ΝΠ | Αποφθέγματα

Φρήντριχ Νίτσε, Περί γυναικών και άλλων τινών

Μετάφραση Βασίλη Πράτσικα

Για όλες τις καθώς πρέπει κυρίες, γνώση σημαίνει προσβολή της αιδούς. Εμπρός της νιώθουν σαν τις έχουν πιάσει στα πράσα, χειρότερα ακόμη: σαν να τις κοιτάζουν κάτω απ’ τη φούστα.

Πίσω απ’ όλες τους τις προσωπικές ματαιοδοξίες, οι γυναίκες διατηρούν την ίδια απρόσωπη περιφρόνηση ‒  για τη «γυναίκα».

Έξω απ’ το παιχνίδι της αγάπης και του μίσους, η γυναίκα είναι μέτρια παίκτρια.

Ο φαρισαϊσμός δεν είναι ο εκφυλισμός του καλού ανθρώπου: κάθε άλλο, ως επί το πολύ είναι προϋπόθεση κάθε καλοσύνης.

Μια γυναίκα μαθαίνει να μισεί στο μέτρο που ξεμαθαίνει να θέλγει.

Στην εκδίκηση και στον έρωτα, η γυναίκα είναι βαρβαρότερη του άνδρα.

Το να ντρέπεσαι για την ανηθικότητά σου: ένα σκαλί στην σκάλα που σ’ οδηγεί τελικά στο να ντρέπεσαι και για την ηθική σου.

Το ν’ αγαπάς ένα μόνο πράγμα είναι βάρβαρο: γιατί είναι σε βάρος όλων των άλλων. Το ίδιο ισχύει και με την αγάπη προς τον Θεό.

Ο εγκληματίας συχνά είναι κατώτερος των πράξεών του: τις υποτιμά και τις διαβάλλει.

Εν καιρώ ειρήνης οι πολεμοχαρείς τα βάζουν με τον εαυτό τους τον ίδιο.

Οι ποιητές φέρονται ξεδιάντροπα στα βιώματά τους: τα λεηλατούν.

Η αφέλεια του θαυμασμού: όποιος την έχει δεν του έχει ακόμη περάσει απ’ τον νου ότι και τον ίδιο θα μπορούσαν να τον θαυμάζουν.

«Πλησίον μου δεν έχω τον γείτονα μου, αλλά τον γείτονα του γείτονά μου»: έτσι σκέφτονται τα έθνη.

Ο  χριστιανισμός πότισε τον έρωτα δηλητήριο. Δεν τον σκότωσε βέβαια, τον εκφύλισε όμως, σε διαστροφή.

«Τον αντιπαθώ!» — Γιατί; — «Γιατί είναι καλύτερός μου». Απάντησε ποτέ κανείς έτσι;

Η ένταση και ο τύπος της σεξουαλικότητας κάθε ανθρώπου τον πλημμυρίζει ώς την έσχατη κορυφή του πνεύματός του.

Κι ο αυτοπεριφρονούμενος ακόμη εκτιμά τον εαυτό του όταν περιφρονεί κάποιον άλλο.

Όχι επειδή είναι φιλάνθρωποι, αλλά επειδή είναι φιλάνθρωποι ανίσχυροι ‒ αυτό είναι το μόνο που συγκρατεί τους σημερινούς χριστιανούς απ’ το να μας ρίξουν στην πυρά.

Πώς; Μεγάλος άνδρας; Εγώ δεν βλέπω παρά τον ηθοποιό που ενσαρκώνει το ιδεώδες του.

Ο έπαινος είναι πιο φορτικός από τον ψόγο.

Την ώρα της απόφασης να κλείνει τ’ αυτιά ακόμη και στο καλύτερο αντεπιχείρημα: γνώρισμα του ισχυρού χαρακτήρα. Κι ακόμη, η προθυμία του πού και πού να κάνει τον βλάκα.

FRIEDRICH NIETZSCHE

Jenseits von Gut und Böse. Vorspiel einer Philosophie der Zukunft (1886)

Οι γλωσσοπρεπιστές

*

του ΛΑΜΠΡΟΥ ΛΑΡΕΛΗ

Οι ινκβιζίτορες μετρούσαν τα φτερά των αγγέλων στους πίνακες και οι κομμισσάριοι την κομματικότητα στους στίχους. Οι γλωσσοπρεπιστές όμως έχουν καλύτερο γιατροσόφι: πιπέρι στο στόμα!

※※※

Οι γλωσσοπρεπιστές είναι πλατωνιστές. Νομίζουν ότι αν φιμώσουν τις κακές λέξεις θα εξαφανίσουν τις πληγές που τις γεννούν. Ακόμα χειρότερα, νομίζουν ότι οι λέξεις είναι οι πληγές. Σαν το μικρό παιδί κλείνουν τα μάτια τους στα πράγματα, ήσυχοι πως αν οι ίδιοι δεν τα βλέπουν ούτε κι εκείνα μπορούν να τους δουν.

※※※

Οι γλωσσοπρεπιστές είναι μαστρωποί. Πουλούν προστασία στις λέξεις.

※※※

Οι γλωσσοπρεπιστές είναι μουλωχτοί. Κάτω απ’ τον τρίβωνα του Γκάντι έχουν κρυμμένο το κνούτο του Μπέρια.

※※※

Η Επανάσταση; Θ’ αρχίσει από τα λεξικά!

※※※

Μιλούν για “ορθότητα”. Εννοούν: ορθοστασία. Θέλουν τους πάντες προσοχή μπροστά τους.

※※※

Στην αρχή είχαμε μόνο τον Νόμο του Γκόντγουιν, τη Reductio ad Hitlerum. Τώρα, και η Εφημερίς της Κυβερνήσεως όλη δεν μας φτάνει.

※※※

Political correctness, το έσχατο στάδιο του φιλελευθερισμού. Η libertas σε κατάσταση υστερίας.

※※※

Απαγορεύονται οι ιστοί των σημαιών! Το απαιτήσαν οι οδοντογλυφίδες.

※※※

«Εμάς τους γύφτους άσε μας τους “οικούντας εν τοις κοίλοις”»· «θα σ’ αγοράσουν έμποροι και κονσόρτσια κι Εβραίοι»· «Ολιγόστευαν οι σκύλοι / και Αλλά’, εφώναζαν, Αλλά’»· ο «Δωδεκάλογος», ο «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης», ο «Γάμος του Καραχμέτη».

(Προτεραιότητες για έναν ελληνικό Index Librorum Prohibitorum.)

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Λάμπρος Λαρέλης, Σημειώσεις για έναν άνθρωπο

fool

*

Η αρετή του μια και μόνη: δεν στρογγύλευε.

* * *
Ανόητος δάσκαλος. Στο ερώτημα «και πώς να ζήσω;» εκείνος απαντούσε: «όπως νομίζεις».

* * *
Για κάποιο λόγο η κολακεία δεν τον έπιανε. Καταδικάστηκε λοιπόν να ζει στεγνός μες στους πιωμένους.

* * *
Στα πράγματα τα δεύτερα ήταν πάντα πρώτος.

* * *
Γενναίος; Διόλου! Απλώς από παιδί είχε αναισθησία στον φόβο.

* * *
Στα έργα του τόνιζε τις μεταβάσεις, τους συνδέσμους, τους κρυφούς αρμούς από μοτίβο σε μοτίβο. Οι θαυμαστές τον εγκωμίαζαν, κι ύστερα τα κομμάτιαζαν και τα πουλούσαν σκόρπια.

* * *
Η υπεροψία του; Παιδιάστικη. Έδινε σημασία στην αλήθεια.

* * *
Όσοι δεν τον γνωρίζανε, τον είχαν για αφιλόδοξο. Ποιος τώρα να σκεφτεί πως είχε αλλεργία στις δάφνες.

* * *
Άνθρωπος αισιόδοξος βαθιά. Ο Αρμαγεδδών ήταν γι’ αυτόν το αντίδοτο στην πλήξη.

* * *
Υψιπετούσε για καιρό. Θα του άρεσε όμως κάπου κάπου να χαμέρπει.

* * *
Είχε σε αφθονία όσα περίττευαν. Του έλειπαν μονάχα τα αναγκαία.

* * *
Τον ενθουσίαζαν οι Αθώοι. Στο εικονοστάσι του είχε την Ζαν ντ’ Αρκ, τον Τσε, την Κοκκινοσκουφίτσα…

* * *
Πνεύμα απ’ τα ράθυμα. Δούλευε για το Μέλλον.

* * *
Στα ζόρια ήταν αλύγιστος. Μιλούσε, ουρούσε, αποπατούσε ορθός.

* * *
Εντελώς ανεπίδεκτος μαθήσεως. Τον ξαφνιάζε κάθε πρωί η αχρειότης.

* * *
Συνήθως κόμπιαζε· η γλώσσα του ήταν γεμάτη άνω τελείες.

* * *
Στο θαύμα ήταν που πίστευε, καθόλου στις καλές προθέσεις.

* * *
Καπάτσος σ’ όλα του. Το σφάλμα το διόρθωνε με σφάλμα.

* * *
Ποτέ δεν πρόδωσε τους φίλους του. Μέχρι το τέλος έμεινε στο τέλμα τους μαζί τους.

* * *
Κι ο εγωισμός του ακόμη ήταν όλος αυταπάρνηση.

* * *
Ποτέ δεν έγινε οπαδός. Ντρεπότανε να δείξει τη χαρά του.

Μπαλζάκ, Περί δημοσιογραφίας

μτφρ. ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τον Τύπο τον εξολοθρεύεις με τον ίδιο τρόπο που εξολοθρεύεις μια κοινωνία: αφήνοντάς τον ολότελα ελεύθερο.

Eφημερίδα που δεν αυξάνει τους συνδρομητές της, όσους και να ’χει βρίσκεται σε παρακμή.

Χτύπα πρώτα, εξηγείς μετά. Το δυσφημίζειν και το συκοφαντείν δεν είναι ποινικώς κολάσιμα.

Με τα δώδεκα ή δεκαπέντε φράγκα του τον μήνα ο συνδρομητής τιμά το «Γνώμη μας είναι φυσικά η δική σας».

Ελεύθερος είναι ο Τύπος μόνο απέναντι στους αδύναμους και τους απροστάτευτους.

Ο Τύπος μοιάζει με γυναίκα: υπέροχη όταν ψεύδεται, δεν παραιτείται μέχρι να αναγκαστείς να την πιστέψεις. Και το κοινό, σαν αγαθιάρης σύζυγος, πάντα υποκύπτει.

ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ
Monographie de la presse parisienne, 1843

~.~