Συντάκτης: L'apprendista

Υλική και λαβυρινθώδης περιπλάνηση

Αχιλλέας Κυριακίδης
Το μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα

Αθήνα: Πατάκης
2018

Αχιλλέας Κυριακίδης
Σώμα
Αθήνα: Πατάκης
2017

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Τι κάνει τώρα μέσα μου αυτός ο αιχμάλωτος αέρας; … Τον νιώθω να γυρίζει σαν χαμένος, πεπλανημένος πλάνης, αίολος». (Σώμα, σ. 13)

Η περιπλάνηση, έννοια δυναμική, νοηματοδοτείται με νέους κάθε φορά όρους, ανάλογα με τη συνύφανση των γεγονότων και την οπτική των εμπλεκομένων σε αυτά. Η περιπλάνηση μπορεί επίσης να προταχθεί ως μεταφορά της γραφής και της κατασκευής ιστοριών για τον κόσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη, η περιπλάνηση είναι υλική και λαβυρινθώδης και εμπλέκει τη διπλή ιδιότητά του ως συγγραφέα και μεταφραστή. Αριστοτεχνικός και έμπειρος μεταφραστής ο Κυριακίδης περιπλανιέται στον χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας πάνω από τριανταπέντε χρόνια, συνομιλώντας με το έργο του Μπόρχες, του Κορτάσαρ, του Κενό, του Περέκ και άλλων πολλών. Αν το ένα βιβλίο οδηγεί στο άλλο, στο πλαίσιο της σύνθεσης ενός υπό διαμόρφωση πολύμορφου διαλεκτικού λογοτεχνικού τοπίου, τότε ο Κυριακίδης εμπλέκει τους αναγνώστες/αναγνώστριες σε αυτή τη διαδικασία, προσκαλώντας τους να οικειοποιηθούν και οι ίδιοι τους χώρους που δημιουργούνται στα βιβλία των προαναφερθέντων συγγραφέων. Επομένως, η συμβολική αυτή περιπλάνηση είναι ατομική και συλλογική και παραμένει επίκαιρη, εφόσον δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά αναπροσδιορίζεται στην κάθε ιστορική στιγμή, θέτοντας στον συγκεκριμένο χρόνο νέα ερωτήματα σε κάθε ανάγνωση των μεταφρασμένων έργων. Έτσι, τα λογοτεχνικά έργα και οι συγγραφείς τους περιπλανιούνται αντίστοιχα στην κοινωνικο-ιστορική ελληνική πραγματικότητα σε αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες/αναγνώστριες, συνθέτοντας νέους τόπους/χώρους, στους οποίους η γραφή, ο λόγος και η ανάγνωση οικοδομούν το πραγματικό, αλλά και οικοδομούνται με τη σειρά τους από αυτό.

Η περιπλάνηση αυτή του Κυριακίδη, με την ιδιότητα του μεταφραστή, και η λεπτομερής εντρύφηση στον Μπόρχες δεν μπορεί παρά να επηρεάσει και το λογοτεχνικό του έργο.

Στο Σώμα παρουσιάζεται το χρονικό της ζωής ενός γλωσσολόγου του Μαρτινιανού Σταύρου που τον φωνάζουν Μάρτη. Στο βιβλίο με αφορμή την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να εντοπίσει μια γλώσσα χαμένη, την οποία ακούει πρώτη φορά όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο το 1965, τη συνδέει με το σώμα. Επίσης, περιγράφεται σ’ αυτό η υλικότητα της γλώσσας που ομιλεί για τη φθορά και τον πόνο του ανθρώπινου σώματος, επαναλαμβάνοντας πως άνθρωποι και γλώσσες φθείρονται και σβήνουν σταδιακά. Πρόκειται, επομένως, για ένα χρονικό ανασύνθεσης της βιογραφίας ενός ανθρώπου και για μια συνεχόμενη διερώτηση για τον θάνατο, τη γλώσσα, τον ανθρώπινο πόνο, τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων: «Σ’ αυτές τις τρύπες, τις παράγκες, που ονομάζουμε εαυτό μας, κατοικεί ένα πρόσωπο απόκρυφο, που δεν μας μοιάζει».[1]

Τα όρια του σώματος συνδέονται με αυτά της προσωπικής διαδρομής του πρωταγωνιστή, καθώς αυτός αναστοχάζεται, σε διάφορες στιγμές του βίου του, το πώς διαμορφώνεται η υλικότητα της γλώσσας στην έκφραση του ανθρώπινου καημού. Συνδέονται επίσης με την επιτελεστικότητα της γλώσσας και την περιπλάνηση του πρωταγωνιστή στην προσπάθειά του να εντοπίσει τις διαδρομές μιας χαμένης γλώσσας: «Αναδιφώντας στο σώμα αυτής της γλώσσας, σχολιάζει ο συγγραφέας, θαρρείς και ανέσκαψε τη γλώσσα του δικού του σώματος, σκαπάνευσε τις επιταγές του» (σ. 51).

Γλώσσα και σώμα σε μια λειτουργία αλληλεπίδρασης, καθοριστική για τον αναστοχασμό της ανθρώπινης πορείας. Όταν τελικά ο Μάρτης αρρωσταίνει, διαπιστώνει πως «ήταν μια γλώσσα χωρίς όνομα, δεν ζούσε πια, αυτά που ο Μάρτης είχε ακούσει ήταν σπαράγματα, μικροί μεταθανάτιοι ρόγχοι… ρήματα με κοινό τους μόρφημα το σώμα»(σ. 46).

Η φθορά του σώματος, αλλά και της γλώσσας αναδύονται σε κεντρικό μοτίβο. Ο πρωταγωνιστής αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την παιδική του ηλικία, τη μανιώδη του επιθυμία να εμποδίσει την έλευση της αρρώστιας. Όταν τον ρωτούσαν για το τι θα γίνει άμα γεράσει, μια από τις απαντήσεις ήταν: «δήμιος αναδρομικός όλων των νόσων» (σ. 15). Η επιθυμία να ελεγχθεί και να διατηρηθεί η γλώσσα, περιγράφοντας τα στιγμιότυπα της ζωής του ανθρώπου, είναι παράλληλα και μια διαδικασία διατήρησης μιας ενεργής μνήμης, που αντιστέκεται στην επέλαση του χρόνου. Η λέξη Curpesten, είναι μια από τις λέξεις της άγνωστης γλώσσας που άκουσε ξαφνικά, όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Την ερμηνεία της θα τη μάθει πολύ αργότερα. Curpesten «είναι μια λέξη που τα λέει όλα: Το σώμα είναι» (σ. 30).

Το βιβλίο του Κυριακίδη συνεχίζει τον διάλογο με τις σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες[2] για την υλικότητα του σώματος και παράλληλα για τις κατασκευές του στον λόγο. Έτσι λοιπόν, το σώμα δεν είναι τόπος κοινωνικά και προσωπικά ουδέτερος, όπως εξάλλου η γλώσσα και η γραφή. Σώμα, γλώσσα, γραφή συγκροτούν νέες αναδυόμενες υποκειμενικές ταυτότητες και χώρους στην πορεία του κάθε ανθρώπου. Το σώμα κατασκευάζεται από σύνθετους λόγους και πρακτικές, ενώ παράλληλα διατηρεί την υλική του οντότητα, που μόνιμα επανανοηματοδοτείται στο ιστορικό παρόν. Είναι πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών (σ. 12). Ο Κυριακίδης δεν ενδιαφέρεται για το αδιαίρετο φυσικό σώμα, αλλά για το ρευστό αβέβαιο σώμα και τη σχέση του με τα όρια και το περιεχόμενο της γλώσσας, καθώς αυτά αλληλοπροσδιορίζονται. Η αναζήτηση της υλικότητας γλώσσας και σώματος δημιουργούν νέους τόπους ενδεχομενικότητας, επισημαίνοντας την «κοινωνικά κατασκευασμένη και διαρκώς μεταβαλλόμενη κειμενική σωματικότητα»[3].

Το σώμα είναι, λοιπόν, και αντίστοιχα, η γλώσσα είναι. Σώμα και γλώσσα σε μια διαδικασία περιπλάνησης του βίου, σε έναν ανοιχτό μνημονικό διάλογο, με όσα αισθανόμαστε, όσα επιθυμούμε, όσα αφήνουμε πίσω, καθώς και με όλους τους ανθρώπους που συναντάμε στη ζωή μας. Η κάθε ανάσα διατηρεί το σώμα και τις μνήμες του ζωντανές, σε μια απόπειρα αποφυγής του θανάτου. Ο θάνατος προσδιορίζεται από τον πρωταγωνιστή ως «αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους» (σ. 23), μέχρι να έλθει όμως μας προτρέπει να αναπνέουμε.

Στον αγώνα για επιβίωση ο γραπτός λόγος, τα αγαπημένα βιβλία, λειτουργούν ως λύτρωση και σωτηρία: «Είναι μια σκέψη που γαληνεύει και δίνει δύναμη, πως ανάμεσα στα βιβλία που έχουμε στην κατοχή μας υπάρχουν μερικά που αρκούν για τη λύτρωση και τη σωτηρία μας. Σχεδόν κάθε μέρα προστίθενται καινούρια, αλλά τα απαραίτητα υπάρχουν ήδη από καιρό».[4]

Στο σύμπαν του Αχιλλέα Κυριακίδη ο Μπόρχες είναι ένας από τους κλειδοκράτορες και στο βιβλίο: Το μουσείο των τύψεων, ο συγγραφέας αναρωτιέται για τους τρόπους με τους οποίους εκτυλίσσεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον συγγραφέα που τον έχει καθορίσει, και τη διαμόρφωση του δικού του λογοτεχνικού και προσωπικού κόσμου. Συνεκτικός ιστός για άλλη μια φορά είναι η εννοιολόγηση της μνήμης και οι συνέπειές της στην ανάδειξη των καλλιτεχνικών έργων, αλλά και των προσωπικών διαδρομών.

Το ερώτημα για το πώς συγκροτείται η μνήμη, ποιο περιεχόμενο έχει και ποιες είναι οι επιδράσεις της στη λογοτεχνία και τις επιλογές του καθενός εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους στο βιβλίο.

«Η μνήμη κάθε ανθρώπου είναι η μοναδική ισχυρή εκδοχή του χρόνου. Για να συντονιστούν, λοιπόν, δύο άνθρωποι, δεν αρκεί παρά να υπάρχει ο ένας στη μνήμη του άλλου. Κι’ η συνάντηση γίνεται πάντα στο παρόν, τη στιγμή που πυροδοτείται η ανάμνηση» (σ. 68)

Επομένως, η μνήμη δεν αφορά στη γραμμική αφήγηση του παρελθόντος, δεν αφορά στην παράθεση παρελθοντικών γεγονότων, δεν αφορά κάτι οριστικά τετελεσμένο. Η μνήμη συνδέεται με τους ανθρώπους και τις συναντήσεις μαζί τους. Είναι δράση που συμβαίνει διαχρονικά και μπορεί να ανακατασκευάζεται διαρκώς.

Ο συγγραφέας παίζοντας επίσης με τη μεταμυθοπλασία και τις υποκειμενικές εκδοχές ταυτότητας του ίδιου, ως μεταφραστή, επιμελητή, και αναγνώστη θίγει ζητήματα μνήμης και ταυτότητας. Ο Μπόρχες είναι παρών με διαφορετικούς τρόπους σχεδόν σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Παρίσταται ως κεντρικό πρόσωπο αναφοράς και ενορχηστρωτής της γραφής του Κυριακίδη. Στο βιβλίο, πέρα από τις κειμενικές επιδράσεις του έργου του στους ήρωες των διηγημάτων («The ender», «Το μουσείο των τύψεων», «Φάλαινες και αναισθητικά», «Το εξωφρενικό αριστούργημα») εμφανίζεται ένας ήρωας του Μπόρχες ο Φούνες, ενώ στα «Κτερίσματα» ο ίδιος ο Μπόρχες παίρνει τον λόγο και μάλιστα υπογράφει στο τέλος και το κείμενο με το όνομά του. Η «Λέσχη της μυστικής μελαγχολίας» χαρακτηρίζεται επίσης από μια κλασική μπορχεσιανή ατμόσφαιρα, καθώς ο ήρωας συναντά έναν Άλλο εαυτό, ο οποίος απολαμβάνει τη φανταστική ζωή που ονειρεύεται ο πρωταγωνιστής του διηγήματος. Ενώ ο ήρωας συμμετέχει στη λέσχη, όπου κάθε μέλος μπορεί ανενόχλητα να ξεδιπλώσει τη μελαγχολία του και να αναστοχαστεί τη ζωή και τις επιθυμίες του, ο Άλλος εαυτός στο τέλος μπορεί να πάρει τη θέση του, ώστε να γίνει η αντιστροφή στη ζωή του πρωταγωνιστή. Με όλες αυτές τις επινοήσεις ο Κυριακίδης καταθέτει τις «οφειλές» και την αγάπη του για τον Αργεντινό συγγραφέα, εξετάζοντας τα όρια της γραφής στον χρόνο, την κατασκευή της μνήμης στα κείμενα και τη ζωή, το πώς οι επιθυμίες διαμορφώνουν το πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και τη χρήση του μπορχεσιανού έργου στους λογοτεχνικούς, καλλιτεχνικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Τα θραύσματα άλλωστε της καθημερινότητας λειτουργούν ως μόνιμες επισημάνσεις του ότι τίποτα δεν είναι οριστικό και ότι τα αποσιωπητικά ταιριάζουν σε όλες τις ανθρώπινες ιστορίες.

Στο «The ender» ο επιμελητής “πειράζει” το διήγημα του Μπόρχες «Ο Νότος» και παρεμβαίνει ευρύτερα στα κείμενα, καταργώντας την αμφισημία τους και βάζοντας ένα οριστικό τέλος. Γι’ αυτό αποπέμπεται από τους λογοτεχνικούς κύκλους, στους οποίους είχε δοξαστεί. Το μότο του Βίκτορ Σκλόφκσι στην αρχή του διηγήματος: «Κάθε μυθιστόρημα μπορεί να τελειώσει αλλά δεν έχει τέλος […] γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ξέρουμε το μέλλον, κι εμείς το μέλλον δεν το ξέρουμε.» είναι παράλληλα και η διαπίστωση του συγγραφέα για τον ανοιχτό διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στα βιβλία και τους αναγνώστες και την πολυφωνικότητα που δημιουργείται στο διηνεκές του χρόνου.

Στα «Κτερίσματα» παρατίθεται ο Κρίστιαν Γκρείνβιλ, ο οποίος δηλώνει «ότι η μνήμη είναι η τέταρτη-και η μόνη-υποκειμενική εκδοχή του χρόνου» (σ. 76) μιας διαρκούς «work in progress» (σ. 77).

Ο Κυριακίδης θέτει, επιπλέον, ένα ανοιχτό δίλημμα. Η μνήμη δεν είναι ουδέτερη, αλλά αντίθετα αγγίζει τα όρια της οδύνης και της βίας όταν ξαφνικά έρχεσαι αντιμέτωπος/η με «έναν απίστευτο όγκο αυτοβιογραφικών αναμνήσεων», που λειτουργεί ως «παρελθόν-Ατλαντίδα» (σ. 77). Η συγκρότηση της μνήμης σε ένα τέτοιο πλαίσιο επιδρά και «στη γεωγραφία του μέλλοντος» (σ. 77), ορίζοντας την καθημερινότητα και τις επιλογές των ανθρώπων. Από την άλλη στο διήγημα «Με τον Φούνες» περιγράφεται ο τρόμος τού να «μπορείς ν΄ ανασύρεις τον πιο ακαριαίο έρωτα ή το πιο ποταπό μίσος» (σ. 72). Το να θυμάσαι διαρκώς με ένταση τα πάντα μπορεί να οδηγήσει σε ένα «στέγνωμα». Το συναισθηματικό αυτό στέγνωμα, η παύση της ενεργής νοηματοδότησης και επανατροφοδότησης, το πάγωμα του σώματος, της γραφής και της μνήμης είναι, νομίζω, και ένας ισχυρός συνδετικός ιστός ανάμεσα στο Σώμα και το Μουσείο των τύψεων.

«Λογοτεχνία είναι η ζωή που ξαναρχίζει όταν τελειώσεις το διάβασμα» (σ. 50), απαντά ο Κυριακίδης. Το πώς δεν θα αποστεγνωθούν οι γραφές, τα σώματα και οι μνήμες είναι πολιτικό ερώτημα-διακύβευμα, το οποίο απαιτεί τη ρευστότητα στους τρόπους που ορίζουμε το σώμα, την επιθυμία, τη λογοτεχνία και το πραγματικό. Για να επιστρέψουμε όμως, στην αρχή, η περιπλάνηση ως ενεργή διαδικασία θέασης του κόσμου ενδέχεται να ανατροφοδοτήσει με νέους όρους τη συγκρότηση της μνήμης με τρόπους που θα προσδιορίσουν και το μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο, ίσως τελικά να γίνει πράξη το απόφθεγμα του Ceronetti ότι: «η βαθύτερη εκλογή του ανθρώπου θα είναι πάντα υπέρ μιας κόλασης πάθους και όχι ενός παράδεισου αδράνειας» (σ. 140).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ


[1] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 33.

[2] Μακρυνιώτη, Δ. (2004) “Εισαγωγή”. Στο: Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, επιμ. Μακρυνιώτη Δ., Αθήνα: Νήσος.

[3] Ό.π., σ. 20.

[4] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 65

Η προσωπική μαρτυρία ως γιατρειά του κοινού τραύματος

Δήμητρα Λουκά, Κόμπο τον κόμπο, Αθήνα, Κίχλη, 2019

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου της Δήμητρα Λουκά Κόμπο τον κόμπο (Αθήνα, Κίχλη, 2019), στις σελίδες του συντίθεται ένας «κόσμος τραχύς», ο οποίος «δονείται από δυνατά πάθη και ένστικτα και συνάμα κυριαρχείται από τους ισχυρούς δεσμούς της κοινότητας». Ενώπιον του αναγνώστη ξεδιπλώνουν τις ιστορίες τους «ηρωίδες που βίωσαν «τη σκληρότητα της αρχαϊκής κοινωνίας και άλλες που ύψωσαν το ανάστημά τους και πάλεψαν στις πιο αντίξοες συνθήκες∙ ήρωες-θύματα των κοινωνικών προκαταλήψεων και άλλοι που τους συνέθλιψαν οι μυλόπετρες της Ιστορίας». Όντως, χωρίς διστακτικότητα εξιστορούνται οι βαθιές πληγές της παραδοσιακής κλειστής κοινωνίας: από τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση της γυναίκας εντός του οίκου («Αράχνες», «Το αίμα σπαράζει», «Κόμπο τον κόμπο»), αλλά και εκτός αυτού («Δεν είχε τυχερό»), μέχρι την κακοποίηση των ζώων («Κανέλα»), έως και το μεγάλο τραύμα του εμφυλίου («Singer»). (περισσότερα…)

Σπύρος Κατσίμης, Πέντε ποιήματα της πανδημίας

(περισσότερα…)

Το κίνημα της αντιψυχιατρικής

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Στη δεκαετία του 1960, με τη σταδιακή υποχώρηση της απήχησης του επαναστατικού μαρξισμού και την κυριαρχία του καπιταλιστικού ευδαιμονισμού, αναδύθηκαν στο προσκήνιο διάφορα άλλα κινήματα και τάσεις κριτικής της Δύσης, που συνήθως ήταν προσκείμενα στη Νέα Αριστερά. Κύριος στόχος τη κριτικής τους ήταν η μετατροπή του ανθρώπου να οδηγηθεί στη χειραφέτησή του, μακριά από τις διάφορες μορφές καταπίεσης των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών. Η Αντιψυχιατρική υπήρξε ένα από τις πιο αντισυμβατικά κινήματα εκείνης της περιόδου. Με πρωτεργάτες τους ψυχιάτρους David Cooper και τον Ronald Laing. Ο πολιτισμός μας καταπιέζει όχι μονάχα τα ένστικτα, όπως νόμιζε ο Freud, αλλά και κάθε μορφή υπερβατικότητας, θα πει ο Laing, αμφισβητώντας τις κλασικές ψυχιατρικές μεθόδους και απορρίπτοντας τον εγκλεισμό των φρενοβλαβών σε άσυλα. Να σημειωθεί πως η κόρη του, Fiona, θα διαγνωσθεί με σχιζοφρένεια και θα παραμείνει για χρόνια σε άσυλο φρενοβλαβών. (περισσότερα…)

O Κώστας Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε… ή Το ολίσθημα ενός δασκάλου

697975_Ο_Κώστας_Καρυωτάκης_νεκρός_στο_Βαθύ_Πρέβεζας_-1928-_D_1_1

 

του ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Ἂς θυμηθοῦμε  μιὰ καίρια παραίνεση τοῦ Γ.Π. Σαββίδη στὸ φιλολογικὸ δοκίμιο τοῦ 1972 «Ὁ Καρυωτάκης ἀνάμεσά μας»:

[…] Καιρὸς νὰ πάψει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ ἡ σπειροχαίτη τοῦ Καρυωτάκη […] καὶ ἀκόμη λιγότερο ἡ αὐτοκτονία του […], καὶ νὰ στραφοῦμε πρὸς τὰ ποιήματα καὶ τὰ πεζογραφήματά του – σὰν νὰ τὸν εἶχε κόψει τὸ πράσινο τρὰμ δίπλα στὸ πατρικό του στὴν ὁδὸ Πειραιῶς. [1]

Ὁ Σαββίδης συμβουλεύει περισσότερο τὸν ἑαυτό του, ἂν καὶ εἶναι βέβαιος ὅτι στὸ τέλος θὰ ἐνδώσει πρῶτος καὶ καλύτερος σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιδημικὴ νόσο, τὴ φιλολογικὴ νεκροτόμηση, δηλαδὴ σκύλευση, ἑνὸς ἄτυχου πτώματος. (περισσότερα…)

Τζάκι Κέυ, Χαρτιά Υιοθεσίας

4e29f8331789425964815cbceb82b7ee

Μέρος Πρώτο, Κεφάλαιο 3ο: Λίστες Αναμονής

(Μτφρ.- σχόλια: Μαρία Μπλάνα)

Στο πρώτο πρακτορείο που πήγαμε
δεν μας ήθελαν στις λίστες τους
δεν μέναμε αρκετά κοντά σε κάποια ενορία
ούτε ήμασταν από αυτούς που πάνε εκκλησία
(αν και αποφύγαμε να αναφέρουμε πως ήμασταν κομμουνιστές)
Στο δεύτερο μας είπαν
πως δεν βγάζαμε αρκετά λεφτά.
Στο τρίτο μας συμπάθησαν
αλλά η λίστα αναμονής ήταν ήδη στα πέντε χρόνια.
Πέρασα έξι μήνες προσπαθώντας να μη χαζεύω
τις κούνιες ή το καλαθάκι για μωρά στα καροτσάκια του σούπερ-μάρκετ,
να μην σκέφτομαι πως το παιδί που ήθελα θα μπορούσε
να ‘ναι τώρα πέντε χρόνων.
Στο τέταρτο πρακτορείο η λίστα είχε κλείσει.
Στο πέμπτο μας έβαλαν στη λίστα αλλά πάλι δεν είχαν μωρά.
Κι όπως βγαίναμε από την πόρτα
είπα Α, ξέρετε, δεν μας νοιάζει το χρώμα.
Κι έτσι απλά, η αναμονή τελείωσε.
 
Σήμερα το πρωί έφτασε ένας υπηρεσιακός φάκελος (περισσότερα…)

Η παραχάραξη της Ιστορίας και ο πατριαρχικός δεσποτισμός στον ζόφο της Σβάστικας

 του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑ

i-nyhta-tis-sbastikas-9786185032333-1000-1443601Τον Ιούλιο του 1940, η Λέσχη Αριστερού Βιβλίου του Λονδίνου επέλεξε τη Νύχτα της Σβάστικας του Murray Constantine ως βιβλίο του μήνα, εκπληρώνοντας την ανάγκη, σε αυτούς τους δύσκολους καλοκαιρινούς μήνες, για μία διαφορετική θέαση του ναζισμού, η οποία θα αποκάλυπτε και ενδεχομένως ανέλυε πιθανές αδυναμίες του ψυχισμού των Ναζί.[1]H επανέκδοση του μυθιστορήματος, αν και άκρως επίκαιρη, είχε περάσει μάλλον απαρατήρητη τον καιρό της έκδοσης του (1η έκδοση: από τον οίκο Victor Gollancz, 1937), καθώς ο κριτικός λόγος που περιέβαλε το βιβλίο ήταν αμελητέος. Μισόν αιώνα αργότερα, η Νύχτα της Σβάστικας θα αναδημοσιευτεί από τους Lawrence και Wishart με την παρότρυνση της αμερικανίδας ερευνήτριας, Daphne Patai, η οποία ανακάλυψε πως ο Constantine ήταν στην πραγματικότητα γυναίκα, η Katharine Burdekin (1896–1963), που έγραφε με ψευδώνυμο, μη διστάζοντας να αντιμετωπίσει τον πυρήνα μίας ιδεολογίας την περίοδο μάλιστα που ο Χίτλερ απολάμβανε αξιοπρόσεκτη δημοσιότητα και διεθνές κύρος. (περισσότερα…)

Πέτρος Φωκιανός, Λεωφόρος Συγγρού

img_02561

 

Λεωφόρος Συγγρού

Ι.

Στην λεωφόρο Συγγρού βρέθηκε ένα κουφάρι.
Ένα εντελώς κουφαριασμένο κουφάρι,
που το ‘χαν αφήσει να κουφαριάζει από καιρό
κι όταν κουφάριασε καλά,
περνάγανε κουφάρια και το βλέπανε.
Θαύμαζαν την όψη του,
την στάση που είχε διατηρήσει κατά την πτώση,
το σχήμα που άφηνε ο λεκές.

Ήταν το καλύτερο κουφάρι που είχε να επιδείξει η πολιτεία.

ΙΙ.

Η λεωφόρος Συγγρού είναι ο κατάλληλος δρόμος να καταστείς κουφάρι.
Δεν έχεις παρά να επιλέξεις το ιδανικό κτήριο.
Την ώρα της πτώσης θα ευθυγραμμίσεις χέρια και πόδια με το κενό.
Λίγο πριν σκάσεις στην άσφαλτο,
φέρε το σώμα σου στην πιο ακραία θέση.
Μέχρι ο νους σου να διαρρήξει τους συνδέσμους,
οι φυσικοί νόμοι θα έχουν φροντίσει για αυτό.

Τότε θα καταστείς κουφάρι.

Επίλεξε το σημείο της πτώσης σου σωστά.
Ένας θάνατος δίπλα στην θάλασσα φαντάζει ελκυστικός.
Ο θάνατος στην λεωφόρο Συγγρού δεν σου προσφέρει εκείνες τις χαρές.
Οι γιατροί δεν εκτιμούν την πτώση του σχοινοβάτη·
φροντίζουν να σπάνε τον χορευτικό κλοιό.
Πρέπει να ξέρεις από μπαλετικούς όρους
για να εκτιμήσεις ένα σώμα που πέφτει.

Το κουφάρι για να ανθίσει θέλει τον χρόνο του
κι όταν του τον προσφέρεις, αυτό θα σε ανταμείψει.

Στην λεωφόρο Συγγρού, τα καλύτερα κουφάρια
τα κλέβουν λήσταρχοι και απατηλά στοιχεία.
Αν στην προσγείωση αποδειχθείς αρκούντως επιδέξιος,
θα βρεθείς κρυμμένος σε μία γυάλινη βιτρίνα.
Τα βράδια θα σε αφήνουν να γυροφέρνεις στις υπόγειες διαβάσεις,
να ηδονίζεσαι στα στριπτιζάδικα
και να σκαρφαλώνεις στις κορυφές από τα κτήρια
για να ασπαστείς την μορφή σου αφ’ υψηλού.

Πρέπει πάντα να επιστρέφεις στην προθήκη.
Το νου σου!

Είσαι το καλύτερο κουφάρι που έχει να επιδείξει η πολιτεία μας.

2020

ΠΕΤΡΟΣ ΦΩΚΙΑΝΟΣ

Τι σημαίνει να είναι κανείς «ιππότης της πίστης»;

 του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Σήμερα η θρησκευτική πίστη αντιμετωπίζεται συνήθως ως ένα σύνολο πεποιθήσεων που νοηματοδοτούν την ανθρώπινη ζωή μέσα από την επίκληση του υπερβατικού. Στον Δυτικό κόσμο, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις γίνονται σεβαστές και αποδεκτές, στον βαθμό που δέχονται τη φιλελεύθερη αρχή της ανεκτικότητας και δεν επιχειρούν να επιβληθούν με πολιτικά μέσα. «Καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει ό,τι θέλει», είναι η χαρακτηριστική φράση που εμφανίζεται στην αρχή και (συνηθέστερα) στο τέλος κάθε συζήτησης για το υπερφυσικό. Μάλιστα, κάθε δημόσια αναφορά στο υπερφυσικό, ακόμη και αν γίνεται από μη θρησκευτική σκοπιά, κατά κανόνα συνοδεύεται από την καθησυχαστική φράση που μόλις αναφέρθηκε, προκειμένου να μην εκληφθεί ως δείγμα απόπειρας προσηλυτισμού ή φονταμενταλισμού. (περισσότερα…)

Πετούμενα άλογα, ουράνια

Στη Συλλογή που εξέδωσε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος το 1991, έχει μέσα και τ’ ακόλουθο ποίημα:

ΠΕΤΟΥΜΕΝΟ ΑΛΟΓΟ
2ος ΑΙΩΝΑΣ Μ.Χ.

Στὴ ράχη ἑνὸς χελιδονιοῦ καλπάζει τὸ φαρὶ τῆς Κίνας ―
Ποῦ ἀλλοῦ θὰ κάλπαζε τόσο γοργά;

Οἱ νόμοι τῆς βαρύτητας δὲν εἶναι γιὰ τὸν ποιητὴ καὶ γιὰ τὸ μάστορη.
Καὶ πῶς ἀλλιῶς
Τὸ μικρὸ χάλκινο τεχνούργημα
Θ᾽ ἀντάμωνε στερνὰ τὸν Ὅμηρο
Καὶ τὰ φαριὰ τοῦ Ρήσου ἐκεῖνα (περισσότερα…)

Γράμμα από την Μπογκοτά

ΗΜΕΡΕΣ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ – ΦΥΓΗ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ

Πέρασαν σχεδόν τρεις μήνες. Μακριά από όλους, την κίνηση, τα μαγαζιά, τους θορύβους που καθόλου δεν μ’ ενοχλούν γιατί μεγάλωσα στο πρώτο πάτωμα μιας πολυκατοικίας στο κέντρο της πόλης. Μακριά από το γραφείο μου, τα βιβλία μου, τη ζωή μου. Το σπίτι που μένω είναι ξύλινο, δίπατο, έχει τηλεόραση, τζάκι με γκάζι και ανέσεις. Βρίσκεται σ’ ένα αγρόκτημα είκοσι δύο στρέμματα μ’ ένα μικρό δάσος, με λόφο κι ένα ποταμάκι. Τριγυρίζομαι από πράσινο χορτάρι, αυτοφυές και διαρκές. Πατάω και βυθίζεται το πόδι μου σαν να περπατάω σε στρώμα. Όπου και να γυρίσω το βλέμμα μου δέντρα και ζώα. Αγελάδες και μοσχαράκια. Κότες, τρία σκυλιά, δύο άλογα.

Photo5

Έφθασα στην Μπογκοτά της Κολομβίας αρχές Μαρτίου για μια επίσκεψη-συμπαράσταση στην έγκυο κόρη μου και την οικογένειά της, για ένα μήνα. Η Κίνα και ο παράξενος ιός της ήταν πολύ μακριά για να εμποδίσει ένα ταξίδι που είχα προγραμματίσει από καιρό. Ύστερα εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα του εστεμμένου σε Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία· σε μια εβδομάδα έκλεισαν παντού όλα τα αεροδρόμια. Άλλαξα το εισιτήριο επιστροφής για Απρίλιο και φοβισμένοι από την κατάσταση με έγκυο και μικρό παιδί τα μαζέψαμε και ήρθαμε στο οικογενειακό αγρόκτημα, δυο ώρες με το αυτοκίνητο από την πρωτεύουσα. Πρωινό ξύπνημα στις 6 και στις 9 το βράδυ στο κρεβάτι. Οι άλλοι. Εγώ δεν μπορώ να πάω για ύπνο πριν τις 11. Παρά την κούραση του υψόμετρου. Δεν υπάρχει ούτε ένα ελληνικό βιβλίο και η σύνδεση του κινητού μου δεν επιτρέπει να κατεβάσω οτιδήποτε από το διαδίκτυο.

Πριν από μέρες ένας ταύρος έριξε τα σύρματα και κατέβηκε ως το σπίτι μας μασουλώντας ενώ εγώ ανίδεη βολτάριζα. Στα πενήντα μέτρα άκουσα τις φωνές της κόρης μου που με προειδοποιούσε να μείνω ακίνητη και τότε τον είδα. Ένας μεγάλος μαύρος ταύρος που με περιεργαζόταν. Ο τρίτος της ζωής μου. Αναμετρηθήκαμε για λίγο. Ύστερα προσγειώθηκε στο λαιμό του ένα λάσο σε καουμπόικο στιλ. Δυο άντρες τον τράβηξαν πέρα με μεγάλη δυσκολία. Τον ταΐζουν πατάτες για να παχύνει και να τον πουλήσουν. Δε συμφέρει να υπάρχει ταύρος στο κοπάδι. Η αναπαραγωγή γίνεται με τεχνητή γονιμοποίηση κι αυτόν το μήνα γεννήθηκαν πέντε μοσχαράκια. Υπάρχουν και οκτώ μικρά ταυράκια. Κι αυτά θα πουληθούν μόλις παχύνουν αρκετά.

Σήμερα ξύπνησα από το μουγκανητό ενός μοσχαριού. Είχε λυθεί και βρισκόταν ακριβώς κάτω από το παράθυρό μου. Άνοιξα το παντζούρι και το έβλεπα καθώς κοίταζε προσεκτικά τα κάγκελα της βεράντας. Είπα πως τώρα θα πηδήξει και θα μπει μέσα, αλλά προτίμησε να φάει το πιο ωραίο ροζ τριαντάφυλλο του μικρού κήπου και ύστερα πήρε την κατηφόρα μέχρι που το μάζεψαν κι αυτό μ’ ένα λάσο.

Κάθε μέρα οι αγελάδες κατεβαίνουν από τα βοσκοτόπια, πεντέμιση το πρωί και τρεισήμισι το απόγευμα για το άρμεγμα. Ύστερα επιστρέφουν στα πιο ψηλά λιβάδια. Βρισκόμαστε στα 2800 μέτρα υψόμετρο. Στα υψίπεδα των Άνδεων. Το κλίμα ίδιο όλο τον χρόνο, άνοιξη μάλλον και λίγο φθινόπωρο Απρίλιο και Μάη. Τις πρώτες μέρες δεν άντεχα να περπατήσω για πολύ ώρα. Μου έλειπε το οξυγόνο. Χρειάστηκα περίπου μια εβδομάδα για να συνηθίσω τα 2500 μέτρα της Μπογκοτά. Όμως τώρα εδώ τα πράγματα βελτιώθηκαν. Ανεβαίνω τις ανηφόρες χωρίς στάσεις, χωρίς λαχάνιασμα.

Photo1Η καραντίνα είναι αυστηρή με μεγάλα πρόστιμα, απαγορεύουν τις μετακινήσεις όπως και στην Ελλάδα, αλλά έχουν γενική απαγόρευση κυκλοφορίας τα σαββατοκυριακοδεύτερα όταν οι Κολομβιάνοι πάνε εκδρομές, γλεντάνε και πίνουν, γι’ αυτό υπάρχει ταυτόχρονα και απαγόρευση πώλησης ποτών. Οι μεγάλες εταιρείες απολύουν υπαλλήλους αράδα. Ο κόσμος δυσανασχετεί με την κλεισούρα, αλλά περισσότερο υποφέρουν όσοι ζούσαν από δουλειές του ποδαριού – και είναι πολλοί αυτοί, εκατομμύρια. Τους βλέπουμε στην τηλεόραση, στις πιο φτωχές συνοικίες, κρεμάνε ένα κόκκινο πανί έξω από το σπίτι τους που σημαίνει ΠΕΙΝΑΜΕ. Οι διάφορες οργανώσεις μοιράζουν πακέτα με τρόφιμα καθημερινά αλλά δεν φτάνουν. Και όσοι μένουν στα βόρεια προάστια φοβούνται μια εξέγερση, μια κοινωνική αναστάτωση όσο κρατάει η καραντίνα. Κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει γιατί περιμένουν αύξηση των κρουσμάτων στο τέλος του μήνα.

Το Πάσχα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε. Είχα σκεφτεί να βάψω αυγά, ίσως να φτιάξω τσουρέκια, αλλά όλα αυτά φάνταζαν ξένα στο περιβάλλον μου. Στη δοκιμή που έκανα τα δέκα αυγά βγήκαν σκούρα μπεζ κι ας τα άφησα δυο ώρες να βράζουν στο κόκκινο νερό των παντζαριών.

Η πτήση του Απρίλη ακυρώθηκε κι έκανα καινούργια κράτηση για Μάη.

Εδώ για όλα πρέπει να πας αυτοπροσώπως να τα παραλάβεις, δεν υπάρχουν ντελιβεράδες. Ένα άτομο ασυνόδευτο ―στην Μπογκοτά βγαίνουν σε διαφορετικές μέρες οι άντρες από τις γυναίκες, μονά ζυγά, ίσως για ν’ αποφεύγουν τα ραντεβού― σύμφωνα πάντα με τον λήγοντα αριθμό της ταυτότητας. Παραδείγματος χάρη οι λήγοντες σε 0 οκτώ με έντεκα το πρωί και μόνο στην πιο κοντινή πόλη, δηλαδή χωριό. Φαρμακεία και λίγα μεγάλα μπακάλικα με περιορισμένη ποικιλία και μόνο δύο προϊόντα από κάθε είδος. Αυτό αποκλείει οποιονδήποτε ξένο. Δεν έχω βγει έξω εδώ και τρεις μήνες. Δεν έχω περπατήσει σε δρόμο. Δεν έχω μπει σε κατάστημα. Όμως υπάρχουν πολύ λίγα κρούσματα στο νομό της Μπογιακά όπου βρίσκομαι και κανένας θάνατος. Κάτι είναι κι αυτό.

Ιδανικές διακοπές μου λένε όταν παραπονιέμαι, στη φύση, στον καθαρό αέρα, με καθημερινή κουζίνα γκουρμέ της κόρης μου που απολαμβάνει το καλό και υγιεινό φαγητό. Γιατί δεν είμαι ευχαριστημένη με αυτές τις συνθήκες απομόνωσης; Τι παραπάνω κάνω στο γραφείο μου στην Αθήνα; Πόσο πολύ λοιπόν αποζητούμε τη δική μας φυλακή;

Μάταια και καθημερινά αναζητώ το κρυμμένο νόημα σε αυτόν τον υποχρεωτικό εγκλεισμό. Μια απλή, λίγο παράλογη επιβίωση, ένας εγκλεισμός χωρίς μέλλον, ένας σχεδόν θάνατος. Προσπαθώ να δώσω ένα σχήμα, ένα σκοπό, σε αυτήν τη διαβίωση, αλλά δεν βρίσκω τίποτα που να ανακουφίσει την απελπισία μου. Μου λείπει η Αθήνα, μου λείπει το Wifi του σπιτιού μου. Στην αρχή, όταν ξέμεινα από data, μ’ έπιασε ένας πανικός, δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με την Ελλάδα, με τους δικούς μου. Τώρα παλεύω με τις λιγοστές μονάδες για περιήγηση που αγοράζω σχετικά φτηνά, αυτό είναι αλήθεια, αλλά λόγω της καραντίνας κανένας δεν τοποθετεί κεραίες εδώ στην εξοχή. Δεν μπορώ να γράψω, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Πότε πότε πονάει ο λαιμός μου κι ένας μικρός πανικός ξεφυτρώνει για λίγες τουλάχιστον ώρες. Μήπως μολύνθηκα; Μήπως θ’ αφήσω εδώ τα κόκκαλά μου; Πόσο ασήμαντα είναι όλα αυτά που σχεδίαζα μπροστά στην επιτακτική ανάγκη της απομόνωσης για να σωθούμε όλοι. Και γιατί να σωθούμε, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται. Γιατί να μην ρισκάρουμε, να δούμε ποιός πραγματικά μπορεί να επιβιώσει. Ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας που με τις χειρότερες προοπτικές θα αλλάξει για πάντα τη ζωή της ανθρωπότητας.

Photo7

Θυμάμαι μια ηθελημένη απομόνωση έξι εβδομάδων στην πόλη των Αγγέλων, στις ΗΠΑ. Σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Σάντα Μόνικα, μόνη, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, σκυμμένη στον υπολογιστή μέρα νύχτα. Το δίδυμο κρεβάτι ήταν μαυροπίνακας γεμάτος κίτρινα αυτοκόλλητα χαρτάκια: οδηγίες για το σενάριο που έγραφα, έγραψα. Έβγαινα μόνο για φαγητό, σ’ ένα εστιατόριο ανοιχτό όλο το εικοσιτετράωρο, καμιά φορά βόλτα με το νοικιασμένο αυτοκίνητο στα free ways για να εξοικειωθώ με την πόλη. Έγραφα ασταμάτητα, αγόραζα παγωτό στο σούπερ που ήταν κι αυτό μέρα-νύχτα ανοιχτό και μια φορά την εβδομάδα μάθημα συγγραφής σεναρίου με τον Σιντ Φιλντ στο διάσημο Μπέβερλι Χιλς, στο σπίτι του Γκέρσουιν. Ανακάλυψα τον Σ.Φ. διαβάζοντας τα βιβλία του, τον είχα βρει στο διαδίκτυο και μετά από ένα χρόνο αλληλογραφία βρέθηκα στο Λος Άντζελες με την ιδιότητα της μαθήτριας να γράφω το πρώτο μου σενάριο με την βοήθεια και την καθοδήγηση του. Το γυμναστήριο του ξενοδοχείου το ανακάλυψα δυστυχώς μόνο την τελευταία εβδομάδα. Όπως και τις καινούριες φίλες και τα φαγάδικα του Λ.Α.

Σκέφτομαι πως τίποτα δεν θα είναι ίδιο στο μέλλον. Ίσως θα πρέπει να φορούμε όλοι μάσκες και γάντια, να κρατάμε αποστάσεις, να αποφεύγουμε τις συγκεντρώσεις. Εκτός κι αν κάνουμε κάθε χρόνο το εμβόλιο του κορωνοϊού όπως της γρίπης. Η πτήση του Μαΐου ακυρώθηκε κι αυτή, έκλεισα θέση για 5 Ιουνίου.

Κάθε βράδυ βλέπω σπίτια στον ύπνο μου. Σπίτια που υπήρξαν, σπίτια που είχα και πούλησα ή εγκατέλειψα, σπίτια παλιά, σπίτια ερείπια. Περιφέρομαι εκεί μέσα και ψάχνω τους δικούς μου, πότε τη μάνα, πότε κάποιο παιδί, πότε κάποιον αγαπημένο που έχω χρόνια να δω. Κάθε βράδυ επιστρέφω σε γνωστά μέρη, ξεχασμένα ή κι αξέχαστα.

Και περνώ τις μέρες μου κλεισμένη σ’ έναν Παράδεισο, σε μια Εδέμ, χωρίς καμιά έγνοια, δεν πρέπει να πληρώσω νοίκι ούτε κοινόχρηστα, δεν βγαίνω για ψώνια, άλλος μαγειρεύει, άλλος προγραμματίζει την καθημερινότητά μου, δεν έχω υποχρεώσεις, η μέρα ξημερώνει μες στο πράσινο, τα κοκόρια με ξυπνούν τα χαράματα όπως ποτέ στη ζωή μου δεν με ξύπνησαν, αγελάδες και άλογα γεμίζουν τις πλαγιές, κότες που μου δίνουν τα φρέσκα αυγά τους, μια βουκολική ζωή που δεν επιζήτησα. Φοράω τα ρούχα που έφερα για ένα μήνα, σχεδόν έλιωσα ένα πανταλόνι, έχω άλλα δύο. Έχω ξεχάσει το βάψιμο, την κοκεταρία, δεν φοράω πια γυαλιά, νταντεύω μια εγγονή και περιμένω μιαν άλλη.

Τώρα τελευταία άρχισα να διακρίνω μια ελαφριά κατάθλιψη. Αν ήμουνα πιο νέα ίσως να το διασκέδαζα, όμως εδώ μου λείπουν τα γραφτά μου, αυτά που θα μπορούσα να τακτοποιήσω, να αρχειοθετήσω, τα βιβλία μου που θα μπορούσα να ξαναδιαβάσω, κάποιες μεταφράσεις που ήθελα να κάνω στον ελεύθερο χρόνο μου. Στην άλλη μεριά του ωκεανού είναι η πατρίδα, ο καλός μου, οι άλλοι αγαπημένοι. Αναρωτιέμαι για την τύχη του βιβλίου που παρέδωσα στην εκδότρια, τη ζωή μου όπως την ήξερα.

Η πτήση μου πάλι ακυρώθηκε, τώρα έχω κάνει κράτηση για πρώτη Ιουλίου. Η δήμαρχος βγήκε στην τηλεόραση και είπε πως τα αεροδρόμια θα παραμείνουν κλειστά μέχρι τις 31 Αυγούστου.

Όλα έχουν μπει σε αναμονή.

Photo2

Κάπως έτσι νομίζω πως θα είναι ο θάνατος. Μια μέρα ξαφνικά θα εξαφανιστώ, θα βρεθώ σε μια άλλη πραγματικότητα, άγνωστή μου μέχρι τότε, θα τα αφήσω όλα πίσω. Ίσως να συναντηθώ με άλλους γνωστούς και αγαπημένους, να χαίρομαι την παρέα τους, να θυμάμαι παιδικά τραγουδάκια και παραμύθια, να κάνω ξανά τις τόσο γνωστές αλλά και ξεχασμένες κινήσεις, τα χάδια, τις αγκαλιές, τα νανουρίσματα. Ένας ήρεμος τόπος, πολλά δέντρα, καθαρή ατμόσφαιρα, μια ζωή με τα απολύτως απαραίτητα. Μια ατέλειωτη αιωνιότητα, μια αληθινή Νιρβάνα, αλλά τόσο βαρετή!

ΚΛΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |61. Μυρτὼ Χμιελέφσκι

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)