Συντάκτης: il Notaro

Μια Κυριακή εγίνηκε σκόνη

*

Ο Στεφανοκουμής μπορεί να πλησίαζε τα πενήντα, μα όντε επροπάθιε έτριζεν ο τόπος. Φορούσε εκείνα τα βαριά τα στιβάνια, έστριβε και τη μουστάκα του και ήτανε ολάκερος μιαν εμορφιά.

Και δεν ήταν μονάχα η εμφάνιση του επιβλητική. Όσοι τον γνωρίζανε στα Χανιά τονε θαύμαζαν και για την καθάρια ψυχή ντου. Ντόμπρος ο Κουμής, πάντα ήτονε δίκαιος με ούλους τσι αθρώπους. Και στην παρέα πρώτος. Να πει την καλή του κουβέντα, να γελάσει, να πει το ριζίτικο του και μετά να σύρει και ντρέτα το ζάλο του.

Από την μέρα όμως που μπήκε στο σπιτικό του εκείνοσάς ο λιγδιάρης ο παρατρεχάμενος του βουλευτή και του πε για τα κοπέλια του, πως μπορεί να τα διορίσει όπου θέλει άμα…, ο Στεφανοκουμής εσυννέφιασε. Επροπάθιε στο δρόμο ζαλισμένος και σκεφτότανε τα κοπέλια του, τον Σήφη και τον Παναγή. Ήξερε την δύσκολη ζωή απού ’χανε στο χωριό. Γι’ αυτόν δεν τον ένοιαζε μήτε για το Λενιώ. Τα κοπέλια του όμως;

Είπε το ναι ο Στεφανοκουμής. Το ’πε στον λιγδιάρη και ο αναθεματισμένος τον κράτησε τον λόγο του. Εβόλεψε καταπώς υποσχέθηκε και τον Σήφη και τον Παναγή.

Από τότες, κάθε φορά που είχε εκλογές, ο Κουμής έτρεχε ξοπίσω από το βουλευτή. Τον κράτησε κι αυτός το λόγο του. Μα το Λενιώ όμως ανησυχούσε. Έβλεπε τον άντρα τση πια, να περπατεί σαν τον γάτη. Μετά από λίγο καιρό τον έβλεπε και καμπούριαζε εξαιτίας της συνήθειας που απόκτησε να σκύβει για να μην τονε βλέπουνε οι γνωστοί του. Ασπρίσανε τα μαλλιά του γρήγορα και τ’ αστραφτερά του μάθια εξεθώριασαν. Εσταμάτησε και τσι παρέες και καταγινόταν μόνο με τα χωράφια του.

Θαρρώ πως μου είπανε –δεν ξέρω αν είναι αλήθεια– πως κάθε μέρα ο Στεφανοκουμής εμίκραινε μέχρι –λέει– που μια Κυριακή εγίνηκε σκόνη τόσο δα μικρή που την πήρε και την σκόρπισε ο αγέρας…

Το σίγουρο πάντως, γιατί ήμουνα εκεί, είναι πως στα σαράντα του Κουμή, οι γιοί του είχανε κάθε λογής κεράσματα για τον κόσμο που ήρθε στο μνημόσυνο. Στο κάτω κάτω της γραφής, τα κοπέλια έπρεπε να τιμήσουνε τον πατέρα τους που τους έκανε αθρώπους..

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ

*

*

*

Προχωρούμε ανάποδα

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

«Κάναμε ό, τι μπορούσαμε στην μετά τον Διαφωτισμό εποχή, για να καταστρέψουμε το μυθικό, να παραχωρήσουμε το μη λογικό στις «καλές τέχνες», τις οποίες διαφοροποιήσαμε από την σοβαρή φιλοσοφική σκέψη. Έτσι κατα­στρέψαμε την κοσμοθεωρία (η έμφαση στήν λέξη κόσμος), την κατανόηση του κόσμου, στον οποίο ζούμε, ως μυστηρίου, ως ιερής πραγματικότητας πολύ πιο ευρύτερης από ό, τι το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να συλλάβει ή να περιλάβει, ως μιας κοσμικής λειτουργίας, όπως περιγράφει τον κόσμο ό Έλληνας Πατέρας της Εκκλησίας Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής τον έβδομο αιώνα.»

Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη, Η Κτίση ως Ευχαριστία, Ακρίτας, σ. 43.

«[…] υψώθηκε ενας ουμανισμός, ο οποίος ήθελε να είναι η συνέχεια του ελληνικού ουμανισμού, αλλά που υπήρξε ακριβώς το αντίθετό του. Για τους Έλληνες η φύση ήταν το μέτρο των πάν­των καί η επιστήμη προσέφερε την αρετή. Στό εξής η φύση θα είναι αντικείμενο και η επιστή­μη θα προσφέρει την εξουσία […] για να γίνει δύ­ναμη και αναγγελία της βασιλείας του ανθρώπου, βίαιη ανάκριση της φύσης και κατάφα­ση της απόλυτης εξουσίας του υποκειμένου που την κατανοεί για να την κυριαρχήσει».

Κώστα Παπαϊώάννου, Η αποθέωση της ιστορίας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, σ. 110-111.

«Οι δύο τελευταίοι πόλεμοι δεν ήσαν παγκόσμιοι∙ ήσαν ευρωπαϊκοί. Όχι μόνον επειδή είχαν γενέθλιο τόπο και επίκεντρο την Ευρώπη, αλλά και διότι συνέβαλαν στην αυτοκτονία της Ευρώπης. Αυτό το έβλεπε με καθαρό μάτι ο Μαλαπάρτε, όταν παρακολουθούσε τα πεδία των μαχών στις στέπες της Ρωσίας. Την αυτοκτονία δεν την είδε στον φόνο των τέκνων της Ευρώπης. Καθώς υποχωρούσαν τα σοβιετικά στρατεύματα, οι χωρικοί έσπευδαν να μετατρέψουν σε εκκλησίες τις αποθήκες των κολχόζ, που ήσαν πρώην εκκλησίες. Ύστερα έρχονταν οι Γερμανοί και εστάβλιζαν εκεί τα άλογά τους. Εδώ είναι που είδε την αυτοκτονία της ψυχής της Ευρώπης: ότι ο πολιτισμός αυτός πλέον εξήντλησε τα περιθώρια του πνεύματός του».

Χρήστου Μαλεβίτση, «Πολιτεία και ερημιά», Άπαντα, τόμ. 3, Αρμός, σ. 227.

Από χρόνια μου κάνει εντύπωση ένα πράγμα: αφού υπάρχουν δεκάδες αν όχι εκατοντάδες κείμενα σπουδαία, κείμενα που αποκαλύπτουν όχι μονάχα τις όψεις της ζωής αλλά και τις παραμορφώσεις της, γιατί δεν ασχολούμαστε με αυτά, γιατί ψάχνουμε ολοένα κάτι άλλο και γιατί στο τέλος παραμερίζουμε όλα αυτά –αυτό κάνει ο σύγχρονος άνθρωπος– για να βάλουμε στη θέση τους ποιο πράγμα; Τις έξυπνες μηχανές;

Μου φαίνεται ότι ένας λόγος είναι ότι δεν ξέρουμε ανάγνωση! Συν τω χρόνω ό τρόπος που διαβάζουν οι άνθρωποι άρχισε να κάνει νερά, χανόταν η συγκέντρωση στο συγκεκριμένο, προωθούσαν αφηρημένο λόγο και αφηρημένες καταστάσεις με αποτέλεσμα μαζί με την εισβολή θετικισμού και θετικών επιστημών, μαζί δηλαδή με τη γενική μαθηματικοποίηση να χάσουμε το νόημα των λέξεων, των φράσεων, των στίχων, των συλλογισμών, προπαντός των συνθέσεων και να παραδοθούμε σε ένα είδος διογκωμένου παρόντος που στραμμένο εντελώς στο μέλλον θέλει ο άνθρωπος να ζει τη στιγμή χωρίς μνήμη και χωρίς διάρκεια. (περισσότερα…)

Ηλειακές μνήμες του 1969

*

Στη μνήμη του πατέρα μου

Φέτος το ταξίδι για το χωριό του πατέρα μου δεν ήταν ατέλειωτο, όπως τότε, αρχές της δεκαετίας του ’50, που ταξιδεύαμε με τον καρβουνιάρη, φορώντας ό,τι πιο πρόχειρο, για να μην λερωθούμε από τη μουτζούρα του. Ήταν πιο γρήγορο κι από το ταξίδι που κάναμε, αργότερα, με το «πολυτελές», και αρκετά ταχύτερο, ωτομοτρίς.

Τώρα, μετά από πολλά χρόνια, ταξιδεύαμε άνετα με το ΙΧ του πατέρα μου και σταματούσαμε όπου θέλαμε, όποτε θέλαμε. Κι όταν φτάσαμε στην Αμαλιάδα, δεν χρειάστηκε να φορτώσουμε, όπως τότε, τις αποσκευές μας πάνω στη σκεπή τού λεωφορείου-σακαράκα, όπου μέσα στοιβάζονταν οι επιβάτες με προορισμό την Εφύρα και το Σιμόπουλο. Εμείς κατεβαίναμε πάντα πιο πριν, στού Μπεζαΐτη, όπως έλεγαν τότε την Κεραμιδιά, τρίτο χωριό μετά το μεγαλοχώρι του Χάβαρη και τη μικρή Ντάμιζα.

Η διαδρομή από την Αθήνα ώς το χωριό μου φαινόταν μαγευτική. Όλα γνωστά, τα είχα δει πολλές φορές, μα σήμερα μου φαίνονταν καινούργια, διαφορετικά από άλλοτε· δεν μου ’κανε όρεξη να ρίξω ούτε ένα βλέμμα στο βιβλίο, που είχα πάρει μαζί μου για το μακρύ ταξίδι. Όλη την ώρα παρατηρούσα γύρω αμίλητη και σκεπτόμουν… σκεπτόμουν…

Απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής φτάσαμε στο σπίτι του αδελφού τού πατέρα μου. Όλοι μάς περίμεναν στην αυλή, κάτω από την πελώρια, σχεδόν αιωνόβια μουριά, την ίδια όπου σκαρφάλωνε παιδί ο πατέρας μου. Το παλιό σπίτι όμως, το πατρικό, δεν υπήρχε πιά. (περισσότερα…)

Ο Seamus, o Χάρης και το Nobel

*

Από αναγνώστριά μας λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή. — ΝΠ

~.~

Κύριε Διευθυντά,

Με αφορμή την προχθεσινή επέτειο της εκδημίας του νομπελίστα Ιρλανδού ποιητή Seamus Heaney, θα ήθελα να αναφερθώ σε μία παρεξήγηση που έχει δημιουργηθεί σχετικά με τους συνταξιδιώτες του όταν περιηγήθηκε την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1995, όπου και πληροφορήθηκε τη βράβευσή του με το Νομπέλ Λογοτεχνίας εκείνης της χρονιάς κατά ένα περιπετειώδη τρόπο.

Όπως φρόντισε κι ο ίδιος να το διαδώσει με συχνές συνεντεύξεις, ο Σέιμους Χήνυ, που απεβίωσε στις 30 Αυγούστου 2013, εκείνες τις μέρες του Οκτώβρη βρισκόταν για πρώτη φορά διακοπές στην Ελλάδα. Επισκεπτόταν όλους τους μυθικούς τόπους που έθρεφαν ακόμη τη φαντασία πολλών δυτικών, αρχής γενομένης από την Ακρόπολη. Κι ενώ η Σουηδική Ακαδημία και όλος ο κόσμος τον έψαχνε, αυτός απολάμβανε τις διακοπές του στην Πελοπόννησο, όπως είχε δηλώσει στο Βήμα:

«Πρώτη φορά επισκέφθηκα την Πελοπόννησο το 1995 και καθώς περνούσαμε απ’ όλα αυτά τα μέρη με τις μυθικές ονομασίες το Αργος, τη Νεμέα, όπου ο Ηρακλής πάλεψε με το λιοντάρι δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι ήταν αληθινά. Οταν μπήκαμε στην Αρκαδία, ο δρόμος ήταν σκεπασμένος από μήλα θα είχαν πέσει από κάποιο φορτηγόκαι εμείς τα πατήσαμε με το αυτοκίνητο, τα λιώσαμε. Αυτό μου φάνηκε σαν οιωνός, ένας καλός οιωνός, και κάτι σαν ευλογία – όχι όπου κι όπου, στην Αρκαδία! Στην Πύλο, μάθαμε ότι με έψαχνε όλος ο κόσμος, της Σουηδικής Ακαδημίας συμπεριλαμβανομένης. Το τέλος εκείνου του ταξιδιού με βρήκε σ’ ένα ελικόπτερο, να πετάω προς την Αθήνα, νιώθοντας μάλλον ταραγμένος, αλλά και ευγνώμων που είχα τον χρόνο να ανασυνταχθώ». (περισσότερα…)

Σχεδόν ταυτόχρονα μα καθόλου υποκριτικά

*

Τι γύρευαν τα τρία κορίτσια που αγάπησα στο σπίτι μου αυτό το απομεσήμερο; Γιατί μετά από τόσα χρόνια με θυμήθηκαν; Πώς με βρήκαν στο απόμερο αυτό νησί, όπου πλέον ζω αποκομμένος σχεδόν από το κόσμο; Οφθαλμαπάτη σκέφτομαι. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου και όμως είναι πράγματι εκεί, έξω από την πόρτα μου. Τα τρία κορίτσια που αγάπησα ταυτόχρονα σχεδόν τί να θέλουν από εμένα; Παρά τις πολλές μου απορίες τις καλοδέχομαι. Καθόμαστε στο ένα και μοναδικό για όλες τις χρήσεις δωμάτιο μου. Προσφέρω κρύο νερό και εκείνες κοινότυπες κουβέντες. Η σημερινή ζέστη, η θερμοκρασία που γενικώς ανεβαίνει, η κλιματική κρίση που εντείνεται, η πολιτική, η οικονομική και η κοινωνική παρακμή για να φτάσουμε στο τέλος στην πολιτιστική υποκουλτούρα. Θεατρόφιλες οι δύο από αυτές, από όσο θυμάμαι, και εγώ κάποτε ποιητής… Είχα εκδώσει δύο συλλογές, αφού τις άφησα ή με άφησαν, ούτε που το θυμάμαι, με τους ευφάνταστους τίτλους Η Απώλεια και Το Ανέφικτο. Άραγε τις έχουν διαβάσει; Δεν τολμώ φυσικά να ρωτήσω.

Στο τρίτο ποτήρι νερού οι κοινοτυπίες στερεύουν και έρχεται το αναμενόμενο «Γιατί;». Οι τρεις αγάπες μου οι παλιές που ήρθαν και με βρήκαν, όλες μαζί μα και εναλλάξ στο τέλος με ρωτάνε: «Γιατί αυτή η σχεδόν ταυτόχρονη και απολύτως υποκριτική αγάπη;» Και εγώ ο ένας και υπαίτιος δε σχολιάζω ούτε το σχεδόν ούτε το απολύτως μα ούτε και σε εκείνο το γιατί δίνω απαντήσεις. Εναλλακτικά ωστόσο προσφέρω ούζο, φτιάχνω το μεζέ που θυμόμουν ότι άρεσε σε όλες, βάζω μουσική, τα αγαπημένα τους κομμάτια φυσικά που και μόνος μου άλλωστε ακούω συχνά. Πίνουμε, τρώμε, αστειευόμαστε, χορεύουμε και, όταν το δωμάτιο μου το μικρό αρχίζει να μας στενεύει, βγαίνουμε στην βεράντα μου. Στενή και αυτή μα ανοίγεται για να μας καλοχωρέσει. (περισσότερα…)

Eμπειρογνώμονας των ντόπιων ηθών

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Για τον Χρήστο Γιανναρά, το πιο καίριο εγκώμιο το χρωστάμε στον Κωστή Παπαγιώργη. Ήταν, πράγματι, «εμπειρογνώμονας των ντόπιων ηθών». Από τα χρόνια του ’60 κρατούσε, επίμονα, έναν καθρέφτη μπροστά μας και μας έδειχνε τι είμαστε: μασκαράδες σε χώρα μασκαρεμένη. Πώς να του το συγχωρήσουμε έπειτα;

Αντιγράφω (από παλιό Αθηνόραμα) τη φράση του Παπαγιώργη:

«Όπως έχουν τα πράγματα τις τελευταίες δεκαετίες στη Γραικία, για να εγκολπωθείς τη γνώμη ενός εμπειρογνώμονα επί των ντόπιων ηθών, πρέπει αρχικά να γίνεις εχθρός του. Είναι μοιραίο. Ωσότου να καταλάβει κανείς ότι η χώρα είναι μασκαρεμένη και βιώνει βίο μασκαρά, περνάει περίπου μισός αιώνας. Και μετά; Άδηλον. Διότι αναγκάζεσαι να ζεις μεταξύ “εχθρών” και “νεωτεριστών” της δεκάρας και να σε διαβάζουν άνθρωποι τυφλοί που έχουν όμως μάτια από τον κώλο. Όλοι οι καλοί σ’ αυτόν τον τόπο πήγαν από μαράζι και μελαγχολία.»

~.~

Στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων, η Μεταπολίτευση συνοδεύεται από μια σημαντική αλλαγή φρουράς. Για πρώτη φορά σ’ αυτούς τους δύο αιώνες μετά το ’21, οι αμιγώς λογοτέχνες, εν προκειμένω οι ποιητές, χάνουν τα πρωτεία. Οι πλέον επιδραστικές προσωπικότητες, οι συγγραφείς που πρωταγωνιστούν, προέρχονται οι πιο πολλοί από το πεδίο του στοχασμού: Γιανναράς, Ράμφος, Παπαγιώργης, Μαλεβίτσης, Λορεντζάτος, Ζηζιούλας, μέσω Γαλλίας ο Πουλαντζάς αρχικά και αργότερα ο Καστοριάδης, δευτερευόντως ο Παπαϊωάννου και ο Αξελός, μέσω Γερμανίας ο Κονδύλης και κάποιοι ακόμη. Μιλώ γι’ αυτούς που είτε έδωσαν το κύριο έργο τους μετά το 1974, είτε αυτό εμπεδώθηκε στη συνείδηση του εγχώριου αναγνωστικού κοινού ιδίως τότε. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί απ’ αυτούς είναι και σπουδαίοι τεχνίτες της γραφής, συνδιαπλάθουν το γλωσσικό μας αισθητήριο – είναι λογοτέχνες δηλαδή, με την πρωταρχική, την πλατιά έννοια του όρου.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι γραμματολόγοι μας ενώ μιλούν για μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την ποίηση στην πεζογραφία, αυτήν την μετάθεση του κέντρου βάρους προς τον στοχασμό και το δοκίμιο δεν τη συζητούν.

~.~ (περισσότερα…)

Πέρλες

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 30.viii.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

 

ΠΕΡΛΕΣ

Σχεδόν σαν πέρλες. Τι διάταξη κι αυτή. Ελαφρά καμπύλη, συμμετρική, για να υποδεχτεί από  πάνω της τον αόρατο λαιμό. Όμως εκεί κοντά βρίσκεται και ο φαινομενικά ελλείπων λαιμός. Το φυτό το γνωρίζει και σχηματίζει το ημικύκλιο του πάθους. Περικυκλώνει και διακοσμεί με λεπτότητα την αφαίρεση του ορατού.

Διεισδύω κι εγώ σιωπηλά και θαυμάζω. Μετέχω.

*

* (περισσότερα…)

Βοήθιος, Για την καθολική πίστη

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Από τις πέντε σύντομες θεολογικές πραγματείες (Opuscula sacra) του Βοήθιου που ο Διάκονος Ιωάννης (πιθανώς ο ίδιος Ιωάννης που ανήλθε στον παπικό θρόνο το 523) εξέδωσε ως σύνολο, η τέταρτη, εκείνη, δηλαδή, στην οποία αποδίδεται συχνά ο τίτλος «Για την καθολική πίστη» (De fide catholica), υπήρξε έως πρότινος η λιγότερο μελετημένη. Παρόλες τις ενστάσεις που εκφράστηκαν –και εκφράζονται αραιά ακόμα και σήμερα– για τη γνησιότητά της, την τελευταία παραδέχονται πια οι περισσότεροι ερευνητές. Από την αναψηλάφηση δε του έργου προκύπτουν διαρκώς νέα σημεία πρωτοτυπίας και ζωηρού θεολογικού ενδιαφέροντος.

Εικάζεται ότι είναι το παλαιότερο από τα opuscula sacra, γραμμένο κοντά στο 512. Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια σε ποιους απευθυνόταν –ενδεχομένως σε έναν στενό κύκλο μαθητών και φίλων–, πάντως το έργο αποτελεί μια διαυγή, εύγλωττη και υποδειγματικά αφαιρετική σύνοψη της καθολικής πίστης, και μάλιστα από δύο σκοπιές. Η πρώτη είναι εκείνη του περιεχομένου της. Στο έργο ο Βοήθιος συμπλέκει έντεχνα και διακριτικά την ιστορική αφήγηση με την εννοιολογική υποτύπωση του καθολικισμού. Όχι μόνον συνοψίζει τη δομή και τα βασικά επεισόδια της θείας οικονομίας, αλλά φροντίζει να τα αναπλάσει με την επιβοήθεια μιας επάλληλης –και σχεδόν αθόρυβα φιλοσοφικής– εξήγησης που έχει πάντοτε νεοπλατωνικό (αυγουστίνειο) πρόσημο. Η δεύτερη σκοπιά είναι εκείνη του προσδιορισμού των κριτηρίων θεμελίωσης της ίδιας της καθολικής πίστης. Ο Βοήθιος αποσαφηνίζει τα ερείσματά της (αυθεντία της Γραφής, πατερική-οικουμενική διδασκαλία και γεωγραφική διασπορά), για να καταδείξει την ανωτερότητα της διδασκαλίας της καθολικής εκκλησίας και για να οριοθετήσει τις αιρετικές παραδοχές.

 ~.~

ΒΟΗΘΙΟΣ

   Για  την  καθολική  πίστη [1]

Τη χριστιανική πίστη διαχέει η αυθεντία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ωστόσο, αν και η Παλαιά Διαθήκη περιλάμβανε στα κείμενά της αναφορές του ίδιου του ονόματος του Χριστού και προεξήγγελλε την έλευση εκείνου που πιστεύουμε ότι γεννήθηκε από την Παρθένο, είναι φανερό ότι η εξάπλωση της πίστης στα πέρατα του κόσμου χρονολογείται από τη θαυματουργή παρουσία του ίδιου μας του Σωτήρα και ύστερα.

Τώρα, αυτή η θρησκεία μας που ονομάζεται χριστιανική και καθολική, θεμελιώνεται κυρίως στις ακόλουθες παραδοχές: προ πάντων των αιώνων, δηλαδή πριν πλαστεί ο κόσμος, και, έτσι, πριν υπάρξουν όλα εκείνα στα οποία μπορεί να αποδοθεί η ιδιότητα του χρόνου, υπήρχε η θεϊκή ουσία του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, κατά τρόπο τέτοιο ώστε να αποκαλείται ο Πατήρ ‘θεός’, ο Υιός ‘θεός’ και το Άγιο Πνεύμα ‘θεός’, χωρίς να αποτελούν τρεις θεούς αλλά έναν. (περισσότερα…)

Υψηλή κοινωνία

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Πάντα με ιντρίγκαρε ο τίτλος αυτός: Υψηλή κοινωνία. Μέσα στην καταδηλωτική του κυριολεξία που προσδιορίζει στεγνά και ουδέτερα μια κοινωνική τάξη, μια κοινωνική έννοια. Ή μήπως δεν είναι έτσι, μήπως η απλή κυριολεξία δεν υπάρχει πουθενά στη γλώσσα, ή ποτέ σε έναν τίτλο; Πάντα υπάρχει κάποιος που εκφωνεί από κάπου και σε κάποια, έστω παγωμένη, στιγμή, τον τίτλο αυτόν. Θέλει να βαφτίσει μια ταινία επειδή ο παραγωγός του υποσχέθηκε ένα χρυσό ρολόι, θέλει να τη διαφοροποιήσει από τις άλλες, θέλει να χαρακτηρίσει το περιεχόμενό της για να προσελκύσει το κοινό, θέλει να καταγγείλει αυτό που κατασημαίνει ο τίτλος, να το υπονομεύσει; Όλα αυτά παίζουν και εξαρτώνται, βέβαια, επίσης από τον παραλήπτη του εν λόγω τίτλου. Ή μήπως είναι μια εκφώνηση που μπορεί να αποδοθεί στα ίδια τα μέλη της υψηλής κοινωνίας, ένας ναρκισσευόμενος αυτοπροσδιορισμός, παρότι η ίδια η υψηλή κοινωνία δεν συνηθίζει να αυτοχαρακτηρίζεται έτσι. Επειδή είναι άραγε μετριόφρων, επειδή θέλει να αποφύγει την υπενθύμιση του κοινωνικού σκανδάλου που αποτελεί η ταξική διαφορά; Βρίσκει τέλος πάντων περιφράσεις για να περιγράψει την καταστατική της κοινωνική θέση, μετωνυμίες και μεταφορές που αποφεύγουν την ωμή ταξική στεγανοποίηση. Ποιος λοιπόν εκφωνεί τη φράση «υψηλή κοινωνία», κάποιος εκτός ή εντός αυτής, κάποιος που είναι ενταγμένος σε αυτήν ή ένα επίδοξο μέλος της; Η γλώσσα και τα ενεργήματά της είναι μυστήρια, απλώς μας βοηθούν να συνεννοούμαστε ‒ στο περίπου. Το σίγουρο είναι ότι το «υψηλή κοινωνία» δεν έχει την ουδέτερη κατασήμανση που εκ πρώτης όψεως φαίνεται.

Αν δοκιμάζαμε μήπως το μηχανικά αντώνυμο, «χαμηλή κοινωνία»; Στέκεται γλωσσικά και εκφραστικά, ή κι εδώ αυτός που το εκφωνεί προσπαθεί να βρει κάποιες περιφράσεις, κάποιες μετωνυμίες για να περιγράψει μια κοινωνική κατάσταση; (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #5 Διονύσης Καψάλης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
1952 –

-> Από πού να ξεκινήσω;

Η κομβικότερη και αισθητικά ανώτερη περίοδος της κατ’ εξοχήν ποιητικής δημιουργίας του (ως τώρα) έργου του Διονύση Καψάλη είναι αναμφίβολα εκείνη που εκτείνεται από τις αρχές του 1990 μέχρι και τα μέσα της επόμενης δεκαετίας και αποτυπώνεται σε συλλογές όπως οι: Υπό Κλίμακα, Αισθηματική Αγωγή, Μέρες Αργίας, Μπαλάντες και περιστάσεις, Από λεπτότατη οδύνη. Εδώ ο Καψάλης, ηλικιακά κατασταλαγμένος και τελεσίδικα πια έμμετρος, έχει γίνει κύριος των εκφραστικών του μέσων και ανανεώνει τολμηρά την παραδοσιακή και κανονική φόρμα, μεταχειριζόμενος σονέτα, μπαλάντες, τερτσίνες, δίστιχα, στίχους για τραγούδια, αλλά και πειραματιζόμενος με πιο πολύστιχες μορφές, δομώντας, έτσι, μια λυρική φωνή αυθύπαρκτη και άκρως αναγνωρίσιμη και θέτοντας, παράλληλα, καίρια τα θεμέλια του άτυπου ρεύματος της νεότερης (ή «νεοφορμαλιστικής») έμμετρης ποίησης. Στη συνδυαστική ανάγνωση των έργων της συγκεκριμένης περιόδου, ο αναγνώστης θα συναντήσει τους πλέον διάσημους στίχους του ποιητή που έχουν μελοποιηθεί από συνθέτες της ροκ και του έντεχνου, ενώ θα μπορέσει, παράλληλα, να παρακολουθήσει τη συνομιλία του Καψάλη με μεγάλες ποιητικές φωνές του παρελθόντος, αλλά και το άπλωμα της γραφής του σε ένα ευρύ φάσμα θεματικών, εκτεινόμενο από τους απλούς ερωτικούς και προσωπικούς καημούς μέχρι και τη βαθύτερη υπαρξιακή αγωνία, τον κοινωνικό σχολιασμό και τη μεταφυσική ενδοσκόπηση. (περισσότερα…)

Νεκροί ή ένοχοι

*

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα γήπεδα της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας παίζουν μπάλα κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα κλαμπ της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας διασκεδάζουν κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα μαγαζιά της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας κάνουν τα ψώνια τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα καφέ της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας πίνουν τον καφέ τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα εστιατόρια της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας απολαμβάνουν το φαγητό τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα ξενοδοχεία της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας κάνουν τις διακοπές τους κανονικά.

Κανονικά είμαστε όλοι νεκροί ή ένοχοι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΑΣΛΙΑΣ

(ΥΓ. Πάνω από 40.000 οι νεκροί στη Λωρίδα της Γάζας, πάνω από 200.000 χιλιάδες οι τραυματίες, το 90% των κατοίκων εκτοπισμένοι, πάνω από τα 2/3 των κτιρίων ισοπεδωμένα).

*

*

Το Σίμσον

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Δούλευε ο αδερφός μου σ’ ένα ξενοδοχείο, κάτι χιλιόμετρα απ’ το σπίτι μας, και το βάραγε ποδαράτο. Το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι, ήταν δύσκολο. Το βράδυ, που είχαν πέσει τ’ αυτιά του απ’ την κούραση, ήταν αβάσταχτο. Βρήκε, λοιπόν, δυο χαλασμένα ποδήλατα κι αρχίνησε την συναρμολόγηση: μια ρόδα απ’ αυτό, ένα φτερό απ’ το άλλο, μάτιασε και την αλυσίδα, έβαψε τον σκελετό, λάδι απ’ το ροΐ για να ξεσκουριάσει το κουδούνι και… νάτο ένα ποδήλατο!

Μια μέρα, όμως, στην μεγάλη κατηφόρα τ’ Αϊ-Νικόλα, κοντά στην Γιώτρηση, έστριψε το τιμόνι, που στηρίζονταν σε αυτοσχέδιο άξονα από… ξύλο, αλλά η ρόδα πάπαλα, πήγαινε ντουγρού στον γκρεμό! Τότε, ξεκαβάλησε στο ένα πετάλι και πήδηξε πλάι, αφήνοντας το ποδήλατο να σαλατιαστεί πίσω απ’ τα πουρνάρια, στο ρέμα. Κι αυτός, όμως, δεν την έβγαλε καθαρή: γρατσούνισε την πλάτη του, έσκισε τους αγκώνες του, έγδαρε τα γόνατά του, και τα ρούχα του κρέμονταν από πάνω του ματωμένα κουρέλια.

Από εκείνη την μέρα, το ’βαλε σκοπό:

«Θα πάρω μηχανάκι! Πάει, τέλειωσε!»

Να πάρεις μηχανάκι, μια κουβέντα είναι… Με τι λεφτά; Με τι δίπλωμα; Από πού να το πάρεις; Και, βέβαια, τι μάρκα, πόσο κυβικά, τι χρώμα;

Αρχίνησε, ο καημένος ο Θωμάς, να γλυκοκοιτάζει τα μηχανάκια των άλλων:

«Να, σαν του Μήτσου του Μπαριάνη το Ζούνταπ θα πάρω. Όλο σίδερο, με φτερό δυνατό και με σκάρα. Ολόκληρη μπάλα τριφύλλι κουβαλάς. Τι λέω, δεμάτι κλαρί απ’ τον λόγγο! Έχει κι ο Νάσος ο Μουζάκης Ζούνταπ, αλλά αυτό είναι κόκκινο, του Μήτσου μπλε. Μπλε ή κόκκινο; Και πόσο κάνει; Φτάνουν τα λεφτά;»

Ύστερα από λίγες μέρες έρχονταν απογοητευμένος:

«Τζίφος το Ζούνταπ! Δεν βγαίνει πια τέτοιο μοντέλο. Κι αν έχει ξεμείνει κανένα, δεν το φέρνουν στην Λευκάδα και θα ’ναι πανάκριβο!»

Κι ύστερα, πάλι το γλυκοκοίταγμα:

«Φλορέτα θα πάρω, σαν του Νιόνιου του Καμαρίλα – αθάνατο πράμα!» (περισσότερα…)