Συντάκτης: L'apprendista

«Όταν δολοφονείται η ερμηνεία»

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
Ο θυρωρός των ημερών

Κέδρος, 2022

Ποιος είναι τελικά «ο θυρωρός των ημερών»; Είναι αυτός που ελέγχει και μετρά τα περάσματα του χρόνου όπου «όλα αρρωσταίνουν βήχοντας» (σ. 9); Στη νέα ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου με τον προαναφερθέντα τίτλο η ποιήτρια αναμετράται μαζί του εναγωνίως, γνωρίζοντας ότι το χρέος δεν θα της χαριστεί και πως η ίδια θα μετασχηματίζει τα συμβάντα με εργαλείο τη δεξιότητα να οργανώνει τις λέξεις, λειτουργώντας ως ενορχηστρώτρια.  Ο θυρωρός των ημερών είναι παρών σε ολόκληρο το ποιητικό σώμα, χρησιμοποιείται εξάλλου και ως τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής. Καθώς οι αναγνώστες έρχονται αντιμέτωποι/ες με τις κατακλυσμιαίες εικόνες των ποιημάτων, αφού και η ίδια «η ποίηση είναι κατακλυσμός» που συχνά παραπέμπει σε έναν κόσμο παραπλήσιο με αυτόν της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων. Η Λουκίδου δεν στοχάζεται απλώς για τον αδηφάγο θυρωρό των ημερών, των ωρών, του χρόνου, των ανθρώπινων ζωών αλλά ενδύεται η ίδια τον ρόλο αυτό. Άλλωστε ο θυρωρός παραπέμπει και στον θάνατο που παραμένει υπαινικτικά παρών σε κάθε συνθήκη. Η ποιήτρια επανατοποθετείται σε όσα συμβαίνουν στην  ίδια, αλλά και σε αγαπημένους της συγγραφείς, ποιητές/τριες, συνομιλώντας ποικιλοτρόπως μαζί τους. Η φοβική διαπίστωση πως «τελειώνει ο χρόνος των μορφών» δεν αναφέρεται μόνο σε ένα οριστικό τέλος, αλλά περισσότερο αναδεικνύει διλήμματα συνεχή για τη σχέση των ποιητών/τριών στον χρόνο, τις μεταποιήσεις και μετασχηματισμούς κάθε μορφής στο μνημονικό τοπίο των λέξεων, όπου όλα μπορούν να ανατραπούν και να συνυφανθούν εκ νέου. (περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Πέντε ποιήματα

*

CAFÉ ΧΑΟΣ

I.

Πλεισίστιος στὸ ἐκδοτήριο φτάνω
κρατῶντας στὸ δεξὶ τὸν ὀβολό μου.
Σαλπάρω στὸ Papaver τῆς Somniferum
‒ τῶν VIP ἐπιβάτης, πρώτη θέση,
σ’ ἕνα ντουγροὺ ταξίδι, δίχως στάσεις.
Ἑπόμενος σταθμός μου: ἡ Ὑπνολάνδη.

II.

Ἡ ὑπνόκολλα σφαλίζει τὰ ματόκλαδα.
Ξυράφια θὲς γιὰ νὰ μοῦ τὰ χωρίσεις,
μὰ σὰν μεγάλωσα ἄλλαξαν τὰ χόμπι
κι’ ἀπ’ ὅλα τοῦ ἔρωτα τὰ παρὰ φύσιν
μοῦ ἔλαχε νὰ γίνω ὑπνοβάτης. (περισσότερα…)

Ο Νήφων στους Κουρσούς

Ατενίζοντας τον κλειστό κόλπο από τα Κουμαρά
προς τη Χρυσομηλιά των Φούρνων ή Κουρσών.

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

To κεντρικό, ομώνυμο νησί του συμπλέγματος των Φούρνων, ανάμεσα στη Σάμο και την Ικαρία, είναι ένας μικρός και απλός τόπος που έχει να προσφέρει στον επισκέπτη του μόνο φυσική ομορφιά. Ακόμα και αυτή όμως χαρακτηρίζεται μάλλον λιτή – μικρές ακτές, ήπιο γενικά ανάγλυφο, χαμηλή βλάστηση, λίγες καλλιέργειες, μερικά μελίσσια. Αν κάτι γίνεται κάπως περίπλοκο, είναι το τοπίο που συνθέτουν οι γύρω νησίδες και τα ονόματά τους: Θύμαινα και Θυμαινάκι, Kισηριά, Αλατσονήσι, Στρογγυλό, Πλάκα, Μακρονήσι, Άγιος Μηνάς, Μικρός και Μεγάλος Ανθρωποφάς.

Οι Φούρνοι —οι αρχαίες Κορσεαί— άκμασαν κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και εξήγαγαν μάρμαρα από το λατομείο τους —το Πετροκοπειό— στις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Στην εποχή του Βυζαντίου φαίνεται ότι ερημώθηκαν, παρόλο που παρέμεναν κομβικό σημείο στους θαλάσσιους δρόμους του Αιγαίου. Στις αρχές  του 15ου αιώνα ναυάγησε εδώ ο περίφημος Ιταλός ταξιδευτής Χριστόφορος Μπουοντελμόντι, ο οποίος, πεπεισμένος ότι θα πεθάνει, έγραψε σε μια σπηλιά τη φράση «Hic dira fame Christophorus mortuus est». Κατά την οθωμανική περίοδο, οι Φούρνοι συχνάζονταν από πειρατές, που έβρισκαν κρησφύγετο στους πολλούς κολπίσκους τους. Το κεντρικό νησί επανοικίστηκε από τον 18ο αιώνα. Οι κάτοικοί του υπερηφανεύονται σήμερα ότι κρατούν από κουρσάρους· σίγουρα είναι φύσει ατίθασοι και αγαπούν πολύ τον κρότο του δυναμίτη. (περισσότερα…)

Για τα κριτικά περί ποίησης σχήματα

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Γλώσσα μου, γλώσσα μου, γλυκιά μου γλώσσα,
άνοιξε γλώσσα μου, άνοιξε πες μας καμπόσα
όσα ξε- γλώσσα μου, όσα ξέρεις κι άλλα τόσα.
ΔΗΜΟΤΙΚΟ

Οι κριτικές τοποθετήσεις για το τι είναι τελικά αυτό που το λένε ποίηση[1] και το πώς αυτή αξιολογείται μέσα από ένα σύνολο κατηγοριοποιήσεων και αναγωγών παραμένουν ενεργές, προκαλώντας στον δημόσιο λόγο διλήμματα και προστριβές. Η κάθε τοποθέτηση φιλοδοξεί να παρουσιάζεται με αντικειμενικότητα, αρτιότητα και τεκμηριωμένη λογοδοσία. Με αφορμή αυτόν τον διαρκή ιστορικό διάλογο για το τι είναι ποίηση και τι δεν είναι, πώς κατηγοριοποιούνται τα έργα τέχνης και αρθρώνονται οι διαφορετικές θεωρητικές φωνές, διαμορφώνοντας τον ποιητικό χώρο, θα ήθελα κι εγώ ελεύθερα να διατυπώσω κάποια σύντομα σχόλια. Μια τέτοια προσέγγιση συμμετέχει στον διάλογο για τα κριτικά σχήματα στην ποίηση και τους περί αυτής λόγους, με την ταυτόχρονη όμως αποποίηση της θέσης ότι αυτή υπερέχει άλλων αναλυτικών προσεγγίσεων. Αντίθετα, κάθε κριτικό κείμενο αξιολογείται και προσθέτει στον διάλογο, κατασκευάζοντας συγκεκριμένες εκδοχές για την ποίηση  και με τις αντίστοιχες συνέπειες στα ταξινομητικά σχήματα και στις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες που διαμορφώνουν τους διλημματικούς κοινούς τόπους του καλλιτεχνικού τοπίου. Η χαρτογράφηση του ποιητικού πεδίου παραμένει ανοιχτή, χωρίς όμως να χαρακτηρίζεται από ομοιογενείς καταγραφές και μόνιμα συμπεράσματα. Κάθε κριτική απόπειρα καταγραφής, αξιολόγησης και αποτίμησης των ποιητών και του έργου τους αλλά και κάθε αναλυτικό ερμηνευτικό σχήμα πρόσληψης έχουν όρια και υπόκεινται σε κριτικές αναθεωρήσεις και αναστοχασμούς. Κατά τη γνώμη μου το συνθετικό διαλογικό πεδίο είναι αυτό που πολυσυλλεκτικά εμπλουτίζει την ανάλυση και την κατανόηση του κειμένου.

Ακόμα και στην πιο εμπεριστατωμένη και αυστηρή εφαρμογή ενός κριτικού θεωρητικού σχήματος μπορεί να εντοπιστούν όρια, αγκυλώσεις, εγκλωβισμοί, φορμαλιστικοί κανόνες και αποκλεισμοί. Ο Μπένγιαμιν έχει ήδη επαρκώς επισημάνει πως σε κάθε κείμενο μπορούν να εντοπιστούν και να υποστηριχθούν κάθε τύπου συγκρουσιακά κριτικά σχόλια ανάλογα με τα ερμηνευτικά εργαλεία που θα επιλεγούν και την αισθητική και ιδεολογικοπολιτική σκευή του κριτικού. Παράλληλα, η στροφή στον λόγο στο πλαίσιο του κοινωνικού κονστρουξιονισμού ανέδειξε την επιτελεστικότητα της γλώσσας στις κατασκευές του κοινωνικού κόσμου και του έργου τέχνης. Ο αφορισμός/διαπίστωση πως «ο λόγος κάνει πράγματα» βοηθάει την ανάλυση των κειμένων, επιτρέποντας να εξεταστεί λεπτομερώς τι ακριβώς συντελείται σε κάθε κείμενο, αποφεύγοντας τοιουτοτρόπως την απόδοση κινήτρων στον/στην συγγραφέα τους και καταδεικνύοντας πολυεπίπεδα τη συμπλοκή του αισθητικού με το προσωπικό, το πολιτικό, και το κοινωνικό. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο επισημαίνονται και εντοπίζονται οι περιορισμοί κάθε θεωρητικού σχήματος όταν αυτό διατυπώνεται αοριστολογικά και με ουσιοκρατικούς όρους. Οι θεωρίες του κοινωνικού κονστρουξιονισμού στη μεταμοντέρνα θεωρία συνεισφέρουν έτσι ώστε να αναδειχθούν οι τρόποι με τους οποίους κάθε «κλειστό» ερμηνευτικό σχήμα που «φωτίζει» μια μόνο όψη κειμενική ενδέχεται να καταλήξει σε  «θέσφατη θεολογία». (περισσότερα…)

Θεόδωρος πρίν, Θεοδόσιος αὖθις

Το επιτύμβιο επίγραμμα του Θεοδοσίου, όπως εκτίθεται
στη Συλλογή Γλυπτών της Μονής του Οσίου Λουκά.

 

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #5
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Θεόδωρος πρίν, Θεοδόσιος αὖθις

Η μονή του Οσίου Λουκά κοντά στο Στείρι της Βοιωτίας, η οποία απειλήθηκε από τις μεγάλες πυρκαγιές του περασμένου καλοκαιριού, συνιστά έναν αληθινό θησαυρό για την ιστορία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής και τέχνης. Εδώ μπορεί κανείς να αντιληφθεί, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, τον αισθητικό και συμβολικό κόσμο των εκκλησιών του μεσαιωνικού Βυζαντίου. Οι δύο ναοί –η Παναγία των μέσων του 10ου αιώνα και το καθολικό των αρχών του 11ου– οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες της Κωνσταντινούπολης. Τα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη και ανάγλυφα της Παναγίας συνομιλούν με την κλασική αρχαιότητα αλλά μεταφέρουν και αραβικές επιδράσεις, σε μία ανεπανάληπτη για την εποχή ποιότητα. Το μεγάλο, πάμφωτο καθολικό είναι επενδεδυμένο με πολύχρωμες μαρμάρινες συνθέσεις στα δάπεδα και τους τοίχους, και διασώζει μερικές από τις σημαντικότερες ψηφιδωτές παραστάσεις της βυζαντινής τέχνης, σε ένα λιτό, γραμμικό ύφος, όπου ξεχωρίζουν τα γεμάτα εκφραστική δύναμη πορτρέτα μιας χορείας αγίων μοναχών. (περισσότερα…)

Tο ξήλωμα της γλώσσας

*

της ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Νίκη Χαλκιαδάκη,
μικρές κανίβαλες
Μανδραγόρας, 2022

Στην Ανάσκελη με πυρετό (Μανδραγόρας, 2012), η Νίκη Χαλκιαδάκη αρχίζει την ποιητική της αφήγηση παρουσιάζοντας την κόρη να καθαρίζει το κρανίο του πατέρα της χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις. Η σκοτεινή αυτή τελετή αποτελούσε την εναρκτήρια παράσταση μιας επιμνημόσυνης ποιητικής γραφής, που δεν επιτελούσε την πατροκτονία αλλά την αναδιήγηση της σχέσης κόρης και πατέρα, με τη συνδρομή της παιδικής κατανόησης και φαντασίας.

Στις μικρές κανίβαλες (Μανδραγόρας, 2022), ποιητική συλλογή η οποία εκδίδεται δέκα χρόνια μετά την Ανάσκελη με πυρετό, πρωταγωνιστεί ίσως το ίδιο εκείνο κορίτσι σε διαφορετικές ηλικίες, ή περισσότερα κορίτσια με κοινές εμπειρίες, που συγκροτούν μια συλλογική έμφυλη φωνή. Κοινή εμπειρία φαίνεται να είναι εκείνη της μονογονεϊκής οικογένειας, αποτελούμενης μόνο από γυναίκες/θηλυκότητες. Σύμφωνα με τα λεγόμενα στο εναρκτήριο ποίημα, η μητέρα «φοβάται μην έρθει [ο πατέρας] πίσω γεμάτος σκουλήκια». Στις μικρές κανίβαλες βλέπουμε τα αποτελέσματα μιας υποχρεωτικής ή μη, φυσικής ή και συμβολικής, απουσίας του άνδρα μέσα στον οίκο, με στόχο, υποθετικά πάντα, την επιβίωση. (περισσότερα…)

Ὁ πρὶν βέβηλος τόπος

Η επιγραφή στο γείσο της εισόδου της Παναγίας των Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #4
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ὁ πρὶν βέβηλος τόπος

Ένα μεγάλο μέρος των μεσαιωνικών βυζαντινών επιγραφών αναφέρεται στην ίδρυση ή την ανακαίνιση ναών από κληρικούς, αξιωματούχους του στρατού και της κρατικής διοίκησης, αλλά και απλούς ιδιώτες. Πρόκειται για τις λεγόμενες κτιτορικές επιγραφές, οι οποίες τοποθετούνταν σε εξέχοντα σημεία των εκκλησιών, με συνηθέστερη θέση το ανώφλι της κύριας εισόδου, εξωτερικά ή εσωτερικά ‒ στη δεύτερη περίπτωση εντάσσονταν στον ζωγραφικό διάκοσμο. Ορισμένες φορές εμφανίζονταν και επάνω στο τέμπλο, το οποίο ήταν τότε μαρμάρινο. Η γλώσσα τους ποικίλει, από λακωνικές διατυπώσεις με δημώδεις εκφράσεις και πλήθος ορθογραφικών λαθών, ως περίτεχνα επιγράμματα με υψηλές λογοτεχνικές προθέσεις.

Οι κτιτορικές επιγραφές δεν είχαν απλά σκοπό να απαθανατίσουν την πράξη της δωρεάς. Απεναντίας, αποτελούσαν ένα άριστο μέσον, σε προβεβλημένη και μόνιμη θέση, για να προβάλει ο δωρητής την ευσέβειά του αλλά και την κοινωνική του περιωπή, παραθέτοντας αφενός τα κίνητρα της πρωτοβουλίας του και αφετέρου τίτλους, αξιώματα και άλλες ιδιότητες που προσδιόριζαν το προσωπικό του κύρος. Οι επιγραφές δεν απευθύνονταν βέβαια μόνο στους πιστούς που εισέρχονταν στον ναό· παραλήπτης τους ήταν πρωτίστως το ίδιο το θείον, με την προσδοκία —ή σχεδόν την απαίτηση, ορισμένες φορές— να ανταποδώσει την προσφορά. Στο πλαίσιο αυτό, πολλά κείμενα τόνιζαν σκόπιμα και με έμφαση την αντίθεση ανάμεσα στο προσφερόμενο νέο έργο και την προηγούμενη από αυτό κατάσταση, ώστε να αναδειχθούν το μέγεθος και η σημασία της δωρεάς. (περισσότερα…)

Ενώπιον του γήρατος

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Γιώργου Καλοζώη
Η άφιξη των θηρίων
Ενύπνιον 2023

Αποτελεί κοινή παραδοχή το γεγονός ότι η γραμμή ανάμεσα στη μανιέρα και τη συνέπεια στο έργο είναι πολύ λεπτή. Και είναι αλήθεια ότι, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να προσάψει στον Γιώργο Καλοζώη μανιερισμό: υπερρεαλιστικές εικόνες,[1] εξπρεσιονιστική αίσθηση,[2] ανθρωπόμορφη ζωολογία (ή ζωώδης ανθρωπολογία), ζούγκλες, δάση, πουλιά και μια «κανιβαλιστική συνθήκη»,[3] ανάβαση/κατάβαση σε βουνά, κλίμακες και σκάλες[4] σε εναρμονισμένα στο ζήτημα της μορφής ιδιότυπα σωληνοειδή ποιήματα[5] σε κάθε ποιητική συλλογή. Πρόκειται όμως για ένα αναγνωρίσιμο και ποιητικά υπαρκτό σύμπαν στο οποίο αιωρούνται —ή βαραίνουν— σταθερά τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα: πώς, γιατί, πού; Ο ανοικειωτικός καλοζωικός κόσμος διαθλάται σε κάθε έργο του ποιητή πιο διαυγώς, διερευνάται κάθε φορά σε μεγαλύτερο ύψος και βάθος, σκοτεινιάζει περισσότερο με την πάροδο του χρόνου και, κυρίως, δεν αντιγράφεταιˑ για αυτό δεν θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μανιερισμό παρά για συνέπεια, ποιητικής στάσης και έργου.

Αν στα προηγούμενα έργα του Καλοζώη το γήρας ήταν μια μακρινή αίσθηση, μια εικόνα, μια απειλή μέσα στην «επίγνωση της θνητότητας»,[6] τώρα αποτελεί ένα ζωντανό γεγονός το οποίο έχει αφιχθεί επιβλητικά στο οπτικό πεδίο. «Το γήρας ακόμη και μέσα / στην πιο μαύρη κι από / πίσσα νύχτα φωσφορίζει» γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Ο αλπινιστής η ωραία κι ο γυπαετός». Το ποιητικό υποκείμενο στέκεται συντετριμμένο ενώπιον του γήρατος που καταφθάνει επιθετικά και αδιαπραγμάτευτα. Και μοιάζει να επαναλαμβάνει πίσω από κάθε στίχο “να, καταφθάνουν”, “τα βλέπω, υπάρχουν”, “ήρθε (και για μένα) η ώρα να γνωρίσω τα θηρία”. Στο ποίημα «Ο ιστός» το ποιητικό υποκείμενο/ο ποιητής συνειδητοποιεί ότι η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει και, κάποια στιγμή, αυτό που θα έχει συμβεί – για όλους. Για κάθε άνθρωπο έρχεται η σειρά, γιατί η ζωή είναι τετελεσμένη:

[…]
από τη μια άκρη μέχρι την άλλη
της αποθήκης ή του σύμπαντος ένας
χοντρός ιστός
πάνω του είδα τον παππού μου και
τον άλλο παππού μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν οι γονείς μου
πάνω του είδα τις θείες μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν είδα την πεθερά μου είδα
καλύτερα και ξανά για να είμαι
εντελώς σίγουρος πάνω στο άπειρο
δίχτυ έμβρυα και μωρά και μεγάλους
είδα πάνω σε καρφιτσωμένα χαρτιά
ερωτήσεις είδα ιστορίες πάνω στα
χαρτιά ποιήματα μυθιστορήματα και
θεατρικά και ψάχνοντας κάτι που
μου πήρε χρόνια είδα πάνω στον άχρονο
ιστό το καρτελάκι με τη σειρά και
την αριθμημένη θέση μου

(«Ο ιστός»)

(περισσότερα…)

Μία άλλη Αμοργός

Τοπίο της Αμοργού στον Χρυσόστομο στα Κάψαλα, κοντά στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. (Φωτογραφία του συγγραφέα).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συστηθεί κανείς με έναν τόπο τον οποίο επισκέπτεται για πρώτη φορά — ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για ένα εμβληματικό νησί των Κυκλάδων, όπως η Αμοργός. Το διαδίκτυο προσφέρει δεκάδες σελίδες με πληροφορίες, συνήθως ρηχές και επιπόλαιες. Οι έντυποι ταξιδιωτικοί οδηγοί παραμένουν πιο αξιόπιστοι, παρόλο που  συχνά είναι άνισοι σε ποιότητα. Αν και σχετικά δυσεύρετη, η ταξιδιωτική γραμματεία μπορεί να κατευθύνει την προσοχή του επισκέπτη και να προετοιμάσει το βλέμμα του — όπως το Ελληνικό Καλοκαίρι του Ζακ Λακαρριέρ. Τα δε κείμενα των παλαιότερων, ξένων περιηγητών παρέχουν πάντοτε πλούσια ερεθίσματα.

Ξεκινώντας για ένα μικρό ταξίδι στην Αμοργό, επέλεξα μία άλλη πηγή, ένα από τα Ὑπομνήματα περιγραφικὰ τῶν Κυκλάδων Νήσων κατὰ μέρος, που δημοσίευε στα τέλη του 19ου αιώνα ο γεωγράφος και ιστορικός Αντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905). Το αφιερωμένο στην Αμοργό υπόμνημα, έκτασης 92 σελίδων, εκδόθηκε το 1884 στην Αθήνα από το τυπογραφείο των αδελφών Περρή και κυκλοφορεί σήμερα σε αναστατική επανέκδοση του βιβλιοπωλείου του Διονυσίου Νότη Καραβία. Επρόκειτο για το δεύτερο έργο αυτού του είδους του Μηλιαράκη, μετά το τομίδιο Άνδρος – Κέως που είχε εκδοθεί το 1880· ακολούθησε ένα ακόμη, το 1901, αφιερωμένο στην Κίμωλο.

Η Αμοργός του Μηλιαράκη αποτυπώνει την κατάσταση του νησιού στα χρόνια της παλαιάς Ελλάδας, όταν αυτό αποτελούσε το ανατολικότερο άκρο του βασιλείου και μόλις έβγαινε από την απομόνωση του, αφού το 1882 απέκτησε για πρώτη φορά τακτική εβδομαδιαία επικοινωνία με ατμόπλοιο. Ο συγγραφέας περιόδευσε την Αμοργό τον Ιούνιο του 1883 και συνομίλησε με πολλούς κατοίκους του, παρατηρώντας και συγκεντρώνοντας επί τόπου την περισσότερη ύλη του μικρού του βιβλίου. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κείμενο που γοητεύει τον αναγνώστη του: δεινός και διεισδυτικός παρατηρητής, ο Μηλιαράκης οργανώνει το υλικό του συστηματικά, είναι ακριβολόγος στις περιγραφές του, διακρίνει το μείζον από το δευτερεύον, επικρίνει καταστάσεις και προτείνει λύσεις, και όλα αυτά με εργαλείο μία λιτή αλλά χυμώδη και ρέουσα καθαρεύουσα, με μεγάλη οικονομία λόγου. (περισσότερα…)

Με το βλέμμα του φιλιού

 

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Άρτεμις Χρυσοστομίδου
Oh that hand of yours / Υψηλού επιπέδου τραύμα
Το Ροδακιό, 2022

Δεν υπήρξαν ποτέ πιο περίεργα μάτια από τα δικά της. Τα λουλούδια που οι άνθρωποι ταξιδεύοντας βλέπουν στο δρόμο είναι τα μάτια της. Μπορεί να αγγίζει, να ακουμπά οπουδήποτε. Όλα είναι ορατά. Βλέπει μέσα από τα πάντα, είναι τα πάντα. Τη στιγμή που θα νομίσει ότι θα πεθάνει θα περάσουν από μπροστά της άνθρωποι των σπηλαίων, μεγάλα κεφάλια, μοναχοί του μεσαίωνα, ο σύγχρονος κόσμος, ένα πλαστικό μαχαίρι. […] Ζωγραφική είναι το αιώνια γυμνό βλέμμα. Από τον ποταμό μπορεί να βγει διαφορετική. Καλό είναι ο άνθρωπος να ανεβοκατεβαίνει. [1]

Αντικρίζοντας κανείς και μόνο τα εξώφυλλα των δύο βιβλίων της Αρτέμιδος Χρυσοστομίδου, ταξιδεύει σε ένα άχρονο σκοτεινό, συννεφιασμένο ή ομιχλώδες σκηνικό, όπου η όραση καλείται να αποκρυπτογραφήσει τι βλέπει πάνω σε μια σκούρα μονοχρωμία: κυπαρισσί το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως Τα σκυλιά δεν γαυγίζουν στη Γαλλία / Γλυπτική (Το Ροδακιό, 2018), γκρι πετρόλ το πιο πρόσφατο Oh that hand of yours / Υψηλού επιπέδου τραύμα (Το Ροδακιό, 2022). Και στις δύο περιπτώσεις οι διπλοί τίτλοι προκρίνουν την αφή, αλλά εξελικτικά, με έναν φόρο τιμής να αποτίνεται στην τέχνη της γλυπτικής και τις δυνατότητες των χεριών, η αφή ταυτίζεται με την όραση, με την οποία «ο άνθρωπος ανεβοκατεβαίνει».

Γενικότερα  η ποίηση της Χρυσοστομίδου στηρίζεται σε ποικίλα δίπολα: διπλοί τίτλοι, διγλωσσία (ελληνικά και αγγλικά/γαλλικά), ποίηση και πεζό, γραφή και φωτογραφία κ.ο.κ. από μία σκηνοθέτρια ποιήτρια. Για την πρώτη ιδιότητα της Χρυσοστομίδου, η οποία μοιάζει να “στήνει” σεναριακά και σκηνοθετικά τα βιβλία της, χαρακτηριστικό είναι, μεταξύ άλλων, το ποίημα «Αυτή δεν είναι μια ρομαντική ιστορία στις Άλπεις»: «Στις κορυφές, βιολιά, άριες και παπούτσια Kappa γλιστρούν στον πάγο. Από το αμφιθέατρο κοιτάζει το καμπαναριό. Τα κοιμητήρια είναι μουσεία σύγχρονης τέχνης που εκθέτουν στην ησυχία των τάφων, ένα μάθημα για το πώς μπορεί κανείς να μεταμορφωθεί σε τοπίο. Το κορίτσι στην άλλη πλευρά των Άλπεων είναι ένα βουνό που περιμένει να λιώσει το χιόνι για να δει τι κρύβεται αποκάτω. Της γράφει, Αγάπη μου, εμπιστεύου την αγάπη, όχι τα επιχειρήματα, και έλα να με βρεις. […]» (όπ., 22).[2] (περισσότερα…)

Καλλιεργώντας τον μυστικό της κήπο

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ρωξάνη Νικολάου,
Σαλός μαγνήτης.
Φαρφουλάς, 2022

Με μόλις τρεις ποιητικές συλλογές, με τις δύο πρώτες να απέχουν κατά σχεδόν δύο δεκαετίες μεταξύ τους (Ποιήματα 1991-1999, ιδιωτική έκδοση, Λεμεσός, 2000ˑ Ψαλιδιστής, Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018), η Ρωξάνη Νικολάου δίνει συχνά την εντύπωση ότι, καταφεύγοντας τακτικά στη λογοτεχνική σιωπή, δεν απαρνείται τελικά την ποίηση. Την παλινδρόμηση αυτή επιβεβαιώνει και με το τρίτο της βιβλίο Σαλός μαγνήτης, το οποίο έχει ως πρόταξη/επιγραφή μια δυναμική και συνειδητοποιημένη στάση επιστροφής στην υπαρξιακή επιβίωση: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώˑ γυρεύει το στόμα μου».

Εικονοποιία σε ένα δροσερό φυσικό περιβάλλον με δέντρα, βρύσες, νερά, πουλιά, έντομα, ερπετά, με στοιχεία παράδοξου ή παράλογου υπερρεαλιστικής κληρονομιάς, παραμυθία, μεταφορά, ρητορικά ερωτήματα, μικρές στιχομυθίες είναι μερικά από τα έντεχνα μέσα του λόγου που αξιοποιεί σταθερά η Νικολάου. Στην ποίησή της η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από προετοιμασία και ετοιμότητα για τον θάνατο. «Έπεσα μες στο πηγάδι/ που μ’ άνοιξε η γέννησή μου» γράφει στο ποίημα «Το τραγούδι του αέρα»ˑ και ολοκληρώνει: «Μην έχεις έγνοιαˑ/ πάνω απ’ το κουφάρι μου/ θα τραγουδάει ο αέρας/ ό,τι μέχρι θανάτου κράτησα». Σε πολλά ποιήματα της Νικολάου, τα οποία συνομιλούν μεταξύ τους, ο άνεμος[1] φέρνει τη ζωή και ο άνεμος την παίρνει:

[…]
Σκοτεινά νερά
παφλάζουν στην εξώπορτα
 
γυαλιά καρφιά
το λιγοστό μου πάτωμα
 
κάποιος τα σπρώχνει
—ας τον πούμε άνεμο—
ολοένα πιο μπροστά
στην όραση.

(«Λιγοστό πάτωμα»)

Να φυσάει το αεράκι
να στάζει βροχή απ’ τα φύλλα
ο ήλιος να στεγνώνει τις πεταλούδες
εγώ να φτιάχνω ήσυχα κάτι
εσύ να έρχεσαι από τα περβόλια
απ’ τα ψώνια ή απ’ τη θάλασσα
στο πάνω σπίτι να μιλούν
ν’ ακούγονται τα βήματά τους
και δεν θα με νοιάζει
αν θα ’μαι πεθαμένη.

(«Να φυσάει το αεράκι»)

Η Νικολάου συμβιβάζεται με το γεγονός ότι η τέχνη της —η τέχνη του ανθρώπινου είδους, το οποίο οδηγείται σε αναπαραγωγή και θάνατο, άρα και η ίδια— είναι εύθραυστη και εφήμερη. «Αυτός ο άνθρωπος πέθανε από πείνα/ κανένα ποίημά μου δεν μπόρεσε να τον σώσει» γράφει στο ποίημα «Στα χαμαιτυπεία του χρόνου διδάχθηκα την τέχνη των πήλινων ποιημάτων». Την καταδιώκει, ωστόσο, το γεγονός ότι η τέχνη της είναι (οριακά;) άχρηστη και αχρείαστη για τους ανθρώπους: «Είμαι το τσιγαρόχαρτο, Θεέ, που πάνω του έγραψες “ενθύμιο θνητής φωτιάς” και το πέταξες μέσα στον λάκκο των ανθρωπίνων» («Θυμήσου όποια ώρα και να ’ναι πως δεν διασύρουμε το χώμα μας»). (περισσότερα…)

Νέο τεύχος! ΝΠ7

(περισσότερα…)