δροῦν αὐτόνομα, ἀπὸ δική τους προαίρεση. Ὁ Παπαδιαμάντης τὸ μόνο ποὺ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του, ὡς συγγραφέα, εἶναι νὰ παρακολουθεῖ τὸν καθένα τους ὅσο κρίνει ἀπαραίτητο γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ ἔργου. Κι ἡ ἐπιλογὴ τούτη τοῦ χρόνου γίνεται μὲ τὴ γνώση μεγάλου τεχνίτη τοῦ εἴδους. Ἔτσι «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» οἰκοδομεῖται, κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος του, μὲ τὴν παρουσίαση τῶν τριῶν ἀνθρώπινων μορφῶν καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τρεῖς διαφορετικὲς ἀφετηρίες φτάνει στὴν κορυφαία του τραγικὴ στιγμή. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Εἶναι ὁ διάβολος σκεπτικιστής;

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Καί οἱ ἀπεχθέστερες ἀκόμα πράξεις, σάν αὐτές πού τό βάρος τῆς εὐθύνης τους φέρει ὁ διάβολος, εἶναι ὡς πρός τίς συνέπειες λιγότερο ἐπιζήμιες ἀπό τά σκεπτικιστικά ἐπιχειρήματα, ὅταν αὐτά παύουν νά ἀποτελοῦν ἕνα πρός ψυχαγωγία παίγνιο καί καταντοῦν ἔμμονη στάση. Καταστρέφω σημαίνει ὅτι ἀναπτύσσω μιά δράση, ὅτι δημιουργῶ ἀπ’ τήν ἀνάποδη, σημαίνει ὅτι κατά ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο τάσσομαι ἀλληλέγγυος μέ ὅ,τι ὑπάρχει. Ὡς φορέας του μή-ὄντος, τό Κακό παρεμβάλλεται στήν οἰκονομία του ὄντος, εἶναι ἀπαραίτητο, ἐκπληρώνει μιά σημαντική, ἄν ὄχι ζωτική, λειτουργία.

Ποιά λειτουργία ὅμως ἐκπληρώνει ἡ ἀμφιβολία; Σέ ποιά ἀναγκαιότητα ἀνταπαντᾶ; Ποιός, ἐκτός ἀπό τόν ἀμφιβάλλοντα, τήν ἔχει ἀνάγκη; Ἀχρείαστη συμφορά, ἀπόλυτη συντριβή ἐλπίδων, δέν ἀνταποκρίνεται σέ καμιά ἀπό τίς θετικές ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς. Χωρίς εὔλογη αἰτία, θέτει τό ὅλον ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἐνδοιάζει ἀκόμη κι ὅταν ὀνειροπολεῖ.

*

Πρός ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν του, ὁ διάβολος, πνεῦμα δογματικό, μηχανεύεται ἐνίοτε τεχνάσματα σκεπτικιστικά· θέλει νά μᾶς κάνει νά πιστέψουμε ὅτι δέν ἐνδιατρίβει ὁλοψύχως σέ τίποτα, προσποιεῖται τήν ἀμφιβολία, εὐκαιρίας δέ δοθείσης τήν καλεῖ πάντοτε πρός ἐπίρρωση. Ἄν καί τή γνωρίζει καλά, ὡστόσο δέν αἰσθάνεται ποτέ ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση μαζί της, τή φοβᾶται μάλιστα τόσο πολύ πού δέν εἶναι διόλου πεπεισμένος ὅτι θέλει πράγματι νά τή συστήσει ἤ νά τήν ἐπιβάλει στά θύματά του.

Τό δρᾶμα τοῦ ἀμφιβάλλοντος εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τοῦ ἀρνητῆ, ἐπειδή τό νά ζεῖς χωρίς σκοπό εἶναι δυσχερέστερο ἀπό τό νά ζεῖς γιά ἕναν κακό σκοπό. Ὅθεν, ὁ σκεπτικιστής δέν διαπνέεται ἀπό σκοπούς: ὄντες ὅλοι τους εὔθραυστοι ἤ ἀβάσιμοι, ποιόν νά ἐπιλέξει; Ἡ ἄρνηση, ἀπό τήν ἄλλη, ἰσοδυναμεῖ μέ ἕνα πρόγραμμα· καταλαμβάνει τήν ὕπαρξη, ἐκπληρώνει καί τίς πιό ἀπαιτητικές ἀνάγκες της· πλήν αὐτοῦ, εἶναι ὡραῖο νά ἀρνεῖσαι, εἰδικά ὅταν εἶναι ὁ Θεός αὐτός πού πλήττεται: ἡ ἄρνηση συνιστᾶ πληρότητα, ὄχι κενότητα, μιά πληρότητα ἀνήσυχη καί ἐπιθετική. Ἄν ἡ σωτηρία βρίσκεται στήν πράξη, τότε ἡ σωτηρία τοῦ ἑαυτοῦ ἐπέρχεται διά τῆς ἄρνησης, ἀφοῦ χάριν αὐτῆς ἀκολουθῶ ἕνα σχέδιο, διαδραματίζω ἕναν ρόλο. Μποροῦμε νά καταλάβουμε γιατί ὁ σκεπτικιστής, μετανιωμένος πού διάλεξε νά βαδίσει σέ τεντωμένο σχοινί, ζηλοφθονεῖ τόν διάβολο. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι, παρά τίς ὅποιες ἐπιφυλάξεις, ἡ ἄρνηση εἶναι πηγή δράσης καί βεβαιότητας: ὅταν ἀρνούμαστε, ξέρουμε τί θέλουμε· ὅταν ἀμφιβάλλουμε, ὁδηγούμαστε στό νά μήν ξέρουμε πιά.

(περισσότερα…)

Είναι ο συμβολισμός το αντίθετο του ρεαλισμού; (Μέρος Δεύτερο)

*

Θα προσπαθήσω εδώ να δώσω παραδείγματα για όσα υποστήριξα προηγουμένως, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνάψεις και να περιοριστεί η ανάγκη για αναγωγή. Τα παραδείγματα αφορούν στη λειτουργία και τη φύση της συμβολιστικής ποίησης, αλλά και στην ποιότητα του λυρικού εγώ (άτομο ή τύπος ανθρώπου;) στα ποιήματα του συμβολισμού.

Εκκινώ από έναν στίχο του Ρεμπώ, τόσο συμβολιστικά άπεφθο κατ’ εμέ, που θα μπορούσε μόνος του να στέκεται σαν μανιφέστο. Ας σηκώσουμε τα μανίκια: Ύποπτο σήμα πανδοχείου εγώ[1]. Ο Ρεμπώ μάς είχε προειδοποιήσει στις επιστολές του: μην υπογραμμίζετε με τη σκέψη. Όμως, για λίγο θα τον παρακούσουμε προκειμένου να αποδειχτεί κάτι. Ρωτώ, λοιπόν: μπορεί αυτός ο στίχος να εξηγηθεί; Πώς μπορούμε να διαβάσουμε τη συμβολιστική ποίηση; Οι αναγνώστες χωρίζονται χοντρικά σε δύο κατηγορίες: έχουμε τον ενεργητικό αναγνώστη και τον παθητικό. Υπάρχει κι ένας τρίτος; Ναι, αλλά είναι σπάνιος: αυτός που συνενώνει τη φύση των δύο προηγούμενων. Ο πρώτος επιχειρεί να ερμηνεύσει οτιδήποτε διαβάζει, στήνει ενέδρα σε κάθε στίχο, χρησιμοποιεί ως δόκανο τον νου. Θέλει να καταλάβει, να συμμετάσχει διανοητικά. Ο δεύτερος διαβάζει περισσότερο διαισθητικά. Παραδίνεται στο κείμενο, αισθάνεται, και ξετυλίγει το πανί της φαντασίας για χάρη του ποιητικού προτζέκτορα. Συμμετέχει συναισθηματικά. Ας παρακολουθήσουμε, λοιπόν, την αναγνωστική πορεία τους πάνω στον στίχο του Ρεμπώ.

Ο ενεργητικός αναγνώστης ασφαλώς αντιλαμβάνεται ότι το κέντρο βάρους του στίχου είναι το πανδοχείο. Συνεπώς, εύλογα το χρησιμοποιεί ως κλειδί. Αρχίζει να διερευνά τον χώρο των πανδοχείων κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ζητά να μάθει το εσωτερικό τους, τους θαμώνες, τη λειτουργία τους κτλ. Δεν αργεί να ξεθάψει το σάπιο κουφάρι αυτού του περιβάλλοντος, την παρακμή, τη φτώχεια, το έκφυλο, τη δυσωδία κ.ά. Ύστερα στρέφεται με αυτοπεποίθηση στη λέξη «σήμα». Τι σόι σήμα είναι αυτό; Σινιάλο; Κάτι που δηλώνει μια επικείμενη ανατροπή της τάξης, του νόμου; Είναι μήπως σήμα ανάγκης; Άραγε τα πανδοχεία εκείνη την εποχή παρήγαν κάποιο είδος φωτεινού γλωσσικού κώδικα; Πίσω στις εγκυκλοπαίδειες, πίσω στη μελέτη! Ας υποθέσουμε ότι ο πνευματικός ζήλος του αναγνώστη μας βρίσκει τη λύση. Αμέσως θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποια είναι η αξία της σε σχέση με τον στίχο. Έχει άλλωστε συμβεί ξανά: ένας μελετητής του Ρεμπώ ανακάλυψε ότι η φράση «όχι άλλο γενηθήτω» κατάγεται από τους τάφους των στρατιωτών του Γαλλοπρωσικού πολέμου. Σε πολλούς τέτοιους τάφους υπήρχε η ευλαβής επιγραφή «Γενηθήτω», δηλώνοντας τη χριστιανική ανάσταση των νεκρών. Εξαίρετα. Και τώρα τι; Πώς αυτή η πληροφορία έχει κάτι να προσθέσει στον στίχο; Γιατί δεν είναι μια κειμενική αναφορά του ίδιου του Ρεμπώ; Μήπως επειδή, όπως έγραψα στο πρώτο μέρος, ο συμβολισμός υπαινίσσεται; Η αφαιρετικότητα των συμβολιστών είναι σκόπιμη. Όπως έλεγε ο Μαλλαρμέ, σου μιλούν για ένα λουλούδι δίχως να το ονομάζουν. Γιατί ζητάνε την ουσία του λουλουδιού, γιατί το ίδιο το λουλούδι τούς είναι άχρηστο[2]. Αν σου μιλήσουν ευθέως για ένα λουλούδι, δε θ’ αποκαλύψουν αυτό που κρύβεται πίσω του, δε θα υποβάλουν. Κι ερχόμαστε εμείς, σηκώνουμε τα χεράκια μας και λέμε «κύριε, κύριε, το βρήκα, το βρήκα! Το λουλούδι είναι!». Συγχαρητήρια, αλλά μόλις καταστρέψατε ένα τρυφερό κι ευαίσθητο συμβολιστικό ποίημα, διαλύοντας το μαγνάδι της αφαιρετικότητας. (περισσότερα…)